Αρχείο

Αρχείο Συγγραφέων

Μακεδονομαχώντας

Ιουνίου 17, 2018 6 Σχόλια

Οι πρόσφατες, ραγδαίες εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημο­κρατίας της Μακεδονίας έχουν ήδη αναζωπυρώσει στην χώρας μας το γνωστό εκείνο κλίμα έντα­σης, πάθους και οξείας αντιπαράθεσης που έχει κατά καιρούς κυριαρχήσει και σε άλλες περιόδους της πολιτικής μας ζωής. Σε αυτό το πλαίσιο, όσοι έχουν ως βασική ενασχόλησή τους την ιστορία και τον πολιτισμό, θα πρέπει, κατά την γνώμη μας, να κρούσουν έναν θεμελιώδη κώδωνα κιν­δύνου: το μακεδονικό ή σκοπιανό ζήτημα είναι ένα ζήτημα δυσχερέστατο και εξαιρετικά σύνθετο. Είναι ένα από τα θέματα εκείνα που όσο περισσότερο τα μελετά κανείς ιστορικά τόσο πιο πολύ χάνεται σε έναν κυκεώνα ιστορικών, εθνολογικών, γλωσσικών, ταυτοτικών και εν γένει πολιτισμι­κών περι­πλοκών. Το μακεδονικό είναι ένας αληθινός «γόρδιος δεσμός», κάτι που έχει εξαρχής μια πολύ συ­γκεκριμένη συνέπεια: όποιος το προσεγγίζει με όρους φανατισμού, γηπεδισμού, ύβρεων, προσβο­λών και τάσεων πλήρους ισοπέδωσης της κάθε είδους διαφορετικής άποψης δεν κάνει τίπο­τε άλλο από το να προδίδει το έλλειμμα πολυπλοκότητας που διακρίνει την δική του κατανόηση του ζητήμα­τος. Σε αυτό το κείμενο θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε λίγα σημεία που κατά την γνώμη μας καταδεικνύουν τον σύνθετο χαρακτήρα του ζητήματος, για να καταλήξουμε παίρνοντας θέση ανα­φορικά με την συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ των δύο πρωθυπουργών Α. Τσίπρα και Ζ. Ζάεφ.

1. Το σύνθημα «η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική», διατυπωμένο με αυτό τον τρόπο, ισχύει μόνο αν κανείς δεν έχει ως τώρα μελετήσει καθόλου την ιστορία της Μακεδονίας. Η Μακεδονία δεν υπήρξε στην πορεία της ιστορί­ας «μία», υπό την έννοια ότι τα διοικητικά της όρια άλλαζαν. Η ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας έφθανε π.χ. ώς την Στερεά Ελλάδα, ενώ το βυζαντινό θέμα Μα­κεδονίας ήταν γεωγραφικά μετατοπι­σμένο προς την Θράκη. Η Μακεδονία επίσης δεν είναι μόνο ελληνι­κή. Όσο κι αν το ελληνικό στοι­χείο υπήρξε πάντα παρόν και σημαντικό, στα εδάφη της Μα­κεδονίας έζησαν στο διάβα των αιώνων και πολλοί άλλοι πληθυσμοί, π.χ. σλαβικής, βλαχικής, τουρκικής καταγωγής. «Εντοπίους» ονομάζουν, μάλιστα, ακόμη και σήμερα οι ελληνικοί προσφυ­γικοί πληθυ­σμοί τους σλαβικής καταγωγής γείτονές τους σε αρκετές περιοχές της Μακεδονίας. Αψευδείς μάρ­τυρές των πληθυσμών αυτών αποτελούν και τα μη ελληνικά τοπωνύμια, πολλά από τα οποία είναι ακόμα εν χρήσει (π.χ. Κο­ζάνη, Γρεβενά, Σιάτιστα, Πρέσπα, Πόζαρ, Προσοτσάνη, κλπ.), ενώ πολλά άλλα εξελλη­νίστηκαν κατά τον 20ό αιώνα, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, στον τοπωνυμιακό εξελληνι­σμό περιοχών της Μακεδονίας ενεπλάκη­σαν και τα ονόματα στρατηγών και διαδόχων του Μ. Αλε­ξάνδρου, π.χ. με τα άλλοτε Καϊλάρια να μετονομάζονται σε Πτολεμαΐδα, το χωριό Ναλμπάν Κιοΐ σε Περδίκκα, κ.ο.κ. Σε μία τουλάχιστον τέτοια περίπτωση, αυτή του Κλείτου Κοζάνης, η σημασία του τοπωνυμίου δεν γίνεται ενίοτε αντι­ληπτή ούτε από τους σύγχρονους Έλ­ληνες κατοίκους της πε­ριοχής, όπως προδίδει η χρήση του σε ουδέτερο γένος («το Κλείτος»). Ανάλογες περιπτώσεις απο­τυχημένου εξελληνισμού έχουμε φυσικά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως π.χ. στην περίπτωση της μετονομασίας του άλλοτε αρβανίτι­κου χωριού Λαλι­κώστα στην Αχαΐα, όπου λόγω της τοπικής γλωσσικής ασυνέχειας το αρχαίο τοπω­νύμιο Φαραί (σε πληθυντικό αριθμό, κατά το «Αθήναι») χρησιμοποιείται πλέον και αυτό ανύποπτα σε ουδέτερο γένος («το Φα­ραί»).

2. Είναι σαφές πως οποιοσδήποτε γλωσσικός και εθνικός συσχετισμός των σύγχρονων σλαβόφω­νων κάτοικων της ΠΓΔΜ με το αρχαίο ελληνικό μακεδονικό βασίλειο συνιστά ιστορική μυθοπλα­σία. Όπως είχε παραδεχθεί κάποτε ο Κίρο Γκλιγκόροφ, οι συμπατριώτες του είναι Σλάβοι που έφθασαν στον γεωγραφικό αυτό χώρο τον 6ο αιώνα μ.Χ. Εδώ όμως υπάρχει ένα σημείο που χρήζει προσοχής: Ο λόγος που ως Έλληνες διαμαρτυρόμαστε για την οικειοποίηση της αρ­χαίας ελληνικής μακεδονικής κληρονομιάς εκ μέρους των σλαβοφώνων της ΠΓΔΜ δεν είναι μόνο αυτός. Η χρονολόγηση της «έλευσης των Σλάβων» στα εδάφη της Μακεδονίας δεν θα απασχολούσε κα­νέναν μας, αν αυτοί είχε συμβεί να προσδεθούν κάποια στιγμή στο σώμα της νεοελληνικής γλωσσικής και εθνικής ταυτότητας. Αν αυτό είχε γίνει, θα είχαν κι αυτοί ενταχθεί στο «τρίσημο» της ιστορίας του ελληνικού έθνους κατά τον Παπαρρηγόπουλο, θα τους δεχόμασταν, επομένως, ως απογόνους των αρχαίων και βυζαντινών Ελλήνων. Θα κάναμε, δηλαδή, ό,τι κάνουμε και με τις άλλοτε αρβανι­τόφωνες και βλαχόφωνες πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες έφθασαν στον ελλαδικό χώρο πολύ αρ­γότερα από τους σλαβόφωνους και κατέληξαν να ενσωματωθούν στον νεοελληνικό εθνικό και γλωσσικό κορμό. Ανάλογες προσπάθειες ενσωμάτωσης έγιναν φυσικά και με τους σλαβόφωνους. Δεν είναι τυχαίο ότι στις αρχές του 20ού αιώνα η ιστορική μυθοπλασία περί του Μεγάλου Αλεξάν­δρου ως προγόνου των Σλαβομακεδόνων προωθήθηκε κατά καιρούς και από ελληνικούς προπαγαν­διστικούς κύκλους. Ήταν τότε που η σύνδεση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας/ες» με τους σλαβόφωνους πληθυσμούς του γεωγραφικού αυτού χώρου ήταν συμβατή με τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, ως στρατηγική αποβουλγαρισμού τους, δηλαδή απόσπασής τους από την βουλγαρική επιρροή.

3. Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτή η διάκριση ανάμεσα στις αντικειμενιστικές και υποκειμενι­στικές προσεγγίσεις της ταυτότητας. Οι αντικειμενιστικές προσεγγίσεις είναι αυτές του εξωτερικού παρατηρητή. Ο εξωτερικός παρατηρητής μπορεί π.χ. να ισχυριστεί ότι οι Γερμανοί και οι Αυστρια­κοί έχουν κοινή γλωσσική και εν πολλοίς πολιτισμική ταυτότητα. Αυτό όμως δεν έχει ιδιαίτερη ση­μασία για τον υποκειμενιστικό αυτοπροσδιορισμό τους: οι ίδιοι (Γερμανοί και Αυστριακοί) αισθάνονται ότι σε επίπεδο εθνικής ταυτότητας διαφέρουν, ασχέτως των όποιων ομοιοτήτων. Η αντικειμενιστική και η υποκειμενιστική προσέγγιση δεν αποκλείουν σε αυτές τις περιπτώσεις η μία την άλλη: μπορούμε να επιστρατεύσουμε είτε την μία είτε την άλλη είτε αμφότερες, ανάλογα με το τι ερευνούμε ή περιγράφουμε (ή επιδιώκουμε) κάθε φορά. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη ή όχι «μακεδο­νικού έθνους» ή «μακεδονικής γλώσσας» δεν θα κριθεί αποκλειστικά με αντικειμενιστικούς όρους. Θα καθοριστεί και με όρους υποκειμενιστικού αυτοπροσδιορισμού, συνεπώς αυτό που μπορεί να τεθεί υπό κρίσιν είναι τα όρια του τελευταίου: αν κανείς π.χ. αυτοπροσδιοριστεί ως «ιδιοκτήτης του σπιτιού μας», τότε είναι σαφές ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα.

4. Απόρροια του προηγούμενου σημείου είναι ότι το ονοματολογικό σημαίνον (δηλαδή η σύνδεση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας/ες» με τους εν λόγω σλαβόφωνους πληθυσμούς, την οποία, όπως είδαμε, ενθάρρυνε κάποτε και η ίδια η Ελλάδα) αποτελεί πρόβλημα στον βαθμό που συναρτάται με το αλυτρωτικό σημαινόμενο. Αυτό σίγουρα ισχύει σε σημαντικό βαθμό: ο συγκεκρι­μένος αλυτρωτισμός σαφώς συνδέεται στενά με το όνομα, δεν ταυτίζεται όμως πλήρως με αυτό. Και αυτό διότι, αν η άποψη ότι «το όνομα [ενν. Μακεδονία] είναι το όχημα του αλυτρωτισμού» ίσχυε απολύτως, τότε θα ήταν σαν να ισχυριζόμασταν ότι τα ιστορικά πάθη, οι εθνικισμοί, τα μίση, οι υπαρκτές ιστορίες καταπίεσης και γενικότερα οι μνήμες ενός εν μέρει ζοφερού παρελθόντος, δη­λαδή οι παράγοντες που βρίσκονται στην βάση του αλυτρω­τισμού, εξαρτώνται αποκλειστικά και μόνο από ένα όνομα και θα πάψουν να υπάρχουν, αν αυτό εξαλειφθεί ή τροποποιηθεί. Και αυτό μάλλον δεν το ισχυριζόμαστε, όπως απέδειξαν οι ελληνικές αντιδράσεις στην πρόταση των Σκοπί­ων περί «Δημοκρατίας της Μακεδονί­ας του Ίλιντεν». Κανείς π.χ. δεν αντιπρότεινε εδώ την ονομα­σία «Δημοκρατία του Ίλιντεν» (χωρίς το «Μακεδονία»), αφού θεωρήθηκε ότι η επίκληση της εξέγερσης του Ίλιντεν αποτελεί από μόνη της τον «αλυτρωτισμό αυ­τοπροσώπως». Κατά συνέπεια, έστω και κάπως ανεπεξέργαστα, παραδε­χόμαστε ότι το όνομα «Μακεδονία» είναι μεν το σημαντικό επιφαινόμενο του αλυτρωτισμού όχι όμως και η βαθύτερη βάση του.

5. Ο εθνικισμός δεν είναι μόνο θέμα ιδεολογίας, ιστορίας, πολιτικής ή διεθνών σχέσεων. Είναι και ζήτημα κοινωνικής δομής. Στο πεδίο αυτό, θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ορισμένα χαρακτη­ριστικά κοινά στοιχεία στην κοι­νωνική ανθρωπολογία ενός μέρους του λαού της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ. Η απόλυτη διεκδίκηση π.χ. αποκλειστικότητας ως προς την έννοια της Μακεδονίας μοιάζει να αντα­νακλά μια κοσμοαντίληψη μικρής οικιστικής κλίμακας, περιορισμένων εξωτερικών επαφών και γεωγραφικής περιχαράκωσης στο πλαί­σιο του μη αστικού χώρου, η οποία ανάγεται πι­θανότατα σε οικιστικά και δημογραφικά δε­δομένα των προηγούμενων αιώνων. Στην περίπτωση της Ελλάδας, μάλι­στα, αντιπαρα­γωγική υπήρ­ξε κάπο­τε η μαξιμαλιστική άποψη του «ούτε Μακεδονία ούτε παράγω­γα». Και αυτό διότι στο δού­ναι και λαβείν της διαπραγμάτευσης, η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να δώσει το επίθετο, το οποίο έχει μια πιο ξεκάθαρα γεωγραφική-επιμεριστική διάσταση, προκει­μένου να αποφύγει το ου­σιαστικό. Να διατυπώσει δηλαδή (αντι)προτάσεις, όπως π.χ. «μα­κεδονική Δημοκρατία των Σκοπί­ων» ή ακόμη και «μακεδονική Δη­μοκρατία του Ίλιντεν», αν οι γεί­τονες έδει­χναν ουσια­στική διάθε­ση για μια σύγχρονη, μη αλυτρωτι­κή ανάγνωση και νοη­ματοδότηση του ιστορικού αυ­τού κεφαλαί­ου. Υπό το ίδιο ανθρωπολογικό πρίσμα μπορεί να ερμη­νευθεί και η χαρακτηριστική λο­γική «μικρο­κόσμου» όσον αφορά την αντίληψη στοιχείων του ζητή­ματος: στην μεν ΠΓΔΜ πολλοί αδιαφορούν για το ότι η φανατική διασύνδεση ενός σύγχρονου σλα­βόφωνου πληθυσμού με την αρ­χαία ελληνι­κή Μακεδο­νία θεωρείται έωλη από κάθε εγγράμματο πολίτη στον υπόλοιπο κόσμο, ενώ στην Ελ­λάδα ένα κομμάτι του πληθυσμού υποβαθμίζει χαρακτη­ριστικά το διεθνές τετελε­σμένο της ανα­γνώρισης της γειτονικής χώρας με το όνομα «Μακεδονία» από τις περισσότερες χώρες της υφηλί­ου, στον τύπο, την καθημερινή γλώσσα, κλπ.

