Έλληνες: ποῖ δὴ καὶ πόθεν;

Οκτώβριος 7, 2018 Σχολιάστε

«Έλληνες: ποῖ δὴ καὶ πόθεν; Μια αρχαιολογική και διεπιστημονική αναζήτηση στο χώρο και το χρόνο» είναι ο τίτλος ενός κύκλου δέκα διαλέξεων του γράφοντος που θα πραγματοποιούνται κάθε Τρίτη στις 18:00 από τις 16 Οκτωβρίου ως τις 18 Δεκεμβρίου 2018 στο City Unity College στο Σύνταγμα (Θησέως 15-17). Πρόκειται για τον εναρκτήριο κύκλο διαλέξεων μιας νέας, πρωτότυπης και φιλόδοξης εταιρείας, του Σπιτιού του Αρχαιολόγου. Σε μια περίοδο που η ενασχόληση με την αρχαιολογία φαντάζει ολοένα και πιο ηρωική για όσους δεν έχουν την προοπτική ή την ελπίδα μιας μόνιμης εργασιακής θέσης, το Σπίτι του Αρχαιολόγου φιλοδοξεί να καταδείξει ότι η αρχαιολογία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μιας νέας μορφής υγιούς επιχειρηματικότητας. Μεταξύ των ποικίλων ποιοτικών υπηρεσιών που φιλοδοξεί να προσφέρει στους αρχαιολόγους (π.χ. ψηφιοποιήσεις, μεταφράσεις, επιμέλειες, κλπ.), το Σπίτι του Αρχαιολόγου θα διοργανώνει τακτικά και κύκλους επιμορφωτικών σεμιναρίων/διαλέξεων. Σε αρκετές περιπτώσεις, ωστόσο, τα σεμινάρια αυτά δεν θα απευθύνονται μόνο στους αρχαιολόγους, αλλά και σε ένα ευρύτερο κοινό με αρχαιολογικά και εν γένει αρχαιογνωστικά ενδιαφέροντα.

Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται και ο κύκλος διαλέξεων του γράφοντος, που έχει στόχο να εξετάσει το «από πού» (πόθεν) και το «προς πού» (ποῖ δὴ) των Ελλή­νων υπό ένα διαχρονικό και διεπιστημονικό πρίσμα. Τον κορμό της αφήγησης αποτελεί η πα­ρουσίαση των πιο πρόσφατων επιστη­μονικών εξελίξεων για την προ­έλευση του ελληνικού πολι­τισμού μέσα από το σχετικό ερευνητικό έργο του ομιλητή. Παράλ­ληλα, η αναζήτηση της προέλευ­σης συνδυάζεται και με την εξέταση ορισμένων σημαντικών θεωρητικών ζητημάτων σε σχέση με την ελ­ληνική πολιτισμική ταυτότητα σε διαχρονικό και συγχρονικό επίπεδο. Αξιοποιώντας συνδυαστι­κά ένα ευρύ φάσμα προσεγγίσεων από την χώρο της αρχαιο­λογίας, της ιστορίας, της γλωσσολογίας, καθώς και της πολιτισμι­κής ανθρωπολογίας, γίνεται προσπάθεια να τεθεί μια νέα βάση για την κα­τανόηση όχι μόνο συγκεκριμένων πτυχών του παρελ­θόντος, αλλά και ορισμένων κρίσιμων παρα­μέτρων του αβέβαιου ελληνικού παρόντος. Το σεμινάριο αποτελεί την πολλαπλώς εμπλουτισμένη και επικαιροποιημένη εκδοχή του ομότιτλου κύκλου διαλέξεων που είχε δώσει ο γράφων το 2014 στο Ίδρυμα Θεοχαράκη.

Πέραν της φυσικής τους διεξαγωγής στο City Unity College, οι διαλέξεις θα μεταδίδονται ζωντανά και μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας BigBlueButton, δίνοντας έτσι την δυνατότητα παρακολούθησης από τον υπολογιστή σε οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο στην Ελλάδα ή το εξωτερικό. Αντιστοίχως, σε ό,τι αφορά το κόστος συμμετοχής, εκτός της δυνατότητας αυτοπρόσωπης πληρωμής κατά την προσέλευση στον χώρο, είναι εφικτή και η εξ αποστάσεως πληρωμή μέσω τραπέζης. Για όλες τις λεπτομέρειες μπορεί κανείς να ανατρέξει στην σχετική σελίδα στον ιστότοπο του Σπιτιού του Αρχαιολόγου. Είθε ο κύκλος αυτός διαλέξεων να αποτελέσει μια καλή εκκίνηση για τις δραστηριότητες της νέας εταιρείας, τις οποίες ελπίζουμε να αγκαλιάσει τόσο ο κόσμος της αρχαιολογίας όσο και το ευρύτερο κοινό.

Advertisements

Αρχαιολογική Θεωρία. Μια εισαγωγή

Σεπτεμβρίου 7, 2018 2 Σχόλια

Ο καλός μεταφραστής μοιάζει λίγο με τον καλό διαιτητή. Όπως ο δεύτερος θεωρείται επιτυχημένος αν η παρουσία του σε έναν αγώνα περάσει εντελώς απαρατήρητη, έτσι και ο πρώτος έχει μάλλον επιτύχει στο έργο του αν η διαμεσολάβησή του ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη είναι όσο το δυνατόν πιο ανεπαίσθητη. Αυτή την αίσθηση μου άφησε η επίπονη εργασία της τελευταίας διετίας, με το πέρας της οποίας οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης μαζί με τον γράφοντα είναι στην ευχάριστη θέση να παρουσιάσουν το νέο εκδοτικό τους εγχείρημα. Πρόκειται για το βιβλίο Αρχαιολογική θεωρία. Μια εισαγωγή, το οποίο είναι η  ελληνική μετάφραση του βιβλίου του Matthew Johnson, Archaeological Theory. An introduction (2η έκδοση, Malden – Oxford – Chichester: Wiley-Blackwell Publishing 2010).

