Στόουνχεντζ, Ουρούκ και ελληνική κοινωνία

Ιουνίου 21, 2016 14 σχόλια

Βλέποντας κανείς μια εικόνα του Στόουνχεντζ, του διάσημου νεολιθικού κτίσματος της νότιας Αγγλί­ας, δύσκολα ίσως φαντάζεται ότι το συγκεκριμένο μνημείο ανή­κει σε έναν χρονολογικό και πολιτιστι­κό ορίζοντα με ιδιαίτερη σημασία για τα διαδραματι­ζόμενα στην Ελ­λάδα της εποχής μας. Η περίοδος των μεγαλιθικών μνημείων στην δυτική Ευρώπη συνδέεται με τις ύστερες φάσεις της Νεολιθικής επο­χής στις περιοχές αυτές. Κατά την διάρκεια της Νεολιθικής εποχής, από το 6500 π.Χ. και εξής, εξα­πλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη η γεωργία και η κτηνοτροφία, οι επαναστατικές εκείνες και­νοτομίες που μετά από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, επρόκειτο να πυροδοτή­σουν μια αλυσίδα ραγδαίων πολιτιστικών μετασχηματισμών. Πρόκειται για τις εξελίξεις των τελευταί­ων περί­που 10.000 ετών, οι οποίες άλλαξαν εκ βάθρων την μορφή του ανθρώπινου πολιτι­σμού. Μια επι­μέρους πτυχή των εξελίξεων αυτών υπήρξε και η κατά καιρούς εντεινόμενη διαδικασία απόκλισης με­ταξύ των κοινωνιών. Τι σημαίνει αυτό; Στα τέλη της 4ης χιλιετίας π.Χ., περί το 3300-3100 π.Χ., λαμ­βάνει χώρα στην νότια Μεσοποταμία αυτό που ο μεγάλος αρχαιολόγος Gordon Childe απο­κάλεσε «Αστική Επα­νάσταση». Χαρακτηριστικά της υπήρξαν η εμφάνιση των πρώτων μεγάλων αστι­κών κέντρων, της εξε­λιγμένης κοινωνικής διαστρωμάτωσης, της οργανωμένης γραφειοκρατικής διοί­κησης, της πολύ πιο έντονης επαγγελματικής εξειδίκευσης ως αποτέλεσμα της αστικής ποικιλομορφί­ας, αλλά και της γραφής. Με αρχαιολογικούς όρους, οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με την ύστερη φάση του πο­λιτισμού Ουρούκ και είχαν ως επίκεντρο την ομώνυμη πόλη της νότιας Μεσοποταμίας. Το κρίσιμο ση­μείο εδώ είναι να συνειδητοποιήσει κα­νείς ότι την ίδια ακριβώς περίοδο, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα δυτικότερα, συνέχι­ζαν να υφίστανται οι παραδοσιακές, νεολιθικές, αγροτικές κοινότητες, στις πολιτι­στικές εκ­φράσεις των οποίων ανήκαν και τα μεγαλιθικά μνημεία. Την εποχή που στη νότια Μεσοπο­ταμία χα­ράζονταν σε πινακίδες τα πρώτα σύμβολα ενός εξελιγμένου συστήματος γραφής, στην δυτι­κή Ευ­ρώπη συνεχι­ζόταν απρόσκοπτα ο νεολιθικός βίος και στην νότια Αγγλία διαμορφώνονταν οι πρώτες φάσεις του συγκρο­τήματος που επρόκειτο αργότερα να πάρει την μορφή του γνωστού μας Στόουν­χεντζ.

Stonehenge-Uruk

Τα δύο πρόσωπα της ελληνικής κοινωνίας…

Σαν αποτέλεσμα, δύο διαφορετικοί κόσμοι, δύο διαφορετικοί κοινωνικοί χρόνοι, ο καθένας με τα δικά του πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, άρχισαν να συνυπάρχουν την ίδια περίοδο, εγκαινιάζο­ντας την αναφερθείσα διαδι­κασία απόκλισης μεταξύ κατά τα άλλα σύγχρονων κοινωνιών. Τα με­τέπειτα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας μας είναι γνωστά και, αν σταθούμε στα λιγότερο ζοφε­ρά, ένα από αυτά υπήρξε η ίδια η εμφάνιση της κοινωνικής ή πολιτιστικής ανθρωπολογίας. Δη­λαδή του επιστημονικού πλαισίου, μέσω του οποίου οι κάποτε αστικοποιηθείσες δυτικές κοινωνίες προ­σπάθησαν να μελετήσουν τις «πρωτόγονες» ή «εξωτικές» μη αστικοποιημένες κοινωνίες στην περι­φέρειά τους. Κι αν η συνύπαρξη κοινωνιών που μπορούν να στείλουν ανθρώπους στην Σελήνη με κοι­νωνίες που δια­τηρούν ακόμα σχεδόν παλαιολιθι­κά χαρακτηριστικά αποτελεί το αποκορύφωμα αυτής της διαδικασί­ας απόκλισης, δεν είναι πάντα τόσο ξεκάθαρο ότι η συνύπαρξη των διαφορετικών κόσμων μπορεί ενίο­τε να λαμβάνει χώρα και εντός της ίδιας κοινωνίας. Δεν είναι, δηλαδή, εκ πρώτης όψεως ευδιάκρι­το ότι, για παράδειγμα, σε μια αστι­κοποιούμενη (και όχι αστικοποιημένη) κοινωνία, όπως η νεοελληνι­κή, η Ουρούκ και το Στόουνχεντζ, οι Ρωμαίοι και οι Γαλάτες, οι Ισπανοί κονκιστα­δόρες και οι Αζ­τέκοι, οι καουμπόηδες και οι Ινδιάνοι μπορεί να συνυπάρχουν ακόμη και εντός της ίδιας οικογένειας, της ίδιας παρέας, του ίδιου εργασιακού χώρου. Μετά από λίγες μόνο δεκαετίες «αστυφιλίας», δηλαδή ουσιαστικά συγκέντρωσης ενός σε μεγάλο βαθμό αγροτικού πληθυσμού σε πόλεις, συνυπάρχουν αναπόφευκτα στην νεοελληνική κοινωνία εντε­λώς διαφορετικοί κοινωνικοί χρόνοι και τρόποι. Σε αστικοποιούμενες κοινωνίες, για παράδειγμα, η ηλικιακή δια­φορά των 25-30 ετών μπορεί να αντιστοιχεί σε διαφορά 150-200 ετών όσον αφορά τις νοοτροπίες και αντι­λήψεις. Η αστικοποιητική διαδικασία μπορεί να επιταχύνει δραματικά τις απο­κλίσεις και να καταστή­σει εντελώς σχετικές τις εκάστοτε χωροχρονικές συντεταγμένες. Το αποτέλεσμα είναι ουκ ολίγες τρα­γικές διαγενεαλογικές και κοινωνικοανθρωπολο­γικές ασυμβατότητες, περιπλοκές, εντάσεις και συγκρού­σεις.

Το πεδίο, στο οποίο θα εστιάσουμε σε αυτό το κείμενο, είναι αυτό της αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε συγκεκριμένα πρότυπα διαχείρισης της προσωπικής και επαγγελματικής αποκατάστασης. Κατά πρώτον, η προσωπική αποκατάσταση είναι ένα πεδίο, στο οποίο οι αστικοποιητικές διαδικασίες επέφεραν πολύ σημαντικές μεταβολές. Ο μέσος όρος της ηλικίας γάμου, για παράδειγμα, ανέβηκε σταδιακά, ακολουθώντας και τον γενικότερο μέσο όρο ηλικίας του πληθυσμού. Παράλληλα, ένα ση­μαντικό ποσοστό ανθρώπων άρχισε να εμπλέκε­ται σε αστικού τύπου διαδικασίες επαγγελματικής και μορφωτικής εξειδίκευσης (π.χ. πανεπιστημιακή εκπαίδευση), οι οποίες εκτείνονται χρονικά στην ίδια περίοδο της ζωής που άλλοτε είχε κανείς ήδη πα­ντρευτεί και κάνει τα πρώτα του παιδιά. Εντός πολ­λών νεοελληνικών οικογενειών και κοινωνικών κύκλων οι εξελίξεις αυτές, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως φαντάζουν αυτονόητες, δεν προσλαμβάνονται πάντα ως φυσιολογικές, αλλά, αντιθέτως, ως εν μέρει αναγκαίες μεν, αλλά και κάπως ενοχλητι­κές αποκλίσεις από έναν παραδοσιακό κανόνα. Και αυτό διότι εντός των οικογενειών από την μια με­ριά υπάρχει το Στόουνχεντζ των γονέων που συχνά συνε­χίζουν να εκπροσωπούν (ο ένας ή και οι δύο) την ανθρωπολογία συγκεκριμένων εκδοχών του μη αστικού, αγροτοποιμενικού χώρου και από την άλλη μεριά η Ουρούκ των πιο αστικοποιημένων νέων γενεών που μεγαλώνουν από την πρώτη στιγμή στις πόλεις. Η διάσταση αυτή μεταφέρεται και εντός των ευρύτερων κοινωνικών ή εργασιακών κύκλων, όπου το Στόουνχεντζ εκπροσωπείται από όσους, ανεξαρτήτως ηλικίας, συνειδητά ή ασυνείδητα, αναπαράγουν την παραδοσιακή δομή και η Ουρούκ από όσους, επίσης συνειδητά ή ασυνείδητα, εκπροσωπούν την απόκλιση από αυτήν. Η σύγκρουση των δύο κόσμων εκφράζεται στις περιπτώσεις αυ­τές με πολλούς χαρακτηριστικούς τρόπους.

Δεν είναι, δηλαδή, λίγες οι φορές, που ένας νέος π.χ. 30-35 ετών που εστιάζει σε αυτή την φάση της ζωής του πιο πολύ στην επιστημονική του δρα­στηριότητα, αρχίζει να αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση για την προσωπική του αποκατάστα­ση, η οποία θεωρείται ότι έχει ήδη «καθυστερήσει». Αν, μάλιστα, μιλάμε για γυναίκα, τότε η πίεση αυτή αρχίζει να οξύνεται και μέσω επίκλησης των βιολογικών περιο­ρισμών. Πρόκειται, δηλαδή, για την πίεση ενός οικογενειακού ή κοινωνικού περιβάλλοντος, το οποίο στην ουσία αναπαράγει με κεκτημένη ανθρωπο­λογική ταχύτητα πρότυπα και αντιλήψεις εποχών, όταν ο μέσος όρος ζωής στους άντρες ήταν 30 και στις γυναίκες 35 χρόνια και δεν υπήρχε, φυσικά, τε­χνολογία υποβοηθούμενης ανα­παραγωγής (π.χ. εξωσωματική γονιμοποίηση, κατάψυξη ωαρίων). Δύσκολα θα ήταν τα πράγματα και για κάποιον/α που π.χ. δεν επιθυμεί να παντρευτεί ή διατηρεί σχέση, όπου υπάρχει δια­φορά ηλικίας (ιδίως στις περι­πτώσεις που ο άντρας είναι μικρότερος) ή σχέση που για οποιοδήποτε λόγο μπορεί να μην υπόσχεται καλές προοπτικές τε­κνοποίησης. Η παραδοσιακή κοινωνία, λειτουρ­γώντας ως τυφλός εντολοδόχος της «άγριας φύσης» των διάφορων φυσικών δεδο­μένων και βιολογι­κών περιορισμών, θα ασκήσει σε αυτές τις περιπτώσεις ασφυκτική και εμμονική πίε­ση προς την κα­τεύθυνση της κάθε είδους αναπαρα­γωγής (φυσικής και κοινωνικής). Όπως κάθε εκτε­λεστής που εκτε­λεί ψυχρά χωρίς να σκέφτεται πολύ τα πράγματα, η πα­ραδοσιακή κοινωνία και οι νοο­τροπίες της δια­τηρούν ενίοτε σημαντικά πλεονεκτή­ματα σε σχέση με όσους έχουν την τάση να σκέφτονται υπερβολι­κά.

