Αρχείο

Archive for the ‘«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;»’ Category

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;»: παρουσίαση στο «Μαζί το Σαββατοκύριακο» (27/01/2018)

Ιανουαρίου 28, 2018 Σχολιάστε

Το πρωί του Σαββάτου 27 Ιανουαρίου 2018 ο γράφων φιλοξενήθηκε στα στούντιο της ΕΡΤ, στην εκπομπή «Μαζί το Σαββατοκύριακο», για μια σύντομη συζήτηση σχετικά με το βιβλίο «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;». Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους παρουσιαστές της εκπομπής κ. Ε. Χάντζιου και κ. Γ. Σκάλκο, καθώς και την αρχισυντάκτρια κ. Χ. Ψαθά, για το ενδιαφέρον τους για το βιβλίο μου και την δυνατότητα της τηλεοπτικής αυτής παρουσίας. Ακολουθεί το βίντεο της εκπομπής, με την συνέντευξη του γράφοντος μεταξύ περίπου 2:24:05–2:30:55.

http://webtv.ert.gr/ert1/mazi-to-sk/27ian2018-mazi-to-savvatokyriako/

Advertisements

«Η Αυγή στην αυγή του πολιτισμού» (19/01/2018, βίντεο εκδήλωσης)

Ιανουαρίου 21, 2018 Σχολιάστε

Την Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018 πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο του Μουσείου της Ακρόπολης ημερίδα με τίτλο «Η Αυγή στην αυγή του πολιτισμού». Σκοπός της ημερίδας ήταν η παρουσίαση της ανάπλασης του προσώπου της «Αυγής», μιας 18χρονης γυναίκας που έζησε στην ύστερη Μεσολιθική περίοδο, περί το 7000 π.Χ., και της οποίας η ταφή βρέθηκε στο σπήλαιο της Θεόπετρας, κοντά στην Καλαμπάκα. Εμπνευστής του εγχειρήματος ήταν ο Μανώλης Παπαγρηγοράκης, καθηγητής της Ορθοδοντικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος πραγματοποίησε την ανάπλαση σε συνεργασία με ομάδα επιστημόνων διαφόρων ειδικοτήτων. Πρόκειται για το δεύτερο τέτοιο εγχείρημα που αναλαμβάνει ο Μ. Παπαγρηγοράκης, μετά από την ανασύνθεση του προσώπου της Μύρτιδος, του εντεκάχρονου κοριτσιού από την Αθήνα που πέθανε στον λοιμό του 5ου αιώνα π.Χ.

Για όσους προερχόμαστε από τον χώρο της προϊστορικής αρχαιολογίας, η ανάπλαση της Αυγής είναι σίγουρα πιο ενδιαφέρουσα ακόμη και από αυτήν της Μύρτιδος. Η Μύρτις έζησε σε μια περίοδο των ιστορικών χρόνων της αρχαιότητας, για την οποία υπάρχει και πλήθος άλλων εικονιστικών μαρτυριών. Αντιθέτως η Αυγή έζησε σε μια –με τα ως τώρα δεδομένα– ανεικονική περίοδο της προϊστορίας και, ως εκ τούτου, το αναπλασμένο πρόσωπό της συνιστά την πρώτη, ιδιαίτερη εικονιστική μαρτυρία της Μεσολιθικής Ελλάδας. Πρόκειται για ένα ξεχωριστό αρχαιολογικό εύρημα που, όπως και κάθε άλλο, ανασυντίθεται στο δικό μας παρόν και δημιουργεί τις δικές του προοπτικές και τους δικούς του ενδιαφέροντες θεωρητικούς προβληματισμούς. Ο γράφων συμμετείχε στην ημερίδα αναπτύσσοντας το θέμα: «Τι γλώσσα μιλούσε η Αυγή; Σκέψεις για τη γλωσσική πραγματικότητα της ύστερης Μεσολιθικής Εποχής στον ελλαδικό χώρο». Θα ήθελα και από αυτή την θέση να ευχαριστήσω θερμά τον Μ. Παπαγρηγοράκη για την πρόσκληση να συμμετάσχω στην ιδιαίτερα επιτυχή αυτή εκδήλωση. Ακολουθεί το βίντεο του μεγαλύτερου μέρους της εκδήλωσης, με την ομιλία του γράφοντος στο 54:24–1:10:15 και την αποκάλυψη της «Αυγής» να αρχίζει στο 1:19:40.

