Δημοκρατία χωρίς λίκνο: το «έλλειμμα ανταγωνιστικότητας» του αρχαιολογικού πλούτου
Η λέξη «ανταγωνιστικότητα» ανήκει αναμφίβολα σε αυτές που έχουν κυριαρχήσει στα χρόνια της κρίσης. Και το «έλλειμμα ανταγωνιστικότητας» των Ελλήνων και γενικότερα των Νοτίων της Ευρώπης έχει γίνει μόνιμη επωδός στις αναλύσεις των κύκλων που είτε εκπροσωπούν πρωτογενώς είτε αναπαράγουν δευτερογενώς το όραμα μιας Ενωμένης Ευρώπης κατασκευαστών πλυντηρίων, ψυγείων, «βιώσιμων» τραπεζικών τομέων και πρωτογενών πλεονασμάτων. Μιας Ευρώπης, όπου οι πάντοτε χρήσιμες και καθ΄ όλα σεβαστές ηλεκτρικές σκούπες και κουζίνες, τα συμπαθή black & decker και ηλεκτρικά κατσαβίδια, καθώς και όλα τα άλλα τεχνικά μέσα διευκόλυνσης της καθημερινότητας θα έχουν εκτοπίσει κάθε άλλη διάσταση της ανθρώπινης ζωής. Οτιδήποτε ξεπερνά την τεχνική και πρακτική πλευρά της ζωής, ό,τι έχει να κάνει με την πιο πνευματική υπόσταση του ανθρώπου, όπως η παιδεία, η φιλοσοφία, το θέατρο, η μελέτη της ανθρώπινης κοινωνίας, της ιστορίας, του κόσμου των ιδεών, μοιάζει να βρίσκεται εκτός οποιασδήποτε «αναπτυξιακής» προοπτικής, μοιάζει να βρίσκεται προ πολλού εκτός Ευρώπης και εκτός ευρώ…
Για το γεγονός αυτό, όμως, δεν ευθύνονται αποκλειστικά όσοι προσπαθούν να εξαγάγουν τον «βαθύ» πολιτισμό τους ως τον κανόνα για την οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας σε όλη την Ευρώπη – με τα ήδη γνωστά αποτελέσματα. Δεν είναι εξολοκλήρου υπεύθυνοι αυτοί που ακόμη και στο πλαίσιο της ίδιας της μελέτης του ανθρώπινου παρελθόντος (ιδίως του προϊστορικού) μετατρέπουν συχνά το μέσον σε αυτοσκοπό, επιδιδόμενοι σε μια απρόσωπη και φετιχιστικά μονοδιάσταστη ενασχόληση με υπολεπτομέρειες των υλικών καταλοίπων, ερήμην του ίδιου του ανθρώπου. Ευθύνονται πρωτίστως όσοι μέσα στην αγωνία τους να υιοθετήσουν άκριτα το οποιοδήποτε επείσακτο και γενικευτικό μοντέλο ερμηνείας και «θεραπείας» της δικής τους κοινωνίας απεμπολούν σε βαθμό αυτοχειριασμού τα δικά τους ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.
Ένα τέτοιο πλεονέκτημα συνιστά για τμήματα του μεσογειακού νότου και ιδίως για την Ελλάδα ο πολιτισμός και ειδικά ο αρχαιολογικός πλούτος. Η παραγωγική του αξιοποίηση δεν εξαρτάται από την κήρυξη κάποιας Α.Ο.Ζ. ή τις επενδυτικές ορέξεις εμίρηδων και σεΐχηδων, ούτε συναρτάται από την πηγαία γοητεία του Φούχτελ και την απαράμιλλη ευφυΐα του Μαζούχ. Δεν απειλείται επίσης από την άνοδο των B.R.I.C.S. ή την κυκλοθυμικότητα των «αγορών». Θα μπορούσε και θα έπρεπε να αποτελεί από χρόνια μία από τις βασικές επενδύσεις και αναπτυξιακές στρατηγικές της ελληνικής οικονομίας. Το ότι αυτό δεν συμβαίνει μαρτυρεί εύγλωττα τόσο την έλλειψη οποιασδήποτε σοβαρής παιδείας και ουσιαστικής επαφής με τον πολιτισμό του μεγαλύτερου μέρους του πολιτικού προσωπικού στην Ελλάδα όσο, δυστυχώς, και την αδυναμία ή απροθυμία αρκετών εκ των όντως εμπλεκομένων με την μελέτη και φροντίδα του πολιτισμού στη χώρα μας να δουν τον αρχαιολογικό πλούτο με ένα πιο «αναπτυξιακό» (μερικοί θα έλεγαν επιχειρηματικό) μάτι.
Ως αναπτυξιακή ή ανταγωνιστική προσέγγιση του αρχαιολογικού πλούτου δεν νοείται, όμως, εδώ η ψυχρή, εργαλειακή εκμετάλλευσή του με στόχο το τυφλό κέρδος, συνειρμό που θα μπορούσε να υποβάλλει ο όρος που χρησιμοποιείται στα οικονομικά για τα εξαγώγιμα αγαθά ή υπηρεσίες («εμπορεύσιμος» [tradable]). Νοείται η παραγωγική αξιοποίηση της αρχαιολογικής κληρονομιάς με στόχο την δημιουργία υγιών οικονομικών προϋποθέσεων, οι οποίες θα επιτρέπουν την διαρκή, περαιτέρω ανάδειξη του ελληνικού πολιτισμού στα εκατομμύρια των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο που ενδιαφέρονται για αυτόν. Και, φυσικά των προϋποθέσεων εκείνων που θα επιτρέπουν την απασχόληση ενός πολύ μεγαλύτερου μέρους του εγχώριου ανθρώπινου δυναμικού της χώρας μας σε εργασίες σχετικές με την παραγωγική και εξωστρεφή αυτή διαχείριση του αρχαιολογικού πλούτου. Διότι ανάμεσα στο ένα άκρο της κιτς εμπορευματοποίησης του πολιτισμού και στο άλλο άκρο ενός ολόκληρου πολιτιστικού θησαυρού που σε μεγάλο βαθμό βρίσκεται περίπου στην ίδια κατάσταση που απεικονίζουν γκραβούρες περιηγητών περασμένων αιώνων υπάρχουν πολλές ενδιάμεσες βαθμίδες, αυτές που συνήθως προσπερνούμε στην Ελλάδα. Αυτή είναι η πρώτη μιας σειράς μελλοντικών αναρτήσεων, στις οποίες θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε το φαινόμενο του «ελλείμματος ανταγωνιστικότητας» του αρχαιολογικού πλούτου στην Ελλάδα, αλλά και να προτείνουμε τρόπους για την υπέρβασή του.
Κι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, από το οποίο αξίζει κανείς να ξεκινήσει, είναι αυτό της δημοκρατίας. Ενός πολιτιστικού επιτεύγματος του μεσογειακού και ειδικότερα του ελληνικού κόσμου, το οποίο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έγινε παγκόσμιο κτήμα. Ας αναλογιστούμε απλώς σε πόσες γλώσσες απαντούν η λέξη «δημοκρατία» και τα κάθε είδους παράγωγά της, ας σκεφτούμε τι ρόλο έχει παίξει η δημοκρατία και η επιδίωξή της στον σύγχρονο κόσμο και σε πόσες εξελίξεις της νεότερης ιστορίας πρωταγωνίστησε ως κεντρικός άξονας. Θα μπορούσαμε, επίσης, να σκεφτούμε και το πώς η δημοκρατία μοιάζει σήμερα να αντιμετωπίζεται ως ενοχλητικό ξένο σώμα από την «ανταγωνιστική» Ευρώπη των…29 κατασκευαστών πλυντηρίων και των «αντιλαϊκιστών» επηρμένων τεχνοκρατών. Κάτι που προδίδει χαρακτηριστικά για άλλη μια φορά πόσο μικρή σχέση με την Ευρώπη που νομίζαμε ότι ξέρουμε έχει το τρέχον πολιτιστικό πρότυπο, το οποίο καλούμαστε να αφομοιώσουμε, κάνοντας όλες μας τις «σχολικές εργασίες» (Hausaufgaben).
Κατά συνέπεια, σε πλήρη και σχεδόν ποιητική αρμονία με το πνεύμα της εποχής, δεν πρέπει να ξενίζει το γεγονός ότι, ειδικά αυτή την περίοδο, αν κανείς –Έλληνας ή ξένος τουρίστας– προσπαθήσει να αναζητήσει το λίκνο της δημοκρατίας, το μέρος, όπου αυτή ξεκίνησε και πρωτοπραγματώθηκε, είτε απλώς θα χαθεί είτε θα αναρωτηθεί αν το μέρος που ανακάλυψε (σχεδόν τυχαία) είναι πράγματι αυτό που έψαχνε: η Πνύκα της αρχαίας Αθήνας, το σημείο που συνερχόταν η Εκκλησία του Δήμου από τα τέλη του 6ου ως τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. (βλ. εικόνα πάνω). Μια σχεδόν αθέατη, μικρή και μισοσβησμένη επιγραφή στη γωνία των οδών Αποστόλου Παύλου και Δημητρίου Αιγινήτου (βλ. μεσαία εικόνα, αριστερά), δίπλα σε κάδους απορριμμάτων, είναι η μοναδική ελπίδα του επισκέπτη να ανακαλύψει τον αρχαιολογικό χώρο από αυτό το σημείο. Αν, τώρα, ο τουρίστας δεν δει την πινακίδα αυτή και ανέβει κι άλλο την Αποστόλου Παύλου, ως τον Ναό του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη και το σημείο εισόδου στον λόφο του Φιλοπάππου, εκεί θα πρέπει να διαθέτει περισσότερο ισχυρή όσφρηση παρά όραση για να εντοπίσει την άλλη μικρή και χαμηλή πινακίδα που δείχνει τον δρόμο για την Πνύκα (βλ. μεσαία εικόνα, δεξιά). Για έναν χώρο, με την εικόνα του οποίου ο τουρίστας θα μπορούσε να εξοικειώνεται ήδη κατά την άφιξή του στην Ελλάδα, με προσεκτικά επιλεγμένες και κατάλληλα τοποθετημένες εικόνες σε αεροδρόμια, σταθμούς λεωφορείων και σιδηροδρομικούς σταθμούς. Και ενός χώρου, που η διαδρομή προσέγγισής του από τα πιο βασικά σημεία της ίδιας της Αθήνας θα μπορούσε να σημαίνεται μέσω κάποιας έξυπνης καμπάνιας, π.χ. μιας «οδού Δημοκρατίας», με εικόνες προσωπικοτήτων της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας (π.χ. του Περικλή, του Αριστείδη και του Δημοσθένη) και αποσπασμάτων από τους λόγους που είχαν εκφωνήσει στην Πνύκα να εμφανίζονται ανά τακτά διαστήματα κατά μήκος της κάθε διαδρομής προσέγγισης.