Εντούτοις, ο λογαριασμός πιθα­νότατα θα έρθει λίγο αργότερα. Όταν π.χ. νέοι και έξυπνοι άνθρωποι διαπιστώσουν ότι σχεδόν μηχα­νικά (και όχι πλήρως συνειδητά) αναπαρήγαγαν το παραδοσιακό μο­ντέλο, κάνοντας οικογένεια και παιδιά ήδη από τα 25 ή τα 30 τους και αρχίσουν σιγά σιγά να συνυ­πάρχουν στον κοινωνικό, αλλά και εργασιακό τους χώρο με ανθρώπους που στις δεκαετίες των 20 και των 30 επένδυσαν στην επιστημονική και επαγγελματική εξειδίκευση. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι, αναπαράγοντας κανείς αυτόματα τα πρότυπα ζωής γονέων και παππούδων, δεν προειδοποιή­θηκε από κανέναν ότι στην εποχή των τελευταίων το Στόουνχεντζ δεν ήταν ακόμα εκτεθειμένο στην συνύπαρξη και διαρκή σύγκριση με την Ουρούκ. Και το ακόμα σημαντικότερο ζήτημα είναι ότι η επι­κίνδυνη αυτή συνύπαρξη καταλήγει να βρίσκεται στον πυρήνα μιας επαγγελματικής-παραγωγικής δυ­σλειτουργίας, η οποία, μεταξύ άλλων, υποσκάπτει εδώ και πολύ καιρό την ίδια την διοικητική υπόσταση μιας χώρας όπως η Ελλάδα. Ας προσπαθήσουμε π.χ. να μπούμε στην ψυχολογία αν­θρώπων που σε πολύ νεαρή ηλικία εισήλθαν χωρίς πτυχία σε διάφορες περιοχές της δημόσιας διοίκη­σης. Εκείνη την περίοδο όλα φάνταζαν απόλυτα φυσιολογικά. Φυσιολογικό ήταν το να αντιλαμβάνε­ται κανείς την δουλειά με όρους στείρου βιοπορισμού, ως απλό μέσο για την δημιουργία οικογένειας. Φυσιολογικό φάνταζε (και ενίοτε ακόμα φαντάζει) να μετατρέπεται ο εργασιακός χώρος σε πρωινό καφέ διαρκούς επανεπιβεβαίω­σης (μέσω ατέρμονων συζητήσεων για την οικογένεια, τα παιδιά, το σχολείο, κλπ.) της κοινωνικής αποδοχής που η παραδοσιακή κοινωνία εξασφαλίζει σε όσους ακολου­θούν πιστά τους κανόνες της. Φυσιολογικό φάνταζε το χαρακτηριστικό αίσθημα εκπλήρωσης της κοι­νωνικής «απο­στολής», μόλις γινόταν ο μόνιμος διορισμός στο δημόσιο και ακολουθούσε η δημιουρ­γία οικογένειας, με εξίσου αυτονόητη την παραμέληση της ίδιας της εργασιακής διάστασης. Φυσιολογικό φάνταζε, τέλος, το να ιεραρχείται κανείς στην δουλειά του αποκλειστικά με όρους επετηρίδας και αρ­χαιότητας, με τον μονολιθικό και αρχέγονο, δηλαδή, τρόπο που η παραδοσιακή κοινωνία διακρίνει τα μέλη της.

Και εκεί που όλα φάνταζαν αρμονικά, άρχισε να ενσκήπτει η Ουρούκ… Προϊστάμε­νοι χωρίς πτυχία βρέθηκαν να έχουν υφισταμένους με πτυχία και μεταπτυχιακά, γυναίκες 40-45 χρόνων με παιδιά 20 ετών άρχισαν να συνειδητοποιούν πως υπάρχουν άλλες γυναίκες που στην ίδια ηλικία περιέργως δεν έχουν ακόμη παντρευτεί, αλλά έχουν πλούσια επαγγελματική, επιστημονική και κοινωνική εμπειρία, άνθρωποι που θεωρούσαν ότι η δουλειά είναι απλώς το μέσον για την δημιουργία (και την επίδειξη) της οικογένειας γνωρίζουν εργαζομένους που δουλεύουν για να παράγουν έργο, επιδεικνύοντας δυ­σθεώρητα μεγαλύτερες δυνατότητες διαχείρισης της αστικής πολυπλοκότητας. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το για ποιον λόγο πολύ συχνά το εργασιακό περιβάλλον της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα μετατρέπεται σε έναν τεράστιο πυρηνικό αντιδρα­στήρα παραγωγής κόμπλεξ. Γιατί σε ουκ ολίγες περιπτώσεις το Στόουνχεντζ αισθάνεται την ανάγκη να απωθήσει μέσα του ή να αφανίσει με διάφορους τρόπους από το οπτικό του πεδίο την Ουρούκ, όταν για κακή του τύχη την συναντά μπροστά του.

Καθόλου σπάνιες δεν είναι, για παράδειγμα, οι περιπτώσεις υποκαταρτισμένων, με­γαλύτερης ηλικί­ας υπαλλήλων, οι οποίοι επιδεικνύουν χαρακτηριστική μυστικοπάθεια ως προς το αντικείμενο της κα­θημερινής δουλειάς τους, αρνούμενοι να αποκαλύψουν το τι κάνουν ιδίως σε νεώτερης ηλικίας, πιο καταρτισμένους υπαλλήλους. Η άρνηση αυτή αποσκο­πεί στο να συγκαλύψει καταστάσεις ουσιαστι­κής αργομισθίας ή μιας απασχόλησης που υπο­λείπεται δραματικά του βαθμού πολυπλοκότητας και κατάρτισης που απαιτεί μια σύγχρονη υπηρεσία. Στις περιπτώσεις αυτές η μυστικοπάθεια συνδυάζε­ται συχνά και με συμπλεγματικά επιθετική συμπεριφορά έναντι όσων αντιπροσωπεύουν μια διαφορε­τική ταχύτητα κατάρτισης και πολυπλοκότητας, διεκπε­ραιώνοντας με άνεση και αποτελεσματικότητα μεγαλύτερο όγκο δουλειάς. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκεται η βίαιη εξίσωση προς τα κάτω, εις βάρος όσων «χαλούν την πιάτσα» ή απειλούν την κυρίαρχη παραδοσιακή δομή του υποκαταρτισμένου, στεί­ρου βιοπο­ρισμού. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι μαφιόζικου τύπου «παρεμβάσεις» του κακώς εννοούμενου συνδικαλισμού προκειμένου τα «ήμερα», π.χ. αξιοκρατικά λειτουργούντες προϊστάμενοι, να μην αναδείξουν με αρνητικές αξιολογήσεις τις προκλητικές αργομισθίες και αντιπαραγωγικές συ­μπεριφορές των κάθε είδους «αγρίων». Πολύ συχνές είναι, επίσης, οι καταστάσεις ποικιλόμορφου bullying σχολικού τύπου στον εργασιακό χώρο, το οποίο υφίστανται εκπρόσωποι της Ουρούκ από εκπροσώπους του Στόουνχεντζ, και έναντι του οποίου είναι στην Ελλάδα και νομικά απροστάτευτοι. Σε τέτοιες περιπτώσεις αναδεικνύεται ξεκάθαρα και η ψυχοπνευματική καθήλωση ορισμένων εκ των εκπροσώπων του Στόουνχεντζ στην σχολική ηλικία ή, με άλλα λόγια, η απουσία αισθητής κοινωνικής και συ­μπεριφορικής εξέλιξης με την πάροδο των χρόνων. Το φαινόμενο αυτό μπορεί επίσης να ανα­χθεί στην ελλιπή αστικοποιητική διαδικασία, δηλαδή στην ανεπαρκή επαφή με την κοινωνική ποικιλο­μορφία. Περαιτέρω, χαρακτηριστικές είναι και οι περιπτώσεις ενσυνείδητης δολιοφθοράς των νόμιμων δικαιω­μάτων εργαζομένων-εκπροσώπων της Ουρούκ και γενικά η δημιουργία μιας τοξικής ατμόσφαιρας ασφυξίας και παράλυσης κάθε έννοιας συναδελφικότητας, δεοντολογίας και παραγω­γικής λειτουργίας των υπηρεσιών.

Παρατηρήσεις, όπως οι ανωτέρω, δεν αφορούν, φυσικά, σε καμία περίπτωση το σύνολον των εμπλεκομένων στην πειραματική συνύπαρξη του Στόουνχεντζ και της Ουρούκ στην Ελλάδα. Ούτε το Στόουνχεντζ της νεοελληνικής κοινωνίας πρέπει να ταυτιστεί γενικευτικά με αντικοινωνικές συμπερι­φορές, λυσ­σώδη συμπλέγματα και άκριτες υπερπαραδοσιακές νοοτροπίες ούτε και η Ουρούκ με κάποια πάντοτε υπερπροηγμένη και εντελώς διαφοροποιημένη προς το Στόουνχεντζ υπόσταση. Ένας τέτοιου είδους απλουστευτικός εξελικτισμός θα παρέβλεπε σίγουρα και τις πάντα σημαντικές εξατομι­κευμένες χαρακτηριολογικές παραμέτρους, τις διαφορετικές προσωπικές ιστορίες, καθώς και καταγωγικής φύσεως ζητήματα κοινωνικοαν­θρωπολογικής ποικιλομορφίας εντός του νεοελληνικού κράτους. Εντούτοις, το πεδίο της πολύ συχνά επικίνδυνης και τοξικής αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα υπό συζήτησιν πρότυπα προ­σωπικής και επαγγελματικής αποκατάστασης μοιάζει να προσφέρει πειστικές κοινωνικοανθρωπολο­γικές ερμηνείες για ένα πλήθος νεοελληνικών παθογενειών. Δίνει, επίσης, και μια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια μεταρρύθμιση στην ελληνική δημόσια διοίκηση, όπου είναι επιτακτική ανάγκη ο εξορθολο­γισμός της σχέσης των δύο κόσμων. Αν, για παράδειγμα εκλάβει κανείς ένα κομ­μάτι της δημόσιας διοίκησης ως το εργασιακό, βιοποριστικό εποικοδόμημα της παραδοσιακής κοινω­νίας προς το σκοπό της δημιουργίας οικογένειας, τότε μια μεταρρύθμιση θα πρέπει να αντικρούσει τις υπερπαραδοσιακές δομές με μία ισχυρή δόση συγκεκριμένων αντιπαραδοσιακών προτύπων.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι αναγκαία μια ριζική αναδιάρθρωση της ιεραρχίας με προνομιακή μοριο­δότηση όσων είναι κάτω από 45 ετών, επιστημονικά εξειδικευμένοι (με πτυχιακούς-μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών), ανύπαντροι και άτεκνοι. Αυτό δεν σημαίνει πως όσοι συμβαίνει να έχουν οικογένεια πρέπει να εκβάλλονται από το σύστημα, απλώς ότι θα ιεραρχούνται σε μια βαθμίδα μοριοδότησης χαμηλότε­ρη από όσους δεν έχουν. Η αντίληψη αυτή συνιστά σαφώς πλήρη ανατροπή της παραδοσιακής αντί­ληψης περί «κοινωνικών κριτηρίων». Είναι, όμως, απολύτως συμβατή με μια πολιτική λογική «αστικο­ποιητικού άλματος». Δηλαδή μια πολιτική που έχει σαν στόχο όχι απλώς οι πολίτες μιας χώρας να κάνουν οικογένεια και παιδιά, αλλά τα παιδιά αυτά να μην χαθούν αργότερα για την χώρα, μετανα­στεύοντας μαζικά στο εξωτερικό, ακριβώς επειδή η πατρίδα τους δυσλειτουργεί λόγω των υπερπαρα­δοσιακών δομών της. Παράλληλα, η κατάργηση της αρ­χαιότητας ως βασικού κριτηρίου ιεράρχησης των υπαλλήλων μιας διοικητικής δομής, με άλλα λόγια το να πάψουν να υπάρχουν προϊστάμενοι με απολυτήριο λυκείου και υφιστάμενοι με πτυχία και μετα­πτυχιακά, είναι ένα από τα ζητήματα που εν έτει 2016 κρίνουν την συνολική υπόστα­ση ολόκληρων κομμάτων και πολιτικών. Και, επειδή ο ξαφνι­κός και ταπεινωτικός υποβιβασμός στην ιεραρχία αν­θρώπων που, έστω για λάθος λόγους, κατέχουν επί χρόνια θέσεις προϊσταμένων σίγουρα δεν συνιστά την βέλτιστη διευθέτηση (μεταξύ άλλων διότι παραπέμπει και στις μέρες του πρώιμου κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980), ευκταίες θα ήταν εδώ οι λύσεις πρόωρης εφεδρείας. Υπάλληλοι π.χ. χωρίς πτυχία ή διορισμό μέσω ΑΣΕΠ και με μισθούς άνω των 1200-1300 ευρώ μπορούν να οδηγηθούν στην εφεδρεία με το 40% του μισθού, με το υπόλοιπο 60% να μετα­τρέπεται στον μισθό νεοδιόριστων καταρτισμένων πτυχιούχων.

