Αποδομώντας τον διχασμό

Το διχαστικό δημοψήφισμα, στα πρόθυρα του οποίου βρισκόμαστε, μοιάζει να αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα της συγκρουσιακής διαδικασίας που γνώρισε η χώρα τα τελευταία πέντε χρόνια με αφορ­μή την οικονομική κρίση και την χρεωκοπία της. Στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους, άλ­λωστε, οι ακολουθίες των διχασμών και οι ακολουθίες των χρεωκοπιών έμοιαζαν πάντα με αλλη­λένδετους παράλλη­λους βίους. Και όχι άδικα. Διότι, αν κάθε δίλημμα μετατρέπεται σχεδόν αυτόμα­τα σε διχασμό, αν δεν αντιλαμβανόμαστε ότι, δυ­στυχώς ή ευτυχώς, τα πράγματα στην ζωή και στην κοινωνία είναι συνήθως υπερβολικά σύνθετα ώστε να μπορούν να απλουστευθούν σε ερωτήσεις ολικής αγνοίας τύπου άσπρου-μαύρου, αν δεν μπορούμε να διακρίνουμε την ιδεολογική από την στρατηγική ψήφο, αν ταυτίζουμε γηπεδικά και μονοδιάστατα το εκάστοτε ΝΑΙ ή ΟΧΙ με ένα και μόνο κί­νητρο, ώστε ο εχθρός να «ξεχωρίσει» με ευκολία και να μπει στο στόχαστρό μας (ως «υπη­ρέτης των δανειστών» ή «λόμπι της δραχμής»), αν θεω­ρούμε απίθανο να βλέπει κάποιος άλλος κάτι που δεν βλέπουμε εμείς, αν, τέλος, δυσκολευόμαστε να δούμε τον αντικατοπτρισμό των εκάστοτε ΟΧΙ που συνεπάγεται το κάθε ΝΑΙ και αντιστρόφως, τότε καθίσταται υπέρμετρα φιλόδοξη η επιθυ­μία να ανεβάσουμε το επίπεδο του κράτους και της οικονομίας μας.

saggarios_lefkada_03

Το σύνθημα «ΝΑΙ, ΣΑΓΓΑΡΙΟΣ» σε εξωτερικό τοίχο σπιτιού της Λευκάδας.

Υπάρχουν, όμως, και ορισμένοι άλλοι, λιγότερο εμφανείς παράγοντες, οι οποίοι υπονομεύουν βα­θιά την όποια αξία της διχόνοιας επί ενός δημοψηφίσματος. Αυτοί σχετίζονται με την επιστήμη εκείνη που είναι η κατεξοχήν αρμόδια για την αποτίμηση της σημασίας τέτοιων γεγονότων, δηλαδή την επιστήμη της ιστορίας. Ο πρώτος παράγοντας ξεκινά από την παραδοχή ότι και οι δύο πλευρές μιας διαμάχης, όπως αυτή επί του επικείμενου δημοψηφίσματος, μοιράζονται μια κοινή αφετηρία: θεωρούν αμφότερες ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος συνιστά μείζον γεγονός, από αυτά που καθορίζουν αποφασιστικά την ιστορική εξέλιξη. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος, για τον οποίον η εκάστοτε αντιπαράθεση οξύνεται τόσο πολύ. Κατά συνέπεια, είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι αυτή ακριβώς η παραδοχή, ότι δηλαδή ένα γε­γονός όπως ένα δημοψήφισμα συνιστά κρίσιμο δια­μορφωτή της ιστορίας, είχε αρχίσει να εγκατα­λείπεται από τους ιστορι­κούς, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Την περίοδο αυτή οι ιστορικοί ερευνητές άρχισαν να αμφι­σβητούν την παραδοσιακή γεγονοτολογική και προσωποκεντρική ιστορία. Με άλλα λόγια, είχαν αρχίσει να υποψιάζονται ότι η ιστορία μόνο φαινομενικά γράφεται από τα μεγάλα γεγονότα (π.χ. σημαντικές μάχες και πολέμους) ή από τις μεγάλες προσωπικότητες πολιτικών και στρατηγών. Αντιθέτως, άρχι­σε να κερδίζει έδαφος η ιδέα ότι τα ίδια αυτά τα πρόσωπα και τα γεγονότα δεν συ­νιστούν τίποτε άλλο παρά την κορυφή του παγόβουνου, δηλαδή την επιφανειακή, ορατή έκφανση πολύ βαθύτερων διαδικασιών. Το τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό έγινε σαφές, μεταξύ άλλων, μέσα από το έργο μιας από τις σημαντι­κότερες επιστη­μονικές σχολές του 20ού αιώνα, της ιστοριο­γραφικής Σχολής των Annales.

Στο πλαίσιο μιας αναγωγιστικής και δομιστικής προσέγγισης, δηλαδή μιας προσέγγισης που ανάγει τα ορατά «επιφαινόμενα» σε βαθύτερες και εκ πρώτης όψεως μη ορατές δομικές αιτίες, η Σχολή των Annales και ο πιο σημαντικός της εκπρόσωπος, ο Φερνάν Μπρωντέλ, εισηγήθηκαν μια τελείως διαφορετική αντίληψη του ιστορικού χρόνου. Στο πλαίσιο της τελευταίας σε κάθε ιστορική περίοδο θεωρείται ότι δρουν και αλληλεπιδρούν διαφορετικές διαδικασίες, οι οποίες λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικές χρονικές κλίμακες. Οι κλίμακες αυτές συνιστούν ένα είδος στρωματογραφί­ας του ιστορικού χρόνου, όπου τα απλά ιστορικά συμβάντα και πρόσωπα αποτελούν μόνο το ανώτερο στρώμα της, το σχεδόν χρονικογραφικό επίπεδο των απλών γεγονότων (événements). Κάτω από το βραχύχρονο αυτό επίπεδο βρίσκεται το μεσόχρονο στρώμα των συγκυριών (conjonctures), δηλαδή των πιο αργά εξελισσόμενων πραγματικοτήτων ή κύκλων της κοινωνικής, οικονομικής και δημογραφικής εξέλιξης. Σε αντίθεση με τα γεγονότα, οι συγκυρίες αυτές αρχίζουν να ξεφεύγουν πλέον από την χρονική κλίμακα της ζωής ενός ανθρώπου ή μερικών γενεών αν­θρώπων και ως εκ τούτου αρχίζουν να γίνονται δυσκολότερα αντιληπτές. Τέλος, κάτω και από το επίπεδο των συγκυριών βρίσκεται αυτό της λεγόμενης μακράς διάρκειας (longue durée). Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον και πιο σημαντικό από όλα, αφού θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει τις βαθύτε­ρες εκείνες δομές των πολιτισμών, όπως αυτές προκύπτουν από διαχρονικά χαρακτηριστικά του γεω­γραφικού τους χώρου και των βαθύτερων συλλογικών νοοτροπιών τους.

Δεχόμενος κανείς αυτήν την ιστορική αντίληψη, την οποία εδώ ακροθιγώς μόνο περιγράψαμε, μπορεί να δει γεγονότα όπως το επικείμενο δημοψήφισμα ή και γενικότερα τις εξελίξεις των τελευ­ταίων μηνών υπό ένα διαφορετικό πρίσμα. Να τα δει ως το βραχύχρονο επίπεδο (événements) μιας πολύ βαθύτερης στρωματογραφίας διαδικασιών. Γίνεται, δηλαδή, συχνά σαφές ότι η μία ή η άλλη άποψη ή πρόθεση που μπορεί να έχει κανείς, συνιστά ένα μόνο και ίσως ούτε καν το σημαντικότε­ρο συστατικό στοιχείο μιας εξέλιξης. Ποια είναι τα υπόλοιπα στοιχεία; Καταρχάς, ένα πολύ κρισι­μότερο κομμάτι του ίδιου παζλ αποτελεί το πώς θα υποστηρίξεις την εκάστοτε άποψη, το ποιο είναι το γενικότερο και υποκείμενο υπόβαθρο σοβαρότητας, κατάρτι­σης, εμπειρίας, οργάνωσης, συστη­ματικότητας και γενικότερης αντίληψης της πολυπλοκότητας των προβλημάτων που διαθέτεις. Το αν είσαι σε θέση να διακρίνεις ποικιλοτρόπως (π.χ. και με τον εν­δυματολογικό σου κώδικα) τα διάφορα επίπεδα των θεσμικών περιστάσεων και την κουλτούρα της ιδιω­τικής από την δημόσια συ­μπεριφορά. Το αν η βαθύτερη νοοτροπία ή κοινωνικοανθρωπολογική δομή σου επιτρέπει να διακρί­νεις αποχρώσεις στα πράγματα και στις συμπεριφορές, στον τρόπο, στον χώρο και τον χρόνο που πρέπει να γίνει και να λεχθεί ή όχι το καθετί. Το αν είσαι σε θέση να χαρτογραφήσεις την εκάστοτε κοινωνική δομή, από την οποία έχεις κι εσύ προέλθει, ώστε να οδηγηθείς από την συνειδητή ή όχι αναπαραγωγή στην δυναμική μεταρρύθμιση και αναδόμησή της. Στο πλαίσιο όλων των ανωτέρω, επομένως, η άλφα ή η βήτα πρόθεση, άποψη ή πολιτική που θα υποστηριχθεί ή θα ακο­λουθηθεί συ­νιστά το βραχύχρονο επίπεδο των γεγονότων. Αντιθέτως, όλο το υποκεί­μενο σύστημα των βαθύτερων νοο­τροπιών ή κοινωνικοανθρωπολογικών δομικών χαρακτηριστικών συνιστά μέρος των πιο μακρόχρο­νων επιπέδων του ιστορικού χρόνου. Κάτι που διακρίνεται, άλλω­στε, καθαρά από το ότι το βαθύτε­ρο αυτό σύστημα υπάρχει συνήθως ήδη πριν και συνεχίζει να υπάρχει και μετά το πέρας των εκάστοτε γεγονότων.

Θέτοντάς το διαφορετικά, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι στην περίπτωση της Ελλάδας ένας μετριοπαθής ευρωσκεπτικιστής με τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν (σοβαρότητα, κα­τάρτιση, εμπειρία, κουλτούρα θεσμικής συμπεριφοράς) θα μπορούσε να στηρίξει πολύ καλύτερα την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας από έναν φανατικό ευρωπαϊστή χωρίς τα γνωρίσματα αυτά. Αλλά κι ένας μετριοπαθής ευρωπαϊστής με σύνεση και κατάρτιση θα μπορούσε κι αυτός να υπο­στηρίξει, αν χρειαζόταν, την όσο τον δυνατόν πιο συντεταγμένη μετάβαση σε ένα εθνικό νόμισμα πολύ καλύτερα απ΄ ό,τι ένας αντιευρωπαϊστής στερούμενος κάθε έννοιας σοβαρότητας, γνώσης και εμπειρίας. Αντιθέτως, συνιστά μέγιστη πλάνη να θεωρεί κανείς ότι αρκούν και μόνο οι ειλικρινείς και ενθουσιώδεις προθέσεις υπέρ της μιας ή της άλλης πολιτικής. Δεν αρκεί να θέλεις κάτι, πρέπει και να μπορείς. Σε διαφορετική περίπτωση, τα όρια ανάμεσα στο ΝΑΙ και στο ΟΧΙ γίνονται τόσο ρευστά που σχεδόν χάνουν την αξία τους. Για παράδειγμα, όλα τα ΝΑΙ των προηγούμενων κυβερ­νήσεων, ο τρόπος που ελέχθησαν και το πολιτικό προσωπικό που τα υποστήριξε, είναι αυτά που έχουν οδηγήσει ένα μεγάλο μέρος των πολιτών να συντάσσεται στην παρούσα περίσταση με το ΟΧΙ. Αλλά και το ΟΧΙ, με τον –«παντός καιρού» και ανεξαρτήτως νομίσματος– ανεύθυνο και τρα­γικό τρόπο που έτυχε διαχείρισης και υποστήριξης από την παρούσα κυβέρνηση, ωθεί ένα επίσης σημαντικό μέρος των πολιτών να προσανατολιστεί, έστω και δύσθυμα, με το ΝΑΙ.

Ανάλογους προβληματισμούς υποβάλλει και μία άλλη μεγάλη θεωρητική κατεύθυνση της ιστο­ριογραφίας, ο λεγόμενος ιστορικισμός. Σύμφωνα με αυτόν, κάθε ιστορική εξέλιξη είναι μοναδική, αφού μοναδικό είναι το κάθε ιστορικό context, μοναδική είναι κάθε κοινωνία, μοναδικοί και οι άν­θρωποι που την αποτελούν. Άνευ σημασίας είναι, ως εκ τούτου, οι διαχρονικές και υπερτοπικές συ­γκρίσεις. Ιστορικοί παραλληλισμοί («ΟΧΙ του ΄40», «Κούγκι», «Μικρασιατική Καταστροφή») και πιο συγχρονικές αναλογίες με άλλα κράτη (π.χ. Αργεντινή, Βενεζουέλα, Ισλανδία) συνιστούν ένα μεθοδολογικά έωλο κυνήγι μαγισσών. Περιττό να αναφερθεί ότι τέτοιου είδους συγκρίσεις και ανα­λογίες επιστρατεύθηκαν ως τώρα και από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, ως μέσο επικοινωνια­κής ενίσχυσης των θέσεών τους. Το να παρασυρθεί, επομένως, κανείς να εκτιμήσει κατά πόσον ευ­σταθεί η μία ή η άλλη ιστορική σύγκριση παραβλέπει την πιθανότητα να είναι ευθύς εξαρχής προ­βληματική η συγκεκριμένη διαδικασία. Θα ήταν σίγουρα μια κάποια λύση να υπήρχαν θετικιστικοί ιστορικοί νόμοι με διαχρονική και υπερτοπική ισχύ, ώστε να λειτουργούσαν ως εγχειρίδιο για το τι πρέπει να κάνουμε (και τι πρέπει να υποδείξουμε στους άλλους να κάνουν…) σε κρίσιμες περι­στάσεις. Ας είμαστε, ωστόσο, ανοιχτοί στην πιθανότητα ότι τέτοιου εί­δους νόμοι ενδέχεται να μην υπάρχουν και ότι πρέπει να αναλαμβάνουμε κάθε φορά τις όποιες ευ­θύνες μας αναλογούν χωρίς να αναζητούμε τους από μηχανής θεούς του ιστορικού θετικισμού.

Συνεπώς, όσο σφοδρή και αν είναι η επιθυμία μας να σηκώσουμε κι εμείς το γάντι της σύγκρου­σης εν μέσω της οξείας διχαστικής περίστασης των ημερών, είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε ότι η ίδια η επιστημονική μελέτη της ιστορίας έχει δημιουργήσει πολύ σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την αξία του διχασμού με αφορμή συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα. Η όποια έκβαση μιας κρίσιμης εκλογικής ή δημοψηφισματικής αναμέτρησης μπορεί να οραθεί ως απλώς το αποτέλεσμα διεργα­σιών και διαδικασιών που συνδέονται πιο πολύ με την διάρκεια και λιγότερο με την στιγμή, πιο πολύ με το μοναδικό πλέγμα γεγονότων της κάθε εποχής και κοινωνίας και λιγότερο με νομοτελεια­κούς ιστορικούς νόμους «καταστροφής» ή «σωτηρίας». Σε αυτό το πλαίσιο, τόσο το ουσιαστικό ΝΑΙ όσο και το ουσιαστικό ΟΧΙ ενδέχεται να περνούν από τον ίδιο δρόμο. Περνούν μόνο μέσα από την γενικότερη και συνολική ισχυροποίησή της χώρας, την βαθιά εξυγί­ανση και ενδυνάμωση της οικονο­μίας, την μεταρρύθμιση του δημοσίου και της σχέσης δημοσίου-ιδιωτικού, την επαναφορά της στοιχειώδους σο­βαρότητας και του στοιχειώδους πολιτισμού στον δημόσιο λόγο. Τόσο το ουσιαστικό ΝΑΙ όσο και το ου­σιαστικό ΟΧΙ προ­ϋποθέτουν ανθρώπους με κατάρτιση, γνώση, εμπειρία, μετριοπάθεια και κουλ­τούρα θεσμικής συμπε­ριφοράς, οι οποίοι να εμπνέουν εμπι­στοσύνη τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό. Προϋπο­θέτουν ανθρώπους με εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία των κοινωνιών και των πολιτιστικών ταυτο­τήτων της γερμανόφωνης και γαλ­λόφωνης κεντρικής Ευρώπης. Προϋπο­θέτουν μια οικονομία που θα είναι και θα φαίνεται αρκετά ισχυρή ώστε να μπορεί είτε να επιβιώσει καλύτερα σε μια δύσκολη και προβληματική νομισματική ένωση είτε να απορροφήσει πιο συντε­ταγμένα απ΄ ό,τι τώρα τους κραδασμούς μιας εν­δεχόμενης επιστροφής σε εθνικό νόμισμα. Με λίγα λόγια, τόσο το ουσιαστικό ΟΧΙ όσο και το ουσιαστικό ΝΑΙ προϋποθέτουν τον συγκριτικά υψηλότερο εκείνο μέσο όρο σοβαρότητας και ικανότητας του πολιτικού προσωπικού που έκανε άλλες χώρες (π.χ. Ιρλανδία, Πορτογαλία) να βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από την Ελλάδα, παρά την έκθεσή τους στις ίδιες περίπου τοξικές και προβληματικές πολιτικές «διάσωσης».

