Αρχείο

Αρχείο Συγγραφέων

ΜΠΣ «ΠΝΥΚΑ»: Πολιτική και εθνική/πολιτισμική ταυτότητα (βίντεο διαδικτυακής εκδήλωσης, 17/06/2020)

19 Ιουνίου, 2020 Σχολιάστε

Οδεύοντας προς το επετειακό έτος 2021 και εν μέσω εύλογου προβληματισμού για τον, προς το πα­ρόν, ασπόνδυλο και αμφιλεγόμενο χαρακτήρα συγκεκριμένων εόρτιων εγχειρημάτων, αποκτά κε­ντρική σημασία η συγκροτημένη μελέτη της εθνικής και ευρύτερης πολιτισμικής ταυτότητας. Επι­θυμώντας να καταδείξει τη θεμελιώδη αξία που έχει για την πολιτική η ουσιαστική εξοικείωση με την κοινωνική, ιστορική και πολιτισμική θεωρία, το ΜΠΣ «ΠΝΥΚΑ: Πολιτική Ιστορία, Θεωρία και Πράξη» διοργάνωσε την Τετάρτη 17 Ιουνίου 2020 δημόσια διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα: Πολιτική και εθνική/πολιτισμική ταυτότητα. Ομιλητές της εκδήλωσης ήταν ο γράφων υπό την ιδιότητα του Ακαδημαϊκού Υπευθύνου του ΜΠΣ της ΠΝΥΚΑΣ, αναπτύσσοντας το θέμα «Πολιτισμική ταυ­τότητα και πολιτική: από τη θεωρία στην πράξη», και ο Λυκούργος Κουρκουβέλας (Δρ. Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου & Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας) με θέμα «Εθνική ιδεολογία, ιστοριογραφία και το ζήτημα της “συνέχειας” του ελληνικού έθνους». Παρέμβαση στην εκδήλωση έκανε και ο Αθανάσιος Γραμμένος (Δρ. Διεθνών Σχέσεων) σχολιάζοντας τις πολιτικές προσλαμβάνουσες της ταυτότητας, όπως αυτές αποτυπώνονται στον ρόλο και στις πρόσφατες παρεμβάσεις της Επιτροπής «Ελλάδα 2021».

Μεταξύ πολλών άλλων σημαντικών πτυχών, οι ομιλητές προσπάθησαν να αναδείξουν το ενίοτε ανεπίγνωστο, βαθύτερο υπόβαθρο του δημοσίου λόγου σε ζητήματα πολιτισμικής ταυτότητας, τις τάσεις εκείνες της νεοελληνικής ιστοριογραφίας, στις οποίες ανάγονται συγκεκριμένες δημόσιες τοποθετήσεις περί έθνους και εθνικής ταυτότητας, ενώ εξόχως ουσιαστική και επίκαιρη ήταν η πρόταση που διατυπώθηκε περί αναστολής της λειτουργίας της Επιτροπής «Ελλάδα 2021» και ανάθεσης του έργου της στην Ακαδημία Αθηνών. Με αφορμή την πρόταση αυτή του Αθανάσιου Γραμμένου θα θέλαμε από τη θέση αυτή να εκφράσουμε και μια δική μας σκέψη: το πόσο σημαντικό, αλλά και ιδιαιτέρως συμβολικό θα ήταν αν, στο πλαίσιο προφανώς εντελώς διαφορετικών αντιλήψεων, είχε ανατεθεί η ευθύνη των επετειακών εκδηλώσεων σε μια διεπιστημονική ομάδα αξιόλογων επιστημόνων αποκλειστικά της νεότερης γενιάς, συμπεριλαμβανομένων πολλών ανέργων και υποαπασχολουμένων ερευνητών, καθώς και αρκετών εξ όσων αναγκάστηκαν τα χρόνια της κρίσης να φύγουν στο εξωτερικό. Ακολουθεί το βιντεοσκοπημένο αρχείο της διαδικτυακής εκδήλωσης, με τις θερμότερες ευχαριστίες σε όλους τους συντελεστές και συμμετέχοντες.

Ψηφιακός «καινούριος κόσμος, μέγας»: Τι είναι (και τι δεν είναι) η ψηφιακή, εξ αποστάσεως πανεπιστημιακή εκπαίδευση;

10 Ιουνίου, 2020 Σχολιάστε

Οι έκτακτες συνθήκες που δημιούργησε η πανδημία του COVID-19 έφεραν δυναμικά στο προσκήνιο την έννοια της ψηφιακής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης ή τηλεκπαίδευσης. Στον πανεπιστημιακό χώρο τα συμβατικά πανεπιστήμια σε Ελλάδα και Κύπρο αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν τις τεχνολογίες τηλεκπαίδευσης, προκειμένου να συνεχιστούν κατά το δυνατόν απρόσκοπτα οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Εν μέσω των πρωτόγνωρων αυτών συνθηκών δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις και για μια ουσιώδη παρεξήγηση: ότι η ψηφιακή, εξ αποστάσεως εκπαίδευση αποτελεί –αποκλειστικά και μόνον– ένα επικουρικό υποκατάστατο της συμβατικής εκπαίδευσης· ότι συνιστά, δηλαδή, απλώς μια έκτακτη λύση ανάγκης που, παρά τις νέες δυνατότητες που προσφέρει (π.χ. την κατάργηση των γεωγραφικών περιορισμών), δεν μπορεί να σταθεί ως ισότιμη δίπλα στην παραδοσιακή, φυσική διδακτική διαδικασία. Η άποψη αυτή μπορεί να γίνει σαφώς κατανοητή υπό το υποκειμενικό (και σεβαστό) βιωματικό πρίσμα της εμπειρίας πολλών διδασκόντων σε συμβατικά πανεπιστημιακά ιδρύματα.

Χρειάζεται, ωστόσο, εδώ να γίνει μια θεμελιώδης μεθοδολογική διάκριση: είναι άλλο πράγμα η έκτακτη, προσωρινή ή επικουρική μεταφορά της συμβατικής πανεπιστημιακής διδασκαλίας σε ψηφιακό περιβάλλον και άλλο η αυτοτελής, ψηφιακή εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμης σημασίας, με δεδομένο ότι, τόσο στον ελληνικό όσο και στον διεθνή χώρο, υπάρχουν πανεπιστημιακά ιδρύματα που εξειδικεύονται εδώ και χρόνια στο πεδίο της αμιγούς εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Κατά συνέπεια, αν δεν γίνει κατανοητή η ιδιαιτερότητα και αυθυπαρξία της εν λόγω εκπαιδευτικής μεθοδολογίας, ελλοχεύει ο κίνδυνος για, συχνά ακούσιες ή υπόρρητες, συγκεκριμένου τύπου ιεραρχήσεις των διαφορετικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και πτυχίων. Και είναι αλήθεια ότι πολλοί είναι αυτοί που ακόμη και σήμερα αγνοούν σε τι ακριβώς συνίσταται η καθαυτό ψηφιακή, εξ αποστάσεως πανεπιστημιακή εκπαίδευση σε ιδρύματα που ειδικεύονται σε αυτή. «Γίνονται τακτικά μαθήματα»; «Υπάρχουν κανονικοί καθηγητές»; «Υπάρχουν βιβλία και συγγράμματα»; «Γίνονται κανονικά εξετάσεις»; Αυτά είναι λίγα από τα ερωτήματα που εύλογα θέτουν συμπολίτες μας, οι οποίοι δεν έτυχε ως τώρα να έρθουν σε επαφή με αυτή τη μορφή εκπαίδευσης. Σε αυτό το κείμενο θα εξηγήσουμε και θα οπτικοποιήσουμε σε τι ακριβώς συνίσταται η εξ αποστάσεως εκπαίδευση στο μοναδικό αμιγώς ψηφιακό πανεπιστήμιο στον ελληνικό χώρο: το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΑΠΚΥ).

Η περιγραφή μας έχει ως άξονα τέσσερις βασικές έννοιες: πλατφόρμα ασύγχρονης τηλεκπαίδευσης, πλατφόρμα σύγχρονης τηλεκπαίδευσης, εργασίες και εξετάσεις. Η «πλατφόρμα ασύγχρονης τηλεκπαίδευσης» είναι κατ’ ουσίαν η «κεντρική σελίδα» κάθε Θεματικής Ενότητας ή Μαθήματος του εκάστοτε προγράμματος σπουδών. Είναι, δηλαδή, το διαδικτυακό περιβάλλον, στο οποίο διδάσκοντες και φοιτητές επικοινωνούν με τρόπο μη σύγχρονο (δηλαδή όχι ζωντανό/ταυτόχρονο, εξ ου και ο όρος «ασύγχρονη») και όπου οι φοιτητές μπορούν να βρουν συγκεντρωμένα όλα τα στοιχεία του μαθήματος: τίτλο, γενική δομή, διάρθρωση διδακτικού υλικού και –για να απαντήσουμε στο ερώτημα για το αν «υπάρχουν βιβλία και συγγράμματα»– τη διδακτέα ύλη. Αυτή αποτελείται συνήθως από κεφάλαια πολλών έγκυρων επιστημονικών συγγραμμάτων (σε πλήρη αντίθεση με το παραδοσιακό «ένα» σύγγραμμα), τα οποία αναρτώνται στην πλατφόρμα σε μορφή αρχείων PDF. Συνεπώς, τις περισσότερες φορές οι φοιτητές δεν χρειάζεται ούτε να αγοράσουν τα συγγράμματα ούτε να τα λάβουν ταχυδρομικώς. Αυτά είναι διαθέσιμα σε ψηφιακή μορφή στην πλατφόρμα ασύγχρονης τηλεκπαίδευσης, όπου μπορεί κανείς να τα μελετήσει είτε ηλεκτρονικά (στον υπολογιστή) είτε να τα εκτυπώσει και να τα διαβάσει με την άνεσή του σε έντυπη μορφή. Περαιτέρω, μια άρτια διαμορφωμένη πλατφόρμα ασύγχρονης τηλεκπαίδευσης περιλαμβάνει ποικιλία μαθησιακών εργαλείων (π.χ. πολυμιντιακές διαδραστικές εφαρμογές), καλύπτοντας τις ιδιαίτερες μαθησιακές ανάγκες κάθε φοιτητή πληρέστερα απ’ ό,τι η συμβατική εκπαίδευση. Θα λέγαμε εδώ ότι, υπό το πρίσμα αυτό, η πιο παραδοσιακή συμβατική και η αμιγής, εξειδικευμένη ψηφιακή πανεπιστημιακή εκπαίδευση αντιστοιχούν ως έναν βαθμό στον ορισμό του παραδοσιακού και του σύγχρονου μουσείου: στο πρώτο ο επισκέπτης είναι κατά βάσιν παθητικός δέκτης πληροφοριών, στο δεύτερο έχει την επιπρόσθετη δυνατότητα να τις ανακαλύψει ο ίδιος ενεργά, μέσα από μια μεγαλύτερη ποικιλία μαθησιακών μέσων. Ακολουθεί μια εικόνα της πλατφόρμας ασύγχρονης τηλεκπαίδευσης του ΑΠΚΥ, του λεγόμενου eClass.

Η πλατφόρμα ασύγχρονης τηλεκπαίδευσης περιλαμβάνει επίσης πολλούς επιμέρους συνδέσμους για την υποβολή των εργασιών, για τη γραπτή επικοινωνία μεταξύ φοιτητών-διδασκόντων (Ομάδες Συζητήσεων), αλλά και για την είσοδο στο άλλο βασικό εργαλείο της ψηφιακής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης: την πλατφόρμα σύγχρονης τηλεκπαίδευσης ή, πιο απλά, την πλατφόρμα τηλεσυναντήσεων/τηλεμαθημάτων. Μέσω της πλατφόρμας αυτής διεξάγονται κανονικά, τακτικά και ζωντανά όλα τα μαθήματα, με ήχο, εικόνα (κάμερα) και πεδίο προβολής διαφανειών PowerPoint, βίντεο και λοιπού εκπαιδευτικού υλικού. Στην πλατφόρμα τηλεσυναντήσεων οι φοιτητές δεν έχουν μόνο τον παθητικό ρόλο του ακροατή, αλλά μπορούν να συμμετέχουν ενεργά, θέτοντας ερωτήματα με μικρόφωνο και κάμερα ή/και γραπτώς, μέσω του παραθύρου του chat. Επίσης, οι φοιτητές μπορούν να παρακολουθούν τα μαθήματα όχι μόνο από τον υπολογιστή τους, αλλά και από άλλες συσκευές (π.χ. tablet, κινητό). Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, η ψηφιακή αυτή μορφή εκπαίδευσης καταργεί κάθε έννοια γεωγραφικού περιορισμού, συμβάλλοντας στην εξοικονόμηση εκ μέρους του φοιτητή χρόνου, χρήματος και ενέργειας. Πέραν των γεωγραφικών, όμως, περιορισμών καταργούνται και οι χρονικοί. Διότι σε αντίθεση με τη συμβατική πανεπιστημιακή εκπαίδευση, στην ποιοτική ψηφιακή εξ αποστάσεως εκπαίδευση όλα τα τηλεμαθήματα βιντεοσκοπούνται, με αποτέλεσμα οι φοιτητές να μπορούν να τα παρακολουθούν και εκ των υστέρων. Πρόκειται για μια εξαιρετικής σημασίας διευκόλυνση, ιδίως για ανθρώπους με βεβαρημένο πρόγραμμα υποχρεώσεων.