Προφανώς, τέτοιες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως, άλλωστε, και κάθε άλλο μέτρο, θα αδικού­σαν σε εξατομικευμένο επίπεδο αρκετούς ανθρώπους, την ίδια στιγμή, όμως, θα απέδιδαν δικαιοσύνη σε πολύ περισσότερους. Κυρίως, θα συνιστούσαν ίσως την μοναδική οδό προκειμένου να καταμερίσει κανείς τους δύο υπό διερεύνησιν κόσμους με τρόπο που δεν θα οδηγεί στην παγκυριαρχία του Στόουν­χεντζ εντός Ελλάδος και στην εξορία της Ουρούκ εκτός Ελλάδος. Παρά ταύτα, όσο οι πολιτι­κοί και ιδεολογικοί χώροι στην Ελλάδα θα συ­νεχίζουν να δίνουν, ακριβώς σε θέματα όπως αυτά, την εντύπω­ση ότι διαφέρουν μόνο ως προς την «επιφαινόμενη» ιδεολογία, αλλά ομοιάζουν απόλυτα ως προς την βαθύτερη κοινωνική τους ανθρωπο­λογία, τόσο πρέπει να θυμάται κανείς ότι στην εξέλιξη της ανθρω­πότητας χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια για να οδηγη­θούμε από το Στόουνχεντζ στην Ουρούκ. Συνε­πώς, είναι θέμα του καθενός από εμάς να απο­φανθεί αν θεωρεί ότι η Ελλάδα της εποχής μας έχει το περιθώριο να περι­μένει τόσο πολύ…

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» και ευρωσκεπτικισμός: αντικριτικό σημείωμα για την βιβλιοκρισία του Δημοσθένη Κούρτοβικ στα Νέα

Ιουνίου 1, 2016 4 σχόλια

Στο ένθετο Βιβλιοδρόμιο της εφημερίδας Τα Νέα (έκδοση σαββατοκύριακού 28-29 Μαΐου 2016, σ. 7) και στην στήλη Νύγδην δημοσιεύτηκε κριτική του «Πόθεν και Πότε οι Έλληνες;» από τον διακεκριμένο κριτικό λογοτεχνίας, συγγραφέα και πολύπειρο άνθρωπο του βιβλίου Δημοσθένη Κούρτοβικ. Η ενασχόληση ενός τόσο έμπειρου βιβλιοκριτικού με ένα βιβλίο που έχει μεν και συγγραφική διάσταση, διατηρεί, ωστόσο, κατά βάσιν τον επιστημονικό του χαρακτήρα αποτελεί αναμφίβολα κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, για το οποίο ο γράφων θα ήθελε να εκφράσει τις θερμές του ευχαριστίες. Πόσω μάλλον που η κριτική περιγράφει και αποτιμά με ιδιαίτερα θετικό τρόπο την γενικότερη συγγραφική προσέγγιση του βιβλίου. Παράλληλα, ο Δ. Κούρτοβικ δίνει και ένα σύντομο, αλλά ακριβές περίγραμμα και της επιστημονικής θεματικής του βιβλίου. Το πιο ενδιαφέρον, εντούτοις, είναι ότι η πλήρης, προσεκτική και διεισδυτική ανάγνωση του βιβλίου οδήγησε τον Δ. Κούρτοβικ να σχολιάσει και μία πτυχή του που ως τώρα δεν είχε τύχει ιδιαίτερης επισήμανσης. Αυτό είναι λογικό, καθώς η εν λόγω πτυχή δεν συνιστά κεντρικό θέμα του βιβλίου, αλλά αποτελεί μια μικρή μόνο και μάλλον ακροθιγή αναφορά σε ορισμένες εκ των πιθανών προεκτάσεων των πορισμάτων του. Αξίζει εδώ να αναπαραγάγουμε την τελευταία παράγραφο του κειμένου του Δ. Κούρτοβικ: «Σοφά ποιώντας, ο Γιαννόπουλος προειδοποιεί για την παρανόηση και εκμετάλλευση των επιστημονικών ανακαλύψεων από ημιμαθείς με εθνικιστικές και ρατσιστικές ιδέες. Δυστυχώς, όμως, δεν αποφεύγει τελικά και ο ίδιος την ιδεολογικοποίηση. Ανάγοντας τις σημερινές πολιτισμικές διαφορές μεταξύ βορειοκεντρικής και μεσογειακής Ευρώπης στην παλαιολιθική εποχή, βγάζει συμπεράσματα που αναιρούν και τις δικές του απόψεις για τον ρόλο των πολιτισμικών ανταλλαγών. Όπως όταν υποστηρίζει ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας είναι χιμαιρική, λόγω θεμελιακά ασύμβατων πολιτισμών, ή ότι οι χαμηλοί δείκτες ιδιοκατοίκησης και η μεγάλη εργασιακή κινητικότητα στις δυτικές χώρες αντανακλούν τον τρόπο ζωής των…παλαιολιθικών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών (ενώ εμείς εδώ είμαστε νεολιθικά μοντέρνοι)!».

Home Ownership Rates

Οι παρατηρήσεις αυτές του Δ. Κούρτοβικ τροφοδοτούν μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, η οποία μπορεί να διακριθεί σε τρία τουλάχιστον επίπεδα. Κατά πρώτον, κάνοντας λόγο για «ιδεολογικοποίηση», όρο με τον οποίο εννοεί πιθανότατα την «στράτευση» συγκεκριμένων στοιχείων προς υποστήριξιν μιας ιδεολογίας ή πολιτικής θέσης, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον μια επιστημονική μελέτη, ιδίως στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, πρέπει ή μπορεί να είναι απελευθερωμένη από ιδεολογικούς ή πολιτικούς προβληματισμούς του παρόντος. Στο θέμα αυτό πολύ σημαντική υπήρξε η συμβολή της Μεταδιαδικαστικής Αρχαιολογίας, δηλαδή του ρεύματος εκείνου της αρχαιολογικής θεωρητικής σκέψης που άσκησε ιδιαίτερη επίδραση τις τελευταίες τρεις περίπου δεκαετίες. Στο πλαίσιο της μεταδιαδικαστικής θεωρητικής προσέγγισης τονίστηκε με πειστικό τρόπο ότι η ενασχόληση με το παρελθόν εμπεριέχει πάντα πολιτική διάσταση. «Interpreting the past is always a political act»*, τονίζει ο Matthew Johnson, καθώς οι αποφάνσεις μας για το παρελθόν δεν είναι ποτέ ψυχρές ή ουδέτερες θέσεις, αλλά προϊόντα ενός συγκεκριμένου παρόντος, φορτισμένου με κάθε είδους πολιτικές, ιδεολογικές και ηθικές τάσεις και συγκρούσεις. Αυτό που, συνεπώς, διακρίνει (αν διακρίνει) την επίσημη επιστήμη από την μη επιστήμη δεν είναι η έλλειψη ιδεολογικής ή πολιτικής άποψης, αλλά το καθήκον του επιστήμονα να διατυπώνει ανοιχτά τις θεωρητικές του αφετηρίες και να οριοθετεί την επιστημονική συζήτηση με τρόπο όσο το δυνατόν πιο δεοντολογικό και θεωρητικά και μεθοδολογικά αποδεκτό.

Και με αυτό περνάμε στο δεύτερο επίπεδο της συζήτησης. Κάνοντας αναφορά σε «ιδεολογικοποίηση», ο Δ. Κούρτοβικ μοιάζει να υπονοεί πως συγκεκριμένα στοιχεία που παρατίθενται στο βιβλίο βρίσκονται σε δυσανάλογη σχέση με τα συμπεράσματα που εξάγονται από αυτά. Τα στοιχεία, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση τα αρχαιολογικά, γλωσσολογικά, γενετικά, κ.ά., δεν μιλούν από μόνα τους. Μιλούν ούτως ή άλλως μέσα απ΄ ό,τι εμείς οι ίδιοι, στον παρόντα τόπο και χρόνο, επιλέγουμε να πούμε για αυτά. Είναι προφανώς θέμα προσέγγισης αν κάποιος θεωρεί ότι π.χ. οι χαμηλοί δείκτες ιδιοκατοίκησης στην κεντρική Ευρώπη, λεξιλογικά στοιχεία, όπως π.χ. Fernweh (wanderlust, «νοσταλγία της φυγής», μονολεκτικά αμετάφραστο σε μεσογειακές γλώσσες), uneingeschränkte Versetzungsbereitschaft («απεριόριστη διαθεσιμότητα για μεταθέσεις», συχνός όρος σε προκηρύξεις θέσεων στην Γερμανία) ή και η ίδια η εμπειρία ορισμένων εξ ημών με την κινητικότητα στις περιοχές αυτές συνιστούν αδιάφορα δεδομένα άνευ σημασίας, έχουν ίσως μια μικρή σημασία κλιματικής φύσεως («πώς να μην θες να φεύγεις με τέτοιον καιρό;», θα έλεγαν εδώ πολλοί Γερμανοί) ή μπορούν σιγά σιγά, επαγωγικά και παραγωγικά, να ενσωματωθούν σε ευρύτερες θεωρητικές σκέψεις. Σε όλες αυτές, όμως, τις περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με διαφορετικές προσεγγίσεις, απόψεις ή θέσεις, φορτισμένες σαφώς κάθε φορά με την ιδεολογική-πολιτική τους χροιά, και όχι απλώς με ιδεολογικοποιήσεις. Εκτός αυτού, είναι κατανοητό να ξενίζει η επίκληση ενός πολύ μεγάλου χρονικού βάθους (που μπορεί να φθάνει ως την Παλαιολιθική Εποχή) ως κλίμακας αναγωγής π.χ. σύγχρονων πολιτισμικών διαφοροποιήσεων. Το ίδιο, ωστόσο, ξένιζε αρχικά στον ύστερο 19ο αιώνα η συνειδητοποίηση της τότε νεοανακαλυφθείσας ηλικίας του φυσικού κόσμου και του ανθρώπου, η οποία ως εκείνη την περίοδο τοποθετούνταν με βάση την βιβλική χρονολόγηση στο 4000 π.Χ. Σήμερα είναι σαφές ότι η ίδια συνειδητοποίηση δεν ξενίζει το ίδιο όταν έχουμε να κάνουμε με ευρήματα της παλαιοανθρωπολογίας ή της πληθυσμιακής γενετικής. Εντούτοις, όταν η συζήτηση αφορά πιο κοινωνικές και πολιτισμικές παραμέτρους, τα πράγματα δυσκολεύουν για την αποδοχή ενός μεγαλύτερου βάθους χρόνου από το αναμενόμενο.

Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ένας από τους λόγους για αυτό έχει να κάνει και πάλι με συγκεκριμένες θεωρητικές αφετηρίες του παρόντος. Ο Δ. Κούρτοβικ, δηλαδή, κάνοντας λόγο για «τον τρόπο ζωής των…παλαιολιθικών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών (ενώ εμείς εδώ είμαστε νεολιθικά μοντέρνοι)!» αποδίδει στον γράφοντα μια προφανώς δική του θεωρητική αφετηρία: αυτήν του απλού εξελικτισμού. Θεωρεί, με άλλα λόγια, πως οι αναφορές του γράφοντος σε πιο «παλαιολιθικούς» Κεντροευρωπαίους ενέχουν αυτονόητα υποτιμητική διάσταση. Για να το υποστηρίζει, όμως, κανείς αυτό πρέπει πρώτα να είναι υποστηρικτής της απλής εκείνης μορφής εξελικτισμού, σύμφωνα με την οποία κάθε νεώτερη φάση εξέλιξης της κοινωνικής, τεχνολογικής και γενικότερα πολιτισμικής πολυπλοκότητας στην ιστορία του ανθρώπου θεωρείται «ανώτερη», «καλύτερη» ή «πιο προηγμένη» από την προηγούμενη. Τέτοιου είδους εξελικτιστικές ιδέες έχουν, ωστόσο, δεχθεί δικαιολογημένη κριτική, αφού είναι σαφές ότι το εκάστοτε πιο «πολύπλοκο» δεν είναι οπωσδήποτε ή πάντα «ανώτερο» ή «καλύτερο» (π.χ. οι παλαιολιθικοί κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ουδέποτε κατέστρεψαν το περιβάλλον όσο ο σύγχρονος βιομηχανικός πολιτισμός, ούτε θα μπορούσαν ποτέ να διεξαγάγουν πολέμους της κλίμακας και της φρίκης των δύο Παγκοσμίων Πολέμων του 20ού αιώνα). Πέραν αυτού, στις σελ. 434-435 του «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» γίνεται, με αφορμή τις σχετικές απόψεις του Βέλγου ερευνητή M. Otte, ξεκάθαρα αποδοκιμαστική αναφορά στην «ρατσί­ζουσα αντίληψη όλων των προηγούμε­νων ανθρωπολογικών ειδών ως περίπου κατώτε­ρων μορφών ζωής εν σχέσει προς τον ανατομικώς σύγχρονο άν­θρωπο». Προκρίνεται, επομένως, μια σαφώς αντιεξελικτιστική προσέγγιση όχι μόνο ως προς τους αρχαιότερους Homo Sapiens, αλλά και ως προς τα ακόμη παλαιότερα ανθρωπολογικά είδη.