Ακόμα, όμως, κι αν κανείς ανακαλύψει τελικά τον χώρο, υπάρχει πράγματι πιθανότητα να αναρωτηθεί αν βρίσκεται στο σωστό μέρος. Τελικά θα βεβαιωθεί από τις βασικές πληροφορίες, οι οποίες παρέχονται από τις λίγες και αρκετά ταλαιπωρημένες πλέον πινακίδες που υπάρχουν στον χώρο (βλ. εικόνα κάτω). Και αυτό για να αναρωτηθεί στην συνέχεια πόσο τεράστιο είναι το περιθώριο περαιτέρω ανάδειξης και διαμόρφωσης αυτού του χώρου ή αλλιώς, ποια μορφή θα είχε ο χώρος αν βρισκόταν στα χέρια άλλων, «ανταγωνιστικών» εταίρων και μη. Η ανέγερση π.χ. ενός μουσείου αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας, κατάλληλα προσαρμοσμένου στον χώρο, θα μπορούσε να έχει αποτελέσει θέμα διεθνών διαγωνισμών. Το υλικό προς παρουσίαση σε αυτό το μουσείο απέραντο: από την ίδια την αθηναϊκή δημοκρατία με τα πλούσια ιστορικά και αρχαιολογικά της τεκμήρια, τις ιδεολογικές και πρακτικές της παραμέτρους, ως την ιστορία της πρόσληψης της δημοκρατίας από την Δύση. Και όλα αυτά στο πλαίσιο μιας σύγχρονης παρουσίασης, συνοδευόμενης από έναν καλαίσθητο τόμο-κατάλογο. Ανάλογη πρόκληση για αρχιτέκτονες, αρχαιολόγους και μουσειολόγους θα αποτελούσε σίγουρα και η διαμόρφωση του ίδιου του υπαίθριου χώρου της Πνύκας. Από τον απλό εξωραϊσμό του χώρου και την τοποθέτηση σύγχρονων πληροφοριακών κειμένων με ελκυστικές, έγχρωμες αναπαραστάσεις, μέχρι το πιο ευφάνταστο κέντρισμα του ενδιαφέροντος του επισκέπτη μέσω π.χ. της πρόσβασής του στα αυθεντικά (πρωτότυπα και μεταφρασμένα) κείμενα ή αποσπάσματά τους που εκφωνήθηκαν στην Πνύκα από τις μεγάλες προσωπικότητες της αρχαίας Αθήνας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια διαμόρφωση και ανάδειξη του χώρου αντάξια τόσο της ιστορικής του σημασίας όσο και του σεβασμού προς τον επισκέπτη θα είχε σαν αποτέλεσμα ο τουρίστας να προσφέρει ευχαρίστως ένα επίσης σεβαστό αντίτιμο για την είσοδο του στον χώρο και για την αγορά του καταλόγου του μουσείου. Σαν αποτέλεσμα, σε άμεση γειτνίαση με την Ακρόπολη και το νέο μουσείο της θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας δεύτερος και σχεδόν εφάμιλλος πόλος έλξης, πολλαπλασιάζοντας τα οφέλη (πολιτιστικά, επικοινωνιακά, οικονομικά, κλπ.) για την Αθήνα και την χώρα μας γενικότερα.
Ο λόγος που αυτό δεν έχει γίνει δεν είναι μονοδιάστατα οικονομικός, όπως δεν είναι ποτέ άλλωστε. Της οικονομίας προηγούνται πάντοτε οι ιδέες, στην υπηρεσία των οποίων τίθενται, αναζητούνται και ανευρίσκονται αργά ή γρήγορα οι εκάστοτε οικονομικοί πόροι. Και με δεδομένο ότι τόσο η δυτική –όταν δεν έχουμε οικονομική κρίση– δημοκρατία όσο και το ελληνικό φαύλο και παρεφθαρμένο αντιδάνειό της ελάχιστη σχέση έχουν με την αρχαία δημοκρατία της Πνύκας και της Εκκλησίας του Δήμου, δεν θα αποτελέσει έκπληξη αν τελικά ο αρχαιολογικός χώρος της Πνύκας είναι ο τελευταίος που θα αναπλασθεί ποτέ στην Ελλάδα…
«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» – Συνέντευξη στον Βήμα FM 99.5
Το βράδυ της Παρασκευής 15 Μαρτίου 2013 βρεθήκαμε στο στούντιο του ραδιοφωνικού σταθμού Βήμα FM 99.5 για μια συνέντευξη στην εκπομπή του Μάκη Προβατά «Βαθιά νυχτωμένος» (μεταδίδεται καθημερινά 23:00-01:00). Ο τίτλος της εκπομπής ιδανικός για να θυμίζει σε όλους όσους ασχολούμαστε με την επιστήμη -και ειδικά με πεδία, όπως η προϊστορική αρχαιολογία, όπου λόγω της αποσπασματικότητας των στοιχείων και της έλλειψης γραπτών πηγών συχνά βαδίζει κανείς στο σκοτάδι- ποια είναι η πραγματική μας κατάσταση… Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά και από αυτή την θέση τόσο τον Μάκη Προβατά για την πρόσκληση όσο και τους ακροατές της εκπομπής για το ενδιαφέρον τους για το βιβλίο. Ευχαριστώ επίσης τον καλό φίλο Σίμο Ξενιτέλη για την πολύτιμη τεχνική βοήθεια στο ανέβασμα των ψηφιακών αρχείων στο ιστολόγιο.
1ο Μέρος:
2ο Μέρος:
«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;». Βιβλιοκρισία της Μ. Τοπάλη στην Καθημερινή (3/3/2013)
Ποια είναι η καταγωγή των Ελλήνων
Ενα βιβλίο που θίγει τα ευαίσθητα ζητήματα ταυτότητάς μας
Της Μαριας Τοπαλη
ΘΕΟΔΩΡΟΣ Γ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ,
Πόθεν και πότε οι Ελληνες;
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Η σχετικά πρόσφατη εμπορική επιτυχία της «Θεσσαλονίκης» του Μαζάουερ, βιβλίου επιστημονικού και ογκωδέστατου, υποδεικνύει την ύπαρξη μιας μορφωμένης τάξης Ελληνίδων και Ελλήνων αναγνωστών που δεν τους φοβίζουν ούτε ο αριθμός των σελίδων ούτε η απαιτητική γραφή ούτε η ριζοσπαστική προσέγγιση ενός δύσκολου ζητήματος. Δικαιούται λοιπόν να αισιοδοξεί κανείς για την υποδοχή από το κοινό του έργου του διδάκτορα Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης Θεόδωρου Γιαννόπουλου (γεν. 1979).
Συζητώντας, αντιμετωπίζοντας και συνθέτοντας ένα ευρύτατο αρχαιογνωστικό φάσμα αρχαιολογίας, φιλολογίας, γλωσσολογίας, ανθρωπολογίας, γενετικής κ.ά., ο συγγραφέας οδηγείται σε εκρηκτικά, με βάση τις μέχρι τώρα βεβαιότητές μας, συμπεράσματα. Οι πρώτες ελληνικές λέξεις θα μπορούσαν, ισχυρίζεται, να μας οδηγήσουν πολύ περισσότερες χιλιάδες χρόνια πίσω, από ό,τι πιστευόταν μέχρι τώρα: σε μια (γλωσσική πρωτίστως) συνέχεια από τη σκοτεινή προϊστορία μέχρι σήμερα, εστιαζόμενη ταυτόχρονα σε πολλά σημεία του ελλαδικού χώρου.
Από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του βιβλίου, ωστόσο, ο συγγραφέας φροντίζει να φυλαχθεί από κινδύνους και παρεξηγήσεις. Από τη μια, αντικρούει σθεναρά τους διαδεδομένους μύθους περί φυλετικής καθαρότητας/ανωτερότητας: διακρίνει αυστηρά μεταξύ τους τις κατηγορίες γλωσσική, εθνική, πληθυσμιακή/γενετική. Εμφατικά αρνείται την απόδοση χαρακτηριστικών «φυλής», «ομοεθνίας» ή «κοινής πολιτιστικής ταυτότητας» στον «ταλαιπωρημένο», όπως τον αποκαλεί, όρο «ινδοευρωπαϊκός», που θα πρέπει κατά τη γνώμη του να νοηθεί ως «δηλωτικός απλώς μιας ομάδας με κοινά γλωσσικά χαρακτηριστικά». Αυτό που προκύπτει ως πιθανή ελληνική συνέχεια απύθμενου χρονικού βάθους, όπως αυτή την οποία εισηγείται, αποσυνδέεται από οποιαδήποτε έννοια «φυλής». Από την άλλη, άοκνα υποδεικνύει τον χαρακτήρα των πορισμάτων του ως αντίκρουση βεβαιοτήτων, διάνοιξη ερωτημάτων, ανάδειξη αμφιβολιών και έμφαση στο σύνθετο και όχι στο απλουστευτικό.
Ο Γιαννόπουλος ανατρέπει τις μέχρι τώρα βεβαιότητες και εμπεδώνει συστηματικά το γερό οικοδόμημα μιας πιο σύνθετης και διαφοροποιημένης προσέγγισης. Οι γνωστές, λοιπόν, φατρίες που μαίνονται κατά το μοντέλο Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός επί σύγχρονου ελληνικού εδάφους δεν θα βρουν στο βιβλίο έρεισμα για να ακονίσουν έτι περαιτέρω τα βέλη τους. Ολοι εμείς οι υπόλοιποι, όμως, θα βυθιστούμε αχόρταγα σε έναν κόσμο που δεν υποτιμά ούτε τη σκέψη ούτε το αίσθημα ούτε τη φαντασία μας.
Εμβληματικές μορφές της αρχαιογνωσίας όπως ο Τζον Τσάντγουικ (1920-1998), που αποκρυπτογράφησε μαζί με τον Βέντρις τη Γραμμική Β, και ο Βίλελμ Ντέρπφελντ (1853-1940), πιονιέρος της σύγχρονης αρχαιολογικής ανασκαφής και ιδρυτής της Γερμανικής Σχολής Αθηνών, και ο ρηξικέλευθος στοχασμός τους αναφλέγονται υπό το φως νέων επιγνώσεων, σαν κάρβουνα σκεπασμένα από τη στάχτη για καιρό. Τα ομηρικά έπη ανασκάπτονται κι αυτά ως τόπος συνάντησης διαφορετικών παραδόσεων από διαφορετικές εποχές. Ο Ησίοδος «δικαιώνεται» χωρίς να οδηγούμαστε σε εύπεπτες απλουστευτικές προσεγγίσεις. Ο αναγνώστης εξοικειώνεται περαιτέρω με τα επιτεύγματα σημαντικών μελετητών, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν ο Βρετανός Renfrew (θεωρία γλώσσας-γεωργίας), ο Ιταλός Alinei (λεξιλογική αυτοχρονολόγηση και παλαιολιθική συνέχεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών) και ο Γερμανός Maran (πολιτιστική μεταβολή), που έχουν εμφανώς και ομολογημένα επηρεάσει τη σκέψη του συγγραφέα.