Η μετάφραση του συγκεκριμένου βιβλίου στα ελληνικά συνελήφθη για πρώτη φορά ως ιδέα κατά το εαρινό ακαδημαϊκό εξάμηνο του έτους 2005 στο Ινστιτούτο Προϊστορίας και Πρωτοϊστορίας του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. Τότε ο γράφων είχε την τύχη να έχει καθηγητή τον συγγραφέα αυτού του βιβλίου, η πρώτη αγγλική έκδοση του οποίου έγινε το 1999. Υπό την ιδιότητα του επισκέπτη καθηγητή σε ένα θεωρητικά ιδιαίτερα παραδοσιακό ακαδημαϊκό περιβάλλον, ο Βρετανός αρχαιολόγος Matthew Johnson, καθηγητής τότε στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, κατάφερε να μυήσει μέσα σε ελάχι­στο χρόνο τους φοιτητές του στον συναρπαστικό κόσμο της θεωρίας. Το να κάνει κάποιος «συναρ­παστική» την ενασχόληση με ένα αντικείμενο που δεν συνοδεύεται οπωσδήποτε αυτόματα με τον επιθετικό αυτό προσδιορισμό αποτελεί αναμφίβολα ίδιον ενός εμπνευσμένου και χαρισματικού δα­σκάλου. Και ο Matthew Johnson ήταν ξεκάθαρο από την πρώτη στιγμή ότι αποτελούσε μια ιδιαίτε­ρα ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου, ο οποίος μέσα από έναν δύσκολο αγώνα ζωής κατόρθωσε να κάνει μια εξαί­ρετη ακαδημαϊκή καριέρα και να αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με την θεωρητική μελέτη των κοι­νωνιών.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν από το 2005 μέχρι και σήμερα δημοσιεύτηκε η δεύτερη, αναθεω­ρημένη και επαυξημένη αγγλική έκδοση του βιβλίου, ενώ ταυτόχρονα έγινε ακόμα πιο επι­τακτική η ανάγκη της ελληνικής μετάφρασής του. Δύο είναι κυρίως οι λόγοι για αυτό. Κατά πρώτον, σε αμιγώς επιστημονικό-αρχαιολογικό επίπεδο, αυξάνονται διαρκώς τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές μεταφράσεις αγγλόφωνων κυρίως βιβλίων αρχαιολογικής θεωρίας, οι οποίες, ωστόσο, απευθύνονται συχνά σε αναγνώστες με ήδη προϋπάρχουσες γνώσεις. Αντιθέτως, αισθητή ήταν η έλλειψη ενός συγγράμματος που να έχει τον χαρακτήρα μιας συστηματικής και εύληπτης εισαγω­γής. Ενός γλαφυρού, δηλαδή, εγχειριδίου που θα εισάγει τον μη ειδικό αναγνώστη όχι μόνο στα συ­χνά δύσβατα θεωρητικά μονοπάτια, αλλά και στο γενικότερα πνεύμα της ενασχόλησης με την θεω­ρία.

Κατά δεύτερον, σε ένα ευρύτερο επίπεδο, τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, και ιδίως την περίο­δο της κρίσης, μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι αναδείχθηκε σε οξύτατο βαθμό το έλλειμμα μιας σοβαρής θεωρητικής κα­τάρτισης όσον αφορά την επιστημονική μελέτη των κοινωνιών. Άτοποι και βαρύγδουποι ιστορικοί παραλληλισμοί, αυτονόητη γεγονοτολογική και προσωποκεντρική έμφαση, στερεότυπες και προ­βληματικές διαπολιτισμικές συγκρίσεις, οι οποίες παραπέμπουν στην κοινωνι­κή θεωρία του 19ου αιώνα, καθώς και μονοδιάστατα (και συ­γκρουσιακά) θετικιστικές και εμπειρι­στικές προσεγγίσεις της έννοιας της «πραγματικότητας» ήταν ορισμένα μόνο από τα χαρακτηριστι­κά μοτίβα που κατέκλυσαν (και ενίοτε δηλητηρίασαν) τον δη­μόσιο λόγο και διάλογο. Και όλα αυτά χωρίς συνήθως να υποψιαζόμαστε ότι η ενασχόληση με την κοινωνία δεν είναι μόνο μια «εμπειρο­τεχνική» διαδικασία, αλλά και μια εξειδικευμένη επιστημονι­κή δραστηριότητα. Ένα σημαντικό κομμάτι της ευρύτερης θεωρίας των κοινωνικών και ανθρωπι­στικών επιστημών συνιστά πλέον η αρχαιολογική θεωρία, δηλαδή οι διαφορετικές θεωρητικές προ­σεγγίσεις των κοινωνιών του παρελ­θόντος μέσα από τα υλικά τους κατάλοιπα.

Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι, κατά την γνώμη μου, μια πραγματική αποκάλυψη για τον αναγνώστη. Ο εξαιρετικά ταπει­νόφρων και φαινομενικά εξειδικευμένος τίτλος του δεν προϊδεάζει για τον πλούτο και τη σημασία του περιεχομένου του. Αφενός, με αφορμή την αρχαιολογική θεωρία το βιβλίο μυεί τον αναγνώστη σε ένα πολύ ευρύτερο φάσμα βασικών κοινωνιολογικών και επιστημολογικών εννοιών (π.χ. θετικι­σμό, εξελικτισμό, μαρξισμό, δαρβινισμό, μεταμοντερνισμό, κλπ.). Αφετέρου, οι σύνθετες αυτές θεω­ρητικές έννοιες καθίστανται προσιτές στον καθένα μέσω της σπάνιας γλα­φυρότητας της αφήγη­σης και του ιδιαίτερου χαρίσματος του συγγραφέα. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά και από αυτή την θέση τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης και τον καθηγητή κ. Άγ­γελο Χανιώτη για το ότι αποδέχτηκαν την πρότασή μου να εντάξουν το παρόν βιβλίο στην εκδοτική σειρά «Νέες προσεγγίσεις στον αρχαίο κόσμο» και για το ότι μου εμπιστεύτηκαν την μεταφραστική εργασία. Τις θερμότερες ευχαριστίες οφεί­λω, επίσης, στον ίδιο τον συγ­γραφέα Matthew Johnson, καθηγητή πλέον στο Τμήμα Ανθρωπο­λογίας του Πανε­πιστημίου Νορθ­γουέστερν των ΗΠΑ, για την άριστη συνεργασία και την πολύτιμη βοή­θεια και συμβολή του κατά την διαδικασία της έκδοσης. Η ευθύνη για τις –σίγουρα υπαρκτές– αβλεψίες και μετα­φραστικές αστοχίες ανήκει φυσικά εξ ολοκλήρου στον γράφοντα. Σε εποχές, άλλωστε, διαδικτύου η αντιπαραβολή μιας μετάφρασης με το πρωτότυπό της είναι τόσο εύκολη, ώστε «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον»…

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, «είμαστε όλοι θεωρητικοί», είτε το θέλουμε είτε όχι. Το βιβλίο αυτό ανοίγει τον δρόμο για να γίνουμε καλοί και καταρτισμένοι θεωρητικοί, συνειδητοποιώντας την ση­μασία της θεωρίας, τον διαρκή διάλογο μεταξύ παρελθόντος και παρόντος και τη θεμελιώδη αξία του θεωρητικού πλουραλισμού και της κριτικής σκέψης. Η θεωρία της αρχαιολογίας είναι η θεωρία της κοινωνίας. Και, όπως ενδεχομένως καταδεικνύει το παρόν βιβλίο, η σοβαρή ενασχόληση με την θεωρητική μελέτη των κοινωνιών είναι, εκτός των άλλων, και μία από τις τελευταίες ελπίδες που μας έχουν απομείνει για να κατανοήσουμε κάποια στιγμή τι μας συμβαίνει σε αυτή την χώρα.