Παρά τις μάλλον σοβαρές αυτές αντενδείξεις, ο Δ. Κούρτοβικ προβαίνει σε μια εμμέσως πλην σαφώς εξισωτική αποτίμηση (ως προς την «ιδεολογικοποίηση») των σχετικών απόψεων του γράφοντος με τους «ημιμαθείς με εθνικιστικές και ρατσιστικές ιδέες». Κάτι που μας μεταφέρει στο τρίτο επίπεδο της συζήτησης. Η εξισωτική, δηλαδή, αυτή τάση, σε συνδυασμό με την αυτονόητη (αλλά λανθασμένη) απόδοση στον συγγραφέα του βιβλίου που κρίνει της δικής του εξελικτιστικής προσέγγισης, δημιουργεί την αίσθηση ότι ψήγματα ιδεολογικοποίησης ενυπάρχουν μάλλον στην ίδια την συγκεκριμένη αναφορά του Δ. Κούρτοβικ. Δίνεται εδώ η εντύπωση μιας βαθύτερης αντιδιαστολής ανάμεσα σε φιλοευρωπαϊκή «θέση» (ή «άποψη» ή «προσέγγιση») και ευρωσκεπτικιστική «ιδεολογικοποίηση», περίπου ίδιας τάξεως π.χ. με την κιτς εθνικιστική αρχαιολατρεία. Σίγουρα θα πρέπει να γνωρίζει κανείς το συνολικό φάσμα των απόψεων του Δ. Κούρτοβικ προκειμένου να απαντήσει το ερώτημα αν μια ανάλογη κρίση περί «ιδεολογικοποίησης» θα διατυπωνόταν και στην περίπτωση που τα πορίσματα του βιβλίου είχαν μια πιο φιλοευρωπαϊκή χροιά. Παρά ταύτα, μπορεί κανείς να διαισθανθεί μια εξαρχής αρνητική προδιάθεση απέναντι γενικά στον ευρωσκεπτικιστικό χαρακτήρα των σχετικών απόψεων που πολύ συνοπτικά εκτίθενται στο βιβλίο. Εν τω μεταξύ, η οπτική που θα μπορούσε να ονομαστεί «πολιτισμικός ευρωσκεπτικισμός» έχει εκτεθεί πολλάκις από τον γράφοντα με τρόπο ανοιχτό και ξεκάθαρο μέσα από τις γραμμές του παρόντος ιστοτόπου. Μια οπτική που σαφώς συνίσταται στο ότι η πλήρης ευρωπαϊκή ενοποίηση (και όχι οπωσδήποτε η απλή Ευρωπαϊκή Ένωση) αποτελεί ένα επικίνδυνο και θνησιγενές εγχείρημα, το οποίο δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψιν (και ενίοτε δεν μοιάζει καν να υποψιάζεται) τις βαθιές γλωσσοπολιτισμικές διαφοροποιήσεις εντός της Ευρώπης. Επαφίεται στον κάθε αναγνώστη και σκεπτόμενο πολίτη να αποφανθεί αν τα χρόνια της κρίσης που διανύουμε έχουν αποδυναμώσει ή ενισχύσει την ενδεχόμενη ορθότητα τέτοιων απόψεων. Αν, με άλλα λόγια, τις κατατάσσουν στην σφαίρα της «ιδεολογικοποίησης» ή τις καθιστούν αντικείμενο ενός ενδεχομένως λίγο πιο σοβαρού προβληματισμού. Ο κάθε αναγνώστης και σκεπτόμενος πολίτης μπορεί, τέλος, υπό το ίδιο πρίσμα να αξιολογήσει και μία άλλη βασική και συναφή θέση που έχουμε αναπτύξει: ότι μια χώρα χωρίς σοβαρό (και σοβαρά αποδεκτό) ευρωσκεπτικισμό θα είναι πιθανότατα και μια χώρα χωρίς σοβαρό ευρωπαϊσμό…

* Johnson, M. 1999. Archaeological Theory. An Introduction. Malden – Oxford – Carlton: Blackwell Publishing, σ. 107.

Αρχαίο DNA και αρχαιολογική έρευνα

Την Παρασκευή 20 Μαΐου 2016 έλαβε χώρα στο Ηράκλειο της Κρήτης μια σημαντική επιστημονική ημερίδα. Ο τίτλος της ήταν «Ανάλυση αρχαίου DNA: Μια νέα ματιά στο παρελθόν» και διοργανώθηκε από το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ) του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ). Στόχος της ημερίδας δεν ήταν μόνο να αποτελέσει μια παραγωγική επιστημονική συνάντηση, αλλά και να συνοδεύσει μια σημαντική εκδήλωση: τα εγκαίνια της νέας μονάδας Αρχαίου DNA του Ινστιτούτου. Η δημιουργία της μονάδας αυτής αποτελεί ένα γεγονός μεγάλης σημασίας όχι μόνο για την επιστήμη της γενετικής, αλλά και γενικότερα για την έρευνα στην Ελλάδα. Και σίγουρα αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη και για την αρχαιολογία, την επιστήμη εκείνη που καλείται τόσο να συνεισφέρει το πρωτογενές υλικό για την μελέτη του αρχαίου γενετικού υλικού όσο και να αλληλεπιδράσει με την πληθυσμιακή γενετική επιστημονικά και επιστημολογικά. Στο πλαίσιο αυτό εντάχθηκε και η συμβολή του γράφοντος, η οποία αποπειράθηκε να εξετάσει τις επιστημολογικές (α)συμβατότητες μεταξύ των δύο επιστημών προς τον σκοπό της όσο το δυνατόν πιο εποικοδομητικής συνεργασίας τους.

ΙΤΕ

Για όσους επισκεφθήκαμε για πρώτη φορά τις εγκαταστάσεις του ΙΤΕ η εκδήλωση της 20ής Μαΐου ήταν, όμως, μια πολύτιμη εμπειρία και για άλλους λόγους. Ήταν, δηλαδή, μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να γνωρίσει κανείς όχι μόνο την αρτιότητα των εγκαταστάσεων του ΙΤΕ και το ειδυλλιακό φυσικό περιβάλλον, στο οποίο αυτές βρίσκονται, αλλά και την άριστη, διεθνών προδιαγραφών οργάνωση, καθώς και τον άψογο επαγγελματισμό των ερευνητών και διοργανωτών. Ο γράφων θα ήθελε και από αυτή την θέση να εκφράσει τις θερμές του ευχαριστίες στο ΙΤΕ και ιδίως στην ψυχή του εγχειρήματος της νέας μονάδας Αρχαίου DNA, τον Δημήτρη Καφετζόπουλο, για την πρόσκληση συμμετοχής στην ημερίδα και την εξαιρετική φιλοξενία. Χάρη στην παρουσία ενός ιδρύματος, όπως το ΙΤΕ, αλλά και ενός αρχαιολογικού μουσείου, το οποίο μετά την ανακαίνισή του ανήκει δίχως αμφιβολία στα πιο σημαντικά του κόσμου, εκθέτοντας εξαιρετικά τα αριστουργήματα του σημαντικότερου προϊστορικού πολιτισμού στον χώρο του Αιγαίου, η πόλη του Ηρακλείου αναδεικνύεται σε έναν ιδιαίτερα ελκυστικό επιστημονικό προορισμό. Το γεγονός πως μια περιοχή της Ελλάδας, η οποία διακρίνεται ακόμη για τα πολλά παραδοσιακά της στοιχεία, δεν μένει μόνο σε αυτά, αλλά επιδεικνύει σημαντικά επιτεύγματα σύγχρονου αστικού πολιτισμού είναι σίγουρα κάτι που θα πρέπει να προβληματίσει και να παραδειγματίσει άλλες περιοχές και πόλεις της Ελλάδας (ας μην γίνουν πιο συγκεκριμένες αναφορές).

Τέλος, θα είναι ευχής έργον η πρωτοβουλία για την ίδρυση της πρώτης μονάδας μελέτης Αρχαίου DNA στην Ελλάδα να αγκαλιαστεί με τον δέοντα τρόπο και από τους αρχαιολόγους της χώρας μας. Η σημασία της γενετικής μελέτης των αρχαίων σκελετικών καταλοίπων είναι τεράστια και, ως εκ τούτου, πρέπει εκ μέρους των αρχαιολόγων να υπάρχει πάντα ανοιχτό πνεύμα υγιούς συνεργασίας με τους γενετιστές. Μέσα από την συνεργασία με άλλες επιστήμες, όπως η γενετική, μπορεί και πρέπει να καλλιεργηθεί μια ολοένα και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση του δημόσιου χαρακτήρα του αρχαιολογικού υλικού, μακριά από παραδοσιακές, ιδιοκτησιακού τύπου αντιλήψεις και νοοτροπίες, οι οποίες έχουν δυστυχώς ως τώρα διαμορφώσει και αυτές το δικό τους «DNA» στον αρχαιολογικό κλάδο στην χώρα μας.

Συνέντευξη στο Πολιτισμικό Ημερολόγιο (23/03/2016)

Μαρτίου 27, 2016 Σχολιάστε

Το απόγευμα της Τετάρτης 23 Μαρτίου 2016 είχα την χαρά να είμαι προσκεκλημένος στην ραδιοφωνική εκπομπή Πολιτισμικό Ημερολόγιο του Prisma Radio. Παραγωγός της εκπομπής είναι ο παλιός συμφοιτητής και καλός φίλος Κώστας Μαζιώτης, ένας άνθρωπος με ιδιαίτερα πολιτιστικά και πολιτικά ενδιαφέροντα και ταυτόχρονα ένας από τους καλύτερους γνώστες της ροκ μουσικής στο ελληνικό ραδιόφωνο. Η συζήτησή μας είχε μεν ως αφορμή το «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;», αλλά επεκτάθηκε σε ορισμένα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα θέματα, όπως είναι η ποιότητα των σπουδών ιστορίας-αρχαιολογίας στα ελληνικά πανεπιστήμια, ο ρόλος του ιστορικού ή αρχαιολογικού ερευνητή στην σύγχρονη κοινωνία, η σχέση αρχαιογνωστικής επιστήμης και ψευδεπιστήμης στην Ελλάδα, κ.ά. Θα ήθελα και από αυτή την θέση να ευχαριστήσω θερμά τον Κώστα Μαζιώτη για την πρόσκληση στην εκπομπή και την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε.

Το πρόβλημα της προέλευσης του ελληνικού πολιτισμού και ο ρόλος της Λευκάδας (βίντεο διάλεξης)

Οκτωβρίου 12, 2015 7 σχόλια

Tο Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015 πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα συνεδρίων του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λευκάδος διάλεξη του γράφοντος με θέμα: «Το πρόβλημα της προέλευσης του ελληνικού πολιτισμού και ο ρόλος της Λευκάδας». Από την θέση αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Δήμο Λευκάδος και το Πνευματικό του Κέντρο για την τιμητική πρόσκληση να παρουσιάσω μέσω της διάλεξης αυτής το βιβλίο μου «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» στο κοινό της Λευκάδας. Η εκδήλωση υπήρξε μια εξαιρετική αφορμή συνάντησης με πολλούς Λευκαδίους, φίλους, γνωστούς, αλλά και αγνώστους, οι οποίοι από την πρώτη στιγμή της έκδοσης του βιβλίου, το αγκάλιασαν και το υποστήριξαν με ιδιαίτερα ενεργό, έως και συγκινητικό τρόπο. Θα ήθελα να τους ευχαριστήσω όλους θερμά τόσο για την υποστήριξη του εκδοτικού αυτού εγχειρήματος όσο και για την αθρόα παρουσία τους στην εκδήλωση.

