Ανασκαφικός τουρισμός: συζήτηση ή σύγκρουση;

Αυγούστου 7, 2014 5 σχόλια

Κάθε καλοκαίρι διεξάγεται στην Ελλάδα ένα πλήθος αρχαιολογικών ανασκαφών. Το φετινό καλοκαίρι, ωστόσο, έμελλε να μην περιλαμβάνει μόνο ανασκαφές, αλλά και πολύ λόγο περί των ανασκαφών. Αιτία το πρόγραμμα «Γίνε αρχαιολόγος για μία μέρα», το οποίο επιχείρησαν να υλοποιήσουν το ξενοδοχειακό συ­γκρότημα Costa Navarino σε συνεργασία με τους υπευθύνους της ανασκαφής στην αρχαία Μεσσήνη. Στο πλαίσιο του τουριστικού αυτού πακέτου, τουρίστες θα είχαν την δυνατότητα της συμμετοχής έναντι πληρω­μής (120 ευρώ την ημέρα) στις ανασκαφές για μια ημέρα ή μια εβδομάδα. Το εγχείρημα που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ προκάλεσε έντονη δημόσια αντιπαράθεση, καθώς προσδέθηκε γρήγορα στο υφι­στάμενο συγκρουσιακό πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης: από την μια μεριά μέσα και πρόσωπα φίλα προσκείμενα στην λεγόμενη μεταρρυθμιστική και (νεο)φιλελεύθερη πτέρυγα της ελληνικής πολιτικής (βλ. π.χ. τα τρία άρθρα της Μ. Κατσουνάκη στην εφημερίδα Καθημερινή [09/07-13/07-20/07/2014]) και από την άλλη οι σχετικές παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του κατά βάσιν επίσης αριστερών προσανατολισμών Συλ­λόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (ΣΕΑ). Η συγκεκριμένη αντιπαράθεση ανέδειξε για άλλη μια φορά ένα σημα­ντικό πρόβλημα της δημόσιας συζήτησης στην Ελλάδα που δεν είναι άλλο από το ότι σε περιπτώσεις σαν και αυτή μοιάζει να ενδιαφέρει περισσότερο η σύγκρουση παρά η (όποια) συζήτηση. Η έμφαση στην σύ­γκρουση δεν είναι φυσικά παράλογη αν ληφθεί υπόψιν ο σημαντικός ρόλος του συγκεκριμένου φαινομένου στο πλαίσιο των παραδοσιακών, μη αστικών καταβολών της ελληνικής κοινωνίας. Πράγματι, ο ανθρωπολο­γικός αναγω­γισμός των ιδεολογικών «επιφαινομένων», η ροπή περισσότερο στην βεντέτα και λιγότερο στον «σασμό», μοιάζει να ενισχύεται από ένα χαρακτηριστικό κομμάτι σε ένα από τα άρθρα της Κατσουνάκη. Εί­ναι το ση­μείο, όπου απορρίπτεται όχι μόνο το «όχι», αλλά και το «ναι μεν, αλλά» της άλλης άποψης, καθι­στώντας σαφές ότι αυτό που ενδιαφέρει εδώ δεν είναι η συζήτηση, αλλά η απόλυτη υποταγή της αντίθετης γνώμης, πιθανώς και η άνευ όρων συνθηκολόγηση του εχθρού πάνω στο USS Missouri…Αντίστοιχα φαι­νόμενα αδιαλλαξίας απαντώνται, όμως, συχνά και στην άλλη πλευρά. Ως «άλλη πλευρά» δεν νοείται εδώ συλλήβδην κάθε άν­θρωπος που εξέφρασε αμφιβολίες και αντιρρήσεις για πτυχές του ευρύτερου ζητήματος των ανοι­χτών ανα­σκαφών (στην κατηγορία αυτή, άλλωστε, αυτή δηλαδή όσων εκφράζουν τέτοιες αμφιβο­λίες, ανή­κει και ο γράφων, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια). Νοείται κυρίως η πλευρά εκείνη που δίνει την εντύ­πωση ότι εί­ναι εντελώς κλειστή στην προοπτική να συζητήσει, όχι αναγκαστικά με τους ακραίους και επιθε­τικούς εκ­προσώπους της άλλης άποψης (που είναι λογικό), αλλά ακόμη και με όσους θα ψέλλιζαν με διαλ­λακτική διάθεση κάποιο δικό τους «ναι μεν, αλλά» στα επιχειρήματά της.