Πρέπει, ωστόσο, εδώ να γίνουν δύο σημαντικές επισημάνσεις: καταρχάς, δεν είναι όλες οι πλατφόρμες σύγχρονης τηλεκπαίδευσης ίδιες. Από πλατφόρμα σε πλατφόρμα υπάρχουν ενίοτε τεράστιες διαφορές, π.χ. ως προς την ποιότητα του ήχου, τη διαδικασία εισόδου, την ευκρίνεια της κάμερας, κλπ. Κατά δεύτερον, ακόμα και η πιο σύγχρονη πλατφόρμα καθίσταται άνευ αξίας, αν ο διδάσκων δεν είναι φορέας της κατάλληλης εκπαίδευσης, νοοτροπίας και κουλτούρας χρήσης της συγκεκριμένης τεχνολογίας. Το τι ακριβώς σημαίνει αυτό γίνεται, μεταξύ άλλων, συχνά κατανοητό από τα αισθήματα αμηχανίας (ή ενίοτε και αποστροφής) που προκαλεί σε αρκετούς διδάσκοντες γαλουχημένους στα συμβατικά πανεπιστημιακά πρότυπα η πρώτη επαφή με την ψηφιακή «αίθουσα». Η αμηχανία αυτή καταλήγει συχνά και σε τεχνοφοβικής υφής κυκλικούς συλλογισμούς απαξίωσης της σύγχρονης τηλεκπαίδευσης, όπως π.χ. όταν ο διδάσκων θεωρεί πως η ψηφιακή πλατφόρμα καθιστά «αόρατο» το κοινό των ακροατών-φοιτητών, το οποίο όμως στην πραγματικότητα είναι ο ίδιος που δεν έχει εκπαιδευτεί να ενεργοποιεί και να μετατρέπει σε «ορατό». Αντιθέτως, ένας διδάσκων με την κατάλληλη εκπαίδευση, εμπειρία και νοοτροπία μπορεί να καταστήσει ένα ψηφιακό μάθημα το ίδιο συναρπαστικό, ζωντανό και διαδραστικό με οποιοδήποτε επιτυχημένο συμβατικό μάθημα. Ακολουθεί μια εικόνα της πλατφόρμας σύγχρονης τηλεκπαίδευσης του ΑΠΚΥ, με την εικόνα στο πεδίο προβολής διαφανειών να παραπέμπει στο νέο μεταπτυχιακό πρόγραμμα της ΠΝΥΚΑΣ.

Και περνάμε τώρα στις δύο τελευταίες βασικές έννοιες: εργασίες και εξετάσεις. Στο πλαίσιο της ψηφιακής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης του ΑΠΚΥ οι φοιτητές καλούνται συνήθως όχι απλώς να παρακολουθούν διαδικτυακά μαθήματα και να μελετούν συγγράμματα προς τον σκοπό των εξετάσεων, αλλά και να εκπονούν εργασίες κατά τη διάρκεια του εξαμήνου: η συγγραφή και υποβολή των εργασιών εκ μέρους των φοιτητών, καθώς και η υποβολή των διορθωμένων και βαθμολογημένων εργασιών εκ μέρους των καθηγητών λαμβάνει χώρα αμιγώς ψηφιακά και σε συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα. Ο επιτυχής συνδυασμός πολυδιάστατης ασύγχρονης τηλεκπαίδευσης, σύγχρονης τηλεκπαίδευσης και συγγραφής εργασιών υπερβαίνει το παραδοσιακό δίπολο «παραδόσεις-εξεταστική», υπηρετώντας διαφορετικά θεωρητικά και μεθοδολογικά μοντέλα, όπως αυτά της αυτοκατευθυνόμενης (self-directed learning) και μετασχηματίζουσας (transformative learning) μάθησης ενηλίκων. Τέλος, με την ολοκλήρωση κάθε εξαμήνου, διεξάγονται κανονικές εξετάσεις, όπως ακριβώς και στα συμβατικά πανεπιστήμια. Εξεταστικά κέντρα υπάρχουν σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας και της Κύπρου, οι φοιτητές προσέρχονται, τα γραπτά αποστέλλονται στους καθηγητές και διορθώνονται, οι βαθμολογίες υποβάλλονται και οι φοιτητές ενημερώνονται για τους βαθμούς τους μέσω των ψηφιακών συστημάτων του πανεπιστημίου.

Συνοψίζοντας, και έχοντας σκιαγραφήσει το γενικό πλαίσιο της ψηφιακής, εξ αποστάσεως πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, όπως αυτή υπηρετείται στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, γίνεται ίσως ήδη σαφές ότι η διαδικασία που περιγράψαμε σε αδρές γραμμές δεν συνιστά απλώς μια τεχνολογικά υποστηριζόμενη συμβατική πανεπιστημιακή διδασκαλία. Με άλλα λόγια, η ποιοτική, ψηφιακή εξ αποστάσεως εκπαίδευση δεν συνιστά απλώς τη μεταφορά στο ψηφιακό περιβάλλον της συνήθους φυσικής διδασκαλίας. Ως μια διακριτή και εξειδικευμένη πλέον μορφή διδασκαλίας, η διαδικτυακή πανεπιστημιακή εκπαίδευση προϋποθέτει συγκεκριμένη εκπαίδευση και κουλτούρα χρήσης της ψηφιακής τεχνολογίας, εξοικείωση με τις θεωρητικές και μεθοδολογικές αρχές της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (ιδίως ενηλίκων), καθώς και πολύχρονη εμπειρία. Προϋποθέτει επίσης, διδακτικό προσωπικό που έχει αφιερώσει χρόνο, ενέργεια και προσπάθεια για να υπηρετήσει την ψηφιακή εξ αποστάσεως εκπαίδευση ως κύριο έργο και όχι ως πάρεργο. Προϋποθέτει, τέλος, και κάτι ακόμα: φοιτητές που έχουν την περιέργεια και τόλμη να ανακαλύψουν ότι πλην των συμβατικών (και ενίοτε σαφώς καθόλα εξαιρετικών) «Λακεδαιμονίων» ανοίγεται πλέον μπροστά μας ένας ψηφιακός «καινούριος κόσμος, μέγας». Ένας νέος, συναρπαστικός κόσμος, όπου εκατοντάδες άνθρωποι από κάθε μέρος του πλανήτη μπορούν π.χ. την ίδια στιγμή να παρακολουθήσουν μαζί μια επιστημονική ομιλία, όπως αυτή για τις ανασκαφές της προϊστορικής Κέρου που οργάνωσε από κοινού το ΑΠΚΥ και ο Αιγέας – Εταιρεία Αιγαιακής προϊστορίας (βλ. τις εικόνες πιο κάτω). Ένας νέος κόσμος, τέλος, όπου παραδόξως η ψηφιακή τεχνολογία συμπορεύεται δυναμικά με την δια ζώσης διαπροσωπική επαφή και ζεστασιά μιας ζωντανής πανεπιστημιακής κοινότητας, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει «ξεφυλλίζοντας» απλώς τα φωτογραφικά άλμπουμ με τις αναρίθμητες δραστηριότητες (εκδρομές, ξεναγήσεις, λοιπές εκδηλώσεις) του Σωματείου Φοιτητών και Αποφοίτων Ελληνικού Πολιτισμού του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου. Όπως λέει, άλλωστε, και το σοφό απόφθεγμα του Σωματείου, «ποτέ δεν θα νιώσεις τόσο κοντά σπουδάζοντας από μακριά!».

Κατηγορίες:Αταξινόμητα, ΠΝΥΚΑ

ΜΠΣ «ΠΝΥΚΑ»: Δημόσιος λόγος – Ρητορική & Επιχείρημα (βίντεο διαδικτυακής εκδήλωσης, 30/04/2020)

Σε εποχές κρίσεων (οικονομικών, υγειονομικών, κλπ.) η ποιότητα του δημοσίου λόγου αποκτά καί­ρια σημασία για την πολιτική διαδικασία. Η αξία της υπεύθυνης, έλλογης και ποιοτικής επιχειρημα­τολογίας γίνεται ακόμα μεγαλύτερη στη σύγχρονη κοινωνία του διαδικτύου και των μέσων κοινω­νικής δικτύωσης, όπου σχεδόν κάθε πολίτης δύναται να μετατραπεί σε φορέα δημοσίου λόγου. Στις συνθήκες αυτές η διαφορά ανάμεσα στην πεπαιδευμένη και μη δημόσια εκφορά πολιτικών ή επι­στημονικών θέσεων είναι ενίοτε η διαφορά ανάμεσα στην καταλλαγή και τη σύγκρουση, τη μετριο­πάθεια και τον διχασμό, τη σύνθεση και την πόλωση. Κατά συνέπεια, στις μέρες μας καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ η ανάγκη μιας συστηματικής εκπαίδευσης στη ρητορική και την επιχειρηματο­λογία, ιδίως μάλιστα σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, όπου η ενασχόληση με τα εν λόγω πε­δία εμπνέεται ούτως ή άλλως πάντοτε και από μια πλούσια αρχαία παράδοση. Την ανάγκη αυτή υπηρετεί και η διδασκαλία της ρητορικής στο πρόγραμμα της ΠΝΥΚΑΣ, του νέου Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών στην Πολιτική Ιστορία, Θεωρία και Πράξη του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου.

Επιθυμώντας να προσφέρει μια πρόγευση αυτής της διδασκαλίας, το ΜΠΣ της ΠΝΥΚΑΣ διοργάνωσε την Πέμπτη 30 Απριλίου 2020 (18:00-21:00) δημόσια διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα: Δημόσιος Λόγος – Ρητορική & Επιχείρημα. Ομιλητές της εκδήλωσης, την οποία προλόγισε ο γράφων με την ιδιότητα του Ακαδημαϊκού Υπευθύνου της ΠΝΥΚΑΣ, ήταν ο Κωνσταντίνος Π. Τσίνας (Λέκτορας Ποινικής Δικονομίας στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου), που ανέπτυξε το θέμα «Επιχείρημα, προσωπικότητα και ειλικρίνεια στον δημόσιο λόγο», και ο Ανδρέας Σεραφείμ (Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης & Ακαδημία Αθηνών) με θέμα «Η πιο γνωστή μας άγνωστη ρητορική: Τεχνικές πει­θούς στην αρχαία και σύγχρονη πολιτική και δικαστική επικοινωνία».