Τα ανωτέρω σημεία απλώς υποψιάζουν ακροθιγώς για τον εξαιρετικά σύνθετο χαρακτήρα του συ­γκεκριμένου ζητήματος. Στον κυκεώνα της ιστορικής αυτής ακολουθίας έρχεται να προστεθεί πλέον και η συμφωνία Α. Τσίπρα και Ζ. Ζάεφ. Το σαφώς θετικό της στοιχείο είναι η πρόθεση επίλυ­σης του χρόνιου αυτού ζητήματος, έστω και υπό το κράτος εξωτερικών πιέσεων. Η πρόθεση αυτή αποκτά αξία κυρίως διότι μοιάζει να διέπεται από μια ειλικρινή διάθεση προσέγγισης των μετριο­παθών τμημάτων των δύο λαών, η οποία είναι ο πιο ουσιαστικός τρόπος μακροπρόθεσμης άμβλυν­σης της βάσης του αλυτρωτισμού και όχι απλώς του όποιου ονοματολογικού της επιφαινομένου. Σαφώς θετική είναι και η προοπτική τροποποίη­σης της συνταγματικής ονομασίας της ΠΓΔΜ, αν και το «Βόρεια Μακεδονία» για πολλούς και διάφορους λόγους δεν συνιστά ίσως την βέλτιστη λύση. Προκειμένου να αποσπάσει την συγκεκριμένη τροποποιημένη ονομασία, η ελληνική πλευρά διαχει­ρίστηκε, ωστόσο, με αμφιλεγόμενο τρόπο το θέμα της γλώσσας και της ιθαγένειας. Κατά την δική μας άποψη, η Ελλάδα θα μπορούσε στο θέμα αυτό να αποδεχθεί την εισαγωγή του όρου «ελ­ληνομακεδονικός», που χρησιμοποίησε ο Α. Τσίπρας, για τις ανα­φορές στην ελληνική Μα­κεδονία, προκειμένου η άλλη πλευρά να δεσμευτεί στη χρήση του όρου «σλαβομακεδονικός» ή «μακεδονι­κός σλαβικός» όσον αφορά τη γλώσσα και «βορειομακεδονικός» όσον αφορά την ιθα­γένεια (ούτως ώστε να ενσω­ματώνει και τον αλβανόφωνο πληθυσμό). Υπό το πρίσμα προσεγγίσε­ων στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, η συγκεκριμένη πρόταση μπορεί να μοιάζει επισφαλής ή και επικίνδυνη για την Ελλάδα. Αν, ωστόσο, θεωρήσουμε ότι στην βάση των μονοπω­λιακών αξιώσεων ως προς την έννοια της Μακεδονίας υποκρύπτονται και δομικοί παράγοντες κοινωνικοανθρωπολο­γικής φύσεως, τότε η πρόταση αυτή είναι ίσως η μόνη που μπορεί να λειτουργή­σει ντετερμινιστικά, «αναδιαρ­θρώνοντας» μεσομακροπρόθεσμα την βαθύτερη νοητική δομή της συγκεκριμένης, «μονο­πωλιακής» κοσμοαντί­ληψης και στις δύο πλευρές των συνόρων.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, η διαπραγματευτική διαχείριση του θέματος της γλώσσας και της ιθαγένειας συνιστά ένα σημαντικό πρόβλημα της συμφωνίας. Αν σε αυτό προσθέσει κανείς και το θεσμικό ζήτημα της παράκαμψης της Βουλής κατά την διαδικασία σύναψης της συμφωνίας, τότε η γενική μας άποψη για αυτήν είναι έστω και οριακά αρνητική. Η ευθύνη, εντούτοις, για την κάθε εξέλιξη σε αυτές τις περι­πτώσεις δεν βαρύνει εξ ολοκλήρου την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά καταμερίζεται και στις υπόλοι­πες πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες διαμορφώνουν κι αυτές με την στάση τους το γενι­κότερο κλίμα και πλαίσιο της διαπραγμάτευσης. Αν η άποψή μας για την συμφωνία είναι οριακά αρνητική, κάθε­τα αρνητική είναι η στάση μας απέναντι σε κάθε ακραία, μονόπλευρη και γηπεδι­κή προσέγγιση ενός τόσο σύνθετου ζητήματος. Προδίδοντας εύγλωττα ότι τα προβλήματα πολιτισμι­κής ταυτότη­τας δεν αφορούν μόνο τους σλαβόφωνους της ΠΓΔΜ, οι εκτροπές αυτές του δημο­σίου λόγου υπονομεύουν το μέλλον της Ελλάδας τουλάχιστον εξίσου με τους λιγότερο ή περισ­σότερο επικίνδυνους αλυτρωτισμούς άλλων χωρών.

Advertisements
Κατηγορίες:Ιστορικά, Πολιτικά

Το πρώτο εξ αποστάσεως ΜΑ στις Ελληνικές Σπουδές

Ιουνίου 11, 2018 Σχολιάστε

Μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για τις πανεπιστημιακές σπουδές στο πεδίο του ελληνικού πολιτισμού είναι η έναρξη, από το φθινόπωρο του 2018, του πρώτου εξ αποστάσεως Μεταπτυχιακού Προγράμματος στις Ελληνικές Σπουδές. Το πρόγραμμα θα προσφέρεται από το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, θα έχει ελάχιστη διάρκεια 18 μηνών και θα δίνει στους φοιτητές την δυνατότητα ειδίκευσης σε τρεις κατευθύνσεις: Ιστορία, Αρχαιολογία και Τέχνη, Εκπαίδευση και Πολιτιστική Διαχείριση. Πρόκειται για μια καινοτόμο εκπαιδευτική πρωτοβουλία, με βασικό όραμα να προσφέρει την προοπτική μεταπτυχιακών σπουδών στον ελληνικό πολιτισμό σε κάθε κάτοχο πτυχίου αναγνωρισμένου πανεπιστημίου. Προς το σκοπό αυτό, το ΜΑ στις Ελληνικές Σπουδές του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου επιχειρεί να συνδυάσει με πρωτοποριακό τρόπο το γενικό με το ειδικό, εισάγοντας για πρώτη φορά στον ελληνικό χώρο το πρότυπο των θεματικών πολιτισμικών σπουδών του εξωτερικού (π.χ. των Αμερικανικών, Μεσανατολικών ή Αφρικανικών Σπουδών). Το πρόγραμμα είναι, δηλαδή, έτσι σχεδιασμένο, ώστε αφενός μεν να προσφέρει μια συστηματική κατάρτιση σε ορισμένα θεμελιώδη μεθοδολογικά ζητήματα της μελέτης του ελληνικού πολιτισμού γενικότερα και αφετέρου να καθιστά εφικτή την ειδίκευση των φοιτητών στο επιμέρους αντικείμενο της προτίμησής τους. Η ειδίκευση αυτή επιτυγχάνεται με δύο τρόπους: πρώτον, με τον κατάλληλο συνδυασμό επιλεγομένων μαθημάτων και, δεύτερον, με την μεταπτυχιακή διατριβή.

Σε αυτό το πλαίσιο, η φοίτηση ξεκινά με τρία υποχρεωτικά μαθήματα που εστιάζουν σε μεθοδολογικά ζητήματα των τριών κατευθύνσεων του προγράμματος. Ακολούθως, από το δεύτερο εξάμηνο, κάθε φοιτητής επιλέγει την κατεύθυνση που επιθυμεί να ακολουθήσει, εντός της οποίας θα κληθεί να φοιτήσει σε τέσσερα από τα έξι εκάστοτε προσφερόμενα μαθήματα. Μεταξύ των μαθημάτων κάθε κατεύθυνσης υπάρχει και ένα που έχει τίτλο «Ειδικά θέματα Ελληνικών Σπουδών». Εδώ έχουμε άλλη μια καινοτομία του προγράμματος, καθώς πρόκειται για μαθήματα «ανοιχτού περιεχομένου». Με άλλα λόγια, το ακριβές περιεχόμενο κάθε μαθήματος «Ειδικών θεμάτων» θα καθορίζεται κάθε φορά με ευέλικτο τρόπο, με βάση τόσο τις προτιμήσεις που θα εκφράζουν οι ίδιοι οι φοιτητές όσο και μείζονα, τρέχοντα ζητήματα της επιστημονικής επικαιρότητας.