Σαν αποτέλεσμα, όσοι δυσφορούν βλέποντας τον γερμανικό αετό στο καθημερινό τους νόμισμα, όσοι δυ­σκολεύονται να αναγνωρίσουν «το σπίτι τους» στο πρόσωπο και στις γκριμάτσες του Σόι­μπλε, όσοι έχουν ζήσει τι σημαίνει να σε αντιπαθούν για αυτό που είσαι, όσοι ξέρουν την διαφορά του Βολταίρου από τον Χέρντερ, όσοι γνωρίζουν ότι η λιτότητα (Sparen) είναι ένας ολόκληρος πολιτισμός και όχι απλώς μια πολιτική, όσοι αποστρέφονται τους Μεφιστοφελείς ευρωκράτες τύπου Ντάι­σελμπλουμ, όσοι, τέλος, έχουν σοβαρούς λόγους να θεωρούν ούτως ή άλλως θνησιγενές το όρα­μα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχουν την ίδια αποστολή και μοίρα με τους φαινομενικά απέναντί τους. Όσους θεωρούν την Ευρώπη ως σπίτι τους, όσους κρούουν τον κώδωνα του κινδύ­νου για τους γεωπολιτικούς κινδύνους της αποκοπής της χώρας από το ευρωπαϊκό πλαίσιο, όσους είναι πεπεισμένοι για τον ρεαλισμό του οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ακόμη και όσους έχουν αναπτύξει υπέρ το δέον έντονο σύνδρομο εθνικής ταυτοποίησης με την «Δύση», τον «Δια­φωτισμό» και τον «ορθολογισμό». Η κοινή αποστολή είναι να αναζητήσουμε κυβερνήσεις όχι οπωσδήποτε Εθνικής Ενότητας, αλλά Εθνικής Σοβαρότητας, της πιο δυσεύρετης πρώτης ύλης που μπορεί να οδηγήσει σε μια εποι­κοδομητική, δύσκολη, αργή, αλλά σταθερή πορεία προς τα εμπρός. Χωρίς στοιχειώδη Εθνική Σοβαρότητα, ακόμη και ένα πρόσκαιρο ΝΑΙ μπορεί σύντομα να καταλή­ξει σε ένα νέο ΟΧΙ, αλλά και ένα ΟΧΙ μπορεί γρήγορα να μετατραπεί στο ΝΑΙ μιας κακήν κακώς προ­σπάθειας επανασύνδεσης με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Κατά συνέπεια, ας έχουμε στο μυαλό μας ότι ο διχασμός για το τι κατεύθυνση θα πάρει πρόσκαιρα ένα σαπιοκάραβο μπορεί να στρέφει προσωρινά όλα τα μάτια στην γέφυρα του πλοίου, αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, η πολύ δύσκολη προσπάθεια της εν πλω επισκευής του λαμβάνει πάντα χώρα στα βα­θύτερα επίπεδά του.

Βικτωριανή ανθρωπολογία, (εξ)ευρωπαϊσμός και βεντέτα

«Οι Έλληνες έχουν ωριμάσει ως άτομα, έχουν συσχετίσει τις δαπάνες της κυβέρνησης με τους φόρους τους. Ξέρουν πλέον ότι πρέπει να πληρώνουν για τις δαπάνες της κυβέρνησής τους». Η δήλωση αυτή του τέως Υπουργού Οικονομικών Γκίκα Χαρδούβελη, η οποία έγινε στην αγγλική γλώσσα, σε προ­φορική του συνέντευξη στο δίκτυο CNBC τον Σεπτέμβριο του 2014, είναι μία από αυτές, στις οποί­ες θα άξιζε να εστιάσει την προσοχή του ο ιστορικός του μέλλοντος, ιδίως αυτός που ίσως μελετή­σει κάποια στιγμή τους λόγους που οδήγησαν τελικά στην συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Θα ήταν, ωστόσο, δύσκολο για τον ιστορικό να αξιοποιήσει ερευνητικά την ανωτέρω δήλωση χωρίς ορισμένες βασικές γνώσεις κοινωνικής ανθρωπολογίας. Και αυτό διότι η εν λόγω δήλωση Χαρδού­βελη αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα βικτωριανής ανθρωπολογίας. Ως «βικτωριανή ανθρωπο­λογία» ορίζεται συνήθως η πρώιμη εκείνη περίοδος της επιστήμης της κοινωνικής ανθρω­πολογίας, αυτή που συμπίπτει χρονικά με την Βικτωριανή εποχή, δηλαδή με ένα μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα. Χαρακτηριστικό της υπήρξε η βαθιά πίστη στην κοινωνική εξέλιξη, με την θεωρία του εξε­λικτισμού να τοποθετεί τις διάφορες κοινωνίες σε μια σειρά από εξελικτικά στάδια. Τα στάδια αυτά ξεκινούσαν συνήθως από την «βαρβαρότητα» για να φτάσουν στον «πολιτισμό». Και όπου «πολιτι­σμός», δεν νοούνταν, φυσικά, άλλος από τον δυτικό πολιτισμό. Με αυτό τον τρόπο, οι διάφορες «πρωτόγονες» ή «εξωτικές» κοινωνίες στην περιφέρεια του δυτικού κόσμου εκλαμβάνονταν ουσιαστικά ως το παρελθόν του τελευταίου και αντιστρόφως, ο δυτικός κόσμος γινόταν αντιληπτός ως το εξελικτικό μέλλον των θεωρούμενων ως λιγότερο προηγμένων αυτών κοινωνιών. Δεν είναι, φυσικά, τυχαίο ότι η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται πλέον συχνά ως η «αποικιακή φάση» της αν­θρωπολογίας, καθώς οι ανθρωπολογικές αυτές θεωρίες κατέληξαν να αποτελέσουν άλλοθι της δυτι­κής αποικιοκρατίας.

Chardouvelis-Theodorakis

Παραδοσιακές εκδοχές (εξ)ευρωπαϊσμού…

Και αν ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα η επιστήμη της ανθρωπολογίας γύρισε σελίδα, επι­διώκοντας την υπέρβαση του βικτωριανού της παρελθόντος, η ισχυρή παράδοση του εξελικτισμού, ή ορθότερα, της επιστράτευσής του στο πλαίσιο συγκεκριμένων κοινωνικών διεργασιών, δεν επρόκειτο, φυσικά, να εξαλειφθεί εντελώς. Στην ανωτέρω δήλωση ο Γκίκας Χαρδούβελης αποφαί­νεται ότι οι Έλληνες έχουν ωριμάσει ως άτομα, αφού έχουν συνειδητοποιήσει την σχέση κρατικών δαπανών και φορολογίας. Συνεπώς, υπονοείται αφενός μεν ότι ο λόγος που υπάρχει στην Ελλάδα φοροδιαφυγή είναι η έλλειψη αντίληψης για την σχέση φόρων και κρατικών δαπανών και αφετέρου ότι η συνειδητοποίηση του συσχετισμού αυτού συνιστά «ωρίμανση», δηλαδή μετάβαση από ένα λι­γότερο προς ένα περισσότερο προηγμένο εξελικτικό στάδιο. Όπως αναφέρθηκε, η δήλωση αυτή έγινε στην αγγλική γλώσσα, σε αμερικανικό ειδησεογραφικό δίκτυο. Είναι, συνεπώς, σαφές ότι ο τέως Υπουργός Οικονομικών νιώθει ότι ενημερώνει εκείνη την στιγμή όσους θεωρεί εκπροσώπους της ανώτερης εξελικτικής βαθμίδας ότι οι ευρισκόμενοι σε χαμηλότερο ως προς αυτούς εξελικτικό στάδιο κάνουν βήματα σύγκλισης με αυτούς. Ταυτόχρονα, διαχωρίζει ο ίδιος την θέση του από τους πολίτες της χώρας του, παρουσιαζόμενος να εκτελεί ουσιαστικά διπλό ρόλο, δυτικού ανθρωπο­λόγου και πολιτικού, δηλαδή παρατηρητή των «εξωτικών» ηθών και εθίμων και πολιτικού αναμορ­φωτή-εκπολιτιστή. Δεν μοιάζει στο σημείο αυτό να υφίσταται οποιοσδήποτε εν­δοιασμός εκ μέρους του τέως υπουργού στο να μεταφέρει αυτές του τις αντιλήψεις στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων, δηλαδή σε μια σκακιέρα ανελέητης αντιπαράθεσης και ανταγωνισμών. Δεν μοιάζει να ανησυχεί ο τέως υπουργός μήπως έτσι κλείνει το μάτι στα αποικιοκρατικά αντανακλα­στικά ορισμένων εκ των συνομιλητών του, παλαιόθεν συνηθισμένων στο να αναλαμβάνουν αυ­τόκλητα το καθήκον «εκπολι­τισμού» των εκάστοτε «εξωτικών λαών». Δεν μοιάζει ούτε καν να ανησυχεί για το αν ο αρχικός του συλλογισμός έχει βάση: δηλαδή για το αν το σύνθετο φαινόμενο της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα έχει μία και μόνη αιτία και το ότι αυτή είναι η «ανωριμότητα» του πληθυσμού ως προς την κατα­νόηση της σχέσης των φόρων με τις κρατικές δαπάνες. Μια άλλη εξή­γηση, π.χ., αυτή που ξεκινά από το πλεόνασμα (και όχι το έλλειμμα) κατανόησης της σχέσης κρατι­κών και κομματικών δαπα­νών θα μπορούσε κι αυτή να διεκδικήσει ένα μερίδιο στην ανάλυση του ίδιου προβλήματος, δεν θα προσφερόταν, όμως, τόσο εύκολα για προσεγγίσεις εξελικτιστικού ηθι­κισμού.

Ο λόγος, για τον οποίον κάνουμε αναφορά στην συγκεκριμένη δήλωση Χαρδούβελη, είναι διότι στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει ένα μόνο παράδειγμα ενός ευρύτερου φαινομένου. Με την εν λόγω δήλωση ο τέως υπουργός δεν κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που έκανε π.χ. στο αλήστου μνήμης γράμμα του προς την καγκελάριο Μέρκελ ο Θ. Τζήμερος. Εκθέτει, δηλαδή, ανοιχτά ό,τι θεω­ρεί ως κακώς κείμενα της δικής του χώρας στους εκπροσώπους ξένων χωρών, με τους οποίους προφανώς πιστεύει πως οι πολίτες της χώρας του έχουν απλώς σχέση «καλύτερης» ή «χειρότερης», λιγότερο ή περισσότερο εξελιγμένης νοοτροπίας. Νιώθει ότι η χώρα του είναι απλώς μια «Γερμανία χωρίς κράτος» και ότι απευθύνεται σε μια «Ελ­λάδα με κράτος», σε συνομιλητές που φιλτράρουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όσα τους λένε και τα αξιολογούν με βάση τους ίδιους κώδικες αντίληψης και κατανόησης. Η ίδια τάση απλουστευτικού εξελικτισμού, ανάμεικτη με μια μάλλον όχι και τόσο εξελιγμένη αντίληψη περί διεθνών σχέσεων, κυ­ριαρχεί και σε όλες τις συναφείς απόψεις, όπως π.χ. αυτής του «να μας ανα­λάβουν οι εταίροι μας, όπως μια κυβέρνηση αναλαμβάνει μια προβληματική επαρχία της χώρας», η οποία εκφράζεται συ­χνά από εκπροσώπους του ίδιου ευρύτερου ιδεολογικού χώρου.

Το ενδεχόμενο, ωστόσο, ότι οι διαφορές με άλλες χώρες, άλλους λαούς και πολιτισμούς δεν είναι αποκλειστικά διαφορές εξελικτικών σταδίων ενισχύεται και από την διαφορετική πρόσληψη του ίδιου του εξελικτισμού ως ευρύτερης θεωρίας. Αν, δηλαδή, σε χώρες του δυτικού κόσμου ο εξελι­κτισμός της βικτωριανής ανθρωπολογίας διαμορφώθηκε μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της αποικιο­κρατίας, καταλήγοντας να την υπηρετήσει, εντός των νεοελληνικών συμφραζομένων η ίδια θεωρη­τική αφετηρία μοιάζει συχνά να προσλαμβάνεται ως «επιφαινόμενο» ενός διαφορετικού μηχανι­σμού. Αυτός δεν είναι άλλος από την παραδοσιακή ανθρωπολογία της σύγκρουσης και της βε­ντέτας. Με αφορμή και την τρέχουσα κρίση, είναι γεγονός ότι τα κρούσματα συγκρουσιακής αντί­ληψης διαφόρων πτυχών των σχέσεων Ελλάδας και Ευρώπης αυξήθηκαν αισθητά. Παράλληλα, εί­ναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι οι φορείς των αντιλήψεων αυτών δεν προέρχονται μόνο από το αντι­μνημονιακό ή αντιευρωπαϊκό κομμάτι του πολιτικού φάσματος, αλλά και από το φιλοευρωπαϊκό. Οι ήδη αναφερθείσες περιπτώσεις Χαρδούβελη και Τζήμερου δεν είναι οι μοναδικές, όπου ο ευρω­παϊσμός εμφανίζεται με την μορφή επιθετικού και συγκρουσιακού εξελικτισμού. Χαρακτηριστικοί υπήρξαν π.χ. και οι γηπεδισμοί στελέχους του Ποταμιού κατά την επίσκεψη Νταϊσελμπλουμ προ καιρού, ενώ τα απλουστευτικά και συγκρουσιακά δίπολα άσπρου-μαύρου (π.χ. «Διαφωτισμός» και «βαλ­κανική Ανατολή», «ορθολογισμός» ή «κοινή λογική» και «ανορθολογικότητα») έχουν γίνει σχεδόν κοινός τόπος σε πολλές σχετικές συζητήσεις. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλούν και οι περι­πτώσεις, όπου επιστημολογικά και ιστορικά παρωχημένες αντιλήψεις περί «ορθολογικότητας» και «Διαφωτι­σμού» επιστρατεύονται ακόμη και από ορισμένους νέους Έλληνες επιστήμονες του εξω­τερικού, προκειμένου να υποστηριχθούν επιστημονιστικές, συγκρουσιακά ελιτιστικές και καθόλα βικτωριανές οπτικές εις βάρος ενός ολόκληρου λαού. Με αυτό τον τρόπο, ο εξελικτισμός μοιάζει να προστί­θεται στην λί­στα εκεί­νη των δυτικής προελεύσεως θεωριών και ιδεολογημάτων (π.χ. μαρ­ξιστική πάλη των τάξε­ων, φασι­σμός, ναζισμός), που ενίοτε μοιάζουν να προσλαμβάνονται στην Ελ­λάδα ως το ενδεδειγ­μένο «εποικο­δόμημα» για την στέγαση και εκτόνωση της προϋπάρχουσας, πα­ραδοσιακής ανθρω­πολογίας της σύγκρου­σης και της βεντέτας.

Η άποψη ότι ο ευρωπαϊσμός αυτού του τύπου συνιστά όχι ενεργό δράση (agency) για την αλλαγή της κοινωνίας, αλλά, αντιθέτως, στοιχείο της παραδοσιακής δομής ενισχύεται και από άλλα σημεία διασύνδεσης με την ανθρωπολογία του εν Ελλάδι μη αστικού χώρου. Ο ίδιος απλουστευτικός εξελι­κτισμός, για παράδειγμα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντανακλά και τον άξονα κομφορμιστικού ανταγωνισμού της παραδοσιακής κοινωνίας. Μοιάζει, δηλαδή, να προδίδει την τάση να ερμηνευτεί ο κόσμος με βάση το ποιος είναι πιο μπροστά ή πιο πίσω πάνω στην ίδια, μία και μοναδική «γραμ­μή». Όπως π.χ. στην παραδοσιακή κοινωνία τα κριτήρια είναι ξεκάθαρα για το ποιος είναι «πιο μπροστά» στη ζωή του (συνήθως αυτός που έχει ήδη κάνει οικογένεια και παιδιά), έτσι και η σχέση Ελλάδας και Ευρώπης γίνεται συχνά αντιληπτή με τους όρους μιας απλουστευτικής και μονο­διάστατης γραμμής προόδου ή εξέλιξης. Ένα άλλο σημείο που παραπέμπει επίσης σε δομή και όχι σε δράση είναι το πλήθος των συζητήσεων, στις οποίες αρκετοί εκπρόσωποι της ευρω­παϊκής οπτι­κής και προοπτικής διαφω­νούν μεν κάθετα με τους εκάστοτε αντιπάλους τους, ακολου­θούν όμως με χαρακτηριστικό τρόπο το ίδιο ακριβώς πρότυπο διαχείρισης της διαφωνίας με αυ­τούς. Διότι αν και θιασώτες της «κοινής λογικής», του Διαφωτισμού και του πολιτισμού, στην πράξη εμπλέκο­νται πολύ συχνά σε γηπεδικού τύπου αντιπαραθέσεις, άγριους λεκτικούς διαξιφι­σμούς και λοιπές, θορυ­βώδεις συ­γκρουσιακές συμπεριφορές, οι οποίες δεν συνάδουν ακριβώς με τις ανωτέρω αρχές. Για παράδειγ­μα, δημόσιες συγκρουσιακές δηλώσεις, όπως η πρόσφατη του Στ. Θεοδωράκη ότι «αν ήμασταν ΣΥΡΙΖΑ, θα κάναμε κατάληψη», μας παραπέμπουν πιο πολύ σε παραδοσιακά ανθρωπο­λογικά χαρακτη­ριστικά της ιδιαίτερης πατρίδας του εν λόγω πολιτικού (όπως και σε αυτά πολλών άλλων ιδιαίτερων πατρίδων) παρά στην ευρωπαϊκή προο­πτική της χώρας.