Χάρη στο υψηλότατο επίπεδο, την εμβρίθεια, γλαφυρότητα και διαδραστικότητα των ομιλιών, η εκδήλωση εξελίχθηκε σε μια απολαυστική και άκρως διδακτική εμπειρία. Οι δύο ομιλητές όχι μόνο ξεδίπλωσαν ένα ευρύτατο φάσμα εννοιών, ορισμών και δεδομένων σχετικά με τη θεωρία της επιχειρηματολογίας και τη ρητορική, αλλά συμπύκνωσαν κατά τον καλύτερο τρόπο και δύο από τους βασικούς άξονες του ΜΠΣ της ΠΝΥΚΑΣ: την άρρηκτη διασύνδεση ανάμεσα σε θεωρία και πράξη (π.χ. μέσω της επεξήγησης δύσκολων θεωρητικών εννοιών με τη βοήθεια εύστοχων παραδειγμάτων από τον τρέχοντα δημόσιο λόγο), αλλά και τον ζωντανό, διαδραστικό και συμμετοχικό χαρακτήρα της εξ αποστάσεως ψηφιακής εκπαίδευσης στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΑΠΚΥ). Με αυτό τον τρόπο κατέστη σαφές ότι, σε καιρούς που έκτακτες περιστάσεις φέρνουν στο προσκήνιο την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, στο ΑΠΚΥ αυτή δεν συνίσταται απλώς στη χρήση ψηφιακών εργαλείων τηλεκπαίδευσης. Το συγκριτικό πλεονέκτημα του ΑΠΚΥ είναι η μακρά εμπειρία και κουλτούρα χρήσης της ψηφιακής εκπαιδευτικής τεχνολογίας, η θεωρία και μέθοδος της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (ιδίως ενηλίκων), η γνώση των ιδιαιτεροτήτων της, το ποιος και πώς διδάσκει. Για του λόγου το αληθές, ακολουθεί το βιντεοσκοπημένο αρχείο της διαδικτυακής εκδήλωσης, με τις θερμότερες ευχαριστίες σε όλους τους συντελεστές και συμμετέχοντες.

 

Κατηγορίες:ΠΝΥΚΑ, Πολιτικά

«ΠΝΥΚΑ: Πολιτική Ιστορία, Θεωρία και Πράξη»: Βίντεο της δημόσιας διαδικτυακής παρουσίασης του ΜΠΣ (26/03/2020)

27 Μαρτίου, 2020 Σχολιάστε

Το απόγευμα της Πέμπτης 26 Μαρτίου 2020 πραγματοποιήθηκε η πρώτη δημόσια διαδικτυακή παρουσίαση της ΠΝΥΚΑΣ, του νέου μεταπτυχιακού προγράμματος στην Πολιτική Ιστορία, Θεωρία και Πράξη του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου. Η εκδήλωση είχε τη μορφή ημερίδας, η οποία, πέραν της αναλυτικής παρουσίασης του νέου προγράμματος από τον γράφοντα, αφιερώθηκε στο φλέγον ζήτημα του μεταναστευτικού-προσφυγικού και των ελληνοτουρκικών. Πιο συγκεκριμένα, ο Αθανάσιος Γραμμένος, Δρ. Διεθνών Σχέσεων και Library Fellow 2019-2020 στο Sacramento State University, ανέπτυξε το θέμα «Ιδεολογία, πολιτική και περιφερειακός ανταγωνισμός: η μεταναστευτική κρίση μεταξύ σφύ­ρας και άκμονος». Στη διάλεξή του αυτή ο ομιλητής έκανε μια κριτική επισκόπηση της ανάφλεξης του μεταναστευτικού κατά τα τέλη του 2019 και τις αρχές του 2020, καθώς και της εξέλιξης του πολιτικού λόγου στην Ελλάδα, την Τουρκία και την ΕΕ, χρησιμοποιώντας πρωτογενείς πηγές και προβάλλοντας βίντεο από την πρόσφατη αυτοψία του εκατέρωθεν του Έβρου και στη Λέσβο. Περαιτέρω, ο Ανδρέας Σταματίου, Δρ. Διπλωματικής Ιστορίας και επί σειρά ετών Σύμβουλος Τύπου στην ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα και στο ελληνικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, παρουσίασε μια ανατομία της τουρκικής κοινωνίας, επιχειρώντας μια ρεαλιστική απεικόνιση της σύγχρονης Τουρκίας, πέρα από τα στερεότυπα και τις γενικεύσεις.

Στην εκδήλωση, την οποία συντόνισε εξαιρετικά ο Πρόεδρος του Σωματείου Φοιτητών και Αποφοίτων Ελληνικού Πολιτισμού του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου Γιάννος Χαμάλης, παρενέβησαν με χαιρετισμούς ο Κοσμήτορας της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, Αναπληρωτής Καθηγητής Αντώνης Πετρίδης και ο Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος του πτυχιακού προγράμματος «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμός», Αναπληρωτής Καθηγητής Γιώργος Δεληγιαννάκης. Την εκδήλωση τίμησαν με την αθρόα τηλε-παρουσία τους άνω των 90 συμμετεχόντων από την Ελλάδα, την Κύπρο και το εξωτερικό, οι οποίοι με τα ερωτήματα και τις παρεμβάσεις τους συνέβαλαν όχι μόνο στη διεξαγωγή μιας άκρως εποικοδομητικής συζήτησης, αλλά και στην άμβλυνση των πρωτόγνωρων συνθηκών κατ’ οίκον διαπροσωπικής απομόνωσης λόγω της τρέχουσας επιδημίας του COVID-19. Η εκδήλωση βιντεοσκοπήθηκε και το βίντεο που ακολουθεί είναι ήδη διαθέσιμο και στην πλατφόρμα του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου.

Κατηγορίες:ΠΝΥΚΑ, Πολιτικά

ΠΝΥΚΑ: Το νέο Μεταπτυχιακό στην Πολιτική Ιστορία, Θεωρία και Πράξη

28 Φεβρουαρίου, 2020 Σχολιάστε

Το έτος 2021 συμπληρώνονται 200 χρόνια ελεύθερου εθνικού βίου. Η σημαντι­κή αυτή επέτειος θα βρει την Ελλάδα βαθιά τραυματισμένη από μια πολύχρονη και πολυδιάστατη κρίση. Πέραν των οικονομικών της επι­πτώσεων, η μεγάλη οικονομική κρίση που ξεκίνησε στα τέλη του 2009 συνοδεύτηκε από φαινόμενα έντονης υποβάθμισης της πολιτικής ζωής, των θεσμών και της ποιότητας του δημο­σίου λόγου και δια­λόγου. Εξίσου αρνητική υπήρξε και η αδυναμία ουσιαστικής ανανέωσης των πολιτικών αντιλήψεων και πραγμάτων σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο. Στο κατώφλι της τρίτης εκατονταε­τίας του νέου ελληνικού κράτους ένα σημαντικό τμήμα της ελλη­νικής κοινωνίας μοιάζει να διακα­τέχεται από ένα αίσθημα διαρκούς αθυμίας όσον αφορά την εγ­χώρια πο­λιτική και τις προο­πτικές της. Όσο για την ίδια την επερχόμενη επέτειο των 200 ετών από την Επανάσταση του 1821, διαφαίνεται ήδη ότι θα αποτελέσει αφορμή πιο πολύ για έναν επιστημονικά και αισθητικά αμφιλεγόμενο διάλογο με το παρελθόν παρά για ουσιαστικές κινήσεις με σκοπό τη θεμελίωση ενός πιο ευοίωνου μέλλοντος. Εντούτοις, μια σημαντική επέτειος μπορεί να αποτελέσει έναυσμα και για πρωτοβουλίες εντελώς διαφορετικής φύσεως. Μπορεί να καταστεί η αφετηρία για μια δύσκολη προσπάθεια αναδιαμόρφωσης των βαθύτερων και δομικών εκείνων προϋποθέσεων που είναι απαραίτητες για τη χάραξη μιας διαφορετικής μελλοντικής πορείας. Μια τέτοιου είδους δομική προεργασία είναι κατά την άποψή μας σημαντικό να λάβει καταρχάς χώρα σε δύο κρίσιμα επίπεδα: στο εκπαιδευτικό και το συγγραφικό. Και αν το δεύτερο σκέλος, δηλαδή η θεωρητική επεξεργασία νέων τρόπων αντίληψης της ελληνικής κοινωνίας, θα μας απασχολήσει εκτενέστερα σε λίγο μεταγενέστερο χρόνο, το πρώτο σκέλος βρίσκεται ήδη στο σημείο εκκίνησης.

Philipp von Foltz, 1860. Ο Περικλής αγορεύων στην Πνύκα.

Το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου είναι στην ευχάριστη θέση να παρουσιάσει την ΠΝΥΚΑ, το πρώτο ψηφιακό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών (ΜΠΣ) στην Πολιτική Ιστορία, Θεωρία και Πράξη, το οποίο ξεκινά το ακαδημαϊκό έτος 2020-2021. Συνδυάζοντας στοιχεία από τους επιστημονικούς κλάδους των πολι­τικών επιστημών, της ιστορίας, της ευρύτερης κοινωνικής θεωρίας, της νομικής, της ρητορικής, των οικονομικών και των διε­θνών σχέσεων, η ΠΝΥΚΑ έχει σαν σκοπό να αποτελέσει μια καινοτόμο και σύγχρονη σχολή πολιτικής. Με άλλα λόγια, να προσφέρει μια πολυδιάστατη, ου­σιαστική και συστη­ματική παιδεία σε κάθε πολίτη που ενδια­φέρεται σοβαρά για την πολι­τική. Το πρόγραμμα απευθύ­νεται, συ­νεπώς, σε ένα ευρύτατο φάσμα ανθρώπων: σε υποψη­φίους ή ήδη ενεργούς πολιτικούς, σε δημοσιο­γράφους ή δημο­σιολόγους που ασχολούνται επαγγελματικά με ζητήματα πολιτικής, σε επαγγελμα­τίες της πολιτικής επικοινωνίας, σε στελέχη πολιτικών, νομικών και οικονομικών οργανισμών και, το κυριότερο, σε όλους τους απλούς πολίτες. Στους πολίτες, δηλαδή, εκείνους που επιθυ­μούν να αποκτήσουν το ανα­γκαίο γνωστικό υπόβαθρο, το οποίο θα τους επιτρέψει να προ­σεγγίζουν το πολιτικό γίγνε­σθαι με την ωριμότητα και την αυτοπε­ποίθηση ενός καταρτι­σμένου, εν δυνάμει πολιτικού. Παράλληλα, λόγω του διεπιστημονικού της χαρακτήρα η ΠΝΥΚΑ προσφέρει πολλές δεξιότητες και δυνατότητες μεταπτυχιακής ειδίκευσης σε εκπαιδευτικούς, πτυχιούχους Ελληνικού και Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, Ευρωπαϊκών Σπουδών, Φιλοσοφικών και Παιδαγωγικών Σχολών, Τμημάτων Ιστορίας, Πολιτικής Επιστήμης, Νομικών και Οικονομικών Επιστημών, Κοινωνιολογίας, Διεθνών Σχέσεων και άλλων συναφών Σχολών και Τμημάτων.

Η ονομασία του ΜΠΣ παραπέμπει φυσικά στην Πνύκα της αρ­χαίας Αθήνας, δηλαδή στη θέση, όπου με­ταξύ του 6ου και του 4ου αιώνα π.Χ. συγκαλού­νταν η Εκκλη­σία του Δήμου. Πρόκειται για τη συνέλευση των Αθηναίων πολιτών, μέσα από την οποία πραγματώθηκε το ιδανικό της δημοκρατίας υπό την μορφή της ενερ­γού συμμετοχής στα κοινά πολιτικά πε­παιδευμένων πολιτών. Πολιτών, δηλαδή, που μέσω της ενεργού δημοκρατικής συμμετοχής τους στην πολιτική διαδικασία εξοικειώνονταν με θεωρητικές και πρακτικές παραμέτρους ενάσκησης της πολιτικής. Σκοπός της ΠΝΥΚΑΣ είναι να παράσχει σε εκπαιδευτικό πλέον πλαίσιο μια παρόμοια πολιτική παιδεία, η σημασία της οποίας για την Ελλάδα και την Κύπρο έχει αναδειχθεί με δραματικό τρόπο στο πλαίσιο της βαθιάς πολιτικής, οικονομικής και γενικότερης κρίσης των τελευταίων ετών. Η αρχαία Πνύκα αποτελεί όμως έμπνευση και για έναν άλλο λόγο: εξαιτίας της ετυμολο­γικής της διασύνδεσης με την έννοια της πυκνότητας (Πνύξ > πυκνός). Σκοπός, δηλα­δή, της ΠΝΥΚΑΣ είναι να προ­σφέρει με συστηματικό τρόπο συμπυκνωμένη γνώση μέσα σε ένα σχετικά περιορισμένο χρο­νικό διάστημα. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για ένα εντατι­κό, διεπιστημονι­κό ΜΠΣ, το οποίο είναι όμως ταυτόχρο­να και ειδικά σχεδια­σμένο για αν­θρώπους με πολλές επαγ­γελματικές και οικογενειακές υπο­χρεώσεις. Καταλυ­τικός είναι εδώ ο ρόλος της ψηφιακής εξ αποστάσε­ως εκπαίδευσης, η οποία μέσω της τεχνολογίας καταργεί τους γεωγρα­φικούς και χρονικούς περιορισμούς.