Το ΜΑ στις Ελληνικές Σπουδές του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου επενδύει σε όλες τις δυνατότητες της σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, με την ποιότητα και το υψηλό επίπεδο που διακρίνει την μορφή αυτή των πανεπιστημιακών σπουδών τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο. Το πρόγραμμα δίνει, συνεπώς, την δυνατότητα σε κάθε ενδιαφερόμενο να φοιτήσει εξ ολοκλήρου με ψηφιακό τρόπο από όπου κι αν βρίσκεται (Ελλάδα, Κύπρο ή εξωτερικό), χωρίς να απαιτείται η φυσική του παρουσία και τα συνακόλουθα έξοδα μετακίνησής του. Θα υπάρχουν, εντούτοις, και πολλές δια ζώσης εκδηλώσεις (π.χ. εκδρομές, ξεναγήσεις σε αρχαιολογικούς χώρους, κλπ.), στις οποίες οι φοιτητές θα μπορούν να συμμετέχουν προαιρετικά και να συναντώνται με τα μέλη του ακαδημαϊκού προσωπικού. Το ακαδημαϊκό προσωπικό του προγράμματος αποτελείται από αρχαιολόγους, αρχιτέκτονες, ιστορικούς της τέχνης, ιστορικούς, φιλολόγους, μουσειολόγους και σχεδιαστές εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Πρόκειται για μια δυνατή ομάδα επιστημόνων της νεώτερης γενιάς, η οποία διαθέτει ήδη μεγάλη εμπειρία στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση ενηλίκων και στις ιδιαιτερότητές της. Η ομάδα των διδασκόντων έχει διεθνή χαρακτήρα, καθώς σε αυτήν ανήκουν όχι μόνο Ελλαδίτες και Κύπριοι πανεπιστημιακοί (όπως π.χ. ο Γιώργος Παπαϊωάννου και ο Πάνος Χριστοδούλου), αλλά και ξένοι διακεκριμένοι επιστήμονες, απταίστως ελληνομαθείς (όπως π.χ. ο Vlada Stankovic). Στους διδάσκοντες της κατεύθυνσης Αρχαιολογίας και Τέχνης ανήκει και ο γράφων, και θα ήθελα και από αυτή την θέση να εκφράσω τις πιο θερμές μου ευχαριστίες στους Πάνο Χριστοδούλου και Γιώργο Παπαϊωάννου για την εμπιστοσύνη τους και την δυνατότητα που μου έδωσαν να γίνω ουσιαστικό κομμάτι αυτής της φιλόδοξης προσπάθειας. Η ερευνητική δραστηριότητα των μελών του διδακτικού προσωπικού του προγράμματος άπτεται ενός πλήθους ζητημάτων σχετικών με τις ελληνικές σπουδές και γενικότερα με τον ελληνικό πολιτισμό. Σαν αποτέλεσμα, σκοπός του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Ελληνικές Σπουδές είναι οι απόφοιτοί  του όχι μόνο να έχουν αποκτήσει επιστημονικές γνώσεις σχετικές με την ειδίκευση που έχουν επιλέξει, αλλά και να έχουν ανακαλύψει τις ευρύτερες πνευματικές προκλήσεις που δημιουργεί η ενασχόληση με τον ελληνικό πολιτισμό.

Για κάθε επιπλέον πληροφορία σχετικά με το πρόγραμμα, τα δίδακτρα του οποίου διαμορφώνονται στα 6110 ευρώ (5470 ευρώ για όσους εγγραφούν πριν τις 31 Ιουλίου 2018), κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να απευθύνεται ανά πάσα στιγμή στο αρμόδιο προσωπικό του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου (μέσω της ιστοσελίδας του προγράμματος). Η δική μου προτροπή προς όσες και όσους θα ενδιαφέρονταν να φοιτήσουν στο πρόγραμμα είναι να δουν το θέμα των διδάκτρων σε συνάρτηση με το τι προσφέρει σε αντιστάθμισμα η ποιοτική και τεχνολογικά προηγμένη εξ αποστάσεως πανεπιστημιακή εκπαίδευση: εξοικονόμηση χρόνου, χρημάτων και ενέργειας που υπό άλλες συνθήκες θα διοχετεύονταν στις γεωγραφικές μετακινήσεις, μη εμπλοκή σε ενίοτε αμφιλεγόμενες, εξεταστικές διαδικασίες εισδοχής σε συμβατικά μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, καθώς και ένα υπερσύγχρονο, ψηφιακό ακαδημαϊκό περιβάλλον, απελευθερωμένο εξαρχής από όλες εκείνες τις εν Ελλάδι ιδιαιτερότητες, έναντι των οποίων η ψηφιακή εξ αποστάσεως εκπαίδευση συνιστά αυτή την στιγμή, καθώς φαίνεται, την μοναδική ουσιαστική εναλλακτική πρόταση.

Για μια πλήρη περιγραφή του Προγράμματος με όλες τις λεπτομέρειες για τις κατευθύνσεις, την αξιολόγηση και τη διαδικασία εγγραφών βλ. το παρακάτω αρχείο:

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;»: παρουσίαση στο «Μαζί το Σαββατοκύριακο» (27/01/2018)

Ιανουαρίου 28, 2018 Σχολιάστε

Το πρωί του Σαββάτου 27 Ιανουαρίου 2018 ο γράφων φιλοξενήθηκε στα στούντιο της ΕΡΤ, στην εκπομπή «Μαζί το Σαββατοκύριακο», για μια σύντομη συζήτηση σχετικά με το βιβλίο «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;». Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους παρουσιαστές της εκπομπής κ. Ε. Χάντζιου και κ. Γ. Σκάλκο, καθώς και την αρχισυντάκτρια κ. Χ. Ψαθά, για το ενδιαφέρον τους για το βιβλίο μου και την δυνατότητα της τηλεοπτικής αυτής παρουσίας. Ακολουθεί το βίντεο της εκπομπής, με την συνέντευξη του γράφοντος μεταξύ περίπου 2:24:05–2:30:55.

http://webtv.ert.gr/ert1/mazi-to-sk/27ian2018-mazi-to-savvatokyriako/

«Η Αυγή στην αυγή του πολιτισμού» (19/01/2018, βίντεο εκδήλωσης)

Ιανουαρίου 21, 2018 Σχολιάστε

Την Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018 πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο του Μουσείου της Ακρόπολης ημερίδα με τίτλο «Η Αυγή στην αυγή του πολιτισμού». Σκοπός της ημερίδας ήταν η παρουσίαση της ανάπλασης του προσώπου της «Αυγής», μιας 18χρονης γυναίκας που έζησε στην ύστερη Μεσολιθική περίοδο, περί το 7000 π.Χ., και της οποίας η ταφή βρέθηκε στο σπήλαιο της Θεόπετρας, κοντά στην Καλαμπάκα. Εμπνευστής του εγχειρήματος ήταν ο Μανώλης Παπαγρηγοράκης, καθηγητής της Ορθοδοντικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος πραγματοποίησε την ανάπλαση σε συνεργασία με ομάδα επιστημόνων διαφόρων ειδικοτήτων. Πρόκειται για το δεύτερο τέτοιο εγχείρημα που αναλαμβάνει ο Μ. Παπαγρηγοράκης, μετά από την ανασύνθεση του προσώπου της Μύρτιδος, του εντεκάχρονου κοριτσιού από την Αθήνα που πέθανε στον λοιμό του 5ου αιώνα π.Χ.