Εχοντας ολοκληρώσει την ανάγνωση, διαπιστώνουμε ότι μορφές και ονόματα όπως Οδυσσέας και Δωριείς φωτίζονται πλέον με τρόπο διαφορετικό, ενώ η προέλευση της γλώσσας μας έχει απαγκιστρωθεί από τις άκρες των δοράτων κι έχει καθαριστεί από το χιόνι της στέπας και τη σκόνη που δεν σήκωσαν μάλλον ποτέ άλογα πολέμου κατά τη γένεσή της. Καθίσταται περισσότερο ένα παμπάλαιο παραμύθι που λέγεται και ξαναλέγεται από πλάσματα ετερόκλητα και ποικίλα, ενώ οι απαρχές του χάνονται στο σκοτάδι της πιο απομακρυσμένης προϊστορίας. Συμφιλιωνόμαστε έτσι με το πρωτόγονο, το αρχαϊκό, το σύνθετο, το δυναμικό και εξελισσόμενο. Επιπλέον, η προϊστορία και η προϊστορική αρχαιολογία διεκδικούν με το έργο αυτό με αξιώσεις μερίδιο από τα σκήπτρα της μονοκρατορίας των κλασικών ομολόγων τους στα σύγχρονα ελληνικά συμφραζόμενα. Σύμφωνα άλλωστε με τον διεθνούς κύρους καθηγητή της Αρχαίας Ιστορίας Άγγελο Χανιώτη, διευθυντή της σειράς στην οποία ανήκει το και εκδοτικά άψογο πόνημα, το βιβλίο αποτελεί «και ένα δοκίμιο για τη θέση της αρχαιολογίας στη νεοελληνική κοινωνία».
Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής στις 3/3/2013.
«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;». Το βιβλίο
«Πότε ξεκινά ο ελληνικός πολιτισμός; Πώς μπορούμε να ορίσουμε μεθοδολογικά την αφετηρία του και να την εντοπίσουμε στον χρόνο; Σε ποιους χρόνους και σε ποιες διαδικασίες μπορεί να αναχθεί η προέλευση του ελληνισμού των ιστορικών χρόνων; Το κυριότερο: πού μπορούμε να βρούμε, ως μέσοι Έλληνες αναγνώστες, υπεύθυνες απαντήσεις σε ερωτήματα τόσο σημαντικά και ευαίσθητα, μακριά από επικίνδυνες υπεραπλουστεύσεις και ακραίες ιδεοληψίες, από μυθομανείς «ερευνητές» χονδροειδούς ερασιτεχνισμού ή ενίοτε και αμφίβολης ψυχοπνευματικής ισορροπίας;
Το βιβλίο αποτελεί ένα επιστημονικό όσο και συγγραφικό εγχείρημα. Λειτουργεί καταρχάς ως ένα συστηματικό και προσιτό εγχειρίδιο της μακροχρόνιας, διεθνούς επιστημονικής διερεύνησης των απαρχών του ελληνικού πολιτισμού. Στο πλαίσιο αυτό επικαιροποιεί δραστικά τις γνώσεις του ευρύτερου ενδιαφερόμενου κοινού στην Ελλάδα με δεδομένη την αληθινή κοσμογονία που τα τελευταία 25 περίπου χρόνια έχει συντελεστεί σε διεθνές επίπεδο τόσο στην μελέτη της προέλευσης των γλωσσών όσο και στην σχέση μεταξύ της αρχαιολογίας, της γλωσσολογίας, αλλά και άλλων εμπλεκομένων επιστημών. Οι πολλές και διαφορετικές θεωρίες που έχουν διατυπωθεί στην διεθνή επιστημονική κοινότητα περί της «ελεύσεως των Ελλήνων» ταξινομούνται κατά χρονικά παράθυρα, παρουσιάζονται αναλυτικά και σχολιάζονται κατά τον πλέον διεξοδικό, αλλά και εύληπτο τρόπο. Μέσα από ένα βασικό φροντιστήριο της προϊστορίας του Αιγαίου, αλλά και ενός ευρύτερου γεωγραφικού χώρου γίνεται κατανοητή η σύνθετη ιστορία της έρευνας του προβλήματος, καθώς και το υπόβαθρο των νέων, ανατρεπτικών πορισμάτων, στα οποία αυτή καταλήγει.
Στις σελίδες του βιβλίου ο ομηρικός Οδυσσέας, η «Κάθοδος» των Δωριέων, οι μυστηριώδεις Πελασγοί, οι γραμμικές γραφές και τα πολυάριθμα μνημεία της προϊστορίας του Αιγαίου είναι μερικά μόνον από τα κομμάτια ενός μεγάλου και πολύπλοκου παζλ, το οποίο αποκαλύπτεται σιγά σιγά δίνοντας νέες, υπεύθυνες και αναπάντεχες απαντήσεις σε μια σειρά από σύνθετες, αλλά και συναρπαστικές ερωτήσεις. Απομένει να καταδειχθεί κατά πόσον μια διαφαινόμενη, ριζική μεταβολή της αντίληψης για το παρελθόν μπορεί να οδηγήσει και στην αλλαγή διαφόρων εδραιωμένων κατευθύνσεων που αφορούν το παρόν και το μέλλον όχι μόνον της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης».
Αυτό είναι το κείμενο του οπισθοφύλλου στο άρτι εκδοθέν από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης βιβλίο του γράφοντος με τίτλο «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;». Οι υπεύθυνες απαντήσεις της επιστήμης και η παρούσα κατάσταση της έρευνας για την πρώτη αρχή του ελληνικού πολιτισμού. Πρόκειται για ένα βιβλίο με πολλαπλά κίνητρα και πολλαπλούς στόχους. Όλα ξεκίνησαν πριν πολλά χρόνια, όταν ο γράφων βρέθηκε ξαφνικά από την πρώτη τάξη στην έκτη, προσπαθώντας απεγνωσμένα να καλύψει τα μεγάλα γνωστικά κενά στο αντικείμενο της Προϊστορικής Αρχαιολογίας που του είχαν κληροδοτήσει διάφορες γνωστές και άλλες λιγότερο γνωστές παθογένειες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Μέσα από την δύσκολη διαδικασία όχι μόνο της κάλυψης των κενών, αλλά κυρίως της χαρτογράφησής τους, δηλαδή της προσπάθειας να διαπιστωθεί το εύρος, το ύψος, η ποσότητα και ποιότητα της άγνοιας αυτής, τέθηκε ένας (τότε μακρόπρόθεσμος) στόχος. Να γραφεί κάποια στιγμή, και αν οι συνθήκες το επέτρεπαν, ένα βιβλίο που εκτός των όποιων άλλων σκοπών του θα είχε και έναν συγκεκριμένο εγχειριδιακό χαρακτήρα. Θα προσπαθούσε, δηλαδή, να προσφέρει ένα βασικό φροντιστήριο στις σημαντικότερες πτυχές της Προϊστορικής Αρχαιολογίας στο πλαίσιο μιας όσο το δυνατόν πιο γλαφυρής και εύληπτης αφήγησης. Με άλλα λόγια, ο στόχος ήταν να γραφεί ένα βιβλίο που να είναι αυτό ακριβώς που ο ίδιος ο γράφων θα ήθελε κάποτε να έχει στην διάθεσή του.
Σε μια μεταγενέστερη χρονική φάση, και μέσω συγκεκριμένων ερεθισμάτων που τελικά ενσωματώθηκαν στο βιβλίο, αποδείχθηκε πως υπήρχε ένα θέμα εξαιρετικά κατάλληλο για να συνδυαστεί με τον ανωτέρω στόχο. Πρόκειται για το θεμελιώδες ζήτημα της «ελεύσεως των Ελλήνων», δηλαδή της προέλευσης και της χρονικής αφετηρίας του ελληνικού πολιτισμού. Ένα ζήτημα, για το οποίο στην ελληνική βιβλιογραφία δεν υπήρχε μια επιστημονική μονογραφία που να προσφέρει στον αναγνώστη μια κατανοητή, νηφάλια και υπεύθυνη επισκόπηση του προβλήματος και της διεθνούς επιστημονικής του διερεύνησης. Η πρόσδεση της προέλευσης του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας στο ευρύτερο ινδοευρωπαϊκό πρόβλημα προσέφερε μια πρώτης τάξεως δυνατότητα για τον συνδυασμό του εγχειριακού με το ερευνητικό. Και τούτο διότι όχι μόνον η όποια απόπειρα λύσης του προβλήματος, αλλά ακόμη και η βασική κατανόησή του απαιτούν έναν ευρύ γεωγραφικό, χρονολογικό, βιβλιογραφικό και διεπιστημονικό ορίζοντα της έρευνας.
Περαιτέρω, η ενασχόληση με το συγκεκριμένο επιστημονικό πρόβλημα άνοιξε το δρόμο και την προσθήκη στο βιβλίο μιας επιπλέον πτυχής, πιο δοκιμιακής αυτή την φορά. Η «καταγωγή των Ελλήνων» ανήκει, δηλαδή, σε εκείνα τα ερευνητικά πεδία, τα οποία στην χώρα μας έχουν περιέλθει προ πολλού στην δικαιοδοσία κύκλων που κινούνται στην περιφέρεια ή εκτός της επιστήμης. Ένα πλήθος «ερευνών» και «ερευνητών» από τον δαιδαλώδη χώρο του αρχαιογνωστικού ψευδεπιστημονικού ερασιτεχνισμού έχει ήδη νοθεύσει σε έναν διόλου ευκαταφρόνητο βαθμό την σχέση μεταξύ της υπεύθυνης έρευνας και του ευρύτερου κοινού, ώστε ακόμη και τα ίδια τα ερευνητικά ερωτήματα να προκαλούν σχεδόν άσχημους συνειρμούς. Καθώς, λοιπόν, στα κεφάλαια του βιβλίου θίγονται διάφορα «ευαίσθητα» ζητήματα (όπως είναι π.χ. η σχέση έθνους και γλώσσας, έθνους και «φυλής», πολιτιστικής και «φυλετικής» [ή γενετικής] συνέχειας/ασυνέχειας, αλλά και ακόμη πιο ειδικά θέματα, όπως είναι η ταυτότητα της μινωικής γλώσσας και η ύπαρξη ή όχι «άγνωστων» προϊστορικών ελληνικών γραφών), διάφορες δημοφιλείς υπεραπλουστεύσεις, παρανοήσεις ή εκούσιες διαστρεβλώσεις των υπό συζήτησιν φαινομένων ανασκευάζονται μέσω της αντιπαραβολής τους με την υπεύθυνη επιστημονική μεθοδολογία. Μέσω του δοκιμιακού αυτού σκέλους του βιβλίου επιχειρείται μια δυναμική παρέμβαση στην συχνά προβληματική αντίληψη της ιστορικής και αρχαιολογικής έρευνας στην Ελλάδα, καθώς και στην διόλου σπάνια και πάντα επίκαιρη τάση κακοποίησής της.