5 χρόνια «Πόθεν»

Δεκέμβριος 20, 2017 5 Σχόλια

Τον μήνα που διανύουμε συμπληρώνονται πέντε χρόνια από την έκδοση του βιβλίου «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;». Οι υπεύθυνες απαντήσεις της επιστήμης και η παρούσα κατάσταση της έρευνας για την πρώτη αρχή του ελληνικού πολιτισμού (1η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012). Από τότε μέχρι σήμερα το βιβλίο διέγραψε μια πορεία που υπερέβη κάθε αρχική προσδοκία: 6 ανατυπώσεις, περίπου 5000 πωληθέντα αντίτυπα, ένα βραβείο, μία κλοπή (!) αντιτύ­που, πολλές παρουσιάσεις και συναφείς ομιλίες, μια εξαιρετικά θετική πρόσληψη από το επιστημο­νικό, το ευρύτερο κοινό και τον τύπο, αλλά κυρίως η χαρά της γνωριμίας και επαφής με ένα πλήθος ανθρώπων· ιδίως με όσους συνδέθηκαν ευθύς εξαρχής μέσω ενός –χαρακτηριστικού σε αυτές τις περιπτώσεις– «κβαντικού εναγκαλισμού» (quantum entanglement) με το βαθύτερο μήκος κύματος του βιβλίου, με την επιστημονική και συγγραφική του προσέγγιση και με τους γενικότερους προ­βληματισμούς του.

Τα πέντε αυτά χρόνια υπήρξαν γεμάτα ιδιαίτερες στιγμές, ενδιαφέρουσες εμπειρίες και χρονικά συμπυκνωμένες εξελίξεις. Πολλά είναι τα πράγματα που έρχονται στην μνήμη, θα ήθελα όμως να ξεχωρίσω ένα. Ήταν Μάρτιος του 2013, όταν ο γράφων είχε προσκληθεί να μιλήσει για το βιβλίο στο Gazarte, στο πλαίσιο των συναντήσεων «Ένας λόγος παραπάνω» με την Λίνα Νικολακοπούλου και τον Μάκη Προβατά. Κατά την διάρκεια της συζήτησης με το κοινό, τον λόγο πήρε κάποια στιγ­μή ένας άνδρας που καθόταν στο πίσω μέρος της αίθουσας. Η ερώτησή του ήταν η εξής: «Ωραία εί­ναι όλα αυτά για την προϊστορία, αλλά τι μας ενδιαφέρουν εμάς σήμερα; Εδώ πριν από 60-70 χρόνια, την εποχή της γιαγιάς μου, παντρεύονταν ακόμα με προίκα και με προξενιό. Τι νόημα έχει τώρα να γυρνάμε χιλιάδες χρόνια πίσω;». Παρά το κάπως απαξιωτικό ύφος του, το ερώτημα αυτό ήταν κρίσιμης σημασίας, καθώς έθιγε ένα πολύ σημαντικό ζήτημα κοινωνικής ανθρωπολογίας. Πράγματι, τι νόημα μπορεί να έχει για εμάς σήμερα η αναζήτηση της προέλευσης του ελληνικού πολιτισμού στο μακρινό παρελθόν; Τι νόημα έχει αν δεν μπορεί να μεταφραστεί σε θεωρητικά πο­ρίσματα που να αγγίζουν και να ερμηνεύουν ό,τι μας περιβάλλει, μας καθορίζει και μας ταλαιπωρεί στο δικό μας παρόν; Η επιτυχία του βιβλίου οφείλεται αναμφίβολα σε μεγάλο βαθμό στον καίριο ρόλο που ακόμη παίζουν η αρχαιότητα και ο κλασικισμός στην συγκρότηση της νεοελληνικής εθνι­κής ταυτότητας. Αν ο νεώτερος ελληνισμός ανάγεται γραμμικά στον αρχαίο, τότε η προέλευση του δεύτερου σχετί­ζεται άμεσα με την ταυτότητα του πρώτου. Τι γίνεται όμως αν τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα από μια απλή, γραμμική αναγωγή; Τι γίνεται όταν η ιστορία και ο πολιτισμός κι­νούνται ενίοτε από δυνάμεις και διαδικασίες που υπερβαίνουν τα διάφορα αντικειμενιστικά σημεία αναφοράς της εκάστοτε έρευνας και αντίληψης, όπως είναι, για παράδειγμα, αυτό της γλώσσας; Τι απαντήσεις προσφέρει εν τέλει το βιβλίο στις συνειδητές και μη ταυτοτικές αγωνίες του αβέβαιου νεοελληνι­κού παρόντος;

Η απάντηση είναι πως το βιβλίο αυτό υπήρξε ευθύς εξαρχής κομμάτι ενός ευρύτερου σχεδίου. Ενός σχεδίου που επίσης ευθύς εξαρχής βρέθηκε σε μια ιδιότυπη διαλεκτική σχέση με τις εξωτερι­κές συνθήκες της υλοποίησής του. Οι εξωτερικές αυτές συνθήκες, της εργασιακής και βιοποριστι­κής αβεβαιότητας που συνεπάγεται η συνειδητή παραμονή στην Ελλάδα της κρίσης, αποτέλεσαν, δηλαδή, και συνεχίζουν να αποτελούν ταυτόχρονα τροχοπέδη και τροφοδότη του ερευνητικού αυ­τού εγχειρήματος. Ό,τι σε εμποδίζει να λειτουργήσεις ως ερευνητής και ως άνθρωπος με τον τρόπο που θα ήθελες, είναι ταυτόχρονα αυτό ακριβώς που σου επιβάλλει να αναζητήσεις τις βαθύτερες απαντήσεις στα θεμελιώδη «γιατί;». Είναι βεβαίως αλήθεια ότι η διαδρομή από την αρχική ερώτη­ση («Πόθεν;») ως την τελική απάντηση μπορεί να είναι δύσκολη, αβέβαιη, ενδεχομένως και άκαρ­πη. Κάτι που όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι άνευ σημασίας, διότι η διαδρομή αυτή είναι απλώς απαραίτητη…