Για όσους προερχόμαστε από τον χώρο της προϊστορικής αρχαιολογίας, η ανάπλαση της Αυγής είναι σίγουρα πιο ενδιαφέρουσα ακόμη και από αυτήν της Μύρτιδος. Η Μύρτις έζησε σε μια περίοδο των ιστορικών χρόνων της αρχαιότητας, για την οποία υπάρχει και πλήθος άλλων εικονιστικών μαρτυριών. Αντιθέτως η Αυγή έζησε σε μια –με τα ως τώρα δεδομένα– ανεικονική περίοδο της προϊστορίας και, ως εκ τούτου, το αναπλασμένο πρόσωπό της συνιστά την πρώτη, ιδιαίτερη εικονιστική μαρτυρία της Μεσολιθικής Ελλάδας. Πρόκειται για ένα ξεχωριστό αρχαιολογικό εύρημα που, όπως και κάθε άλλο, ανασυντίθεται στο δικό μας παρόν και δημιουργεί τις δικές του προοπτικές και τους δικούς του ενδιαφέροντες θεωρητικούς προβληματισμούς. Ο γράφων συμμετείχε στην ημερίδα αναπτύσσοντας το θέμα: «Τι γλώσσα μιλούσε η Αυγή; Σκέψεις για τη γλωσσική πραγματικότητα της ύστερης Μεσολιθικής Εποχής στον ελλαδικό χώρο». Θα ήθελα και από αυτή την θέση να ευχαριστήσω θερμά τον Μ. Παπαγρηγοράκη για την πρόσκληση να συμμετάσχω στην ιδιαίτερα επιτυχή αυτή εκδήλωση. Ακολουθεί το βίντεο του μεγαλύτερου μέρους της εκδήλωσης, με την ομιλία του γράφοντος στο 54:24–1:10:15 και την αποκάλυψη της «Αυγής» να αρχίζει στο 1:19:40.

5 χρόνια «Πόθεν»

Δεκέμβριος 20, 2017 5 Σχόλια

Τον μήνα που διανύουμε συμπληρώνονται πέντε χρόνια από την έκδοση του βιβλίου «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;». Οι υπεύθυνες απαντήσεις της επιστήμης και η παρούσα κατάσταση της έρευνας για την πρώτη αρχή του ελληνικού πολιτισμού (1η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012). Από τότε μέχρι σήμερα το βιβλίο διέγραψε μια πορεία που υπερέβη κάθε αρχική προσδοκία: 6 ανατυπώσεις, περίπου 5000 πωληθέντα αντίτυπα, ένα βραβείο, μία κλοπή (!) αντιτύ­που, πολλές παρουσιάσεις και συναφείς ομιλίες, μια εξαιρετικά θετική πρόσληψη από το επιστημο­νικό, το ευρύτερο κοινό και τον τύπο, αλλά κυρίως η χαρά της γνωριμίας και επαφής με ένα πλήθος ανθρώπων· ιδίως με όσους συνδέθηκαν ευθύς εξαρχής μέσω ενός –χαρακτηριστικού σε αυτές τις περιπτώσεις– «κβαντικού εναγκαλισμού» (quantum entanglement) με το βαθύτερο μήκος κύματος του βιβλίου, με την επιστημονική και συγγραφική του προσέγγιση και με τους γενικότερους προ­βληματισμούς του.

Τα πέντε αυτά χρόνια υπήρξαν γεμάτα ιδιαίτερες στιγμές, ενδιαφέρουσες εμπειρίες και χρονικά συμπυκνωμένες εξελίξεις. Πολλά είναι τα πράγματα που έρχονται στην μνήμη, θα ήθελα όμως να ξεχωρίσω ένα. Ήταν Μάρτιος του 2013, όταν ο γράφων είχε προσκληθεί να μιλήσει για το βιβλίο στο Gazarte, στο πλαίσιο των συναντήσεων «Ένας λόγος παραπάνω» με την Λίνα Νικολακοπούλου και τον Μάκη Προβατά. Κατά την διάρκεια της συζήτησης με το κοινό, τον λόγο πήρε κάποια στιγ­μή ένας άνδρας που καθόταν στο πίσω μέρος της αίθουσας. Η ερώτησή του ήταν η εξής: «Ωραία εί­ναι όλα αυτά για την προϊστορία, αλλά τι μας ενδιαφέρουν εμάς σήμερα; Εδώ πριν από 60-70 χρόνια, την εποχή της γιαγιάς μου, παντρεύονταν ακόμα με προίκα και με προξενιό. Τι νόημα έχει τώρα να γυρνάμε χιλιάδες χρόνια πίσω;». Παρά το κάπως απαξιωτικό ύφος του, το ερώτημα αυτό ήταν κρίσιμης σημασίας, καθώς έθιγε ένα πολύ σημαντικό ζήτημα κοινωνικής ανθρωπολογίας. Πράγματι, τι νόημα μπορεί να έχει για εμάς σήμερα η αναζήτηση της προέλευσης του ελληνικού πολιτισμού στο μακρινό παρελθόν; Τι νόημα έχει αν δεν μπορεί να μεταφραστεί σε θεωρητικά πο­ρίσματα που να αγγίζουν και να ερμηνεύουν ό,τι μας περιβάλλει, μας καθορίζει και μας ταλαιπωρεί στο δικό μας παρόν; Η επιτυχία του βιβλίου οφείλεται αναμφίβολα σε μεγάλο βαθμό στον καίριο ρόλο που ακόμη παίζουν η αρχαιότητα και ο κλασικισμός στην συγκρότηση της νεοελληνικής εθνι­κής ταυτότητας. Αν ο νεώτερος ελληνισμός ανάγεται γραμμικά στον αρχαίο, τότε η προέλευση του δεύτερου σχετί­ζεται άμεσα με την ταυτότητα του πρώτου. Τι γίνεται όμως αν τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα από μια απλή, γραμμική αναγωγή; Τι γίνεται όταν η ιστορία και ο πολιτισμός κι­νούνται ενίοτε από δυνάμεις και διαδικασίες που υπερβαίνουν τα διάφορα αντικειμενιστικά σημεία αναφοράς της εκάστοτε έρευνας και αντίληψης, όπως είναι, για παράδειγμα, αυτό της γλώσσας; Τι απαντήσεις προσφέρει εν τέλει το βιβλίο στις συνειδητές και μη ταυτοτικές αγωνίες του αβέβαιου νεοελληνι­κού παρόντος;

Η απάντηση είναι πως το βιβλίο αυτό υπήρξε ευθύς εξαρχής κομμάτι ενός ευρύτερου σχεδίου. Ενός σχεδίου που επίσης ευθύς εξαρχής βρέθηκε σε μια ιδιότυπη διαλεκτική σχέση με τις εξωτερι­κές συνθήκες της υλοποίησής του. Οι εξωτερικές αυτές συνθήκες, της εργασιακής και βιοποριστι­κής αβεβαιότητας που συνεπάγεται η συνειδητή παραμονή στην Ελλάδα της κρίσης, αποτέλεσαν, δηλαδή, και συνεχίζουν να αποτελούν ταυτόχρονα τροχοπέδη και τροφοδότη του ερευνητικού αυ­τού εγχειρήματος. Ό,τι σε εμποδίζει να λειτουργήσεις ως ερευνητής και ως άνθρωπος με τον τρόπο που θα ήθελες, είναι ταυτόχρονα αυτό ακριβώς που σου επιβάλλει να αναζητήσεις τις βαθύτερες απαντήσεις στα θεμελιώδη «γιατί;». Είναι βεβαίως αλήθεια ότι η διαδρομή από την αρχική ερώτη­ση («Πόθεν;») ως την τελική απάντηση μπορεί να είναι δύσκολη, αβέβαιη, ενδεχομένως και άκαρ­πη. Κάτι που όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι άνευ σημασίας, διότι η διαδρομή αυτή είναι απλώς απαραίτητη…

Το ευρύτερο σχέδιο, για το οποίο έγινε λόγος, ήταν αναγκαίο να πιάσει το νήμα από τις απαρχές, να θέσει τα βασικά ερωτήματα και τις μεθοδολογικές αρχές της συγκεκριμένης έρευνας, καθι­στώντας ταυτόχρονα σαφές πόσο σύνθετη, πολυεπίπεδη και διεπιστημονική είναι αυτή η αναζήτη­ση. Ήταν επίσης σημαντικό να κα­ταδειχθεί ότι, όπως πολύ εύστοχα σημείωσε η Μ. Τοπάλη, «η προϊστορία και η προϊστορική αρ­χαιολογία διεκδικούν […] με αξιώσεις μερίδιο από τα σκήπτρα της μονοκρατορίας των κλασικών ομολόγων τους στα σύγχρονα ελληνικά συμφραζόμενα». Πράγματι, ένας βασικός σκοπός του πα­ρόντος ερευνητικού εγχειρήματος είναι να αντιτάξει στο εν πολλοίς ακόμη κυρίαρχο κλασικιστικό «παράδειγμα» το αντίπαλον δέος της πιο ανθρωπολογικής, κουλτου­ραλιστικής και γενικότερα θεω­ρητικής προσέγγισης που διακρίνει την προϊστορική έρευνα. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, σε λίγους μήνες θα μπορέσει να υλοποιηθεί η επόμενη φάση του σχεδίου: ένα σημαντικό ενδιάμεσο βήμα περαιτέρω προλείανσης του θεωρητικού εδάφους για ό,τι πρόκειται ενδεχομένως να ακολου­θήσει.