Το τρίπτυχο αυτό, ερευνητικό, εγχειριακό και δοκιμιακό, δεν παύει να αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, που όπως και κάθε άλλο, συνδέεται άρρηκτα με τις συνθήκες και το πνεύμα της εποχής του. Η κρίση «συνεισέφερε» κι αυτή με διάφορους τρόπους στο συγκεκριμένο επιστημονικό και συγγραφικό εγχείρημα. Ιδίως η αβεβαιότητα για το μέλλον του γράφοντος (και πολλών συναδέλφων του) όσον αφορά την μελλοντική συνέχιση της ερευνητικής δραστηριότητας συνετέλεσε στο να αντανακλάται στο βιβλίο (και στο μέγεθός του) η προσπάθεια να προλάβει να εκτεθεί σήμερα ό,τι ίσως δεν θα μπορεί πλέον να εκτεθεί αύριο. Εν τέλει, ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να συμπεράνει αν ένα βιβλίο που προέκυψε μέσα από την περίοδο της κρίσης θα μπορούσε να μιλά και για την κρίση. Αν, δηλαδή, το παρόν και το μέλλον είναι πολύ πιο στενά συνδεδεμένα από όσο νομίζουμε με ένα παρελθόν πιο μακραίωνο, πιο βαθύ και πιο οικείο από ό,τι φανταζόμαστε…
Fior d’ Occidente
Στο εναρκτήριο κείμενο αυτού του ιστολογίου αναπτύξαμε με την μορφή μιας γενικής εισαγωγής τον κύριο άξονα του διαδικτυακού αυτού εγχειρήματος, δηλαδή την προβληματική εκείνη που αποτελεί το βασικό του θέμα και σε ένα λίγο πιο προχωρημένο στάδιο θα κάνει δυναμικότερα την εμφάνισή της στο πλαίσιο των αναρτήσεων. Πρόκειται για την αναθεώρηση του τρόπου, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε ό,τι μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ελληνική ταυτότητα», ιδίως σε σχέση με το παλαιό υπαρξιακό ερώτημα, το γνωστό και ακόμη επίκαιρο δίλημμα περί του πού ανήκει ο ελληνικός κόσμος: στην Ανατολή ή στη Δύση; Στο αρχικό εκείνο κείμενο παραθέσαμε ένα χρονολογικό παράδειγμα για να καταδείξουμε, εν είδει ενός πρώτου υπαινιγμού, την εγγενή αστοχία του συγκεκριμένου διλήμματος: παραπέμψαμε σε μια τυχαία ιστορική περίοδο, στην Ύστερη Αρχαιότητα, και καλέσαμε τον αναγνώστη να αναλογιστεί αν το νεοελληνικό υπαρξιακό δίλημμα περί της «Ανατολής» και της «Δύσης» θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε εφαρμογή ή οποιοδήποτε νόημα σε αυτή την περίπτωση. Επισημάναμε, επίσης, ότι εάν η συγκεκριμένη, συχνά σχεδόν γηπεδικού τύπου διχογνωμία αποδεικνυόταν ως μια εντελώς εσφαλμένη βάση για την μελέτη της πολιτιστικής ταυτότητας, τότε θα έπαιρνε μαζί της και μια ολόκληρη σχολή σκέψης περί του «ελληνικού προβλήματος» και των κατευθύνσεων που θα πρέπει να ακολουθήσει η σύγχρονη Ελλάδα ως προς την φιλοσοφία της κρατικής της θεμελίωσης και υπόστασης.
Αξίζει εδώ να τονίσουμε ότι ο εν λόγω προβληματισμός δεν χαρακτηρίζει μόνον Νεοέλληνες διανοουμένους, αλλά και ορισμένους μεγαλόσχημους οραματιστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, το ερώτημα «Ανατολή ή Δύση;» επανήλθε πριν από κάποιον καιρό στο στόμα του βετεράνου Γάλλου ευρωπαϊστή πολιτικού Βαλερύ Ζισκάρ ντ΄ Εστέν. «Η Ελλάδα είναι χώρα της Ανατολής και δεν έπρεπε να την δεχθούμε στην Ευρώπη» δήλωσε ο Ζισκάρ ντ΄ Εστέν, ο οποίος καταφεύγοντας στην επιφανειακή και ρηχή συνθηματολογία περί «Δύσης» και «Ανατολής» έκανε κάτι παραπάνω από το να μεταθέσει φοβικά τις δικές του ιστορικές ευθύνες για την ευρωκρίση σε άλλους παράγοντες: ενίσχυσε την ανησυχητική υποψία ότι τα θεμέλια της Ενωμένης Ευρώπης ήταν εξαρχής εξίσου σαθρά με αυτά του νεοελληνικού κράτους. Και καθώς η έννοια της «Ανατολής» στην περίπτωση της Ελλάδας έχει συνήθως ως στόχο να συσχετίσει τις νεοελληνικές παθογένειες με το οθωμανικό παρελθόν της Βαλκανικής, αξίζει να αφιερώσουμε στον κ. ντ΄ Εστέν και στους εν Ελλάδι ένθερμους θιασώτες της αντικατάστασης της «φουστανέλας» από το «φράκο» έναν δεύτερο υπαινιγμό, αυτή την φορά γεωγραφικό παρά χρονολογικό, για την προβληματική φύση του διπόλου Ανατολή-Δύση.
Την φορά αυτή, λοιπόν, δεν θα μεταφερθούμε σε μια άλλη εποχή, όπως με το παράδειγμα της Ύστερης Αρχαιότητας, αλλά σε μια γεωγραφική περιοχή. Πρόκειται για το Ιόνιο πέλαγος και το νοτιότερο (πλην Κυθήρων) νησί του, την Ζάκυνθο. Το νησί αυτό βρέθηκε πριν λίγους μήνες στο επίκεντρο της δημοσιότητας με αφορμή την σκανδαλώδη υπόθεση των ψευδών προνοιακών επιδομάτων. Όπως και σε άλλες περιοχές της χώρας, έτσι και στην Ζάκυνθο, «αποκαλύφθηκε» το κοινό μυστικό, ότι, δηλαδή, ένας μεγάλος αριθμός συμπολιτών μας λάμβανε κρατικά επιδόματα για παθήσεις που υπήρχαν μόνον στα χαρτιά. Το ιδιαίτερο στοιχείο στην περίπτωση της Ζακύνθου αφορούσε το επίδομα τυφλότητας. Από τους περίπου 400 ανθρώπους που είχαν δηλώσει τυφλοί, ώστε να δικαιούνται το σχετικό επίδομα, αποδείχθηκε ότι μόνον…34 ήταν πραγματικά αόμματοι. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των «τυφλών», άνω του 80%, δεν είχε στην πραγματικότητα κανένα σοβαρό πρόβλημα όρασης. Το πρόβλημα των πολιτών αυτών, τουλάχιστον σύμφωνα με την συνήθη προσέγγιση του θέματος, δεν ήταν στα μάτια, αλλά στην νοοτροπία. Όπως και σε άλλες περιοχές τις χώρες, έτσι και στο νησί αυτό του Ιονίου ένας μεγάλος αριθμός πολιτών δεν δίστασε να διαπλακεί με διεφθαρμένους υπαλλήλους και τοπικούς άρχοντες προκειμένου όλοι μαζί να εξαπατήσουν το κεντρικό ταμείο του κράτους, περίπου 300 χλμ. πιο ανατολικά. Μάλλον δεν αμφιβάλει κανείς ότι τον άξονα αυτής της διαδικασίας αποτέλεσε η πελατειακή συναλλαγή μεταξύ των πολιτών και ορισμένων υποψηφίων πολιτευτών του νησιού, η πρακτική, δηλαδή, που είναι γνωστή με την (μάλλον αραβικής προελεύσεως) τουρκική λέξη «ρουσφέτι» (rüşvet). Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη κλασικό παράδειγμα που μοιάζει να επιβεβαιώνει το ερμηνευτικό σχήμα «Ανατολή-Δύση». Οι πολίτες της Ζακύνθου επέδειξαν την γνωστή εκείνη «ανατολίτικη» συμπεριφορά έναντι του κράτους που, σύμφωνα με την δυτικόφρονα διανόηση στην χώρα μας (ή τον κ. Ζισκάρ ντ΄ Εστέν), είναι η αιτία της νεοελληνικής κρατικής κακοδαιμονίας. Το οθωμανικό αυτό κατάλοιπο πρέπει, κατά την άποψη αυτή, να αποβληθεί το ταχύτερο και να αντικατασταθεί από μια εξευρωπαϊσμένη ατομική νοοτροπία σεβασμού των νόμων, του κρατικού ταμείου και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.
Η αντίληψη αυτή μάς είναι πια τόσο οικεία, ξεκάθαρη και πειστική, ώστε δύσκολα φαντάζεται κανείς πως, ειδικά σε περιπτώσεις όπως αυτή της Ζακύνθου, αρκούν μερικά εντελώς απλά, εγκυκλοπαιδικής φύσεως δεδομένα για να υποσκάψουν καίρια την ισχύ της. Το πρόβλημα, δηλαδή, στο παράδειγμά μας είναι μια πολύ βασική, ιστορικού χαρακτήρα περιπλοκή: η Ζάκυνθος δεν υπήρξε ποτέ κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου (με εξαίρεση την Λευκάδα που βρέθηκε υπό τουρκική κατοχή επί περίπου 200 χρόνια, 1479-1684). Για την ακρίβεια, η Ζάκυνθος όχι μόνον δεν γνώρισε Τουρκοκρατία, αλλά για ένα μακρότατο χρονικό διάστημα, που ξεκινά αρκετά πριν την Τουρκοκρατία στις άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου, βρέθηκε υπό την κυριαρχία δυτικών δυνάμεων. Από το 1185, όταν αποσπάστηκε από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, έως και το 1864, όταν έγινε η ένωση των Επτανήσων με το νεοελληνικό κράτος, δηλαδή επί σχεδόν 7 αιώνες, η Ζάκυνθος βρέθηκε υπό την κατοχή, επικυριαρχία ή «προστασία» των Νορμανδών της Σικελίας, γαλλικών οίκων (d’ Anjou), ιταλικών οίκων (Orsini και Tocco), των Ενετών, των Γάλλων (1797-1799), καθώς και των Άγγλων (1815-1864). Από την περίοδο της Ενετοκρατίας προέρχεται και το γνωστό προσωνύμιο του νησιού ως Fior di Levante («Άνθος της Aνατολής»).