Με τον τρόπο αυτό η ΠΝΥΚΑ φιλοδοξεί να αναβιώσει σε ένα σύγχρονο πλαίσιο το αρ­χαίο της πρότυ­πο. Στην Πνύκα της αρχαίας Αθήνας λάμβανε κάποτε χώρα η διαδικασία εκ­δημοκρατισμού της πο­λιτικής εξουσίας και η μεταβίβασή της από τους «ολίγους» στους «πλείο­νας». Η σύγχρονη ΠΝΥ­ΚΑ στοχεύει στο να συμβάλει στην διαδικασία περαιτέρω εκ­δημοκρατισμού της πολιτικής γνώσης και στην με­ταβίβασή της από τους σύγχρονους «ολί­γους» στους σύγχρονους «πλείονας». Έχει, δη­λαδή, σαν σκοπό να προσφέρει σε έναν με­γάλο αριθμό πολιτών την πρόσβαση σε ένα σώμα γνώσε­ων και δε­ξιοτήτων που, ακόμη και στις προηγμένες δημοκρατίες της εποχής μας, αποτελεί ή καταλή­γει συνή­θως κτή­μα επιμέρους επιστη­μονικών και πολιτικών ομάδων. Περαιτέρω, σκοπός του ΜΠΣ είναι να προσφέρει μια πολιτική παιδεία όχι αμιγώς ακαδημαϊκά προσανατολισμένη, αλλά δυναμι­κά στοχευ­μένη στην διαρκώς εξελισσόμενη πολιτική διαδικασία και επικαιρότητα. Με άλλα λόγια, η ΠΝΥΚΑ δεν στοχεύει στην ανάδειξη αποκλειστικά μελλοντικών πολιτικών επιστη­μόνων, καθώς δεν αποτελεί ένα συμβατικό πρόγραμμα πολιτικών επιστημών. Συνιστά πιο πολύ μια καινοτόμο, διεπιστημονική προσέγγιση του φαινομένου της πολιτικής, με στόχο τη διαμόρφωση μιας νέας γενιάς πολι­τικά πεπαιδευμένων πολιτών. Σε αυτό το πλαίσιο, το πρόγραμμα επενδύει ιδιαίτερα σε έναν συγκεκριμένου τύπου εκπαιδευτικό ντετερμινισμό, όπου η διδακτική έμφαση σε στοιχεία θεωρίας, φιλοσοφίας και λογικής αποσκοπεί όχι μόνο στον εμπλουτισμό των γνώσεων, αλλά στη διάπλαση της ίδιας της σκέψης του φοιτητή.

Πέραν του αρχαίου προτύπου, η ΠΝΥΚΑ εμπνέεται και από μια πιο πρόσφατη περίστα­ση: την ελληνική κρίση της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Η κρίση αυτή απέδειξε με δραμα­τικό τρόπο ότι στον εξαιρετικά πολύπλοκο κόσμο που ζούμε δεν αρκούν απλώς οι καλές προ­θέσεις, οι οξυδερκείς κρίσεις, οι αμιγώς εμπειροτεχνικές προσεγγίσεις και οι κάθε λογής ιδεολογικές στρα­τεύσεις. Αυτό που κυρίως απαιτείται είναι ένα βαθύτε­ρο υπόβαθρο ουσιαστικής γνώσης, συστημα­τικής κατάρτισης και αντιπροσωπευτικής αντί­ληψης σε ένα ευρύ φάσμα σύνθετων παραμέτρων της σύγχρονης πολιτικής (π.χ. θεωρία, ιστορία, νομική υπόσταση μιας συντεταγμένης πολι­τείας, διε­θνείς συσχετισμοί, λειτουργία διεθνούς οικονομικού συ­στήματος, κ.ο.κ.). Υπό το πρίσμα αυτό, το ΜΠΣ της ΠΝΥΚΑΣ απευθύνεται σε όλους τους πολί­τες που οραματίζονται την άνοδο του επιπέδου της πολιτικής και της ποιότη­τας του δημοσίου λόγου στην Ελλάδα, την Κύπρο και ευρύ­τερα. Απευ­θύνεται επίσης σε όλους όσους θα επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στον περαιτέρω εκδη­μοκρατισμό της πολιτικής διαδικασίας μέσω μιας νέας (και ταυτοχρόνως πολύ πα­λαιάς) μορφής πολιτικής παι­δείας. Μιας παιδείας που φιλοδοξεί να συνδυάσει τις πιο σύγ­χρονες μεθόδους πανεπι­στημιακής εκ­παίδευσης με κάτι από την πα­ράδοση των μεγάλων ρητοροδιδασκάλων (κατ’ ουσίαν δασκάλων πο­λιτικής) της αρχαιότη­τας, όπως π.χ. του Ισο­κράτη, του Ισαίου, κ.ά. Μιας παιδείας, τέλος, που αξιοποιώντας την ψηφιακή τεχνολογία, αλλά και την κουλτούρα της κυπριακής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης σκοπεύει να απευθυνθεί όχι μόνο στους εκάστοτε εγγεγραμμένους φοιτητές του προγράμματος, αλλά και στο ευρύτερο κοινό μέσω ανοιχτών τηλεδιαλέξεων και λοιπών δραστηριοτήτων.

Θα ήθελα και από τη θέση αυτή να ευχαριστήσω το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΑΠΚΥ) και τον Φορέα Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας της Ανώτερης Εκπαίδευσης στην Κύπρο για το γεγονός ότι στο πλαίσιο του κυπριακού πανεπιστημιακού συστήματος μια ιδέα που, υπό άλλες συνθήκες, θα παρέμενε απλώς σε κάποιο συρτάρι στο γραφείο του γράφοντος, μετουσιώθηκε σε επίσημο, εγκεκριμένο μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Για να γίνει αυτό, ωστόσο, χρειάστηκε και σε ειδικότερο επίπεδο η πολυδιάστατη στήριξη της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του ΑΠΚΥ, του Σωματείου Φοιτητών και Αποφοίτων του πτυχιακού Προγράμματος «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό», το οποίο είναι η μήτρα της ΠΝΥΚΑΣ, καθώς επίσης και η καίρια συμβολή στο εγχείρημα δύο πολύτιμων φίλων και συναδέλφων: του Κωνσταντίνου Τσίνα, Λέκτορα στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, και του Λυκούργου Κουρκουβέλα, επί χρόνια συναδέλφου και συνοδοιπόρου στο ΑΠΚΥ. Όλες οι λεπτομέρειες σχετικά με τη δομή, τις Θεματικές Ενότητες και γενικότερα τις διαδικασίες του ΜΠΣ της ΠΝΥΚΑΣ (καθώς και για την επικείμενη έναρξη των αιτήσεων φοιτητών και διδακτικού προσωπικού στις αρχές Μαρτίου) είναι ήδη διαθέσιμες στην ιστοσελίδα του στον νέο και σύγχρονο ιστότοπο του ΑΠΚΥ. Παράλληλα, μέσω της ομάδας του προγράμματος στο Facebook μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος να ενημερώνεται για τις δράσεις του, να συμμετέχει στις δημόσιες εκδηλώσεις του και κυρίως να ανακαλύπτει ποια έννοια ελληνικού πανεπιστημίου υπηρετούν σε περιπτώσεις όπως αυτή όσοι η (ακαδημαϊκή) τύχη ἐθέσπισεν οἰκεῖν ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον.

Κατηγορίες:ΠΝΥΚΑ, Πολιτικά

Οι Κύπριοι «ανταγωνιστές μας»; Η ακαδημαϊκή εκδοχή του «κείται μακράν»

1 Αυγούστου, 2019 3 Σχόλια

«Για εξηγήστε μου, τι ακριβώς προστατεύετε με το να μην αλλάξετε το άρθρο 16;» ήταν το ερώτημα που απηύθυνε στις 13/02/2019 στη Βουλή ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκος Μητσοτάκης στον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα. Αναπτύσσοντας μια σειρά επιχειρημάτων, ο Κ. Μητσοτάκης κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: «Το μόνο που προστατεύετε είναι τους ανταγωνιστές μας. Τις άλλες χώρες, δηλαδή, οι οποίες έχουν αναπτύξει μια δυναμική αγορά ιδιωτικής παιδείας που εσείς δεν επιτρέπετε. Ναι, την Κύπρο την προστατεύετε, τη Βουλγαρία την προστατεύετε, τη Ρουμανία την προστατεύετε…». Λίγες μέρες αργότερα, στις 28/02/2019, σε τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ, η Νίκη Κεραμέως δήλωνε (24:14-24:32 στο βίντεο) ότι «το βράδυ που ψηφιζόταν η συνταγματική αναθεώρηση […] όταν η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για να αναθεωρηθεί το άρθρο 16 που αφορά στα μη κρατικά και ιδιωτικά [ενν. πανεπιστήμια] συγκέντρωσε μόλις 93 από τις 300 ψήφους του ελληνικού κοινοβουλίου, μία χώρα πανηγύριζε, και αυτή η χώρα ήταν η Κύπρος». Περίπου ένα έτος πριν τις συγκεκριμένες δηλώσεις, επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ και υπουργίας Κώστα Γαβρόγλου, το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ) καλούσε τα υποψήφια μέλη Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΣΕΠ) να υπογράψουν υπεύθυνη δήλωση, με το τρίτο σημείο της οποίας οι υποψήφιοι διαβεβαίωναν ότι δεν είναι «μέλη Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι., μόνιμοι Δημόσιοι Υπάλληλοι και υπάλληλοι ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, ΔΕΚΟ, Τραπεζικών Ιδρυμάτων, και Ιδιωτικού τομέα που έχουν αναλάβει έργο μέλους Σ.Ε.Π. στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΑΠΚΥ) και στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας».

Terra incognita;

Η «υπερκομματική» αυτή αντίληψη της Κύπρου ως ανταγωνιστικής χώρας, εξομοιούμενης μάλιστα στην ομιλία Μητσοτάκη με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, μοιάζει τόσο αυτονόητη, ώστε περνά εντελώς απαρατήρητη στο πλαίσιο του εν Ελλάδι δημοσίου λόγου. Και δεν υπάρχει βεβαίως αμφιβολία ότι από μια αμιγώς οικονομική σκοπιά ανταγωνισμός υπάρχει πάντοτε εντός και μεταξύ των κοινωνιών. Θα άξιζε, ωστόσο, να διερωτηθούμε: Θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε τον πρόεδρο Ερντογάν, απευθυνόμενο σε πολιτικό του αντίπαλο, να σκιαγραφεί δημοσίως ως ανταγωνιστές της Τουρκίας τους Τουρκοκυπρίους; Υποβλέπουν άραγε το τουρκικό υπουργείο παιδείας ή τα τουρκικά πανεπιστήμια ως ανταγωνιστικά τα τουρκοκυπριακά πανεπιστήμια και αντιστρόφως; Με άλλα λόγια, από γεωστρατηγική πλέον άποψη, τι είδους αντίληψη είναι αυτή που αντιμετωπίζει ανταγωνιστικά τη μοναδική, μετά από χιλιάδες χρόνια, εναπομείνασα ελληνική κρατική οντότητα πλην του νεοελληνικού κράτους; Πόσο τραγικά εσωστρεφής μπορεί να είναι η ελλαδική, ως συνήθως μανιχαϊστική δημόσια συζήτηση περί της ανώτατης εκπαίδευσης, όταν καταλήγει να υποβλέπει ως ανταγωνιστή ένα πανάρχαιο κομμάτι ελληνισμού, στις δομές μάλιστα του οποίου δραστηριοποιείται τα τελευταία χρόνια ένα πλήθος Ελλαδιτών διδασκόντων και φοιτητών;

Στο ζήτημα που εξετάζουμε οι δηλώσεις Μητσοτάκη και Κεραμέως, καθώς και η υπεύθυνη δήλωση του ΕΑΠ μοιάζουν να αποτελούν ακαδημαϊκά επιφαινόμενα του ίδιου βαθύτερου «παραδείγματος», που είναι το γνωστό «η Κύπρος κείται μακράν». Ενός παραδείγματος που όσο κι αν «ξορκίζεται» στις εθιμοτυπικές, περί εξωτερικής πολιτικής δημόσιες δηλώσεις, συνεχίζει να υφίσταται σε ανώτερο (και υπερκομματικό) πολιτικό επίπεδο επειδή, μεταξύ άλλων, έχει πολύ συγκεκριμένες, βαθύτερες ρίζες στην πλειονότητα του ελλαδικού πληθυσμού. Οι ρίζες αυτές μπορούν να διαφανούν αν θέσει κανείς μερικά απλά ερωτήματα: Είναι αλήθεια ή όχι ότι ως Ελλαδίτες γνωρίζουμε συχνά περισσότερα πράγματα για την Αγγλία, τις ΗΠΑ ή άλλες χώρες του εξωτερικού απ’ ό,τι για την Κύπρο; Τι βαθμό θα παίρναμε αν μας υπέβαλλαν σε ένα σύντομο τεστ με ερωτήσεις για σημαντικά δημόσια πρόσωπα, πολιτικά κόμματα, πολιτιστικά μνημεία, γεωγραφικά δεδομένα και ιστορικά γεγονότα της Κύπρου; Υπάρχουν ή όχι συμπολίτες μας στην Ελλάδα που, αν και γενικώς πολυταξιδεμένοι εντός και εκτός συνόρων, δεν έχουν επισκεφτεί ποτέ την Κύπρο; Αν οι απαντήσεις στα προηγούμενα ερωτήματα είναι αυτές που φανταζόμαστε, τότε δεν θα πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι για την πλειονότητα των εν Ελλάδι Ελλήνων η Κύπρος παραμένει σε σημαντικό βαθμό terra incognita και στο πεδίο της ανώτατης εκπαίδευσης.

Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι και μια άλλη δήλωση της Νίκης Κεραμέως στην τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω (28:33-28:45 στο βίντεο). «Θεωρώ λάθος», είπε η νυν υπουργός παιδείας, «το υπουργείο παιδείας να έχει άποψη για το κάθε προπτυχιακό και κάθε μεταπτυχιακό πρόγραμμα του κάθε πανεπιστημίου της χώρας. Το θεωρώ λάθος και δεν ξέρω να γίνεται πουθενά αλλού στον κόσμο». Στην Κύπρο, ωστόσο, το κάθε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα όλων των πανεπιστημίων της χώρας (δηλαδή δημοσίων και ιδιωτικών) αξιολογείται από τον λεγόμενο Φορέα Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας της Ανώτερης Εκπαίδευσης (ΔΙΠΑΕ). Η αξιολόγηση αυτή αφορά και την ίδια την εκκίνηση ενός νέου προγράμματος, το οποίο δεν επιτρέπεται να προσφερθεί αν δεν έχει πρώτα αδειοδοτηθεί από τον ΔΙΠΑΕ. Ο τρόπος, με τον οποίο λαμβάνει χώρα η αξιολόγηση και αδειοδότηση αυτή, αν ήταν πιο γνωστός στην Ελλάδα, θα απασχολούσε ίσως όχι μόνο τη δημόσια συζήτηση, αλλά και αρκετούς επιστήμονες που καταπιάνονται με ζητήματα πολιτισμικής ταυτότητας του νεώτερου ελληνισμού.

Ο λόγος είναι ότι ο κυπριακός ΔΙΠΑΕ βασίζει τις αξιολογήσεις του σε επιτροπές, τα μέλη των οποίων είναι πανεπιστημιακοί όχι από την Κύπρο, αλλά από το εξωτερικό, από διαφορετικές χώρες, διαφορετικά πανεπιστήμια και ενίοτε διαφορετικές επιστημονικές ειδικότητες. Συχνά στις επιτροπές αυτές συμμετέχει και ένας τουλάχιστον Ελλαδίτης πανεπιστημιακός, ο οποίος όμως, ακόμα κι αν προσέρχεται με «ανταγωνιστικά» ως προς την Κύπρο αντανακλαστικά, αναγκαστικά μειοψηφεί μεταξύ των συνήθως τριών άλλων ξένων συναδέλφων του. Στην εκάστοτε επιτροπή του ΔΙΠΑΕ υποβάλλεται κάθε φορά ένας ογκώδης φάκελος που περιλαμβάνει μια αρτιότατη, εκτενή και αναλυτική περιγραφή όχι μόνο του εκάστοτε προγράμματος γενικώς, αλλά και όλων των επιμέρους μαθημάτων ή θεματικών ενοτήτων του. Βάσει συγκεκριμένου προτύπου, παρατίθενται για κάθε μάθημα ή θεματική ενότητα σκοποί, στόχοι, προσδοκώμενα μαθησιακά αποτε­λέσματα, περιεχόμενο, μεθοδολογία, σχολιασμένη βιβλιογραφία και αναλυτική εβδο­μαδιαία διάρθρωση σε έκταση αρκετών δεκάδων σελίδων. Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, κάθε τέτοιος φάκελος αποτελείται συνήθως συνολικά από εκατοντάδες σελίδες και απαιτεί εμπειρία και σοβαρό ακαδημαϊκό υπόβαθρο. Σαν αποτέλεσμα, για την προετοιμασία του φακέλου κάθε προγράμματος τα κυπριακά πανεπιστήμια ωθούνται να συμβληθούν με εγνωσμένης αξίας διδακτικό προσωπικό, να εκταμιεύσουν σχετικά κονδύλια για την αμοιβή του και να επενδύσουν έτσι από την πρώτη στιγμή στην αξιοκρατία και στην υψηλή ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Δεν είναι, επίσης, μυστικό ότι τα προγράμματα των ιδιωτικών πανεπιστημίων της Κύπρου αντιμετωπίζονται συχνά με μεγαλύτερη αυστηρότητα απ’ ό,τι τα αντίστοιχα των δημοσίων. Με αυτό τον τρόπο η Κύπρος υλοποιεί στην ανώτατη εκπαίδευση μια ιδιαίτερα λειτουργική εκδοχή αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί «κοινωνικός φιλελευθερισμός»: ένα σύστημα φιλελεύθερο μεν, ώστε να επιτρέπει την ιδιωτική πανεπιστημιακή εκπαίδευση, αλλά ταυτόχρονα και αυστηρά ελεγχόμενο ως προς την ποιότητά του προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.

Πώς κατάφερε η Κύπρος να έχει ένα τέτοιο σύστημα; Πώς και υπό ποιες συνθήκες θεσμοθετήθηκε και έγινε αποδεκτή η ουσιαστική γνωμοδοτική εξουσία επιτροπών με σοβαρούς ξένους πανεπιστημιακούς, οι οποίοι ενίοτε συναντώνται για πρώτη φορά στη ζωή τους στο πλαίσιο της επιτροπής του ΔΙΠΑΕ; Γιατί τα κυπριακά πανεπιστήμια, δημόσια και ιδιωτικά, δεν αφέθηκαν απλώς ελεύθερα να πράττουν κατά το δοκούν και να εισάγουν εική και ως έτυχε όποιο πρόγραμμα επιθυμούν; Τα ερωτήματα αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν αντικατοπτρισμοί του ερωτήματος γιατί δεν έχει και η Ελλάδα ένα παρόμοιο σύστημα. Και η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι καθόλου εύκολη ή αυτονόητη, αλλά συνδέεται με ζητήματα ιστορίας και πολιτισμικής ταυτότητας που ελάχιστα έχουν ως τώρα αποτελέσει αντικείμενο της εν Ελλάδι δημόσιας ή και επιστημονικής συζήτησης. Αν, ωστόσο, η Κύπρος δεν «έκειτο μακράν», αν δεν αντιμετωπιζόταν στην Ελλάδα απλώς ως επιχαίρων ακαδημαϊκός ανταγωνιστής, θα μπορούσαμε ίσως να αντλήσουμε από αυτήν διδάγματα αποφασιστικής σημασίας για πτυχές της πολιτισμικής μας ταυτότητας και της κρατικής μας υπόστασης.

Θα μπορούσαμε, επίσης, εν μέσω της χαλαρής ατμόσφαιρας του καλοκαιριού, της υπέροχης εκείνης εποχής του έτους που επεφύλαξε δυστυχώς κάποτε δραματικές εξελίξεις για την Κύπρο, να κάνουμε ένα περαιτέρω βήμα. Να αναλογιστούμε, δηλαδή, μήπως το ζήτημα της ανώτατης εκπαίδευσης προσφέρει μια ευκαιρία όχι απλώς να προσεγγίσουμε την Κύπρο διαφορετικά, αλλά και να αρχίσουμε να αναθεωρούμε στην πράξη το δόγμα «κείται μακράν». Μήπως αντί να θηριομαχούμε (από όποια πλευρά κι αν στεκόμαστε) για το άρθρο 16, την ύπαρξη ή μη ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα ή το άσυλο, θα ήταν απλώς καλύτερο να οραματιστούμε την υπαγωγή του συνολικού συστήματος των ελλαδικών ΑΕΙ (δημοσίων ή και των όποιων μελλοντικών ιδιωτικών) στη δικαιοδοσία του κυπριακού ΔΙΠΑΕ; Αν υπάρχει ένας ελληνισμός και ένα ελληνικό κράτος με δομές πιο προηγμένες από αυτές των Αθηνών, μήπως θα πρέπει, ίσως για πρώτη φορά, να σκεφτούμε το ιστορικό σενάριο μιας λελογισμένης μεταφοράς κρατικών αρμοδιοτήτων στην άλλη αυτή ελληνική κρατική οντότητα; Το νέο ελληνικό κράτος δεν ευτύχησε να έχει πρωτεύουσα τη Σμύρνη, το σημαντικότερο ίσως ελληνικό αστικό κέντρο κατά τον 19ο και πρώιμο 20ό αιώνα, τοποθετημένο γεωγραφικά κατά ιδανικό τρόπο περίπου στο μέσον μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου. Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να διέπεται ως προς την κρατική της υπόσταση μέχρι σήμερα από τις πιο παραδοσιακές πολιτισμικές (και εθνοτικές) δομές του νότιου ελλαδικού χώρου. Ο ελληνισμός της Ανατολής όμως, στην προκειμένη περίπτωση της ανατολικής Μεσογείου, δεν έπαψε να υπάρχει μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Συνεχίζει να υφίσταται, έστω και «κείμενος μακράν», έχοντας μάλιστα να επιδείξει σε συγκεκριμένες πτυχές της κρατικής του οργάνωσης μια σαφώς πιο επιτυχημένη μεταοθωμανική ιστορία. Μήπως είναι αυτή η ιστορία, στην οποία πρέπει ως Ελλάδα να στρέψουμε περισσότερο την προσοχή μας, αντί να αναζητούμε τους από μηχανής θεούς του εκσυγχρονισμού μας μόνο στις Βρυξέλλες ή το Βερολίνο; Μήπως το «κείται μακράν» πρέπει να δώσει τη θέση του στο «κείται εντός»;

Αν ναι, τότε θα μπορούσαμε ίσως, στις αρχές του 21ου αιώνα, να επιχειρήσουμε την επικαιροποίηση και ουσιαστική τροποποίηση του οράματος της ΕΟΚΑ για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Να οραματιστούμε, δηλαδή, όχι πλέον την ενσωμάτωση της Κύπρου στο ελλαδικό κράτος, αλλά ένα μοντέλο «συνδιοίκησης» των δύο ελληνικών κρατών με τον διαμοιρασμό κρατικών αρμοδιοτήτων μεταξύ Αθηνών και Λευκωσίας, αρχής γενομένης από το πεδίο της ανώτατης εκπαίδευσης. Η υπαγωγή των ελλαδικών, όπως και κυπριακών ΑΕΙ στη δικαιοδοσία του κυπριακού ΔΙΠΑΕ, η εκλογή νέων μελών ΔΕΠ σε Ελλάδα και Κύπρο με βάση τα κυπριακά πρότυπα και η κατάργηση του ΔΟΑΤΑΠ σε ό,τι αφορά πτυχία κυπριακών πανεπιστημίων θα μπορούσαν να είναι ορισμένες μόνο από τις πτυχές ενός νέου εκπαιδευτικού, αλλά και γεωστρατηγικού παραδείγματος. Η συγκρότηση ενός «ενιαίου εκπαιδευτικού χώρου» μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου θα μπορούσε, φυσικά, να επεκταθεί και σε άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Η αναίρεση του «κείται μακράν» δεν θα είναι ποτέ ουσιαστική και μακρόπνοη, αν δεν ξεκινά από την πρώτη τάξη του δημοτικού, με τους μαθητές του κάθε ελληνικού κράτους να εξοικειώνονται ήδη από νωρίς συστηματικά με την ιστορία, τη γεωγραφία και τον πολιτισμό του άλλου.

