Η σημασία των ανθρωπιστικών σπουδών σήμερα

Απριλίου 13, 2014 1 Σχολιο
Του Παναγιώτη Ξανθόπουλου
Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας
Paris VIII Vincennes St Denis

 

Στη μνήμη του Jacques Le Goff

 

Τελικά οι Αθηναίοι είχαν δίκιο. Ο Σωκράτης πράγματι διέφθειρε τους νέους και έδειξε ασέβεια προς τους θεούς. Μόνο που δεν το έπραξε μόνο τότε, μα για πάντα, εισάγοντας το θεό της αμφισβήτησης, το θεό της φιλοσοφίας. Ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς τους νέους…Στις μέρες μας, ωστόσο, όποιος ασχολείται με τις ανθρωπιστικές σπουδές βιώνει καθημερινά την απαξίωση και τίθεται σε επιφυλακή, αναγκαζόμενος συνεχώς να δικαιολογεί τον ακαδημαϊκό του προσανατολισμό, αν δεν έχει ήδη υποκύψει στην αυτολύπηση και δεν έχει πειστεί για την αχρηστία και την ματαιότητά τους. Ποια είναι εντέλει η σημασία των ανθρωπιστικών σπουδών σήμερα και γιατί διαπιστώνεται αυτή η απαξίωση; Στο κείμενο που ακολουθεί θα θιγούν σύντομα ορισμένα επιστημολογικά ζητήματα που άπτονται της σημασίας και της βάσιμης όσο και αβάσιμης απαξίωσης των επιστημών του ανθρώπου.

Πριν απ’ όλα ένας γενικός ορισμός. Θεωρώ κοινωνικό επιστήμονα αυτόν που ασχολείται σε οποιαδήποτε ειδίκευση με τις σχέσεις των ανθρώπων, διευρύνοντας έτσι τη φράση του Μ. Bloch για τον ιστορικό: ο κοινωνικός επιστήμονας είναι σαν τον δράκο των παραμυθιών, πηγαίνει όπου υπάρχει ανθρώπινο αίμα.

Η σημασία των ανθρωπιστικών επιστημών σήμερα

Συνομιλητής μας σε τρυφερή στιγμή με τις ιδέες του

Α) Αν θελήσουμε να κρίνουμε τη σημασία των ανθρωπιστικών επιστημών θα πρέπει να κάνουμε λόγο για τρεις αλληλοσυνδεόμενους στόχους: 1) τη δημιουργία ταυτότητας, 2) την απομυθοποίηση των εξουσιαστικών/εκμεταλλευτικών σχέσεων, 3) τη συμβολή στην πολιτική δράση.

1) Ποιοι είμαστε; Σε αυτό το αγωνιώδες υπαρξιακό ερώτημα η συμβολή των κοινωνικών επιστημών κρίνεται ουσιώδης. Η αντίληψη του εαυτού, όπως και των ομάδων υπαγωγής μας (μικρών, όπως η οικογένεια, το επάγγελμα ή ευρύτερων στο χώρο και το χρόνο, όπως το έθνος, το κράτος ή συστήματα κρατών), μπορούν να διευρυνθούν και να βελτιωθούν, αν ασχοληθούμε με τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Στην ουσία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ούτε ένα κοινωνικό βήμα χωρίς κάποια ιδέα που να το πλαισιώνει. Κοινωνικό λόγο, φυσικά, δημιουργεί το σύνολο της κοινωνίας, όμως ο λόγος αυτός είναι μη επεξεργασμένος, δηλαδή δεν διαθέτει αντικείμενο, θεωρία και μέθοδο. Και τις ιδέες αυτές δεν τις κατέχουμε μόνο, αλλά μας κατέχουν, ελέγχοντας πλήθος δραστηριοτήτων καθημερινών ή και έκτακτων, δημιουργώντας αγκυλώσεις, δογματισμούς και μονολιθικές προσεγγίσεις.

Η ανάγκη να ανήκουμε κάπου είναι, μάλιστα, τόσο ισχυρή, που αναζητούμε διαρκώς τη φαντασιακή ένταξή μας, γνωρίζοντας τις ομάδες που μας περιβάλλουν. Είμαστε φύσει περίεργοι και θέτουμε συνέχεια ερωτήματα, προσπαθώντας να κατανοήσουμε/ερμηνεύσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους. Σε μερικούς φαντάζει γοητευτική η ανακάλυψη του διαφορετικού, των πολιτισμών, της ιστορίας, ίσως γιατί με τη σύγκριση αυτή βλέπουν τον εαυτό τους πιο καθαρά, αφού διακρίνουν τις ομοιότητες και τις διαφορές. Οι συναρπαστικές περιγραφές, οι κοινωνιολογικές αναλύσεις μας παρουσιάζουν τις πολλαπλές όψεις που μπορεί να λάβουν οι ανθρώπινες σχέσεις, υποδεικνύοντας εναλλακτικές πορείες μέσα στη γενικότητα του ανθρώπινου όντος. Και τότε ορισμένοι μιμούνται, παίρνοντας ως παράδειγμα τη συμπεριφορά άλλων, χτίζουν με άλλα λόγια την ταυτότητά τους μέσα από τους άλλους. Άλλοι, βέβαια, απλά αγαπούν την αναζήτηση. Για να γίνει, εντούτοις, εφικτή με σωστούς όρους η ταυτότητα αυτή χρειάζεται αναμφίβολα να εισέλθει κανείς σε μια επίπονη και μακροχρόνια διαδικασία αναγνώρισης και αποστασιοποίησης από τα συμφέροντα του εαυτού του, της τάξης, του επαγγέλματος, του κόμματος, του έθνους, της εποχής του, έτσι ώστε να μπορέσει να δει με ακρίβεια και «αντικειμενικότητα», να μπορέσει με άλλα λόγια να προσεγγίσει την πραγματικότητα νηφάλιος.

Η επιστήμη είναι, επομένως, μια δυνατότητα ανάμεσα σε άλλες στις ανθρώπινες κοινωνίες, μια δύσκολη πορεία. Αυτό, βέβαια, δεν υπονοεί ότι κάποιος θα μεταμορφωθεί σε ένα ορθολογιστικό ον/καρικατούρα, το οποίο δύναται να υπερβεί τα ανθρώπινα πάθη ή τις κοινωνικές σχέσεις του. Ο τελείως ορθολογικός άνθρωπος είναι, ας το παραδεχτούμε, σαφώς παράλογος. Αντίθετα, κατανόηση του ανθρώπου μέσα στη σύνθετη βιολογική, ψυχολογική και πολιτισμική διάστασή του είναι ένας στόχος που οφείλει να περιλαμβάνει τον ανορθολογισμό, εκτός κι αν αφαιρέσουμε όλα τα ενεργά του στοιχεία, τη χαρά, τη λύπη, τον ενθουσιασμό, την πονηριά, την κακία, την ξεκάθαρη ανοησία που μας περιτριγυρίζει (ή που βρίσκεται μέσα μας). Ταυτόχρονα, δηλαδή, με μια εξωτερική ορθολογική ή μη ερμηνεία είναι αναγκαία και μια εσωτερική κατανόηση των συχνά ανορθολογικών προσανατολισμών των ατόμων. Επιπρόσθετα, η άγνοια, ας μην το ξεχνάμε, είναι μια ψυχοφθόρα διαδικασία και οι κοινωνικές επιστήμες μπορούν να προσφέρουν, ίσως με περισσότερη επιτυχία, τη γαλήνη μιας απάντησης (σε σχέση με αστρολόγους, γκουρού, πρώην ναυπηγούς…). Έναν καθρέφτη φέρνουν, λοιπόν, οι κοινωνικές επιστήμες ενώπιόν μας, έναν καθρέφτη όμως σίγουρα για πάντα θαμπό.

2) Όπως είπαμε παραπάνω, είναι φυσικό και εύλογο όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες να δημιουργούν λόγους (προφορικούς και γραπτούς, με συνοχή ή μη) για την κοινωνία, όμως ο λόγος αυτός συχνά εμπλέκεται μέσα στις υφιστάμενες εξουσιαστικές σχέσεις, είναι δηλαδή «φυσικοποιημένος». Ένας δεύτερος, επομένως, στόχος του κοινωνικού επιστήμονα είναι η απομυθοποίηση του κοινωνικού κόσμου, δηλαδή η διατύπωση προτάσεων, οι οποίες αποκαλύπτουν την εκμεταλλευτική όψη των σχέσεων. Στην ουσία, δεν μπορεί να αναγνωριστεί καμία άλλη σχολή κοινωνικών επιστημών εκτός από την κριτική, γεγονός που περιλαμβάνει και την κριτική σε θεωρίες που επιθυμούν να λογαριάζονται ως κριτικές.

«Όχι στην αυθόρμητη κοινωνιολογία», τόνιζε ο Μπουρντιέ και θα προσέθετα επίσης, όχι στην «κοινή λογική» (η οποία δεν είναι και τόσο κοινή τελικά), όχι στον πρακτικό λόγο, που «φυσικοποιεί» τις ανθρώπινες σχέσεις. Πόσες φορές άραγε, έχει ο καθένας μας άρρητα ανεχτεί ή συμβιβαστεί με τέτοιες απόψεις; Απόψεις που συνδέονται με φόβο ή δικαιολόγηση ενάντια σε ισχυρούς, πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες, σε φορείς ιδεολογίας (αυθεντίες), παραδοσιακής και σύγχρονης, στρεβλώνοντας με τον τρόπο αυτό την κρίση του για τα πράγματα. Όταν ασχολείται κανείς με τις επιστήμες του ανθρώπου, μαθαίνει ακριβώς να λαμβάνει αποστάσεις από την πραγματικότητα που του παραδίδεται. Αντιλαμβάνεται τα συμφέροντα/άρρητες απόψεις που του έχουν μεταφερθεί από τρίτους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Προσεγγίζει έτσι την πολύμορφη πραγματικότητα χωρίς να την ακρωτηριάζει, χωρίς να τη χειραγωγεί για να υποστηρίξει πάση θυσία τις απόψεις του ή τις απόψεις των άλλων. Καταλαβαίνει πότε υφίσταται εκμετάλλευση.

Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει κοινωνία χωρίς προβλήματα, θέλει χρόνο, προσπάθεια και εξειδίκευση η συνειδητοποίηση των προβλημάτων και η σωστή τους θέαση. Οι ομάδες, τόσο στη διομαδική σχέση κυριαρχίας όσο και στην ενδοομαδική ατομική πίεση, τείνουν προς συναίνεση/κομφορμισμό και, αν θέλει κάποιος να δει καθαρά, οφείλει να αποστασιοποιηθεί από αυτές, να ασκήσει κριτική και έλεγχο στις παραδοχές τους. Η συγκάλυψη είναι μια διαρκής κοινωνική σταθερά, η οποία καλλιεργεί μύθους για τις υφιστάμενες σχέσεις. Ας θυμηθούμε λίγο την δικαιολόγηση της δουλείας από τον Αριστοτέλη και την αναίρεσή της από τους σοφιστές (Αντιφώντας) ή τη νόμιμη ανισότητα στις εργασιακές σχέσεις, με κατώτατα στελέχη επιχειρήσεων να ταυτίζονται με τους ιδιοκτήτες, τους πολίτες που θεωρούν κοινά τα συμφέροντα με τους πολιτικούς, με το κόμμα, κράτη που πιστεύουν ότι οι διακρατικές σχέσεις/ενώσεις γίνονται για την προώθηση κοινών διακρατικών συμφερόντων ή γυναίκες που αποδέχονται τη «φυσική» τους κατωτερότητα, νέους με εγκεφάλους στη φορμόλη που αναπαράγουν άκριτα ό,τι τους είπαν οι γονείς τους…

Η αποσιώπηση των κοινωνικών σχέσεων δεν στρέφεται μόνο εναντίον αυτών που ήδη υπάρχουν ή μελετούνται, αλλά εξαφανίζει από το προσκήνιο της ιστορίας ολόκληρες ομάδες, οι οποίες δεν συμφέρει, ή δεν αρέσει να έχουν φωνή. Με τον τρόπο αυτό για αιώνες καταγράφηκε η ιστορία των μεγάλων ανδρών και των μαχών. Αντίθετα οι αγρότες, η πλειοψηφία του πληθυσμού, δεν είχε τεθεί καν ως αντικείμενο, πόσο μάλλον οι αγρότισσες, η πλειοψηφία αυτής της πλειοψηφίας. Ομοίως δεν τέθηκαν στο επίκεντρο οι περιθωριακοί, οι Αφρικανοί, τα παιδιά, οι άνθρωποι με ψυχικά νοσήματα, οι λεπροί, οι κατάδικοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι ερωτευμένοι. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες ακριβώς τις στιγμές εκείνες οφείλουν να δυναμώνουν τις φωνές τους για μια μη εκμεταλλευτική πρακτική, μια δεοντολογία που να σέβεται τόσο την ισότητα των ατόμων, των ομάδων, των κοινωνιών. Είναι απαραίτητο να εισάγουν έναν κώδικα που να θέτει ως αρχή τους τον άνθρωπο και τη βελτίωση των όρων ύπαρξής του.