Μακεδονομαχώντας

Ιουνίου 17, 2018 6 Σχόλια

Οι πρόσφατες, ραγδαίες εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημο­κρατίας της Μακεδονίας έχουν ήδη αναζωπυρώσει στην χώρας μας το γνωστό εκείνο κλίμα έντα­σης, πάθους και οξείας αντιπαράθεσης που έχει κατά καιρούς κυριαρχήσει και σε άλλες περιόδους της πολιτικής μας ζωής. Σε αυτό το πλαίσιο, όσοι έχουν ως βασική ενασχόλησή τους την ιστορία και τον πολιτισμό, θα πρέπει, κατά την γνώμη μας, να κρούσουν έναν θεμελιώδη κώδωνα κιν­δύνου: το μακεδονικό ή σκοπιανό ζήτημα είναι ένα ζήτημα δυσχερέστατο και εξαιρετικά σύνθετο. Είναι ένα από τα θέματα εκείνα που όσο περισσότερο τα μελετά κανείς ιστορικά τόσο πιο πολύ χάνεται σε έναν κυκεώνα ιστορικών, εθνολογικών, γλωσσικών, ταυτοτικών και εν γένει πολιτισμι­κών περι­πλοκών. Το μακεδονικό είναι ένας αληθινός «γόρδιος δεσμός», κάτι που έχει εξαρχής μια πολύ συ­γκεκριμένη συνέπεια: όποιος το προσεγγίζει με όρους φανατισμού, γηπεδισμού, ύβρεων, προσβο­λών και τάσεων πλήρους ισοπέδωσης της κάθε είδους διαφορετικής άποψης δεν κάνει τίπο­τε άλλο από το να προδίδει το έλλειμμα πολυπλοκότητας που διακρίνει την δική του κατανόηση του ζητήμα­τος. Σε αυτό το κείμενο θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε λίγα σημεία που κατά την γνώμη μας καταδεικνύουν τον σύνθετο χαρακτήρα του ζητήματος, για να καταλήξουμε παίρνοντας θέση ανα­φορικά με την συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ των δύο πρωθυπουργών Α. Τσίπρα και Ζ. Ζάεφ.

1. Το σύνθημα «η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική», διατυπωμένο με αυτό τον τρόπο, ισχύει μόνο αν κανείς δεν έχει ως τώρα μελετήσει καθόλου την ιστορία της Μακεδονίας. Η Μακεδονία δεν υπήρξε στην πορεία της ιστορί­ας «μία», υπό την έννοια ότι τα διοικητικά της όρια άλλαζαν. Η ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας έφθανε π.χ. ώς την Στερεά Ελλάδα, ενώ το βυζαντινό θέμα Μα­κεδονίας ήταν γεωγραφικά μετατοπι­σμένο προς την Θράκη. Η Μακεδονία επίσης δεν είναι μόνο ελληνι­κή. Όσο κι αν το ελληνικό στοι­χείο υπήρξε πάντα παρόν και σημαντικό, στα εδάφη της Μα­κεδονίας έζησαν στο διάβα των αιώνων και πολλοί άλλοι πληθυσμοί, π.χ. σλαβικής, βλαχικής, τουρκικής καταγωγής. «Εντοπίους» ονομάζουν, μάλιστα, ακόμη και σήμερα οι ελληνικοί προσφυ­γικοί πληθυ­σμοί τους σλαβικής καταγωγής γείτονές τους σε αρκετές περιοχές της Μακεδονίας. Αψευδείς μάρ­τυρές των πληθυσμών αυτών αποτελούν και τα μη ελληνικά τοπωνύμια, πολλά από τα οποία είναι ακόμα εν χρήσει (π.χ. Κο­ζάνη, Γρεβενά, Σιάτιστα, Πρέσπα, Πόζαρ, Προσοτσάνη, κλπ.), ενώ πολλά άλλα εξελλη­νίστηκαν κατά τον 20ό αιώνα, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, στον τοπωνυμιακό εξελληνι­σμό περιοχών της Μακεδονίας ενεπλάκη­σαν και τα ονόματα στρατηγών και διαδόχων του Μ. Αλε­ξάνδρου, π.χ. με τα άλλοτε Καϊλάρια να μετονομάζονται σε Πτολεμαΐδα, το χωριό Ναλμπάν Κιοΐ σε Περδίκκα, κ.ο.κ. Σε μία τουλάχιστον τέτοια περίπτωση, αυτή του Κλείτου Κοζάνης, η σημασία του τοπωνυμίου δεν γίνεται ενίοτε αντι­ληπτή ούτε από τους σύγχρονους Έλ­ληνες κατοίκους της πε­ριοχής, όπως προδίδει η χρήση του σε ουδέτερο γένος («το Κλείτος»). Ανάλογες περιπτώσεις απο­τυχημένου εξελληνισμού έχουμε φυσικά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως π.χ. στην περίπτωση της μετονομασίας του άλλοτε αρβανίτι­κου χωριού Λαλι­κώστα στην Αχαΐα, όπου λόγω της τοπικής γλωσσικής ασυνέχειας το αρχαίο τοπω­νύμιο Φαραί (σε πληθυντικό αριθμό, κατά το «Αθήναι») χρησιμοποιείται πλέον και αυτό ανύποπτα σε ουδέτερο γένος («το Φα­ραί»).

2. Είναι σαφές πως οποιοσδήποτε γλωσσικός και εθνικός συσχετισμός των σύγχρονων σλαβόφω­νων κάτοικων της ΠΓΔΜ με το αρχαίο ελληνικό μακεδονικό βασίλειο συνιστά ιστορική μυθοπλα­σία. Όπως είχε παραδεχθεί κάποτε ο Κίρο Γκλιγκόροφ, οι συμπατριώτες του είναι Σλάβοι που έφθασαν στον γεωγραφικό αυτό χώρο τον 6ο αιώνα μ.Χ. Εδώ όμως υπάρχει ένα σημείο που χρήζει προσοχής: Ο λόγος που ως Έλληνες διαμαρτυρόμαστε για την οικειοποίηση της αρ­χαίας ελληνικής μακεδονικής κληρονομιάς εκ μέρους των σλαβοφώνων της ΠΓΔΜ δεν είναι μόνο αυτός. Η χρονολόγηση της «έλευσης των Σλάβων» στα εδάφη της Μακεδονίας δεν θα απασχολούσε κα­νέναν μας, αν αυτοί είχε συμβεί να προσδεθούν κάποια στιγμή στο σώμα της νεοελληνικής γλωσσικής και εθνικής ταυτότητας. Αν αυτό είχε γίνει, θα είχαν κι αυτοί ενταχθεί στο «τρίσημο» της ιστορίας του ελληνικού έθνους κατά τον Παπαρρηγόπουλο, θα τους δεχόμασταν, επομένως, ως απογόνους των αρχαίων και βυζαντινών Ελλήνων. Θα κάναμε, δηλαδή, ό,τι κάνουμε και με τις άλλοτε αρβανι­τόφωνες και βλαχόφωνες πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες έφθασαν στον ελλαδικό χώρο πολύ αρ­γότερα από τους σλαβόφωνους και κατέληξαν να ενσωματωθούν στον νεοελληνικό εθνικό και γλωσσικό κορμό. Ανάλογες προσπάθειες ενσωμάτωσης έγιναν φυσικά και με τους σλαβόφωνους. Δεν είναι τυχαίο ότι στις αρχές του 20ού αιώνα η ιστορική μυθοπλασία περί του Μεγάλου Αλεξάν­δρου ως προγόνου των Σλαβομακεδόνων προωθήθηκε κατά καιρούς και από ελληνικούς προπαγαν­διστικούς κύκλους. Ήταν τότε που η σύνδεση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας/ες» με τους σλαβόφωνους πληθυσμούς του γεωγραφικού αυτού χώρου ήταν συμβατή με τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, ως στρατηγική αποβουλγαρισμού τους, δηλαδή απόσπασής τους από την βουλγαρική επιρροή.

3. Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτή η διάκριση ανάμεσα στις αντικειμενιστικές και υποκειμενι­στικές προσεγγίσεις της ταυτότητας. Οι αντικειμενιστικές προσεγγίσεις είναι αυτές του εξωτερικού παρατηρητή. Ο εξωτερικός παρατηρητής μπορεί π.χ. να ισχυριστεί ότι οι Γερμανοί και οι Αυστρια­κοί έχουν κοινή γλωσσική και εν πολλοίς πολιτισμική ταυτότητα. Αυτό όμως δεν έχει ιδιαίτερη ση­μασία για τον υποκειμενιστικό αυτοπροσδιορισμό τους: οι ίδιοι (Γερμανοί και Αυστριακοί) αισθάνονται ότι σε επίπεδο εθνικής ταυτότητας διαφέρουν, ασχέτως των όποιων ομοιοτήτων. Η αντικειμενιστική και η υποκειμενιστική προσέγγιση δεν αποκλείουν σε αυτές τις περιπτώσεις η μία την άλλη: μπορούμε να επιστρατεύσουμε είτε την μία είτε την άλλη είτε αμφότερες, ανάλογα με το τι ερευνούμε ή περιγράφουμε (ή επιδιώκουμε) κάθε φορά. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη ή όχι «μακεδο­νικού έθνους» ή «μακεδονικής γλώσσας» δεν θα κριθεί αποκλειστικά με αντικειμενιστικούς όρους. Θα καθοριστεί και με όρους υποκειμενιστικού αυτοπροσδιορισμού, συνεπώς αυτό που μπορεί να τεθεί υπό κρίσιν είναι τα όρια του τελευταίου: αν κανείς π.χ. αυτοπροσδιοριστεί ως «ιδιοκτήτης του σπιτιού μας», τότε είναι σαφές ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα.

4. Απόρροια του προηγούμενου σημείου είναι ότι το ονοματολογικό σημαίνον (δηλαδή η σύνδεση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας/ες» με τους εν λόγω σλαβόφωνους πληθυσμούς, την οποία, όπως είδαμε, ενθάρρυνε κάποτε και η ίδια η Ελλάδα) αποτελεί πρόβλημα στον βαθμό που συναρτάται με το αλυτρωτικό σημαινόμενο. Αυτό σίγουρα ισχύει σε σημαντικό βαθμό: ο συγκεκρι­μένος αλυτρωτισμός σαφώς συνδέεται στενά με το όνομα, δεν ταυτίζεται όμως πλήρως με αυτό. Και αυτό διότι, αν η άποψη ότι «το όνομα [ενν. Μακεδονία] είναι το όχημα του αλυτρωτισμού» ίσχυε απολύτως, τότε θα ήταν σαν να ισχυριζόμασταν ότι τα ιστορικά πάθη, οι εθνικισμοί, τα μίση, οι υπαρκτές ιστορίες καταπίεσης και γενικότερα οι μνήμες ενός εν μέρει ζοφερού παρελθόντος, δη­λαδή οι παράγοντες που βρίσκονται στην βάση του αλυτρω­τισμού, εξαρτώνται αποκλειστικά και μόνο από ένα όνομα και θα πάψουν να υπάρχουν, αν αυτό εξαλειφθεί ή τροποποιηθεί. Και αυτό μάλλον δεν το ισχυριζόμαστε, όπως απέδειξαν οι ελληνικές αντιδράσεις στην πρόταση των Σκοπί­ων περί «Δημοκρατίας της Μακεδονί­ας του Ίλιντεν». Κανείς π.χ. δεν αντιπρότεινε εδώ την ονομα­σία «Δημοκρατία του Ίλιντεν» (χωρίς το «Μακεδονία»), αφού θεωρήθηκε ότι η επίκληση της εξέγερσης του Ίλιντεν αποτελεί από μόνη της τον «αλυτρωτισμό αυ­τοπροσώπως». Κατά συνέπεια, έστω και κάπως ανεπεξέργαστα, παραδε­χόμαστε ότι το όνομα «Μακεδονία» είναι μεν το σημαντικό επιφαινόμενο του αλυτρωτισμού όχι όμως και η βαθύτερη βάση του.

5. Ο εθνικισμός δεν είναι μόνο θέμα ιδεολογίας, ιστορίας, πολιτικής ή διεθνών σχέσεων. Είναι και ζήτημα κοινωνικής δομής. Στο πεδίο αυτό, θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ορισμένα χαρακτη­ριστικά κοινά στοιχεία στην κοι­νωνική ανθρωπολογία ενός μέρους του λαού της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ. Η απόλυτη διεκδίκηση π.χ. αποκλειστικότητας ως προς την έννοια της Μακεδονίας μοιάζει να αντα­νακλά μια κοσμοαντίληψη μικρής οικιστικής κλίμακας, περιορισμένων εξωτερικών επαφών και γεωγραφικής περιχαράκωσης στο πλαί­σιο του μη αστικού χώρου, η οποία ανάγεται πι­θανότατα σε οικιστικά και δημογραφικά δε­δομένα των προηγούμενων αιώνων. Στην περίπτωση της Ελλάδας, μάλι­στα, αντιπαρα­γωγική υπήρ­ξε κάπο­τε η μαξιμαλιστική άποψη του «ούτε Μακεδονία ούτε παράγω­γα». Και αυτό διότι στο δού­ναι και λαβείν της διαπραγμάτευσης, η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να δώσει το επίθετο, το οποίο έχει μια πιο ξεκάθαρα γεωγραφική-επιμεριστική διάσταση, προκει­μένου να αποφύγει το ου­σιαστικό. Να διατυπώσει δηλαδή (αντι)προτάσεις, όπως π.χ. «μα­κεδονική Δημοκρατία των Σκοπί­ων» ή ακόμη και «μακεδονική Δη­μοκρατία του Ίλιντεν», αν οι γεί­τονες έδει­χναν ουσια­στική διάθε­ση για μια σύγχρονη, μη αλυτρωτι­κή ανάγνωση και νοη­ματοδότηση του ιστορικού αυ­τού κεφαλαί­ου. Υπό το ίδιο ανθρωπολογικό πρίσμα μπορεί να ερμη­νευθεί και η χαρακτηριστική λο­γική «μικρο­κόσμου» όσον αφορά την αντίληψη στοιχείων του ζητή­ματος: στην μεν ΠΓΔΜ πολλοί αδιαφορούν για το ότι η φανατική διασύνδεση ενός σύγχρονου σλα­βόφωνου πληθυσμού με την αρ­χαία ελληνι­κή Μακεδο­νία θεωρείται έωλη από κάθε εγγράμματο πολίτη στον υπόλοιπο κόσμο, ενώ στην Ελ­λάδα ένα κομμάτι του πληθυσμού υποβαθμίζει χαρακτη­ριστικά το διεθνές τετελε­σμένο της ανα­γνώρισης της γειτονικής χώρας με το όνομα «Μακεδονία» από τις περισσότερες χώρες της υφηλί­ου, στον τύπο, την καθημερινή γλώσσα, κλπ.