Anaskafes

Ανασκαφές: δημόσιες ιδιωτικές ή και ιδιωτικές ιδιωτικές…;

Σαν αποτέλεσμα, η περίπτωση της αρχαίας Μεσσήνης, η οποία λόγω της εμπλοκής της ιδιωτικής πρωτο­βουλίας προσέφερε μια εξαιρετική αφορμή για σύγκρουση, απομονώθηκε από το ευρύτερο θέμα, στο οποίο εντάσσεται: το ζήτημα του ανασκαφικού τουρισμού ως μορφής εναλλακτικού τουρισμού. Είναι μάλλον βέβαιο ότι χωρίς την εμπλοκή του Costa Navarino το ζήτημα δεν θα είχε γίνει αντικείμενο θορυβώδους δη­μόσιας αντιπαράθεσης, όπως, άλλωστε, δεν έγινε η αναλυτική πρόταση των αρχαιολόγων Α. Τσαραβόπου­λου και Γκ. Φράγκου για τον ανασκαφικό τουρισμό. Βασικό θέμα της συζήτησης αυτής, όπως τουλάχιστον το αντιλαμβανόμαστε εμείς, είναι το αν πρέπει αν υπάρξει στην χώρα μας συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο που να επιτρέπει και να ρυθμίζει την επί πληρωμή συμμετοχή τουριστών σε αρχαιολογικές ανασκαφές. Διότι χω­ρίς προϋπάρχουσα, σχετική νομική ρύθμιση και νόμιμη αδειοδότηση, απλά και μόνο κάνοντας έφοδο με την σημαία των μεταρρυθμίσεων και του αφρι­κανικής κοπής ευρωπαϊσμού (αυτού με τα φετίχ), δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι συντρέχουν ακριβώς οι βέλτιστες συνθήκες για την υλοποίηση μιας τέτοιας πρωτοβουλίας. Στην ουσία του το ζήτημα μπορεί να δια­κριθεί σε τέσσερα υποζη­τήματα: το θέμα του ερασιτεχνισμού (αν, δηλαδή, δεχόμαστε γενικά να συμμε­τέχουν αρχαιολογικά ανειδί­κευτοι ιδιώτες-τουρίστες σε μια εξειδικευ­μένη επιστημο­νική δραστηριότητα, όπως η αρχαιολογική ανα­σκαφή), το θέμα του τρόπου συμμετοχής των ιδιωτών στις ανασκαφές (για πόσο χρόνο θα συμμετέχουν, τι εργασίες θα επιτραπεί να εκτελούν, κλπ.), το θέμα του αντιτίμου (αν, δηλαδή, δε­χόμαστε οι τουρίστες να πληρώνουν για την συμμετοχή τους αυτή) και, τέλος, το θέμα του φορέα (το ποιος θα δικαιούται να είναι ο αποδέκτης και διαχειριστής του αντιτίμου για την συμμετοχή).