Προς το παρόν, με αφορμή τα πέντε χρόνια από την πρώτη έκδοση του βιβλίου, δημοσιοποιούμε σήμερα το βίντεο της κεντρικής του παρουσίασης που έγινε την Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013 στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών. Το βιβλίο και τον συγγραφέα του τίμησαν ως βασικοί ομιλητές με τις εισηγήσεις τους ο Ομότιμος Καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Πανεπι­στημίου Αθηνών κ. Χρί­στος Ντούμας και ο Δρ. Αρχαίας Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου Βαγ­γέλης Πανταζής. Τα πράγ­ματα ήρθαν έτσι, ώστε η δημοσιοποίηση του βίντεο να γίνει λίγους μήνες αφότου ο Β. Πανταζής έφυγε από κοντά μας. Αποτελεί, κατά συνέπεια, έναν ακόμη φόρο τιμής στον αγαπημένο φίλο, ο οποίος ίσως γνωρίζει πλέον καλύτερα από όλους μας αν όσα γράφονται στο βιβλίο έχουν εν τέλει την οποιαδήποτε σχέση με την πραγματικότητα της προϊστορίας. Η βιντεοσκόπηση της εκδήλωσης έγινε από τον καλό φίλο Γιάννη Φαλκώνη, τον οποίο ευχαριστώ θερμά και από εδώ.

Το παραδοσιακό παράδειγμα (paradigm) του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος και η «έλευση των Ελλήνων» (Αιγαιακή Διάλεξη, 17/04/2015)

Ιουνίου 25, 2017 5 Σχόλια

Tην Παρασκευή 17 Απριλίου 2015 πραγματοποιήθηκε στο Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών και στο πλαίσιο των Αιγαιακών Διαλέξεων ομιλία του γράφοντος με θέμα: «Το παραδοσιακό παράδειγμα (paradigm) του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος και η «έλευση των Ελλήνων«». Θα ήθελα και από την θέση αυτή να ευχαριστήσω θερμά τόσο τον Αιγέα – Εταιρεία Αιγαιακής Προϊστορίας όσο και το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών για την τιμητική πρόσκληση να παρουσιάσω μέσω της διάλεξης αυτής πτυχές της έρευνάς μου για την προέλευση του ελληνικού πολιτισμού και για την γλωσσική προϊστορία του Αιγαίου. Όπως και κάθε άλλη Αιγαιακή Διάλεξη, έτσι και η εκδήλωση αυτή υπήρξε μια εξαιρετική αφορμή συνάντησης με πολλούς συναδέλφους και φίλους από τον χώρο της αρχαιολογίας. Θα ήθελα να τους ευχαριστήσω όλους θερμά τόσο για την παρουσία τους στην εκδήλωση όσο και για την πολύ ωραία και γόνιμη συζήτηση που ακολούθησε την διάλεξη. Στην συζήτηση αυτή παρεμβαίνει, μεταξύ άλλων, και ο αείμνηστος φίλος Βαγγέλης Πανταζής.

Το ερώτημα για την «έλευση των Ελλήνων», δηλαδή για την προέλευση της ελληνικής γλώσσας και την σύνδεσή της με την μετέπειτα μητροπολιτική Ελλάδα, υπήρξε από νωρίς ένα σημαντικό επιμέρους σκέλος του ευρύτερου ινδοευρωπαϊκού προβλήματος. Στο πλαίσιο της αναζήτησης αυτής, η κατανόηση αρκετών γλωσσικών και πολιτισμικών παραμέτρων της προϊστορίας του Αιγαίου προσδέθηκε στο επί μακρόν κυρίαρχο επιστημολογικό πρότυπο ή παράδειγμα (paradigm) του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος. Ως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του τελευταίου, μια ιδιαίτερα «συμπιεστική» οπτική για το χρονικό βάθος των γλωσσών συνδυάστηκε σχεδόν ανύποπτα με μια ανάλογη αντίληψη για το παρελθόν των Ελλήνων της 1ης χιλιετίας π.Χ. Μια αντίληψη που ανάγεται στην ακόμη ισχυρή επίδραση μιας συγκεκριμένης και αναλόγως συμπιεστικής χρονολογικής «τακτοποίησης» των ηρωικών γενεαλογιών και των υπόλοιπων αρχαίων μυθολογικών παραδόσεων. Σκοπός της διάλεξης είναι να διερευνήσει το πώς η αμφισβήτηση του παραδοσιακού επιστημολογικού παραδείγματος του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος μπορεί να οδηγήσει σε μια αναθεώρηση του είδους των ερωτημάτων που είναι δυνατόν να τεθούν για ορισμένες σημαντικές πτυχές της αιγαιακής προϊστορίας.

Πάσχα με Παναγία Αθηνιώτισσα (;)

Απρίλιος 12, 2017 4 Σχόλια

Σε μια ανοιξιάτικη απογευματινή βόλτα στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, κάποια από τις Παρασκευές πριν το Πάσχα, ίσως φθάσουν στο αυτί οι ψαλμοί των Χαιρετισμών από τον ναό του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη, δίπλα στον λόφο του Φιλοπάππου και στην Πνύκα. Ταυ­τόχρονα, η υπέροχη θέα προς τον βράχο της Ακρόπολης θα μπορούσε ίσως να φέρει στο μυαλό μια «αιρετική» σκέψη για την εποχή μας: πώς θα ήταν άραγε η ίδια θέα το βράδυ της Μεγάλης Παρα­σκευής, αν επάνω στον βράχο λάμβανε χώρα η ακολουθία και περιφορά του επιταφίου; Πώς θα ήταν η εικόνα της Ακρόπολης και των μνημείων της με εκατοντάδες ανθρώπους να κρατούν μέσα στην νύχτα τις αναμμένες λαμπάδες τους και να συμμετέχουν στην τελετή; Μια πρώτη απάντηση μπορεί να έρθει μέσα από μια παραπλήσια εικόνα στην γειτονική Ιταλία. Στην Ρώμη την Μεγάλη Παρασκευή ένα σημαντικό κομμάτι του αρχαίου ιστορικού κέντρου, ο Παλατίνος, η ευρύτερη πε­ριοχή του Φόρουμ και το Κολοσσαίο, μετατρέπονται στο σκηνικό της Via Crucis, της καθολικής λειτουργίας του επιταφίου, χοροστατούντος του ίδιου του Πάπα. Είναι αλήθεια πως η τελετή αυτή, όπως και άλλες ανάλογες παπικές εκδηλώσεις, χαρακτηρίζεται από μια έντονα «συναυλιακή» αι­σθητική, η οποία δεν αποτελεί οπωσδήποτε παράδειγμα προς μίμηση. Αυτή καθαυτή, ωστόσο, η εν­σωμάτωση των αρχαίων μνημείων σε μια σύγχρονη θρησκευτική τελετή δημιουργεί μια διόλου ευ­καταφρόνητη αίσθηση «αναζωογόνησής» τους.