Το ευρύτερο σχέδιο, για το οποίο έγινε λόγος, ήταν αναγκαίο να πιάσει το νήμα από τις απαρχές, να θέσει τα βασικά ερωτήματα και τις μεθοδολογικές αρχές της συγκεκριμένης έρευνας, καθι­στώντας ταυτόχρονα σαφές πόσο σύνθετη, πολυεπίπεδη και διεπιστημονική είναι αυτή η αναζήτη­ση. Ήταν επίσης σημαντικό να κα­ταδειχθεί ότι, όπως πολύ εύστοχα σημείωσε η Μ. Τοπάλη, «η προϊστορία και η προϊστορική αρ­χαιολογία διεκδικούν […] με αξιώσεις μερίδιο από τα σκήπτρα της μονοκρατορίας των κλασικών ομολόγων τους στα σύγχρονα ελληνικά συμφραζόμενα». Πράγματι, ένας βασικός σκοπός του πα­ρόντος ερευνητικού εγχειρήματος είναι να αντιτάξει στο εν πολλοίς ακόμη κυρίαρχο κλασικιστικό «παράδειγμα» το αντίπαλον δέος της πιο ανθρωπολογικής, κουλτου­ραλιστικής και γενικότερα θεω­ρητικής προσέγγισης που διακρίνει την προϊστορική έρευνα. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, σε λίγους μήνες θα μπορέσει να υλοποιηθεί η επόμενη φάση του σχεδίου: ένα σημαντικό ενδιάμεσο βήμα περαιτέρω προλείανσης του θεωρητικού εδάφους για ό,τι πρόκειται ενδεχομένως να ακολου­θήσει.

Προς το παρόν, με αφορμή τα πέντε χρόνια από την πρώτη έκδοση του βιβλίου, δημοσιοποιούμε σήμερα το βίντεο της κεντρικής του παρουσίασης που έγινε την Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013 στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών. Το βιβλίο και τον συγγραφέα του τίμησαν ως βασικοί ομιλητές με τις εισηγήσεις τους ο Ομότιμος Καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Πανεπι­στημίου Αθηνών κ. Χρί­στος Ντούμας και ο Δρ. Αρχαίας Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου Βαγ­γέλης Πανταζής. Τα πράγ­ματα ήρθαν έτσι, ώστε η δημοσιοποίηση του βίντεο να γίνει λίγους μήνες αφότου ο Β. Πανταζής έφυγε από κοντά μας. Αποτελεί, κατά συνέπεια, έναν ακόμη φόρο τιμής στον αγαπημένο φίλο, ο οποίος ίσως γνωρίζει πλέον καλύτερα από όλους μας αν όσα γράφονται στο βιβλίο έχουν εν τέλει την οποιαδήποτε σχέση με την πραγματικότητα της προϊστορίας. Η βιντεοσκόπηση της εκδήλωσης έγινε από τον καλό φίλο Γιάννη Φαλκώνη, τον οποίο ευχαριστώ θερμά και από εδώ.

Το παραδοσιακό παράδειγμα (paradigm) του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος και η «έλευση των Ελλήνων» (Αιγαιακή Διάλεξη, 17/04/2015)

Ιουνίου 25, 2017 5 Σχόλια

Tην Παρασκευή 17 Απριλίου 2015 πραγματοποιήθηκε στο Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών και στο πλαίσιο των Αιγαιακών Διαλέξεων ομιλία του γράφοντος με θέμα: «Το παραδοσιακό παράδειγμα (paradigm) του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος και η «έλευση των Ελλήνων«». Θα ήθελα και από την θέση αυτή να ευχαριστήσω θερμά τόσο τον Αιγέα – Εταιρεία Αιγαιακής Προϊστορίας όσο και το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών για την τιμητική πρόσκληση να παρουσιάσω μέσω της διάλεξης αυτής πτυχές της έρευνάς μου για την προέλευση του ελληνικού πολιτισμού και για την γλωσσική προϊστορία του Αιγαίου. Όπως και κάθε άλλη Αιγαιακή Διάλεξη, έτσι και η εκδήλωση αυτή υπήρξε μια εξαιρετική αφορμή συνάντησης με πολλούς συναδέλφους και φίλους από τον χώρο της αρχαιολογίας. Θα ήθελα να τους ευχαριστήσω όλους θερμά τόσο για την παρουσία τους στην εκδήλωση όσο και για την πολύ ωραία και γόνιμη συζήτηση που ακολούθησε την διάλεξη. Στην συζήτηση αυτή παρεμβαίνει, μεταξύ άλλων, και ο αείμνηστος φίλος Βαγγέλης Πανταζής.