Ως προς το πρώτο ζήτημα, το αν, δηλαδή, πρέπει να συμμετέχουν ανειδίκευτοι σε αρχαιολογικές ανασκα­φές, μπορεί καταρχάς να αναφερθεί το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει ήδη, πολύ συχνά και σε διάφορες μορφές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Θεωρητικά δεν είναι, φυσικά, λάθος η παρατήρηση του ΣΕΑ ότι υπάρχουν «κίνδυνοι που συνεπάγεται η συμμετοχή ανθρώπων άσχετων με την αρχαιολογία στη διαδικασία της ανασκαφής, της αναστήλωσης ή της συντήρησης». Στην πράξη, όμως, έχει αποδειχθεί ότι είναι η ίδια η φύση της ανασκαφής, η οποία περιλαμβάνει και δραστηριότητες αμιγώς εργατοτεχνικού ή καθαρά επικουρι­κού χαρακτήρα, που καθιστά εφικτή την συμμετοχή σε αυτήν και ανειδίκευτου προσωπικού. Αυτό αναγνω­ρίζεται, άλλωστε, και επίσημα από το ελληνικό κράτος και το υπουργείο πολιτισμού, το οποίο προκηρύσσει συνεχώς θέσεις για εργατοτεχνικό προσωπικό ΥΕ και ΔΕ. Σαφώς πολλοί από τους εργάτες αυτούς, ιδίως κάποιοι από τους αρχιτεχνίτες που δουλεύουν μέσα στα σκάμματα, έχουν συγκεντρώσει με τον καιρό με­γάλη ανασκαφική εμπειρία. Τυπικά, ωστόσο, δεν διαθέτουν ούτε αυτοί εξειδίκευση ΠΕ στην αρχαιολογία. Διαθέτουν απλώς (πέραν της εμπειρίας) την νομική κάλυψη και το πλαίσιο που ρυθμίζει την απασχόλησή τους σε συγκεκριμένες ανασκαφικές εργασίες, δηλαδή σε επιμέρους πτυχές μιας κατά τα άλλα εξειδικευμένης επιστημονικής δραστηριότητας, όπως είναι η αρχαιολογική ανασκαφή και γενικότερα η αρχαιολογία.

Εκτός αυτού, σε ό,τι αφορά το ζήτημα του ερασιτεχνισμού στην αρχαιολογία (πτυχές, του οποίου έχει θίξει και ο γράφων από άλλη θέση), συντρέχουν στην Ελλάδα συνθήκες που υπαγορεύουν μια κάποια μετριο­πάθεια στην προσέγγισή του. Όπως, δηλαδή, έχει αναλύσει σε άρθρο της το 2009 η Κ. Φουσέκη, στην Ελ­λάδα είναι συχνά οι ίδιοι οι αρχαιολόγοι που είναι επιφορτισμένοι, και μάλιστα δια νόμου, με το καθήκον του ερασιτε­χνισμού. Στο πλαίσιο, δηλαδή, μιας παρωχημένης αντίληψης για το ευρύτερο και σύνθετο πεδίο της πολιτι­σμικής κληρονομιάς ανατίθεται στους αρχαιολόγους η ευθύνη για πτυχές πολιτισμικής διαχείρισης που ανή­κουν (και) σε άλλες ειδικότητες. Ένα από τα παραδείγματα που αναφέρει η Φουσέκη αφορά το Κε­ντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ), ένα όργανο που παρά το ότι καλείται να διευθετεί ζητήματα στο ση­μείο επαφής μεταξύ της αρχαιολογικής δραστηριότητας και της κοινωνίας αποτελείται κατά βάσιν από αρ­χαιολόγους, οι οποίοι καλούνται να κάνουν και την δουλειά κοινωνιολόγων, ανθρωπολόγων ή κοινωνικών ψυχο­λόγων. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα που θα μπορούσαμε να προσθέσουμε αφορά τις περι­πτώσεις, όπου αρχαιολόγοι αναλαμβάνουν να κάνουν την δουλειά μουσειολόγων. Η διαμόρφωση π.χ. των εκθέσεων σε δύο από τα πιο σημαντικά νέα μουσεία της χώρας, το νέο Μουσείο της Ακρόπολης και το νέο Μουσείο Πα­τρών, ανατέθηκε σε δύο έμπειρους μεν αρχαιολόγους της παλαιότερης γενιάς, χωρίς όμως μου­σειολογική κατάρτιση και εξειδίκευση. Αρχαιολόγοι χωρίς ανάλογη ειδίκευση υπηρετούν, επίσης, συχνά και ως τμημα­τάρχες μουσείων στο πλαίσιο των τοπικών εφορειών αρχαιοτήτων. Και αυτό την ίδια στιγμή που υπάρχουν αξιόλογοι νέοι Έλληνες μουσειολόγοι με εξειδικευμένες σπουδές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το γεγο­νός, φυσικά, ότι αρχαιολόγοι νομιμοποιού­νται να λειτουργούν ενίοτε ως ερασιτέχνες κοινωνιολόγοι ή μου­σειολόγοι δεν σημαίνει από μόνο του ότι πρέπει να γίνουν και όλοι οι υπόλοιποι ερασιτέχνες αρχαιο­λόγοι. Είναι, όμως, ένα γεγονός που μπορεί ίσως να αμβλύνει λίγο τον αντιπαραγωγικά απόλυτο χαρακτήρα που ενίοτε προσλαμ­βάνει η σχετική επιχειρηματολο­γία.