Σκοπός της διάλεξης ήταν να παρουσιαστούν για πρώτη φορά στο κοινό της Λευκάδας οι πτυχές εκείνες του βιβλίου που αφορούν την προϊστορία του νησιού και ειδικότερα την σχέση του με το πρόβλημα της ομηρικής Ιθάκης. Πρόκειται για μια πρόταση αναθεώρησης της παλαιάς θεωρίας του Wilhelm Dörpfeld για την Λευκάδα ως την ομηρική Ιθάκη και επανασύνδεσης των ευρημάτων στο Στενό του Νυδρίου με το ομηρικό ζήτημα, όπως αυτή προκύπτει μέσα από το ευρύτερο πλαίσιο της έρευνας του βιβλίου. Θα μπορούσε, φυσικά, να υποστηριχθεί ότι η συγκεκριμένη άποψη δεν προέρχεται μόνο από εκεί. Το γεγονός πως ο γράφων έλκει κατά το ήμισυ την καταγωγή του από την Λευκάδα δεν είναι κάτι που πρέπει ή μπορεί να αποσιωπηθεί σε σχέση με τα ανωτέρω. Δεν θα ήταν, μάλιστα, περίεργο κάποιος που δεν έχει διαβάσει προσεκτικά τα σχετικά σημεία του βιβλίου να μην τους αποδώσει ιδιαίτερη αξία, αντιμετωπίζοντάς τα όπως θα αντιμετώπιζε ίσως τις αντίστοιχες, περί ομηρικής Ιθάκης απόψεις ενός Κεφαλλονίτη για την Κεφαλλονιά ή ενός Ιθακησίου για την σύγχρονη Ιθάκη. Πράγματι, επαφίεται στην κρίση του κάθε αναγνώστη να αποφανθεί για το τι ρόλο παίζει σε μια τέτοια περίπτωση η καταγωγική σχέση: αποτελεί την βαθύτερη αιτία για την θετική αντιμετώπιση μιας θεωρίας, η οποία εστιάζει στον τόπο καταγωγής, ή προσέφερε κάποτε απλώς το πλαίσιο για την αρχική γνωριμία και εξοικείωση με την εν λόγω θεωρία; Και φυσικά, η απόφανση αυτή ενέχει πάντα και αυτοαναφορικά στοιχεία, αφού η ερμηνεία -αν όχι και η επιλογή- των εκάστοτε δεδομένων (εδώ του δεδομένου της καταγωγικής σχέσης) γίνεται πάντα μέσα από τις υποκειμενικές μας οπτικές, τάσεις και διαθέσεις.

Μέσω της ομιλίας έγινε προσπάθεια να καταδειχθεί το γιατί η θεωρία που κάποτε διατύπωσε ένας άνθρωπος χωρίς καταγωγική σχέση με την Λευκάδα, ο Wilhelm Dörpfeld, σχετίζεται ίσως με την προοπτική ότι το πρόβλημα της ομηρικής Ιθάκης δεν είναι πλέον μόνο πρόβλημα εντοπισμού στον χώρο, αλλά και στον χρόνο. Ακολουθεί το βίντεο της εκδήλωσης, όπως το ετοίμασε για το ενημερωτικό site της Λευκάδας My Lefkada ο διαχειριστής του Νίκος Καββαδάς. Τον ευχαριστώ θερμά τόσο για το εξαιρετικό βίντεο όσο και για την ίδια την βιντεοσκόπηση της εκδήλωσης.

Αποδομώντας τον διχασμό

Το διχαστικό δημοψήφισμα, στα πρόθυρα του οποίου βρισκόμαστε, μοιάζει να αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα της συγκρουσιακής διαδικασίας που γνώρισε η χώρα τα τελευταία πέντε χρόνια με αφορ­μή την οικονομική κρίση και την χρεωκοπία της. Στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους, άλ­λωστε, οι ακολουθίες των διχασμών και οι ακολουθίες των χρεωκοπιών έμοιαζαν πάντα με αλλη­λένδετους παράλλη­λους βίους. Και όχι άδικα. Διότι, αν κάθε δίλημμα μετατρέπεται σχεδόν αυτόμα­τα σε διχασμό, αν δεν αντιλαμβανόμαστε ότι, δυ­στυχώς ή ευτυχώς, τα πράγματα στην ζωή και στην κοινωνία είναι συνήθως υπερβολικά σύνθετα ώστε να μπορούν να απλουστευθούν σε ερωτήσεις ολικής αγνοίας τύπου άσπρου-μαύρου, αν δεν μπορούμε να διακρίνουμε την ιδεολογική από την στρατηγική ψήφο, αν ταυτίζουμε γηπεδικά και μονοδιάστατα το εκάστοτε ΝΑΙ ή ΟΧΙ με ένα και μόνο κί­νητρο, ώστε ο εχθρός να «ξεχωρίσει» με ευκολία και να μπει στο στόχαστρό μας (ως «υπη­ρέτης των δανειστών» ή «λόμπι της δραχμής»), αν θεω­ρούμε απίθανο να βλέπει κάποιος άλλος κάτι που δεν βλέπουμε εμείς, αν, τέλος, δυσκολευόμαστε να δούμε τον αντικατοπτρισμό των εκάστοτε ΟΧΙ που συνεπάγεται το κάθε ΝΑΙ και αντιστρόφως, τότε καθίσταται υπέρμετρα φιλόδοξη η επιθυ­μία να ανεβάσουμε το επίπεδο του κράτους και της οικονομίας μας.

saggarios_lefkada_03

Το σύνθημα «ΝΑΙ, ΣΑΓΓΑΡΙΟΣ» σε εξωτερικό τοίχο σπιτιού της Λευκάδας.

Υπάρχουν, όμως, και ορισμένοι άλλοι, λιγότερο εμφανείς παράγοντες, οι οποίοι υπονομεύουν βα­θιά την όποια αξία της διχόνοιας επί ενός δημοψηφίσματος. Αυτοί σχετίζονται με την επιστήμη εκείνη που είναι η κατεξοχήν αρμόδια για την αποτίμηση της σημασίας τέτοιων γεγονότων, δηλαδή την επιστήμη της ιστορίας. Ο πρώτος παράγοντας ξεκινά από την παραδοχή ότι και οι δύο πλευρές μιας διαμάχης, όπως αυτή επί του επικείμενου δημοψηφίσματος, μοιράζονται μια κοινή αφετηρία: θεωρούν αμφότερες ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος συνιστά μείζον γεγονός, από αυτά που καθορίζουν αποφασιστικά την ιστορική εξέλιξη. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος, για τον οποίον η εκάστοτε αντιπαράθεση οξύνεται τόσο πολύ. Κατά συνέπεια, είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι αυτή ακριβώς η παραδοχή, ότι δηλαδή ένα γε­γονός όπως ένα δημοψήφισμα συνιστά κρίσιμο δια­μορφωτή της ιστορίας, είχε αρχίσει να εγκατα­λείπεται από τους ιστορι­κούς, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Την περίοδο αυτή οι ιστορικοί ερευνητές άρχισαν να αμφι­σβητούν την παραδοσιακή γεγονοτολογική και προσωποκεντρική ιστορία. Με άλλα λόγια, είχαν αρχίσει να υποψιάζονται ότι η ιστορία μόνο φαινομενικά γράφεται από τα μεγάλα γεγονότα (π.χ. σημαντικές μάχες και πολέμους) ή από τις μεγάλες προσωπικότητες πολιτικών και στρατηγών. Αντιθέτως, άρχι­σε να κερδίζει έδαφος η ιδέα ότι τα ίδια αυτά τα πρόσωπα και τα γεγονότα δεν συ­νιστούν τίποτε άλλο παρά την κορυφή του παγόβουνου, δηλαδή την επιφανειακή, ορατή έκφανση πολύ βαθύτερων διαδικασιών. Το τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό έγινε σαφές, μεταξύ άλλων, μέσα από το έργο μιας από τις σημαντι­κότερες επιστη­μονικές σχολές του 20ού αιώνα, της ιστοριο­γραφικής Σχολής των Annales.

Στο πλαίσιο μιας αναγωγιστικής και δομιστικής προσέγγισης, δηλαδή μιας προσέγγισης που ανάγει τα ορατά «επιφαινόμενα» σε βαθύτερες και εκ πρώτης όψεως μη ορατές δομικές αιτίες, η Σχολή των Annales και ο πιο σημαντικός της εκπρόσωπος, ο Φερνάν Μπρωντέλ, εισηγήθηκαν μια τελείως διαφορετική αντίληψη του ιστορικού χρόνου. Στο πλαίσιο της τελευταίας σε κάθε ιστορική περίοδο θεωρείται ότι δρουν και αλληλεπιδρούν διαφορετικές διαδικασίες, οι οποίες λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικές χρονικές κλίμακες. Οι κλίμακες αυτές συνιστούν ένα είδος στρωματογραφί­ας του ιστορικού χρόνου, όπου τα απλά ιστορικά συμβάντα και πρόσωπα αποτελούν μόνο το ανώτερο στρώμα της, το σχεδόν χρονικογραφικό επίπεδο των απλών γεγονότων (événements). Κάτω από το βραχύχρονο αυτό επίπεδο βρίσκεται το μεσόχρονο στρώμα των συγκυριών (conjonctures), δηλαδή των πιο αργά εξελισσόμενων πραγματικοτήτων ή κύκλων της κοινωνικής, οικονομικής και δημογραφικής εξέλιξης. Σε αντίθεση με τα γεγονότα, οι συγκυρίες αυτές αρχίζουν να ξεφεύγουν πλέον από την χρονική κλίμακα της ζωής ενός ανθρώπου ή μερικών γενεών αν­θρώπων και ως εκ τούτου αρχίζουν να γίνονται δυσκολότερα αντιληπτές. Τέλος, κάτω και από το επίπεδο των συγκυριών βρίσκεται αυτό της λεγόμενης μακράς διάρκειας (longue durée). Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον και πιο σημαντικό από όλα, αφού θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει τις βαθύτε­ρες εκείνες δομές των πολιτισμών, όπως αυτές προκύπτουν από διαχρονικά χαρακτηριστικά του γεω­γραφικού τους χώρου και των βαθύτερων συλλογικών νοοτροπιών τους.

Δεχόμενος κανείς αυτήν την ιστορική αντίληψη, την οποία εδώ ακροθιγώς μόνο περιγράψαμε, μπορεί να δει γεγονότα όπως το επικείμενο δημοψήφισμα ή και γενικότερα τις εξελίξεις των τελευ­ταίων μηνών υπό ένα διαφορετικό πρίσμα. Να τα δει ως το βραχύχρονο επίπεδο (événements) μιας πολύ βαθύτερης στρωματογραφίας διαδικασιών. Γίνεται, δηλαδή, συχνά σαφές ότι η μία ή η άλλη άποψη ή πρόθεση που μπορεί να έχει κανείς, συνιστά ένα μόνο και ίσως ούτε καν το σημαντικότε­ρο συστατικό στοιχείο μιας εξέλιξης. Ποια είναι τα υπόλοιπα στοιχεία; Καταρχάς, ένα πολύ κρισι­μότερο κομμάτι του ίδιου παζλ αποτελεί το πώς θα υποστηρίξεις την εκάστοτε άποψη, το ποιο είναι το γενικότερο και υποκείμενο υπόβαθρο σοβαρότητας, κατάρτι­σης, εμπειρίας, οργάνωσης, συστη­ματικότητας και γενικότερης αντίληψης της πολυπλοκότητας των προβλημάτων που διαθέτεις. Το αν είσαι σε θέση να διακρίνεις ποικιλοτρόπως (π.χ. και με τον εν­δυματολογικό σου κώδικα) τα διάφορα επίπεδα των θεσμικών περιστάσεων και την κουλτούρα της ιδιω­τικής από την δημόσια συ­μπεριφορά. Το αν η βαθύτερη νοοτροπία ή κοινωνικοανθρωπολογική δομή σου επιτρέπει να διακρί­νεις αποχρώσεις στα πράγματα και στις συμπεριφορές, στον τρόπο, στον χώρο και τον χρόνο που πρέπει να γίνει και να λεχθεί ή όχι το καθετί. Το αν είσαι σε θέση να χαρτογραφήσεις την εκάστοτε κοινωνική δομή, από την οποία έχεις κι εσύ προέλθει, ώστε να οδηγηθείς από την συνειδητή ή όχι αναπαραγωγή στην δυναμική μεταρρύθμιση και αναδόμησή της. Στο πλαίσιο όλων των ανωτέρω, επομένως, η άλφα ή η βήτα πρόθεση, άποψη ή πολιτική που θα υποστηριχθεί ή θα ακο­λουθηθεί συ­νιστά το βραχύχρονο επίπεδο των γεγονότων. Αντιθέτως, όλο το υποκεί­μενο σύστημα των βαθύτερων νοο­τροπιών ή κοινωνικοανθρωπολογικών δομικών χαρακτηριστικών συνιστά μέρος των πιο μακρόχρο­νων επιπέδων του ιστορικού χρόνου. Κάτι που διακρίνεται, άλλω­στε, καθαρά από το ότι το βαθύτε­ρο αυτό σύστημα υπάρχει συνήθως ήδη πριν και συνεχίζει να υπάρχει και μετά το πέρας των εκάστοτε γεγονότων.