Οι κοινωνικές επιστήμες, όπως γενικότερα οι επιστήμες, για να επιτελέσουν την κριτική τους λειτουργία στηρίζονται στον λογικό και τον εμπειρικό έλεγχο (δεν λαμβάνω υπόψη μου την αρνητική και θετική συμβολή των μεταμοντέρνων στο σημείο αυτό). Εισαγόμαστε έτσι σε ένα σύμπαν συνεκτικών υποθέσεων (θετικών ή αρνητικών), οι οποίες πρέπει να υποστηριχτούν/επαληθευτούν/διαψευστούν. Δεν υπάρχει, βέβαια, θεωρία που να μην διαθέτει ορισμένα δεδομένα, έστω χειραγωγημένα, δεν υπάρχουν δεδομένα που να μην είναι διαβρωμένα/«μολυσμένα» από θεωρία. Η καθαρή θεωρία είναι μεταφυσικό όνειρο και τα καθαρά δεδομένα όνειρο απόκρυψης από τους απολογητές του εκάστοτε κοινωνικού συστήματος.

3) Πώς μπορεί να δράσει κανείς, αν δεν διαθέτει ερμηνευτικές προσπάθειες ειδικών στην κοινωνία; Αυτό αποτελεί μια άλλη βασική υπόθεση των ανθρωπιστικών σπουδών. Για να μπορέσουμε να δράσουμε σε μια κοινωνία, να την μεταμορφώσουμε μετατρέποντας τους προσανατολισμούς της, πρέπει πρώτα να τη μελετήσουμε, να τη δούμε στις οριοθετήσεις της. Είναι σκόπιμο, επομένως, πρώτα να μάθουμε να βλέπουμε για να μπορέσουμε να λύσουμε τα προβλήματα, συχνά παραδειγματιζόμενοι από άλλες κοινωνίες, από την ιστορία. Διαφορετικά είναι πιθανό οι στόχοι να είναι μπροστά μας, αλλά εμείς τυφλοί να ξοδεύουμε τα βέλη μας δεξιά κι αριστερά, θεωρώντας πως έτσι καταφέρνουμε το σκοπούμενο. Χρειάζεται, άρα, να δημιουργήσουμε τις συνθήκες εκείνες, μέσα στις οποίες θέλουμε να ζήσουμε, χωρίς βέβαια να οδηγηθούμε στον κοινωνικό αυτοματισμό, στην άποψη δηλαδή που απλοποιεί τις πολύπλοκες ανθρώπινες σχέσεις και τις παρομοιάζει με μια μηχανή (π.χ. αν εισάγει κανείς το Α, θα οδηγηθεί οπωσδήποτε στο Β).

Είμαστε, ευτυχώς και δυστυχώς, σχετικά απρόβλεπτα όντα και δεν γνωρίζουμε ακριβώς πώς θα συμπεριφερθούμε στις διάφορες καταστάσεις. Ενθουσιαζόμαστε, λυπόμαστε, αγαπάμε και μισούμε, αμφισβητούμε όπως ακολουθούμε κανόνες και κάνουμε αυτό που μας λένε. Ίσως οι ανθρωπιστικές σπουδές να είναι ένα υπερπολύπλοκο τμήμα των επιστημών, εφόσον η ανθρώπινη δράση ενέχει μόνιμα το στοιχείο της ακαθοριστίας, της βούλησης, είναι ανοιχτή στην καινοτομία, δημιουργώντας αδιάκοπα την ιστορία, τις πάμπολλες μορφές ύπαρξης του κοινωνικού. Διαφορετικά, θα έπρεπε να ζούσαμε αενάως υπό τις ίδιες πρώτες συνθήκες. Στο σημείο αυτό κρύβεται και μια μεγάλη διαφορά με τις θετικές επιστήμες: οι επιστήμες του ανθρώπου ποτέ δεν θα μπορέσουν να ενώσουν την ερμηνεία της κοινωνίας με αυτό που θέλουν να είναι η κοινωνία, δηλαδή η μετατροπή της. Αν σε μια κοινωνία υπάρχουν πάγιες αιτίες για τη δημιουργία και αναπαραγωγή ενός φαινομένου, πώς μπορούμε να τις αλλάξουμε; Ωστόσο, έχοντας επίγνωση ότι ζούμε σ’ έναν ατελή κόσμο, θα λέγαμε πως μια ερμηνεία που διαθέτει θεωρία και μέθοδο είναι καλύτερη από την «φυσική» ερμηνεία. Αυτή η διατύπωση προτάσεων είναι, επομένως, συμβολή στον αναπροσανατολισμό των κοινωνιών, στην οριοθέτηση στόχων, στην πολιτική δράση. Ας μην λησμονούμε ότι η ιδεολογική συγκρότηση των κομμάτων συνδέεται με απόψεις υπέρ ή κατά κοινωνιολόγων και οικονομολόγων, επομένως οι ιδέες αυτές επηρεάζουν βαθιά την κοινωνική μας ύπαρξη. Για αυτό και έχει μεγάλη σημασία να τις ελέγχουμε διαρκώς.

Β) Στο δεύτερο αυτό μέρος θα ασχοληθώ με την βάσιμη και μη βάσιμη απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών:

1) Η απαξίωση συνδέεται με την ίδια τη φύση του αντικειμένου, και είναι βάσιμη στο βαθμό που σχετίζεται με τη δύσκολη διάκριση υποκειμένου/αντικειμένου (άνθρωποι μελετούν ανθρώπους), δομής/δράσης, την ποιοτικά ετερογενή φύση των κοινωνιών στο χώρο και το χρόνο, την απουσία συμφωνίας στην γενική ορολογία της κοινωνίας, τη μάχη ανάμεσα στα διάφορα θεωρητικά παραδείγματα, τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό, την εννοιολογική σύλληψη της αδιάκοπης αλλαγής συνθηκών, δηλαδή τη μη επαναληψιμότητα, τη μη πρόβλεψη, έννοιες οι οποίες αποτελούν βασικά στοιχεία της κλασικής επιστημονικής σκέψης. Αν οι συνθήκες των κοινωνιών μεταβάλλονται διαρκώς, πώς μπορεί κανείς να διατυπώσει νόμους; Πως μπορεί να έχει βεβαιότητα στις κρίσεις του; Οι λύσεις που δόθηκαν ποικίλουν. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σταθώ μόνο σε δύο: i) τη νέα πολύπλοκη επιστήμη και ii) τη μαγική σκέψη. i) Ενσωμάτωση μέσω αλλαγής επιστημολογικού παραδείγματος, scienza nuova. Οι κοινωνικές επιστήμες ενδεχομένως οδηγούν σε μια αναθεώρηση επιστημολογικών αρχών, προσπαθώντας να υπερβούν το δομισμό, ενσωματώνοντας πολύπλοκες αρχές μη γραμμικότητας αιτίας/αποτελέσματος στις σχέσεις, την ολογραμματική αντίληψη ατόμου/συνόλου, την ενσωμάτωση της αντιφατικότητας ως αρχής ανάδυσης νέων ποιοτήτων, την κατανόηση με ορθολογικό τρόπο του παράλογου. ii) Απόρριψη από το κλασικό επιστημολογικό υπόδειγμα. Οι κοινωνικές επιστήμες δεν είναι παρά ένα είδος μαγικής σκέψης, χωρίς επιστημολογικές αρχές, η οποία εξωθεί τα άτομα να συμπεριφέρονται παράλογα, οδηγώντας τα σε λάθος επιλογές, στον ίδιο το θάνατο. Στο βαθμό που δεν τηρούνται οι κλασικές αρχές των επιστημών (βλ. πιο πάνω), τότε οι κοινωνικές επιστήμες συνιστούν ένα λογοτεχνικό είδος, γλαφυρό και ενδιαφέρον, αλλά χωρίς ακρίβεια. Η επιλογή ανάμεσα στις δύο λύσεις θα καθορίσει και την μελλοντική διαδρομή των κοινωνικών επιστημών.

2) Η αβάσιμη απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών συνδέεται με την αποσιώπηση/συγκάλυψη του λειτουργισμού ως κυρίαρχου υποδείγματος στις αγγλοσαξονικές χώρες, οι οποίες ελέγχουν τις τεχνολογίες διάδοσης πληροφορίας (διαδίκτυο, έντυπα, εμπορικά δίκτυα), όπως και την παγκόσμια βιομηχανία θεάματος (κινηματογράφος, μουσική). Με αυτά τα ιδεολογικά δίκτυα διαδίδονται απόψεις, οι οποίες εκλαμβάνουν την κοινωνία ως ένα σώμα που λειτουργεί σε κατάσταση ισορροπίας και η αμφισβήτηση ή σύγκρουση νοείται ως παρέκκλιση, αταξία, ως κάτι το ξεκάθαρα αρνητικό, το οποίο οφείλει να εξαλειφθεί άμεσα. Μέσα στα πλαίσια αυτά οι κοινωνικές επιστήμες υποτιμούνται, καθότι δεν συμφέρουν. Είναι, άραγε, τυχαίο το ότι οι χώρες, πάνω στις οποίες στηρίχτηκε το κλασικό μοντέλο του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, θεωρούν τον Μαρξ ηλίθιο (και χωρίς να κρίνω τον εαυτό μου μαρξοβλαβή);

Συγχρόνως με τον λειτουργισμό, πρόβλημα εντοπίζεται και στον θετικισμό, τη μίμηση δηλαδή υποθέσεων, μεθόδων από τις πιο προωθημένες και ακριβείς θετικές επιστήμες, με την άκριτη εφαρμογή τους σε ένα διαφορετικό πλαίσιο υποθέσεων. Με τον τρόπο αυτό ποσοτικοποιούνται οι συμπεριφορές, υπερισχύει το μοντέλο του ορθολογικού ανθρώπου, η μεγιστοποίηση, το κέρδος ως φυσικό κίνητρο των ατόμων, οι καμπύλες προσφοράς και ζήτησης…Άσχετα αν μέσα στα πλαίσια αυτά τα ερωτήματα είναι προφανή και κοινότοπα ή οι σχέσεις ανιστορικές και ακοινωνικές ή, τέλος, η ανάπτυξη μια διαδικασία που, αν ακολουθηθούν ορισμένα στάδια/πολιτικές, βέβαιη. Υποβαθμίζοντας έτσι το πρόβλημα της εννοιολογικής συγκρότησης της πραγματικότητας, η κοινωνία καθίσταται απροσπέλαστη. Οι κοινωνικές επιστήμες, πρέπει να το τονίσουμε, διψούν για νέες έννοιες και όχι την αναπαραγωγή/αναπλαισίωση/μεταφορά ήδη υπαρχόντων εννοιών. Είναι, επίσης, προφανές ότι στις περιπτώσεις αυτές απουσιάζει οποιαδήποτε έννοια δεοντολογίας, ο ασχολούμενος με τα ανθρώπινα είναι λογικό να αγωνίζεται για να φέρει μια υπόθεση στα μέτρα του, να «τακτοποιεί» την πραγματικότητα σύμφωνα με τα συμφέροντά του.

Η υποτίμηση των ανθρωπιστικών σπουδών ίσως τελικά ταυτίζεται με την άρνηση να κατανοήσει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό, τους συνανθρώπους του, θεωρώντας μάλλον εξωγήινους αυτούς που ασχολούνται με τις θετικές επιστήμες. Η επιστήμη είναι μια ανθρώπινη και κοινωνική υπόθεση, δεν παρατηρείται εξάλλου σε όλες τις κοινωνίες. Για το σκοπό αυτό χρειαζόμαστε τόσο ειδικούς, δηλαδή ειδικές γνώσεις, όσο και γενικές, γιατί η μη σύνδεση με το όλον της κοινωνίας αποβαίνει προβληματική, εφόσον είναι αδύνατον να τεμαχιστεί το αντικείμενο μελέτης, άσχετα αν διατηρείται μεθοδολογικά. Αυτή η αποκοπή, ο τεμαχισμός, θα πρέπει να αίρεται για να μπορέσει να αποκτήσει κανείς μια περισσότερο συνολιστική, ευρύτερη οπτική.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι οι κοινωνικές επιστήμες συμβάλλουν στην δημιουργία ταυτότητας, στην απομυθοποίηση των σχέσεων και στην πολιτική δράση, αν και βάσιμα και αβάσιμα αμφισβητήθηκε ο ρόλος τους αυτός. Ποια η σημασία, όμως, όλων των παραπάνω απόψεων για την παρούσα συγκυρία στην Ελλάδα; Είναι ίδιοι οι προβληματισμοί των χωρών του κέντρου με αυτών της περιφέρειας; Αυτά, όμως, θα ήταν θέματα για επόμενη ανάρτηση. Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ σε μια εμπειρία μου στο Παρίσι. Κάποιο βράδυ είχα γνωριστεί με μια φοιτήτρια φιλοσοφίας και συζητώντας της είχα δηλώσει ως ανθρωπολόγος: «εσείς είστε για μας αντικείμενο», για να λάβω την εξής αποστομωτική απάντηση: «μα κι εσείς είστε αντικείμενο». Ας μάθουμε, λοιπόν, να σκεφτόμαστε πάνω στη σκέψη μας!