Στην περίπτωση της Ακρόπολης των Αθηνών, βέβαια, ακόμα και η πρόταση να γίνει κάτι ανάλο­γο δεν είναι εύκολο πράγμα. Αντιθέτως, πρόκειται για εκείνες τις περιπτώσεις, όπου αναδεικνύεται ξεκάθαρα ότι –για να παραφράσουμε μια γνωστή φράση– «ακόμη κι ένα γραμμάριο δράσης προϋποθέτει έναν τόνο θεωρίας». Καθίσταται, επίσης, σαφής για άλλη μια φορά ο κρίσιμος ρόλος των θεωρητικών ή ανθρωπιστικών επιστημών, αφού αυτές είναι που καλούνται σε τέτοιες περιστάσεις να αναλύσουν πολύ ευαίσθητα ζητήματα ταυτότητας. Το πόσο ευαίσθητα είναι αυτά προκύπτει αβίαστα και μόνο στην σκέψη των αντιδράσεων, θετικών και αρνητικών, απέναντι στην προοπτική μιας ορθόδοξης Via Crucis στην Ακρόπολη. Η προοπτική αυτή, συνεπώς, θα έπρεπε να τύχει μιας ιδιαίτερα ενδελεχούς θεωρητικής ανάλυσης, το πρώτο βήμα της οποίας είναι πάντα η σα­φής διευκρίνιση της θεωρητικής τοποθέτησης του κάθε εμπλεκομένου σε αυτήν. Σε αυτό το πλαί­σιο, η ιδέα του γράφοντος δεν πηγάζει από κάποια ιδιαίτερη θρησκευτική θέρμη, αλλά από δύο άλλες θεωρητικές αφετηρίες: η πρώτη είναι η διάσταση του πολιτισμικού τουρισμού και η δεύτερη είναι η κριτική ματιά απέναντι στον νεοελληνικό κλασικισμό. Ως προς το πρώτο σημείο, η ενσωμάτωση της Ακρόπολης και του Παρθενώνα σε ένα σύγχρονο θρησκευτικό δρώμενο θα μπορούσε να εξελι­χθεί σε ένα ετήσιο σημείο αναφοράς για τουρίστες από όλο τον κόσμο, χριστιανούς και μη. Για να γίνει αυτό, βέβαια, θα έπρεπε η σχετική τελετή να διακρίνεται και από μια ενδεδειγμένη αισθητική και εδώ ήδη προκύπτουν βάσιμες επιφυλάξεις για τις ρεαλιστικές προοπτικές υλοποίησης μιας τέτοιας πρότασης (βλ. πιο κάτω).

Η δεύτερη θεωρητική αφετηρία συνδέεται με μια ευρύτερη και πολυσύνθετη συζήτηση. Ήδη την περίοδο που εγκαινιάστηκε το νέο Μουσείο της Ακρόπολης είχαμε προσθέσει την φωνή μας στις κριτικές για τον μονοδιάστατα κλασικιστικό χαρακτήρα του. Το νέο μουσείο ήταν και είναι ουσια­στικά ένα μουσείο της αρχαίας, κλασικής Ακρόπολης, το οποίο δεν έθεσε ποτέ ως στόχο την πα­ρουσίαση της ιστορίας και αρχαιολογίας του «ιερού βράχου» μέσα από μια πιο διαχρονική και ανα­στοχαστική ματιά. Σαν αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, δεν γίνεται επαρκώς αντιληπτό ότι ο χώρος της Ακρόπολης ήταν ιερός ήδη πολύ πριν την Κλασική Εποχή και παρέμεινε ιερός και πολύ μετά από αυτήν. Σε αυ­τόν στεγάστηκαν διαδοχικά η κρητομυκηναϊκή θρησκεία της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (πιθανότατα στο μυκηναϊκό ανάκτορο της Ακρόπολης), η ελληνική θρησκεία των ιστορι­κών χρόνων της αρχαιότητας, η χριστιανική θρησκεία (από τα μέσα της 1ης χιλιετίας μ.Χ.) και ακο­λούθως ο ανατολικός χριστιανισμός, ο δυτικός χριστια­νισμός (κατά την Φραγκοκρατία) και το ισλάμ (κατά την Τουρκοκρατία). Από τον 5ο αιώνα π.Χ. και εξής κεντρικό λατρευτικό ρόλο παίζει ο Παρθενώνας, ο οποίος μετατρέπεται διαδοχικά σε Πα­ναγία Αθηνιώτισσα, Santa Maria di Atene και μουσουλμανικό τέμενος, ιδιότητα υπό την οποία και καταστράφηκε το 1687. Μετά την απελευ­θέρωση και την συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους τον 19ο αιώνα παύει πλέον η ως τότε θρη­σκευτική χρήση του χώρου. Η Ακρόπολη διαμορφώνεται τώρα ως αρχαιολογικός χώρος, αποκαθαί­ρεται από τα μη κλασικά της κατάλοιπα και γίνεται σύμ­βολο του δυτικού, κλασικιστικού προσανα­τολισμού της χώρας.

Η αλλαγή αυτή των συνθηκών δεν συνεπάγεται, ωστόσο, ότι έλαβε τέλος και η ευρύτερα θρη­σκευτική πρόσληψη του χώρου. Όπως ορθά τονίζει ο Γ. Χαμηλάκης στο βιβλίο του Το έθνος και τα ερείπιά του, στο πλαίσιο του νεοελληνικού κράτους η αρχαιότητα έχει προ πολλού προσλάβει τον χαρακτήρα ενός είδους εθνικής «κοσμικής θρησκείας», με τις αρχαιότητες γενικότερα, αλλά και τόπους όπως η Ακρόπολη και ο Παρθενώνας ειδικότερα να αντιμετωπίζονται με έναν έκδηλα θρησκευτικό τρόπο. Οι έννοιες π.χ. του «ιερού» και του «προσκυνήματος» είναι τόσο συνυφασμένες με συγκεκριμένες αρχαιότητες όσο και οι λέξεις-κλειδιά που θα ακούγονταν από αρκετούς συμπολίτες μας στο άκουσμα και μόνον της πρότασης να γίνεται κάθε χρόνο στην Ακρόπολη ακολουθία της Μ. Παρασκευής: «βεβήλωση», «ιεροσυλία», «προσβολή του χώρου», «ντροπή», κ.ά. Λέξεις που παραπέμπουν ξεκάθαρα σε μια θρησκευτική αντίληψη της αρχαιότητας και των αρχαιολογικών χώρων. Αν, όμως, η Ακρόπολη παραμένει ναός, ένας ιδιότυπος ναός του κλασικισμού, τότε γιατί δεν θα μπορούσε μια-δυο μέρες ίσως τον χρόνο να παραχω­ρείται προς χρήση και σε άλλες θρησκείες που έχουν συνδεθεί αποδεδειγμένα και στενά με την ιστορική της διαδρο­μή;