Όπως, βέβαια, δείχνει η ιστορική πορεία της Ζακύνθου και άλλων νησιών του Ιονίου, εδώ ο όρος «Ανατολή» δεν είχε ποτέ το οθωμανικό-βαλκανικό σημαινόμενο, με το οποίο γίνεται αντιληπτός στο πλαίσιο του διπόλου «Ανατολή-Δύση». Αντιθέτως, την εποχή που σε άλλες περιοχές της Ελλάδας άρχιζε η οθωμανική «Ανατολή», τόποι όπως η Ζάκυνθος είχαν ήδη προ πολλού περιέλθει στην ευρύτερη επικράτεια της «Δύσης», στην οποία και παρέμειναν ως την ενσωμάτωσή τους στο σύγχρονο ελληνικό κράτος. Με αυτό τον τρόπο διέγραψαν μια ιστορική διαδρομή που κανονικά θα έπρεπε να προκαλεί…ενθουσιασμό σε πολλούς ένθερμους ευρωπαϊστές και δυτικιστές στην Ελλάδα. Ιδίως σε όσους πάντοτε –και ειδικά σε περιόδους σαν αυτή που ζούμε σήμερα– καλοβλέπουν την ιδέα «να έρθουν να μας κυβερνήσουν οι ξένοι», όταν, βεβαίως, ως «ξένοι» νοούνται οι Δυτικοευρωπαίοι. Στην περίπτωση της Ζακύνθου, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με μια περιοχή της χώρας που την κυβέρνησαν πραγματικά οι ξένοι –ή τουλάχιστον οι ξένοι της αρεσκείας μας– και μάλιστα επί επτά ολόκληρους αιώνες. Κι όμως, καθώς φαίνεται, άνθρακες ο θησαυρός… Η ιστορία των επιδομάτων τυφλότητας στους εκατοντάδες Ζακύνθιους ψευδοτυφλούς δείχνει ότι, όπως και σε άλλα σημεία της επικράτειας του ελληνικού κράτους, έτσι και στο εν λόγω Fior d’ Occidente, στο «Άνθος της Δύσεως», κυριαρχούν τα ήθη της «Ανατολής». Πώς συνέβη αυτό; Τι…πήγε τόσο στραβά σε αυτή την περίπτωση ως προς την σχέση του δόγματος «Δύση-Ανατολή» με την πραγματικότητα;
Η πιο πιθανή απάντηση που ίσως θα λάμβανε κανείς είναι ότι «ναι, εντάξει, ήταν επτά αιώνες υπό δυτική κατοχή, αλλά εδώ και σχεδόν 150 χρόνια η Ζάκυνθος είναι ενσωματωμένη στο ελληνικό κράτος». Κάτι που με άλλα λόγια σημαίνει ότι στο χρονικό αυτό διάστημα τα «ανατολίτικα» ήθη προφανώς παρεισέφρησαν και στα άλλοτε δυτικίζοντα Ιόνια νησιά, αλλοτριώνοντάς τα με τις γνωστές εκείνες παθογένειες-εκφάνσεις της «οθωμανικής» ή «βαλκανικής» μιζέριας. Το πρόβλημα, ωστόσο, με αυτή την άποψη είναι ότι ακυρώνει την ίδια την αφετηρία της θέσης, την οποία προσπαθεί να «σώσει». Και τούτο διότι η αρχική αυτή θέση επενδύει σε μια ξεκάθαρα μακροϊστορική προσέγγιση, επικαλούμενη το μεγάλο χρονικό διάστημα των «αιώνων της Τουρκοκρατίας» και την μακροχρόνια και βαθιά επίδραση που αυτοί άσκησαν στους ελληνικούς πληθυσμούς. Συνεπώς, αν τώρα ισχυριστεί κανείς ότι 100-150 χρόνια είναι αρκετά ώστε να αλλάξουν άρδην κάποια βασικά στοιχεία των νοοτροπιών και των προτύπων συμπεριφοράς σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, τότε θέτει σε αμφισβήτηση την διακηρυχθείσα μακροϊστορική φύση του φαινομένου. Ή ομολογεί εμμέσως ότι δεν υπήρξε ποτέ μια συστηματική μελέτη του που να προηγήθηκε της διατύπωσης των συγκεκριμένων απόψεων. Εκτός αυτού, αν τα 150 αυτά χρόνια ήταν αρκετά για να εξαλείψουν τα «δυτικά ήθη» στην περίπτωση της Ζακύνθου, τότε πώς το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα δεν στάθηκε αρκετό για να εξαλείψει τα «ανατολικά ήθη» στην περίπτωση π.χ. της ηπειρωτικής Ελλάδας, η οποία ήδη από το 1830 και εφεξής προσπαθεί να διοικηθεί βάσει δυτικοευρωπαϊκής προελεύσεως κρατικών δομών, θεσμών, πολιτικών θεωριών, ιδεολογικών τάσεων, δυτικοτραφέντων πολιτικών και διανοουμένων και –για ένα σημαντικό διάστημα– και κεντροευρωπαϊκών βασιλικών δυναστειών; Γιατί εδώ το δυτικοευρωπαϊκό αυτό υπέρστρωμα (superstratum) όχι μόνον δεν εξάλειψε το υποτιθέμενο «ανατολικό» υπόστρωμα, αλλά το τελευταίο κατάφερε να…μολύνει ακόμη και περιοχές του ίδιου κράτους με προϋπάρχουσες δυτικίζουσες καταβολές;
Όπως ίσως αντιλαμβάνεται κανείς, το πρόβλημα με αυτά τα ζητήματα δεν είναι τόσο η δυσκολία των απαντήσεων που αναζητούνται, αλλά μάλλον ο προβληματικός χαρακτήρας των ερωτήσεων που έχουν προηγηθεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο ορθός τρόπος για να προσεγγίσει κανείς τα φαινόμενα είναι μάλλον να επιδιώξει μια τελείως διαφορετική βάση για την μελέτη τους. Μια βάση, η οποία να επιτρέπει την διερεύνηση της πραγματικής προέλευσης της πολιτιστικής ταυτότητας ενός πληθυσμού και όχι απλώς της μεταγενέστερης, εφήμερης αλληλεπίδρασης κάποιων στοιχείων της με άλλες πολιτιστικές σφαίρες. Αν και λόγω απρόβλεπτων, ανθρωπογενών παραγόντων η νέα αυτή ερευνητική αφετηρία δεν μπόρεσε να δρομολογηθεί εντός του 2012, οι διαχειριστές της ελληνικής και της ευρωπαϊκής χρεοκοπίας φρόντισαν να μην χάσει τίποτα από την επικαιρότητά της. Διότι, καθώς η προφητεία των Μάγια για το τέλος του κόσμου αποδείχθηκε πλέον εξίσου ακριβής με την πρόβλεψη ενός…άλλου προφήτη περί της εξόδου της χώρας στις αγορές την ίδια περίπου περίοδο, η κρίση θα μας συνοδεύσει αδιάκοπη και το νέο έτος. Αυτή την φορά, όμως, ίσως μπορέσουμε να την προσεγγίσουμε μέσα από ένα νέο επιστημονικό πρίσμα.
Ε.Ε. και (αν)ιστορικές προκλήσεις
Η πρόσφατη, σαφής ομολογία του W. Schäuble από του βήματος της γερμανικής βουλής ότι μια έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα μπορούσε να προκαλέσει την κατάρρευση της ευρωζώνης δεν θα πρέπει να…απασχολήσει ιδιαίτερα το εν Ελλάδι μνημονιακό μπλοκ. Είναι, άλλωστε, σαφές πλέον ότι ακόμη και ο ίδιος ο Θεός να εμφανιζόταν και να επαναλάμβανε την δήλωση του Schäuble, διαβεβαιώνοντας για την ορθότητά της και για τις προφανείς διαπραγματευτικές δυνατότητες που θα σήμαινε αυτό για την Ελλάδα και γενικότερα τον μεσογειακό νότο, το πιθανότερο είναι να εγκαλούσαν και Αυτόν για διαπλοκή με το «λόμπι της δραχμής». Ίσως, μάλιστα, να Του χρέωναν και μυωπική αντίληψη της ιστορίας και των προκλήσεών της. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επιχειρήματα, δηλαδή, που ακούμε συνήθως από αρκετούς ευρωπαΐζοντες διανοούμενους ή πανεπιστημιακούς είναι η βαθιά τους πεποίθηση ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι περίπου η μοίρα και η ιστορική νομοτέλεια της Ευρώπης. Είναι το φωτεινό μέλλον της ηπείρου, στο οποίο πρέπει αναντίρρητα να προσδεθεί και η Ελλάδα, και το οποίο οι μύωπες του ευρωσκεπτικισμού δεν αντιλαμβάνονται, εμμένοντας στις –κατά τους σχολιαστές αυτούς– σχεδόν παλαιοημερολογητικού στιλ απόψεις τους. Η ελαφρώς μεσσιανική αυτή προσέγγιση της ευρωπαϊκής ιστορίας έχει σαν αποτέλεσμα να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της διάφορες πτυχές του εγχειρήματος της Ενωμένης Ευρώπης. Και, όπως συμβαίνει συνήθως στις περιπτώσεις που η ιστορία οράται από την σκοπιά τάσεων περίπου θρησκευτικού χαρακτήρα, η ορθή αντίληψη της ιστορίας, των εξελίξεων και των προκλήσεών της κινδυνεύει να υποστεί βαριές στρεβλώσεις. Όσο λοιπόν ο κίνδυνος…παραμονής της χώρας στο ευρώ γίνεται ολοένα και μικρότερος, μετά και την νέα «ανάσα» που πήρε από τις (μη) αποφάσεις του τελευταίου Euro-Gruppe (Όιρο-Γκρούππε, για να το λέμε σωστά…), ας δούμε τρία ενδεικτικά παραδείγματα αυτού του είδους των ιστορικών στρεβλώσεων.