Υπό το ίδιο πρίσμα μπορεί κανείς να προσεγγίσει και ένα άλλο ενδια­φέρον στοιχείο, αυτό του κατακερματισμού. Τα τελευταία χρόνια, δηλαδή, ο λεγόμενος κεντρώος μεταρρυθμιστικός χώρος χαρακτηρίστηκε από έναν έντονο κατακερματισμό σε αρκετά επιμέρους κόμματα και κομμα­τίδια (π.χ. Δράση, Φιλελεύθερη Συμμαχία, Δημιουργία Ξανά, Ποτάμι, κλπ.). Το φαινόμενο αυτό, ωστόσο, εμφανίζεται αυτούσιο στην χώρα μας και σε άλλες πολιτικές-ιδεολογικές πτέρυγες, με χα­ρακτηριστικό και διαχρονικό το παράδειγμα των δύο ΚΚΕ Μ-Λ, αλλά και αυτό της πολυδιάσπασης του εθνικιστικού, του «αρχαιολατρικού», αλλά και άλλων ανάλογων χώρων. Το στοιχείο αυτό μοιάζει να μαρτυρεί ότι, αν και ζηλωτικός εκφραστής του μεταρρυθμιστικού εξευρω­παϊσμού, των ώριμων συγκλίσεων και συναινέσεων, ο φιλοευρωπαϊκός χώρος στην Ελλάδα εμφα­νίζει μάλλον και ο ίδιος παραδοσια­κά ελληνικά χαρακτηριστικά, από αυτά που τόσο αρέσκεται συ­χνά να περιφρο­νεί. Στα τελευταία ανήκει σίγουρα και ο φατριασμός, καθώς ο τρόπος που ορισμένοι τουλάχιστον εκ των εκπροσώπων του εν λόγω χώρου αλληλοπροωθούνται ή…αλληλοπαραπέμπο­νται προκει­μένου να αποκτήσουν βήμα σε εφημερίδες, έντυπα και ιστοσελίδες, δεν διαφέρει σε τίποτα με ό,τι λαμβάνει χώρα και εντός άλλων πο­λιτικών και ιδεολογικών κύκλων.

Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ίδιας αυτής ρητορικής του (εξ)ευρωπαϊσμού μοιάζει συχνά να χάνε­ται ακόμα και η αίσθηση της ειδίκευσης, κάτι τουλάχιστον περίεργο αν το ζητούμενο είναι η σύ­γκλιση με χώρες που χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό εξειδίκευσης των επιστημών και οικονο­μιών τους. Ήδη σε προηγούμενο κείμενο εξετάσαμε το φαινόμενο της αντιστρόφως ανάλογης σχέσης ανάμεσα στην γνώση των κοινωνιών της κεντρικής Ευρώπης και την επιθυμία πλήρους συ­νταύτισης μαζί τους. Θα μπορούσε εδώ να σημειώσει κανείς ως ένα επιπλέον πι­κρό παράδειγμα την επωδό για τον κίνδυνο «εθνικής μοναξιάς». Έναν κίνδυνο που καταλήγει συ­χνά να επισείεται σε σχέση με την προοπτική να σταματήσει η συμπόρευση της Ελλάδας με χώρες, μια πιο ειδική και βαθιά γνώση των οποίων θα συνηγορούσε ότι αποτελούν συνώνυμο της μοναξιάς (π.χ. Γερ­μανία). Με αυτό τον τρόπο, όπως κάθε συγκρουσιακή υπερβολή, μια τέτοια άποψη κατα­λήγει να οξύνει εντάσεις αντί να δημιουργεί συγκλίσεις για ό,τι ίσως σε μια δεδομένη στιγμή απο­τελεί ανα­γκαίο κακό. Εκτός αυτού, αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια παρατηρεί κανείς εκπρο­σώπους του ίδιου ιδεολογικού φάσματος να επιδίδονται με ιδιαίτερη ενάργεια, έως και έπαρση, σε αναλύσεις που εμπεριέχουν όρους σχετικούς με την κοινωνία, την ιστορία και τον πολιτισμό, για τους οποίους δεν έχουν καμία επιστημονική ειδίκευση. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που συνήθως απαντούν διάφορες ευ­φάνταστες και έωλες ιστορικές συγκρίσεις (π.χ. της εξόδου από το ευρώ με την μικρασιατική κατα­στροφή) ή βαρύγδουπες αποφάνσεις για την πολιτισμική διαφορά μετα­ξύ Ελλήνων και «Ευρωπαί­ων» (ή «Δυτικών»), χωρίς να γίνεται ιδιαίτερη προσπάθεια αναστοχα­σμού για την ευθύς εξαρχής βασιμότητα μιας τέτοιας ομαδοποίησης-αντίστιξης. Μοιάζει να πρυτα­νεύει και εδώ η ανάγκη για κατά μέτωπον σύγκρουση με την άλλη πλευρά και να μην ανα­δεικνύεται ο σύνθετος χαρακτήρας των φαινομένων, ώστε να δημιουργηθούν προϋποθέσεις μιας πιο με­τριοπαθούς και συναινετικής στάσης.

Η περίπτωση Χαρδούβελη, τέλος, με την οποία ξεκινήσαμε αυτό το κείμενο, είναι μία από εκεί­νες που λόγω και συγκεκριμένων ονοματολογικών παραμέτρων υποβάλλουν την υποψία ότι κάποιες φορές στην προβληματική του (εξ)ευρωπαϊσμού εμφιλοχωρούν ίσως και μηχανισμοί ή σύνδρομα εθνικής ταυτοποίησης. Όπως, δηλαδή, άλλοτε αρχικώς μη ελληνόφωνες, π.χ. αρβανι­τόφωνες ή βλαχόφωνες, ομάδες ενσωματώνονταν στο σώμα της νεοελληνικής γλωσσικής και εθνι­κής ταυτότητας, συχνά υπερθεματίζοντας ως προς την ελληνικότητά τους, έτσι και εκφάνσεις ακραίου και επιθετικού ευρωπαϊσμού μοιάζουν να αναπαράγουν έναν παρόμοιο μηχανισμό. Στην περίπτωση αυτή, οι μεγάλες πολιτιστικές διαφορές που υπάρχουν εντός της «Δύσης» (π.χ. η μακρο­χρόνια και ποικιλότροπη αντιπαράθεση της γερμανόφωνης ζώνης με τις δυτικότερες πολιτισμικές σφαίρες της ηπείρου) υποβαθμίζονται με τον ίδιο τρόπο που υποβαθμίστηκαν κάποτε (και ακόμα υποβαθμίζονται) οι μεγάλες κοινωνικοανθρωπολογικές και λοιπές διαφοροποιήσεις εντός του νεο­ελληνικού κράτους. Και αυτό διότι η ανάγκη για την εκάστοτε εθνική ταυτοποίηση μπορεί να φθάσει στα επίπεδα του «φετίχ» και του «πάση θυσία», να γίνει, δηλαδή, πολύ πιο ισχυρή από την διάθεση για μια πιο κριτική και μετριοπαθή προσέγγιση.

Αν σε όσα αναφέρθηκαν ως τώρα υπάρχει κάποια βάση, το συμπέρασμα είναι ότι ένα τουλάχι­στον μέρος του ευρύτερου φιλοευρωπαϊκού, φιλομεταρρυθμιστικού χώρου στην Ελλάδα συνιστά δυστυχώς μέρος του προβλήματος της χώρας και όχι μέρος της λύσης του. Με άλλα λόγια, αποτελεί συστατικό μέρος της παραδοσιακής δομής και όχι φορέα ενεργού δράσεως για την αλλαγή της. Και αυτό διότι η δράση δεν μπορεί παρά να έχει την μορφή σοβαρών μεταρρυθμίσεων και σοβαρές με­ταρρυθμίσεις δεν μπορούν πρακτικά να γίνουν χωρίς συγκλίσεις, χωρίς κάποιες έστω θέσεις να κερδίσουν ευρύτερη αποδοχή. Οι συγκλίσεις με την σειρά τους προϋποθέτουν όχι μόνο προσεγγί­σεις ανοιχτές στην άλλη άποψη, αλλά και συνθήκες αμοιβαίου σεβασμού και μετριοπάθειας. Αν π.χ. στον λαϊκισμό απαντά κανείς με ελιτισμό, αν στο «τίποτα» απαντά με το «όλα», αν στο «μαύ­ρο» απαντά διαρκώς με το «άσπρο», τότε συντηρεί μια ατμόσφαιρα αενάως ανατροφοδοτούμενης βεντέτας. Διαιωνίζει μια κατάσταση, όπου στην καλύτερη περίπτωση η γνωστή φράση του Βολταί­ρου φτάνει να ισχύει παραφρασμένη ως «συμφωνώ με πολλά από όσα λες, δεν πρόκειται, όμως, ποτέ να συνταχθώ μαζί σου λόγω του τρόπου, με τον οποίον τα λες». Για αυτόν ακριβώς τον λόγο ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της χώρας αυτή την στιγμή είναι ότι ο πολιτικός εκείνος χώρος, που επιθυμεί να εκφράσει περισσότερο από κάθε άλλον την προοπτική με­ταρρύθμισής της, αποδεικνύεται ως τώρα πολύ κατώτερος των περιστάσεων.

Αξίζει να κλεί­σουμε τις σκέψεις αυτές με ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τον τελευταίο καιρό δύο αρθρο­γράφοι, ο Α. Λακασάς στην Καθημερινή, δηλαδή σε μια φιλοευρωπαϊκή και φιλο­μνημονιακή εφη­μερίδα, και ο Κ. Γαβρόγλου στην Αυγή, δηλαδή σε μια κατεξοχήν αντιμνημονιακή εφημερίδα, ανέδειξαν και οι δύο το ζήτημα εκείνο που λίγο καιρό πριν είχαμε θίξει κι εμείς από αυτή την θέση: την πολυ­θεσία στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση και ειδικότερα την περίπτωση του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Οι παρατηρήσεις και προτάσεις τους στο θέμα αυτό είναι ουσιαστικά ταυτόσημες. Πρόκειται για ένα παράδειγμα σύγκλισης σε μια πολύ σημαντική μεταρ­ρύθμιση, η οποία θα δώσει αμέσως εργασία σε εκατοντάδες νέους επιστήμονες. Ποια είναι ως τώρα η στάση στο θέμα αυτό των πολιτικών χώρων που οι δύο αυτές εφημερίδες εκφράζουν; Ποια στάση τηρεί ιδίως η φιλοευ­ρωπαϊκή και φιλομεταρρυθμιστική παράταξη; Θα ενθαρρυνθούν τέτοιου εί­δους συναινέσεις ή θα κυριαρχήσει και πάλι η μοναδική πραγματική και βαθιά «συναί­νεση», αυτή που αφορά την συντήρηση της υπάρχουσας δομής; Είναι ίσως οι απαντήσεις σε ερωτήματα όπως αυτά που θα κρίνουν κατά πόσον τελικά επιθυμούμε (εξ)ευρωπαϊσμό μόνο ως παραδοσιακή δομή ή και ως πραγματικά προοδευτική δράση.

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» Παρουσίαση στην Κύπρο

Φεβρουαρίου 20, 2015 Σχολιάστε
Maa-Palaeokastro

Μάα-Παλαιόκαστρο

Στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ., σε μια απομονωμένη χερσόνησο της δυτικής Κύπρου που είναι σήμερα γνωστή ως Μάα-Παλαιόκαστρο, έκανε την εμφάνισή της μια πιθανότατα νεοφερμένη στο νησί ομάδα ανθρώπων. Σε αυτή την όχι ιδιαίτερα κατάλληλη περιοχή για εγκατάσταση, η ομάδα αυτή των επηλύδων εγκαθίδρυσε έναν οικισμό που επρόκειτο να κατοικηθεί για περίπου 50 χρόνια. Κάποια στοιχεία του οικισμού αυτού είναι για εμάς σήμερα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα: τείχη «κυ­κλώπειου» τύπου, κεντρικές εστίες στα οικήματα, μυκηναϊκή κεραμεική του πρώιμου 12ου αιώνα π.Χ., επίσης μυκηναϊκού τύπου περόνες, ακόμη και ένα άλλο είδος κεραμεικής (χειροποίητη στιλ­βωτή ή «βαρβαρική») που από τα τέλη του 13ου αιώνα π.Χ. εμφανίζεται σε πολλές θέσεις της ηπει­ρωτικής Ελλάδας και έχει ξενική (μάλλον ιταλική) προέλευση. Αν και από τον υλικό του πολιτισμό δεν λείπουν και αρκετά τοπικά κυπριακά στοιχεία, ο οικισμός στην χερσόνησο Μάα-Παλαιόκαστρο θεωρείται ένα από τα πρώτα «προγεφυρώματα» του ελληνικού ή αχαϊκού αποικισμού της Κύπρου. Και είναι σίγουρα μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια της ιστορίας ότι οι πρώτοι αυτοί ελληνόφωνοι άποικοι στην Κύπρο ταυτοποιούνται, μεταξύ άλλων, και μέσω των ξένων που κατοικούσαν στις κοινωνίες τους (των φορέων της χειροποίητης στιλβωτής κεραμεικής) οι οποίοι, όπως φαίνεται, τους συνόδευσαν στην νέα τους πατρίδα.

Οι επαφές ανάμεσα στον κόσμο του Αιγαίου και την Κύπρο χρονολογούνται, φυσικά, σε χρόνους πολύ προγενέστερους από τον πρώιμο 12ο αιώνα π.Χ. Εντούτοις, μόνον από την περίοδο αυτή και εφεξής υπάρχουν αρχαιολογικά στοιχεία που να συνηγορούν στην ύπαρξη όχι απλά εμπορικών και λοιπών πολιτιστικών επαφών, αλλά στην έναρξη της διαδικασίας εκείνης που οδήγησε στον στα­διακό εξελληνισμό της Κύπρου. Και αυτό διότι σαν αποτέλεσμα της κατάρρευσης του μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος στην Ελλάδα περί το 1200 π.Χ., ομάδες φορέων του ελληνόφωνου μυκη­ναϊκού πολιτισμού άρχισαν να καταφθάνουν στην Κύπρο, αυτή την φορά με προϋποθέσεις και προ­θέσεις πιο μόνιμης εγκατάστασης. Η μυθολογική παράδοση διέσωσε τον απόηχο της διαδικασίας αυτής στις ιστορίες ηρώων του Τρωικού Πολέμου, όπως π.χ. του Τεύκρου, αδερφού του Τελα­μώνιου Αίαντα, και ιδρυτή της κυπριακής Σαλαμίνας, και του Αγαπήνορα, βασιλιά της Αρκαδίας και ιδρυτή της Πάφου. Στα τέλη του 11ου αιώνα π.Χ. χρονολογείται η αρχαιότερη ως τώρα γνωστή μαρτυρία της ελληνικής γλώσσας στην Κύπρο, που είναι η λεγόμενη επιγραφή του Οφέλτα. Συνίσταται σε ένα και μόνο ελληνικό όνομα, γραμμένο στην γενική πτώση και σε ένα σύστημα γραφής διαφορετικό από αυτά, με τα οποία έχουμε συνηθίσει ως επί το πλείστον να βλέπουμε καταγραμ­μένη την ελληνική γλώσσα (πιθανότατα μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στην κυπρο-μινωική γραφή και στο μεταγενέστερο κυπριακό συλλαβάριο). Το όνομα του Οφέλτα χαράχθηκε πάνω σε έναν οβελό που βρέθηκε σε έναν τάφο στην Παλαίπαφο για να δηλώσει την κυριότητά του. Ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα «ακούσιας μαρτυρίας» στην ιστορία, ο αγνώστων λοιπών στοιχείων Οφέλτας σίγουρα δεν φανταζόταν ότι εκτός από το ιδιοκτησιακό του δικαίωμα επί του οβελού θα γνωστοποιούσε στους μελλοντικούς ερευνητές και το πιο ύστερο δυνατό χρονικό σημείο (terminus ante quem), στο οποίο μπορεί πιθανότατα να τοποθετηθεί η άφιξη της ελληνικής γλώσ­σας στην Κύπρο. Μιας γλώσσας, την οποία εκείνη την εποχή επίσης λίγοι θα φαντάζονταν ότι θα μπορούσε να εδραιώσει την παρουσία της σε ένα νησί της ανατολικής Μεσογείου, το οποίο κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (β΄ ήμισυ της 2ης χιλιετίας π.Χ.) υπήρξε προσανατολισμένο περισ­σότερο προς την κατεύθυνση της Μέσης Ανατολής και της Αιγύπτου. Κι όμως, δεν ήταν ούτε η αρ­χαία αιγυπτιακή της πανίσχυρης αυτοκρατορίας των Φαραώ ούτε κάποια από τις γλώσσες της συ­ροπαλαιστινιακής ακτής, αλλά μια γλώσσα που ήρθε από την Δύση, εκείνη που επρόκειτο να σφρα­γίσει την μετέπειτα ιστορία της Κύπρου.