Το ερώτημα για την «έλευση των Ελλήνων», δηλαδή για την προέλευση της ελληνικής γλώσσας και την σύνδεσή της με την μετέπειτα μητροπολιτική Ελλάδα, υπήρξε από νωρίς ένα σημαντικό επιμέρους σκέλος του ευρύτερου ινδοευρωπαϊκού προβλήματος. Στο πλαίσιο της αναζήτησης αυτής, η κατανόηση αρκετών γλωσσικών και πολιτισμικών παραμέτρων της προϊστορίας του Αιγαίου προσδέθηκε στο επί μακρόν κυρίαρχο επιστημολογικό πρότυπο ή παράδειγμα (paradigm) του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος. Ως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του τελευταίου, μια ιδιαίτερα «συμπιεστική» οπτική για το χρονικό βάθος των γλωσσών συνδυάστηκε σχεδόν ανύποπτα με μια ανάλογη αντίληψη για το παρελθόν των Ελλήνων της 1ης χιλιετίας π.Χ. Μια αντίληψη που ανάγεται στην ακόμη ισχυρή επίδραση μιας συγκεκριμένης και αναλόγως συμπιεστικής χρονολογικής «τακτοποίησης» των ηρωικών γενεαλογιών και των υπόλοιπων αρχαίων μυθολογικών παραδόσεων. Σκοπός της διάλεξης είναι να διερευνήσει το πώς η αμφισβήτηση του παραδοσιακού επιστημολογικού παραδείγματος του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος μπορεί να οδηγήσει σε μια αναθεώρηση του είδους των ερωτημάτων που είναι δυνατόν να τεθούν για ορισμένες σημαντικές πτυχές της αιγαιακής προϊστορίας.

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» και ευρωσκεπτικισμός: αντικριτικό σημείωμα για την βιβλιοκρισία του Δημοσθένη Κούρτοβικ στα Νέα

Ιουνίου 1, 2016 6 Σχόλια

Στο ένθετο Βιβλιοδρόμιο της εφημερίδας Τα Νέα (έκδοση σαββατοκύριακού 28-29 Μαΐου 2016, σ. 7) και στην στήλη Νύγδην δημοσιεύτηκε κριτική του «Πόθεν και Πότε οι Έλληνες;» από τον διακεκριμένο κριτικό λογοτεχνίας, συγγραφέα και πολύπειρο άνθρωπο του βιβλίου Δημοσθένη Κούρτοβικ. Η ενασχόληση ενός τόσο έμπειρου βιβλιοκριτικού με ένα βιβλίο που έχει μεν και συγγραφική διάσταση, διατηρεί, ωστόσο, κατά βάσιν τον επιστημονικό του χαρακτήρα αποτελεί αναμφίβολα κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, για το οποίο ο γράφων θα ήθελε να εκφράσει τις θερμές του ευχαριστίες. Πόσω μάλλον που η κριτική περιγράφει και αποτιμά με ιδιαίτερα θετικό τρόπο την γενικότερη συγγραφική προσέγγιση του βιβλίου. Παράλληλα, ο Δ. Κούρτοβικ δίνει και ένα σύντομο, αλλά ακριβές περίγραμμα και της επιστημονικής θεματικής του βιβλίου. Το πιο ενδιαφέρον, εντούτοις, είναι ότι η πλήρης, προσεκτική και διεισδυτική ανάγνωση του βιβλίου οδήγησε τον Δ. Κούρτοβικ να σχολιάσει και μία πτυχή του που ως τώρα δεν είχε τύχει ιδιαίτερης επισήμανσης. Αυτό είναι λογικό, καθώς η εν λόγω πτυχή δεν συνιστά κεντρικό θέμα του βιβλίου, αλλά αποτελεί μια μικρή μόνο και μάλλον ακροθιγή αναφορά σε ορισμένες εκ των πιθανών προεκτάσεων των πορισμάτων του. Αξίζει εδώ να αναπαραγάγουμε την τελευταία παράγραφο του κειμένου του Δ. Κούρτοβικ: «Σοφά ποιώντας, ο Γιαννόπουλος προειδοποιεί για την παρανόηση και εκμετάλλευση των επιστημονικών ανακαλύψεων από ημιμαθείς με εθνικιστικές και ρατσιστικές ιδέες. Δυστυχώς, όμως, δεν αποφεύγει τελικά και ο ίδιος την ιδεολογικοποίηση. Ανάγοντας τις σημερινές πολιτισμικές διαφορές μεταξύ βορειοκεντρικής και μεσογειακής Ευρώπης στην παλαιολιθική εποχή, βγάζει συμπεράσματα που αναιρούν και τις δικές του απόψεις για τον ρόλο των πολιτισμικών ανταλλαγών. Όπως όταν υποστηρίζει ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας είναι χιμαιρική, λόγω θεμελιακά ασύμβατων πολιτισμών, ή ότι οι χαμηλοί δείκτες ιδιοκατοίκησης και η μεγάλη εργασιακή κινητικότητα στις δυτικές χώρες αντανακλούν τον τρόπο ζωής των…παλαιολιθικών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών (ενώ εμείς εδώ είμαστε νεολιθικά μοντέρνοι)!».