Τα ανωτέρω σημεία απλώς υποψιάζουν ακροθιγώς για τον εξαιρετικά σύνθετο χαρακτήρα του συ­γκεκριμένου ζητήματος. Στον κυκεώνα της ιστορικής αυτής ακολουθίας έρχεται να προστεθεί πλέον και η συμφωνία Α. Τσίπρα και Ζ. Ζάεφ. Το σαφώς θετικό της στοιχείο είναι η πρόθεση επίλυ­σης του χρόνιου αυτού ζητήματος, έστω και υπό το κράτος εξωτερικών πιέσεων. Η πρόθεση αυτή αποκτά αξία κυρίως διότι μοιάζει να διέπεται από μια ειλικρινή διάθεση προσέγγισης των μετριο­παθών τμημάτων των δύο λαών, η οποία είναι ο πιο ουσιαστικός τρόπος μακροπρόθεσμης άμβλυν­σης της βάσης του αλυτρωτισμού και όχι απλώς του όποιου ονοματολογικού της επιφαινομένου. Σαφώς θετική είναι και η προοπτική τροποποίη­σης της συνταγματικής ονομασίας της ΠΓΔΜ, αν και το «Βόρεια Μακεδονία» για πολλούς και διάφορους λόγους δεν συνιστά ίσως την βέλτιστη λύση. Προκειμένου να αποσπάσει την συγκεκριμένη τροποποιημένη ονομασία, η ελληνική πλευρά διαχει­ρίστηκε, ωστόσο, με αμφιλεγόμενο τρόπο το θέμα της γλώσσας και της ιθαγένειας. Κατά την δική μας άποψη, η Ελλάδα θα μπορούσε στο θέμα αυτό να αποδεχθεί την εισαγωγή του όρου «ελ­ληνομακεδονικός», που χρησιμοποίησε ο Α. Τσίπρας, για τις ανα­φορές στην ελληνική Μα­κεδονία, προκειμένου η άλλη πλευρά να δεσμευτεί στη χρήση του όρου «σλαβομακεδονικός» ή «μακεδονι­κός σλαβικός» όσον αφορά τη γλώσσα και «βορειομακεδονικός» όσον αφορά την ιθα­γένεια (ούτως ώστε να ενσω­ματώνει και τον αλβανόφωνο πληθυσμό). Υπό το πρίσμα προσεγγίσε­ων στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, η συγκεκριμένη πρόταση μπορεί να μοιάζει επισφαλής ή και επικίνδυνη για την Ελλάδα. Αν, ωστόσο, θεωρήσουμε ότι στην βάση των μονοπω­λιακών αξιώσεων ως προς την έννοια της Μακεδονίας υποκρύπτονται και δομικοί παράγοντες κοινωνικοανθρωπολο­γικής φύσεως, τότε η πρόταση αυτή είναι ίσως η μόνη που μπορεί να λειτουργή­σει ντετερμινιστικά, «αναδιαρ­θρώνοντας» μεσομακροπρόθεσμα την βαθύτερη νοητική δομή της συγκεκριμένης, «μονο­πωλιακής» κοσμοαντί­ληψης και στις δύο πλευρές των συνόρων.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, η διαπραγματευτική διαχείριση του θέματος της γλώσσας και της ιθαγένειας συνιστά ένα σημαντικό πρόβλημα της συμφωνίας. Αν σε αυτό προσθέσει κανείς και το θεσμικό ζήτημα της παράκαμψης της Βουλής κατά την διαδικασία σύναψης της συμφωνίας, τότε η γενική μας άποψη για αυτήν είναι έστω και οριακά αρνητική. Η ευθύνη, εντούτοις, για την κάθε εξέλιξη σε αυτές τις περι­πτώσεις δεν βαρύνει εξ ολοκλήρου την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά καταμερίζεται και στις υπόλοι­πες πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες διαμορφώνουν κι αυτές με την στάση τους το γενι­κότερο κλίμα και πλαίσιο της διαπραγμάτευσης. Αν η άποψή μας για την συμφωνία είναι οριακά αρνητική, κάθε­τα αρνητική είναι η στάση μας απέναντι σε κάθε ακραία, μονόπλευρη και γηπεδι­κή προσέγγιση ενός τόσο σύνθετου ζητήματος. Προδίδοντας εύγλωττα ότι τα προβλήματα πολιτισμι­κής ταυτότη­τας δεν αφορούν μόνο τους σλαβόφωνους της ΠΓΔΜ, οι εκτροπές αυτές του δημο­σίου λόγου υπονομεύουν το μέλλον της Ελλάδας τουλάχιστον εξίσου με τους λιγότερο ή περισ­σότερο επικίνδυνους αλυτρωτισμούς άλλων χωρών.