Σαν αποτέλεσμα των ανωτέρω στοιχείων, στην περίπτωση της Κύπρου το «πόθεν και πότε» της ελληνικής γλώσσας είναι σε σημαντικό βαθμό γνωστό και σίγουρα πιο ξεκάθαρο απ΄ ό,τι στην πε­ρίπτωση της ίδιας της Ελλάδας. Σε ό,τι αφορά την τελευταία, η «άφιξη» της ελληνικής γλώσσας σε αυτήν έγινε για πολύ καιρό αντιληπτή στην έρευνα με όρους παρόμοιους με την πρώτη της εμφάνι­ση στην Κύπρο: ως το αποτέλεσμα της μεταναστευτικής «έλευσης των Ελλήνων», δηλαδή της άφι­ξης στην Ελλάδα νέων πληθυσμιακών ομάδων με γλωσσικά (ή και εθνικά) ήδη διαμορφωμένα χα­ρακτηριστικά. Είναι, όμως, τα πράγματα έτσι; Ή μήπως στην περίπτωση της Ελλάδας τα πράγματα υπήρξαν πιο σύνθετα;

Το πρόγραμμα «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό» του Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου και οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης διοργανώνουν την Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015 παρουσία­ση του βιβλίου του γράφοντος στην Λευκωσία (Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύ­πρου, Φανερωμένης 86-90, ώρα 19:30). Στο πλαίσιο της παρουσίασης ο Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος του προγράμματος «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό», Επίκουρος Καθηγητής κ. Γ. Δεληγιαν­νάκης, και ο γράφων θα έχουν την ευκαιρία να αναφερθούν στις βασικές πτυχές της διεθνούς διεπιστημονικής αναζήτησης των απαρχών του ελληνικού πολιτισμού. Η βιβλιοπαρουσίαση αυτή έχει και ένα σημαντικό στοιχείο πρωτοτυπίας. Αξιοποιώντας την τεχνολογία τηλεδιάσκεψης του προ­γράμματος «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό», θα δοθεί η δυνατότητα ζωντανής τηλε-συμμετοχής του κοινού από τον υπολογιστή. Η συμμετοχή δεν θα συνίσταται μόνο στην παρακολούθηση της εκδήλωσης, αλλά και στην δυνατότητα υποβολής ερωτημάτων τόσο γραπτά (στο ειδικό πα­ράθυρο chat της πλατφόρμας τηλεδιάσκεψης) όσο και προφορικά (κάνοντας χρήση του μικρο­φώνου της πλατφόρμας με παράλληλη χρήση ακουστικών). Σαν αποτέλεσμα, κάθε ενδιαφερόμενος για την εκδήλωση θα μπορεί να συμμετάσχει ενεργά σε αυτήν, ανεξάρτητα από το αν βρίσκεται στην Κύπρο, στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Με αυτό τον τρόπο θα πάρει ταυτόχρονα και μια γεύ­ση από την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, όπου η τεχνολο­γική πρόοδος της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης καταργεί τα γεωγραφικά σύνορα. Από αυτή την θέση ο γράφων θα ήθελε να εκφράσει τις θερμότερες ευχαριστίες του στο πρόγραμμα «Σπουδές στον Ελ­ληνικό Πολιτισμό» του Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου, στο οποίο έχει και την τιμή να εργάζεται, για το ενδιαφέρον για το βιβλίο και την πρωτοβουλία της εκδήλωσης στην Κύπρο. Για την ζωντανή τηλε-συμμετοχή στην εκδήλωση μπορεί κανείς να ακολουθήσει τον παρακάτω διαδικτυακό σύνδε­σμο:

http://eclass-live2.ouc.ac.cy:80/join_meeting.html?meetingId=1431485

Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου: Μια εκπαιδευτική επανάσταση στην διάθεση όλων

Νοεμβρίου 23, 2014 7 σχόλια

Τι είναι αυτό που εδρεύει μεν στην Κύπρο, δρα όμως πλήρως και στην Ελλάδα; Τι μπορεί να ονο­μάζεται «εξ αποστάσεως», αλλά να βρίσκεται κάθε στιγμή μέσα στο ίδιο μας το σπίτι; Η απάντηση στο μικρό αυτό αίνιγμα θα μπορούσε να δοθεί με πολύ σύντομο τρόπο: το πτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό του Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου. Στην πραγματικότητα, όμως, η σύντομη αυτή απάντηση δεν εξηγεί επαρκώς για τι πράγμα μιλάμε. Το κυριότερο: δεν αρ­κεί για να τεκμηριώσει τον χαρακτηρισμό «επανάσταση» στον τίτλο του κειμένου. Για τον σκοπό αυτό χρειάζεται μια λίγο πιο αναλυτική απάντηση, την οποία, όμως, αξίζει τον κόπο να προσπαθή­σουμε να δώσουμε.

ΑΠΚΥ-Εικ

Ήδη πολύ πριν ξεσπάσει στην Ελλάδα η οικονομική κρίση, η πανεπιστημιακή τριτοβάθμια εκπαί­δευση θεωρούνταν ένας από τους μεγάλους ασθενείς της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότη­τας και γενικότερα της ελληνικής κοινωνίας. Ο λόγος για αυτό δεν ήταν τόσο η έλλειψη αξιόλογων επιστημόνων στα ελληνικά πανεπιστήμια, αλλά κυρίως η γενικότερη δομή, εντός της οποίας αυτοί ήταν αναγκασμένοι να δρουν. Χαρακτηριστικά της δομής αυτής δεν υπήρξαν μόνο συγκεκριμένες εκφάνσεις παρωχημένων εκπαιδευτικών συνθηκών και νοοτροπιών, ιδίως στις θεωρητικές επιστήμες (π.χ. απρόσωπη διδασκαλία σε απέραντα αμφιθέατρα, λογική του ενός συγγράμματος, αντιπαραγωγική ακολουθία παραδόσεων-εξεταστικών, μη συστηματική διάρθρωση του διδακτικού υλικού, εγκυκλοπαιδισμός και έλλειψη έμφασης στην εκπόνηση επιστημονικών εργασιών, κλπ.). Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι στο πλαίσιο της ίδιας δομής το πανεπιστήμιο, ένα από τα κατεξοχήν προϊόντα του αστικού πολιτισμού, κατέληξε να αποτελεί οργανικό υποσύστημα ενός κοινωνικού συστήματος με έκδηλα τα σημάδια της ανθρωπολογίας του μη αστικού χώρου. Φαινόμενα, όπως π.χ. η ίδια η ίδρυση πανεπιστημίων ή πανεπιστημιακών τμημάτων για την εξυπηρέτηση των πελατειακών διευθετήσεων κομμάτων και πολιτευτών, οι υπόλοιπες εκφάνσεις της έλλειψης κουλτούρας διάκρισης δημοσίου και ιδιωτικού (καταλήψεις, οικογενειοκρατία, φατριασμοί, κλπ.), η ανθρωπολογία της βεντέτας, της σύγκρουσης και της βίας (κομματικές νεο­λαίες), καθώς και η διαρκής, άκριτη αναπαραγωγή της δομής αυτής κατέστησαν το ελληνικό πανε­πιστήμιο μέρος του ευρύτε­ρου προβλήματος της ελληνικής κοινωνίας και όχι της λύσης του.

Όλα αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι ότι, όσο κι αν ακούγεται πα­ράξενο, εδώ και λίγα χρόνια το άλλο εκείνο ελληνικό πανεπιστήμιο, αυτό που πολλοί από εμάς οραματιστήκαμε, ονειρευτήκαμε και θεωρήσαμε ότι ποτέ δεν θα υπάρξει στην Ελλάδα, υπάρχει στ΄ αλήθεια και είναι δίπλα μας. Το πρώτο βήμα για να το γνωρίσουμε είναι να λύσουμε το αίνιγμα που τέθηκε στην αρχή αυτού του κειμένου. Να συνειδητοποιήσουμε, δηλαδή, ότι, όπως ακριβώς και τα φαινόμενα, έτσι και οι ονομασίες συχνά απατούν. Το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, λοιπόν, δεν είναι κάποιο «μακρινό» ίδρυμα, που αφορά αποκλειστικά τους Κυπρίους και την Κύπρο. Στην πραγματικότητα είναι ένα ελληνοκυπριακό πανεπιστήμιο, το οποίο εδρεύει μεν διοικητι­κά στην Κύπρο, απευθύνεται, όμως, εξίσου και σε όλους τους Έλληνες της Ελλάδας και του εξωτε­ρικού. Οι Έλληνες της Ελλάδας, μάλιστα, αποτελούν ήδη την πλειονότητα των φοιτητών του. Ση­μαντικό εί­ναι, επίσης, να λύσουμε και το άλλο σκέλος του αινίγματος, δηλαδή να κατανοήσουμε τι πραγματι­κά σημαίνει «εξ αποστάσεως εκπαίδευση». Ο συγκεκριμένος όρος αποδίδει μεν καταρχάς τον αγ­γλικό αντίστοιχο «distance learning», εισαγόμενος, ωστόσο, στα συμφραζόμενα της ελληνι­κής εκ­παιδευτικής και πανεπιστημιακής πραγματικότητας προσλαμβάνει έναν λίγο διαφορετικό χαρακτή­ρα. Ο λόγος είναι ότι όσοι έχουν την εμπειρία του συμβατικού πανεπιστημίου στην Ελλάδα κατα­νοούν ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη «εξ αποστάσεως εκπαίδευση» από το να είσαι σε ένα αμφιθέα­τρο μαζί με άλλους 200 ανθρώπους, των οποίων τα ονόματα και τα πρόσωπα δεν θα μάθει ποτέ κα­νείς διδάσκων, από το να μην έχεις συναντήσει ποτέ προσωπικά τους καθηγητές σου, από το να μην σε πληροφορεί κανείς γιατί πήρες 7 και όχι 8 στις εξετάσεις (και να περιορίζεσαι απλά στο να ψάχνεις το όνομα και την βαθμολογία σου σε λίστες με εκατοντάδες ονόματα) ή από το να μην έχεις τακτική και προσωπική καθοδήγηση όσον αφορά τις απορίες, τον τρόπο μελέτης και γενικά την διαδικασία της μάθησης και της εισαγωγής στην επιστήμη.

Σε αντίθεση με αυτή την αρνητικά εννοούμενη, πραγματική εξ αποστάσεως εκπαίδευση, η «εξ αποστάσεως εκπαίδευση» στο Πρόγραμμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό του Ανοιχτού Πανε­πιστημίου Κύπρου συνιστά ίσως την πιο άμεση, προσωπική και εξατομικευμένη μορφή πανεπιστη­μιακής εκπαίδευσης. Αυτή επιτυγχάνεται καταρχάς χάρη στα ολιγομελή τμήματα συνήθως 20-30 φοιτητών, στα οποία ο διδάσκων αναπτύσσει ουσιαστική προσωπική επικοινωνία με κάθε φοιτητή ξεχωριστά. Η επικοινωνία αυτή λαμβάνει χώρα τόσο στις δια ζώσης Ομαδικές Συμβουλευτικές Συ­ναντήσεις όσο και διαδικτυακά, χάρη στον προηγμένο τεχνολογικό εξοπλισμό του Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου. Χρησιμοποιώντας τεχνολογικά άρτιες πλατφόρμες τηλεκπαίδευσης και τηλεδιάσκεψης, διεξάγοντας συχνές τηλεσυνα­ντήσεις τμήματος και διατμηματικά τηλεσεμινάρια, το σύστημα σπουδών στο Ανοιχτό Πανεπιστή­μιο Κύπρου δημιουργεί τις προϋποθέσεις διαρκούς διαπροσωπικής επαφής και επικοινωνίας μεταξύ φοιτητών και διδασκόντων. Ακόμη και οι ίδιες οι Ομαδικές Συμβουλευτικές Συ­ναντήσεις (ΟΣΣ) με­ταδίδονται ζωντανά διαδικτυακά (γίνονται, δηλαδή, «υβριδικά» στην γλώσσα του προγράμματος) και μπορεί κανείς να τις παρακολουθήσει από το σπίτι του είτε ζωντα­νά είτε μαγνητοσκοπημένες σε μεταγενέστερο χρόνο. Σαν αποτέλεσμα, το Πρόγραμμα Σπουδών είναι ιδανικό για σπουδαστές κάθε ηλικίας, παρέχοντας την απαιτούμενη ευελιξία ιδίως σε όσους έχουν φορτωμένο πρόγραμμα επαγγελματικών και οικογενειακών υποχρεώσεων.

Μία από τις πιο σημαντικές παραμέτρους της επικοινωνίας μεταξύ διδασκόντων και φοιτητών εί­ναι η σχέση μεταξύ γρα­πτών εργασιών και εξατομικευμένων δελτίων βαθμολόγησης. Σε αντίθεση, δηλαδή, με το συμβατι­κό πανεπιστήμιο, όπου σε προπτυχιακό επίπεδο η συγγραφή γραπτών εργα­σιών αποτελεί την εξαί­ρεση, στο πτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό του Ανοιχτού Πανε­πιστημίου Κύπρου η συγγραφή εργασιών αποτελεί την ραχοκοκκαλιά των σπουδών. Με αυτό τον τρόπο οι φοιτητές όχι μόνο εισάγονται από την πρώτη μέρα στην πεμπτουσία της επι­στημονικής διαδικασίας που είναι η συγγραφή επιστημονικών κειμένων και η ορθή χρήση και πα­ρουσίαση των βιβλιογρα­φικών δεδομένων, αλλά η πρόοδός τους σε αυτό το πεδίο ελέγχεται μέσω εξατομικευμένων δελτίων βαθμολόγησης. Σε αυτά δεν αναφέρεται μόνον ο βαθμός, αλλά και συ­γκεκριμένα κριτήρια βαθμο­λόγησης (δομή, βιβλιογραφική παρουσίαση, γλώσσα, έρευνα), με ανα­λυτικό σχολιασμό και επιση­μάνσεις. Παράλληλα, ο κάθε φοιτητής παραλαμβάνει, φυσικά, διορθω­μένη και την ίδια την εργα­σία του, έχοντας την δυνατότητα να δει αναλυτικά τις διορθωτικές παρεμβάσεις και επάνω στο κείμενο.

Οι επαναστατικές πρακτικές επεκτείνονται, όμως, και στην ίδια την βιβλιογραφική βάση των ερ­γασιών και της μελέτης. Απορρίπτοντας την αντιεπιστημονική πρακτική του ενός συγγράμματος, του ενός καθηγητή και της μίας αλήθειας (επιστημονικής, ιδεολογικής, κλπ.), η πλατφόρμα τηλεκ­παίδευσης του Ανοιχτού Πανε­πιστημίου Κύπρου περιλαμβάνει ποικιλία συγγραμμάτων πολλών διαφορετικών επιστημόνων, Ελλήνων και ξένων. Με αυτό τον τρόπο οι φοιτητές εξοικειώνονται με τον πλουραλισμό και με τις πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις στο κάθε αντικείμενο, αναπτύσσο­ντας την κριτική τους σκέψη. Η επιστημονική αυτή πολυφωνία συνδέεται στενά και με μία ακόμη τομή του προγράμματος, η οποία είναι ίσως η πιο επαναστατική από όλες. Το Πρόγραμμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό του Ανοιχτού Πανε­πιστημίου Κύπρου είναι ίσως ο μοναδικός εκπαιδευτι­κός και επιστημονικός οργανισμός στον ελληνικό χώρο που επενδύει δυναμικά στην δεξαμενή των νέων επιστημόνων. Σε χαρακτηριστική αντίθεση με άλλα ημεδαπά ιδρύματα, στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου και ειδικά στο Πρόγραμμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό υλοποιείται αυτό που θα έπρεπε να είναι η επίσημη πολιτική ενός ολόκληρου κράτους: προσφέρεται η δυνατότητα εργασίας σε νέους επιστήμονες με νέες νοοτροπίες, εξαιρετικά βιογραφικά, όρεξη για δουλειά και ως επί το πλείστον χωρίς άλλες ενασχολήσεις και θέσεις. Σαν αποτέλεσμα, όσο κι αν ακούγεται περίεργο, κάθε φοιτητής που αποφασίζει να φοιτήσει στο Πρόγραμμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό όχι μόνο απολαμβάνει τις υψηλότερου επιπέδου εκπαιδευτικές υπηρεσίες, αλλά στηρίζει έμπρακτα ένα κομμάτι της γενιάς εκείνης των νέων επιστη­μόνων, την οποία οι κάθε είδους παθογένειες, πολυθεσίες και κλειστές καταστάσεις της ελληνικής κοινωνίας καταδικάζουν στην ανεργία και την μετανάστευση. Στηρίζει την γενιά, την οποία το ελ­ληνικό κράτος, πιστό στην βαθύτερη ανθρωπολογία του ως προς τις παραδοσιακές σχέσεις μεταξύ των γενεών, θέτει σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τους συνταξιούχους του.

Το έμπρακτο αυτό ενδιαφέρον του προγράμματος για την ανανέωση και πρόοδο της κοινωνίας εκφράζεται και με μια άλλη καινοτομία του, τις λεγόμενες αυτοτελείς Θεματικές Ενότητες. Οι Θεματικές Ενότητες αποτελούν τον άξονα των σπουδών στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, εί­ναι αυτό που στο συμβατικό πανεπιστήμιο θα λέγαμε «τα μαθήματα». Εκτός, τώρα, από την κανονική φοίτηση στο πρόγραμμα, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει κανείς να αποφοιτήσει από 20 εξαμηνιαίες Θεματικές Ενότητες (επί συνόλου 36), υπάρχουν και οι λεγόμενες αυτοτελείς Θεματικές Ενότη­τες. Αν, για παράδειγμα, κάποιος δεν θέλει να φοιτήσει εξ ολοκλήρου στο πρόγραμμα, αλλά έχει έντονο ενδιαφέρον για συγκεκριμένες μόνο πτυχές του ελληνικού πολιτι­σμού, μπορεί να παρακο­λουθήσει αυτοτελώς μία έως τρεις από τις Θεματικές Ενότητες του πρώτου έτους των σπουδών. Με αυτό τον τρόπο, οι αυτο­τελείς Θεματικές Ενότη­τες δίνουν την ευκαιρία στον καθένα να ανοίξει ένα παράθυρο στην επιστη­μονική γνώση πτυχών του ελληνικού πολιτισμού, χωρίς μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις σε χρόνο και χρή­μα.