 

 

Κατηγορίες:Ανθρωπολογικά

Η εξέλιξη των Ελλήνων (συνέντευξη στο περιοδικό «Φαινόμενα» του Ελεύθερου Τύπου, 22/03/2014)

Το Σάββατο 22 Μαρτίου 2014 δημοσιεύτηκε στο τεύχος 170 του περιοδικού «Φαινόμενα» (ένθετου του Ελεύθερου Τύπου) συνέντευξη του γράφοντος με τίτλο «Η εξέλιξη των Ελλήνων». Το συγκεκριμένο θεματικό τεύχος έχει τίτλο «Τι κρύβει το ελληνικό DNA;» και εκτός από την συνεισφορά του γράφοντος φιλοξενεί, επίσης, μια συνέντεξη του καθηγητή Γενετικής Κ. Τριανταφυλλίδη, καθώς και ένα κείμενο του καθηγητή Ιστορίας Α. Βακαλόπουλου. Από την θέση αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω τον αρχισυντάκτη του περιοδικού «Φαινόμενα» κ. Μ. Παπαγεωργίου, καθώς και την δημοσιογράφο κ. Θ. Καρούτα για την πρόσκληση και την φιλοξενία των απόψεών μου στο περιοδικό. Στο πλαίσιο της συνέντευξης (την οποία μπορεί να διαβάσει κανείς κάνοντας κλικ στην εικόνα του εξωφύλλου που ακολουθεί) τονίζονται κάποιες από τις βασικές παραμέτρους της προσέγγισης του γράφοντος όσον αφορά την σχέση γενετικής και πολιτισμού, όπως αυτές έχουν παρουσιαστεί αναλυτικά και στο σχετικό κεφάλαιο του «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» (κεφ. VIII.2., Η «αρχαιολογία των κυττάρων»: πληθυσμιακή γενετική, σελ. 459-503). Σε αυτές ανήκουν η έμφαση στην αναλυτική διάκριση μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών περιγραφής των κοινωνιών που δεν ταυτίζονται απαραιτήτως (π.χ. της γλωσσικής, της εθνικής, της γενετικής), ο σχετικός χαρακτήρας των εννοιών της «αυτοχθονίας» και της εξωγενούς επιρροής, καθώς και η αντίληψη του πολιτισμού ως ενός δυναμικά εξελισσόμενου συστήματος με γραμμές τόσο συνέχειας όσο και ασυνέχειας. Θίγεται, επίσης, το ζήτημα της διαμόρφωσης της νεοελληνικής εθνικής συνείδησης και η στενή της σύνδεση με το κλασικιστικό πνεύμα του 19ου αιώνα, του νεοελληνικού διαφωτισμού και του φιλελληνισμού.

Phenomena-1

Εχθρός εντός των τειχών

Μαρτίου 11, 2014 3 σχόλια

Του Παναγιώτη Ξανθόπουλου
Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας
Paris VIII Vincennes St Denis

Έρημος εντός των τειχών

Λίγα λόγια για την μοναξιά

Λίγο ως πολύ τα έχουμε ακούσει όλοι : «Ο Α. είναι μόνος του καιρό», «η Κ. δεν βρίσκει κανένα», «οι γονείς του Π. δεν κοιμούνται μαζί, μένουν όμως στο ίδιο σπίτι», «όταν βγαίνουμε έξω για καφέ, κοιτάζουμε και οι δύο έξω από το παράθυρο χωρίς να μιλάμε», «το τηλέφωνο δεν χτυπάει ποτέ», «η γιαγιά βλέπει όλη μέρα τηλεόραση», «δεν επικοινωνώ με τους γονείς μου». Τα τελευταία χρόνια δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει, στο κοντινό ή/και ευρύτερο περιβάλλον του, την αύξηση ατόμων και των δύο φύλων, που αδυνατούν να διαμορφώσουν σχέσεις συντροφικές, φιλικές και ερωτικές. Τι συμβαίνει;

Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι ειδικά για τις ερωτικές επαφές. Σύμφωνα με στατιστική της Εταιρείας Μελέτης της Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας (ΕΜΑΣ) σχεδόν 7 στις 10 γυναίκες είναι μόνες, συνάπτοντας περιστασιακές ερωτικές σχέσεις. Το 75% του δείγματος βρίσκεται σε ηλικία 25-34 χρόνων, με το 60% να καταφεύγει στην αυτοϊκανοποίηση. Το 22,4% δεν έχει κάνει σεξ από έξι μήνες έως ένα χρόνο και το 17,4% απέχει από την ερωτική συνεύρεση από ένα έως δύο χρόνια. Η έρευνα αυτή αλλά και ευρύτερες εμπειρικές παρατηρήσεις θέτουν σημαντικά συλλογικά και προσωπικά ζητήματα (και χωρίς την προϋπόθεση ότι υπάρχει ένα μοντέλο φίλων, συντρόφων, οικογένειας), όπως η δραματική μείωση του αριθμού των γεννήσεων, αισθήματα μοναξιάς, περιθωριοποίησης, μελαγχολίας, κατάθλιψης. Πού όμως εδράζεται η συμπεριφορά αυτή; Πώς μπορεί να προσεγγιστεί η αδυναμία σύναψης σχέσεων; Γιατί μοιάζει με έρημο η ζωή μέσα στις πόλεις;

Στη συνέχεια θα γίνει προσπάθεια να ομαδοποιηθούν ορισμένες ερμηνευτικές προσπάθειες (σίγουρα απλουστευτικές, σχηματοποιημένες και υπό έλεγχο), οι οποίες σχετίζονται αφενός με γενικότερες διεθνείς τάσεις και αφετέρου με την ειδικότητα των ελληνικών ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών. Στο τέλος θα γίνουν ορισμένες προτάσεις επίλυσης του ακανθώδους αυτού προβλήματος.

Stasou

Στάσου! Έχω και διδακτορικό!

1) Μια κοινωνία άρρωστη από «άνοδο». Το σοκ των μικροκοινωνιών.

Αν υποθέσουμε ότι η αστικοποίηση στην Ελλάδα είναι αποτέλεσμα τριών περίπου γενεών, θα κάναμε λόγο για ένα είδος πολιτισμικού σοκ στο χρόνο και στο χώρο. Οι τρεις γενιές που διαβιούν τώρα στις πόλεις βρίσκονται σε κατάσταση σοκ κάθε φορά που προσπαθούν να συνεννοηθούν. Αυτό αφορά τους προσανατολισμούς γενικότερα αλλά και ειδικότερα στην επιλογή και την καθημερινότητα με έναν σύντροφο, φίλο. Ο αστικός χώρος με τη δημιουργία απρόσωπων σχέσεων (ποιος ξέρει, όχι τους ανθρώπους της γειτονιάς, αλλά της πολυκατοικίας του;), βασισμένων όχι πια τόσο σε τοπικές και συγγενικές σχέσεις (στις ελληνικές πόλεις, βέβαια, έγινε προσπάθεια διατήρησης ως ένα βαθμό των σχέσεων αυτών), δημιουργούσε προοδευτικά μια νέα πραγματικότητα, έναν κόσμο διαφορετικό, μέσα στον οποίο έπρεπε να ζήσουν οι κάτοικοί του.

Βασικό στοιχείο της συμπεριφοράς των προερχομένων από τις επαρχίες ήταν η κοινωνική άνοδος, σε βαθμό τέτοιο που να μπορεί να χαρακτηριστεί και ως εθνική ασθένεια. Διαπιστώνεται έτσι μια συνεχόμενη πίεση απέναντι στα νεότερα μέλη για αλλαγή προς το «καλύτερο», η οποία περιλαμβάνει την απαίτηση για περισσότερο κύρος, περισσότερες οικονομικές απολαβές, περισσότερη εξουσία με τη λογική της οικογενειακής επίδειξης. Μέσα στις πόλεις δηλαδή δημιουργήθηκε ένας είδος οικογενειακού ανταγωνισμού, θέτοντας τα παιδιά στο επίκεντρο. Ο ανταγωνισμός αυτός, όπως είναι εύλογο, δημιουργούσε ντροπή και οργή σε περίπτωση που τα τέκνα δεν συμπεριφέρονταν όπως άρμοζε.

Ταξινομώντας χονδρικά και απλοποιημένα τις τρεις γενιές που ζουν στην Ελλάδα, θα κάναμε λόγο α) για μια γενιά της τρίτης ηλικίας που ήρθε στην ουσία από τα χωριά, με παραδοσιακές πρακτικές γάμου (συνοικέσιο), με φίλους τους συγγενείς, μια άποψη τοπικιστική για τον κόσμο, με αναπαραστάσεις δημοτικού σχολείου, β) στη γενιά μεσήλικων, με έναν πρώτο πειραματισμό στις πρακτικές προσέγγισης του άλλου φύλου, ελάχιστους φίλους (κομματικούς συντρόφους;), διατήρηση του τοπικισμού, της κοντόφθαλμης αυτής οπτικής των πραγμάτων, με νοητικά εργαλεία λυκείου και μερικώς πανεπιστημίου, δογματισμό, πρακτική γνώση και γ) μια νεότερη γενιά συγχυσμένων μοναχικών ατόμων, μιας γενιάς…από άλλο πλανήτη που ανοίχτηκε στο εξωτερικό, έκανε ανώτερες και ανώτατες σπουδές, κατέχει ειδικές γνώσεις και βρέθηκε μόνη, άνεργη ή υποαπασχολούμενη. Και που φυσικά αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην προσπάθεια επιβολής παραδοσιακών συμπεριφορών από τις παλιότερες γενιές και την αναπλαισίωση, αναπαραγωγή, αμφισβήτηση, ή/και ένωσή τους με νεωτερικά/μετανεωτερικά στοιχεία. Στην ουσία δημιουργήθηκε ένα μείγμα από συμπεριφορές, οι οποίες είναι όντως δύσκολο να ταιριάξουν (σε άλλα θέματα είμαστε παραδοσιακοί και σε άλλα προοδευτικοί). Πώς να βρει κανείς σύντροφο/φίλο που να έχει το ίδιο μείγμα;

Σε σχέση με τους έμφυλους ρόλους το επαρχιακό/παραδοσιακό μοντέλο της πρώτης γενιάς (το οποίο, ας σημειωθεί, ότι μπορεί να θεωρηθεί λειτουργικό στο χώρο του) ήταν αρκετά συμπαγές και συγκεκριμένο, στη δεύτερη γενιά που ήρθε στις πόλεις διαπιστώνεται μια μερική αμφισβήτηση των ρόλων, λόγω εισόδου των γυναικών στην αγορά εργασίας (με χίλιες αμφισβητήσεις, ταπεινώσεις και ενοχές) και στη νεότερη γενιά χαρακτηριστική είναι η σύγχυση/αμφισβήτηση όσον αφορά τους ρόλους. Θα έλεγε κανείς ότι υπάρχει μια τάση στη νεότερη γενιά μη επανάληψης των προβλημάτων, των διαπληκτισμών, των άπειρων συμβιβασμών, της έλλειψης συνεννόησης, της ανδρικής κυριαρχίας. Ίσως στα πλαίσια αυτά μια περιστασιακή σχέση χωρίς συναισθηματική επένδυση και χωρίς εμπλοκές να φαντάζει λύση. Και πόσες φορές να επενδύσει κανείς συναισθηματικά; Πόσες φορές να προσπαθήσει να μιμηθεί φορμαλιστικά το παραδοσιακό πρότυπο; Εξάλλου μια τάση κρυφού ελέγχου της σεξουαλικότητας στις γυναίκες, σε περιβάλλον απελευθέρωσης (περιορισμοί εξόδου, απαίτηση σταθερότητας σχέσεων, κατακραυγή ελευθεριότητας ηθών, περιστασιακά και παρθενία), δημιουργούσε διαρκώς προϋποθέσεις ασεξουαλικότητας. Ο έλεγχος των γενεών στην Ελλάδα βέβαια πίεζε και προς υπεργαμία (γάμος με ανώτερη κοινωνική ομάδα), συμβουλεύοντας έτσι αποφασιστικά αρνητικά ή θετικά υπέρ ενός υποψήφιου γαμπρού ή νύφης.