Το πρώτο παράδειγμα είναι ο ρόλος της Ε.Ε. στην εδραίωση της ειρήνης στην μεταπολεμική Ευρώπη. Η πρόσφατη απονομή του νόμπελ ειρήνης στην Ε.Ε. για την θεωρούμενη ως αναμφισβήτητη συνεισφορά της στον τομέα αυτό ήρθε να επιβεβαιώσει την αντίστοιχη άποψη των ένθερμων υποστηρικτών της Ενωμένης Ευρώπης: οι περίπου επτά δεκαετίες ειρήνης που ακολούθησαν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τουλάχιστον στην δυτική Ευρώπη, οφείλονται στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το συμπέρασμα μοιάζει εντελώς λογικό, σχεδόν αναμφισβήτητο. Κι όμως, εκκινώντας από μια λίγο πιο απροκατάληπτη βάση σκέψης, τα ίδια ιστορικά δεδομένα μπορούν να ερμηνευθούν πολύ διαφορετικά. Όποιος έχει δει τις εικόνες με τα ερείπια των γερμανικών πόλεων στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (π.χ. της Δρέσδης ή της Νυρεμβέργης), καταλαβαίνει αμέσως ότι οι δεκαετίες της ειρήνης που ακολούθησαν ήταν ουσιαστικά προδιαγεγραμμένες. H βασική υπαίτιος των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, η Γερμανία, είχε μεταβληθεί πλέον σε έναν κατεχόμενο σωρό ερειπίων, με αποδεκατισμένο τον μάχιμο πληθυσμό της. Οι «Γυναίκες των Ερειπίων», οι Trümmerfrauen, δεν θα μπορούσαν να έχουν ποτέ στο μυαλό τους την προετοιμασία κάποιας νέας πολεμικής αναμέτρησης. Αν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Γερμανία είχε ακόμη δυνάμεις για να ανασυγκροτήσει, μετά τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μαζί κάτι τέτοιο ήταν εντελώς αδύνατον. Εκτός αυτού, είναι κοινός τόπος στην ιστορία ότι περίοδοι ιδιαίτερα καταστρεπτικών πολεμικών συρράξεων ακολουθούνται σχεδόν νομοτελειακά από περιόδους ειρήνης και ειρηνιστικών ιδεολογικών τάσεων από τις μεταπολεμικές γενεές. Υπό το πρίσμα αυτό αντιλαμβάνεται κανείς ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υπήρξε περισσότερο το αποτέλεσμα της αναπόφευκτης μεταπολεμικής περιόδου ειρήνης και όχι η αιτία της. Το γεγονός ότι αυτή η μάλλον προφανής ερμηνευτική οπτική απουσιάζει πλήρως στον λόγο πολλών ευρωπαϊστών διανοουμένων στην Ελλάδα, προδίδει χαρακτηριστικά ότι η προσέγγισή τους ξεκινά περισσότερο από συχνά καλώς εννοούμενο, πλην όμως άκριτο φιλοευρωπαϊσμό και λιγότερο από ψυχρή αποτίμηση των δεδομένων.
Το δεύτερο παράδειγμα προκατειλημμένης ιστορικής προσέγγισης αφορά ειδικότερα το σκέλος της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης. Πρόκειται για την μάλλον ρομαντική άποψη ότι η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης είναι η φυσική απόληξη του μεταπολεμικού οράματος της γενικότερης ευρωπαϊκής ενοποίησης. Έχει, δηλαδή, ως χρονική της αφετηρία την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στοχεύει στην ισότιμη συνένωση των οικονομιών μιας σειράς επιμέρους κρατών, τα οποία υποτίθεται ότι δεν έχουν καμιά άλλη «ατζέντα» πλην του οράματος της Ενωμένης Ευρώπης. Στο σημείο αυτό, θα ανέμενε κανείς τουλάχιστον από ορισμένους ακαδημαϊκούς σχολιαστές, προερχόμενους ενίοτε από χώρους με κάποια επαφή προς την ιστορική, πολιτική και οικονομική ιστορία, να είναι, αν μη τι άλλο, λίγο πιο προσεκτικοί στην έκφραση τέτοιου είδους, ελαφρώς αστόχαστων ευρωπαϊστικών απόψεων. Ο λόγος είναι πως μια έστω και φευγαλέα ματιά στην ιστορία του 19ου και 20ού αιώνα μπορεί να προσφέρει μερικά…ενδιαφέροντα διδάγματα. Σε αυτά ανήκει π.χ. το γεγονός ότι ο επονομαζόμενος «Μείζων Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος» (Europäischer Grossraum/Europäische Grossraumwirtschaft) αποτέλεσε την μεγαλύτερη γεωοικονομική και στρατιωτική επιδίωξη της Γερμανίας ήδη πολύ πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για την ακρίβεια πρόκειται για έναν σχεδιασμό που ανάγεται στους χρόνους του Γερμανικού Τελωνειακού Ομίλου κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα (Deutscher Zollverein, 1834).
Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, το γενικότερο αυτό δόγμα με το αξιοσημείωτο ιστορικό βάθος όχι μόνον διατρέχει το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα με τις γνωστές γερμανικές στοχεύσεις κατά την διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, αλλά επανεμφανίζεται με χαρακτηριστική ομοιότητα σε άλλη μορφή και στην παρούσα συνάφεια, δηλαδή στο πλαίσιο της ευρωζώνης. Το γεγονός αυτό υπονομεύει καταρχάς καίρια την ανωτέρω αναφερθείσα οπτική, η οποία θεωρεί ότι η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης της Ευρώπης ξεπήδησε μόνον μέσα από το μεταπολεμικό εγχείρημα της Ε.Ε. Από την άλλη μεριά, μέσα από την ίδια κατάσταση πραγμάτων αναδεικνύεται και η αστοχία όσων επιμένουν να κάνουν μονοδιάστατους παραλληλισμούς της σημερινής Γερμανίας αποκλειστικά και μόνον με την περίοδο του ναζισμού. Είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με πιο μακροϊστορικές έξεις, αλληλένδετες με τις ιστορικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες στις διάφορες περιοχές της Ευρώπης. Στοιχείο των ιδιαιτεροτήτων αυτών είναι και το γεγονός ότι η παρούσα γερμανική ηγεσία πιθανόν θα απέκρουε με ειλικρινή έκπληξη και απορία την μακροϊστορική αυτή οπτική. Και τούτο διότι στο πλαίσιο ενός πολιτισμού «αψυχολόγητου» (κατά το «ασυλλόγιστος» ή «αφιλοσόφητος»), δηλαδή με χαρακτηριστική αλλεργία στην αυτό-ψυχολόγηση είτε σε επίπεδο ατομικής ψυχολογίας είτε στο πεδίο της εθνικής πολιτικής, μπορεί κανείς κάλλιστα να πιστεύει ότι εμφορείται από το ιδεώδες της Ενωμένης Ευρώπης την ίδια στιγμή που μεταφέρει σχεδόν μηχανιστικά και ασυνείδητα τις βαθύτερες καταβολές και αντιλήψεις του. Η περίπτωση των πολύ διαφορετικών αυτών μορφών ιστορικής ερμηνείας της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης καταδεικνύει και πάλι ότι αρκετοί υποστηρικτές του οράματος αυτού ίσως δεν έχουν εντοπίσει και τόσο σωστά το «ίχνος» της ιστορίας όσο ακράδαντα πιστεύουν.
Το τρίτο σχετικό παράδειγμα έχει να κάνει με τον ρόλο της Ε.Ε. στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού. Ένα ευρύ φάσμα ευρωπαϊστών ακαδημαϊκών αναλυτών, κυρίως από τους χώρους των οικονομικών, των διεθνών σχέσεων και των πολιτικών επιστημών, συνηθίζει να παρουσιάζει την ενοποίηση της Ευρώπης ως μια ιστορική αναγκαιότητα, απαραίτητη για να μπορέσει η ήπειρος να επιβιώσει μέσα στον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια μάλλον απλουστευτική αντίληψη των πραγμάτων. Ο λόγος είναι ότι, όπως (θα έπρεπε να) γνωρίζουν καλά τουλάχιστον οι προερχόμενοι από τον χώρο των οικονομικών, το συγκριτικό πλεονέκτημα σε περιόδους έντονου ανταγωνισμού δεν έγκειται στην απλή συνένωση μικρότερων οικονομικών ενοτήτων σε μία μεγαλύτερη. Δεν συνίσταται επίσης απλώς στην ύπαρξη μιας βιομηχανίας καλών εξαγωγικών προϊόντων, όπως είναι η γερμανική. Ούτε σίγουρα στο…ταλέντο να δελεάζει κανείς τους άλλους με την μονότονη επίκληση της φτήνιας (βλ. π.χ. την νέα σειρά διαφημιστικών εμετικής αισθητικής της Media Markt). Στην πραγματικότητα, από καταβολής κόσμου η λέξη-κλειδί στο πεδίο του οικονομικού ανταγωνισμού είναι άλλη: καινοτομία. Στον κρίσιμο αυτό τομέα εύκολα συνειδητοποιεί κανείς ότι η Ευρώπη και η κύρια οικονομία της, η γερμανική, υπολείπονται αισθητά άλλων οικονομικών χώρων. Εταιρείες κολοσσοί στην τεχνολογική πρωτοπορία και ιδίως στην αιχμή του δόρατος που είναι ο χώρος της πληροφορικής, όπως π.χ. η Google, η Apple, η Microsoft, η Samsung, καθώς και ευφυείς επιχειρηματικές ιδέες, όπως αυτή του Facebook, δεν έχουν ως σημείο αφετηρίας την Ευρώπη.