Τέλος, το άνοιγμα του προγράμματος στην κοινωνία εκφράζεται και με μια σειρά άλλων αξιόλογων πρωτοβουλιών. Σε αυτές ανήκει π.χ. ο θεσμός των ανοιχτών σε όλους επισκέψεων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους (όπως π.χ. αυτή), αλλά και αυτός των επίσης ανοιχτών τηλεσεμιναρίων. Στο πλαίσιο των τελευταίων, συγκεκριμένες, ζωντανές διαλέξεις των διδασκόντων πάνω σε ποικίλα θέματα ελληνικού πολιτισμού γίνονται προσιτές σε όλους μέσα από την οθόνη του υπολογιστή τους. Μέσω συγκεκριμένου ηλεκτρονικού συνδέσμου που κοινοποιείται εν όψει της εκάστοτε διάλεξης, ο καθένας μπορεί από το σπίτι του να εισέλθει στην πλατφόρμα τηλεκπαίδευσης του προγράμματος, να παρακολουθήσει την τηλεδιάλεξη, ακόμα και να συμμετάσχει στην συζήτηση που πάντα ακολουθεί. Με αυτό τον απλό, αλλά ταυτόχρονα και πρωτοποριακό τρόπο καταργούνται οι γεωγραφικές αποστάσεις και ανοίγονται νέες, συναρπαστικές δυνατότητες. Σαν αποτέλεσμα, ιδίως άνθρωποι που κατοικούν μακριά από τα σημεία εκείνα της χώρας (κυρίως Αθήνα και Θεσσαλονίκη), όπου λαμβάνουν χώρα οι περισσότερες σχετικές εκδηλώσεις (διαλέξεις, σεμινάρια, συνέδρια), αποκτούν τώρα δωρεάν πρόσβαση σε ένα ψηφιακό πλέον πρόγραμμα δραστηριοτήτων για τον ελληνικό πολιτισμό.

Συνοψίζοντας, χωρίς απεργίες, καταλήψεις, αφισοκολλήσεις, χωρίς κομματικούς στρατούς, προ­πηλακισμούς, εντοιχισμούς, με σεβασμό στους συνταξιούχους, αλλά επενδύοντας δυναμικά στην γενιά εκείνη των νέων επιστημόνων, για την οποία σχεδόν κανείς άλλος δεν ενδιαφέρεται, το πτυ­χιακό Πρόγραμμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό του Ανοιχτού Πανε­πιστημίου Κύπρου δι­δάσκει στην πράξη τι σημαίνει (εκπαιδευτική) επανάσταση. Αποδεικνύει ότι επανάσταση δεν κάνεις αναπαράγοντας διαρκώς την δομή (την κουλτούρα εξομοίωσης δημοσίου και ιδιωτικού, την οικογενειακή ιδεολογία, τα πατροπα­ράδοτα πρότυπα συμπεριφοράς και συγκρότησης σχέσεων, τον ανθρωπολογικό κύκλο της ιδεολογικής σύγκρουσης και βεντέτας), αλλά υιοθετώντας κριτική στάση απέναντί της και αναλαμβάνοντας ενεργό δράση για την ουσιαστική αλλαγή της. Στο τέλος του κύκλου της με­ταπολίτευσης το πτυ­χιακό Πρόγραμμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό του Ανοιχτού Πανεπι­στημίου Κύπρου συνιστά για πρώτη φορά μια τέτοια ουσιαστική επανάσταση. Μια εκπαιδευτική επανάσταση διαθέσιμη σε όλους τους Έλληνες της Ελλάδας, της Κύπρου και του εξωτερικού.

Ανασκαφικός τουρισμός: συζήτηση ή σύγκρουση;

Αυγούστου 7, 2014 5 σχόλια

Κάθε καλοκαίρι διεξάγεται στην Ελλάδα ένα πλήθος αρχαιολογικών ανασκαφών. Το φετινό καλοκαίρι, ωστόσο, έμελλε να μην περιλαμβάνει μόνο ανασκαφές, αλλά και πολύ λόγο περί των ανασκαφών. Αιτία το πρόγραμμα «Γίνε αρχαιολόγος για μία μέρα», το οποίο επιχείρησαν να υλοποιήσουν το ξενοδοχειακό συ­γκρότημα Costa Navarino σε συνεργασία με τους υπευθύνους της ανασκαφής στην αρχαία Μεσσήνη. Στο πλαίσιο του τουριστικού αυτού πακέτου, τουρίστες θα είχαν την δυνατότητα της συμμετοχής έναντι πληρω­μής (120 ευρώ την ημέρα) στις ανασκαφές για μια ημέρα ή μια εβδομάδα. Το εγχείρημα που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ προκάλεσε έντονη δημόσια αντιπαράθεση, καθώς προσδέθηκε γρήγορα στο υφι­στάμενο συγκρουσιακό πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης: από την μια μεριά μέσα και πρόσωπα φίλα προσκείμενα στην λεγόμενη μεταρρυθμιστική και (νεο)φιλελεύθερη πτέρυγα της ελληνικής πολιτικής (βλ. π.χ. τα τρία άρθρα της Μ. Κατσουνάκη στην εφημερίδα Καθημερινή [09/0713/0720/07/2014]) και από την άλλη οι σχετικές παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του κατά βάσιν επίσης αριστερών προσανατολισμών Συλ­λόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (ΣΕΑ). Η συγκεκριμένη αντιπαράθεση ανέδειξε για άλλη μια φορά ένα σημα­ντικό πρόβλημα της δημόσιας συζήτησης στην Ελλάδα που δεν είναι άλλο από το ότι σε περιπτώσεις σαν και αυτή μοιάζει να ενδιαφέρει περισσότερο η σύγκρουση παρά η (όποια) συζήτηση. Η έμφαση στην σύ­γκρουση δεν είναι φυσικά παράλογη αν ληφθεί υπόψιν ο σημαντικός ρόλος του συγκεκριμένου φαινομένου στο πλαίσιο των παραδοσιακών, μη αστικών καταβολών της ελληνικής κοινωνίας. Πράγματι, ο ανθρωπολο­γικός αναγω­γισμός των ιδεολογικών «επιφαινομένων», η ροπή περισσότερο στην βεντέτα και λιγότερο στον «σασμό», μοιάζει να ενισχύεται από ένα χαρακτηριστικό κομμάτι σε ένα από τα άρθρα της Κατσουνάκη. Εί­ναι το ση­μείο, όπου απορρίπτεται όχι μόνο το «όχι», αλλά και το «ναι μεν, αλλά» της άλλης άποψης, καθι­στώντας σαφές ότι αυτό που ενδιαφέρει εδώ δεν είναι η συζήτηση, αλλά η απόλυτη υποταγή της αντίθετης γνώμης, πιθανώς και η άνευ όρων συνθηκολόγηση του εχθρού πάνω στο USS Missouri…Αντίστοιχα φαι­νόμενα αδιαλλαξίας απαντώνται, όμως, συχνά και στην άλλη πλευρά. Ως «άλλη πλευρά» δεν νοείται εδώ συλλήβδην κάθε άν­θρωπος που εξέφρασε αμφιβολίες και αντιρρήσεις για πτυχές του ευρύτερου ζητήματος των ανοι­χτών ανα­σκαφών (στην κατηγορία αυτή, άλλωστε, αυτή δηλαδή όσων εκφράζουν τέτοιες αμφιβο­λίες, ανή­κει και ο γράφων, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια). Νοείται κυρίως η πλευρά εκείνη που δίνει την εντύ­πωση ότι εί­ναι εντελώς κλειστή στην προοπτική να συζητήσει, όχι αναγκαστικά με τους ακραίους και επιθε­τικούς εκ­προσώπους της άλλης άποψης (που είναι λογικό), αλλά ακόμη και με όσους θα ψέλλιζαν με διαλ­λακτική διάθεση κάποιο δικό τους «ναι μεν, αλλά» στα επιχειρήματά της.

Anaskafes

Ανασκαφές: δημόσιες ιδιωτικές ή και ιδιωτικές ιδιωτικές…;

Σαν αποτέλεσμα, η περίπτωση της αρχαίας Μεσσήνης, η οποία λόγω της εμπλοκής της ιδιωτικής πρωτο­βουλίας προσέφερε μια εξαιρετική αφορμή για σύγκρουση, απομονώθηκε από το ευρύτερο θέμα, στο οποίο εντάσσεται: το ζήτημα του ανασκαφικού τουρισμού ως μορφής εναλλακτικού τουρισμού. Είναι μάλλον βέβαιο ότι χωρίς την εμπλοκή του Costa Navarino το ζήτημα δεν θα είχε γίνει αντικείμενο θορυβώδους δη­μόσιας αντιπαράθεσης, όπως, άλλωστε, δεν έγινε η αναλυτική πρόταση των αρχαιολόγων Α. Τσαραβόπου­λου και Γκ. Φράγκου για τον ανασκαφικό τουρισμό. Βασικό θέμα της συζήτησης αυτής, όπως τουλάχιστον το αντιλαμβανόμαστε εμείς, είναι το αν πρέπει αν υπάρξει στην χώρα μας συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο που να επιτρέπει και να ρυθμίζει την επί πληρωμή συμμετοχή τουριστών σε αρχαιολογικές ανασκαφές. Διότι χω­ρίς προϋπάρχουσα, σχετική νομική ρύθμιση και νόμιμη αδειοδότηση, απλά και μόνο κάνοντας έφοδο με την σημαία των μεταρρυθμίσεων και του αφρι­κανικής κοπής ευρωπαϊσμού (αυτού με τα φετίχ), δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι συντρέχουν ακριβώς οι βέλτιστες συνθήκες για την υλοποίηση μιας τέτοιας πρωτοβουλίας. Στην ουσία του το ζήτημα μπορεί να δια­κριθεί σε τέσσερα υποζη­τήματα: το θέμα του ερασιτεχνισμού (αν, δηλαδή, δεχόμαστε γενικά να συμμε­τέχουν αρχαιολογικά ανειδί­κευτοι ιδιώτες-τουρίστες σε μια εξειδικευ­μένη επιστημο­νική δραστηριότητα, όπως η αρχαιολογική ανα­σκαφή), το θέμα του τρόπου συμμετοχής των ιδιωτών στις ανασκαφές (για πόσο χρόνο θα συμμετέχουν, τι εργασίες θα επιτραπεί να εκτελούν, κλπ.), το θέμα του αντιτίμου (αν, δηλαδή, δε­χόμαστε οι τουρίστες να πληρώνουν για την συμμετοχή τους αυτή) και, τέλος, το θέμα του φορέα (το ποιος θα δικαιούται να είναι ο αποδέκτης και διαχειριστής του αντιτίμου για την συμμετοχή).

Ως προς το πρώτο ζήτημα, το αν, δηλαδή, πρέπει να συμμετέχουν ανειδίκευτοι σε αρχαιολογικές ανασκα­φές, μπορεί καταρχάς να αναφερθεί το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει ήδη, πολύ συχνά και σε διάφορες μορφές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Θεωρητικά δεν είναι, φυσικά, λάθος η παρατήρηση του ΣΕΑ ότι υπάρχουν «κίνδυνοι που συνεπάγεται η συμμετοχή ανθρώπων άσχετων με την αρχαιολογία στη διαδικασία της ανασκαφής, της αναστήλωσης ή της συντήρησης». Στην πράξη, όμως, έχει αποδειχθεί ότι είναι η ίδια η φύση της ανασκαφής, η οποία περιλαμβάνει και δραστηριότητες αμιγώς εργατοτεχνικού ή καθαρά επικουρι­κού χαρακτήρα, που καθιστά εφικτή την συμμετοχή σε αυτήν και ανειδίκευτου προσωπικού. Αυτό αναγνω­ρίζεται, άλλωστε, και επίσημα από το ελληνικό κράτος και το υπουργείο πολιτισμού, το οποίο προκηρύσσει συνεχώς θέσεις για εργατοτεχνικό προσωπικό ΥΕ και ΔΕ. Σαφώς πολλοί από τους εργάτες αυτούς, ιδίως κάποιοι από τους αρχιτεχνίτες που δουλεύουν μέσα στα σκάμματα, έχουν συγκεντρώσει με τον καιρό με­γάλη ανασκαφική εμπειρία. Τυπικά, ωστόσο, δεν διαθέτουν ούτε αυτοί εξειδίκευση ΠΕ στην αρχαιολογία. Διαθέτουν απλώς (πέραν της εμπειρίας) την νομική κάλυψη και το πλαίσιο που ρυθμίζει την απασχόλησή τους σε συγκεκριμένες ανασκαφικές εργασίες, δηλαδή σε επιμέρους πτυχές μιας κατά τα άλλα εξειδικευμένης επιστημονικής δραστηριότητας, όπως είναι η αρχαιολογική ανασκαφή και γενικότερα η αρχαιολογία.

Εκτός αυτού, σε ό,τι αφορά το ζήτημα του ερασιτεχνισμού στην αρχαιολογία (πτυχές, του οποίου έχει θίξει και ο γράφων από άλλη θέση), συντρέχουν στην Ελλάδα συνθήκες που υπαγορεύουν μια κάποια μετριο­πάθεια στην προσέγγισή του. Όπως, δηλαδή, έχει αναλύσει σε άρθρο της το 2009 η Κ. Φουσέκη, στην Ελ­λάδα είναι συχνά οι ίδιοι οι αρχαιολόγοι που είναι επιφορτισμένοι, και μάλιστα δια νόμου, με το καθήκον του ερασιτε­χνισμού. Στο πλαίσιο, δηλαδή, μιας παρωχημένης αντίληψης για το ευρύτερο και σύνθετο πεδίο της πολιτι­σμικής κληρονομιάς ανατίθεται στους αρχαιολόγους η ευθύνη για πτυχές πολιτισμικής διαχείρισης που ανή­κουν (και) σε άλλες ειδικότητες. Ένα από τα παραδείγματα που αναφέρει η Φουσέκη αφορά το Κε­ντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ), ένα όργανο που παρά το ότι καλείται να διευθετεί ζητήματα στο ση­μείο επαφής μεταξύ της αρχαιολογικής δραστηριότητας και της κοινωνίας αποτελείται κατά βάσιν από αρ­χαιολόγους, οι οποίοι καλούνται να κάνουν και την δουλειά κοινωνιολόγων, ανθρωπολόγων ή κοινωνικών ψυχο­λόγων. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα που θα μπορούσαμε να προσθέσουμε αφορά τις περι­πτώσεις, όπου αρχαιολόγοι αναλαμβάνουν να κάνουν την δουλειά μουσειολόγων. Η διαμόρφωση π.χ. των εκθέσεων σε δύο από τα πιο σημαντικά νέα μουσεία της χώρας, το νέο Μουσείο της Ακρόπολης και το νέο Μουσείο Πα­τρών, ανατέθηκε σε δύο έμπειρους μεν αρχαιολόγους της παλαιότερης γενιάς, χωρίς όμως μου­σειολογική κατάρτιση και εξειδίκευση. Αρχαιολόγοι χωρίς ανάλογη ειδίκευση υπηρετούν, επίσης, συχνά και ως τμημα­τάρχες μουσείων στο πλαίσιο των τοπικών εφορειών αρχαιοτήτων. Και αυτό την ίδια στιγμή που υπάρχουν αξιόλογοι νέοι Έλληνες μουσειολόγοι με εξειδικευμένες σπουδές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το γεγο­νός, φυσικά, ότι αρχαιολόγοι νομιμοποιού­νται να λειτουργούν ενίοτε ως ερασιτέχνες κοινωνιολόγοι ή μου­σειολόγοι δεν σημαίνει από μόνο του ότι πρέπει να γίνουν και όλοι οι υπόλοιποι ερασιτέχνες αρχαιο­λόγοι. Είναι, όμως, ένα γεγονός που μπορεί ίσως να αμβλύνει λίγο τον αντιπαραγωγικά απόλυτο χαρακτήρα που ενίοτε προσλαμ­βάνει η σχετική επιχειρηματολο­γία.

Περνώντας π.χ. στο δεύτερο σημείο, δηλαδή το θέμα του τρόπου συμμετοχής των ιδιωτών στις ανασκαφές, θα μπορούσε να οριοθετηθεί μέσα από σχετική συζήτηση το πεδίο δραστηριοποίησης τους. Είναι χαρακτηρι­στικό ότι ως τώρα οι σχετικές παρεμβάσεις δεν εξειδικεύουν όσο θα έπρεπε το συγκεκριμένο σημαντικό σημείο, παρά το ότι υπάρχουν αρκετές και συγκεκριμένες πτυχές μιας ανασκαφής, στις οποίες μπορεί να απα­σχοληθεί το μη εξειδικευμένο προσωπικό. Σε αυτές ανήκουν π.χ. ο έλεγχος των αφαιρούμενων επιχώσε­ων για τυχόν ευρήματα που έχουν διαφύγει της προσοχής, το κοσκίνισμα του χώματος, το ξεχώρισμα –με κα­τάλληλες οδηγίες και επίβλεψη– των διαφορετικών κατηγοριών κεραμεικής (π.χ. κεραμίδες από όστρακα αγγείων), η βοήθεια κατά την πραγματοποίηση των ανασκαφικών μετρήσεων, η βοήθεια στο γράψιμο των ανασκαφικών πινακίδων-καρτελών, η βοήθεια στην φωτογράφηση της ανασκαφής (τοποθέτηση κλίμακας, του βέλους του βορρά, του πίνακα των ανασκαφικών στοιχείων), το πλύσιμο οστράκων αγγείων υπό την επί­βλεψη συντηρητή, καθώς και η τακτοποίηση των ευρημάτων στις αποθήκες. Επίσης, όσοι από τους συμμε­τέχοντες τουρίστες μπορούν, είναι δυνατό να συνεισφέρουν στην δημιουργία σκαριφημάτων για το ανασκα­φικό ημερολόγιο και να προσφέρουν πρακτική βοήθεια στις μετρήσεις που χρειάζονται οι αρχιτέκτονες και σχεδιαστές της ανασκαφής για την δημιουργία των ανασκαφικών σχεδίων. Με αυτό τον τρόπο οι συμμε­τέχοντες τουρίστες απασχολούνται σε ένα οριοθετημένο φάσμα πρακτικών επικουρικών δραστηριοτήτων της ανασκαφής, χωρίς να εμπλέκονται ούτε στις πιο εξειδικευμένες αρχαιολογικές παραμέτρους της, αλλά ούτε και να περιορίζονται αποκλειστικά στις όχι και τόσο ελκυστικές, αμιγώς χειρωνακτικές εργασίες.