Κατηγορίες:Ιστορικά, Πολιτικά

Το πρώτο εξ αποστάσεως ΜΑ στις Ελληνικές Σπουδές

Ιουνίου 11, 2018 Σχολιάστε

Μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για τις πανεπιστημιακές σπουδές στο πεδίο του ελληνικού πολιτισμού είναι η έναρξη, από το φθινόπωρο του 2018, του πρώτου εξ αποστάσεως Μεταπτυχιακού Προγράμματος στις Ελληνικές Σπουδές. Το πρόγραμμα θα προσφέρεται από το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, θα έχει ελάχιστη διάρκεια 18 μηνών και θα δίνει στους φοιτητές την δυνατότητα ειδίκευσης σε τρεις κατευθύνσεις: Ιστορία, Αρχαιολογία και Τέχνη, Εκπαίδευση και Πολιτιστική Διαχείριση. Πρόκειται για μια καινοτόμο εκπαιδευτική πρωτοβουλία, με βασικό όραμα να προσφέρει την προοπτική μεταπτυχιακών σπουδών στον ελληνικό πολιτισμό σε κάθε κάτοχο πτυχίου αναγνωρισμένου πανεπιστημίου. Προς το σκοπό αυτό, το ΜΑ στις Ελληνικές Σπουδές του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου επιχειρεί να συνδυάσει με πρωτοποριακό τρόπο το γενικό με το ειδικό, εισάγοντας για πρώτη φορά στον ελληνικό χώρο το πρότυπο των θεματικών πολιτισμικών σπουδών του εξωτερικού (π.χ. των Αμερικανικών, Μεσανατολικών ή Αφρικανικών Σπουδών). Το πρόγραμμα είναι, δηλαδή, έτσι σχεδιασμένο, ώστε αφενός μεν να προσφέρει μια συστηματική κατάρτιση σε ορισμένα θεμελιώδη μεθοδολογικά ζητήματα της μελέτης του ελληνικού πολιτισμού γενικότερα και αφετέρου να καθιστά εφικτή την ειδίκευση των φοιτητών στο επιμέρους αντικείμενο της προτίμησής τους. Η ειδίκευση αυτή επιτυγχάνεται με δύο τρόπους: πρώτον, με τον κατάλληλο συνδυασμό επιλεγομένων μαθημάτων και, δεύτερον, με την μεταπτυχιακή διατριβή.

Σε αυτό το πλαίσιο, η φοίτηση ξεκινά με τρία υποχρεωτικά μαθήματα που εστιάζουν σε μεθοδολογικά ζητήματα των τριών κατευθύνσεων του προγράμματος. Ακολούθως, από το δεύτερο εξάμηνο, κάθε φοιτητής επιλέγει την κατεύθυνση που επιθυμεί να ακολουθήσει, εντός της οποίας θα κληθεί να φοιτήσει σε τέσσερα από τα έξι εκάστοτε προσφερόμενα μαθήματα. Μεταξύ των μαθημάτων κάθε κατεύθυνσης υπάρχει και ένα που έχει τίτλο «Ειδικά θέματα Ελληνικών Σπουδών». Εδώ έχουμε άλλη μια καινοτομία του προγράμματος, καθώς πρόκειται για μαθήματα «ανοιχτού περιεχομένου». Με άλλα λόγια, το ακριβές περιεχόμενο κάθε μαθήματος «Ειδικών θεμάτων» θα καθορίζεται κάθε φορά με ευέλικτο τρόπο, με βάση τόσο τις προτιμήσεις που θα εκφράζουν οι ίδιοι οι φοιτητές όσο και μείζονα, τρέχοντα ζητήματα της επιστημονικής επικαιρότητας.

Το ΜΑ στις Ελληνικές Σπουδές του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου επενδύει σε όλες τις δυνατότητες της σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, με την ποιότητα και το υψηλό επίπεδο που διακρίνει την μορφή αυτή των πανεπιστημιακών σπουδών τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο. Το πρόγραμμα δίνει, συνεπώς, την δυνατότητα σε κάθε ενδιαφερόμενο να φοιτήσει εξ ολοκλήρου με ψηφιακό τρόπο από όπου κι αν βρίσκεται (Ελλάδα, Κύπρο ή εξωτερικό), χωρίς να απαιτείται η φυσική του παρουσία και τα συνακόλουθα έξοδα μετακίνησής του. Θα υπάρχουν, εντούτοις, και πολλές δια ζώσης εκδηλώσεις (π.χ. εκδρομές, ξεναγήσεις σε αρχαιολογικούς χώρους, κλπ.), στις οποίες οι φοιτητές θα μπορούν να συμμετέχουν προαιρετικά και να συναντώνται με τα μέλη του ακαδημαϊκού προσωπικού. Το ακαδημαϊκό προσωπικό του προγράμματος αποτελείται από αρχαιολόγους, αρχιτέκτονες, ιστορικούς της τέχνης, ιστορικούς, φιλολόγους, μουσειολόγους και σχεδιαστές εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Πρόκειται για μια δυνατή ομάδα επιστημόνων της νεώτερης γενιάς, η οποία διαθέτει ήδη μεγάλη εμπειρία στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση ενηλίκων και στις ιδιαιτερότητές της. Η ομάδα των διδασκόντων έχει διεθνή χαρακτήρα, καθώς σε αυτήν ανήκουν όχι μόνο Ελλαδίτες και Κύπριοι πανεπιστημιακοί (όπως π.χ. ο Γιώργος Παπαϊωάννου και ο Πάνος Χριστοδούλου), αλλά και ξένοι διακεκριμένοι επιστήμονες, απταίστως ελληνομαθείς (όπως π.χ. ο Vlada Stankovic). Στους διδάσκοντες της κατεύθυνσης Αρχαιολογίας και Τέχνης ανήκει και ο γράφων, και θα ήθελα και από αυτή την θέση να εκφράσω τις πιο θερμές μου ευχαριστίες στους Πάνο Χριστοδούλου και Γιώργο Παπαϊωάννου για την εμπιστοσύνη τους και την δυνατότητα που μου έδωσαν να γίνω ουσιαστικό κομμάτι αυτής της φιλόδοξης προσπάθειας. Η ερευνητική δραστηριότητα των μελών του διδακτικού προσωπικού του προγράμματος άπτεται ενός πλήθους ζητημάτων σχετικών με τις ελληνικές σπουδές και γενικότερα με τον ελληνικό πολιτισμό. Σαν αποτέλεσμα, σκοπός του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Ελληνικές Σπουδές είναι οι απόφοιτοί  του όχι μόνο να έχουν αποκτήσει επιστημονικές γνώσεις σχετικές με την ειδίκευση που έχουν επιλέξει, αλλά και να έχουν ανακαλύψει τις ευρύτερες πνευματικές προκλήσεις που δημιουργεί η ενασχόληση με τον ελληνικό πολιτισμό.

Για κάθε επιπλέον πληροφορία σχετικά με το πρόγραμμα, τα δίδακτρα του οποίου διαμορφώνονται στα 6110 ευρώ (5470 ευρώ για όσους εγγραφούν πριν τις 31 Ιουλίου 2018), κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να απευθύνεται ανά πάσα στιγμή στο αρμόδιο προσωπικό του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου (μέσω της ιστοσελίδας του προγράμματος). Η δική μου προτροπή προς όσες και όσους θα ενδιαφέρονταν να φοιτήσουν στο πρόγραμμα είναι να δουν το θέμα των διδάκτρων σε συνάρτηση με το τι προσφέρει σε αντιστάθμισμα η ποιοτική και τεχνολογικά προηγμένη εξ αποστάσεως πανεπιστημιακή εκπαίδευση: εξοικονόμηση χρόνου, χρημάτων και ενέργειας που υπό άλλες συνθήκες θα διοχετεύονταν στις γεωγραφικές μετακινήσεις, μη εμπλοκή σε ενίοτε αμφιλεγόμενες, εξεταστικές διαδικασίες εισδοχής σε συμβατικά μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, καθώς και ένα υπερσύγχρονο, ψηφιακό ακαδημαϊκό περιβάλλον, απελευθερωμένο εξαρχής από όλες εκείνες τις εν Ελλάδι ιδιαιτερότητες, έναντι των οποίων η ψηφιακή εξ αποστάσεως εκπαίδευση συνιστά αυτή την στιγμή, καθώς φαίνεται, την μοναδική ουσιαστική εναλλακτική πρόταση.