Συνεχίζοντας, η συνύπαρξη ατόμων προερχομένων από πολλές διαφορετικές παραδόσεις είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία «ξένων» εντός των πόλεων, εντός των ίδιων των οικογενειών. Οι «ξένοι» αυτοί αν και ορισμένες φορές έβλεπαν διασκεδαστικά τις όποιες διαφορές τους (βλέπε 7 θανάσιμες πεθερές), ωστόσο έθεταν τα θεμέλια ενός πολιτισμικού κενού ανάμεσα στα ζευγάρια, ένα κενό που τα παιδιά φαίνεται πως αποφεύγουν να επαναλάβουν. Το χάσμα αυτό προήλθε από την ένωση των διάφορων τοπικών μικροκοινωνιών στις μεγαλουπόλεις με διαφορετικές αντιλήψεις σε ευρύτατο φάσμα δραστηριοτήτων –τις πρακτικές γάμου, την συμπεριφορά προς τις γενεές, ορισμούς για το ρόλο τον ανδρών και των γυναικών, την διευθέτηση περιουσιακών ζητημάτων, πρακτικές φροντίδας του σώματος, εκφράσεις βίας, τύπους ευγένειας– και προκαλούσε βάθεμα της μοναξιάς μέσα στην οικογενειακή ζωή (οφείλουμε να έχουμε πάντα υπόψη ότι δεν πρόκειται αποκλειστικά για αγροτικούς πληθυσμούς, αλλά υπάρχει μια τεράστια ποικιλία με ανατολίτες κατοίκους πόλεων, από Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και γενικότερα πόλεις της Μ. Ασίας και του Εύξεινου Πόντου, νησιώτες με επιρροές από τη δυτική κουλτούρα). Μέσα σε τρεις γενιές επιχειρήθηκε, λοιπόν, η συγχώνευση στην Ελλάδα τοπικών συμπεριφορών αιώνων, δημιουργώντας «αστοαγρότες», αυτό το υβρίδιο νοοτροπίας, χωρίς αντίληψη της ευρύτερης εικόνας, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς κατανόηση της αλλαγής των καταστάσεων. Δημιουργήθηκαν, δηλαδή, οι προϋποθέσεις μη συνεννόησης.

2) Ο ιδεαλισμός/εκχυδαϊσμός στην τέχνη.

Μια διαφορετική προσέγγιση θα έκανε λόγο για τον ιδεαλισμό των προτύπων, τα οποία εντοπίζονται στην τηλεόραση/κινηματογράφο, στα διάφορα έντυπα, σε ορισμένα ήδη μουσικής (έντεχνο, λαϊκό/ποπ), μέχρι και στην πορνογραφία. Τεχνολογικά θα μιλούσαμε για μια γενιά που μεγάλωσε με ραδιόφωνο, καφενείο, μια άλλη που συνδέθηκε με τις εφημερίδες και την τηλεόραση βασισμένη σε δυτικά πρότυπα (αγγλοσαξωνικά με υπερβολική έμφαση στον ατομισμό που από μόνος του γεννά μοναξιά) και συνδέθηκε με έναν άλλο πολιτισμό (ίσως πλέον αν κανείς ταξιδέψει στις ΗΠΑ να αισθανθεί περισσότερη εξοικείωση από τη χώρα του) και τέλος μια νεότερη παγκοσμιοποιημένη γενιά διαδικτύου (ως επί το πολύ, όπως έλεγε και ο Αριστοτέλης). Η διαδικασία ταύτισης με ωραιοποιημένες και υπερβολικά ρομαντικές σκηνές ερωτικού βίου στις έντεχνες ή ποπ μορφές τέχνης της νεότερης γενιάς είχε ως αποτέλεσμα μια διπλή αποστασιοποίηση από την πραγματικότητα των σχέσεων εξαιτίας (α) πολιτισμικών διαφορών, β) ιδεαλιστικής αναπαράστασης των σχέσεων, δημιουργώντας φαντασιακά υπέροχους μοναχικούς ανθρώπους. Αντίστροφα, βέβαια, και με την τελευταία επιτυχία των τούρκικων σήριαλ, διαπιστώνουμε την αναπαραγωγή αντιλήψεων της επαρχίας, με κιτς αισθητική και μια διάχυτη ηθικοπλαστικού τύπου διάθεση, ό, τι πρέπει, δηλαδή, για να συνεννοηθεί κανείς φιλικά/ερωτικά. Το ελαφρύ τραγούδι εξίσου ελαφριάς αισθητικής εστίασε υπερβολικά στην ερωτική διάθεση και την απολυτοποίησε ανάμεσα στη συνθετότητα της ζωής, δημιουργώντας μονομέρειες ή μονομανίες (αν λάβουμε υπόψη και τον έντονο φορμαλισμό/δογματισμό – προσφορά των ελληνικών πανεπιστημίων). Θαρρεί κανείς πως δεν υπάρχει άλλο θέμα ενασχόλησης πέρα από τραγικές, όντως, ερωτικές καταστάσεις, μιας καταστροφολογίας sine fine. Η μίμηση τέτοιων προτύπων αποσυνδέει τις σχέσεις (ο ιδεότυπος του καψούρη) και αποξενώνει όσους ακολουθούν τις συμβουλές τους.

Εξίσου, τα περιοδικά ποικίλης ύλης ευαγγελίζονταν τη δημιουργία του καλύτερου εραστή με βάση παχιά στερεότυπα (και ειδίκευση στα θέματα των φύλων, ποδόσφαιρο, σεξ, αυτοκίνητα/μηχανές vs μόδα, σχέσεις, ζώδια), και άπειρες συμβουλές, δημιουργώντας εκχυδαϊσμένα μονοσεξουαλικά όντα. Με την διάδοση της πορνογραφίας μέσω διαδικτύου (βλέπε την ταινία Don Juan, 2013), δημιουργούνται πλέον φαντασιακές σχέσεις, η δε αυτοϊκανοποίηση προλαμβάνει από την άμεση επαφή, ακόμα και εντός νέων ζευγαριών (εν είδει φαντασιακής πολυγαμίας). Ενδεχομένως η αδιάκοπη εναλλαγή ερωτικών συντρόφων (η τουλάχιστον η επιθυμία της) στο πρότυπο του πολυγαμικού άντρα να πηγάζει από ταινίες της δεκαετίας του ’80. Στις γυναίκες πάλι ίσως συνδέεται με την περισσότερο ρεαλιστική αποφυγή εξουσιαστικών συμπεριφορών των ανδρών. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σημειώσω μια νέα τάση, η οποία περιλαμβάνει ζευγάρια, των οποίων οι γυναίκες είναι μεγαλύτερες σε ηλικία (ως άρνηση των παραδοσιακών προτύπων), ή όπου γυναίκες κατέχουν πολλούς τίτλους σπουδών (ή ενσώματης προίκας, μεταπτυχιακά και διδακτορικό) και σχετίζονται με άνδρες χωρίς καθόλου σπουδές, με σταθερή όμως για τους τελευταίους επαφή στην αγορά εργασίας (ενδεχομένως ως εξισορρόπηση του ελέγχου/γνώσης/εξουσίας).

3) Τα επαγγέλματα και οι πολιτικές ιδεολογίες.

Οι πηγές σταθερά μιλούν για τον αυτοδημιούργητο/ανεξάρτητο αρσενικό από την εποχή του Λουκή Λάρα (Βικέλας, 1879). Μέσα σε ένα σύμπαν μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων, οι περισσότεροι δήλωναν ευθαρσώς πως δεν έχουν υποπέσει στην εξαρτημένη εργασία και στην περίπτωση αυτή, αυτό οφειλόταν σε περιόδους κρίσης ή κυρίως σε μια περίοδο μαθητείας στα μυστικά των επαγγελμάτων. Στον αντίποδα της θεώρησης αυτής, οι γυναίκες νοούνται ως παθητικές, προσκολλημένες στα του οίκου, χωρίς ανεξάρτητη/αυτόνομη ύπαρξη. Η εργασία τους στο δημόσιο χώρο σταματούσε συνήθως με τον ερχομό των παιδιών. Ωστόσο, τα τελευταία πενήντα χρόνια και με την είσοδο των γυναικών γενικότερα στο δημόσιο χώρο, δημιουργείται μια συγχυσμένη κατάσταση, όπου συμφύονται παραδοσιακές με νεωτερικές και μετανεωτερικές ταυτότητες. Σίγουρα πολλές από τις αντιλήψεις αυτές αναιρέθηκαν με την έναρξη της κρίσης και πολλοί βρέθηκαν στην ανάγκη να επαναπροσδιορίσουν τους εαυτούς τους σε σχέση με τα παραπάνω. Αν υπάρχει δυσκολία οικονομικής ανεξαρτητοποίησης, άνδρες και γυναίκες βιώνουν έντονα τα σημάδια αποτυχίας και διαπιστώνεται έτσι μια τάση αποφυγής της μονιμότητας σε σχέσεις, ένα αίσθημα ντροπής και απομόνωσης. Στις γυναίκες εντοπίζεται και αλλαγή προσανατολισμών σε σχέση με τον παραδοσιακό ρόλο της ενασχόλησης με τα παιδιά, έτσι η επιλογή καριέρας εμποδίζει την δημιουργία οικογένειας, τόσο πραγματικά όσο και αναπαραστασιακά λόγω φόβου των ανδρών. Η κρίση ώθησε επίσης προς την υπερεργασία εξαιτίας αδυναμίας κάλυψης αναγκών, απομονώνοντάς τα άτομα και μετατρέποντάς την εργασία σε καταναγκαστικό έργο. Ορισμένοι βέβαια εργάζονται μανιωδώς διότι αδυνατούν να κάνουν σχέσεις/οικογένειες και δεν επιθυμούν να το σκέφτονται περαιτέρω.

Σε άμεση σχέση με τα παραπάνω, χωρίς ωστόσο να αναφερθώ διεξοδικά, εντοπίζονται και οι πολιτικές θέσεις. Με την παρακμή των τοπικών (τυχαίο;) οργανώσεων των μεγάλων κομμάτων και την ιδεολογική στροφή σε περισσότερο υλιστικές αναζητήσεις, καταργήθηκε σχεδόν η έννοια του κομματικού συντρόφου, ομάδων που έπαιξαν σαφώς σημαντικό ρόλο για την υποδοχή, σύναψη σχέσεων του εισερχόμενου κόσμου στις πόλεις (σαν ένα είδος λέσχης κοινωνικοποίησης). Το ανησυχητικό πρόβλημα της μοναξιάς ίσως εν τέλει βιώνεται γιατί ζούμε σε μια κοινωνία, η οποία μεταμορφώνεται σε κοινωνία χωρίς παραδόσεις, σε κοινωνία όπου χρειάζεται διαρκώς να αποφασίζει κάποιος, να αναδημιουργεί συνεχώς τις σχέσεις του. Αυτό βέβαια είναι και το θετικό στοιχείο, καθότι όσο μπερδεμένοι κι αν είμαστε μπορούμε να ξεφύγουμε, αν ξεκαθαρίσουμε την τοποθέτησή μας, τις δράσεις μας.