Θέτοντάς το διαφορετικά, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι στην περίπτωση της Ελλάδας ένας μετριοπαθής ευρωσκεπτικιστής με τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν (σοβαρότητα, κα­τάρτιση, εμπειρία, κουλτούρα θεσμικής συμπεριφοράς) θα μπορούσε να στηρίξει πολύ καλύτερα την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας από έναν φανατικό ευρωπαϊστή χωρίς τα γνωρίσματα αυτά. Αλλά κι ένας μετριοπαθής ευρωπαϊστής με σύνεση και κατάρτιση θα μπορούσε κι αυτός να υπο­στηρίξει, αν χρειαζόταν, την όσο τον δυνατόν πιο συντεταγμένη μετάβαση σε ένα εθνικό νόμισμα πολύ καλύτερα απ΄ ό,τι ένας αντιευρωπαϊστής στερούμενος κάθε έννοιας σοβαρότητας, γνώσης και εμπειρίας. Αντιθέτως, συνιστά μέγιστη πλάνη να θεωρεί κανείς ότι αρκούν και μόνο οι ειλικρινείς και ενθουσιώδεις προθέσεις υπέρ της μιας ή της άλλης πολιτικής. Δεν αρκεί να θέλεις κάτι, πρέπει και να μπορείς. Σε διαφορετική περίπτωση, τα όρια ανάμεσα στο ΝΑΙ και στο ΟΧΙ γίνονται τόσο ρευστά που σχεδόν χάνουν την αξία τους. Για παράδειγμα, όλα τα ΝΑΙ των προηγούμενων κυβερ­νήσεων, ο τρόπος που ελέχθησαν και το πολιτικό προσωπικό που τα υποστήριξε, είναι αυτά που έχουν οδηγήσει ένα μεγάλο μέρος των πολιτών να συντάσσεται στην παρούσα περίσταση με το ΟΧΙ. Αλλά και το ΟΧΙ, με τον –«παντός καιρού» και ανεξαρτήτως νομίσματος– ανεύθυνο και τρα­γικό τρόπο που έτυχε διαχείρισης και υποστήριξης από την παρούσα κυβέρνηση, ωθεί ένα επίσης σημαντικό μέρος των πολιτών να προσανατολιστεί, έστω και δύσθυμα, με το ΝΑΙ.

Ανάλογους προβληματισμούς υποβάλλει και μία άλλη μεγάλη θεωρητική κατεύθυνση της ιστο­ριογραφίας, ο λεγόμενος ιστορικισμός. Σύμφωνα με αυτόν, κάθε ιστορική εξέλιξη είναι μοναδική, αφού μοναδικό είναι το κάθε ιστορικό context, μοναδική είναι κάθε κοινωνία, μοναδικοί και οι άν­θρωποι που την αποτελούν. Άνευ σημασίας είναι, ως εκ τούτου, οι διαχρονικές και υπερτοπικές συ­γκρίσεις. Ιστορικοί παραλληλισμοί («ΟΧΙ του ΄40», «Κούγκι», «Μικρασιατική Καταστροφή») και πιο συγχρονικές αναλογίες με άλλα κράτη (π.χ. Αργεντινή, Βενεζουέλα, Ισλανδία) συνιστούν ένα μεθοδολογικά έωλο κυνήγι μαγισσών. Περιττό να αναφερθεί ότι τέτοιου είδους συγκρίσεις και ανα­λογίες επιστρατεύθηκαν ως τώρα και από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, ως μέσο επικοινωνια­κής ενίσχυσης των θέσεών τους. Το να παρασυρθεί, επομένως, κανείς να εκτιμήσει κατά πόσον ευ­σταθεί η μία ή η άλλη ιστορική σύγκριση παραβλέπει την πιθανότητα να είναι ευθύς εξαρχής προ­βληματική η συγκεκριμένη διαδικασία. Θα ήταν σίγουρα μια κάποια λύση να υπήρχαν θετικιστικοί ιστορικοί νόμοι με διαχρονική και υπερτοπική ισχύ, ώστε να λειτουργούσαν ως εγχειρίδιο για το τι πρέπει να κάνουμε (και τι πρέπει να υποδείξουμε στους άλλους να κάνουν…) σε κρίσιμες περι­στάσεις. Ας είμαστε, ωστόσο, ανοιχτοί στην πιθανότητα ότι τέτοιου εί­δους νόμοι ενδέχεται να μην υπάρχουν και ότι πρέπει να αναλαμβάνουμε κάθε φορά τις όποιες ευ­θύνες μας αναλογούν χωρίς να αναζητούμε τους από μηχανής θεούς του ιστορικού θετικισμού.

Συνεπώς, όσο σφοδρή και αν είναι η επιθυμία μας να σηκώσουμε κι εμείς το γάντι της σύγκρου­σης εν μέσω της οξείας διχαστικής περίστασης των ημερών, είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε ότι η ίδια η επιστημονική μελέτη της ιστορίας έχει δημιουργήσει πολύ σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την αξία του διχασμού με αφορμή συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα. Η όποια έκβαση μιας κρίσιμης εκλογικής ή δημοψηφισματικής αναμέτρησης μπορεί να οραθεί ως απλώς το αποτέλεσμα διεργα­σιών και διαδικασιών που συνδέονται πιο πολύ με την διάρκεια και λιγότερο με την στιγμή, πιο πολύ με το μοναδικό πλέγμα γεγονότων της κάθε εποχής και κοινωνίας και λιγότερο με νομοτελεια­κούς ιστορικούς νόμους «καταστροφής» ή «σωτηρίας». Σε αυτό το πλαίσιο, τόσο το ουσιαστικό ΝΑΙ όσο και το ουσιαστικό ΟΧΙ ενδέχεται να περνούν από τον ίδιο δρόμο. Περνούν μόνο μέσα από την γενικότερη και συνολική ισχυροποίησή της χώρας, την βαθιά εξυγί­ανση και ενδυνάμωση της οικονο­μίας, την μεταρρύθμιση του δημοσίου και της σχέσης δημοσίου-ιδιωτικού, την επαναφορά της στοιχειώδους σο­βαρότητας και του στοιχειώδους πολιτισμού στον δημόσιο λόγο. Τόσο το ουσιαστικό ΝΑΙ όσο και το ου­σιαστικό ΟΧΙ προ­ϋποθέτουν ανθρώπους με κατάρτιση, γνώση, εμπειρία, μετριοπάθεια και κουλ­τούρα θεσμικής συμπε­ριφοράς, οι οποίοι να εμπνέουν εμπι­στοσύνη τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό. Προϋπο­θέτουν ανθρώπους με εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία των κοινωνιών και των πολιτιστικών ταυτο­τήτων της γερμανόφωνης και γαλ­λόφωνης κεντρικής Ευρώπης. Προϋπο­θέτουν μια οικονομία που θα είναι και θα φαίνεται αρκετά ισχυρή ώστε να μπορεί είτε να επιβιώσει καλύτερα σε μια δύσκολη και προβληματική νομισματική ένωση είτε να απορροφήσει πιο συντε­ταγμένα απ΄ ό,τι τώρα τους κραδασμούς μιας εν­δεχόμενης επιστροφής σε εθνικό νόμισμα. Με λίγα λόγια, τόσο το ουσιαστικό ΟΧΙ όσο και το ουσιαστικό ΝΑΙ προϋποθέτουν τον συγκριτικά υψηλότερο εκείνο μέσο όρο σοβαρότητας και ικανότητας του πολιτικού προσωπικού που έκανε άλλες χώρες (π.χ. Ιρλανδία, Πορτογαλία) να βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από την Ελλάδα, παρά την έκθεσή τους στις ίδιες περίπου τοξικές και προβληματικές πολιτικές «διάσωσης».

Σαν αποτέλεσμα, όσοι δυσφορούν βλέποντας τον γερμανικό αετό στο καθημερινό τους νόμισμα, όσοι δυ­σκολεύονται να αναγνωρίσουν «το σπίτι τους» στο πρόσωπο και στις γκριμάτσες του Σόι­μπλε, όσοι έχουν ζήσει τι σημαίνει να σε αντιπαθούν για αυτό που είσαι, όσοι ξέρουν την διαφορά του Βολταίρου από τον Χέρντερ, όσοι γνωρίζουν ότι η λιτότητα (Sparen) είναι ένας ολόκληρος πολιτισμός και όχι απλώς μια πολιτική, όσοι αποστρέφονται τους Μεφιστοφελείς ευρωκράτες τύπου Ντάι­σελμπλουμ, όσοι, τέλος, έχουν σοβαρούς λόγους να θεωρούν ούτως ή άλλως θνησιγενές το όρα­μα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχουν την ίδια αποστολή και μοίρα με τους φαινομενικά απέναντί τους. Όσους θεωρούν την Ευρώπη ως σπίτι τους, όσους κρούουν τον κώδωνα του κινδύ­νου για τους γεωπολιτικούς κινδύνους της αποκοπής της χώρας από το ευρωπαϊκό πλαίσιο, όσους είναι πεπεισμένοι για τον ρεαλισμό του οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ακόμη και όσους έχουν αναπτύξει υπέρ το δέον έντονο σύνδρομο εθνικής ταυτοποίησης με την «Δύση», τον «Δια­φωτισμό» και τον «ορθολογισμό». Η κοινή αποστολή είναι να αναζητήσουμε κυβερνήσεις όχι οπωσδήποτε Εθνικής Ενότητας, αλλά Εθνικής Σοβαρότητας, της πιο δυσεύρετης πρώτης ύλης που μπορεί να οδηγήσει σε μια εποι­κοδομητική, δύσκολη, αργή, αλλά σταθερή πορεία προς τα εμπρός. Χωρίς στοιχειώδη Εθνική Σοβαρότητα, ακόμη και ένα πρόσκαιρο ΝΑΙ μπορεί σύντομα να καταλή­ξει σε ένα νέο ΟΧΙ, αλλά και ένα ΟΧΙ μπορεί γρήγορα να μετατραπεί στο ΝΑΙ μιας κακήν κακώς προ­σπάθειας επανασύνδεσης με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Κατά συνέπεια, ας έχουμε στο μυαλό μας ότι ο διχασμός για το τι κατεύθυνση θα πάρει πρόσκαιρα ένα σαπιοκάραβο μπορεί να στρέφει προσωρινά όλα τα μάτια στην γέφυρα του πλοίου, αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, η πολύ δύσκολη προσπάθεια της εν πλω επισκευής του λαμβάνει πάντα χώρα στα βα­θύτερα επίπεδά του.