Το γεγονός ότι οι ανωτέρω εργασίες είναι επικουρικές δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι προσφέρονται οπωσδή­ποτε και για εμπειρία της «μιας ημέρας». Σε μία μόνο ημέρα ούτε ο ίδιος ο τουρίστας θα αποκομίσει πολλά πράγματα από την συμμετοχή του στην ανασκαφή, αλλά ούτε και η ανασκαφή μπορεί να λειτουργήσει ικα­νοποιητικά αν το επιστημονικό της προσωπικό πρέπει κάθε πρωί να εξηγεί τα ίδια πράγματα σε διαφορετι­κούς ανθρώπους. Αντιθέτως, αν η ίδια ομάδα τουριστών συμμετέχει στην ανασκαφή για μεγαλύτερο διάστημα, ας πούμε ενδεικτικά για τουλάχιστον δύο εβδομάδες, τότε μπορεί ήδη από την δεύτερη-τρίτη μέρα να αρχίσει να εξοικειώνεται με την διαδικασία και την ροή της ανασκαφής. Δύο τουλάχιστον εβδο­μάδες συμμετοχής είναι κατά την γνώμη μας απαραίτητες για να αναπτυχθεί και ένας λίγο πιο ισχυρός δεσμός με την αρχαιολογική θέση και το φυσικό της περιβάλλον. Εκτός αυτού, ένας τουρίστας που θα ξέρει εκ των προτέρων ότι θα απασχοληθεί για ένα διάστημα τουλάχιστον δύο εβδομάδων στην ανασκαφή, είναι πιθανό ότι θα πηγαίνει σε αυτήν πιο συνειδητοποιημένος και με μεγαλύτερη σοβαρότητα ως προς τα κίνητρα και την διάθεση συνεργασίας με το επιστημονικό προσωπικό της ανασκαφής. Μια τέτοια προσέγγιση είναι συμ­βατή με την πρόταση των Τσαραβόπουλου-Φράγκου, όπου γίνεται λόγος για ανασκαφικές διακοπές διαρκεί­ας τουλάχιστον ενός μηνός. Δεν εναρμονίζεται, αντιθέτως, με την οπτική της βραχυπρόθεσμης συμ­μετοχής των τουριστών (π.χ. για μία ή δύο ημέρες), στο πλαίσιο της οποίας δίνεται σαφώς η εντύπωση πως η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της εμπορευματοποίησης της ανασκαφής, άσχετα με το ποιος είναι ο αποδέκτης και διαχειριστής του αντιτίμου συμμετοχής.

Γιατί, όμως, να δεχθούμε γενικά το να πληρώνουν ιδιώτες για να συμμετέχουν σε αρχαιολογικές ανασκα­φές; Γιατί να μην συμμετέχουν σε αυτές εθελοντικά, χωρίς χρηματικό αντίτιμο, όπως γίνεται ήδη σε πολλές περιπτώσεις (χωρίς συνήθως να διατυπώνεται και η ένσταση περί ανειδίκευτων ή ερασιτεχνών); Κατά την άποψή μας, η προοπτική αποδοχής μιας τέτοιας άποψης συνδέεται με το κατά πόσο αποδεχόμαστε την ιδέα του ανασκαφικού τουρισμού ως μορφής εναλλακτικού τουρισμού. Χιλιάδες τουρίστες πληρώνουν κάθε χρόνο χρηματικό αντίτιμο για υπηρεσίες πολιτιστικού τουρισμού, π.χ. επισκέψεις και μουσεία και αρχαιολο­γικούς χώρους, στις οποίες, ειδικά στην Ελλάδα, λίγες φορές τους παρέχεται η δυνατότητα μιας πιο βιωμα­τικής, συμμετοχικής και κονστρουκτιβιστικής εμπειρίας, όπως π.χ. υπαγορεύουν οι σύγχρονες θεωρητικές προ­σεγγίσεις στην μουσειολογία. Αν υποτεθεί, συνεπώς, ότι αφήνουμε κατά μέρος το ζήτημα του ερασιτε­χνισμού (είτε με την μορφή της ένστασης για την συμμετοχή ανειδίκευτων ιδιωτών στις ανασκαφές είτε με αυτή της απόφανσης με αμιγώς αρχαιολογικά, και ως εκ τούτου εν μέρει ερασιτεχνικά κριτήρια για ένα ζή­τημα ευρύτε­ρης πολιτισμικής διαχείρισης, όπως είναι ο ρόλος της ανασκαφής), τότε η πρόταση των Τσαρα­βόπουλου-Φράγκου μπορεί να αποτελέσει μια καλή βάση συζήτησης για την ενσωμάτωση των ανασκαφών στην σφαίρα του εναλλακτικού τουρισμού. Η πρότασή τους για την δημιουργία ζωντανών αρχαιολογικών πάρκων, στην διαμόρφωση των οποίων θα με­τέχουν ενεργά οι ίδιοι οι τουρίστες, η μετατροπή των τελευταί­ων από παθητικούς επισκέπτες σε δρώντα υποκείμενα, η ανάληψη εκ μέρους του επιστημονικού προσωπι­κού ενεργού διδακτικού ρόλου (με σεμινάρια και μαθήματα πάνω σε πτυχές της ιστορίας και της αρχαιο­λογίας), καθώς και η παράλληλη επαφή και με τα πιο σύγχρονα στοιχεία του εκάστοτε τόπου (π.χ. τα τοπικά προϊόντα, τους παρα­γωγούς της περιοχής, κλπ.) έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας αξιόλογης υπηρεσίας εναλ­λακτικού τουρισμού, για την οποία κάθε άλλο παρά παράλογο μπορεί να θεωρηθεί το χρηματικό αντίτιμο εκ μέρους των συμμετεχόντων τουρι­στών.

Ποιος φορέας, όμως, θα πρέπει να δικαιούται να διοργανώνει τέτοιου είδους προγράμματα ανασκαφικού τουρισμού και να εισπράττει, φυσικά, το σχετικό αντίτιμο; Η πρόταση των Τσαρα­βόπουλου-Φράγκου προ­κρίνει την συγκρότηση συνεταιριστικών επιχειρηματικών ομάδων που θα περιλαμβάνουν τους εργαζομένους στον χώρο (αρχαιολόγους, συντηρητές, σχεδιαστές, εργάτες, λογιστές, κ.ά.) σε συνεργασία με τοπικές επαγ­γελματικές ενώσεις (ξενοδόχων, εστιατόρων, ταξιδιωτικών πρακτόρων και όλων των εμπλεκομένων στον τουρισμό), καθώς και με τους πολιτιστικούς συλλόγους της εκάστοτε περιοχής, όπου θα βρίσκεται η ανα­σκαπτόμενη αρχαιολογική θέση. Η δική μας άποψη είναι ότι, αν και σαφώς μια πρόταση, όπως η ανω­τέρω, μπορεί να αποτελέσει βάση συζήτησης, η υλοποίηση τέτοιων προγραμμάτων ανασκαφικού τουρισμού είναι καλύτερα να λαμβάνει χώρα σε ένα πιο αμιγώς αρχαιολογικό-ερευνητικό πλαίσιο. Προτεραιότητα πρέπει να είναι το να διασφαλίζονται κάθε φορά οι όσο το δυνατόν καλύτεροι όροι διεξαγωγής της ανασκαφής, κάτι που σημαίνει ότι επικεφαλής του κάθε προγράμματος πρέπει να είναι το επιστημονικό προσωπικό της. Η εν­σωμάτωση στην εκάστοτε συνεταιριστική ομάδα με όρους ισοτιμίας και μη επιστημονικού προσωπικού (π.χ. ξενοδόχων, ταξιδιωτικών πρακτόρων) δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για τους κινδύνους νόθευσης της ανα­σκαφικής και αρχαιολογικής διαδικασίας με προτεραιότητες άσχετες με αυτήν. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι π.χ. η χρήση φρασεολογίας του τύπου «γίνε αρχαιολόγος για μια μέρα», η οποία μπορεί να θεω­ρείται επικοινωνιακά θεμιτή από έναν ιδιώτη του ξενοδοχειακού κλάδου, από την σκοπιά του επιστήμονα, όμως, συνιστά όχι μόνο έμπρακτη εξαπάτηση του τουρίστα (αφού στην πραγματικότητα δεν γίνεται αρ­χαιολόγος, αλλά απλώς βοηθά τους αρχαιολόγους), αλλά και στοιχείο ευτελισμού της ίδιας της επιστήμης (αφού καλλιεργείται έτσι η αίσθηση ότι η αρχαιολογία είναι επιστήμη που την μαθαίνεις σε μια μέρα ή μια εβδομάδα). Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι σε ανάλογα προγράμματα στο εξωτερικό συναντά κανείς τον πιο με­τριοπαθή τίτλο «ανασκαφή για μια μέρα» (dig for a day). Αντιθέτως, οι κίνδυνοι αυτοί ελαχιστοποιούνται αν το δικαίωμα δημιουργίας και προσφοράς των προγραμμάτων ανασκαφικού τουρισμού επιφυλάσσεται σε ομάδες επιστημονικού αρχαιολογικού προσωπικού. Του προσωπικού, δηλαδή, το οποίο σε αντίθεση με άλ­λους απασχολούμενους στον χώρο του ευρύτερου τουρι­σμού (π.χ. ξενοδόχους) αντιμετωπίζει οξύτατα προ­βλήματα ανεργίας (αρχαιολόγοι, συντηρητές, αρχι­τέκτονες, σχεδιαστές).

Ακόμα, όμως, κι αν φανταστούμε τις συνεταιριστικές αυτές ομάδες ως αμιγώς επιστημονικές ως προς την σύνθεση, δεν αναιρείται το γεγονός ότι τα μέλη τους θα ασκούν μια δραστηριότητα με χαρακτηριστικά (και) ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Μπορεί να τεθεί, επομένως, το ερώτημα αν είμαστε υπέρ του αρχαιολόγου, ο οποίος συμμετέχει σε διαδικασίες που, όπως λέει ο ΣΕΑ, «ιδιωτικοποιούν την επιστημονική έρευνα». Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι κατά πρώτον ότι για να επιμένουμε στο θέμα της ιδιωτικοποίησης πρέπει από την άλλη πλευρά να υπάρχει –ουσιαστικά και όχι μόνο τυπικά– δημόσιος χαρακτήρας. Όποιος, όμως, ζει στην Ελλάδα γνωρίζει καλά ότι η διάκριση ιδιωτικού και δημοσίου είναι πολύ συχνά ρευστή. Και αυτό διότι είναι το ίδιο το «δημόσιο» που πολλές φορές λειτουργεί με όρους προσωπικών, ιδιωτικών μονοπωλιακών συμφερόντων, προσώπων ή ομάδων. Για παράδειγμα, εθιμικού ή παραδοσιακού τύπου ιδιωτικοποίηση των αρχαιοτήτων έχουμε κάθε φορά που ένας αρχαιολόγος διατηρεί de facto επ΄ αόριστον τα δικαιώματα μελέτης και δημοσίευσης ενός συνόλου αρχαιολογικού υλικού. Ιδιωτικοποίηση της αρχαιολογικής κληρονομιάς έχουμε όταν σύνολα ευρη­μάτων ταξιδεύουν ενίοτε ακόμη και ολόκληρους νομούς για να ασφαλιστούν στις «προσωπι­κές» αποθήκες του ιδιοκτήτη των δικαιωμάτων μελέτης τους. Ιδιωτικοποίηση πόρων του δημοσίου έχουμε κάθε φορά που ένας αρχαιολόγος βάζει υφισταμένους του να κάνουν δουλειά για αυτόν, ακόμα και να συγγράφουν επιστη­μονικές δημο­σιεύσεις, χωρίς να αναφέρονται μετά πουθενά τα ονόματά τους. Ιδιωτικοποίηση του δημοσίου έχουμε κάθε φορά που αρχαιολόγοι, σε αγαστή συνεργασία με ιδιωτικές εταιρείες, προσλαμβάνουν χωρίς ή με φωτογρα­φικές προκηρύξεις προσωπικό για σωστικές ανασκαφές. Ιδιωτικοποίηση του δημοσίου συνιστά η ιταμή φράση «θα σε βάλω εγώ στην Χ ανασκαφή», η οποία έχει ακουστεί πολλές φορές από χείλη αρ­χαιολόγων, οι οποίοι παίζουν στην «κατηγορία ΠΕ» το ίδιο παιχνίδι που συνήθως οι πολιτευτές κάθε πε­ριοχής παίζουν στις «κατηγορίες ΥΕ και ΔΕ» (συχνά το εργατοτεχνικό προσωπικό των ανασκαφών «απο­καθίσταται» από τοπι­κούς πολιτευτές, ενώ το αρχαιολογικό προσωπικό από αρχαιολόγους της υπηρεσίας). Εννοείται, φυσικά, ότι τέτοια κρούσματα «παραδοσιακού τύπου» ιδιωτικοποίησης του δημοσίου δεν απαντούν μόνο στην αρχαιο­λογική υπηρεσία, αλλά και σε πολλές άλλες πτυχές του (ένας υψηλά ιστάμε­νος αρχαιολόγος που π.χ. βάζει τους εργάτες της υπηρεσίας να κάνουν δουλειές στο κτήμα του δεν διαφέρει από έναν στρατιωτικό που ως διοικητής τάγματος βάζει τους φαντάρους με πτυχία να κάνουν δωρε­άν ιδιαίτερα μαθήματα στα παιδιά του).

Κατά συνέπεια, και με δεδομένο ότι φαινόμενα, όπως τα ανωτέρω, ουδέποτε έχουν προκαλέσει αντι­δράσεις σαν αυτές που προκαλεί η κεφαλαιοκρατικού τύπου ιδιωτικοποίηση, γεννάται το ερώτημα γιατί όσοι είναι εκτός του δημοσίου πρέπει να στερηθούν το δικαίωμα να κάνουν ό,τι πολύ συχνά κάνουν οι εντός αυ­τού: να επιχειρήσουν, νόμιμα και υπό συγκεκριμένους όρους, να «στεγάσουν» το δικό τους δίκτυο διαπροσωπικών σχέσεων σε αυτοχρηματοδοτούμενα σχήματα ανα­σκαφικού τουρισμού, τα οποία θα δίνουν την δυνατότητα της αρχαιολογικής έρευνας κυρίως σε όσους πιθα­νώς να μην βρουν ποτέ πλέον πρόσβαση στο ελληνικό δημόσιο (αρχαιολογική υπηρεσία ή πανεπιστήμιο). Εδώ μπορεί, φυσικά, κανείς να διερωτηθεί: το ότι υπάρχουν ιδιωτικά «μαγαζιά» εντός του δημοσίου σημαίνει ότι πρέπει αυτά να νομιμοποιηθούν και εκτός αυτού; Πιο ορθή λύση δεν είναι απλά να προσπαθήσουμε να εξαλειφθούν τα φαινόμενα ιδιωτικοποίησης εντός του δημοσίου; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι μια τέτοια προσέγγιση ξεκινά από ορισμούς του «δημοσίου» και του «ιδιωτικού» που δεν μοιάζουν να έχουν ιδιαίτερη σχέση με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας. Στην Ελλάδα τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό (υπό την δυτική έννοια) προσλαμβάνονται και πραγματώνονται σε μεγάλο βαθμό με τους όρους της ίδιας ανθρωπολογίας διαπροσωπικών σχέσεων και δικτυώσεων.

Συνεπώς, η λύση δεν είναι η διαρκής και πρακτικά ανώφελη καταγγελία της συγκεκριμένης «νοοτροπίας», αλλά η αποδοχή της ως δεδομένου και η δημιουργία κατάλληλων συνθηκών, ώστε να μην έχει μόνο το δημόσιο το μονοπώλιο του ιδιωτικού…Μέσα σε σαφές νομικό πλαίσιο, υπό την διεύθυνση αποκλειστικά επιστημονικού αρχαιολογικού προσωπι­κού και απασχολώντας ομάδες του­ριστών επί πληρωμή για διάστημα τουλάχιστον δύο εβδομάδων, σε συ­γκεκριμένο φάσμα επικουρικών ανα­σκαφικών εργασιών και χωρίς εμπορικά απατηλές υποσχέσεις για την μεταμόρφωσή των τουριστών σε «αρ­χαιολόγους για μια μέρα», τα προγράμματα ανασκαφικού τουρισμού που εξετάσαμε θα μπορούσαν πράγματι να προα­γάγουν και την αρχαιολογική έρευνα και την τουριστική ανάπτυξη στην Ελλάδα. Για να γίνει, όμως, κάτι τέτοιο πρέπει να περάσουμε από την σύγκρουση στην συζή­τηση και από την βεντέτα μεταξύ των ιδεο­λογικών «επιφαινομένων» να αναχθούμε στα υποκείμενα στοιχεία μιας ανθρωπολογίας που στην Ελλάδα υπάρχει εξίσου ως «δημόσιο» και ως «ιδιωτικό».