Οι κοινωνίες δεν είναι, επομένως, μόνο δομή/σύστημα/αναπαραγωγή, αλλά και δράση/υποκείμενα/πολιτική. Και σίγουρα κοινωνία χωρίς σύγκρουση δεν υπάρχει παρά μόνο σε ουτοπίες. Θα μπορούσαμε να προτείνουμε κάποιες λύσεις; Ίσως. Λύσεις, όμως, που δεν αναφέρονται σε μάκρο-καταστάσεις, αλλά στο τι μπορεί ο καθένας από μας ξεχωριστά, μικροκοινωνιολογικά να πράξει. Για να σκεφτούμε εναλλακτικά το ζήτημα, η νεότερη γενιά αποτελεί την πρώτη, η οποία μοιράζεται κοινές αναφορές στη ζωή των πόλεων, επομένως περισσότερα κοινά από τις προηγούμενες. Ομοίως, υπάρχουν αρκετά παραδείγματα ανθρώπων που έχουν εκδημοκρατικοποιήσει τις διαγενεακές τους σχέσεις, ή τις έμφυλες. Ας αποτελέσουν παράδειγμα προς μίμηση και ας διαδοθούν οι τάσεις αυτές. Αυτό που θα πρέπει ίσως να αφήσουμε πλέον οριστικά πίσω μας είναι οι παρακαταθήκες ανισότητας στις σχέσεις των φύλων και να εστιάσουμε στα κοινά και στην αλληλοκατανόηση των προβλημάτων. Φιλικά/συντροφικά είναι ανάγκη να αποδεχτούμε τις διαφορές, να δώσουμε χρόνο και να δικαιολογήσουμε. Χρειάζεται για τον λόγο αυτό μια διαφορετική, εκτός δογματισμού συζήτηση, τόσο φιλική όσο και ερωτική. Είμαστε όλοι παιδιά οικογενειών με προβλήματα, συγκρούσεις και έλλειψη κατανόησης. Ας ενημερωθούμε για να μάθουμε να τα επιλύουμε, γιατί συχνά τα προβλήματα λειτουργούν στη βάση ψυχολογικής εκτόνωσης και όχι εξεύρεσης πραγματικής λύσης. Το θέμα δεν είναι κάποιος να εξοργιστεί σε σημείο που να γίνει…πράσινος, να φοβίσει ή να φοβηθεί, αλλά να λυθούν τα όποια πρακτικά ζητήματα. Ίσως και μια χιουμοριστική αντιμετώπιση να ήταν μια διέξοδος. Χρειάζεται αυτοκριτική, όσο και παραδοχή των λαθών (πόσο δύσκολο πράγματι;). Επίσης σίγουρα η συζήτηση με κάποιον ειδικό θα μπορούσε να διευκολύνει την επίλυση προσωπικών θεμάτων. Μια άλλη πρόταση θα ήταν η ένταξη σε ομάδες κοινών ενδιαφερόντων, υπάρχουν πλέον ποικίλες δράσεις στις οποίες κάποιος μπορεί να συμμετάσχει, όπως επαγγελματικές λέσχες, πολιτιστικές λέσχες, συζητήσεις, διαδικτυακές πλατφόρμες, ιστολόγια, λέσχες βιβλίου, ξεναγήσεις με τον Θοδωρή και τον Πάνο…Το σημαντικότερο όμως : η λύση θα προέλθει από εσένα.

Επανενεργοποιώντας την Ελλάδα: αγγλόφωνα κέντρα ελληνικών σπουδών

Φεβρουαρίου 26, 2014 4 σχόλια

Πώς μετατρέπεται μια επαρχία σε μητρόπολη; Πώς ανοίγουν νέες θέσεις εργασίας, αλλά και νέες προοπτικές ανάπτυξης, οικονομικής, πνευματικής και γενικότερα πολιτιστικής; Πώς επα­νενεργοποιούνται, επί αποκεντρωμένης, μάλιστα, βάσεως, τα πιο πολύτιμα κεφάλαια που διαθέτει η Ελλάδα, δηλαδή ο τόπος και ο πολιτισμός; Το κυριότερο: πώς όλα αυτά μπορούν να συμβούν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι η ίδια και είναι η εξής: αγγλόφωνα ινστιτούτα επιστημών του ελληνικού πολιτισμού. Σε μια επο­χή που αναζητείται αναπτυξιακό όραμα για την χώρα σχεδόν αποκλειστικά σε πλαίσιο εξάρ­τησης (οικονομικής και λοιπής) από τους ολοένα και λιγότερο φιλικούς ευρωπαϊκούς μηχανι­σμούς, το όραμα αυτό μπορεί ήδη να διατυπωθεί με τους δικούς μας όρους, υπό το πρίσμα των δικών μας δυνατοτήτων και συμφερόντων. Το όραμα αυτό είναι να γίνει η Ελλάδα μια Ελβετία όχι των τραπεζών, αλλά των ακαδη­μαϊκών σπουδών. Ο λόγος εδώ είναι κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) για τις σπουδές όλων εκείνων των πτυχών του ελληνικού πολιτισμού που εδώ και πολύ καιρό διδάσκονται στις έδρες των καλύτερων πανεπιστημίων του εξωτερικού. Διότι, ως γνωστόν, όλες οι περίο­δοι και πτυχές του ελληνικού πολιτισμού, από την απώτερη προϊστορία ως τους νεώτερους χρόνους, αποτελούν αντικείμε­νο διεθνούς επιστημονικής διερεύνησης σε ένα πλή­θος ιδρυ­μάτων ανά τον κόσμο, δηλαδή ιν­στιτούτων προϊστορικής, κλασικής και βυζαντινής αρχαιο­λογίας και τέχνης, αρχαίας και βυ­ζαντινής ιστορίας, αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής φιλο­λογίας, καθώς και νεοελληνικών σπουδών.

Arsakeio-Taol

Το παλαιό Αρσάκειο στην καρδιά της Πάτρας και οι εγκαταστάσεις του οινοποιείου ΤΑΟΛ δίπλα στην μαγευτική παραλία του Κάστρου στην Λευκάδα: δύο παραδείγματα εγκαταλελειμμένων, αναξιοποίητων κτηριακών υποδομών που θα μπορούσαν να στεγάσουν ινστιτούτα του ελληνικού πολιτισμού.

Για τους περισσότερους από τους διδάσκοντες και διδασκομένους στα ιδρύματα αυτά ένα θα ήταν το μεγαλύτερο όνειρο: να μπορούσαν να σπουδάζουν τον ελληνικό πολιτισμό στον ίδιο τον τόπο, όπου βρίσκεται το πρωτογενές υλικό των σπουδών και ερευνών τους. Κοντά στα διάσημα μνημεία και μέρη, όπου άνθισε ο ελληνικός πολιτισμός, και σε μια χώρα που σε με­γάλο μέρος του χρόνου οι καιρικές συνθήκες –ιδίως υπό το πρίσμα των πιο βόρειων λαών– επιτρέπουν υπαίθριες διδακτικές και ερευνητικές δραστηριότητες (παραδόσεις, ξε­ναγήσεις, εκδρομές, ανα­σκαφές). Αυτό το όνειρο, όμως, δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα, αφού τα υφιστάμενα πτυχιακά προγράμματα σπουδών των ελληνικών πανεπιστημίων είναι αμιγώς ελληνόφωνα (υπάρχει, δηλαδή, ο γλωσσικός φραγμός), ενώ συνήθως δεν προ­σφέρουν και εξίσου ελκυστι­κές υποδομές σπουδών και έρευνας σε σύγκριση με τα πιο διακε­κριμένα του­λάχιστον αντί­στοιχα ιδρύματα του εξωτερικού. Στα τελευταία είναι, άλλωστε, που καταφεύ­γουν παραδο­σιακά και πολλοί Έλληνες φοιτητές για εξειδικευμένες μεταπτυχιακές σπουδές, στο πλαίσιο του αυτονόητου πλέον παραδόξου του να πρέπει συχνά να εγκαταλείψει κα­νείς την Ελ­λάδα προκει­μένου να την σπουδάσει.

Αυτή ακριβώς είναι η εικόνα που μπορεί και πρέπει να αναστραφεί. Ας φανταστούμε π.χ. ένα αγγλόφωνο αρχαιογνωστικό ινστιτούτο με έμφαση στην κλασική αρχαιολογία κοντά στην Ολυμπία ή στους Δελφούς, ένα αντίστοιχο για την προϊστορική αρχαιολογία κοντά στις Μυ­κήνες ή στην Πύλο ή ένα ανάλογο, αρ­χαίας ιστορίας, στην Θήβα ή την Σπάρτη. Ας φαντα­στούμε, επίσης, ένα αγγλόφωνο κέντρο σπουδών του κυκλαδικού πολιτισμού στην Σύρο ή την Σαντορίνη ή ένα άλλο, μινωικής αρ­χαιολογίας, κο­ντά στην Κνωσό ή/και την Φαιστό. Ας σκεφτούμε, ακόμα, πώς θα ήταν ένα αγγλόφωνο, διε­θνές κέντρο ομηρικών σπουδών σε κάποιο από τα νησιά που διεκδικούν τον τίτλο της ομηρι­κή Ιθάκης (π.χ. σημερινή Ιθάκη, Κε­φαλονιά, Λευκάδα) ή μια σειρά από αγ­γλόφωνα πτυχιακά προγράμματα βυζαντινής ιστορί­ας και αρχαιολογίας στην Θεσσαλονίκη, στην Μονεμβασιά ή τον Μυστρά. Η ίδρυση αυτών των ινστιτούτων κοντά σε διεθνώς φημι­σμένους αρ­χαιολογικούς χώρους που είναι ταυτόχρονα και σημεία εξαιρετικού φυσικού κάλ­λους θα αποτελούσε τον ισχυρότερο μαγνήτη για ένα πλήθος διδασκόντων και φοιτητών από όλον τον κόσμο. Τα κέντρα αυτά θα μπορούσαν να ιδρυθούν είτε ως τα ελληνικά παραρτή­ματα ξένων διακεκριμένων πανεπιστημίων (ας δει π.χ. κανείς την πολυδιάστατη δράση του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο, ακόμη και χωρίς πτυχιακό πρόγραμμα), είτε ως ο πανεπιστημιακός βραχίονας ερευνητι­κών ιδρυμάτων του εξωτερικού (π.χ. INSTAP), είτε από συγκεκριμένους ιδιώτες με πνευματι­κά ενδιαφέροντα, με­ταξύ αυτών ίσως και από φορείς της ελληνικής ομογένειας. Και, όπως υπάρχουν χώρες που προσελκύουν κεφάλαια μέσω προνομιακά χαμηλής φορολογίας, έτσι και η Ελλάδα θα μπο­ρούσε να προσφέρει προνομιακή (δηλαδή προνομιακά χαμηλή και προ­νομιακά σταθερή) φο­ρολογία όχι στους διεθνείς εραστές της φοροδιαφυγής, αλλά σε όσους επιθυμούν να επενδύ­σουν σοβαρά στον τομέα των ποιοτικών ακαδημαϊκών σπουδών του ελ­ληνικού πολιτισμού. Με βάση τον αγγλόφωνο χαρακτήρα των ιδρυμάτων θα μπορούσε, μάλιστα, σύντομα να επι­χειρηθεί και η αναγκαία νομική παράκαμψη του άρθρου 16 του Συντάγματος, το οποίο μπορεί να διατηρήσει την πλήρη ισχύ του όσον αφορά την ελληνόφωνη ανώτατη εκπαίδευση.

Τα οφέλη για την Ελλάδα μέσα από μια τέτοια διαδικασία θα ήταν ανυπολόγιστα. Θα δη­μιουργούνταν αμέσως θέσεις εργασίας για πολλούς νέους Έλληνες ερευνητές με ήδη άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας και του διεθνούς ακαδημαϊκού περιβάλλοντος. Παράλληλα, θα είχαμε πιθανότατα και τον επαναπατρισμό ορισμένων ήδη καταξιωμένων Ελλήνων επιστη­μόνων του εξωτερικού. Θα γινόταν, επίσης, μοναδική αξιοποίηση της ελληνικής φύσης και του πολιτι­σμού σε όλη την διάρκεια του έτους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομική ανάπτυξη των περιοχών, όπου θα ιδρύονταν τα κέντρα αυτά. Βαρύνουσες θα ήταν, όμως, και οι συ­νέπειες σε ό,τι αφορά την γενικότερη ανάπτυξη της σημερινής ελληνικής επαρχίας. Και τούτο διότι με αυτό τον τρόπο πολλές περιοχές της θα μπολιάζονταν πλέον με στοιχεία «μητρόπο­λης», αφού η ύπαρξη σε αυτές ενός ακαδημαϊκού ιδρύματος διεθνούς κύρους θα συνέβαλε στην ανάπτυξη κοσμοπολίτικης εξωστρέφειας, στον εξαστισμό των νοοτροπιών, στην γενι­κότερη άνοδο του πνευματικού επιπέδου, ακόμα και στον αναπροσανατολισμό των προτύ­πων μιας κοινωνίας που έχει ακόμα πολύ έντονα προαστικά χαρακτηριστικά. Χάρη στις νέες αυτές προοπτικές τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, η ακυρω­μένη από την αστυφιλία, πραγματική Ελλάδα των ιδιαίτερων πατρίδων, της ανθρώπινης κλί­μακας και της ανώτερης ποιότητας ζωής κοντά στην φύση θα μετατρεπόταν εκ νέου σε ρεα­λιστική πρόταση ζωής για πολλούς Έλληνες της νεώτερης γενιάς. Περαιτέρω, δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι η ύπαρξη τέτοιου είδους ιδρυμάτων στην Ελλάδα θα είχε ίσως συ­νέπειες ακόμα και για την άμυνα της χώρας. Διότι οι όποιες τυχόν επιβουλές στον χώρο, ας πούμε, του ανατολικού Αιγαίου δεν είναι βέβαιο ότι θα εκδηλώνονταν με τον ίδιο τρόπο, αν ήταν γνωστό ότι π.χ. στην Λέσβο ή την Σάμο υπάρχουν πανεπιστημιακά ιδρύματα με διεθνή χαρακτήρα και με την παρουσία αρκετών ξένων υπηκόων σε όλη την διάρκεια του χρόνου. Κατά συνέπεια, ένα ή δύο αγγλόφωνα πανεπιστημιακά ιδρύματα διεθνούς χαρακτή­ρα σε αυτά τα νησιά θα μπορούσαν ίσως να προσφέρουν πιο αποτελεσματική άμυνα από αντίστοι­χο αριθμό στρατοπέδων του ελληνικού στρατού.