Δεν υπάρχει, τέλος, αμφιβολία ότι η εγκατάλειψη της λογικής του «κείται μακράν» με τρόπους σαν αυτούς που σκιαγραφούμε περνά ως έναν βαθμό και μέσα από μια αντίστοιχη προσέγγιση του κυπριακού ζητήματος. Παρότι το θέμα αυτό δεν μπορεί να αναπτυχθεί στο πλαίσιο του παρόντος κειμένου, η περιγραφόμενη εδώ αλλαγή παραδείγματος θα προϋπέθετε να μην περιορίζεται πλέον η Ελλάδα στην μακρόθεν συμπαράσταση, αλλά να προσεγγίζει πιο ενεργά το ζήτημα υπό το πρίσμα της ουσιαστικής σύσφιξης των σχέσεων μεταξύ του ελληνισμού Ελλάδος και Κύπρου. Σε κάθε περίπτωση, αν κάτι προσπαθήσαμε να καταδείξουμε σε αυτό το κείμενο, είναι το γιατί οι ελλαδικές πολιτικές κορώνες περί της Κύπρου ως «ανταγωνιστή μας» συνιστούν όχι μόνο μια λυπηρή πραγματικότητα, αλλά και την γεωστρατηγική εκδοχή της γνωστής ρήσης «μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι». 45 καλοκαίρια μετά τα τραγικά γεγονότα του 1974 όσοι κολυμπάμε στον Πρωταρά, στο Πόρτο Κατσίκι και στο Ναυάγιο δεν κολυμπάμε σε «ανταγωνιστικές» θάλασσες, αλλά σε κομμάτια του ίδιου εκείνου ελληνικού καλοκαιριού, του οποίου οι οδυνηρές εκκρεμότητες θα κλείσουν μόνο όταν κάποια στιγμή, με κάπως μεγαλύτερο πλεόνασμα σοβαρότητας και οράματος, θα κολυμπήσουμε και πάλι στην Αμμόχωστο.

Κατηγορίες:Ιστορικά, Πολιτικά

Στα Άκρα (03/04/2019): «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;»

4 Απριλίου, 2019 7 Σχόλια

Το βράδυ της Τετάρτης 3 Απριλίου 2019 ο γράφων φιλοξενήθηκε στην εκπομπή της ΕΡΤ2 «Στα Άκρα» με την Βίκυ Φλέσσα. Πρόκειται για την εκπομπή που εδώ και 16 χρόνια έχει εμπλουτίσει την ελληνική τηλεόραση με ένα ιστορικής σημασίας αρχείο εξαιρετικών συνεντεύξεων ανθρώπων της επιστήμης, της τέχνης και ευρύτερα της διανόησης και του πνεύματος. Κατά την πολυετή της αυτή διαδρομή στον χώρο της ελληνικής τηλεόρασης, η εκπομπή «Στα Άκρα» έχει αποτελέσει μια διαχρονική σταθερά, κάνοντας κάθε φορά τον τηλεοπτικό χρόνο να κυλά διαφορετικά, διαμορφώνοντας το δικό της πιστό κοινό και φυλάττοντας τις δικές της Θερμοπύλες. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θα ήθελα και από αυτή την θέση να ευχαριστήσω ολόθερμα την Βίκυ Φλέσσα για την τιμητική πρόσκληση να φιλοξενηθώ στην εκπομπή της και να συζητήσουμε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που σχετίζονται με το βιβλίο «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» και τις διάφορες προεκτάσεις του. Από κοινού με όλους τους φίλους της εκπομπής, θα ήθελα να ευχηθώ στην Βίκυ Φλέσσα να έχει πάντα υγεία και δύναμη, ώστε η εκπομπή «Στα Άκρα» να συνεχίσει για πολλά ακόμη χρόνια να δίνει το μοναδικό και αναντικατάστατο στίγμα της στην πολύπαθη ελληνική τηλεόραση.

Έλληνες: ποῖ δὴ καὶ πόθεν;

7 Οκτωβρίου, 2018 Σχολιάστε

«Έλληνες: ποῖ δὴ καὶ πόθεν; Μια αρχαιολογική και διεπιστημονική αναζήτηση στο χώρο και το χρόνο» είναι ο τίτλος ενός κύκλου δέκα διαλέξεων του γράφοντος που θα πραγματοποιούνται κάθε Τρίτη στις 18:00 από τις 16 Οκτωβρίου ως τις 18 Δεκεμβρίου 2018 στο City Unity College στο Σύνταγμα (Θησέως 15-17). Πρόκειται για τον εναρκτήριο κύκλο διαλέξεων μιας νέας, πρωτότυπης και φιλόδοξης εταιρείας, του Σπιτιού του Αρχαιολόγου. Σε μια περίοδο που η ενασχόληση με την αρχαιολογία φαντάζει ολοένα και πιο ηρωική για όσους δεν έχουν την προοπτική ή την ελπίδα μιας μόνιμης εργασιακής θέσης, το Σπίτι του Αρχαιολόγου φιλοδοξεί να καταδείξει ότι η αρχαιολογία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μιας νέας μορφής υγιούς επιχειρηματικότητας. Μεταξύ των ποικίλων ποιοτικών υπηρεσιών που φιλοδοξεί να προσφέρει στους αρχαιολόγους (π.χ. ψηφιοποιήσεις, μεταφράσεις, επιμέλειες, κλπ.), το Σπίτι του Αρχαιολόγου θα διοργανώνει τακτικά και κύκλους επιμορφωτικών σεμιναρίων/διαλέξεων. Σε αρκετές περιπτώσεις, ωστόσο, τα σεμινάρια αυτά δεν θα απευθύνονται μόνο στους αρχαιολόγους, αλλά και σε ένα ευρύτερο κοινό με αρχαιολογικά και εν γένει αρχαιογνωστικά ενδιαφέροντα.

Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται και ο κύκλος διαλέξεων του γράφοντος, που έχει στόχο να εξετάσει το «από πού» (πόθεν) και το «προς πού» (ποῖ δὴ) των Ελλή­νων υπό ένα διαχρονικό και διεπιστημονικό πρίσμα. Τον κορμό της αφήγησης αποτελεί η πα­ρουσίαση των πιο πρόσφατων επιστη­μονικών εξελίξεων για την προ­έλευση του ελληνικού πολι­τισμού μέσα από το σχετικό ερευνητικό έργο του ομιλητή. Παράλ­ληλα, η αναζήτηση της προέλευ­σης συνδυάζεται και με την εξέταση ορισμένων σημαντικών θεωρητικών ζητημάτων σε σχέση με την ελ­ληνική πολιτισμική ταυτότητα σε διαχρονικό και συγχρονικό επίπεδο. Αξιοποιώντας συνδυαστι­κά ένα ευρύ φάσμα προσεγγίσεων από την χώρο της αρχαιο­λογίας, της ιστορίας, της γλωσσολογίας, καθώς και της πολιτισμι­κής ανθρωπολογίας, γίνεται προσπάθεια να τεθεί μια νέα βάση για την κα­τανόηση όχι μόνο συγκεκριμένων πτυχών του παρελ­θόντος, αλλά και ορισμένων κρίσιμων παρα­μέτρων του αβέβαιου ελληνικού παρόντος. Το σεμινάριο αποτελεί την πολλαπλώς εμπλουτισμένη και επικαιροποιημένη εκδοχή του ομότιτλου κύκλου διαλέξεων που είχε δώσει ο γράφων το 2014 στο Ίδρυμα Θεοχαράκη.

Πέραν της φυσικής τους διεξαγωγής στο City Unity College, οι διαλέξεις θα μεταδίδονται ζωντανά και μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας BigBlueButton, δίνοντας έτσι την δυνατότητα παρακολούθησης από τον υπολογιστή σε οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο στην Ελλάδα ή το εξωτερικό. Αντιστοίχως, σε ό,τι αφορά το κόστος συμμετοχής, εκτός της δυνατότητας αυτοπρόσωπης πληρωμής κατά την προσέλευση στον χώρο, είναι εφικτή και η εξ αποστάσεως πληρωμή μέσω τραπέζης. Για όλες τις λεπτομέρειες μπορεί κανείς να ανατρέξει στην σχετική σελίδα στον ιστότοπο του Σπιτιού του Αρχαιολόγου. Είθε ο κύκλος αυτός διαλέξεων να αποτελέσει μια καλή εκκίνηση για τις δραστηριότητες της νέας εταιρείας, τις οποίες ελπίζουμε να αγκαλιάσει τόσο ο κόσμος της αρχαιολογίας όσο και το ευρύτερο κοινό.

Αρχαιολογική Θεωρία. Μια εισαγωγή

7 Σεπτεμβρίου, 2018 2 Σχόλια

Ο καλός μεταφραστής μοιάζει λίγο με τον καλό διαιτητή. Όπως ο δεύτερος θεωρείται επιτυχημένος αν η παρουσία του σε έναν αγώνα περάσει εντελώς απαρατήρητη, έτσι και ο πρώτος έχει μάλλον επιτύχει στο έργο του αν η διαμεσολάβησή του ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη είναι όσο το δυνατόν πιο ανεπαίσθητη. Αυτή την αίσθηση μου άφησε η επίπονη εργασία της τελευταίας διετίας, με το πέρας της οποίας οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης μαζί με τον γράφοντα είναι στην ευχάριστη θέση να παρουσιάσουν το νέο εκδοτικό τους εγχείρημα. Πρόκειται για το βιβλίο Αρχαιολογική θεωρία. Μια εισαγωγή, το οποίο είναι η  ελληνική μετάφραση του βιβλίου του Matthew Johnson, Archaeological Theory. An introduction (2η έκδοση, Malden – Oxford – Chichester: Wiley-Blackwell Publishing 2010).

Η μετάφραση του συγκεκριμένου βιβλίου στα ελληνικά συνελήφθη για πρώτη φορά ως ιδέα κατά το εαρινό ακαδημαϊκό εξάμηνο του έτους 2005 στο Ινστιτούτο Προϊστορίας και Πρωτοϊστορίας του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. Τότε ο γράφων είχε την τύχη να έχει καθηγητή τον συγγραφέα αυτού του βιβλίου, η πρώτη αγγλική έκδοση του οποίου έγινε το 1999. Υπό την ιδιότητα του επισκέπτη καθηγητή σε ένα θεωρητικά ιδιαίτερα παραδοσιακό ακαδημαϊκό περιβάλλον, ο Βρετανός αρχαιολόγος Matthew Johnson, καθηγητής τότε στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, κατάφερε να μυήσει μέσα σε ελάχι­στο χρόνο τους φοιτητές του στον συναρπαστικό κόσμο της θεωρίας. Το να κάνει κάποιος «συναρ­παστική» την ενασχόληση με ένα αντικείμενο που δεν συνοδεύεται οπωσδήποτε αυτόματα με τον επιθετικό αυτό προσδιορισμό αποτελεί αναμφίβολα ίδιον ενός εμπνευσμένου και χαρισματικού δα­σκάλου. Και ο Matthew Johnson ήταν ξεκάθαρο από την πρώτη στιγμή ότι αποτελούσε μια ιδιαίτε­ρα ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου, ο οποίος μέσα από έναν δύσκολο αγώνα ζωής κατόρθωσε να κάνει μια εξαί­ρετη ακαδημαϊκή καριέρα και να αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με την θεωρητική μελέτη των κοι­νωνιών.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν από το 2005 μέχρι και σήμερα δημοσιεύτηκε η δεύτερη, αναθεω­ρημένη και επαυξημένη αγγλική έκδοση του βιβλίου, ενώ ταυτόχρονα έγινε ακόμα πιο επι­τακτική η ανάγκη της ελληνικής μετάφρασής του. Δύο είναι κυρίως οι λόγοι για αυτό. Κατά πρώτον, σε αμιγώς επιστημονικό-αρχαιολογικό επίπεδο, αυξάνονται διαρκώς τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές μεταφράσεις αγγλόφωνων κυρίως βιβλίων αρχαιολογικής θεωρίας, οι οποίες, ωστόσο, απευθύνονται συχνά σε αναγνώστες με ήδη προϋπάρχουσες γνώσεις. Αντιθέτως, αισθητή ήταν η έλλειψη ενός συγγράμματος που να έχει τον χαρακτήρα μιας συστηματικής και εύληπτης εισαγω­γής. Ενός γλαφυρού, δηλαδή, εγχειριδίου που θα εισάγει τον μη ειδικό αναγνώστη όχι μόνο στα συ­χνά δύσβατα θεωρητικά μονοπάτια, αλλά και στο γενικότερα πνεύμα της ενασχόλησης με την θεω­ρία.