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» – Διάλογοι με αναγνώστες

Ιουλίου 19, 2014 32 σχόλια

Εξώφυλλο-βράβευσηΣτον ενάμιση περίπου χρόνο της κυκλοφορίας του το βιβλίο «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» Οι υπεύθυνες απαντήσεις της επιστήμης και η παρούσα κατάσταση της έρευνας για την πρώτη αρχή του ελληνικού πολιτι­σμού έτυχε σίγουρα μιας πολύ θετικής υποδοχής από ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, προερχομένων τόσο από τον χώρο των επιστημών όσο και εκτός αυτών. Ιδίως η ανταπόκριση εκ μέρους πολλών ανθρώπων που δεν προέρχονται από τον χώρο των αρχαιογνωστικών επιστημών ή της επιστήμης γενικότερα υπήρξε από την πρώτη στιγμή εξαιρετικά θερμή και σημαντική. Και αυτό διότι ένας από τους βασικούς στόχους του βιβλίου υπήρξε ευθύς εξαρχής το να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό με κάποιους από τους όρους που εκείνο είχε διαμορφώσει. Με άλλα λόγια, ιδίως στις ανθρωπιστικές επιστήμες η κάθε συγγραφική ή επι­στημονική εργασία είναι ούτως ή άλλως πάντα το κοινωνικό προϊόν της επαφής μας με πολλούς ανθρώπους. Τους ανθρώπους με τους οποίους συζητάμε διαρκώς τα όσα μας συμβαίνουν, αυτούς που με τις παρατηρή­σεις και συμβουλές τους μας βοηθούν να διαμορφώνουμε τον τρόπο και το ύφος της γραφής μας, αυτούς που μας δίνουν κατά καιρούς την δυνατότητα και το βήμα είτε να δημοσιεύσουμε είτε να παρουσιάσουμε με άλλους τρόπους τις σκέψεις μας, αυτούς που μας κάνουν εποικοδομητικά σχόλια, μας δίνουν πολύτιμη ανα­τροφοδότηση, εκφράζουν την διαφωνία τους μαζί μας, κλπ. Κατά συνέπεια, το να διαπιστώνουμε ότι πολλοί από τους ανθρώπους αυτούς ξαναβρίσκουν σε ένα έργο μας κάποιες οικείες γραμμές σκέψης ή ότι αισθάνο­νται πως έχουν ληφθεί υπόψιν προβληματισμοί που κατά κάποιον τρόπο είναι και δικοί τους είναι (τουλάχι­στον για τον γράφοντα) η μεγαλύτερη ικανοποίηση. Ιδίως αν το θέμα μας έχει να κάνει με ευαίσθητα ζητή­ματα ταυτότητας, με τα οποία η προβληματική της προέλευσης ή της καταγωγής δεν ταυτίζεται μεν πλήρως, αλλά σίγουρα συνδέεται.

Κατά το διάστημα που μεσολάβησε από την πρώτη έκδοση του βιβλίου έως και σήμερα πολλοί ανα­γνώστες ήρθαν σε επαφή μαζί μου, θέτοντας ερωτήματα και εκφράζοντας απόψεις και σκέψεις επί των θε­μάτων του. Τόσο τα ερωτήματα όσο και οι γενικότεροι αυτοί προβληματισμοί είχαν ως κοινό σημείο το με­γάλο ενδιαφέρον για τα θέματα που εξετάζονται στο βιβλίο, καθώς και την ιδιαίτερα προσεκτική και ενδε­λεχή ανάγνωσή του. Σε κάποιες περιπτώσεις που οι συζητήσεις αυτές εξελίχθηκαν σε μια ιδιαίτερα γόνιμη ανταλλαγή απόψεων ζήτησα από τους εν λόγω αναγνώστες την άδεια να αναδημοσιεύσω την σχετική αλλη­λογραφία μας. Ο λόγος εί­ναι ότι αρκετά από τα ζητήματα και ερωτήματα που τίθενται όχι μόνο έχουν επιστημονικό ενδια­φέρον, αλλά ενδεχομένως έχουν απασχολήσει ήδη και άλλους αναγνώστες του βι­βλίου ή γενικότερα ασχολούμενους με κάποια από τα ζητήματα που αυτό ερευνά. Με αυτή την αφορμή και από αυτή την θέση θα ήθελα να ευχαριστήσω για άλλη μια φορά τόσο τους συγκεκριμένους αναγνώστες, η αλληλογραφία με τους οποίους αναπαράγεται στον χώρο των σχολίων, όσο και όλους γενικά τους ανθρώπους που έχουν στηρίξει ως τώρα με το ειλικρινές τους ενδιαφέρον την εκδοτική αυτή προσπάθεια.

 

Malanthropus Patrensis

OlpeΤον 7ο αιώνα π.Χ., κατά την λεγόμενη Πρώιμη Αρχαϊκή ή Ανατολίζουσα περίοδο, παρατηρείται στην αρχαία ελληνική αγγειογραφία μια χαρακτηριστική τάση διακόσμησης των αγγείων με ζω­φόρους. Σειρές άγριων ζώων περιτρέχουν συχνά τα αγγεία, ιδίως αυτά της πρωτοκορινθια­κής κεραμεικής παράδοσης (π.χ. αρύβαλλοι, οινοχόες, κλπ.). Τα τελευταία χρόνια η διακοσμητι­κή αυτή τάση έχει ερμηνευτεί στην έρευνα με έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο. Έχει, δηλαδή, θεω­ρηθεί ότι η έντονη αυτή παρουσία ζωφόρων στα αγγεία της Αρχαϊκής Εποχής σχετίζεται με τις διαδικασίες αστικοποίησης που λάμβαναν χώρα την περίοδο εκείνη στον ελλα­δικό χώρο. Η επαναλαμβανόμενη παρουσία άγριων ζώων στα αγγεία συμβολίζει την αντιδια­στολή ανάμεσα στον μη αστικό χώρο της άγριας φύσης από την μια μεριά και στον σταδιακά διαμορφούμενο αστικό κόσμο της πόλεως από την άλλη.

Εδώ ο όρος «αστικός» δεν έχει, φυσικά, την ταξική έννοια, με την οποία φορτίστηκε στο πλαί­σιο της γερμανόφωνης κοινωνιολογίας και πολιτικής θεωρίας του 19ου αιώνα. Σε αυτή την περί­πτωση αναφέρεται κυρίως στις αλλαγές στον τρόπο και στην αντίληψη της ζωής, καθώς και στον βαθμό κοινωνικής πολυπλοκότητας που επέφερε η αστικοποίηση, δηλαδή η συνύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων εντός των τειχών του αστικού περιβάλλοντος. Μια εξέλιξη, η οποία σε ό,τι αφορά την ηπειρωτική και νη­σιωτική Ελλάδα είχε πάντοτε ιδιαίτερη σημασία, αφού εδώ η δια­χρονικά τυπική συγκρότηση σχετικά μικρών οικισμών δεν υπαγορευόταν μόνον από δημογραφικούς ή γενικότερα πολιτιστικούς λόγους, αλλά και από την χαρακτηριστική γεω­μορφολογία του τόπου. Συνεπώς, με αυτή του την έννοια ο όρος «αστικός» μοιάζει να αποκτά πολύ μεγαλύτερη συνάφεια με σημαντικά ζητήματα της ιστορικής και πολιτιστικής εξέλιξης στην Ελλάδα απ’ ό,τι με την κεντροευρωπαϊκή του νοηματοδότηση.

Και αυτό διότι είναι ενδιαφέρον να προσπαθήσει κανείς να διερευνήσει σε τι συνίσταται η «άγρια φύση» των αρχαϊκών αγγείων στο πλαίσιο μιας πιο βαθιάς, ανθρωπολογικής προσέγγι­σης. Ποια είναι τα «άγρια ζώα» των ζωφόρων που αντιπαρατίθενται στον αστικό κόσμο; Η προσπάθεια απάντησης του ερωτήματος περνά σίγουρα μέσα από την μελέτη των βασικών αν­θρωπολογικών χαρακτηριστικών του μη αστικού χώρου, ένα από τα οποία είναι ο χαμηλότερος βαθμός κοινωνικών διαφοροποιήσεων. Το φάσμα π.χ. των βιοποριστικών και λοιπών ενασχο­λήσεων είναι σε αυτόν πολύ μικρότερο απ’ ό,τι η διαρκώς αυξανόμενη ποικιλομορφία επαγγελ­ματικών εξειδικεύσεων και ειδικών ενδιαφερόντων που απαντά στον ανεπτυγμένο αστικό χώρο. Σαν αποτέλεσμα, αντίστοιχος είναι και ο βαθμός διαφοροποίησης όσον αφορά την πνευ­ματική συγκρότηση και την κουλτούρα της συμπεριφοράς. Στην μη αστική, παραδο­σιακή κοι­νωνία η πάροδος του χρόνου και η ηλικία συχνά δεν διαφοροποιούν σχεδόν καθόλου την κα­τάσταση εκείνη κοινών παραστάσεων, παρόμοιων εμπειριών και κοινού πνευματικού ορίζοντα που χα­ρακτηρίζει τα μέλη της. Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται και ένα ιδιαίτερα σαφές πλαί­σιο ανταγωνισμού για το ποιος είναι κάθε φορά πιο μπροστά πάνω στην ίδια λίγο-πολύ «γραμ­μή». Στον αστικό χώρο, αντιθέτως, το κοινό αυτό έδαφος μοιάζει να διατηρείται μόνο μέχρι τις τελευ­ταίες τάξεις του σχολείου, αφού λίγο μετά θα αρχίσει η έντονη απόκλιση ενασχολήσεων, ενδια­φερόντων και αντιστοίχως διαφορετικών κοινωνικοποιητικών διαδικασιών που λαμβάνει χώρα μέσα στο πλαίσιο της αστικής ποικιλομορφίας.

Στον μη αστικό χώρο, ο μικρός πληθυσμός, οι μικρές αποκλίσεις του και οι έντονα φυσικές κα­ταβολές του ανθρωπολογικού του υποβάθρου καθορίζουν μερικούς κύριους άξονες αντίληψης της ζωής και της κοινωνίας. Χαρακτηριστική είναι συχνά μια κουλτούρα συμπεριφοράς που έχει ως διαρκές σημείο αναφοράς, αλλά και αντα­γωνισμού τις πιο βασικές λει­τουργίες ενός πρωτεύο­ντος θηλαστικού (όπως το γένος Homo), δη­λαδή την γενετήσια ορμή και την εξασφάλι­ση και απόλαυση της τροφής. Μέσα από την καλή επίδοση στο θέμα της προσωπικής και επαγ­γελματικής ή οικονομικής αποκατάστασης, όπως θα λέγαμε σήμερα, επιτυγχάνεται η κοινωνική αποδοχή και η εναρμόνιση με τα παραδοσιακά πρότυπα. Αντιθέτως, σαφώς δακτυλοδεικτούμε­νοι είναι όσοι εκφράζουν έναν αποκλίνοντα τρόπο ζωής και μια διαφορετική κουλτούρα συμπε­ριφοράς, όσοι π.χ. «καθυστερούν» την προσωπική τους αποκατάσταση για χάρη άλλων προ­σωπικών στόχων, όσοι δεν αρέσκονται στους διαρκείς, σε­ξιστικής φύσεως αστεϊσμούς ή όσοι δεν μπαίνουν στην διαδικα­σία απλουστευτικού ανταγωνι­σμού ως προς τις διάφορες «αποκατα­στάσεις» και επιδόσεις, αμ­φισβητώντας έτσι de facto το «κοινό έδαφος», επί του οποί­ου ο αντα­γωνισμός αυτός αναπτύσ­σεται. Ο αρνητισμός, η καχυ­ποψία και η συμπλεγματική ζη­λοφθονία ή και επιθετικότητα απένα­ντι σε κάθε τρόπο ζωής που αποκλίνει από τις απλές αυτές αντιλήψεις κομφορμισμού (ομοιο­μορφίας) συνδέονται άρρηκτα και με γενικότερες τάσεις συντη­ρητισμού και εσωστρέφειας. Πα­ράλληλα, τα βασικά αγροτοποι­μενικά ορμέμφυτα ανταγωνι­σμού και κυ­ριαρχίας εκδηλώνονται συχνά και μέσα από διάφορες μορφές αγρικότητας στην συμπεριφορά. Σε αυτές ανήκουν π.χ. η λεκτική σκαιότητα με διαρκείς, έντο­νες φωνές και επι­πλήξεις, η γενι­κότερα θορυβώδης συμπεριφορά, η ψυχολογική βία ή ακόμη και η φυσική βία στο πλαί­σιο «αν­δρικών» και πατριαρχικών αντιλήψεων για τις σχέσεις φύλων και γενεών.

Arvanitika choria Achaias

Οι αρβανίτικοι οικισμοί στην βορειοδυτική Πελοπόννησο (τέλη 19ου-αρχές 20ού αι. [πηγή])

Ο λόγος, ωστόσο, που ο αγγειογράφος της Αρχαϊκής περιόδου αισθανόταν την ανάγκη ανα­φοράς στην «άγρια φύση» του μη αστικού χώρου ήταν ίσως η εμπειρία ότι η αντίληψη ζωής του τελευταίου δεν περιοριζόταν πάντα εκτός των τειχών της πρώιμης πόλεως. Αντιθέτως, όπως ήδη υπονοήθηκε, σε πρώιμες ή στρεβλές αστικοποιητικές διαδικασίες η μη αστική κουλτούρα και νοοτροπία μπορεί να είναι παρούσα και σε έναν χώρο με φαινομενικώς αστικά χαρακτηρι­στικά, ενίοτε και με σεβαστό μέγεθος. Περίπου εκατό χιλιόμετρα πιο δυτικά από το άλλοτε κέντρο της πρωτοκορινθιακής αγγειογραφίας και λίγες χιλιάδες χρόνια μετά την εποχή του μπο­ρεί κανείς να συναντήσει ένα από τα πολλά παραδείγματα στην Ελλάδα ενός τέτοιου, φαινομε­νικά αστικού χώρου. Ή δια­φορετικά, ενός χώρου με άριστες αστικές προϋποθέσεις, οι οποίες επρόκειτο, όμως, να εξαλει­φθούν από στοιχεία της «άγριας φύσης» που κάποτε απλώς τον πε­ριέβαλλε και τελικά σε μεγάλο βαθμό τον κατέλαβε. Στην Πάτρα των αρχών του 21ου αιώνα, ακόμη και η ίδια η χωροταξία της πόλης μαρτυρεί την κατάπνιξη ενός αρχικά αστικού πυρήνα από τα μη αστικά στοιχεία. Ο κε­ντρικός πολεοδομικός ιστός του Στ. Βούλγαρη με το ορθογωνι­σμένο σύστημα δρόμων και οικο­δομικών νησίδων περι­βάλλεται πλέον από τις επεκτάσεις του αρχικού σχεδίου πόλεως που πα­ρουσιάζουν την χαρακτηριστική, άναρχη χωροταξία χω­ριού. Η εσωστρέφεια συγκεκριμένων μορφών του μη αστικού χώρου εκφράζεται και σε πιο μακροσκο­πικό επίπεδο, με την έλλει­ψη σύγχρονης διασύνδεσης της πόλης με τον έξω κόσμο (μέχρι πρότι­νος το μοναδικό κομμάτι κανονικού αυτοκινητοδρόμου από τα Γιάννενα ως την Κόρινθο ήταν το οδόστρωμα της γέφυ­ρας Ρίου-Αντιρρίου). Και εντός της πόλης, όμως, η σε μεγάλο βαθμό εγκατάλειψη του μοναδικής ομορφιάς παραλιακού με­τώπου μοιάζει να προδίδει τις ορεσίβιες αγροτοποιμενικές καταβολές ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Καταβολές άσχετες με την ιστορία και κουλτούρα μιας πόλης-λιμανιού με πα­ράδοση εξωστρέφειας και επαφών με τον έξω κόσμο. Κα­ταβολές, άλλω­στε, πληθυσμιακών ομάδων που εν μέρει, παρά τον γλωσσικό και εθνικό εξελ­ληνισμό τους, η παρουσία τους στον γεωγρα­φικό και πολιτιστικό αυτό χώρο έχει σχετικά μικρό χρονικό βάθος. Διόλου τυ­χαία, ο πιο πολυ­σύχναστος πεζόδρομος της πόλης (αυ­τός της οδού Ρ. Φεραί­ου) βρίσκεται στο εσωτερικό του αστικού ιστού και όχι στο παραλιακό τμήμα, όπως θα ανέμενε κανείς.