Home Ownership Rates

Οι παρατηρήσεις αυτές του Δ. Κούρτοβικ τροφοδοτούν μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, η οποία μπορεί να διακριθεί σε τρία τουλάχιστον επίπεδα. Κατά πρώτον, κάνοντας λόγο για «ιδεολογικοποίηση», όρο με τον οποίο εννοεί πιθανότατα την «στράτευση» συγκεκριμένων στοιχείων προς υποστήριξιν μιας ιδεολογίας ή πολιτικής θέσης, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον μια επιστημονική μελέτη, ιδίως στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, πρέπει ή μπορεί να είναι απελευθερωμένη από ιδεολογικούς ή πολιτικούς προβληματισμούς του παρόντος. Στο θέμα αυτό πολύ σημαντική υπήρξε η συμβολή της Μεταδιαδικαστικής Αρχαιολογίας, δηλαδή του ρεύματος εκείνου της αρχαιολογικής θεωρητικής σκέψης που άσκησε ιδιαίτερη επίδραση τις τελευταίες τρεις περίπου δεκαετίες. Στο πλαίσιο της μεταδιαδικαστικής θεωρητικής προσέγγισης τονίστηκε με πειστικό τρόπο ότι η ενασχόληση με το παρελθόν εμπεριέχει πάντα πολιτική διάσταση. «Interpreting the past is always a political act»*, τονίζει ο Matthew Johnson, καθώς οι αποφάνσεις μας για το παρελθόν δεν είναι ποτέ ψυχρές ή ουδέτερες θέσεις, αλλά προϊόντα ενός συγκεκριμένου παρόντος, φορτισμένου με κάθε είδους πολιτικές, ιδεολογικές και ηθικές τάσεις και συγκρούσεις. Αυτό που, συνεπώς, διακρίνει (αν διακρίνει) την επίσημη επιστήμη από την μη επιστήμη δεν είναι η έλλειψη ιδεολογικής ή πολιτικής άποψης, αλλά το καθήκον του επιστήμονα να διατυπώνει ανοιχτά τις θεωρητικές του αφετηρίες και να οριοθετεί την επιστημονική συζήτηση με τρόπο όσο το δυνατόν πιο δεοντολογικό και θεωρητικά και μεθοδολογικά αποδεκτό.

Και με αυτό περνάμε στο δεύτερο επίπεδο της συζήτησης. Κάνοντας αναφορά σε «ιδεολογικοποίηση», ο Δ. Κούρτοβικ μοιάζει να υπονοεί πως συγκεκριμένα στοιχεία που παρατίθενται στο βιβλίο βρίσκονται σε δυσανάλογη σχέση με τα συμπεράσματα που εξάγονται από αυτά. Τα στοιχεία, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση τα αρχαιολογικά, γλωσσολογικά, γενετικά, κ.ά., δεν μιλούν από μόνα τους. Μιλούν ούτως ή άλλως μέσα απ΄ ό,τι εμείς οι ίδιοι, στον παρόντα τόπο και χρόνο, επιλέγουμε να πούμε για αυτά. Είναι προφανώς θέμα προσέγγισης αν κάποιος θεωρεί ότι π.χ. οι χαμηλοί δείκτες ιδιοκατοίκησης στην κεντρική Ευρώπη, λεξιλογικά στοιχεία, όπως π.χ. Fernweh (wanderlust, «νοσταλγία της φυγής», μονολεκτικά αμετάφραστο σε μεσογειακές γλώσσες), uneingeschränkte Versetzungsbereitschaft («απεριόριστη διαθεσιμότητα για μεταθέσεις», συχνός όρος σε προκηρύξεις θέσεων στην Γερμανία) ή και η ίδια η εμπειρία ορισμένων εξ ημών με την κινητικότητα στις περιοχές αυτές συνιστούν αδιάφορα δεδομένα άνευ σημασίας, έχουν ίσως μια μικρή σημασία κλιματικής φύσεως («πώς να μην θες να φεύγεις με τέτοιον καιρό;», θα έλεγαν εδώ πολλοί Γερμανοί) ή μπορούν σιγά σιγά, επαγωγικά και παραγωγικά, να ενσωματωθούν σε ευρύτερες θεωρητικές σκέψεις. Σε όλες αυτές, όμως, τις περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με διαφορετικές προσεγγίσεις, απόψεις ή θέσεις, φορτισμένες σαφώς κάθε φορά με την ιδεολογική-πολιτική τους χροιά, και όχι απλώς με ιδεολογικοποιήσεις. Εκτός αυτού, είναι κατανοητό να ξενίζει η επίκληση ενός πολύ μεγάλου χρονικού βάθους (που μπορεί να φθάνει ως την Παλαιολιθική Εποχή) ως κλίμακας αναγωγής π.χ. σύγχρονων πολιτισμικών διαφοροποιήσεων. Το ίδιο, ωστόσο, ξένιζε αρχικά στον ύστερο 19ο αιώνα η συνειδητοποίηση της τότε νεοανακαλυφθείσας ηλικίας του φυσικού κόσμου και του ανθρώπου, η οποία ως εκείνη την περίοδο τοποθετούνταν με βάση την βιβλική χρονολόγηση στο 4000 π.Χ. Σήμερα είναι σαφές ότι η ίδια συνειδητοποίηση δεν ξενίζει το ίδιο όταν έχουμε να κάνουμε με ευρήματα της παλαιοανθρωπολογίας ή της πληθυσμιακής γενετικής. Εντούτοις, όταν η συζήτηση αφορά πιο κοινωνικές και πολιτισμικές παραμέτρους, τα πράγματα δυσκολεύουν για την αποδοχή ενός μεγαλύτερου βάθους χρόνου από το αναμενόμενο.

Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ένας από τους λόγους για αυτό έχει να κάνει και πάλι με συγκεκριμένες θεωρητικές αφετηρίες του παρόντος. Ο Δ. Κούρτοβικ, δηλαδή, κάνοντας λόγο για «τον τρόπο ζωής των…παλαιολιθικών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών (ενώ εμείς εδώ είμαστε νεολιθικά μοντέρνοι)!» αποδίδει στον γράφοντα μια προφανώς δική του θεωρητική αφετηρία: αυτήν του απλού εξελικτισμού. Θεωρεί, με άλλα λόγια, πως οι αναφορές του γράφοντος σε πιο «παλαιολιθικούς» Κεντροευρωπαίους ενέχουν αυτονόητα υποτιμητική διάσταση. Για να το υποστηρίζει, όμως, κανείς αυτό πρέπει πρώτα να είναι υποστηρικτής της απλής εκείνης μορφής εξελικτισμού, σύμφωνα με την οποία κάθε νεώτερη φάση εξέλιξης της κοινωνικής, τεχνολογικής και γενικότερα πολιτισμικής πολυπλοκότητας στην ιστορία του ανθρώπου θεωρείται «ανώτερη», «καλύτερη» ή «πιο προηγμένη» από την προηγούμενη. Τέτοιου είδους εξελικτιστικές ιδέες έχουν, ωστόσο, δεχθεί δικαιολογημένη κριτική, αφού είναι σαφές ότι το εκάστοτε πιο «πολύπλοκο» δεν είναι οπωσδήποτε ή πάντα «ανώτερο» ή «καλύτερο» (π.χ. οι παλαιολιθικοί κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ουδέποτε κατέστρεψαν το περιβάλλον όσο ο σύγχρονος βιομηχανικός πολιτισμός, ούτε θα μπορούσαν ποτέ να διεξαγάγουν πολέμους της κλίμακας και της φρίκης των δύο Παγκοσμίων Πολέμων του 20ού αιώνα). Πέραν αυτού, στις σελ. 434-435 του «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» γίνεται, με αφορμή τις σχετικές απόψεις του Βέλγου ερευνητή M. Otte, ξεκάθαρα αποδοκιμαστική αναφορά στην «ρατσί­ζουσα αντίληψη όλων των προηγούμε­νων ανθρωπολογικών ειδών ως περίπου κατώτε­ρων μορφών ζωής εν σχέσει προς τον ανατομικώς σύγχρονο άν­θρωπο». Προκρίνεται, επομένως, μια σαφώς αντιεξελικτιστική προσέγγιση όχι μόνο ως προς τους αρχαιότερους Homo Sapiens, αλλά και ως προς τα ακόμη παλαιότερα ανθρωπολογικά είδη.