Ο λόγος για αυτή την εξέλιξη είναι απλός: η πιο ακμαία οικονομία της ηπείρου, η γερμανική, έχει ως βάση συγκεκριμένα πολιτιστικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού της. Σε αυτά ανήκουν π.χ. η εργατικότητα, η ακρίβεια, η συνέπεια, η οργάνωση, η πειθαρχία, η ευθυνοφοβία. Αυτά αρκούν μεν για την δημιουργία μιας επιτυχημένης εθνικής οικονομίας με άξονα τον εξαγωγικό τομέα, δεν αρκούν, όμως, για να προσδώσουν στην Γερμανία και στην οικονομική σφαίρα επιρροής της, δηλαδή την ευρωζώνη, το συγκριτικό πλεονέκτημα της καινοτομίας. Και τούτο διότι η καινοτομία απαιτεί κάποια άλλα πολιτιστικά χαρακτηριστικά: την εξωστρέφεια, την φαντασία, την ευελιξία, την ευστροφία, την τόλμη, την αισθητική. Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν βρίσκονται στην Γερμανία, αλλά σε μια άλλη γεωγραφική και πολιτιστική ζώνη της ηπείρου: την Μεσόγειο. Κατά συνέπεια, αυτό που πραγματικά θα μπορούσε να εκτοξεύσει την Ευρώπη στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού δεν είναι η απλή «πρόσθεση» των ευρωπαϊκών οικονομιών, με τις ασθενέστερες εξ αυτών να περιέρχονται σε κατάσταση οικονομικής, πολιτικής ή και πολιτιστικής υποτέλειας ως προς την πιο ισχυρή. Είναι ο επιτυχημένος και λειτουργικός συνδυασμός των πολιτιστικών χαρακτηριστικών στις διάφορες περιοχές της. Ένας τέτοιος συνδυασμός, όμως, είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει με δεδομένη την κατάσταση άρνησης ή μη νηφάλιας προσέγγισης της πολιτιστικής διαφοροποίησης που χαρακτηρίζει το εγχείρημα της Ε.Ε. Από την μια μεριά, ο γερμανόφωνος κόσμος της κεντρικής Ευρώπης αντιμετωπίζει με συμπλεγματική αποστροφή το «μεσογειακό ταμπεραμέντο» των Νοτίων, το οποίο στο πλαίσιο του γνωστού μονολιθικού ηθικισμού πρέπει απλά να…πάψει να υπάρχει προκειμένου οι χώρες αυτές να βρουν τον δρόμο της (γερμανικής) αρετής. Από την άλλη μεριά, σε χώρες σαν την Ελλάδα η παραδοσιακή ευρώστροφη διανόηση απλά «βραχυκυκλώνει» και μόνον στην ιδέα ότι εκτός από το αυτομαστίγωμα, που θεωρεί ως μοναδική αποστολή των Ελλήνων, χρειάζεται ενίοτε και μια πιο κριτική ματιά στα της Ευρώπης. Και τούτο διότι αν καταδειχθεί ότι ούτε οι άλλοι έχουν μόνον προτερήματα ούτε εμείς μόνον ελαττώματα, τότε ο εύκολος επαρχιωτισμός πρέπει να δώσει την θέση του στην κριτική ανάλυση. Και τότε τα πράγματα γίνονται δύσκολα…
Το πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της νοοτροπίας είναι να θεωρεί κανείς ότι θα προσελκύσει την «ανάπτυξη» και τα κεφάλαια της κεντρικής Ευρώπης αποκλειστικά μέσω της προσφοράς κινεζικού τύπου εργασιακών συνθηκών. Ούτε κουβέντα για τον δυναμικό ρόλο που θα μπορούσε να παίξει το εργατικό (π.χ. επιστημονικό) δυναμικό της Ελλάδας και των άλλων χωρών του Νότου στο πλαίσιο ευρωπαϊκών επενδύσεων σχεδιασμένων να αξιοποιήσουν δημιουργικά, με στόχο την καινοτομία, τόσο τα μεσογειακά όσο και τα κεντροευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Απελπιστικά παραδομένη στις πιο συμπλεγματικές εκδοχές του δόγματος «ανήκωμεν εις την Δύσιν», η πολιτική ηγεσία της χώρας κατέληξε τελικά να δυσφημεί συλλήβδην την χώρα και τους ανθρώπους της στο εξωτερικό. Συνοψίζοντας, επομένως, είναι ενδεχόμενο ότι η τάση ενός σημαντικού μέρους της ευρωπαϊκής-μνημονιακής διανόησης στην χώρα μας να μιλά με στόμφο για την ιστορική προοπτική της Ευρώπης, χωρίς στην πραγματικότητα να έχει ιδέα τι είναι η Ευρώπη, ίσως συνεισφέρει και αυτή ένα λιθαράκι στο να χάσει πιθανώς η γηραιά ήπειρος όλες τις (αν)ιστορικές της προκλήσεις: και της ειρήνης και της οικονομικής της ενοποίησης και της επιβίωσής της στον διεθνή ανταγωνισμό.
* Για μία πρόσφατη αναφορά στο θέμα του γερμανικού «Μείζονος Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου» στην ελληνική γλώσσα βλ. Η. Ηλιόπουλος, Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Μία ερμηνευτική προσέγγιση της συμπεριφοράς των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στην Ελλάδα, στο: Ι. Γεμενετζής – Η. Ηλιόπουλος (επιμ.), Επιχείρηση Καλάβρυτα. Η δράση της 117 Μεραρχίας Κυνηγών μέσα από τα γερμανικά αρχεία (Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 2012), σελ. 1, με βιβλιογραφικές παραπομπές 1-2.
«Ποια είναι η εναλλακτική λύση;»
Στο τμήμα Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Northwestern, στο Σικάγο των ΗΠΑ, κατέχει την έδρα του καθηγητή ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος. Πρόκειται για τον αρχαιολόγο Matthew Johnson που, αν και παιδί της θαλιδομίδης, κατάφερε μέσα από έναν σκληρό αγώνα ζωής να κάνει μια σημαντική ακαδημαϊκή καριέρα. Ως ένας από τους καλύτερους γνώστες της αγγλοσαξονικής αρχαιολογικής θεωρίας, ο Johnson πάντοτε είχε τον δικό του, ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο να μυεί τους φοιτητές του στα συχνά δύσβατα μονοπάτια της. Εξασκημένος να εντοπίζει την θεωρία πίσω από την εκάστοτε πράξη, συνηθίζει να λέει μια φράση που, όταν την είχα πρωτοακούσει, δεν είχα καταλάβει εντελώς το νόημά της: «όταν κανείς σάς λέει ότι δεν έχει θεωρία για τα πράγματα, να τον ρωτάτε πάντα τι είναι αυτό που προσπαθεί να κρύψει». Στην πορεία συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν όντως πολλές περιστάσεις στην επιστήμη και την ζωή που φωτίζουν το νόημα αυτής της ρήσης. Ένα από τα καλύτερα παραδείγματα, μάλιστα, για την κατανόησή της δεν είναι άλλο από την ελληνική κρίση και τον τρόπο, με τον οποίο ορισμένοι από τους υπερασπιστές των μνημονίων και της «πάση θυσία» παραμονής στο ευρώ προπαγανδίζουν τις θέσεις τους.
Όλοι μπορούμε να θυμηθούμε ότι, όταν κατά τους πρώτους μήνες της κυβέρνησης ΓΑΠ συντελέστηκε η (αυτο)υπονόμευση της δανειοληπτικής ικανότητας της χώρας και αυτή έφτασε στο χείλος της χρεοκοπίας, η προσφυγή στον μηχανισμό διάσωσης της τρόικας παρουσιάστηκε (και ακόμη παρουσιάζεται) ως η «μοναδική λύση», ως «η επιλογή της σωτηρίας έναντι της καταστροφής», ως μια πράξη που δεν είχε πίσω της μια συγκεκριμένη θεωρία, δηλαδή μια υποκειμενική θεωρητική προσέγγιση της ευρύτερης κατάστασης, αλλά συνιστούσε την αναγκαστική, «αντικειμενική» αντίδραση στις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί. Περαιτέρω, ένας από τους πιο προσφιλείς τρόπους υπογράμμισης του «αντικειμενικού» χαρακτήρα των κινήσεων που έγιναν υπήρξε από την αρχή η μεθοδευμένη επανάληψη εκ μέρους του μνημονιακού «λόμπι του ευρώ» του εξόφθαλμα υποβολιμαίου ερωτήματος «μα ποια είναι η εναλλακτική λύση;». Με αυτό τον τρόπο, οι διάφοροι υποστηρικτές της εν λόγω θέσης έγιναν κατά πρώτον κήρυκες επιστημονικού σκοταδισμού άλλων εποχών, δηλαδή της ιδέας ότι πίσω από την κάθε πράξη (πολιτική, οικονομική, επιστημονική, κλπ.) δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεωρία, αλλά μόνον…«αντικειμενικές» συνθήκες και το «αλάθητο» των ειδημόνων που διαχειρίζονται την μία και μοναδική λύση. Κατά δεύτερον, το συχνά ύποπτο, ενίοτε ίσως και πρακτορικό υπόβαθρο του προκλητικού πλέον ερωτήματος «ποια είναι η εναλλακτική λύση;» αναδεικνύεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι εναλλακτικές λύσεις, πολλές μάλιστα, έχουν προταθεί ήδη από τις αρχές της ελληνικής κρίσης και αυτής της ευρωζώνης.
Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, ότι διακεκριμένοι οικονομολόγοι, όπως π.χ. ο Γ. Στίγκλιτς, ξεκινώντας από την δική τους θεωρητική αφετηρία έχουν εδώ και καιρό κάνει λόγο για την ανάγκη εξόδου όχι της Ελλάδας, αλλά της Γερμανίας από το ευρώ προκειμένου να επιλυθεί η ευρύτερη ευρωπαϊκή κρίση. Πρόκειται για μια άποψη που μέχρι σήμερα συνεχίζει να εκφράζεται με ενάργεια και από άλλους σχολιαστές. Την ίδια στιγμή, συγκεκριμένες προτάσεις, εναλλακτικές ως προς τα προγράμματα διάσωσης, διατυπώνονται και από όσους εκκινούν θεωρητικά από την –ίσως ρομαντική– άποψη ότι η ευρωζώνη μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει στην παρούσα της σύνθεση, παρά τις έντονες εσωτερικές της προστριβές. Σε προτάσεις, όπως π.χ. αυτή των Γ. Βαρουφάκη-St. Holland, θεωρείται ότι είναι εφικτή μια συμβιβαστική, συστημική λύση της ευρωκρίσης βάσει μιας τελικώς κοινής αντίληψης του προβλήματος εκ μέρους όλων των εμπλεκομένων χωρών. Σε άλλο μήκος κύματος, πολλοί οικονομολόγοι με διεθνή απήχηση, όπως π.χ. ο Μ. Νόιμαν, ο Μ. Φέλντσταϊν, ο Ν. Ρουμπινί και ο H. Werner-Sinn, έχουν συχνά εκφράσει την άποψη ότι η ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με επιστροφή στο εθνικό της νόμισμα. Ενίοτε, μάλιστα, μοιάζουν να υπονοούν ότι στο ίδιο συμπέρασμα θα κατέληγε ακόμη και ένας πρωτοετής των οικονομικών, κάτι που, όμως, δεν επιτρέπεται να…πολυακούγεται, αφού οι υπό κρίσιν χώρες πρέπει να μείνουν με κάθε τρόπο (π.χ. υπό το κράτος καταστροφολογικών σεναρίων) «κλειδωμένες» στην ευρωζώνη.