Βικτωριανή ανθρωπολογία, (εξ)ευρωπαϊσμός και βεντέτα

«Οι Έλληνες έχουν ωριμάσει ως άτομα, έχουν συσχετίσει τις δαπάνες της κυβέρνησης με τους φόρους τους. Ξέρουν πλέον ότι πρέπει να πληρώνουν για τις δαπάνες της κυβέρνησής τους». Η δήλωση αυτή του τέως Υπουργού Οικονομικών Γκίκα Χαρδούβελη, η οποία έγινε στην αγγλική γλώσσα, σε προ­φορική του συνέντευξη στο δίκτυο CNBC τον Σεπτέμβριο του 2014, είναι μία από αυτές, στις οποί­ες θα άξιζε να εστιάσει την προσοχή του ο ιστορικός του μέλλοντος, ιδίως αυτός που ίσως μελετή­σει κάποια στιγμή τους λόγους που οδήγησαν τελικά στην συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Θα ήταν, ωστόσο, δύσκολο για τον ιστορικό να αξιοποιήσει ερευνητικά την ανωτέρω δήλωση χωρίς ορισμένες βασικές γνώσεις κοινωνικής ανθρωπολογίας. Και αυτό διότι η εν λόγω δήλωση Χαρδού­βελη αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα βικτωριανής ανθρωπολογίας. Ως «βικτωριανή ανθρωπο­λογία» ορίζεται συνήθως η πρώιμη εκείνη περίοδος της επιστήμης της κοινωνικής ανθρω­πολογίας, αυτή που συμπίπτει χρονικά με την Βικτωριανή εποχή, δηλαδή με ένα μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα. Χαρακτηριστικό της υπήρξε η βαθιά πίστη στην κοινωνική εξέλιξη, με την θεωρία του εξε­λικτισμού να τοποθετεί τις διάφορες κοινωνίες σε μια σειρά από εξελικτικά στάδια. Τα στάδια αυτά ξεκινούσαν συνήθως από την «βαρβαρότητα» για να φτάσουν στον «πολιτισμό». Και όπου «πολιτι­σμός», δεν νοούνταν, φυσικά, άλλος από τον δυτικό πολιτισμό. Με αυτό τον τρόπο, οι διάφορες «πρωτόγονες» ή «εξωτικές» κοινωνίες στην περιφέρεια του δυτικού κόσμου εκλαμβάνονταν ουσιαστικά ως το παρελθόν του τελευταίου και αντιστρόφως, ο δυτικός κόσμος γινόταν αντιληπτός ως το εξελικτικό μέλλον των θεωρούμενων ως λιγότερο προηγμένων αυτών κοινωνιών. Δεν είναι, φυσικά, τυχαίο ότι η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται πλέον συχνά ως η «αποικιακή φάση» της αν­θρωπολογίας, καθώς οι ανθρωπολογικές αυτές θεωρίες κατέληξαν να αποτελέσουν άλλοθι της δυτι­κής αποικιοκρατίας.

Chardouvelis-Theodorakis

Παραδοσιακές εκδοχές (εξ)ευρωπαϊσμού…

Και αν ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα η επιστήμη της ανθρωπολογίας γύρισε σελίδα, επι­διώκοντας την υπέρβαση του βικτωριανού της παρελθόντος, η ισχυρή παράδοση του εξελικτισμού, ή ορθότερα, της επιστράτευσής του στο πλαίσιο συγκεκριμένων κοινωνικών διεργασιών, δεν επρόκειτο, φυσικά, να εξαλειφθεί εντελώς. Στην ανωτέρω δήλωση ο Γκίκας Χαρδούβελης αποφαί­νεται ότι οι Έλληνες έχουν ωριμάσει ως άτομα, αφού έχουν συνειδητοποιήσει την σχέση κρατικών δαπανών και φορολογίας. Συνεπώς, υπονοείται αφενός μεν ότι ο λόγος που υπάρχει στην Ελλάδα φοροδιαφυγή είναι η έλλειψη αντίληψης για την σχέση φόρων και κρατικών δαπανών και αφετέρου ότι η συνειδητοποίηση του συσχετισμού αυτού συνιστά «ωρίμανση», δηλαδή μετάβαση από ένα λι­γότερο προς ένα περισσότερο προηγμένο εξελικτικό στάδιο. Όπως αναφέρθηκε, η δήλωση αυτή έγινε στην αγγλική γλώσσα, σε αμερικανικό ειδησεογραφικό δίκτυο. Είναι, συνεπώς, σαφές ότι ο τέως Υπουργός Οικονομικών νιώθει ότι ενημερώνει εκείνη την στιγμή όσους θεωρεί εκπροσώπους της ανώτερης εξελικτικής βαθμίδας ότι οι ευρισκόμενοι σε χαμηλότερο ως προς αυτούς εξελικτικό στάδιο κάνουν βήματα σύγκλισης με αυτούς. Ταυτόχρονα, διαχωρίζει ο ίδιος την θέση του από τους πολίτες της χώρας του, παρουσιαζόμενος να εκτελεί ουσιαστικά διπλό ρόλο, δυτικού ανθρωπο­λόγου και πολιτικού, δηλαδή παρατηρητή των «εξωτικών» ηθών και εθίμων και πολιτικού αναμορ­φωτή-εκπολιτιστή. Δεν μοιάζει στο σημείο αυτό να υφίσταται οποιοσδήποτε εν­δοιασμός εκ μέρους του τέως υπουργού στο να μεταφέρει αυτές του τις αντιλήψεις στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων, δηλαδή σε μια σκακιέρα ανελέητης αντιπαράθεσης και ανταγωνισμών. Δεν μοιάζει να ανησυχεί ο τέως υπουργός μήπως έτσι κλείνει το μάτι στα αποικιοκρατικά αντανακλα­στικά ορισμένων εκ των συνομιλητών του, παλαιόθεν συνηθισμένων στο να αναλαμβάνουν αυ­τόκλητα το καθήκον «εκπολι­τισμού» των εκάστοτε «εξωτικών λαών». Δεν μοιάζει ούτε καν να ανησυχεί για το αν ο αρχικός του συλλογισμός έχει βάση: δηλαδή για το αν το σύνθετο φαινόμενο της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα έχει μία και μόνη αιτία και το ότι αυτή είναι η «ανωριμότητα» του πληθυσμού ως προς την κατα­νόηση της σχέσης των φόρων με τις κρατικές δαπάνες. Μια άλλη εξή­γηση, π.χ., αυτή που ξεκινά από το πλεόνασμα (και όχι το έλλειμμα) κατανόησης της σχέσης κρατι­κών και κομματικών δαπα­νών θα μπορούσε κι αυτή να διεκδικήσει ένα μερίδιο στην ανάλυση του ίδιου προβλήματος, δεν θα προσφερόταν, όμως, τόσο εύκολα για προσεγγίσεις εξελικτιστικού ηθι­κισμού.

Ο λόγος, για τον οποίον κάνουμε αναφορά στην συγκεκριμένη δήλωση Χαρδούβελη, είναι διότι στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει ένα μόνο παράδειγμα ενός ευρύτερου φαινομένου. Με την εν λόγω δήλωση ο τέως υπουργός δεν κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που έκανε π.χ. στο αλήστου μνήμης γράμμα του προς την καγκελάριο Μέρκελ ο Θ. Τζήμερος. Εκθέτει, δηλαδή, ανοιχτά ό,τι θεω­ρεί ως κακώς κείμενα της δικής του χώρας στους εκπροσώπους ξένων χωρών, με τους οποίους προφανώς πιστεύει πως οι πολίτες της χώρας του έχουν απλώς σχέση «καλύτερης» ή «χειρότερης», λιγότερο ή περισσότερο εξελιγμένης νοοτροπίας. Νιώθει ότι η χώρα του είναι απλώς μια «Γερμανία χωρίς κράτος» και ότι απευθύνεται σε μια «Ελ­λάδα με κράτος», σε συνομιλητές που φιλτράρουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όσα τους λένε και τα αξιολογούν με βάση τους ίδιους κώδικες αντίληψης και κατανόησης. Η ίδια τάση απλουστευτικού εξελικτισμού, ανάμεικτη με μια μάλλον όχι και τόσο εξελιγμένη αντίληψη περί διεθνών σχέσεων, κυ­ριαρχεί και σε όλες τις συναφείς απόψεις, όπως π.χ. αυτής του «να μας ανα­λάβουν οι εταίροι μας, όπως μια κυβέρνηση αναλαμβάνει μια προβληματική επαρχία της χώρας», η οποία εκφράζεται συ­χνά από εκπροσώπους του ίδιου ευρύτερου ιδεολογικού χώρου.

Το ενδεχόμενο, ωστόσο, ότι οι διαφορές με άλλες χώρες, άλλους λαούς και πολιτισμούς δεν είναι αποκλειστικά διαφορές εξελικτικών σταδίων ενισχύεται και από την διαφορετική πρόσληψη του ίδιου του εξελικτισμού ως ευρύτερης θεωρίας. Αν, δηλαδή, σε χώρες του δυτικού κόσμου ο εξελι­κτισμός της βικτωριανής ανθρωπολογίας διαμορφώθηκε μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της αποικιο­κρατίας, καταλήγοντας να την υπηρετήσει, εντός των νεοελληνικών συμφραζομένων η ίδια θεωρη­τική αφετηρία μοιάζει συχνά να προσλαμβάνεται ως «επιφαινόμενο» ενός διαφορετικού μηχανι­σμού. Αυτός δεν είναι άλλος από την παραδοσιακή ανθρωπολογία της σύγκρουσης και της βε­ντέτας. Με αφορμή και την τρέχουσα κρίση, είναι γεγονός ότι τα κρούσματα συγκρουσιακής αντί­ληψης διαφόρων πτυχών των σχέσεων Ελλάδας και Ευρώπης αυξήθηκαν αισθητά. Παράλληλα, εί­ναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι οι φορείς των αντιλήψεων αυτών δεν προέρχονται μόνο από το αντι­μνημονιακό ή αντιευρωπαϊκό κομμάτι του πολιτικού φάσματος, αλλά και από το φιλοευρωπαϊκό. Οι ήδη αναφερθείσες περιπτώσεις Χαρδούβελη και Τζήμερου δεν είναι οι μοναδικές, όπου ο ευρω­παϊσμός εμφανίζεται με την μορφή επιθετικού και συγκρουσιακού εξελικτισμού. Χαρακτηριστικοί υπήρξαν π.χ. και οι γηπεδισμοί στελέχους του Ποταμιού κατά την επίσκεψη Νταϊσελμπλουμ προ καιρού, ενώ τα απλουστευτικά και συγκρουσιακά δίπολα άσπρου-μαύρου (π.χ. «Διαφωτισμός» και «βαλ­κανική Ανατολή», «ορθολογισμός» ή «κοινή λογική» και «ανορθολογικότητα») έχουν γίνει σχεδόν κοινός τόπος σε πολλές σχετικές συζητήσεις. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλούν και οι περι­πτώσεις, όπου επιστημολογικά και ιστορικά παρωχημένες αντιλήψεις περί «ορθολογικότητας» και «Διαφωτι­σμού» επιστρατεύονται ακόμη και από ορισμένους νέους Έλληνες επιστήμονες του εξω­τερικού, προκειμένου να υποστηριχθούν επιστημονιστικές, συγκρουσιακά ελιτιστικές και καθόλα βικτωριανές οπτικές εις βάρος ενός ολόκληρου λαού. Με αυτό τον τρόπο, ο εξελικτισμός μοιάζει να προστί­θεται στην λί­στα εκεί­νη των δυτικής προελεύσεως θεωριών και ιδεολογημάτων (π.χ. μαρ­ξιστική πάλη των τάξε­ων, φασι­σμός, ναζισμός), που ενίοτε μοιάζουν να προσλαμβάνονται στην Ελ­λάδα ως το ενδεδειγ­μένο «εποικο­δόμημα» για την στέγαση και εκτόνωση της προϋπάρχουσας, πα­ραδοσιακής ανθρω­πολογίας της σύγκρου­σης και της βεντέτας.

Η άποψη ότι ο ευρωπαϊσμός αυτού του τύπου συνιστά όχι ενεργό δράση (agency) για την αλλαγή της κοινωνίας, αλλά, αντιθέτως, στοιχείο της παραδοσιακής δομής ενισχύεται και από άλλα σημεία διασύνδεσης με την ανθρωπολογία του εν Ελλάδι μη αστικού χώρου. Ο ίδιος απλουστευτικός εξελι­κτισμός, για παράδειγμα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντανακλά και τον άξονα κομφορμιστικού ανταγωνισμού της παραδοσιακής κοινωνίας. Μοιάζει, δηλαδή, να προδίδει την τάση να ερμηνευτεί ο κόσμος με βάση το ποιος είναι πιο μπροστά ή πιο πίσω πάνω στην ίδια, μία και μοναδική «γραμ­μή». Όπως π.χ. στην παραδοσιακή κοινωνία τα κριτήρια είναι ξεκάθαρα για το ποιος είναι «πιο μπροστά» στη ζωή του (συνήθως αυτός που έχει ήδη κάνει οικογένεια και παιδιά), έτσι και η σχέση Ελλάδας και Ευρώπης γίνεται συχνά αντιληπτή με τους όρους μιας απλουστευτικής και μονο­διάστατης γραμμής προόδου ή εξέλιξης. Ένα άλλο σημείο που παραπέμπει επίσης σε δομή και όχι σε δράση είναι το πλήθος των συζητήσεων, στις οποίες αρκετοί εκπρόσωποι της ευρω­παϊκής οπτι­κής και προοπτικής διαφω­νούν μεν κάθετα με τους εκάστοτε αντιπάλους τους, ακολου­θούν όμως με χαρακτηριστικό τρόπο το ίδιο ακριβώς πρότυπο διαχείρισης της διαφωνίας με αυ­τούς. Διότι αν και θιασώτες της «κοινής λογικής», του Διαφωτισμού και του πολιτισμού, στην πράξη εμπλέκο­νται πολύ συχνά σε γηπεδικού τύπου αντιπαραθέσεις, άγριους λεκτικούς διαξιφι­σμούς και λοιπές, θορυ­βώδεις συ­γκρουσιακές συμπεριφορές, οι οποίες δεν συνάδουν ακριβώς με τις ανωτέρω αρχές. Για παράδειγ­μα, δημόσιες συγκρουσιακές δηλώσεις, όπως η πρόσφατη του Στ. Θεοδωράκη ότι «αν ήμασταν ΣΥΡΙΖΑ, θα κάναμε κατάληψη», μας παραπέμπουν πιο πολύ σε παραδοσιακά ανθρωπο­λογικά χαρακτη­ριστικά της ιδιαίτερης πατρίδας του εν λόγω πολιτικού (όπως και σε αυτά πολλών άλλων ιδιαίτερων πατρίδων) παρά στην ευρωπαϊκή προο­πτική της χώρας.