Από την άλλη μεριά, είναι επόμενο ότι τόσο το ζήτημα της αγγλικής γλώσσας όσο και αυτό της ξενικής προέλευσης των ιδρυμάτων, αλλά και της (όποιας) εμπλοκής ιδιωτικής πρωτο­βουλίας σε μια τέτοια διαδικασία πιθανώς προβληματίσουν κάποιους. Όσον αφορά την γλώσσα, όμως, η αγγλική είναι καλώς ή κακώς η lingua franca της εποχής μας, ενώ το γεγο­νός πως η χρήση (και) της γλώσσας αυτής αποτελεί το όχημα για την προσέλκυση στην Ελ­λάδα ανθρώπων από όλο τον κόσμο είναι μια αυτονόητα αποδεκτή πραγματικότητα για όσους π.χ. εργάζονται σε άλ­λους τομείς, όπως αυτός του τουρισμού. Εκτός αυτού, η εμπειρία όσων προερχόμαστε από τις αρχαιογνωστικές επιστήμες είναι ότι πολλοί από τους ξένους που ασχολούνται επιστημο­νικά με τον ελληνικό πολιτισμό έχουν ιδιαίτερη θέληση να μάθουν τελικά και την ελληνική γλώσσα, κάτι που θα διευκολυνόταν αισθητά μέσω της δυνατότητας μιας πιο μακροχρόνιας παραμονής τους στην Ελλάδα. Πολλοί από τους εν λόγω φοιτητές και διδάσκοντες θα κα­τέληγαν εν τέλει οι καλύτεροι πρεσβευτές της Ελλάδας στις πατρίδες τους.

Σε ό,τι αφορά την ξενική προέλευση των ιδρυμάτων, έχουμε κι εδώ μια πραγματικότητα ήδη αποδεκτή στην Ελλάδα σε συναφείς τομείς. Στον χώρο της αρχαιολογικής έρευνας, φερ’ ει­πείν, δεν διεξάγονται στην χώρα μας μόνο οι ανασκαφές των ελληνικών κρατικών φορέων, αλλά και αυτές των ξένων αρχαιολογικών σχολών, για την ύπαρξη και δράση των οποίων στην Ελλάδα υπάρχει σχετική ομοφωνία. Μερικοί, μάλιστα, από τους σημαντικότερους αρ­χαιολογικούς χώρους είναι ανασκαφές ξένων σχολών (Ολυμπία, Δελφοί, Κεραμεικός, Αρχαία Αγορά Αθηνών, Κνωσός, Φαιστός, Μάλια, κλπ.). Επίσης, διαμέσου των ξένων σχολών η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει ενίοτε προσφέρει τα μέσα τόσο για ανασκαφές όσο και για ανε­γέρσεις και ανακαινίσεις μουσείων (π.χ. το παράδειγμα της Αρχαίας Αγοράς των Αθηνών και της συνεισφοράς του ιδρύματος John Rockefeller). Άλλωστε, η ύπαρξη πλέον ούτως ή άλλως πολλών ιδιωτικών μουσείων στην Ελλάδα καταδεικνύει ότι η ιδιωτική παρέμβαση σε έναν κα­τεξοχήν θεσμό μάθησης και πολιτισμού μπορεί ενίοτε να είναι τόσο παραγωγική όσο και απο­δεκτή. Δυστυχώς, ιδίως υπό το πρίσμα της ανερ­γίας των νέων επιστημόνων, η εμμονή στην άρνηση κάθε έννοιας ιδιωτικού στην ανώτατη εκ­παίδευση (η οποία στρεβλώνει την απολύτως θεμιτή αγωνία για την ύπαρξη στην Ελλάδα και σοβαρών κρατικών πανεπιστημίων) έχει ως τώρα καταλήξει στην γενναιόδωρη ενίσχυση εκ μέρους της χώρας μας ξένων, αμιγώς καπι­ταλιστικών ή υπερκαπιταλιστικών οικονομιών με το πολυτιμότερο ανθρώπινο δυναμικό μας.

Στο κείμενο αυτό προσπαθήσαμε να καταδείξουμε ότι η ίδρυση στην Ελλάδα αγγλόφωνων ιν­στιτούτων ελληνικών σπουδών συνιστά ένα ιδιαίτερα σημαντικό και πολυδιάστατο αναπτυ­ξιακό όραμα για την χώρα. Σε κάθε πρόταση, φυσικά, μπορούν και πρέπει να διατυπώνονται αντιρρήσεις. Αρκεί αυτές να μην λειτουργούν –πιο πολύ με όρους λειτουργισμού παρά μαρξι­σμού– ως το ιδεολογικό «εποικοδόμημα» (Überbau) μιας βαθύτερης ανθρωπολογικής «βάσης» που δεν είναι άλλη από την εσωστρέφεια της παρα­δοσιακής, προαστικής ελληνικής κοινωνί­ας. Η υπέρβαση της εσωστρέφειας αυτής είναι ένας από τους βασικούς όρους για να περάσει η χώρα σε μια νέα εποχή.

«Πακέτο διάσωσης» για τους νέους επιστήμονες

Φεβρουαρίου 8, 2014 4 σχόλια

Η ανεργία των νέων επιστημόνων και κυρίως όσων έχουν ήδη πίσω τους τα χρόνια και τις εμπειρίες από τα ακαδημαϊκά συστήματα των ανεπτυγμένων δυτικών χωρών, αποτελεί σαφώς μία από τις πιο τραγικές πτυχές της ελληνικής κρίσης. Σχεδόν μια ολό­κληρη γενιά νέων αν­θρώπων με ζηλευτά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, με υγιή (ως επί το πλείστον) νοοτροπία και όρεξη –σε αρκετές περιπτώσεις– να παραμείνει στην Ελλάδα ακόμα και υπό μισθολογικές και γενικότερες συνθήκες υποδεέστερες άλλων χωρών βρίσκεται αυτή την στιγμή σε ιδιαίτερα δεινή θέση. Τις περισσότερες φορές οι επιλογές που έχουν οι εκπρόσωποι της γενιάς αυτής είναι είτε να μείνουν στην Ελλάδα, φυτοζωώντας με διάφορους τρόπους και κάνοντας πράγματα άσχετα με τους τομείς που μπορούν να προσφέ­ρουν, είτε να φύγουν για το εξωτερικό. Και στις δύο περιπτώσεις ακυρώνεται η δυνατότητα προσφοράς της γενιάς αυτής στην ίδια την πατρίδα της. Αντιθέτως, ιδιαίτερα θετική είναι η προοπτική των άλλων εκείνων χωρών, στις οποίες το ελ­ληνικό κράτος και οι πάσης φύσεως παθογένειές του κάνουν ουσιαστικά δώρο το μέλλον της χώρας. Διότι μόνο έτσι μπορεί να ερμηνευτεί η χαρακτη­ριστική απροθυμία των κυ­βερνητικών επιτελείων στο να προβούν στις συγκεκριμένες εκείνες ενέργειες, οι οποίες θα μπο­ρούσαν εν μια νυκτί να ανοίξουν τμήματα της αγοράς για αρ­κετούς νέους επιστήμονες. Είναι επίσης χαρακτη­ριστικό ότι οι προτάσεις για τέτοιου είδους δράσεις απουσιάζουν ως τώρα πλήρως και από τον λόγο της αντιπολίτευσης. Για το πώς θα μπορούσαν να μοιάζουν οι πρωτοβουλίες αυ­τές, πι­στεύουμε ότι δί­νουν μια ιδέα τα παρακάτω σημεία.

«Θα σε δω στο πλοίο»...Αν δεν υπάρξει βούληση και αυτή την φορά, μονίμως αγκυροβολημένα πλοία, όπως αυτό στο λιμάνι της Πάτρας, θα κληθούν ίσως να προσφέρουν σύντομα στέγη σε άνεργους νέους επιστήμονες.

«Θα σε δω στο πλοίο»…Αν δεν υπάρξει βούληση και αυτή την φορά, μονίμως αγκυροβολημένα πλοία, όπως αυτό στο λιμάνι της Πάτρας, θα κληθούν ίσως να προσφέρουν σύντομα στέγη σε άνεργους νέους επιστήμονες.

α) Άμεση κατάργηση της πολυθεσίας στην ελλαδική ανώτατη εκπαίδευση, αρχικά μέσω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου και αργότερα με σχετική συνταγματική διάταξη. Όσοι πανεπιστη­μιακοί κα­τέχουν αυτή την στιγμή νομίμως είτε θέσεις/ώρες διδασκαλίας σε περισσότερα του ενός πανεπι­στήμια είτε ταυτόχρονα θέσεις και σε άλλα ιδρύματα (π.χ. Ελληνικό Ανοιχτό Πανε­πιστήμιο, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Σχολές Αστυνομίας, κλπ.), αμείβονται, δηλαδή, πολλαπλώς από τον ίδιο κρατικό προ­ϋπολογισμό, να κληθούν να επιλέξουν μία μόνο από τις θέσεις αυτές. Με αυτό τον τρόπο ανοί­γουν μέσα σε μια νύχτα εκατοντάδες θέσεις εργασίας για νέους επιστή­μονες, με αποτέλεσμα τόσο την μείωση της ανεργίας όσο και την βελτίωση του εκάστοτε διδα­κτικού και ερευνητικού έργου. Χαρακτηριστική είναι εδώ η περίπτωση του Ελληνικού Ανοιχτού (μάλλον Ερμητικά Κλειστού) Πανεπιστημίου, που αντί σε περίοδο κρίσης να προσφέρει σανίδα σωτηρίας σε ένα πλήθος ανέργων νέων επιστημόνων, προτιμά να λειτουργεί ως πάροχος συ­μπληρωματικού εισοδήματος σε πολλούς πανεπιστημιακούς με ήδη μόνιμες θέσεις σε άλλα ελλαδικά ιδρύματα. Καθιερώνοντας, μάλιστα, από φέτος και συμβάσεις τριετούς διάρκειας για τα μέλη ΣΕΠ, στραγγαλίζει πλέον ακόμα και την τελευταία ελπίδα όσων κάθε χρόνο επέμεναν να υποβάλλουν εκ νέου αίτη­ση.

β) Νομική φόρμουλα παράκαμψης του άρθρου 16 του Συντάγματος σε ό,τι αφορά την ψηφιακή μορφή ανώτατης εκπαίδευσης. Να δοθεί η δυνατότητα σε ιδιώτες να συγκροτήσουν αναγνωρι­σμένα από το κράτος προγράμματα σπουδών βασισμένα στις τεχνολογίες του διαδικτύου (πλατφόρμες τηλεκπαίδευσης και τηλεδιάσκεψης). Καταργώντας με αυτό τον τρόπο γεωγραφι­κά και ηλικιακά σύνορα και με μικρή επένδυση σε χρήμα (δεν χρειάζονται π.χ. φυσικές αί­θουσες διδασκαλίας), ομάδες νέων επιστημόνων θα μπορούσαν σε ελάχιστο χρονικό διάστη­μα να συ­γκροτήσουν υψηλής ποιότητας προγράμματα σπουδών, ιδίως στις θεωρητικές επιστή­μες (π.χ. στον κλάδο των θεατρικών σπουδών που χρειάζεται ουσιαστικά επανίδρυση σε ακαδημαϊκό επίπεδο ή σε αυτόν των κοινωνικών επιστημών που υπάρχει έντονη ανάγκη για βαθύτερες και κυρίως ανεξάρτητες κριτικές θεωρήσεις). Με όπλα την αφοσίωση και υγιή νοοτροπία του προσω­πικού τους, καθώς και την εν­σωμάτωση της πιο σύγχρονης επιστη­μονικής παραγω­γής και πρα­κτικής, τέτοιου είδους ιδρύμα­τα θα μπο­ρούσαν όχι μόνο να ανοίξουν ταχύτατα νέες θέσεις εργασίας, αλλά και να συμβάλ­λουν αποφα­σιστικά στην άνοδο του επι­πέδου της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Ιδίως, μάλιστα, στις επιστήμες του ελληνικού πολιτισμού κάποιοι από τους φορείς αυτούς θα μπορούσαν ενδεχο­μένως να ανοιχτούν και στο παγκόσμιο κοινό, με όχημα την αγγλική γλώσσα.