Και πράγματι, σε αντίθεση με ό,τι συστηματικά διασπείρει το μνημονιακό στρατόπεδο στην χώρα μας, έχουν υπάρξει δηλώσεις κάποιων άλλων σημαντικών στελεχών της διεθνούς οικονομίας που διαλύουν τα σχετικά με την επιστροφή στην δραχμή σενάρια καταστροφής ή τουλάχιστον καταστροφής της Ελλάδας. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η δήλωση του επικεφαλής του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ινστιτούτου (IIF) Τ. Νταλάρα ότι σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ θα πτωχεύσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα…Μια δήλωση που έγινε τον Μάιο του 2012 και που αυτόματα σημαίνει ότι, αν το εν λόγω σενάριο μεταφερθεί δύο χρόνια πριν, την περίοδο της υπογραφής του ελληνικού μνημονίου, σαν αποτέλεσμα μιας ελληνικής εξόδου τότε πιθανώς θα έσπαγε ακόμη και το…γλυπτό του ευρώ έξω από την ΕΚΤ στην Φρανκφούρτη. Με δεδομένο ότι κανείς δεν θα άφηνε να συμβεί μια τέτοια καταστροφική εξέλιξη, γίνεται σαφές ότι το σενάριο που ήθελε την Ελλάδα εκτός ευρώ, με την υπόλοιπη ευρωζώνη ακόμη εντός του, δεν υπήρξε ποτέ ρεαλιστικό ενδεχόμενο. Αποτέλεσε απλώς το βασικό σενάριο καταστροφής που εξυπηρέτησε την όσο το δυνατόν πιο «ομαλή» υπαγωγή της χώρας στα συμφέροντα του μνημονίου. Αντιλαμβάνεται, επομένως, κανείς ότι, αν οι ελληνικές κυβερνήσεις αντί να παίξουν τον ρόλο διακινητή του φανταστικού αυτού σεναρίου αξιοποιούσαν την συγκεκριμένη κατάσταση ως πανίσχυρο διαπραγματευτικό όπλο, θα μπορούσαν να ωθήσουν τα πράγματα σε διαφορετική κατεύθυνση από αυτήν που διέλυσε την χώρα, εκφυλίζοντας ταυτόχρονα και την ίδια την ευρωζώνη. Ο λόγος που δεν το έκαναν δεν είναι οι «αντικειμενικές» συνθήκες, αλλά η δική τους «θεωρία» πίσω από τα πράγματα, την οποία αναπτύξαμε πρόσφατα περιγράφοντας τα υλικά και ψυχολογικά κίνητρα του ελληνικού «λόμπι του ευρώ».
Το ποια είναι η εναλλακτική λύση για το πρόβλημα της ευρωζώνης κατά την άποψη που αναπτύσσουμε σε αυτό το ιστολόγιο έχει εν πολλοίς ήδη διατυπωθεί και, φυσικά, όπως κάθε πρόταση που θέλει να διεκδικεί στοιχειώδη ειλικρίνεια και σοβαρότητα, ξεκινά από την δική της εκπεφρασμένη θεωρητική αφετηρία. Σύμφωνα με αυτήν, στο πλαίσιο του οράματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης μια ζώνη έντονης πολιτιστικής διαφοροποίησης, η Ευρώπη, εξελήφθη λανθασμένα ως μια ζώνη πολιτιστικής «κοινότητας». Σαν αποτέλεσμα, φαινόμενα που στην πραγματικότητα αποτελούν ιδιοσυγκρατικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά συγκεκριμένων πληθυσμών της Ευρώπης, γίνονται αντιληπτά ως απλές «πολιτικές» ή «στρατηγικές». Κορυφαίο παράδειγμα η «πολιτική» της λιτότητας, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πιστή αντανάκλαση του λαϊκού πολιτισμού της γερμανόφωνης κεντρικής Ευρώπης, του πολιτισμού του Sparen (δηλ. του διαρκούς εθισμού της αποταμίευσης, της πολιτιστικά…«σφιχτής» σχέσης με το χρήμα). Πρόκειται για μια πολιτιστική έκφανση που συνιστά τόσο λίγο «πολιτική» ή «ιδεολογική κατεύθυνση» όσο συνιστά π.χ. στον κόσμο της Μεσογείου η παραδοσιακή οικονομική αλληλοϋποστήριξη εντός της κάθε οικογένειας.
Ακόμη και κάποιος που δεν έχει εμπειρία ή γνώση του γερμανικού πολιτισμού, αρκεί να δώσει την λέξη «sparen» ως λήμμα στο Google, για να εμφανιστούν αμέσως 140.000.000 (!) αποτελέσματα. Αν τώρα δώσει ως λήμματα τις ελληνικές μεταφράσεις της έννοιας (π.χ. εξοικονόμηση, αποταμίευση), των οποίων η παρουσία στην ελληνική γλώσσα δεν είναι ούτε κατά προσέγγιση τόσο ισχυρή, καθημερινή και πανταχού παρούσα (χαρακτηριστικό είναι εδώ ότι η ελληνική μετάφραση της έννοιας διαμοιράζεται σε περισσότερες της μιας λέξεις και δεν συγχωνεύεται σε μία, κυρίαρχη λέξη), θα λάβει τα ακόλουθα αποτελέσματα: εξοικονόμηση (3.700.000), αποταμίευση (500.000), φειδώ (22.000). Ούτε από απόσταση δεν πλησιάζει την γερμανική…επίδοση και το ιταλικό «risparmio» με περίπου 32.000.000 αποτελέσματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο χαρακτηρισμός «πολιτισμός του Sparen» (Sparkultur) αποτελεί μια μάλλον καλοπροαίρετη και νηφάλια προσέγγιση, αν αναλογιστεί κανείς ότι το ίδιο φαινόμενο περιγράφεται από τον Μαξ Βέμπερ ως Zwang (Τσβανγκ=εμμονή, π.χ. Sparzwang), λέξη που χρησιμοποιείται στην γερμανική ιατρική ορολογία για να περιγράψει εμμονικές διαταραχές ή νευρώσεις (π.χ. ο όρος Zwangsstörung [αγγλ. Obsessive Compulsive Disorder]). Είναι μάλλον το σημείο που μπορεί κανείς να οικτίρει ορισμένους ιδιαίτερα…συνειδητοποιημένους μνημονιακούς, οι οποίοι από ένθερμοι τηλεκήρυκες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού κατέληξαν τελικά υπερασπιστές κεντροευρωπαϊκών νευρώσεων.
Υπό αυτό το πρίσμα γίνεται αντιληπτό ότι τα προβλήματα στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης είναι στην πραγματικότητα το εξής ένα: η προκρούστεια συνύπαρξη στο πλαίσιο της ίδιας οικονομικής ένωσης του γερμανόφωνου κόσμου της κεντρικής Ευρώπης με τις υπόλοιπες πολιτιστικές περιοχές της ηπείρου. Κατά συνέπεια, η λύση για το πρόβλημα της ευρωζώνης δεν βρίσκεται στην «μοναδική επιλογή» των καταστροφικών μνημονίων της λιτότητας, αλλά σε μια τελείως διαφορετική διάσταση: στην αναίρεση της πολιτιστικά ασύμβατης συνύπαρξης. Αυτή μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι η έξοδος της Γερμανίας από το ευρώ, η οποία μαζί και με τις βασικές, γερμανόφωνες δορυφόρους της (Αυστρία, Ολλανδία) θα μπορούσε να σχηματίσει μια χωριστή νομισματική υποένωση. Η αποχώρηση της Γερμανίας θα ήταν το «μαγικό ραβδί» για την απελευθέρωση της υπόλοιπης ευρωζώνης από τα δεσμά του πολιτισμού του Sparen, της αυτοκρατορίας της Εμμονής. Την επόμενη κιόλας μέρα η ΕΚΤ θα μπορούσε να λειτουργήσει όπως οι κεντρικές τράπεζες άλλων νομισματικών χώρων (π.χ. ΗΠΑ, Βρετανίας, Ιαπωνίας) παίζοντας ρόλο δανειστή εσχάτου ανάγκης, εκδίδοντας ευρωομόλογα και εξουδετερώνοντας οριστικά τις κερδοσκοπικές αγορές. Ο δεύτερος τρόπος είναι η λύση των «Ηνωμένων Εθνών της Ευρώπης», δηλαδή της συντεταγμένης εξόδου της Ευρώπης από το ευρώ και της επιστροφής σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση νομισματικά αυτοδύναμων κρατών.
Στα εύλογα ερωτήματα «μα πώς θα γίνουν αυτά;» και κυρίως «ποιος θα διώξει την Γερμανία από το ευρώ;», η απάντηση είναι απλή: η ίδια η Γερμανία. Αρκεί να βρει απέναντί της την δυναμική συσπείρωση της Γαλλίας και των PIGS (Πορτογαλίας, Ισπανίας, Ελλάδας και Ιταλίας), εκφραζόμενη με την απειλή τους να επιστρέψουν σε εθνικά νομίσματα αν η Γερμανία δεν απελευθερώσει άμεσα την νομισματική ένωση από την «πολιτική» της. Σε αυτή την περίπτωση –και πάντα στο πλαίσιο του πολιτισμού του Sparen– η αυτόβουλη επιστροφή της Γερμανίας στο μάρκο (ή στο νόμισμα μιας βόρειας υποένωσης) θα καταστεί μονόδρομος, με τους περισσότερους Γερμανούς πολίτες να μέμφονται την ηγεσία τους όχι για την αποχώρηση από την ευρωζώνη, αλλά για την αρχική προσχώρηση της χώρας τους σε αυτή. Αντιστοίχως, σε οποιοδήποτε άλλο σενάριο, μονόδρομος θα είναι για την νότια Ευρώπη η μετατροπή της σε μια μεταμοντέρνα εκδοχή της κομμουνιστικής Ανατολικής Ευρώπης: σε μια ζώνη οικονομικής καταστροφής, εξαθλίωσης ή και εθνικής διάσπασης (βλ. Καταλωνία), με την γερμανικής κοπής λιτότητα αυτή την φορά στον ρόλο του επίσης γερμανικής προελεύσεως κομμουνισμού. Όσο για την Ελλάδα, την μοναδική χώρα που απουσίασε εύγλωττα από την πρόσφατη σύνοδο των χωρών του Νότου στην Μάλτα, αυτή θα υποστεί ό,τι υφίσταται όποιος επιλέγει στον πόλεμο το λάθος στρατόπεδο. Διότι ιστορικά το στρατόπεδο της Γερμανίας είναι πάντα το στρατόπεδο της ήττας…









Πρόσφατα σχόλια