Η χρήση του πληθυντικού («θρησκείες») παραπέμπει στο ότι, αν η Ακρόπολη παραχωρούνταν π.χ. ένα απόγευμα τον χρόνο στην ορθόδοξη εκκλησία, τότε ενδεχομένως το ίδιο θα διεκδικούσαν και άλλες θρησκευτικές ομάδες. Για παράδειγμα, αρκετοί οξύθυμοι συμπολίτες μας που συμμε­τέχουν σε δρώμενα αναβίωσης της αρχαιοελληνικής θρησκείας θα διεκδικούσαν με πολύ πιο έντο­νο ίσως τρόπο την δυνατότητα χρήσης του χώρου για κάποιες δικές τους τελετές. Και είναι αλήθεια ότι μια τυχόν προνομιακή μεταχείριση της ελλαδικής εκκλησίας στο θέμα αυτό, ακόμη και νομότυ­πη, δεν θα εξαγρίωνε μόνο τους συμπολίτες μας εκείνους που θεωρούν ότι ζουν στην Ύστερη Αρ­χαιότητα (την περίοδο της ποικιλόμορφης συμβίωσης του πρώιμου χριστιανισμού με τον ύστερο ελληνορω­μαϊκό πολιτισμό), αλλά θα ερχόταν σε αντίθεση και με ένα πιο σύγχρονο αισθητήριο περί ισοτι­μίας. Τι θα συνέβαινε, περαιτέρω, αν το ίδιο δικαίωμα διεκδικούσαν και οι εν Ελλάδι μουσουλ­μάνοι ή κάποιοι εξ αυτών; Ο Παρθενώνας λειτούργησε για αρκετούς αιώνες ως τζαμί, ήταν μάλιστα «το ομορφότερο τζαμί του κόσμου» σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπή. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο σύγχρονος κλασικισμός θα μπορούσε θεωρητικά να καταλήξει σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις. Από την μια μεριά θα μπορούσε να απορρίψει μετά βδελυγμίας την προοπτική αυτή, θεωρώντας την βάναυση προσβολή του δυτικού κόσμου (και της κλασικιστικής του αναγωγής). Από την άλλη μεριά θα μπορούσε να προσεγγίσει το ζήτημα υπό το πρίσμα της «ανυπέρβλητης ανωτερότητας» και «του μεγαλείου» του κλασικού πολιτισμού, από την λάμψη του οποίου επιζη­τούν να φωτιστούν όλες οι μεταγενέστερες θρησκευτικές-πολιτισμικές εκφάνσεις. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη αμ­φιβολία ότι στην εποχή μας θα κυριαρχούσε η πρώτη προσέγγιση, καταδεικνύοντας εύγλωττα τον ρόλο του εκάστοτε ιστορικού πλαισίου όσον αφορά τις σχετικές απόψεις και επιλογές.

Μια ανάλογη θεωρητική διχοτομία θα μπορούσε να προκύψει και στους κόλπους των εκφραστών του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας. Από την μια μεριά η Ακρόπολη αποτελεί το αναμφι­σβήτητο σύμβολο του προσανατολισμού αυτού, καθώς δεν παραπέμπει μόνο ή τόσο στην ίδια την κλασική αρχαιότητα όσο στην δυτική της πρόσληψη. Συνεπώς, λειτουργεί ως αντιπρόσωπος ουσια­στικά της ίδιας της Δύσης στο νεοελληνικό κράτος, το οποίο συγκλίνοντας με την κλασική αρ­χαιότητα θεωρεί πως συγκλίνει αυτόματα και με την Δύση. Από την άλλη μεριά, από ορισμένους εκφρα­στές της ίδιας τάσης τονίζεται συχνά ο αντιπαραγωγικός χαρακτήρας του νεοελληνικού ατα­βισμού, δη­λαδή της στείρας προγονολατρικής προσκόλλησης στο μακρινό κλασικό παρελθόν. Μιας προ­σκόλλησης, που καταλήγει στο να μην δίνεται η δέουσα έμφαση στις πιο πρόσφατες πολιτισμι­κές καταβολές, οι οποίες σχετίζονται πολύ περισσότερο με τα φαινόμενα του παρόντος και δυσχε­ραίνουν την ουσιαστική σύγκλιση με την Δύση. Υπό αυτό το πρίσμα, επομένως, η «διατάραξη» του κλασικιστικού προτύπου στην ίδια την καρδιά του, την Ακρόπολη των Αθηνών, θα μπορούσε, έστω και έμμεσα, να διασαλεύσει κάποια στοιχεία του ατα­βισμού αυτού και να εμπλουτίσει την συλλογική συνείδηση με μια πιο διαχρονική διάσταση για την πολιτισμική ταυτότητα.

Τα ζητήματα όμως δεν σταματούν εδώ. Αναφέραμε και πιο πάνω ότι μια ενδεχόμενη ορθόδοξη Via Crucis επάνω στην Ακρόπολη θα προϋπέθετε και μια συγκεκριμένη αισθητική. Κάναμε ήδη αναφορά στις αμφιβόλου αισθητικής πινελιές της παπικής εκκλησίας σε πολλές ανάλογες εκδηλώσεις. Αντίστοιχες, σοβαρές αμφιβολίες εγείρονται και σε σχέση με την ελλαδική εκκλησία, η οποία ως αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας, στην οποία ανήκει, μοιράζεται ενίοτε με αυτήν αρκετές εκφάνσεις προβληματικής αισθητικής. Οι ασύδοτα εκκωφαντικές κωδωνοκρουσίες στον πυκνοκατοικημένο αστικό χώρο, η αντίληψη νυχτερινού κέντρου όσον αφορά τα ντεσιμπέλ εντός και εκτός των εκκλησιών, οι περιπτώσεις τοποθέτησης μικροφωνικών εγκαταστάσεων ακόμα και σε ναούς-μνημεία σχετικά μικρού μεγέθους, όπως η Παναγία Γοργοεπήκοος, ή οι κιτς φωτεινοί σταυροί συνιστούν δείγματα μιας αισθητικής κουλτούρας που δύσκολα θα επιθυμούσε κανείς να την δει να ξετυλίγεται επάνω στην Ακρόπολη. Το ίδιο ισχύει και για την πιθανότητα η εκκλησιαστική ακολουθία να συνοδευτεί από κηρύγματα γνωστής θεολογικής κενότητας και συνακόλουθης εθνικοπατριωτικής έξαρσης ή ακόμη και κηρύγματα μίσους προς άλλες ομάδες ανθρώπων. Από την άλλη μεριά, τα περισσότερα από αυτά φαντάζουν ομολογουμένως απλά πταίσματα μπροστά στην αισθητική προσέγγιση των διαφόρων σύγχρονων δωδεκαθεϊστικών δρωμένων.

Υπό το πρίσμα αυτό, το κλασικιστικό μονοπώλιο επί των μνημείων της Ακρόπολης προσφέρει τουλάχιστον μια διευθέτηση των πραγμάτων που ίσως να μην είναι η καλύτερη δυνατή, αλλά πιθανώς να είναι η επί του παρόντος λιγότερο κακή. Από ιδεολογικής πλευράς, αποτρέπει έναν ακόμα γύρο οξείας μανιχαϊστικής αντιπαράθεσης μεταξύ φιλοχριστιανών και αντιχριστιανών, ευρωπαϊστών και αντιευρωπαϊστών, κλασικιστών και αντικλασικιστών και άλλων πολλών. Από αισθητικής πλευράς, στην άχρωμη κλασικιστική τους υπόσταση, τα μνημεία της Ακρόπολης είναι τουλάχιστον προστατευμένα από συγκεκριμένες πτυχές της νεοελληνικής αισθητικής. Πτυχές, ωστόσο, που, όσο κι αν για ορισμένους εξ ημών είναι ανυπόφορες και εκτός κλασικιστικής συνάφειας, η αντίθεση προς αυτές συνιστά ως έναν βαθμό κυκλικό συλλογισμό: πηγάζει, δηλαδή, μέσα από την ίδια την σύγχρονη κλασικιστική αντίληψη. Αν, παρόλα αυτά, στα παραπάνω προσθέσει κανείς και τις διάφορες πρακτικές δυσχέρειες εξαιτίας των διαρκών αναστηλωτικών εργασιών στα μνημεία της Ακρόπολης, είναι σαφές ότι οι σκέψεις που εκτέθηκαν εδώ μοιάζουν για την ώρα με απλό θεωρητικό γύμνασμα. Και η εικόνα μιας λιτής, κατανυκτικής ακολουθίας της Μ. Παρασκευής επάνω στην Ακρόπολη, υπό το φυσικό φως των λαμπάδων και το βάρος των αιώνων, θα συνιστά μάλλον για καιρό ακόμα όνειρο εαρινής νυκτός. Άλλωστε, είναι αλήθεια πως η ίδια η μακραίωνη ιστορία της Ακρόπολης διδάσκει ότι σε αυτήν υπήρχε κάθε φορά χώρος για μία μόνο θρησκεία…