Παρά τις μάλλον σοβαρές αυτές αντενδείξεις, ο Δ. Κούρτοβικ προβαίνει σε μια εμμέσως πλην σαφώς εξισωτική αποτίμηση (ως προς την «ιδεολογικοποίηση») των σχετικών απόψεων του γράφοντος με τους «ημιμαθείς με εθνικιστικές και ρατσιστικές ιδέες». Κάτι που μας μεταφέρει στο τρίτο επίπεδο της συζήτησης. Η εξισωτική, δηλαδή, αυτή τάση, σε συνδυασμό με την αυτονόητη (αλλά λανθασμένη) απόδοση στον συγγραφέα του βιβλίου που κρίνει της δικής του εξελικτιστικής προσέγγισης, δημιουργεί την αίσθηση ότι ψήγματα ιδεολογικοποίησης ενυπάρχουν μάλλον στην ίδια την συγκεκριμένη αναφορά του Δ. Κούρτοβικ. Δίνεται εδώ η εντύπωση μιας βαθύτερης αντιδιαστολής ανάμεσα σε φιλοευρωπαϊκή «θέση» (ή «άποψη» ή «προσέγγιση») και ευρωσκεπτικιστική «ιδεολογικοποίηση», περίπου ίδιας τάξεως π.χ. με την κιτς εθνικιστική αρχαιολατρεία. Σίγουρα θα πρέπει να γνωρίζει κανείς το συνολικό φάσμα των απόψεων του Δ. Κούρτοβικ προκειμένου να απαντήσει το ερώτημα αν μια ανάλογη κρίση περί «ιδεολογικοποίησης» θα διατυπωνόταν και στην περίπτωση που τα πορίσματα του βιβλίου είχαν μια πιο φιλοευρωπαϊκή χροιά. Παρά ταύτα, μπορεί κανείς να διαισθανθεί μια εξαρχής αρνητική προδιάθεση απέναντι γενικά στον ευρωσκεπτικιστικό χαρακτήρα των σχετικών απόψεων που πολύ συνοπτικά εκτίθενται στο βιβλίο. Εν τω μεταξύ, η οπτική που θα μπορούσε να ονομαστεί «πολιτισμικός ευρωσκεπτικισμός» έχει εκτεθεί πολλάκις από τον γράφοντα με τρόπο ανοιχτό και ξεκάθαρο μέσα από τις γραμμές του παρόντος ιστοτόπου. Μια οπτική που σαφώς συνίσταται στο ότι η πλήρης ευρωπαϊκή ενοποίηση (και όχι οπωσδήποτε η απλή Ευρωπαϊκή Ένωση) αποτελεί ένα επικίνδυνο και θνησιγενές εγχείρημα, το οποίο δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψιν (και ενίοτε δεν μοιάζει καν να υποψιάζεται) τις βαθιές γλωσσοπολιτισμικές διαφοροποιήσεις εντός της Ευρώπης. Επαφίεται στον κάθε αναγνώστη και σκεπτόμενο πολίτη να αποφανθεί αν τα χρόνια της κρίσης που διανύουμε έχουν αποδυναμώσει ή ενισχύσει την ενδεχόμενη ορθότητα τέτοιων απόψεων. Αν, με άλλα λόγια, τις κατατάσσουν στην σφαίρα της «ιδεολογικοποίησης» ή τις καθιστούν αντικείμενο ενός ενδεχομένως λίγο πιο σοβαρού προβληματισμού. Ο κάθε αναγνώστης και σκεπτόμενος πολίτης μπορεί, τέλος, υπό το ίδιο πρίσμα να αξιολογήσει και μία άλλη βασική και συναφή θέση που έχουμε αναπτύξει: ότι μια χώρα χωρίς σοβαρό (και σοβαρά αποδεκτό) ευρωσκεπτικισμό θα είναι πιθανότατα και μια χώρα χωρίς σοβαρό ευρωπαϊσμό…

* Johnson, M. 1999. Archaeological Theory. An Introduction. Malden – Oxford – Carlton: Blackwell Publishing, σ. 107.

Αρχαίο DNA και αρχαιολογική έρευνα

Την Παρασκευή 20 Μαΐου 2016 έλαβε χώρα στο Ηράκλειο της Κρήτης μια σημαντική επιστημονική ημερίδα. Ο τίτλος της ήταν «Ανάλυση αρχαίου DNA: Μια νέα ματιά στο παρελθόν» και διοργανώθηκε από το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ) του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ). Στόχος της ημερίδας δεν ήταν μόνο να αποτελέσει μια παραγωγική επιστημονική συνάντηση, αλλά και να συνοδεύσει μια σημαντική εκδήλωση: τα εγκαίνια της νέας μονάδας Αρχαίου DNA του Ινστιτούτου. Η δημιουργία της μονάδας αυτής αποτελεί ένα γεγονός μεγάλης σημασίας όχι μόνο για την επιστήμη της γενετικής, αλλά και γενικότερα για την έρευνα στην Ελλάδα. Και σίγουρα αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη και για την αρχαιολογία, την επιστήμη εκείνη που καλείται τόσο να συνεισφέρει το πρωτογενές υλικό για την μελέτη του αρχαίου γενετικού υλικού όσο και να αλληλεπιδράσει με την πληθυσμιακή γενετική επιστημονικά και επιστημολογικά. Στο πλαίσιο αυτό εντάχθηκε και η συμβολή του γράφοντος, η οποία αποπειράθηκε να εξετάσει τις επιστημολογικές (α)συμβατότητες μεταξύ των δύο επιστημών προς τον σκοπό της όσο το δυνατόν πιο εποικοδομητικής συνεργασίας τους.