γ) Προσωρινή αποκέντρωση της πρόσληψης ειδικών επιστημονικών συνεργατών στα συμβατικά πανεπι­στήμια. Να δο­θεί, δηλαδή, σε καθηγητές πρώτης βαθμίδας η νομική δυνατότητα να δια­θέτουν, αν το επιθυ­μούν, ένα τμήμα των μηνιαίων εσόδων τους (τα οποία συχνά προέρχονται όχι μόνο από την κρατική μισθοδοσία τους, αλλά και από άλλες παράλληλες δραστηριότητες, π.χ. νομι­κά, τεχνικά γραφεία, κλπ.) για την απασχόληση νέων επιστημόνων-κατόχων διδακτο­ρικού τί­τλου, αντίστοι­χων των διδασκόντων Π.Δ. 407/80. Το κράτος θα μπορούσε να θεσπίσει έναν ελάχιστο μηνιαίο μισθό (π.χ. 700 ευρώ) και συγκεκριμένο ωράριο και πλαίσιο απασχόλη­σης (π.χ. να απαγορεύε­ται η πρόσληψη συγγενών ή προσώπων, με τα οποία οι καθηγητές έχουν συ­νυπάρξει στο πα­ρελθόν στο ίδιο πανεπιστήμιο). Εκτός των άλλων, το μέτρο αυτό θα μπορού­σε να αποτελέσει και τυπικό δείγμα «μεταποίησης» (και όχι πάταξης) της παραοικονομίας. Και αυτό διότι στην μισθοδοσία των ειδικών αυτών συ­νεργατών ενδεχο­μένως θα κατέληγε και ένα μέρος χρη­μάτων (π.χ. από τα διάφορα εξωπανεπι­στημιακά έσοδα κάποιων καθηγητών) που πι­θανόν δεν θα έβρισκε ποτέ τον δρόμο για το κε­ντρικό ταμείο του κράτους, στερώντας το τελευ­ταίο από την δυνατότητα να μισθοδοτήσει το ίδιο τους επιστημονι­κούς αυτούς συνερ­γάτες.

δ) Προνομιακό καθεστώς μειωμένων εισφορών στον ΟΑΕΕ τόσο για όσους θα μπορούσαν να εργαστούν ως ειδικοί συνεργάτες στα πανεπιστήμια με το ανωτέρω καθεστώς όσο και για όσους ερ­γάζονται ή επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν ως μεταφραστές-επιμελη­τές-διορθωτές, κλπ. Ένα τέτοιο μέτρο αφορά κατεξοχήν πολλούς νέους επιστήμο­νες, αφού ένα μεγάλο μέρος τους, π.χ. οι άνθρωποι με υψηλού επιπέδου γνώσεις ξένων γλωσσών και ακαδημαϊκή εμπειρία από το εξωτερικό, θα μπο­ρούσε να απασχοληθεί για κάποιο χρονικό διάστημα σε αυτές τις εργα­σίες. Ιδίως οι μεταφράσεις ξενόγλωσσων πανεπιστημιακών εγχειριδίων και γενικότερα επιστη­μονικών έργων είναι μια δραστηριότητα, στο πλαίσιο της οποίας αξιοποιείται συνδυαστι­κά τόσο η γλωσσική όσο και η επιστημονική κατάρτιση. Είναι επίσης ένα πεδίο ιδιαιτέρως πα­ραγωγικό, αφού σε πολλούς επιστημονικούς κλάδους είναι δρα­ματική η ανάγκη εμπλουτισμού της βιβλιο­γραφίας με καλές μεταφράσεις σύγχρονων ξενόγλωσ­σων συγ­γραμμάτων. Και είναι περιττό, φυσικά, να τονιστεί ότι η καταβολή πολλών χαμη­λών ει­σφορών εκ μέρους εργαζο­μένων απο­φέρει για τα ταμεία περισσότερα από την μη κατα­βολή υψηλών εισφορών εκ μέρους ανέργων.

ε) Το τελευταίο σημείο αφορά ειδικά την ανεργία των αρχαιολόγων, ιδίως τους άνεργους ερευ­νητές. Πρόκειται για την αποδέσμευση του αρχαιολογικού υλι­κού που βρί­σκεται στις αποθή­κες των εφοριών αρχαιοτήτων και των μουσείων. Στις αποθήκες των εν λόγω ιδρυμάτων υπάρ­χει, δηλαδή, ένας μεγάλος αριθμός ευρημάτων από πολυάριθμες ανασκαφές του παρελθόντος και του παρόντος. Μετά την ανασκαφή τους, το δικαίωμα μελέτης και δημοσίευσης των ευρη­μάτων αυτών περιέρχεται δια νόμου στον εκάστοτε υπεύθυνο της ανασκαφής. Με αυτό τον τρόπο, πολλοί από τους εν λόγω ανα­σκαφείς, ιδίως αρκετοί μεγαλύτερης ηλικίας μόνιμοι υπάλληλοι της αρχαιολογικής υπη­ρεσίας (ή και κάποιοι ήδη συνταξιούχοι), έχουν με τα χρόνια αποκτήσει την «κυριότητα» επί ενός μεγάλου αριθμού αρχαιολογι­κών θέσεων και συνόλων. Σαν αποτέλεσμα, η πλήρης επιστημονική μελέτη και δημοσίευση των συγκεκριμένων αρχαιολογικών δεδομένων συ­χνά καθυστερεί δραματικά, αφενός μεν λόγω των λοιπών υπηρεσιακών καθηκόντων των αρ­χαιολόγων αυτών και αφετέρου λόγω νομοθετικών και προσωπικών αγκυλώσεων. Χαρακτηρι­στική είναι εδώ η παλαιά, ιδιοκτησιακή αντίληψη επί των αρχαιοτή­των, η οποία εκφράζεται άλ­λοτε με την πλήρη άρνηση παραχώρησης των δικαιωμάτων δημοσίευσης σε άλλους ερευνη­τές και άλλοτε με την «ελεγχόμενη» και μερική παραχώρηση, ενίοτε στο πλαίσιο της συγκρότη­σης εξουσιαστικών σχέσεων προσωπικής εξάρτησης.

Η ιδιότυπη αυτή «ιδιωτικοποίηση» των αρχαιολογικών ευρημάτων, η οποία, σημειωτέον, δεν προκαλεί συνήθως ανάλογες αντιδράσεις με άλλου τύπου ανάλογες προτάσεις, έχει ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες και για το θέμα της ανεργίας των ερευνητών. Και τούτο διότι αν το υλικό αυτό περιερχόταν κατά προτεραιότητα σε άνερ­γους αρχαιολόγους ερευνητές, οι τελευταίοι θα μπορούσαν να διεκδική­σουν με αξιώσεις χρημα­τοδότηση για την μελέτη του από ένα ευρύ πλέγ­μα ερευνητικών υπο­τροφιών του εξωτερι­κού. Με αυτό τον τρόπο, οι συγκεκριμένοι ερευνητές θα μπορούσαν να πα­ραμείνουν στην Ελ­λάδα μέχρι νεωτέρας, ενώ ραγδαία θα ήταν και η πρόοδος της έρευνας, αφού ένα μεγάλο μέρος του συχνά εξαιρετικά σημαντικού αδημοσίευτου αρχαιο­λογικού υλικού θα μπορούσε πλέον να μελε­τηθεί και να δημοσιευτεί. Η λύση του προβλήματος θα μπορούσε να δοθεί και πάλι άμεσα, μέσω μιας Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, σύμφω­να με την οποία κάθε αρχαιολόγος-ανασκαφέας θα καλείται να επιλέγει μόνο ένα (1) κάθε φορά αρχαιολο­γικό σύνολο ή θέση, επί του οποίου/της οποίας θα διατηρήσει τα δικαιώματα δημοσί­ευσης.

Τα ανωτέρω σημεία είναι απλώς ενδεικτικά για το πώς, εάν υπάρχει βούληση, μπορεί κανείς να ανοίξει διάφορες κλειστές πόρτες στην ελληνική αγορά εργασίας. Αν, για παράδειγμα, αρχίσου­με κάποια στιγμή να συγκρουόμαστε όχι μόνο με την κεφαλαιοκρατικού τύπου ιδιωτικοποίηση, αλλά και με την εν Ελλάδι πανίσχυρη ανθρωπολογική «δομή» της ιδιοκτησιακής αντίληψης επί συγκεκριμένων πτυχών του κράτους (περιοχές του ακαδημαϊκού συστήματος, αρχαιολογικός πλούτος) θα είναι εφικτό να διασωθεί ένα τμήμα, έστω, μιας γενιάς που είναι πολύ σημαντική για να χαθεί. Και το πού έγκει­ται η πραγματική ση­μασία της γίνεται εύκολα κατανοητό αν ανα­λογιστεί κανείς την διαρκώς αυξανόμενη επιρροή των άκρων του πολιτικού και ιδεολογικού φάσματος αυτή την στιγμή στην Ελλάδα. Χωρίς την ύπαρξη ισχυρού αντιβάρου, η νέα αυτή πλημμυρίδα πνευματικού πρωτογο­νισμού και νεοεμφυ­λιακού διχασμού θα καταλήξει να βυθίσει την Ελλάδα στο σκοτάδι για πολ­λές δεκαετίες.

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» – Παρουσιάσεις στο diastixo.gr

Το diastixo.gr, το ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και τον πολιτισμό, παρουσίασε τον τελευταίο καιρό σε δύο διαφορετικές στήλες του το βιβλίο του γράφοντος. Στην στήλη Κριτικές δημοσιεύεται βιβλιοκρισία της Α. Δανιήλ, ενώ στην στήλη Σε α’ πρόσωπο, όπου οι συγγραφείς καλούνται να μιλήσουν οι ίδιοι για το έργο τους και τα ποικίλα ερεθίσματα που οδήγησαν σε αυτό, δημοσιεύεται το αντίστοιχο κείμενο του γράφοντος. Ευχαριστώντας θερμά τους συντελεστές του περιοδικού για το ενδιαφέρον τους για το βιβλίο και για την φιλοξενία του στις στήλες του, αναπαράγουμε εδώ τα δύο αυτά κείμενα.

Diastixo

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ ΤΗΣ Α. ΔΑΝΙΗΛ:

Ο τίτλος του ογκώδους και λίαν ενδιαφέροντος βιβλίου του Θεόδωρου Γιαννόπουλου, «Πόθεν και Πότε οι Έλληνες;», μαζί με τον συνοδευτικό και εκτεταμένο παράτιτλό του, είναι σαφέστατος. Παράλληλα, είναι εξίσου σαγηνευτικός, προκλητικός και ανοίγει την όρεξη σε μια ποικιλία αναγνωστών, οι οποίοι ένθεν και ένθεν της επιστήμης και του χάσματος που χωρίζει πολλούς από αυτήν, θυμούνται τη σπουδαία καταγωγή τους, όποτε και όπου τους συμφέρει, παραγνωρίζοντάς την, όταν τούτο απαιτεί σκέψη και κόπο.

Το βιβλίο περιέχει διασαφηνιστικό πρόλογο του επιμελητή και του συγγραφέα, ενημερωτική εισαγωγή για την υπεύθυνη πληροφόρηση, την Ιστορία και την προϊστορία, και ακολουθούν οχτώ κεφάλαια, στα οποία εκτίθενται τα θέματα: 1.«”Πόθεν και Πότε οι Έλληνες;” Θεωρητική ανάλυση και ανασκευή του ερωτήματος», 2.«Μια γλώσσα και ένας τόπος. Η γλωσσολογική και αρχαιολογική αφετηρία», 3.«Οι φιλολογικές έρευνες και οι αρχαιότερες καταγραφές της ελληνικής γλώσσας», 4.«Η περίοδος των κάθετων λακκοειδών τάφων», 5.«Οι πολιτιστικές μεταβολές στον ελλαδικό χώρο κατά την ύστερη 3η χιλιετία π.Χ. – Το φαινόμενο Cetina», 6.«Η ”σκοτεινή” 4η χιλιετία π.Χ.», 7.«Εξινδοευρωπαϊσμός – Εκνεολιθισμός; Η θεωρία Γλώσσας-Γεωργίας του Colin Renfrew», 8.«Επιστρέφοντας στην Παλαιολιθική». Ακολουθεί μια Περίληψη στην Αγγλική, Βιβλιογραφία, Κατάλογος εικόνων, Γλωσσάρι ξένων αρχαιολογικών πολιτισμών, Ευρετήριο.

Κι επειδή το να μελετήσει κανείς αυτό το πολύ ενδιαφέρον, ογκώδες βιβλίο απαιτεί και πολύ χρόνο, επιστημονικό ενδιαφέρον και επιστημονική κατάρτιση, θα σταθούμε στον πρόλογο και στην εισαγωγή, από την οποία μπορούμε να αντλήσουμε υλικό για την παρούσα περίσταση.

Στον πρόλογο του επιμελητή Άγγελου Χανιώτη, διαβάζουμε τα εξής διασαφηνιστικά: Η ταυτότητα ενός λαού προσδιορίζεται από την έρευνα της απώτατης καταγωγής του και της γλώσσας του… Το ερώτημα των καταβολών «πόθεν και πότε» παραμένει δημοφιλές και επίκαιρο. Η ταυτότητα των Ελλήνων απασχόλησε την αρχαιολογική γλωσσική έρευνα ως επιστημονικό ερώτημα και λιγότερο ως πατριωτική αποστολή…

Στον πρόλογο του συγγραφέα βρίσκουμε τους στόχους του βιβλίου: Πρώτος στόχος, η διερεύνηση του κυρίως θέματος, των απαρχών του ελληνικού πολιτισμού, διερεύνηση που αφορά «την προέλευση όχι μόνο των Ελλήνων, δηλαδή της ελληνικής γλώσσας… αλλά και των άλλων κύριων γλωσσικών οικογενειών του κόσμου». Δεύτερος στόχος, η συστηματική επισκόπηση ορισμένων δεδομένων της προϊστορίας του Αιγαίου. Τρίτος, ο διάλογος με τη δυσμενή περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Ο συγγραφέας προβαίνει στην οριοθέτηση της επιστήμης από τη μη επιστήμη, στον ορισμό της χρονικής αφετηρίας του ελληνικού πολιτισμού, σχολιάζει την προσπάθεια της φιλολογικής έρευνας βάσει γλωσσικών και αρχαιολογικών δεδομένων, προβαίνει σε εξέταση άλλων χρονικών περιόδων της προϊστορίας, εν γένει προσπαθεί, με τα όπλα της επιστήμης και όχι της «εθνικής υπερηφάνειας» ή μοναδικότητας του υπερούσιου λαού μας, να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, διευκρινίζοντας παραεπιστημονικούς μύθους και άλλα φληναφήματα που κυκλοφορούν κυρίως στο Διαδίκτυο, που νομίζουν πως ανεβάζουν τους πόντους στην κλίμακα των αξιών της ελληνικής καταγωγής και ενισχύουν το φρόνημα σε καιρούς χαλεπούς.

Δείγματος χάριν σταχυολογώ στην τύχη: οι λέξεις θάλασσα, έλαιον, οίνος, δάφνη, θώραξ, ξίφος, λαβύρινθος, ερέβινθος, υάκινθος, άναξ, κίθαρις δεν ετυμολογούνται ελληνικά. Επίσης, με την «αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ καταρρίφτηκε άπαξ διά παντός και μια, αν και μειοψηφική, άποψη περί της ελεύσεως των Ελλήνων… στα τέλη της Μυκηναϊκής εποχής». Η 3η χιλιετία, με την αλματώδη εξέλιξη της ναυσιπλοΐας και των υπερπόντιων επαφών, είναι το ιδανικό πεδίο για ναυτικές περιπλανήσεις και η κατάλληλη ευκαιρία για θρύλους και διηγήσεις που θα μπορούσαν να είναι το «σκηνικό για εκείνο το είδος περιπετειών που περιγράφονται στην Οδύσσεια». Κι ακόμα, «η 3η χιλιετία… είναι η ”δημιουργός της Μεσογείου”».

«Η γεωγραφική θέση του οικισμού του Νυδρίου έχει παρομοιαστεί ακριβώς με αυτή της Τροίας… η Τρωάδα και η περιοχή του Ιονίου… τα δύο αυτά κέντρα είναι ενταγμένα σε ένα κοινό και ευρύ δίκτυο πολιτιστικών επαφών». Στη μινωική Κρήτη είχε αρχίσει ο «πρώτος εγγράμματος – μάλλον όμως όχι και ελληνόφωνος, πολιτισμός της Ευρώπης».

Τελειώνοντας με το «Πόθεν και Πότε οι Έλληνες;», ερώτημα πολύ δύσκολο να απαντηθεί μονολεκτικά, ας κρατήσουμε στη μνήμη τη φράση του Βρετανού αρχαιολόγου σερ John Myres, που λέει: «Οι Έλληνες ήταν πάντοτε στη διαδικασία του γίγνεσθαι» και ο συγγραφέας συμβουλεύει να μη ζητάμε το «σημείο μηδέν» όπου οι Έλληνες εισέρχονται στον ελλαδικό χώρο. Κι ακόμα, δεν είναι τόσο το «τι» της επιστήμης, όσο το «πώς», που θα αναδείξει και την αξία του «τι».

Όπως είπαμε, το βιβλίο απαιτεί επιστημονική κατάρτιση και θα είναι χρήσιμο στους επιστήμονες που ασχολούνται με το θέμα και καλό βοήθημα για κάθε ικανό να διεξέλθει τις σελίδες του. Οπωσδήποτε θα πρέπει να βρίσκεται στα ράφια κάθε αξιοπρεπούς, δημόσιας ή ιδιωτική βιβλιοθήκης.

ΣΕ Α’ ΠΡΟΣΩΠΟ:

Η ιστορία αυτού του βιβλίου είναι στην ουσία η ιστορία και η κατάληξη μιας μεγάλης περιπέτειας δέκα ετών. Όλα άρχισαν το 2001, όταν ξεκινώντας τις διδακτορικές μου σπουδές στη Γερμανία βρέθηκα ξαφνικά από την πρώτη τάξη στην έκτη. Ο λόγος ήταν τα μεγάλα γνωστικά κενά στο αντικείμενο της Προϊστορικής Αρχαιολογίας, που μου είχαν κληροδοτήσει διάφορες γνωστές και άλλες λιγότερο γνωστές παθογένειες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Κατά τη διάρκεια της επίπονης διαδικασίας, όχι μόνο της κάλυψης των κενών αυτών, αλλά κυρίως της πλήρους χαρτογράφησής τους, τέθηκε ένας (τότε μακροπρόθεσμος) στόχος. Να γραφεί κάποια στιγμή ένα βιβλίο που, εκτός των όποιων άλλων σκοπών του, θα είχε και έναν συγκεκριμένο εγχειριδιακό χαρακτήρα. Θα προσπαθούσε, δηλαδή, να προσφέρει ένα βασικό φροντιστήριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας στο πλαίσιο μιας όσο το δυνατόν πιο γλαφυρής και εύληπτης αφήγησης. Με άλλα λόγια, ο στόχος ήταν να γραφεί ένα βιβλίο που να είναι αυτό ακριβώς που θα ήθελα να είχα ο ίδιος κάποτε στη διάθεσή μου.

Το τέλος της περιπέτειας των διδακτορικών σπουδών είχε τη γεύση μιας αποτυχημένης επένδυσης. Ναι μεν τα κενά είχαν καλυφθεί, ο βασικός στόχος είχε επιτευχθεί και το διδακτορικό είχε τελειώσει, όμως στα χρόνια που αυτό διήρκεσε, η σπουδή της Αρχαιολογίας εντός του πανεπιστημίου είχε συνοδευτεί από μια ακούσια μεν, πλην όμως εκτεταμένη επιτόπια ανθρωπολογική έρευνα εκτός των τειχών του. Το αποτέλεσμά της ήταν η απόφαση επιστροφής στην Ελλάδα, όπου μέσα στο ζοφερό τοπίο της επαγγελματικής αποκατάστασης οι πολύχρονοι κόποι κινδύνευαν να αποβούν μάταιοι, εκτός κι αν έβρισκε κανείς έναν εναλλακτικό τρόπο εξαργύρωσης και αξιοποίησής τους. Το βιβλίο αυτό ήταν τελικά το μέσον όχι μόνο για να μην πάνε όλα χαμένα, αλλά και για να εκτονωθεί το «εγχειριδιακό» απωθημένο των πρώτων χρόνων των διδακτορικών σπουδών. Το θεμελιώδες ζήτημα της «ελεύσεως των Ελλήνων», δηλαδή της προέλευσης και της χρονικής αφετηρίας του ελληνικού πολιτισμού, ήταν ιδανικό για την εκπλήρωση αυτών των στόχων. Πρόκειται για ένα θέμα, για το οποίο στην ελληνική βιβλιογραφία δεν υπήρχε μια επιστημονική μονογραφία που να προσφέρει στον αναγνώστη μια κατανοητή, νηφάλια και υπεύθυνη επισκόπηση του προβλήματος και της διεθνούς επιστημονικής του διερεύνησης. Η πρόσδεση της προέλευσης του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας στο ευρύτερο ινδοευρωπαϊκό πρόβλημα προσέφερε μια πρώτης τάξεως δυνατότητα για τον συνδυασμό του εγχειριδιακού με το ερευνητικό. Και τούτο διότι όχι μόνον η όποια απόπειρα λύσης του προβλήματος, αλλά ακόμη και η βασική κατανόησή του απαιτούν έναν ευρύ γεωγραφικό, χρονολογικό, βιβλιογραφικό και διεπιστημονικό ορίζοντα της έρευνας. Προϋποθέτουν την πλήρη επιστράτευση και αξιοποίηση όλων των γνώσεων που διαθέτει κανείς.

Εκτός αυτού, η μεθοδολογική κατάρτιση που αποκτά κανείς εντός της επιστήμης μπορούσε στο πλαίσιο αυτού του βιβλίου να αξιοποιηθεί με έναν ιδιαίτερα εξωστρεφή τρόπο. Και αυτό γιατί η «καταγωγή των Ελλήνων» ανήκει σε εκείνα τα ερευνητικά πεδία, τα οποία στη χώρα μας έχουν περιέλθει προ πολλού στη δικαι­οδοσία κύκλων που κινούνται στην περιφέρεια ή εκτός της επιστή­μης. Ένα πλήθος «ερευ­νών» και «ερευνητών» από τον δαιδα­λώδη χώρο του αρ­χαιογνωστι­κού ψευδεπιστημονικού ερασιτεχνι­σμού έχει νοθεύσει τη σχέση μεταξύ της υπεύθυνης έρευνας και του ευ­ρύτερου κοι­νού, ώστε ακόμη και τα ίδια τα ερευνητικά ερωτήματα να προ­καλούν άσχημους συνειρμούς. Ήταν, επομένως, μια καλή ευκαιρία να επιχειρηθεί η ανασκευή διάφο­ρων δημο­φιλών υπε­ραπλουστεύ­σεων, παρα­νοή­σεων ή εκούσιων διαστρεβλώσεων πολλών ευαίσθητων πτυχών του ευρύτερου θέματος (π.χ. της σχέσης έθνους, γλώσσας και «φυλής») μέσω μιας δοκιμιακού ύφους αντιπαραβολής τους με την υπεύ­θυνη επιστημονική μεθοδολογία.

Κατά συνέπεια, το τρίπτυχο αυτό συγγραφικό εγχείρημα, ερευνητικό, εγχειριδιακό και δοκιμιακό, προέκυψε μέσα από μια πολυετή περιπέτεια έντονων προσωπικών ανησυχιών, ανατροπών, αλλά και της συγκρουσιακής αλληλεπίδρασης δύο πολύ διαφορετικών κόσμων που προσπαθούν μάταια να λειτουργήσουν ως ένας: του γερμανικού και του ελληνικού.

Συνέντευξη στον Βήμα FM 99.5 την παραμονή Πρωτοχρονιάς

Μία από τις πιο ωραίες στιγμές της χρονιάς που τελείωσε πριν λίγες μέρες ήταν για τον γράφοντα η πρόσκληση στην εκπομπή του Βήμα FM «Βαθιά Νυχτωμένος» τον Μάρτιο του 2013. Ο παρουσιαστής της εκπομπής και καλός φίλος Μάκης Προβατάς ήταν ένας από τους πρώτους ανθρώπους που έδειξαν θερμό ενδιαφέρον για το βιβλίο του γράφοντος, το οποίο είχε τότε προσφάτως εκδοθεί. Ήταν συνεπώς ένα ιδιαίτερα ευχάριστο γεγονός ότι η ανάμνηση της εξαιρετικής αυτής εμπειρίας ξαναζωντάνεψε την κατάλληλη στιγμή, λίγα λεπτά πριν εκπνεύσει το 2013. Το βράδυ της 31ης Δεκεμβρίου, στην εορταστική εκπομπή του Βήμα FM είχαμε με τον Μάκη Προβατά μια ολιγόλεπτη τηλεφωνική συνομιλία στο πλαίσιο της ανασκόπησης των γεγονότων και εξελίξεων της προηγούμενης χρονιάς που έκανε στην εκπομπή. Τον ευχαριστώ για άλλη μια φορά θερμά για το ενδιαφέρον του για το βιβλίο και για την φιλοξενία στην εκπομπή.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.