Υπό το ίδιο πρίσμα μπορεί κανείς να προσεγγίσει και ένα άλλο ενδια­φέρον στοιχείο, αυτό του κατακερματισμού. Τα τελευταία χρόνια, δηλαδή, ο λεγόμενος κεντρώος μεταρρυθμιστικός χώρος χαρακτηρίστηκε από έναν έντονο κατακερματισμό σε αρκετά επιμέρους κόμματα και κομμα­τίδια (π.χ. Δράση, Φιλελεύθερη Συμμαχία, Δημιουργία Ξανά, Ποτάμι, κλπ.). Το φαινόμενο αυτό, ωστόσο, εμφανίζεται αυτούσιο στην χώρα μας και σε άλλες πολιτικές-ιδεολογικές πτέρυγες, με χα­ρακτηριστικό και διαχρονικό το παράδειγμα των δύο ΚΚΕ Μ-Λ, αλλά και αυτό της πολυδιάσπασης του εθνικιστικού, του «αρχαιολατρικού», αλλά και άλλων ανάλογων χώρων. Το στοιχείο αυτό μοιάζει να μαρτυρεί ότι, αν και ζηλωτικός εκφραστής του μεταρρυθμιστικού εξευρω­παϊσμού, των ώριμων συγκλίσεων και συναινέσεων, ο φιλοευρωπαϊκός χώρος στην Ελλάδα εμφα­νίζει μάλλον και ο ίδιος παραδοσια­κά ελληνικά χαρακτηριστικά, από αυτά που τόσο αρέσκεται συ­χνά να περιφρο­νεί. Στα τελευταία ανήκει σίγουρα και ο φατριασμός, καθώς ο τρόπος που ορισμένοι τουλάχιστον εκ των εκπροσώπων του εν λόγω χώρου αλληλοπροωθούνται ή…αλληλοπαραπέμπο­νται προκει­μένου να αποκτήσουν βήμα σε εφημερίδες, έντυπα και ιστοσελίδες, δεν διαφέρει σε τίποτα με ό,τι λαμβάνει χώρα και εντός άλλων πο­λιτικών και ιδεολογικών κύκλων.

Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ίδιας αυτής ρητορικής του (εξ)ευρωπαϊσμού μοιάζει συχνά να χάνε­ται ακόμα και η αίσθηση της ειδίκευσης, κάτι τουλάχιστον περίεργο αν το ζητούμενο είναι η σύ­γκλιση με χώρες που χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό εξειδίκευσης των επιστημών και οικονο­μιών τους. Ήδη σε προηγούμενο κείμενο εξετάσαμε το φαινόμενο της αντιστρόφως ανάλογης σχέσης ανάμεσα στην γνώση των κοινωνιών της κεντρικής Ευρώπης και την επιθυμία πλήρους συ­νταύτισης μαζί τους. Θα μπορούσε εδώ να σημειώσει κανείς ως ένα επιπλέον πι­κρό παράδειγμα την επωδό για τον κίνδυνο «εθνικής μοναξιάς». Έναν κίνδυνο που καταλήγει συ­χνά να επισείεται σε σχέση με την προοπτική να σταματήσει η συμπόρευση της Ελλάδας με χώρες, μια πιο ειδική και βαθιά γνώση των οποίων θα συνηγορούσε ότι αποτελούν συνώνυμο της μοναξιάς (π.χ. Γερ­μανία). Με αυτό τον τρόπο, όπως κάθε συγκρουσιακή υπερβολή, μια τέτοια άποψη κατα­λήγει να οξύνει εντάσεις αντί να δημιουργεί συγκλίσεις για ό,τι ίσως σε μια δεδομένη στιγμή απο­τελεί ανα­γκαίο κακό. Εκτός αυτού, αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια παρατηρεί κανείς εκπρο­σώπους του ίδιου ιδεολογικού φάσματος να επιδίδονται με ιδιαίτερη ενάργεια, έως και έπαρση, σε αναλύσεις που εμπεριέχουν όρους σχετικούς με την κοινωνία, την ιστορία και τον πολιτισμό, για τους οποίους δεν έχουν καμία επιστημονική ειδίκευση. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που συνήθως απαντούν διάφορες ευ­φάνταστες και έωλες ιστορικές συγκρίσεις (π.χ. της εξόδου από το ευρώ με την μικρασιατική κατα­στροφή) ή βαρύγδουπες αποφάνσεις για την πολιτισμική διαφορά μετα­ξύ Ελλήνων και «Ευρωπαί­ων» (ή «Δυτικών»), χωρίς να γίνεται ιδιαίτερη προσπάθεια αναστοχα­σμού για την ευθύς εξαρχής βασιμότητα μιας τέτοιας ομαδοποίησης-αντίστιξης. Μοιάζει να πρυτα­νεύει και εδώ η ανάγκη για κατά μέτωπον σύγκρουση με την άλλη πλευρά και να μην ανα­δεικνύεται ο σύνθετος χαρακτήρας των φαινομένων, ώστε να δημιουργηθούν προϋποθέσεις μιας πιο με­τριοπαθούς και συναινετικής στάσης.

Η περίπτωση Χαρδούβελη, τέλος, με την οποία ξεκινήσαμε αυτό το κείμενο, είναι μία από εκεί­νες που λόγω και συγκεκριμένων ονοματολογικών παραμέτρων υποβάλλουν την υποψία ότι κάποιες φορές στην προβληματική του (εξ)ευρωπαϊσμού εμφιλοχωρούν ίσως και μηχανισμοί ή σύνδρομα εθνικής ταυτοποίησης. Όπως, δηλαδή, άλλοτε αρχικώς μη ελληνόφωνες, π.χ. αρβανι­τόφωνες ή βλαχόφωνες, ομάδες ενσωματώνονταν στο σώμα της νεοελληνικής γλωσσικής και εθνι­κής ταυτότητας, συχνά υπερθεματίζοντας ως προς την ελληνικότητά τους, έτσι και εκφάνσεις ακραίου και επιθετικού ευρωπαϊσμού μοιάζουν να αναπαράγουν έναν παρόμοιο μηχανισμό. Στην περίπτωση αυτή, οι μεγάλες πολιτιστικές διαφορές που υπάρχουν εντός της «Δύσης» (π.χ. η μακρο­χρόνια και ποικιλότροπη αντιπαράθεση της γερμανόφωνης ζώνης με τις δυτικότερες πολιτισμικές σφαίρες της ηπείρου) υποβαθμίζονται με τον ίδιο τρόπο που υποβαθμίστηκαν κάποτε (και ακόμα υποβαθμίζονται) οι μεγάλες κοινωνικοανθρωπολογικές και λοιπές διαφοροποιήσεις εντός του νεο­ελληνικού κράτους. Και αυτό διότι η ανάγκη για την εκάστοτε εθνική ταυτοποίηση μπορεί να φθάσει στα επίπεδα του «φετίχ» και του «πάση θυσία», να γίνει, δηλαδή, πολύ πιο ισχυρή από την διάθεση για μια πιο κριτική και μετριοπαθή προσέγγιση.

Αν σε όσα αναφέρθηκαν ως τώρα υπάρχει κάποια βάση, το συμπέρασμα είναι ότι ένα τουλάχι­στον μέρος του ευρύτερου φιλοευρωπαϊκού, φιλομεταρρυθμιστικού χώρου στην Ελλάδα συνιστά δυστυχώς μέρος του προβλήματος της χώρας και όχι μέρος της λύσης του. Με άλλα λόγια, αποτελεί συστατικό μέρος της παραδοσιακής δομής και όχι φορέα ενεργού δράσεως για την αλλαγή της. Και αυτό διότι η δράση δεν μπορεί παρά να έχει την μορφή σοβαρών μεταρρυθμίσεων και σοβαρές με­ταρρυθμίσεις δεν μπορούν πρακτικά να γίνουν χωρίς συγκλίσεις, χωρίς κάποιες έστω θέσεις να κερδίσουν ευρύτερη αποδοχή. Οι συγκλίσεις με την σειρά τους προϋποθέτουν όχι μόνο προσεγγί­σεις ανοιχτές στην άλλη άποψη, αλλά και συνθήκες αμοιβαίου σεβασμού και μετριοπάθειας. Αν π.χ. στον λαϊκισμό απαντά κανείς με ελιτισμό, αν στο «τίποτα» απαντά με το «όλα», αν στο «μαύ­ρο» απαντά διαρκώς με το «άσπρο», τότε συντηρεί μια ατμόσφαιρα αενάως ανατροφοδοτούμενης βεντέτας. Διαιωνίζει μια κατάσταση, όπου στην καλύτερη περίπτωση η γνωστή φράση του Βολταί­ρου φτάνει να ισχύει παραφρασμένη ως «συμφωνώ με πολλά από όσα λες, δεν πρόκειται, όμως, ποτέ να συνταχθώ μαζί σου λόγω του τρόπου, με τον οποίον τα λες». Για αυτόν ακριβώς τον λόγο ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της χώρας αυτή την στιγμή είναι ότι ο πολιτικός εκείνος χώρος, που επιθυμεί να εκφράσει περισσότερο από κάθε άλλον την προοπτική με­ταρρύθμισής της, αποδεικνύεται ως τώρα πολύ κατώτερος των περιστάσεων.

Αξίζει να κλεί­σουμε τις σκέψεις αυτές με ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τον τελευταίο καιρό δύο αρθρο­γράφοι, ο Α. Λακασάς στην Καθημερινή, δηλαδή σε μια φιλοευρωπαϊκή και φιλο­μνημονιακή εφη­μερίδα, και ο Κ. Γαβρόγλου στην Αυγή, δηλαδή σε μια κατεξοχήν αντιμνημονιακή εφημερίδα, ανέδειξαν και οι δύο το ζήτημα εκείνο που λίγο καιρό πριν είχαμε θίξει κι εμείς από αυτή την θέση: την πολυ­θεσία στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση και ειδικότερα την περίπτωση του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Οι παρατηρήσεις και προτάσεις τους στο θέμα αυτό είναι ουσιαστικά ταυτόσημες. Πρόκειται για ένα παράδειγμα σύγκλισης σε μια πολύ σημαντική μεταρ­ρύθμιση, η οποία θα δώσει αμέσως εργασία σε εκατοντάδες νέους επιστήμονες. Ποια είναι ως τώρα η στάση στο θέμα αυτό των πολιτικών χώρων που οι δύο αυτές εφημερίδες εκφράζουν; Ποια στάση τηρεί ιδίως η φιλοευ­ρωπαϊκή και φιλομεταρρυθμιστική παράταξη; Θα ενθαρρυνθούν τέτοιου εί­δους συναινέσεις ή θα κυριαρχήσει και πάλι η μοναδική πραγματική και βαθιά «συναί­νεση», αυτή που αφορά την συντήρηση της υπάρχουσας δομής; Είναι ίσως οι απαντήσεις σε ερωτήματα όπως αυτά που θα κρίνουν κατά πόσον τελικά επιθυμούμε (εξ)ευρωπαϊσμό μόνο ως παραδοσιακή δομή ή και ως πραγματικά προοδευτική δράση.

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 36 ακόμα followers