Περνώντας στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων, ιδιαίτερα συχνά είναι τα στοιχεία αρνητικής και εμπαθούς αντιμετώπισης των αντικομφορμιστικών τάσεων και γενικότερα της απόκλισης από το «κοινό έδαφος» αντίληψης της ζωής, της εξωτερικής εμφάνισης, των συ­μπεριφορών και ενδιαφερόντων. Σε μικρότερες ηλικίες, η κυριαρχία συγκεκριμένων προτύπων συμπεριφοράς (π.χ. κουλτούρας γηπέδου, αυτονόητης χυδαιότητας, κραιπάλης και σεξισμού) δημιουργεί τις προϋποθέσεις παρενοχλήσεων και εκφοβισμών (bullying) της μειονότη­τας όσων εμφανίζουν συνειδητά ή ασυνείδητα τάσεις διαφοροποίησης από αυτά. Σε μεγα­λύτερες ηλικίες, παρόμοια φαινόμενα κάνουν συχνά την εμφάνισή τους σε πιο συ­γκαλυμμένη μορφή, για παράδειγ­μα ως διαρκές, κακόβουλο κουτσομπολιό και δήθεν χιουμοριστικές, έντεχνες σεξιστικές νύξεις έναντι όσων εκφράζουν ένα προφίλ χαμηλών τόνων, διακριτικότητας και λεπτότητας. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η σοβαρή ενασχόληση με την επιστήμη, η οποία συνιστά ένα από τα κα­τεξοχήν προϊόντα του αστι­κού πολι­τισμού. Αυτή γίνεται συνήθως αποδεκτή μόνο όταν προσαρ­μόζεται σε συγκεκριμένες, μη αστικές αντιλήψεις περί βιοποριστικής και κοινωνικής αποκα­τάστασης (αν υπάρ­χει π.χ. μια μόνιμη θέση σε ένα δη­μόσιο ίδρυμα). Αν όχι, τότε η ίδια ενα­σχόληση μπορεί να προ­καλεί αντιδράσεις που ξε­κινούν από απλά ειρωνικούς χαρακτηρισμούς («χόμπι», «φοιτηταριά», «τεμπέληδες») για να φτάνουν ενίοτε σε συστηματική προσπάθεια απα­ξίωσης ή και επιθετικής παρενόχλησης (π.χ. με σχόλια για την εικα­ζόμενη οικο­νομική δυνατότη­τα των ασχολούμενων με την έρευνα, με συχνή υπόμνηση των σημείων, στα οποία θεω­ρούνται ότι αυ­τοί «έχουν μείνει πίσω», με εσκεμμένη παραφθορά ακόμη και των ονομάτων τους επί το «λαϊκότερο», κ.ο.κ.). Σε χαρακτηριστική αντίφαση με τις ανωτέρω τάσεις, αρκετοί από τους εκ­φραστές τους επιδεικνύουν συχνά έναν σχεδόν παιδι­κό εντυπω­σιασμό ως προς στοιχεία της σύγχρονης τε­χνολογίας (π.χ. αυτοκίνητα, μηχανές, τη­λεοράσεις, υπολογιστές), που η κατα­σκευή ακόμα και μεμονωμένων εξαρτημάτων τους προ­ϋποθέτει, φυσι­κά, άπειρες ώρες έρευνας και αναρίθμητες επιστημονικές εργασίες. Δεν είναι, βε­βαίως, τυχαίο ότι όσο κινούμαστε προς το μη αστικό περι­βάλλον τόσο πε­ρισσότερο ακόμα και τα προϊόντα αυτά της σύγχρονης τεχνολο­γίας προσαρ­μόζονται στο πλαί­σιο των γνωστών ορ­μεμφύτων ανταγωνι­σμού και αγρι­κότητας (π.χ. υπερβο­λική ταχύτητα, εκκωφαντικός θόρυ­βος εξατμήσεων, επικίνδυνες φιγούρες με τις μη­χανές, καταναλωτικός νεοπλουτισμός, κλπ.).

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι εδώ και η ειδικότερη ανθρωπολογία της οδικής συμπεριφοράς. Οι μη αστικές καταβολές προδίδονται και πάλι εύγλωττα από την μαζική έκταση φαινομένων ιδιοποίησης του αστικού χώρου, όπως π.χ. το συστηματικό διπλο(ή τριπλο)παρκάρισμα, συχνά ακόμη και με ανοιχτούς καθρέφτες ή και πόρτες. Τίποτα, ωστόσο, δεν συγκρίνεται με την σο­καριστική εμπειρία της εθνικής οδού Πα­τρών-Πύργου, καθώς και της παλαιάς οδού Πα­τρών-Αράξου. Στο πλαίσιο αυτής της λίγο παράξενης, πλην όμως λίαν αποκαλυπτικής επι­τόπιας ανθρωπολογικής έρευνας μπο­ρεί κανείς να δει να περνούν μπροστά στα μάτια του όλα τα δομικά στοιχεία του τοπικού, μη αστικού αν­θρωπολογικού περιβάλλοντος. Αυτό αντανα­κλάται π.χ. στα συνεχή και βίαια προσπε­ράσματα, τα οποία παρα­πέμπουν ευθέως στην αντίλη­ψη της μίας και μοναδικής «γραμμής» και στο ένστικτο αντα­γωνισμού ως προς το ποιος θα βρε­θεί πιο «μπροστά» πάνω σε αυτήν, στις συχνές επιθετικές πα­ρενοχλήσεις («κολλήματα», χειρονο­μίες και κορναρίσματα) απέναντι σε όποιον οδηγεί «αντισυμ­βατικά» (με ήπια οδηγική συμπερι­φορά, σε φυσιολογικές ταχύτητες, κλπ.), στον ακατέργαστο εντυπωσιασμό από τα έντονα στοι­χεία της τεχνολογίας (θόρυβος, τα­χύτητα, κλπ.), κ.ο.κ. Περιτ­τό, φυσικά, να αναφερθεί το πλή­θος των «ατυχημάτων», στα οποία έχει οδηγήσει η διαχείρι­ση ενός επιστημονικού επιτεύγμα­τος-προϊόντος του αστικού πολιτισμού με όρους ακριβώς αντί­στροφους από αυτούς που το δη­μιούργησαν.

Patras

Να εύχεσαι να μην είναι μακρύς ο δρόμος για την πόλη…

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ευρύτερης αυτής προβληματικής είναι το γεγονός ότι οι ανωτέρω συμπεριφορές και τάσεις δεν αφορούν, όπως ίσως θα υπέθετε κανείς, μόνον αν­θρώπους με πλήρη έλλειψη παιδείας ή παραστάσεων αστικής ζωής. Πολύ συχνά τα συγκεκρι­μένα φαινόμενα αναπαράγονται και από ανθρώπους με φαινομενικά πολύ διαφορετικό προφίλ: αποφοίτους σχολίων και πανεπιστήμιων, κατόχους μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων, ενίοτε και με εμπειρίες ζωής στο εξωτερικό, συχνά και από ανθρώπους υψηλά ταξινομημένους στο πλαίσιο της ταξικής ανάλυσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται σαφές πόσο ισχυρή είναι η δομή των ανθρωπολογικών χαρακτηριστικών που αυτονόητα και ανύποπτα μεταδίδονται από γενιά σε γενιά. Ακόμη και η ανώτατη πανεπιστημιακή παιδεία μοιάζει να μην έχει την παραμι­κρή επίδραση επάνω στις συμπαγείς προαστικές νοοτροπίες ανταγωνισμού και προκρούστειου εξισωτισμού. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η στάση μερικών φορέων των εν λόγω τάσεων ως προς ένα ιδιάζον στοιχείο της νεοελληνικής κρατικής ορ­γάνωσης που δεν είναι άλλο από τον ελληνι­κό στρατό και την θητεία σε αυτόν. Η σουρεαλιστικών διαστάσεων, διαχρονικά παροιμιώδης δυσλειτουργία του συγκεκριμένου συ­στήματος, η κριτική ανάλυση της οποίας υπό άλλες συνθή­κες θα έπρεπε να κυριαρχεί επί οποιασδήποτε άλλης προσέγγισης, δίνει συχνά την θέση της σε μια χαρακτηριστικά διαφορετική στάση. Στο πλαίσιο της τελευταίας η αναφορά στο θέμα επιτε­λεί ενίοτε λειτουργία κοινωνικού ανταγωνισμού και «τιμής», με την εμμονική επίκληση του ποιος έκανε την «δυσκολότερη» θητεία, ποιος χρησιμοποίησε ή όχι «βύσμα», ποιος υπηρέτησε πραγμα­τικά και ποιος όχι, κλπ. Η έντονη απροθυμία ανάλυσης των συστημικών παθογενειών που θα μπορούσαν να εξηγήσουν με άλλους όρους τις διάφορες δυσλειτουργίες και ανισότητες συνδέε­ται στενά με μια στρεβλή πρόσληψη του εξισωτι­κού χαρακτήρα της θητείας. Η βίαιη αναίρεση των διαφοροποιήσεων, μεταξύ αυτών και της διάκρισης μη αστικού και αστικού χώρου, που δυνητικά λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της θητεί­ας, γίνεται ασμένως αποδεκτή όχι για λόγους ισότητας απέναντι στην ευθύνη υπεράσπισης της πατρίδας (λόγους που συνήθως προβάλλονται υπο­κριτικά), αλλά καθαρά στο πλαίσιο μη αστικού τύπου κοινωνικού και διαπροσωπικού ανταγω­νισμού. Η στρατιωτική (επαν)επιβολή του κομφορμισμού που έχει πάψει να υφίσταται εκτός στρατοπέδου προσφέρει, δηλαδή, μια μοναδική ευκαιρία ξεκαθαρίσματος κοινωνικών και ανθρωπολογικών λογαριασμών. Σαν απο­τέλεσμα, παγιώνεται η κατάσταση αδράνειας του κοι­νωνικού συστήματος, αφού εκτοπίζεται αυτόματα ως κοινωνικά «μη λειτουργική» κάθε σοβαρή συζήτηση για τις τρα­γικές παθογένειες της θητείας στον ελληνικό στρατό και τις προοπτικές μεταρρύθμισής της.

Εκτός του στρατού, κατά την είσοδό τους στον αστι­κό χώρο οι μη αστικές νοοτροπίες τυγ­χάνουν, όμως, υποδοχής και από άλλες δομές. Ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς π.χ. να συνα­ντήσει καταστάσεις που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να συνδέονται αποκλειστικά με στοιχεία θρησκευτικού συντη­ρητισμού ή και σκοταδισμού. Παρά ταύτα, σε κεί­μενα π.χ. όπως αυτό (προερχόμενο από εκ­κλησιαστικό παράγοντα της πόλης) βλέπει κανείς ότι είναι μάλ­λον η μη αστική ανθρωπολογική βάση φοβικής εσω­στρέφειας και ομοιομορφί­ας αυτή που προ­σλαμβάνει μορφή θρησκευτικού «εποικοδομήματος» (π.χ. η έμ­φαση στον αμι­γώς «ομολογιακό» χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών και στην θεία τιμωρία της απόκλισης [«αμαρτίας»]). Εκτός αυτού, με αφορμή το ζήτημα αυτό αξίζει να ση­μειωθεί ότι σε περιοχές όπως η Πάτρα, στον αστικό χώρο η εκκλησία έγινε συχνά και χώρος υποδοχής συγκε­κριμένων ιδιαιτεροτήτων σε ό,τι αφορά τις γενετήσιες συμπεριφορές, οι οποίες επίσης παρα­πέμπουν σε περιοδικές καταστάσεις, δημο­γραφικής κυρίως φύσεως, που αναπτύσ­σονταν πα­λαιότερα εντός του μη αστικού ανθρω­πολογικού περιβάλλοντος. Σε τέτοιες περι­πτώσεις, η έντε­χνα καμουφλα­ρισμένη, πλην όμως απολύ­τως υπαρκτή και καταπιεσμένη ιδιαιτε­ρότητα καταλή­γει να εξάγεται στο αστικό περιβάλ­λον με ένα πλήθος αποκλινουσών αντικοινω­νικών συμπερι­φορών. Σε αυτό το πλαίσιο, όχι μόνο η επα­φή με την εκκλησία, αλλά και συγκε­κριμένες κοινωνι­κές πτυχές, όπως π.χ. οι σχέσεις με το άλλο φύλο, ο γάμος, κλπ., επιτε­λούν λει­τουργίες άσχετες με την πρωτογενή ουσία τους. Σε αυτές ανήκουν η αγωνιώδης προσπάθεια συγκάλυ­ψης ιδιαι­τεροτήτων –που σε μια πραγματικά αστι­κή και ανοιχτή κοινωνία θα έπρεπε να εκδη­λώνονται ελεύ­θερα–, ο ανταγω­νισμός και η «έξωθεν καλή μαρτυρία» της κοινωνίας. Το απο­τέλεσμα είναι και πάλι η κοινωνική αποτελμάτω­ση και η μη παραδοχή και διαιώνιση εξόχως αντικοινωνικών ή και βαρέως ψυχο­παθολογικών συμπεριφο­ρών.

Ιδιαίτερα σημαντικό για την τοπική ιστορία είναι, επίσης, και το γεγονός ότι σε περιπτώσεις όπως οι ανωτέρω η εν λόγω νοοτροπία εσωστρέφειας κάνει την εμφάνισή της και ως εχθρική στάση έναντι «των ετεροδόξων και των αλλοθρήσκων». Το πρόβλημα εδώ δεν είναι μόνο ότι για άλλη μια φορά τοπικοί παράγοντες «πιάνονται» να δείχνουν χαρακτηριστικά ξένοι προς την κο­σμοπολίτικη, αστική εξωστρέφεια μιας πόλης με ιστορία συνύπαρξης Ορθοδόξων και Καθολι­κών, καθώς και μακρά παράδοση επαφών με την Δύση. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι δύ­σκολα μπορεί κανείς να αποσυνδέσει τόσο τις τάσεις αυτές όσο και όλα τα φαινόμενα που περι­γράφηκαν ως τώρα με τον καλύτερα κρυμμένο σκελετό στην ντουλάπα της σύγχρονης ιστορίας των Πατρών: το πογκρόμ κατά των Ιταλοπατρινών* κατά την δεκαετία του 1940. Με αφορμή με­μονωμένες περιπτώσεις συνεργασίας με το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας, μια ολόκληρη κοινότητα που αριθμούσε άλλοτε έως και 15000 ανθρώπους διώχθηκε μετά τον πόλεμο, οι περιουσίες της λεηλατήθηκαν και η συνεισφορά της στην αστική κουλτούρα της πόλης εξαλείφθηκε. Πρόκειται για ένα καλό παράδειγμα που δείχνει ότι ανθρω­πολογικά χαρακτηριστικά σαν αυτά που αναφέρθηκαν σε αυτό το κείμενο δεν είναι απλώς γρα­φικές εκδηλώσεις κακώς εννοούμενης «λαϊκότητας», ανωριμότητας ή απαιδευσίας, αλλά η αν­θρωπολογική «πρώτη ύλη» για ένα δυνητικά πολύ πιο ζοφερό προϊόν. Για την διαδι­κασία συ­μπαράταξης όλων των επιμέρους ανταγωνισμών, παρενοχλήσεων, εκφοβισμών, «κατά αλλοθρήσκων» πολεμικών, συμπλεγ­μάτων, καταπιεσμένων ιδιαιτεροτήτων και λεκτικών βιαιο­τήτων, καθώς και λοιπών ανθρωπο­λογικών και εθνολογικών περιπλοκών στην ενιαία ζωφόρο των «άγριων ζώων» που αντιστρα­τεύονται τον αστικό πολιτισμό.

Συνοψίζοντας, ο «κακός Πατρινός» των διηγήσεων και των θρύλων είναι στην πραγματικότη­τα ο μη Πατρινός, δηλαδή ο κάτοικος εκείνος ενός –για τα ελληνικά δεδομένα– μεγάλου αστικού κέντρου, ο οποίος στερείται, όμως, πραγματικής αστικής νοοτροπίας. Ένας άνθρωπος που, όπως έχει συχνά τονιστεί, δεν αγαπά την πόλη του, γιατί απλούστατα δεν είναι πόλη του, αφού σε αρκετές περιπτώσεις το χρονικό βάθος της παρουσίας του σε αυτή είναι τόσο μικρό όσο και αυτό της αστικής του κουλτούρας. Και ένας άνθρωπος που τα συντηρητικά, μη αστικά χαρα­κτηριστικά του ξεχύθη­καν κάποτε στον αστικό χώρο, καθυστερώντας την αστική ανάπτυξη, δη­λητηριάζοντας την κοινωνική ζωή και αναζητώντας κάλυψη μέσα σε συγκεκριμένες δομές (με­ταξύ αυτών, διόλου τυχαία, και στην κατά τα άλλα «προοδευτική» παράταξη της μεταπολί­τευσης). Είναι, φυ­σικά, προφανές ότι όσα προηγήθηκαν δεν θα μπορούσαν ποτέ να αναφέρο­νται γενικευτικά στο σύνο­λο των πολιτών μιας πόλης. Μιας πόλης που έχει κι αυτή εντός των κόλπων της την δική της ποικιλομορφία και τους δικούς της αξιόλογους ανθρώπους, τους δικούς της «καλούς Πατρινούς». Αντιθέτως, σκοπός των προαναφερθέντων είναι ακριβώς να στηρίξουν όσους υπέστη­σαν και υφίστανται τις διάφορες πτυχές της ανθρωπολογίας του «κακού Πατρινού», ενθαρρύνοντας παράλληλα και όσους εκ των φο­ρέων της θα ήθελαν να κάνουν το βήμα προς τα εμπρός, μέσα από αναστο­χασμό, αυτοκριτι­κή και αποστασιοποίηση από τα αρνητικά πρότυπα. Διότι, όσο πανίσχυρη κι αν φαντάζει πράγ­ματι η «δομή» σε όσους νιώθουμε να συνθλιβόμαστε από αυτή, η πόλη αυτή δεν παύει να είναι και δική μας.

Ο αγγειογράφος των Αρχαϊκών χρόνων διέκρινε ανάμεσα στον κόσμο της πόλεως και στην «άγρια φύση», ανάμεσα στην πολιτιστική και κοινωνική πολυπλοκότητα της αστικής ζωής από την μια μεριά και την τραχιά ομοιομορφία της προαστικής, παραδο­σιακής κοινωνίας από την άλλη. Υπό το πρίσμα, λοιπόν, όσων προηγήθηκαν ίσως να είναι τελι­κά η δική του προσέγγιση αυτή που πρέπει να υιοθετήσουμε για να κατανοήσουμε μερικές ση­μαντικές πτυχές της σύγχρο­νης ελληνικής πραγματι­κότητας. Μάλλον λιγότερο κατάλληλες μοιάζουν, αντίθετα, κάποιες άλ­λες μορ­φές κατα­νόησης της έννοιας του «αστικού», προερχόμε­νες γεωγραφικά και πολιτιστικά από την κάποτε…ευρύτερη «άγρια φύση» του ελληνικού κόσμου της 1ης χιλιετίας π.Χ.

* Για μια πρόσφατη μελέτη επί του θέματος βλ. εδώ (σελ. 250-265).

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 25 ακόμα followers