ΙΤΕ

Για όσους επισκεφθήκαμε για πρώτη φορά τις εγκαταστάσεις του ΙΤΕ η εκδήλωση της 20ής Μαΐου ήταν, όμως, μια πολύτιμη εμπειρία και για άλλους λόγους. Ήταν, δηλαδή, μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να γνωρίσει κανείς όχι μόνο την αρτιότητα των εγκαταστάσεων του ΙΤΕ και το ειδυλλιακό φυσικό περιβάλλον, στο οποίο αυτές βρίσκονται, αλλά και την άριστη, διεθνών προδιαγραφών οργάνωση, καθώς και τον άψογο επαγγελματισμό των ερευνητών και διοργανωτών. Ο γράφων θα ήθελε και από αυτή την θέση να εκφράσει τις θερμές του ευχαριστίες στο ΙΤΕ και ιδίως στην ψυχή του εγχειρήματος της νέας μονάδας Αρχαίου DNA, τον Δημήτρη Καφετζόπουλο, για την πρόσκληση συμμετοχής στην ημερίδα και την εξαιρετική φιλοξενία. Χάρη στην παρουσία ενός ιδρύματος, όπως το ΙΤΕ, αλλά και ενός αρχαιολογικού μουσείου, το οποίο μετά την ανακαίνισή του ανήκει δίχως αμφιβολία στα πιο σημαντικά του κόσμου, εκθέτοντας εξαιρετικά τα αριστουργήματα του σημαντικότερου προϊστορικού πολιτισμού στον χώρο του Αιγαίου, η πόλη του Ηρακλείου αναδεικνύεται σε έναν ιδιαίτερα ελκυστικό επιστημονικό προορισμό. Το γεγονός πως μια περιοχή της Ελλάδας, η οποία διακρίνεται ακόμη για τα πολλά παραδοσιακά της στοιχεία, δεν μένει μόνο σε αυτά, αλλά επιδεικνύει σημαντικά επιτεύγματα σύγχρονου αστικού πολιτισμού είναι σίγουρα κάτι που θα πρέπει να προβληματίσει και να παραδειγματίσει άλλες περιοχές και πόλεις της Ελλάδας (ας μην γίνουν πιο συγκεκριμένες αναφορές).

Τέλος, θα είναι ευχής έργον η πρωτοβουλία για την ίδρυση της πρώτης μονάδας μελέτης Αρχαίου DNA στην Ελλάδα να αγκαλιαστεί με τον δέοντα τρόπο και από τους αρχαιολόγους της χώρας μας. Η σημασία της γενετικής μελέτης των αρχαίων σκελετικών καταλοίπων είναι τεράστια και, ως εκ τούτου, πρέπει εκ μέρους των αρχαιολόγων να υπάρχει πάντα ανοιχτό πνεύμα υγιούς συνεργασίας με τους γενετιστές. Μέσα από την συνεργασία με άλλες επιστήμες, όπως η γενετική, μπορεί και πρέπει να καλλιεργηθεί μια ολοένα και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση του δημόσιου χαρακτήρα του αρχαιολογικού υλικού, μακριά από παραδοσιακές, ιδιοκτησιακού τύπου αντιλήψεις και νοοτροπίες, οι οποίες έχουν δυστυχώς ως τώρα διαμορφώσει και αυτές το δικό τους «DNA» στον αρχαιολογικό κλάδο στην χώρα μας.

Συνέντευξη στο Πολιτισμικό Ημερολόγιο (23/03/2016)

Μαρτίου 27, 2016 Σχολιάστε

Το απόγευμα της Τετάρτης 23 Μαρτίου 2016 είχα την χαρά να είμαι προσκεκλημένος στην ραδιοφωνική εκπομπή Πολιτισμικό Ημερολόγιο του Prisma Radio. Παραγωγός της εκπομπής είναι ο παλιός συμφοιτητής και καλός φίλος Κώστας Μαζιώτης, ένας άνθρωπος με ιδιαίτερα πολιτιστικά και πολιτικά ενδιαφέροντα και ταυτόχρονα ένας από τους καλύτερους γνώστες της ροκ μουσικής στο ελληνικό ραδιόφωνο. Η συζήτησή μας είχε μεν ως αφορμή το «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;», αλλά επεκτάθηκε σε ορισμένα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα θέματα, όπως είναι η ποιότητα των σπουδών ιστορίας-αρχαιολογίας στα ελληνικά πανεπιστήμια, ο ρόλος του ιστορικού ή αρχαιολογικού ερευνητή στην σύγχρονη κοινωνία, η σχέση αρχαιογνωστικής επιστήμης και ψευδεπιστήμης στην Ελλάδα, κ.ά. Θα ήθελα και από αυτή την θέση να ευχαριστήσω θερμά τον Κώστα Μαζιώτη για την πρόσκληση στην εκπομπή και την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε.