Αρχείο

Archive for the ‘«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;»’ Category

Το παραδοσιακό παράδειγμα (paradigm) του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος και η «έλευση των Ελλήνων» (Αιγαιακή Διάλεξη, 17/04/2015)

Ιουνίου 25, 2017 5 Σχόλια

Tην Παρασκευή 17 Απριλίου 2015 πραγματοποιήθηκε στο Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών και στο πλαίσιο των Αιγαιακών Διαλέξεων ομιλία του γράφοντος με θέμα: «Το παραδοσιακό παράδειγμα (paradigm) του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος και η «έλευση των Ελλήνων«». Θα ήθελα και από την θέση αυτή να ευχαριστήσω θερμά τόσο τον Αιγέα – Εταιρεία Αιγαιακής Προϊστορίας όσο και το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών για την τιμητική πρόσκληση να παρουσιάσω μέσω της διάλεξης αυτής πτυχές της έρευνάς μου για την προέλευση του ελληνικού πολιτισμού και για την γλωσσική προϊστορία του Αιγαίου. Όπως και κάθε άλλη Αιγαιακή Διάλεξη, έτσι και η εκδήλωση αυτή υπήρξε μια εξαιρετική αφορμή συνάντησης με πολλούς συναδέλφους και φίλους από τον χώρο της αρχαιολογίας. Θα ήθελα να τους ευχαριστήσω όλους θερμά τόσο για την παρουσία τους στην εκδήλωση όσο και για την πολύ ωραία και γόνιμη συζήτηση που ακολούθησε την διάλεξη. Στην συζήτηση αυτή παρεμβαίνει, μεταξύ άλλων, και ο αείμνηστος φίλος Βαγγέλης Πανταζής.

Το ερώτημα για την «έλευση των Ελλήνων», δηλαδή για την προέλευση της ελληνικής γλώσσας και την σύνδεσή της με την μετέπειτα μητροπολιτική Ελλάδα, υπήρξε από νωρίς ένα σημαντικό επιμέρους σκέλος του ευρύτερου ινδοευρωπαϊκού προβλήματος. Στο πλαίσιο της αναζήτησης αυτής, η κατανόηση αρκετών γλωσσικών και πολιτισμικών παραμέτρων της προϊστορίας του Αιγαίου προσδέθηκε στο επί μακρόν κυρίαρχο επιστημολογικό πρότυπο ή παράδειγμα (paradigm) του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος. Ως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του τελευταίου, μια ιδιαίτερα «συμπιεστική» οπτική για το χρονικό βάθος των γλωσσών συνδυάστηκε σχεδόν ανύποπτα με μια ανάλογη αντίληψη για το παρελθόν των Ελλήνων της 1ης χιλιετίας π.Χ. Μια αντίληψη που ανάγεται στην ακόμη ισχυρή επίδραση μιας συγκεκριμένης και αναλόγως συμπιεστικής χρονολογικής «τακτοποίησης» των ηρωικών γενεαλογιών και των υπόλοιπων αρχαίων μυθολογικών παραδόσεων. Σκοπός της διάλεξης είναι να διερευνήσει το πώς η αμφισβήτηση του παραδοσιακού επιστημολογικού παραδείγματος του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος μπορεί να οδηγήσει σε μια αναθεώρηση του είδους των ερωτημάτων που είναι δυνατόν να τεθούν για ορισμένες σημαντικές πτυχές της αιγαιακής προϊστορίας.

Advertisements

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» και ευρωσκεπτικισμός: αντικριτικό σημείωμα για την βιβλιοκρισία του Δημοσθένη Κούρτοβικ στα Νέα

Ιουνίου 1, 2016 6 Σχόλια

Στο ένθετο Βιβλιοδρόμιο της εφημερίδας Τα Νέα (έκδοση σαββατοκύριακού 28-29 Μαΐου 2016, σ. 7) και στην στήλη Νύγδην δημοσιεύτηκε κριτική του «Πόθεν και Πότε οι Έλληνες;» από τον διακεκριμένο κριτικό λογοτεχνίας, συγγραφέα και πολύπειρο άνθρωπο του βιβλίου Δημοσθένη Κούρτοβικ. Η ενασχόληση ενός τόσο έμπειρου βιβλιοκριτικού με ένα βιβλίο που έχει μεν και συγγραφική διάσταση, διατηρεί, ωστόσο, κατά βάσιν τον επιστημονικό του χαρακτήρα αποτελεί αναμφίβολα κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, για το οποίο ο γράφων θα ήθελε να εκφράσει τις θερμές του ευχαριστίες. Πόσω μάλλον που η κριτική περιγράφει και αποτιμά με ιδιαίτερα θετικό τρόπο την γενικότερη συγγραφική προσέγγιση του βιβλίου. Παράλληλα, ο Δ. Κούρτοβικ δίνει και ένα σύντομο, αλλά ακριβές περίγραμμα και της επιστημονικής θεματικής του βιβλίου. Το πιο ενδιαφέρον, εντούτοις, είναι ότι η πλήρης, προσεκτική και διεισδυτική ανάγνωση του βιβλίου οδήγησε τον Δ. Κούρτοβικ να σχολιάσει και μία πτυχή του που ως τώρα δεν είχε τύχει ιδιαίτερης επισήμανσης. Αυτό είναι λογικό, καθώς η εν λόγω πτυχή δεν συνιστά κεντρικό θέμα του βιβλίου, αλλά αποτελεί μια μικρή μόνο και μάλλον ακροθιγή αναφορά σε ορισμένες εκ των πιθανών προεκτάσεων των πορισμάτων του. Αξίζει εδώ να αναπαραγάγουμε την τελευταία παράγραφο του κειμένου του Δ. Κούρτοβικ: «Σοφά ποιώντας, ο Γιαννόπουλος προειδοποιεί για την παρανόηση και εκμετάλλευση των επιστημονικών ανακαλύψεων από ημιμαθείς με εθνικιστικές και ρατσιστικές ιδέες. Δυστυχώς, όμως, δεν αποφεύγει τελικά και ο ίδιος την ιδεολογικοποίηση. Ανάγοντας τις σημερινές πολιτισμικές διαφορές μεταξύ βορειοκεντρικής και μεσογειακής Ευρώπης στην παλαιολιθική εποχή, βγάζει συμπεράσματα που αναιρούν και τις δικές του απόψεις για τον ρόλο των πολιτισμικών ανταλλαγών. Όπως όταν υποστηρίζει ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας είναι χιμαιρική, λόγω θεμελιακά ασύμβατων πολιτισμών, ή ότι οι χαμηλοί δείκτες ιδιοκατοίκησης και η μεγάλη εργασιακή κινητικότητα στις δυτικές χώρες αντανακλούν τον τρόπο ζωής των…παλαιολιθικών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών (ενώ εμείς εδώ είμαστε νεολιθικά μοντέρνοι)!».