Κατά δεύτερον, σε ένα ευρύτερο επίπεδο, τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, και ιδίως την περίο­δο της κρίσης, μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι αναδείχθηκε σε οξύτατο βαθμό το έλλειμμα μιας σοβαρής θεωρητικής κα­τάρτισης όσον αφορά την επιστημονική μελέτη των κοινωνιών. Άτοποι και βαρύγδουποι ιστορικοί παραλληλισμοί, αυτονόητη γεγονοτολογική και προσωποκεντρική έμφαση, στερεότυπες και προ­βληματικές διαπολιτισμικές συγκρίσεις, οι οποίες παραπέμπουν στην κοινωνι­κή θεωρία του 19ου αιώνα, καθώς και μονοδιάστατα (και συ­γκρουσιακά) θετικιστικές και εμπειρι­στικές προσεγγίσεις της έννοιας της «πραγματικότητας» ήταν ορισμένα μόνο από τα χαρακτηριστι­κά μοτίβα που κατέκλυσαν (και ενίοτε δηλητηρίασαν) τον δη­μόσιο λόγο και διάλογο. Και όλα αυτά χωρίς συνήθως να υποψιαζόμαστε ότι η ενασχόληση με την κοινωνία δεν είναι μόνο μια «εμπειρο­τεχνική» διαδικασία, αλλά και μια εξειδικευμένη επιστημονι­κή δραστηριότητα. Ένα σημαντικό κομμάτι της ευρύτερης θεωρίας των κοινωνικών και ανθρωπι­στικών επιστημών συνιστά πλέον η αρχαιολογική θεωρία, δηλαδή οι διαφορετικές θεωρητικές προ­σεγγίσεις των κοινωνιών του παρελ­θόντος μέσα από τα υλικά τους κατάλοιπα.

Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι, κατά την γνώμη μου, μια πραγματική αποκάλυψη για τον αναγνώστη. Ο εξαιρετικά ταπει­νόφρων και φαινομενικά εξειδικευμένος τίτλος του δεν προϊδεάζει για τον πλούτο και τη σημασία του περιεχομένου του. Αφενός, με αφορμή την αρχαιολογική θεωρία το βιβλίο μυεί τον αναγνώστη σε ένα πολύ ευρύτερο φάσμα βασικών κοινωνιολογικών και επιστημολογικών εννοιών (π.χ. θετικι­σμό, εξελικτισμό, μαρξισμό, δαρβινισμό, μεταμοντερνισμό, κλπ.). Αφετέρου, οι σύνθετες αυτές θεω­ρητικές έννοιες καθίστανται προσιτές στον καθένα μέσω της σπάνιας γλα­φυρότητας της αφήγη­σης και του ιδιαίτερου χαρίσματος του συγγραφέα. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά και από αυτή την θέση τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης και τον καθηγητή κ. Άγ­γελο Χανιώτη για το ότι αποδέχτηκαν την πρότασή μου να εντάξουν το παρόν βιβλίο στην εκδοτική σειρά «Νέες προσεγγίσεις στον αρχαίο κόσμο» και για το ότι μου εμπιστεύτηκαν την μεταφραστική εργασία. Τις θερμότερες ευχαριστίες οφεί­λω, επίσης, στον ίδιο τον συγ­γραφέα Matthew Johnson, καθηγητή πλέον στο Τμήμα Ανθρωπο­λογίας του Πανε­πιστημίου Νορθ­γουέστερν των ΗΠΑ, για την άριστη συνεργασία και την πολύτιμη βοή­θεια και συμβολή του κατά την διαδικασία της έκδοσης. Η ευθύνη για τις –σίγουρα υπαρκτές– αβλεψίες και μετα­φραστικές αστοχίες ανήκει φυσικά εξ ολοκλήρου στον γράφοντα. Σε εποχές, άλλωστε, διαδικτύου η αντιπαραβολή μιας μετάφρασης με το πρωτότυπό της είναι τόσο εύκολη, ώστε «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον»…

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, «είμαστε όλοι θεωρητικοί», είτε το θέλουμε είτε όχι. Το βιβλίο αυτό ανοίγει τον δρόμο για να γίνουμε καλοί και καταρτισμένοι θεωρητικοί, συνειδητοποιώντας την ση­μασία της θεωρίας, τον διαρκή διάλογο μεταξύ παρελθόντος και παρόντος και τη θεμελιώδη αξία του θεωρητικού πλουραλισμού και της κριτικής σκέψης. Η θεωρία της αρχαιολογίας είναι η θεωρία της κοινωνίας. Και, όπως ενδεχομένως καταδεικνύει το παρόν βιβλίο, η σοβαρή ενασχόληση με την θεωρητική μελέτη των κοινωνιών είναι, εκτός των άλλων, και μία από τις τελευταίες ελπίδες που μας έχουν απομείνει για να κατανοήσουμε κάποια στιγμή τι μας συμβαίνει σε αυτή την χώρα.

Μακεδονομαχώντας

17 Ιουνίου, 2018 6 Σχόλια

Οι πρόσφατες, ραγδαίες εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημο­κρατίας της Μακεδονίας έχουν ήδη αναζωπυρώσει στην χώρας μας το γνωστό εκείνο κλίμα έντα­σης, πάθους και οξείας αντιπαράθεσης που έχει κατά καιρούς κυριαρχήσει και σε άλλες περιόδους της πολιτικής μας ζωής. Σε αυτό το πλαίσιο, όσοι έχουν ως βασική ενασχόλησή τους την ιστορία και τον πολιτισμό, θα πρέπει, κατά την γνώμη μας, να κρούσουν έναν θεμελιώδη κώδωνα κιν­δύνου: το μακεδονικό ή σκοπιανό ζήτημα είναι ένα ζήτημα δυσχερέστατο και εξαιρετικά σύνθετο. Είναι ένα από τα θέματα εκείνα που όσο περισσότερο τα μελετά κανείς ιστορικά τόσο πιο πολύ χάνεται σε έναν κυκεώνα ιστορικών, εθνολογικών, γλωσσικών, ταυτοτικών και εν γένει πολιτισμι­κών περι­πλοκών. Το μακεδονικό είναι ένας αληθινός «γόρδιος δεσμός», κάτι που έχει εξαρχής μια πολύ συ­γκεκριμένη συνέπεια: όποιος το προσεγγίζει με όρους φανατισμού, γηπεδισμού, ύβρεων, προσβο­λών και τάσεων πλήρους ισοπέδωσης της κάθε είδους διαφορετικής άποψης δεν κάνει τίπο­τε άλλο από το να προδίδει το έλλειμμα πολυπλοκότητας που διακρίνει την δική του κατανόηση του ζητήμα­τος. Σε αυτό το κείμενο θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε λίγα σημεία που κατά την γνώμη μας καταδεικνύουν τον σύνθετο χαρακτήρα του ζητήματος, για να καταλήξουμε παίρνοντας θέση ανα­φορικά με την συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ των δύο πρωθυπουργών Α. Τσίπρα και Ζ. Ζάεφ.

1. Το σύνθημα «η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική», διατυπωμένο με αυτό τον τρόπο, ισχύει μόνο αν κανείς δεν έχει ως τώρα μελετήσει καθόλου την ιστορία της Μακεδονίας. Η Μακεδονία δεν υπήρξε στην πορεία της ιστορί­ας «μία», υπό την έννοια ότι τα διοικητικά της όρια άλλαζαν. Η ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας έφθανε π.χ. ώς την Στερεά Ελλάδα, ενώ το βυζαντινό θέμα Μα­κεδονίας ήταν γεωγραφικά μετατοπι­σμένο προς την Θράκη. Η Μακεδονία επίσης δεν είναι μόνο ελληνι­κή. Όσο κι αν το ελληνικό στοι­χείο υπήρξε πάντα παρόν και σημαντικό, στα εδάφη της Μα­κεδονίας έζησαν στο διάβα των αιώνων και πολλοί άλλοι πληθυσμοί, π.χ. σλαβικής, βλαχικής, τουρκικής καταγωγής. «Εντοπίους» ονομάζουν, μάλιστα, ακόμη και σήμερα οι ελληνικοί προσφυ­γικοί πληθυ­σμοί τους σλαβικής καταγωγής γείτονές τους σε αρκετές περιοχές της Μακεδονίας. Αψευδείς μάρ­τυρές των πληθυσμών αυτών αποτελούν και τα μη ελληνικά τοπωνύμια, πολλά από τα οποία είναι ακόμα εν χρήσει (π.χ. Κο­ζάνη, Γρεβενά, Σιάτιστα, Πρέσπα, Πόζαρ, Προσοτσάνη, κλπ.), ενώ πολλά άλλα εξελλη­νίστηκαν κατά τον 20ό αιώνα, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, στον τοπωνυμιακό εξελληνι­σμό περιοχών της Μακεδονίας ενεπλάκη­σαν και τα ονόματα στρατηγών και διαδόχων του Μ. Αλε­ξάνδρου, π.χ. με τα άλλοτε Καϊλάρια να μετονομάζονται σε Πτολεμαΐδα, το χωριό Ναλμπάν Κιοΐ σε Περδίκκα, κ.ο.κ. Σε μία τουλάχιστον τέτοια περίπτωση, αυτή του Κλείτου Κοζάνης, η σημασία του τοπωνυμίου δεν γίνεται ενίοτε αντι­ληπτή ούτε από τους σύγχρονους Έλ­ληνες κατοίκους της πε­ριοχής, όπως προδίδει η χρήση του σε ουδέτερο γένος («το Κλείτος»). Ανάλογες περιπτώσεις απο­τυχημένου εξελληνισμού έχουμε φυσικά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως π.χ. στην περίπτωση της μετονομασίας του άλλοτε αρβανίτι­κου χωριού Λαλι­κώστα στην Αχαΐα, όπου λόγω της τοπικής γλωσσικής ασυνέχειας το αρχαίο τοπω­νύμιο Φαραί (σε πληθυντικό αριθμό, κατά το «Αθήναι») χρησιμοποιείται πλέον και αυτό ανύποπτα σε ουδέτερο γένος («το Φα­ραί»).

2. Είναι σαφές πως οποιοσδήποτε γλωσσικός και εθνικός συσχετισμός των σύγχρονων σλαβόφω­νων κάτοικων της ΠΓΔΜ με το αρχαίο ελληνικό μακεδονικό βασίλειο συνιστά ιστορική μυθοπλα­σία. Όπως είχε παραδεχθεί κάποτε ο Κίρο Γκλιγκόροφ, οι συμπατριώτες του είναι Σλάβοι που έφθασαν στον γεωγραφικό αυτό χώρο τον 6ο αιώνα μ.Χ. Εδώ όμως υπάρχει ένα σημείο που χρήζει προσοχής: Ο λόγος που ως Έλληνες διαμαρτυρόμαστε για την οικειοποίηση της αρ­χαίας ελληνικής μακεδονικής κληρονομιάς εκ μέρους των σλαβοφώνων της ΠΓΔΜ δεν είναι μόνο αυτός. Η χρονολόγηση της «έλευσης των Σλάβων» στα εδάφη της Μακεδονίας δεν θα απασχολούσε κα­νέναν μας, αν αυτοί είχε συμβεί να προσδεθούν κάποια στιγμή στο σώμα της νεοελληνικής γλωσσικής και εθνικής ταυτότητας. Αν αυτό είχε γίνει, θα είχαν κι αυτοί ενταχθεί στο «τρίσημο» της ιστορίας του ελληνικού έθνους κατά τον Παπαρρηγόπουλο, θα τους δεχόμασταν, επομένως, ως απογόνους των αρχαίων και βυζαντινών Ελλήνων. Θα κάναμε, δηλαδή, ό,τι κάνουμε και με τις άλλοτε αρβανι­τόφωνες και βλαχόφωνες πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες έφθασαν στον ελλαδικό χώρο πολύ αρ­γότερα από τους σλαβόφωνους και κατέληξαν να ενσωματωθούν στον νεοελληνικό εθνικό και γλωσσικό κορμό. Ανάλογες προσπάθειες ενσωμάτωσης έγιναν φυσικά και με τους σλαβόφωνους. Δεν είναι τυχαίο ότι στις αρχές του 20ού αιώνα η ιστορική μυθοπλασία περί του Μεγάλου Αλεξάν­δρου ως προγόνου των Σλαβομακεδόνων προωθήθηκε κατά καιρούς και από ελληνικούς προπαγαν­διστικούς κύκλους. Ήταν τότε που η σύνδεση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας/ες» με τους σλαβόφωνους πληθυσμούς του γεωγραφικού αυτού χώρου ήταν συμβατή με τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, ως στρατηγική αποβουλγαρισμού τους, δηλαδή απόσπασής τους από την βουλγαρική επιρροή.

3. Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτή η διάκριση ανάμεσα στις αντικειμενιστικές και υποκειμενι­στικές προσεγγίσεις της ταυτότητας. Οι αντικειμενιστικές προσεγγίσεις είναι αυτές του εξωτερικού παρατηρητή. Ο εξωτερικός παρατηρητής μπορεί π.χ. να ισχυριστεί ότι οι Γερμανοί και οι Αυστρια­κοί έχουν κοινή γλωσσική και εν πολλοίς πολιτισμική ταυτότητα. Αυτό όμως δεν έχει ιδιαίτερη ση­μασία για τον υποκειμενιστικό αυτοπροσδιορισμό τους: οι ίδιοι (Γερμανοί και Αυστριακοί) αισθάνονται ότι σε επίπεδο εθνικής ταυτότητας διαφέρουν, ασχέτως των όποιων ομοιοτήτων. Η αντικειμενιστική και η υποκειμενιστική προσέγγιση δεν αποκλείουν σε αυτές τις περιπτώσεις η μία την άλλη: μπορούμε να επιστρατεύσουμε είτε την μία είτε την άλλη είτε αμφότερες, ανάλογα με το τι ερευνούμε ή περιγράφουμε (ή επιδιώκουμε) κάθε φορά. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη ή όχι «μακεδο­νικού έθνους» ή «μακεδονικής γλώσσας» δεν θα κριθεί αποκλειστικά με αντικειμενιστικούς όρους. Θα καθοριστεί και με όρους υποκειμενιστικού αυτοπροσδιορισμού, συνεπώς αυτό που μπορεί να τεθεί υπό κρίσιν είναι τα όρια του τελευταίου: αν κανείς π.χ. αυτοπροσδιοριστεί ως «ιδιοκτήτης του σπιτιού μας», τότε είναι σαφές ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα.

4. Απόρροια του προηγούμενου σημείου είναι ότι το ονοματολογικό σημαίνον (δηλαδή η σύνδεση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας/ες» με τους εν λόγω σλαβόφωνους πληθυσμούς, την οποία, όπως είδαμε, ενθάρρυνε κάποτε και η ίδια η Ελλάδα) αποτελεί πρόβλημα στον βαθμό που συναρτάται με το αλυτρωτικό σημαινόμενο. Αυτό σίγουρα ισχύει σε σημαντικό βαθμό: ο συγκεκρι­μένος αλυτρωτισμός σαφώς συνδέεται στενά με το όνομα, δεν ταυτίζεται όμως πλήρως με αυτό. Και αυτό διότι, αν η άποψη ότι «το όνομα [ενν. Μακεδονία] είναι το όχημα του αλυτρωτισμού» ίσχυε απολύτως, τότε θα ήταν σαν να ισχυριζόμασταν ότι τα ιστορικά πάθη, οι εθνικισμοί, τα μίση, οι υπαρκτές ιστορίες καταπίεσης και γενικότερα οι μνήμες ενός εν μέρει ζοφερού παρελθόντος, δη­λαδή οι παράγοντες που βρίσκονται στην βάση του αλυτρω­τισμού, εξαρτώνται αποκλειστικά και μόνο από ένα όνομα και θα πάψουν να υπάρχουν, αν αυτό εξαλειφθεί ή τροποποιηθεί. Και αυτό μάλλον δεν το ισχυριζόμαστε, όπως απέδειξαν οι ελληνικές αντιδράσεις στην πρόταση των Σκοπί­ων περί «Δημοκρατίας της Μακεδονί­ας του Ίλιντεν». Κανείς π.χ. δεν αντιπρότεινε εδώ την ονομα­σία «Δημοκρατία του Ίλιντεν» (χωρίς το «Μακεδονία»), αφού θεωρήθηκε ότι η επίκληση της εξέγερσης του Ίλιντεν αποτελεί από μόνη της τον «αλυτρωτισμό αυ­τοπροσώπως». Κατά συνέπεια, έστω και κάπως ανεπεξέργαστα, παραδε­χόμαστε ότι το όνομα «Μακεδονία» είναι μεν το σημαντικό επιφαινόμενο του αλυτρωτισμού όχι όμως και η βαθύτερη βάση του.

5. Ο εθνικισμός δεν είναι μόνο θέμα ιδεολογίας, ιστορίας, πολιτικής ή διεθνών σχέσεων. Είναι και ζήτημα κοινωνικής δομής. Στο πεδίο αυτό, θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ορισμένα χαρακτη­ριστικά κοινά στοιχεία στην κοι­νωνική ανθρωπολογία ενός μέρους του λαού της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ. Η απόλυτη διεκδίκηση π.χ. αποκλειστικότητας ως προς την έννοια της Μακεδονίας μοιάζει να αντα­νακλά μια κοσμοαντίληψη μικρής οικιστικής κλίμακας, περιορισμένων εξωτερικών επαφών και γεωγραφικής περιχαράκωσης στο πλαί­σιο του μη αστικού χώρου, η οποία ανάγεται πι­θανότατα σε οικιστικά και δημογραφικά δε­δομένα των προηγούμενων αιώνων. Στην περίπτωση της Ελλάδας, μάλι­στα, αντιπαρα­γωγική υπήρ­ξε κάπο­τε η μαξιμαλιστική άποψη του «ούτε Μακεδονία ούτε παράγω­γα». Και αυτό διότι στο δού­ναι και λαβείν της διαπραγμάτευσης, η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να δώσει το επίθετο, το οποίο έχει μια πιο ξεκάθαρα γεωγραφική-επιμεριστική διάσταση, προκει­μένου να αποφύγει το ου­σιαστικό. Να διατυπώσει δηλαδή (αντι)προτάσεις, όπως π.χ. «μα­κεδονική Δημοκρατία των Σκοπί­ων» ή ακόμη και «μακεδονική Δη­μοκρατία του Ίλιντεν», αν οι γεί­τονες έδει­χναν ουσια­στική διάθε­ση για μια σύγχρονη, μη αλυτρωτι­κή ανάγνωση και νοη­ματοδότηση του ιστορικού αυ­τού κεφαλαί­ου. Υπό το ίδιο ανθρωπολογικό πρίσμα μπορεί να ερμη­νευθεί και η χαρακτηριστική λο­γική «μικρο­κόσμου» όσον αφορά την αντίληψη στοιχείων του ζητή­ματος: στην μεν ΠΓΔΜ πολλοί αδιαφορούν για το ότι η φανατική διασύνδεση ενός σύγχρονου σλα­βόφωνου πληθυσμού με την αρ­χαία ελληνι­κή Μακεδο­νία θεωρείται έωλη από κάθε εγγράμματο πολίτη στον υπόλοιπο κόσμο, ενώ στην Ελ­λάδα ένα κομμάτι του πληθυσμού υποβαθμίζει χαρακτη­ριστικά το διεθνές τετελε­σμένο της ανα­γνώρισης της γειτονικής χώρας με το όνομα «Μακεδονία» από τις περισσότερες χώρες της υφηλί­ου, στον τύπο, την καθημερινή γλώσσα, κλπ.

Τα ανωτέρω σημεία απλώς υποψιάζουν ακροθιγώς για τον εξαιρετικά σύνθετο χαρακτήρα του συ­γκεκριμένου ζητήματος. Στον κυκεώνα της ιστορικής αυτής ακολουθίας έρχεται να προστεθεί πλέον και η συμφωνία Α. Τσίπρα και Ζ. Ζάεφ. Το σαφώς θετικό της στοιχείο είναι η πρόθεση επίλυ­σης του χρόνιου αυτού ζητήματος, έστω και υπό το κράτος εξωτερικών πιέσεων. Η πρόθεση αυτή αποκτά αξία κυρίως διότι μοιάζει να διέπεται από μια ειλικρινή διάθεση προσέγγισης των μετριο­παθών τμημάτων των δύο λαών, η οποία είναι ο πιο ουσιαστικός τρόπος μακροπρόθεσμης άμβλυν­σης της βάσης του αλυτρωτισμού και όχι απλώς του όποιου ονοματολογικού της επιφαινομένου. Σαφώς θετική είναι και η προοπτική τροποποίη­σης της συνταγματικής ονομασίας της ΠΓΔΜ, αν και το «Βόρεια Μακεδονία» για πολλούς και διάφορους λόγους δεν συνιστά ίσως την βέλτιστη λύση. Προκειμένου να αποσπάσει την συγκεκριμένη τροποποιημένη ονομασία, η ελληνική πλευρά διαχει­ρίστηκε, ωστόσο, με αμφιλεγόμενο τρόπο το θέμα της γλώσσας και της ιθαγένειας. Κατά την δική μας άποψη, η Ελλάδα θα μπορούσε στο θέμα αυτό να αποδεχθεί την εισαγωγή του όρου «ελ­ληνομακεδονικός», που χρησιμοποίησε ο Α. Τσίπρας, για τις ανα­φορές στην ελληνική Μα­κεδονία, προκειμένου η άλλη πλευρά να δεσμευτεί στη χρήση του όρου «σλαβομακεδονικός» ή «μακεδονι­κός σλαβικός» όσον αφορά τη γλώσσα και «βορειομακεδονικός» όσον αφορά την ιθα­γένεια (ούτως ώστε να ενσω­ματώνει και τον αλβανόφωνο πληθυσμό). Υπό το πρίσμα προσεγγίσε­ων στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, η συγκεκριμένη πρόταση μπορεί να μοιάζει επισφαλής ή και επικίνδυνη για την Ελλάδα. Αν, ωστόσο, θεωρήσουμε ότι στην βάση των μονοπω­λιακών αξιώσεων ως προς την έννοια της Μακεδονίας υποκρύπτονται και δομικοί παράγοντες κοινωνικοανθρωπολο­γικής φύσεως, τότε η πρόταση αυτή είναι ίσως η μόνη που μπορεί να λειτουργή­σει ντετερμινιστικά, «αναδιαρ­θρώνοντας» μεσομακροπρόθεσμα την βαθύτερη νοητική δομή της συγκεκριμένης, «μονο­πωλιακής» κοσμοαντί­ληψης και στις δύο πλευρές των συνόρων.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, η διαπραγματευτική διαχείριση του θέματος της γλώσσας και της ιθαγένειας συνιστά ένα σημαντικό πρόβλημα της συμφωνίας. Αν σε αυτό προσθέσει κανείς και το θεσμικό ζήτημα της παράκαμψης της Βουλής κατά την διαδικασία σύναψης της συμφωνίας, τότε η γενική μας άποψη για αυτήν είναι έστω και οριακά αρνητική. Η ευθύνη, εντούτοις, για την κάθε εξέλιξη σε αυτές τις περι­πτώσεις δεν βαρύνει εξ ολοκλήρου την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά καταμερίζεται και στις υπόλοι­πες πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες διαμορφώνουν κι αυτές με την στάση τους το γενι­κότερο κλίμα και πλαίσιο της διαπραγμάτευσης. Αν η άποψή μας για την συμφωνία είναι οριακά αρνητική, κάθε­τα αρνητική είναι η στάση μας απέναντι σε κάθε ακραία, μονόπλευρη και γηπεδι­κή προσέγγιση ενός τόσο σύνθετου ζητήματος. Προδίδοντας εύγλωττα ότι τα προβλήματα πολιτισμι­κής ταυτότη­τας δεν αφορούν μόνο τους σλαβόφωνους της ΠΓΔΜ, οι εκτροπές αυτές του δημο­σίου λόγου υπονομεύουν το μέλλον της Ελλάδας τουλάχιστον εξίσου με τους λιγότερο ή περισ­σότερο επικίνδυνους αλυτρωτισμούς άλλων χωρών.

Κατηγορίες:Ιστορικά, Πολιτικά