Για μια πλήρη περιγραφή του Προγράμματος με όλες τις λεπτομέρειες για τις κατευθύνσεις, την αξιολόγηση και τη διαδικασία εγγραφών βλ. το παρακάτω αρχείο:

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;»: παρουσίαση στο «Μαζί το Σαββατοκύριακο» (27/01/2018)

Ιανουαρίου 28, 2018 Σχολιάστε

Το πρωί του Σαββάτου 27 Ιανουαρίου 2018 ο γράφων φιλοξενήθηκε στα στούντιο της ΕΡΤ, στην εκπομπή «Μαζί το Σαββατοκύριακο», για μια σύντομη συζήτηση σχετικά με το βιβλίο «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;». Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους παρουσιαστές της εκπομπής κ. Ε. Χάντζιου και κ. Γ. Σκάλκο, καθώς και την αρχισυντάκτρια κ. Χ. Ψαθά, για το ενδιαφέρον τους για το βιβλίο μου και την δυνατότητα της τηλεοπτικής αυτής παρουσίας. Ακολουθεί το βίντεο της εκπομπής, με την συνέντευξη του γράφοντος μεταξύ περίπου 2:24:05–2:30:55.

http://webtv.ert.gr/ert1/mazi-to-sk/27ian2018-mazi-to-savvatokyriako/

«Η Αυγή στην αυγή του πολιτισμού» (19/01/2018, βίντεο εκδήλωσης)

Ιανουαρίου 21, 2018 Σχολιάστε

Την Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018 πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο του Μουσείου της Ακρόπολης ημερίδα με τίτλο «Η Αυγή στην αυγή του πολιτισμού». Σκοπός της ημερίδας ήταν η παρουσίαση της ανάπλασης του προσώπου της «Αυγής», μιας 18χρονης γυναίκας που έζησε στην ύστερη Μεσολιθική περίοδο, περί το 7000 π.Χ., και της οποίας η ταφή βρέθηκε στο σπήλαιο της Θεόπετρας, κοντά στην Καλαμπάκα. Εμπνευστής του εγχειρήματος ήταν ο Μανώλης Παπαγρηγοράκης, καθηγητής της Ορθοδοντικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος πραγματοποίησε την ανάπλαση σε συνεργασία με ομάδα επιστημόνων διαφόρων ειδικοτήτων. Πρόκειται για το δεύτερο τέτοιο εγχείρημα που αναλαμβάνει ο Μ. Παπαγρηγοράκης, μετά από την ανασύνθεση του προσώπου της Μύρτιδος, του εντεκάχρονου κοριτσιού από την Αθήνα που πέθανε στον λοιμό του 5ου αιώνα π.Χ.

Για όσους προερχόμαστε από τον χώρο της προϊστορικής αρχαιολογίας, η ανάπλαση της Αυγής είναι σίγουρα πιο ενδιαφέρουσα ακόμη και από αυτήν της Μύρτιδος. Η Μύρτις έζησε σε μια περίοδο των ιστορικών χρόνων της αρχαιότητας, για την οποία υπάρχει και πλήθος άλλων εικονιστικών μαρτυριών. Αντιθέτως η Αυγή έζησε σε μια –με τα ως τώρα δεδομένα– ανεικονική περίοδο της προϊστορίας και, ως εκ τούτου, το αναπλασμένο πρόσωπό της συνιστά την πρώτη, ιδιαίτερη εικονιστική μαρτυρία της Μεσολιθικής Ελλάδας. Πρόκειται για ένα ξεχωριστό αρχαιολογικό εύρημα που, όπως και κάθε άλλο, ανασυντίθεται στο δικό μας παρόν και δημιουργεί τις δικές του προοπτικές και τους δικούς του ενδιαφέροντες θεωρητικούς προβληματισμούς. Ο γράφων συμμετείχε στην ημερίδα αναπτύσσοντας το θέμα: «Τι γλώσσα μιλούσε η Αυγή; Σκέψεις για τη γλωσσική πραγματικότητα της ύστερης Μεσολιθικής Εποχής στον ελλαδικό χώρο». Θα ήθελα και από αυτή την θέση να ευχαριστήσω θερμά τον Μ. Παπαγρηγοράκη για την πρόσκληση να συμμετάσχω στην ιδιαίτερα επιτυχή αυτή εκδήλωση. Ακολουθεί το βίντεο του μεγαλύτερου μέρους της εκδήλωσης, με την ομιλία του γράφοντος στο 54:24–1:10:15 και την αποκάλυψη της «Αυγής» να αρχίζει στο 1:19:40.

5 χρόνια «Πόθεν»

Δεκέμβριος 20, 2017 5 Σχόλια

Τον μήνα που διανύουμε συμπληρώνονται πέντε χρόνια από την έκδοση του βιβλίου «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;». Οι υπεύθυνες απαντήσεις της επιστήμης και η παρούσα κατάσταση της έρευνας για την πρώτη αρχή του ελληνικού πολιτισμού (1η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012). Από τότε μέχρι σήμερα το βιβλίο διέγραψε μια πορεία που υπερέβη κάθε αρχική προσδοκία: 6 ανατυπώσεις, περίπου 5000 πωληθέντα αντίτυπα, ένα βραβείο, μία κλοπή (!) αντιτύ­που, πολλές παρουσιάσεις και συναφείς ομιλίες, μια εξαιρετικά θετική πρόσληψη από το επιστημο­νικό, το ευρύτερο κοινό και τον τύπο, αλλά κυρίως η χαρά της γνωριμίας και επαφής με ένα πλήθος ανθρώπων· ιδίως με όσους συνδέθηκαν ευθύς εξαρχής μέσω ενός –χαρακτηριστικού σε αυτές τις περιπτώσεις– «κβαντικού εναγκαλισμού» (quantum entanglement) με το βαθύτερο μήκος κύματος του βιβλίου, με την επιστημονική και συγγραφική του προσέγγιση και με τους γενικότερους προ­βληματισμούς του.