Home Ownership Rates

Οι παρατηρήσεις αυτές του Δ. Κούρτοβικ τροφοδοτούν μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, η οποία μπορεί να διακριθεί σε τρία τουλάχιστον επίπεδα. Κατά πρώτον, κάνοντας λόγο για «ιδεολογικοποίηση», όρο με τον οποίο εννοεί πιθανότατα την «στράτευση» συγκεκριμένων στοιχείων προς υποστήριξιν μιας ιδεολογίας ή πολιτικής θέσης, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον μια επιστημονική μελέτη, ιδίως στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, πρέπει ή μπορεί να είναι απελευθερωμένη από ιδεολογικούς ή πολιτικούς προβληματισμούς του παρόντος. Στο θέμα αυτό πολύ σημαντική υπήρξε η συμβολή της Μεταδιαδικαστικής Αρχαιολογίας, δηλαδή του ρεύματος εκείνου της αρχαιολογικής θεωρητικής σκέψης που άσκησε ιδιαίτερη επίδραση τις τελευταίες τρεις περίπου δεκαετίες. Στο πλαίσιο της μεταδιαδικαστικής θεωρητικής προσέγγισης τονίστηκε με πειστικό τρόπο ότι η ενασχόληση με το παρελθόν εμπεριέχει πάντα πολιτική διάσταση. «Interpreting the past is always a political act»*, τονίζει ο Matthew Johnson, καθώς οι αποφάνσεις μας για το παρελθόν δεν είναι ποτέ ψυχρές ή ουδέτερες θέσεις, αλλά προϊόντα ενός συγκεκριμένου παρόντος, φορτισμένου με κάθε είδους πολιτικές, ιδεολογικές και ηθικές τάσεις και συγκρούσεις. Αυτό που, συνεπώς, διακρίνει (αν διακρίνει) την επίσημη επιστήμη από την μη επιστήμη δεν είναι η έλλειψη ιδεολογικής ή πολιτικής άποψης, αλλά το καθήκον του επιστήμονα να διατυπώνει ανοιχτά τις θεωρητικές του αφετηρίες και να οριοθετεί την επιστημονική συζήτηση με τρόπο όσο το δυνατόν πιο δεοντολογικό και θεωρητικά και μεθοδολογικά αποδεκτό.

Και με αυτό περνάμε στο δεύτερο επίπεδο της συζήτησης. Κάνοντας αναφορά σε «ιδεολογικοποίηση», ο Δ. Κούρτοβικ μοιάζει να υπονοεί πως συγκεκριμένα στοιχεία που παρατίθενται στο βιβλίο βρίσκονται σε δυσανάλογη σχέση με τα συμπεράσματα που εξάγονται από αυτά. Τα στοιχεία, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση τα αρχαιολογικά, γλωσσολογικά, γενετικά, κ.ά., δεν μιλούν από μόνα τους. Μιλούν ούτως ή άλλως μέσα απ΄ ό,τι εμείς οι ίδιοι, στον παρόντα τόπο και χρόνο, επιλέγουμε να πούμε για αυτά. Είναι προφανώς θέμα προσέγγισης αν κάποιος θεωρεί ότι π.χ. οι χαμηλοί δείκτες ιδιοκατοίκησης στην κεντρική Ευρώπη, λεξιλογικά στοιχεία, όπως π.χ. Fernweh (wanderlust, «νοσταλγία της φυγής», μονολεκτικά αμετάφραστο σε μεσογειακές γλώσσες), uneingeschränkte Versetzungsbereitschaft («απεριόριστη διαθεσιμότητα για μεταθέσεις», συχνός όρος σε προκηρύξεις θέσεων στην Γερμανία) ή και η ίδια η εμπειρία ορισμένων εξ ημών με την κινητικότητα στις περιοχές αυτές συνιστούν αδιάφορα δεδομένα άνευ σημασίας, έχουν ίσως μια μικρή σημασία κλιματικής φύσεως («πώς να μην θες να φεύγεις με τέτοιον καιρό;», θα έλεγαν εδώ πολλοί Γερμανοί) ή μπορούν σιγά σιγά, επαγωγικά και παραγωγικά, να ενσωματωθούν σε ευρύτερες θεωρητικές σκέψεις. Σε όλες αυτές, όμως, τις περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με διαφορετικές προσεγγίσεις, απόψεις ή θέσεις, φορτισμένες σαφώς κάθε φορά με την ιδεολογική-πολιτική τους χροιά, και όχι απλώς με ιδεολογικοποιήσεις. Εκτός αυτού, είναι κατανοητό να ξενίζει η επίκληση ενός πολύ μεγάλου χρονικού βάθους (που μπορεί να φθάνει ως την Παλαιολιθική Εποχή) ως κλίμακας αναγωγής π.χ. σύγχρονων πολιτισμικών διαφοροποιήσεων. Το ίδιο, ωστόσο, ξένιζε αρχικά στον ύστερο 19ο αιώνα η συνειδητοποίηση της τότε νεοανακαλυφθείσας ηλικίας του φυσικού κόσμου και του ανθρώπου, η οποία ως εκείνη την περίοδο τοποθετούνταν με βάση την βιβλική χρονολόγηση στο 4000 π.Χ. Σήμερα είναι σαφές ότι η ίδια συνειδητοποίηση δεν ξενίζει το ίδιο όταν έχουμε να κάνουμε με ευρήματα της παλαιοανθρωπολογίας ή της πληθυσμιακής γενετικής. Εντούτοις, όταν η συζήτηση αφορά πιο κοινωνικές και πολιτισμικές παραμέτρους, τα πράγματα δυσκολεύουν για την αποδοχή ενός μεγαλύτερου βάθους χρόνου από το αναμενόμενο.

Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ένας από τους λόγους για αυτό έχει να κάνει και πάλι με συγκεκριμένες θεωρητικές αφετηρίες του παρόντος. Ο Δ. Κούρτοβικ, δηλαδή, κάνοντας λόγο για «τον τρόπο ζωής των…παλαιολιθικών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών (ενώ εμείς εδώ είμαστε νεολιθικά μοντέρνοι)!» αποδίδει στον γράφοντα μια προφανώς δική του θεωρητική αφετηρία: αυτήν του απλού εξελικτισμού. Θεωρεί, με άλλα λόγια, πως οι αναφορές του γράφοντος σε πιο «παλαιολιθικούς» Κεντροευρωπαίους ενέχουν αυτονόητα υποτιμητική διάσταση. Για να το υποστηρίζει, όμως, κανείς αυτό πρέπει πρώτα να είναι υποστηρικτής της απλής εκείνης μορφής εξελικτισμού, σύμφωνα με την οποία κάθε νεώτερη φάση εξέλιξης της κοινωνικής, τεχνολογικής και γενικότερα πολιτισμικής πολυπλοκότητας στην ιστορία του ανθρώπου θεωρείται «ανώτερη», «καλύτερη» ή «πιο προηγμένη» από την προηγούμενη. Τέτοιου είδους εξελικτιστικές ιδέες έχουν, ωστόσο, δεχθεί δικαιολογημένη κριτική, αφού είναι σαφές ότι το εκάστοτε πιο «πολύπλοκο» δεν είναι οπωσδήποτε ή πάντα «ανώτερο» ή «καλύτερο» (π.χ. οι παλαιολιθικοί κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ουδέποτε κατέστρεψαν το περιβάλλον όσο ο σύγχρονος βιομηχανικός πολιτισμός, ούτε θα μπορούσαν ποτέ να διεξαγάγουν πολέμους της κλίμακας και της φρίκης των δύο Παγκοσμίων Πολέμων του 20ού αιώνα). Πέραν αυτού, στις σελ. 434-435 του «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» γίνεται, με αφορμή τις σχετικές απόψεις του Βέλγου ερευνητή M. Otte, ξεκάθαρα αποδοκιμαστική αναφορά στην «ρατσί­ζουσα αντίληψη όλων των προηγούμε­νων ανθρωπολογικών ειδών ως περίπου κατώτε­ρων μορφών ζωής εν σχέσει προς τον ανατομικώς σύγχρονο άν­θρωπο». Προκρίνεται, επομένως, μια σαφώς αντιεξελικτιστική προσέγγιση όχι μόνο ως προς τους αρχαιότερους Homo Sapiens, αλλά και ως προς τα ακόμη παλαιότερα ανθρωπολογικά είδη.

Παρά τις μάλλον σοβαρές αυτές αντενδείξεις, ο Δ. Κούρτοβικ προβαίνει σε μια εμμέσως πλην σαφώς εξισωτική αποτίμηση (ως προς την «ιδεολογικοποίηση») των σχετικών απόψεων του γράφοντος με τους «ημιμαθείς με εθνικιστικές και ρατσιστικές ιδέες». Κάτι που μας μεταφέρει στο τρίτο επίπεδο της συζήτησης. Η εξισωτική, δηλαδή, αυτή τάση, σε συνδυασμό με την αυτονόητη (αλλά λανθασμένη) απόδοση στον συγγραφέα του βιβλίου που κρίνει της δικής του εξελικτιστικής προσέγγισης, δημιουργεί την αίσθηση ότι ψήγματα ιδεολογικοποίησης ενυπάρχουν μάλλον στην ίδια την συγκεκριμένη αναφορά του Δ. Κούρτοβικ. Δίνεται εδώ η εντύπωση μιας βαθύτερης αντιδιαστολής ανάμεσα σε φιλοευρωπαϊκή «θέση» (ή «άποψη» ή «προσέγγιση») και ευρωσκεπτικιστική «ιδεολογικοποίηση», περίπου ίδιας τάξεως π.χ. με την κιτς εθνικιστική αρχαιολατρεία. Σίγουρα θα πρέπει να γνωρίζει κανείς το συνολικό φάσμα των απόψεων του Δ. Κούρτοβικ προκειμένου να απαντήσει το ερώτημα αν μια ανάλογη κρίση περί «ιδεολογικοποίησης» θα διατυπωνόταν και στην περίπτωση που τα πορίσματα του βιβλίου είχαν μια πιο φιλοευρωπαϊκή χροιά. Παρά ταύτα, μπορεί κανείς να διαισθανθεί μια εξαρχής αρνητική προδιάθεση απέναντι γενικά στον ευρωσκεπτικιστικό χαρακτήρα των σχετικών απόψεων που πολύ συνοπτικά εκτίθενται στο βιβλίο. Εν τω μεταξύ, η οπτική που θα μπορούσε να ονομαστεί «πολιτισμικός ευρωσκεπτικισμός» έχει εκτεθεί πολλάκις από τον γράφοντα με τρόπο ανοιχτό και ξεκάθαρο μέσα από τις γραμμές του παρόντος ιστοτόπου. Μια οπτική που σαφώς συνίσταται στο ότι η πλήρης ευρωπαϊκή ενοποίηση (και όχι οπωσδήποτε η απλή Ευρωπαϊκή Ένωση) αποτελεί ένα επικίνδυνο και θνησιγενές εγχείρημα, το οποίο δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψιν (και ενίοτε δεν μοιάζει καν να υποψιάζεται) τις βαθιές γλωσσοπολιτισμικές διαφοροποιήσεις εντός της Ευρώπης. Επαφίεται στον κάθε αναγνώστη και σκεπτόμενο πολίτη να αποφανθεί αν τα χρόνια της κρίσης που διανύουμε έχουν αποδυναμώσει ή ενισχύσει την ενδεχόμενη ορθότητα τέτοιων απόψεων. Αν, με άλλα λόγια, τις κατατάσσουν στην σφαίρα της «ιδεολογικοποίησης» ή τις καθιστούν αντικείμενο ενός ενδεχομένως λίγο πιο σοβαρού προβληματισμού. Ο κάθε αναγνώστης και σκεπτόμενος πολίτης μπορεί, τέλος, υπό το ίδιο πρίσμα να αξιολογήσει και μία άλλη βασική και συναφή θέση που έχουμε αναπτύξει: ότι μια χώρα χωρίς σοβαρό (και σοβαρά αποδεκτό) ευρωσκεπτικισμό θα είναι πιθανότατα και μια χώρα χωρίς σοβαρό ευρωπαϊσμό…

* Johnson, M. 1999. Archaeological Theory. An Introduction. Malden – Oxford – Carlton: Blackwell Publishing, σ. 107.

Αρχαίο DNA και αρχαιολογική έρευνα

Την Παρασκευή 20 Μαΐου 2016 έλαβε χώρα στο Ηράκλειο της Κρήτης μια σημαντική επιστημονική ημερίδα. Ο τίτλος της ήταν «Ανάλυση αρχαίου DNA: Μια νέα ματιά στο παρελθόν» και διοργανώθηκε από το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ) του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ). Στόχος της ημερίδας δεν ήταν μόνο να αποτελέσει μια παραγωγική επιστημονική συνάντηση, αλλά και να συνοδεύσει μια σημαντική εκδήλωση: τα εγκαίνια της νέας μονάδας Αρχαίου DNA του Ινστιτούτου. Η δημιουργία της μονάδας αυτής αποτελεί ένα γεγονός μεγάλης σημασίας όχι μόνο για την επιστήμη της γενετικής, αλλά και γενικότερα για την έρευνα στην Ελλάδα. Και σίγουρα αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη και για την αρχαιολογία, την επιστήμη εκείνη που καλείται τόσο να συνεισφέρει το πρωτογενές υλικό για την μελέτη του αρχαίου γενετικού υλικού όσο και να αλληλεπιδράσει με την πληθυσμιακή γενετική επιστημονικά και επιστημολογικά. Στο πλαίσιο αυτό εντάχθηκε και η συμβολή του γράφοντος, η οποία αποπειράθηκε να εξετάσει τις επιστημολογικές (α)συμβατότητες μεταξύ των δύο επιστημών προς τον σκοπό της όσο το δυνατόν πιο εποικοδομητικής συνεργασίας τους.

ΙΤΕ

Για όσους επισκεφθήκαμε για πρώτη φορά τις εγκαταστάσεις του ΙΤΕ η εκδήλωση της 20ής Μαΐου ήταν, όμως, μια πολύτιμη εμπειρία και για άλλους λόγους. Ήταν, δηλαδή, μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να γνωρίσει κανείς όχι μόνο την αρτιότητα των εγκαταστάσεων του ΙΤΕ και το ειδυλλιακό φυσικό περιβάλλον, στο οποίο αυτές βρίσκονται, αλλά και την άριστη, διεθνών προδιαγραφών οργάνωση, καθώς και τον άψογο επαγγελματισμό των ερευνητών και διοργανωτών. Ο γράφων θα ήθελε και από αυτή την θέση να εκφράσει τις θερμές του ευχαριστίες στο ΙΤΕ και ιδίως στην ψυχή του εγχειρήματος της νέας μονάδας Αρχαίου DNA, τον Δημήτρη Καφετζόπουλο, για την πρόσκληση συμμετοχής στην ημερίδα και την εξαιρετική φιλοξενία. Χάρη στην παρουσία ενός ιδρύματος, όπως το ΙΤΕ, αλλά και ενός αρχαιολογικού μουσείου, το οποίο μετά την ανακαίνισή του ανήκει δίχως αμφιβολία στα πιο σημαντικά του κόσμου, εκθέτοντας εξαιρετικά τα αριστουργήματα του σημαντικότερου προϊστορικού πολιτισμού στον χώρο του Αιγαίου, η πόλη του Ηρακλείου αναδεικνύεται σε έναν ιδιαίτερα ελκυστικό επιστημονικό προορισμό. Το γεγονός πως μια περιοχή της Ελλάδας, η οποία διακρίνεται ακόμη για τα πολλά παραδοσιακά της στοιχεία, δεν μένει μόνο σε αυτά, αλλά επιδεικνύει σημαντικά επιτεύγματα σύγχρονου αστικού πολιτισμού είναι σίγουρα κάτι που θα πρέπει να προβληματίσει και να παραδειγματίσει άλλες περιοχές και πόλεις της Ελλάδας (ας μην γίνουν πιο συγκεκριμένες αναφορές).

Τέλος, θα είναι ευχής έργον η πρωτοβουλία για την ίδρυση της πρώτης μονάδας μελέτης Αρχαίου DNA στην Ελλάδα να αγκαλιαστεί με τον δέοντα τρόπο και από τους αρχαιολόγους της χώρας μας. Η σημασία της γενετικής μελέτης των αρχαίων σκελετικών καταλοίπων είναι τεράστια και, ως εκ τούτου, πρέπει εκ μέρους των αρχαιολόγων να υπάρχει πάντα ανοιχτό πνεύμα υγιούς συνεργασίας με τους γενετιστές. Μέσα από την συνεργασία με άλλες επιστήμες, όπως η γενετική, μπορεί και πρέπει να καλλιεργηθεί μια ολοένα και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση του δημόσιου χαρακτήρα του αρχαιολογικού υλικού, μακριά από παραδοσιακές, ιδιοκτησιακού τύπου αντιλήψεις και νοοτροπίες, οι οποίες έχουν δυστυχώς ως τώρα διαμορφώσει και αυτές το δικό τους «DNA» στον αρχαιολογικό κλάδο στην χώρα μας.

Συνέντευξη στο Πολιτισμικό Ημερολόγιο (23/03/2016)

Μαρτίου 27, 2016 Σχολιάστε

Το απόγευμα της Τετάρτης 23 Μαρτίου 2016 είχα την χαρά να είμαι προσκεκλημένος στην ραδιοφωνική εκπομπή Πολιτισμικό Ημερολόγιο του Prisma Radio. Παραγωγός της εκπομπής είναι ο παλιός συμφοιτητής και καλός φίλος Κώστας Μαζιώτης, ένας άνθρωπος με ιδιαίτερα πολιτιστικά και πολιτικά ενδιαφέροντα και ταυτόχρονα ένας από τους καλύτερους γνώστες της ροκ μουσικής στο ελληνικό ραδιόφωνο. Η συζήτησή μας είχε μεν ως αφορμή το «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;», αλλά επεκτάθηκε σε ορισμένα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα θέματα, όπως είναι η ποιότητα των σπουδών ιστορίας-αρχαιολογίας στα ελληνικά πανεπιστήμια, ο ρόλος του ιστορικού ή αρχαιολογικού ερευνητή στην σύγχρονη κοινωνία, η σχέση αρχαιογνωστικής επιστήμης και ψευδεπιστήμης στην Ελλάδα, κ.ά. Θα ήθελα και από αυτή την θέση να ευχαριστήσω θερμά τον Κώστα Μαζιώτη για την πρόσκληση στην εκπομπή και την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε.

Το πρόβλημα της προέλευσης του ελληνικού πολιτισμού και ο ρόλος της Λευκάδας (βίντεο διάλεξης)

Οκτώβριος 12, 2015 7 Σχόλια

Tο Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015 πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα συνεδρίων του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λευκάδος διάλεξη του γράφοντος με θέμα: «Το πρόβλημα της προέλευσης του ελληνικού πολιτισμού και ο ρόλος της Λευκάδας». Από την θέση αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Δήμο Λευκάδος και το Πνευματικό του Κέντρο για την τιμητική πρόσκληση να παρουσιάσω μέσω της διάλεξης αυτής το βιβλίο μου «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» στο κοινό της Λευκάδας. Η εκδήλωση υπήρξε μια εξαιρετική αφορμή συνάντησης με πολλούς Λευκαδίους, φίλους, γνωστούς, αλλά και αγνώστους, οι οποίοι από την πρώτη στιγμή της έκδοσης του βιβλίου, το αγκάλιασαν και το υποστήριξαν με ιδιαίτερα ενεργό, έως και συγκινητικό τρόπο. Θα ήθελα να τους ευχαριστήσω όλους θερμά τόσο για την υποστήριξη του εκδοτικού αυτού εγχειρήματος όσο και για την αθρόα παρουσία τους στην εκδήλωση.

Σκοπός της διάλεξης ήταν να παρουσιαστούν για πρώτη φορά στο κοινό της Λευκάδας οι πτυχές εκείνες του βιβλίου που αφορούν την προϊστορία του νησιού και ειδικότερα την σχέση του με το πρόβλημα της ομηρικής Ιθάκης. Πρόκειται για μια πρόταση αναθεώρησης της παλαιάς θεωρίας του Wilhelm Dörpfeld για την Λευκάδα ως την ομηρική Ιθάκη και επανασύνδεσης των ευρημάτων στο Στενό του Νυδρίου με το ομηρικό ζήτημα, όπως αυτή προκύπτει μέσα από το ευρύτερο πλαίσιο της έρευνας του βιβλίου. Θα μπορούσε, φυσικά, να υποστηριχθεί ότι η συγκεκριμένη άποψη δεν προέρχεται μόνο από εκεί. Το γεγονός πως ο γράφων έλκει κατά το ήμισυ την καταγωγή του από την Λευκάδα δεν είναι κάτι που πρέπει ή μπορεί να αποσιωπηθεί σε σχέση με τα ανωτέρω. Δεν θα ήταν, μάλιστα, περίεργο κάποιος που δεν έχει διαβάσει προσεκτικά τα σχετικά σημεία του βιβλίου να μην τους αποδώσει ιδιαίτερη αξία, αντιμετωπίζοντάς τα όπως θα αντιμετώπιζε ίσως τις αντίστοιχες, περί ομηρικής Ιθάκης απόψεις ενός Κεφαλλονίτη για την Κεφαλλονιά ή ενός Ιθακησίου για την σύγχρονη Ιθάκη. Πράγματι, επαφίεται στην κρίση του κάθε αναγνώστη να αποφανθεί για το τι ρόλο παίζει σε μια τέτοια περίπτωση η καταγωγική σχέση: αποτελεί την βαθύτερη αιτία για την θετική αντιμετώπιση μιας θεωρίας, η οποία εστιάζει στον τόπο καταγωγής, ή προσέφερε κάποτε απλώς το πλαίσιο για την αρχική γνωριμία και εξοικείωση με την εν λόγω θεωρία; Και φυσικά, η απόφανση αυτή ενέχει πάντα και αυτοαναφορικά στοιχεία, αφού η ερμηνεία -αν όχι και η επιλογή- των εκάστοτε δεδομένων (εδώ του δεδομένου της καταγωγικής σχέσης) γίνεται πάντα μέσα από τις υποκειμενικές μας οπτικές, τάσεις και διαθέσεις.

Μέσω της ομιλίας έγινε προσπάθεια να καταδειχθεί το γιατί η θεωρία που κάποτε διατύπωσε ένας άνθρωπος χωρίς καταγωγική σχέση με την Λευκάδα, ο Wilhelm Dörpfeld, σχετίζεται ίσως με την προοπτική ότι το πρόβλημα της ομηρικής Ιθάκης δεν είναι πλέον μόνο πρόβλημα εντοπισμού στον χώρο, αλλά και στον χρόνο. Ακολουθεί το βίντεο της εκδήλωσης, όπως το ετοίμασε για το ενημερωτικό site της Λευκάδας My Lefkada ο διαχειριστής του Νίκος Καββαδάς. Τον ευχαριστώ θερμά τόσο για το εξαιρετικό βίντεο όσο και για την ίδια την βιντεοσκόπηση της εκδήλωσης.

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» Παρουσίαση στην Κύπρο

Φεβρουαρίου 20, 2015 Σχολιάστε
Maa-Palaeokastro

Μάα-Παλαιόκαστρο

Στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ., σε μια απομονωμένη χερσόνησο της δυτικής Κύπρου που είναι σήμερα γνωστή ως Μάα-Παλαιόκαστρο, έκανε την εμφάνισή της μια πιθανότατα νεοφερμένη στο νησί ομάδα ανθρώπων. Σε αυτή την όχι ιδιαίτερα κατάλληλη περιοχή για εγκατάσταση, η ομάδα αυτή των επηλύδων εγκαθίδρυσε έναν οικισμό που επρόκειτο να κατοικηθεί για περίπου 50 χρόνια. Κάποια στοιχεία του οικισμού αυτού είναι για εμάς σήμερα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα: τείχη «κυ­κλώπειου» τύπου, κεντρικές εστίες στα οικήματα, μυκηναϊκή κεραμεική του πρώιμου 12ου αιώνα π.Χ., επίσης μυκηναϊκού τύπου περόνες, ακόμη και ένα άλλο είδος κεραμεικής (χειροποίητη στιλ­βωτή ή «βαρβαρική») που από τα τέλη του 13ου αιώνα π.Χ. εμφανίζεται σε πολλές θέσεις της ηπει­ρωτικής Ελλάδας και έχει ξενική (μάλλον ιταλική) προέλευση. Αν και από τον υλικό του πολιτισμό δεν λείπουν και αρκετά τοπικά κυπριακά στοιχεία, ο οικισμός στην χερσόνησο Μάα-Παλαιόκαστρο θεωρείται ένα από τα πρώτα «προγεφυρώματα» του ελληνικού ή αχαϊκού αποικισμού της Κύπρου. Και είναι σίγουρα μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια της ιστορίας ότι οι πρώτοι αυτοί ελληνόφωνοι άποικοι στην Κύπρο ταυτοποιούνται, μεταξύ άλλων, και μέσω των ξένων που κατοικούσαν στις κοινωνίες τους (των φορέων της χειροποίητης στιλβωτής κεραμεικής) οι οποίοι, όπως φαίνεται, τους συνόδευσαν στην νέα τους πατρίδα.

Οι επαφές ανάμεσα στον κόσμο του Αιγαίου και την Κύπρο χρονολογούνται, φυσικά, σε χρόνους πολύ προγενέστερους από τον πρώιμο 12ο αιώνα π.Χ. Εντούτοις, μόνον από την περίοδο αυτή και εφεξής υπάρχουν αρχαιολογικά στοιχεία που να συνηγορούν στην ύπαρξη όχι απλά εμπορικών και λοιπών πολιτιστικών επαφών, αλλά στην έναρξη της διαδικασίας εκείνης που οδήγησε στον στα­διακό εξελληνισμό της Κύπρου. Και αυτό διότι σαν αποτέλεσμα της κατάρρευσης του μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος στην Ελλάδα περί το 1200 π.Χ., ομάδες φορέων του ελληνόφωνου μυκη­ναϊκού πολιτισμού άρχισαν να καταφθάνουν στην Κύπρο, αυτή την φορά με προϋποθέσεις και προ­θέσεις πιο μόνιμης εγκατάστασης. Η μυθολογική παράδοση διέσωσε τον απόηχο της διαδικασίας αυτής στις ιστορίες ηρώων του Τρωικού Πολέμου, όπως π.χ. του Τεύκρου, αδερφού του Τελα­μώνιου Αίαντα, και ιδρυτή της κυπριακής Σαλαμίνας, και του Αγαπήνορα, βασιλιά της Αρκαδίας και ιδρυτή της Πάφου. Στα τέλη του 11ου αιώνα π.Χ. χρονολογείται η αρχαιότερη ως τώρα γνωστή μαρτυρία της ελληνικής γλώσσας στην Κύπρο, που είναι η λεγόμενη επιγραφή του Οφέλτα. Συνίσταται σε ένα και μόνο ελληνικό όνομα, γραμμένο στην γενική πτώση και σε ένα σύστημα γραφής διαφορετικό από αυτά, με τα οποία έχουμε συνηθίσει ως επί το πλείστον να βλέπουμε καταγραμ­μένη την ελληνική γλώσσα (πιθανότατα μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στην κυπρο-μινωική γραφή και στο μεταγενέστερο κυπριακό συλλαβάριο). Το όνομα του Οφέλτα χαράχθηκε πάνω σε έναν οβελό που βρέθηκε σε έναν τάφο στην Παλαίπαφο για να δηλώσει την κυριότητά του. Ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα «ακούσιας μαρτυρίας» στην ιστορία, ο αγνώστων λοιπών στοιχείων Οφέλτας σίγουρα δεν φανταζόταν ότι εκτός από το ιδιοκτησιακό του δικαίωμα επί του οβελού θα γνωστοποιούσε στους μελλοντικούς ερευνητές και το πιο ύστερο δυνατό χρονικό σημείο (terminus ante quem), στο οποίο μπορεί πιθανότατα να τοποθετηθεί η άφιξη της ελληνικής γλώσ­σας στην Κύπρο. Μιας γλώσσας, την οποία εκείνη την εποχή επίσης λίγοι θα φαντάζονταν ότι θα μπορούσε να εδραιώσει την παρουσία της σε ένα νησί της ανατολικής Μεσογείου, το οποίο κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (β΄ ήμισυ της 2ης χιλιετίας π.Χ.) υπήρξε προσανατολισμένο περισ­σότερο προς την κατεύθυνση της Μέσης Ανατολής και της Αιγύπτου. Κι όμως, δεν ήταν ούτε η αρ­χαία αιγυπτιακή της πανίσχυρης αυτοκρατορίας των Φαραώ ούτε κάποια από τις γλώσσες της συ­ροπαλαιστινιακής ακτής, αλλά μια γλώσσα που ήρθε από την Δύση, εκείνη που επρόκειτο να σφρα­γίσει την μετέπειτα ιστορία της Κύπρου.

Σαν αποτέλεσμα των ανωτέρω στοιχείων, στην περίπτωση της Κύπρου το «πόθεν και πότε» της ελληνικής γλώσσας είναι σε σημαντικό βαθμό γνωστό και σίγουρα πιο ξεκάθαρο απ΄ ό,τι στην πε­ρίπτωση της ίδιας της Ελλάδας. Σε ό,τι αφορά την τελευταία, η «άφιξη» της ελληνικής γλώσσας σε αυτήν έγινε για πολύ καιρό αντιληπτή στην έρευνα με όρους παρόμοιους με την πρώτη της εμφάνι­ση στην Κύπρο: ως το αποτέλεσμα της μεταναστευτικής «έλευσης των Ελλήνων», δηλαδή της άφι­ξης στην Ελλάδα νέων πληθυσμιακών ομάδων με γλωσσικά (ή και εθνικά) ήδη διαμορφωμένα χα­ρακτηριστικά. Είναι, όμως, τα πράγματα έτσι; Ή μήπως στην περίπτωση της Ελλάδας τα πράγματα υπήρξαν πιο σύνθετα;

Το πρόγραμμα «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό» του Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου και οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης διοργανώνουν την Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015 παρουσία­ση του βιβλίου του γράφοντος στην Λευκωσία (Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύ­πρου, Φανερωμένης 86-90, ώρα 19:30). Στο πλαίσιο της παρουσίασης ο Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος του προγράμματος «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό», Επίκουρος Καθηγητής κ. Γ. Δεληγιαν­νάκης, και ο γράφων θα έχουν την ευκαιρία να αναφερθούν στις βασικές πτυχές της διεθνούς διεπιστημονικής αναζήτησης των απαρχών του ελληνικού πολιτισμού. Η βιβλιοπαρουσίαση αυτή έχει και ένα σημαντικό στοιχείο πρωτοτυπίας. Αξιοποιώντας την τεχνολογία τηλεδιάσκεψης του προ­γράμματος «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό», θα δοθεί η δυνατότητα ζωντανής τηλε-συμμετοχής του κοινού από τον υπολογιστή. Η συμμετοχή δεν θα συνίσταται μόνο στην παρακολούθηση της εκδήλωσης, αλλά και στην δυνατότητα υποβολής ερωτημάτων τόσο γραπτά (στο ειδικό πα­ράθυρο chat της πλατφόρμας τηλεδιάσκεψης) όσο και προφορικά (κάνοντας χρήση του μικρο­φώνου της πλατφόρμας με παράλληλη χρήση ακουστικών). Σαν αποτέλεσμα, κάθε ενδιαφερόμενος για την εκδήλωση θα μπορεί να συμμετάσχει ενεργά σε αυτήν, ανεξάρτητα από το αν βρίσκεται στην Κύπρο, στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Με αυτό τον τρόπο θα πάρει ταυτόχρονα και μια γεύ­ση από την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, όπου η τεχνολο­γική πρόοδος της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης καταργεί τα γεωγραφικά σύνορα. Από αυτή την θέση ο γράφων θα ήθελε να εκφράσει τις θερμότερες ευχαριστίες του στο πρόγραμμα «Σπουδές στον Ελ­ληνικό Πολιτισμό» του Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου, στο οποίο έχει και την τιμή να εργάζεται, για το ενδιαφέρον για το βιβλίο και την πρωτοβουλία της εκδήλωσης στην Κύπρο. Για την ζωντανή τηλε-συμμετοχή στην εκδήλωση μπορεί κανείς να ακολουθήσει τον παρακάτω διαδικτυακό σύνδε­σμο:

http://eclass-live2.ouc.ac.cy:80/join_meeting.html?meetingId=1431485

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» – Διάλογοι με αναγνώστες

Ιουλίου 19, 2014 40 Σχόλια

Εξώφυλλο-βράβευσηΣτον ενάμιση περίπου χρόνο της κυκλοφορίας του το βιβλίο «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» Οι υπεύθυνες απαντήσεις της επιστήμης και η παρούσα κατάσταση της έρευνας για την πρώτη αρχή του ελληνικού πολιτι­σμού έτυχε σίγουρα μιας πολύ θετικής υποδοχής από ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, προερχομένων τόσο από τον χώρο των επιστημών όσο και εκτός αυτών. Ιδίως η ανταπόκριση εκ μέρους πολλών ανθρώπων που δεν προέρχονται από τον χώρο των αρχαιογνωστικών επιστημών ή της επιστήμης γενικότερα υπήρξε από την πρώτη στιγμή εξαιρετικά θερμή και σημαντική. Και αυτό διότι ένας από τους βασικούς στόχους του βιβλίου υπήρξε ευθύς εξαρχής το να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό με κάποιους από τους όρους που εκείνο είχε διαμορφώσει. Με άλλα λόγια, ιδίως στις ανθρωπιστικές επιστήμες η κάθε συγγραφική ή επι­στημονική εργασία είναι ούτως ή άλλως πάντα το κοινωνικό προϊόν της επαφής μας με πολλούς ανθρώπους. Τους ανθρώπους με τους οποίους συζητάμε διαρκώς τα όσα μας συμβαίνουν, αυτούς που με τις παρατηρή­σεις και συμβουλές τους μας βοηθούν να διαμορφώνουμε τον τρόπο και το ύφος της γραφής μας, αυτούς που μας δίνουν κατά καιρούς την δυνατότητα και το βήμα είτε να δημοσιεύσουμε είτε να παρουσιάσουμε με άλλους τρόπους τις σκέψεις μας, αυτούς που μας κάνουν εποικοδομητικά σχόλια, μας δίνουν πολύτιμη ανα­τροφοδότηση, εκφράζουν την διαφωνία τους μαζί μας, κλπ. Κατά συνέπεια, το να διαπιστώνουμε ότι πολλοί από τους ανθρώπους αυτούς ξαναβρίσκουν σε ένα έργο μας κάποιες οικείες γραμμές σκέψης ή ότι αισθάνο­νται πως έχουν ληφθεί υπόψιν προβληματισμοί που κατά κάποιον τρόπο είναι και δικοί τους είναι (τουλάχι­στον για τον γράφοντα) η μεγαλύτερη ικανοποίηση. Ιδίως αν το θέμα μας έχει να κάνει με ευαίσθητα ζητή­ματα ταυτότητας, με τα οποία η προβληματική της προέλευσης ή της καταγωγής δεν ταυτίζεται μεν πλήρως, αλλά σίγουρα συνδέεται.

Κατά το διάστημα που μεσολάβησε από την πρώτη έκδοση του βιβλίου έως και σήμερα πολλοί ανα­γνώστες ήρθαν σε επαφή μαζί μου, θέτοντας ερωτήματα και εκφράζοντας απόψεις και σκέψεις επί των θε­μάτων του. Τόσο τα ερωτήματα όσο και οι γενικότεροι αυτοί προβληματισμοί είχαν ως κοινό σημείο το με­γάλο ενδιαφέρον για τα θέματα που εξετάζονται στο βιβλίο, καθώς και την ιδιαίτερα προσεκτική και ενδε­λεχή ανάγνωσή του. Σε κάποιες περιπτώσεις που οι συζητήσεις αυτές εξελίχθηκαν σε μια ιδιαίτερα γόνιμη ανταλλαγή απόψεων ζήτησα από τους εν λόγω αναγνώστες την άδεια να αναδημοσιεύσω την σχετική αλλη­λογραφία μας. Ο λόγος εί­ναι ότι αρκετά από τα ζητήματα και ερωτήματα που τίθενται όχι μόνο έχουν επιστημονικό ενδια­φέρον, αλλά ενδεχομένως έχουν απασχολήσει ήδη και άλλους αναγνώστες του βι­βλίου ή γενικότερα ασχολούμενους με κάποια από τα ζητήματα που αυτό ερευνά. Με αυτή την αφορμή και από αυτή την θέση θα ήθελα να ευχαριστήσω για άλλη μια φορά τόσο τους συγκεκριμένους αναγνώστες, η αλληλογραφία με τους οποίους αναπαράγεται στον χώρο των σχολίων, όσο και όλους γενικά τους ανθρώπους που έχουν στηρίξει ως τώρα με το ειλικρινές τους ενδιαφέρον την εκδοτική αυτή προσπάθεια.