Τα πέντε αυτά χρόνια υπήρξαν γεμάτα ιδιαίτερες στιγμές, ενδιαφέρουσες εμπειρίες και χρονικά συμπυκνωμένες εξελίξεις. Πολλά είναι τα πράγματα που έρχονται στην μνήμη, θα ήθελα όμως να ξεχωρίσω ένα. Ήταν Μάρτιος του 2013, όταν ο γράφων είχε προσκληθεί να μιλήσει για το βιβλίο στο Gazarte, στο πλαίσιο των συναντήσεων «Ένας λόγος παραπάνω» με την Λίνα Νικολακοπούλου και τον Μάκη Προβατά. Κατά την διάρκεια της συζήτησης με το κοινό, τον λόγο πήρε κάποια στιγ­μή ένας άνδρας που καθόταν στο πίσω μέρος της αίθουσας. Η ερώτησή του ήταν η εξής: «Ωραία εί­ναι όλα αυτά για την προϊστορία, αλλά τι μας ενδιαφέρουν εμάς σήμερα; Εδώ πριν από 60-70 χρόνια, την εποχή της γιαγιάς μου, παντρεύονταν ακόμα με προίκα και με προξενιό. Τι νόημα έχει τώρα να γυρνάμε χιλιάδες χρόνια πίσω;». Παρά το κάπως απαξιωτικό ύφος του, το ερώτημα αυτό ήταν κρίσιμης σημασίας, καθώς έθιγε ένα πολύ σημαντικό ζήτημα κοινωνικής ανθρωπολογίας. Πράγματι, τι νόημα μπορεί να έχει για εμάς σήμερα η αναζήτηση της προέλευσης του ελληνικού πολιτισμού στο μακρινό παρελθόν; Τι νόημα έχει αν δεν μπορεί να μεταφραστεί σε θεωρητικά πο­ρίσματα που να αγγίζουν και να ερμηνεύουν ό,τι μας περιβάλλει, μας καθορίζει και μας ταλαιπωρεί στο δικό μας παρόν; Η επιτυχία του βιβλίου οφείλεται αναμφίβολα σε μεγάλο βαθμό στον καίριο ρόλο που ακόμη παίζουν η αρχαιότητα και ο κλασικισμός στην συγκρότηση της νεοελληνικής εθνι­κής ταυτότητας. Αν ο νεώτερος ελληνισμός ανάγεται γραμμικά στον αρχαίο, τότε η προέλευση του δεύτερου σχετί­ζεται άμεσα με την ταυτότητα του πρώτου. Τι γίνεται όμως αν τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα από μια απλή, γραμμική αναγωγή; Τι γίνεται όταν η ιστορία και ο πολιτισμός κι­νούνται ενίοτε από δυνάμεις και διαδικασίες που υπερβαίνουν τα διάφορα αντικειμενιστικά σημεία αναφοράς της εκάστοτε έρευνας και αντίληψης, όπως είναι, για παράδειγμα, αυτό της γλώσσας; Τι απαντήσεις προσφέρει εν τέλει το βιβλίο στις συνειδητές και μη ταυτοτικές αγωνίες του αβέβαιου νεοελληνι­κού παρόντος;

Η απάντηση είναι πως το βιβλίο αυτό υπήρξε ευθύς εξαρχής κομμάτι ενός ευρύτερου σχεδίου. Ενός σχεδίου που επίσης ευθύς εξαρχής βρέθηκε σε μια ιδιότυπη διαλεκτική σχέση με τις εξωτερι­κές συνθήκες της υλοποίησής του. Οι εξωτερικές αυτές συνθήκες, της εργασιακής και βιοποριστι­κής αβεβαιότητας που συνεπάγεται η συνειδητή παραμονή στην Ελλάδα της κρίσης, αποτέλεσαν, δηλαδή, και συνεχίζουν να αποτελούν ταυτόχρονα τροχοπέδη και τροφοδότη του ερευνητικού αυ­τού εγχειρήματος. Ό,τι σε εμποδίζει να λειτουργήσεις ως ερευνητής και ως άνθρωπος με τον τρόπο που θα ήθελες, είναι ταυτόχρονα αυτό ακριβώς που σου επιβάλλει να αναζητήσεις τις βαθύτερες απαντήσεις στα θεμελιώδη «γιατί;». Είναι βεβαίως αλήθεια ότι η διαδρομή από την αρχική ερώτη­ση («Πόθεν;») ως την τελική απάντηση μπορεί να είναι δύσκολη, αβέβαιη, ενδεχομένως και άκαρ­πη. Κάτι που όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι άνευ σημασίας, διότι η διαδρομή αυτή είναι απλώς απαραίτητη…

Το ευρύτερο σχέδιο, για το οποίο έγινε λόγος, ήταν αναγκαίο να πιάσει το νήμα από τις απαρχές, να θέσει τα βασικά ερωτήματα και τις μεθοδολογικές αρχές της συγκεκριμένης έρευνας, καθι­στώντας ταυτόχρονα σαφές πόσο σύνθετη, πολυεπίπεδη και διεπιστημονική είναι αυτή η αναζήτη­ση. Ήταν επίσης σημαντικό να κα­ταδειχθεί ότι, όπως πολύ εύστοχα σημείωσε η Μ. Τοπάλη, «η προϊστορία και η προϊστορική αρ­χαιολογία διεκδικούν […] με αξιώσεις μερίδιο από τα σκήπτρα της μονοκρατορίας των κλασικών ομολόγων τους στα σύγχρονα ελληνικά συμφραζόμενα». Πράγματι, ένας βασικός σκοπός του πα­ρόντος ερευνητικού εγχειρήματος είναι να αντιτάξει στο εν πολλοίς ακόμη κυρίαρχο κλασικιστικό «παράδειγμα» το αντίπαλον δέος της πιο ανθρωπολογικής, κουλτου­ραλιστικής και γενικότερα θεω­ρητικής προσέγγισης που διακρίνει την προϊστορική έρευνα. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, σε λίγους μήνες θα μπορέσει να υλοποιηθεί η επόμενη φάση του σχεδίου: ένα σημαντικό ενδιάμεσο βήμα περαιτέρω προλείανσης του θεωρητικού εδάφους για ό,τι πρόκειται ενδεχομένως να ακολου­θήσει.

Προς το παρόν, με αφορμή τα πέντε χρόνια από την πρώτη έκδοση του βιβλίου, δημοσιοποιούμε σήμερα το βίντεο της κεντρικής του παρουσίασης που έγινε την Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013 στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών. Το βιβλίο και τον συγγραφέα του τίμησαν ως βασικοί ομιλητές με τις εισηγήσεις τους ο Ομότιμος Καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Πανεπι­στημίου Αθηνών κ. Χρί­στος Ντούμας και ο Δρ. Αρχαίας Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου Βαγ­γέλης Πανταζής. Τα πράγ­ματα ήρθαν έτσι, ώστε η δημοσιοποίηση του βίντεο να γίνει λίγους μήνες αφότου ο Β. Πανταζής έφυγε από κοντά μας. Αποτελεί, κατά συνέπεια, έναν ακόμη φόρο τιμής στον αγαπημένο φίλο, ο οποίος ίσως γνωρίζει πλέον καλύτερα από όλους μας αν όσα γράφονται στο βιβλίο έχουν εν τέλει την οποιαδήποτε σχέση με την πραγματικότητα της προϊστορίας. Η βιντεοσκόπηση της εκδήλωσης έγινε από τον καλό φίλο Γιάννη Φαλκώνη, τον οποίο ευχαριστώ θερμά και από εδώ.