Περνώντας π.χ. στο δεύτερο σημείο, δηλαδή το θέμα του τρόπου συμμετοχής των ιδιωτών στις ανασκαφές, θα μπορούσε να οριοθετηθεί μέσα από σχετική συζήτηση το πεδίο δραστηριοποίησης τους. Είναι χαρακτηρι­στικό ότι ως τώρα οι σχετικές παρεμβάσεις δεν εξειδικεύουν όσο θα έπρεπε το συγκεκριμένο σημαντικό σημείο, παρά το ότι υπάρχουν αρκετές και συγκεκριμένες πτυχές μιας ανασκαφής, στις οποίες μπορεί να απα­σχοληθεί το μη εξειδικευμένο προσωπικό. Σε αυτές ανήκουν π.χ. ο έλεγχος των αφαιρούμενων επιχώσε­ων για τυχόν ευρήματα που έχουν διαφύγει της προσοχής, το κοσκίνισμα του χώματος, το ξεχώρισμα –με κα­τάλληλες οδηγίες και επίβλεψη– των διαφορετικών κατηγοριών κεραμεικής (π.χ. κεραμίδες από όστρακα αγγείων), η βοήθεια κατά την πραγματοποίηση των ανασκαφικών μετρήσεων, η βοήθεια στο γράψιμο των ανασκαφικών πινακίδων-καρτελών, η βοήθεια στην φωτογράφηση της ανασκαφής (τοποθέτηση κλίμακας, του βέλους του βορρά, του πίνακα των ανασκαφικών στοιχείων), το πλύσιμο οστράκων αγγείων υπό την επί­βλεψη συντηρητή, καθώς και η τακτοποίηση των ευρημάτων στις αποθήκες. Επίσης, όσοι από τους συμμε­τέχοντες τουρίστες μπορούν, είναι δυνατό να συνεισφέρουν στην δημιουργία σκαριφημάτων για το ανασκα­φικό ημερολόγιο και να προσφέρουν πρακτική βοήθεια στις μετρήσεις που χρειάζονται οι αρχιτέκτονες και σχεδιαστές της ανασκαφής για την δημιουργία των ανασκαφικών σχεδίων. Με αυτό τον τρόπο οι συμμε­τέχοντες τουρίστες απασχολούνται σε ένα οριοθετημένο φάσμα πρακτικών επικουρικών δραστηριοτήτων της ανασκαφής, χωρίς να εμπλέκονται ούτε στις πιο εξειδικευμένες αρχαιολογικές παραμέτρους της, αλλά ούτε και να περιορίζονται αποκλειστικά στις όχι και τόσο ελκυστικές, αμιγώς χειρωνακτικές εργασίες.

Το γεγονός ότι οι ανωτέρω εργασίες είναι επικουρικές δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι προσφέρονται οπωσδή­ποτε και για εμπειρία της «μιας ημέρας». Σε μία μόνο ημέρα ούτε ο ίδιος ο τουρίστας θα αποκομίσει πολλά πράγματα από την συμμετοχή του στην ανασκαφή, αλλά ούτε και η ανασκαφή μπορεί να λειτουργήσει ικα­νοποιητικά αν το επιστημονικό της προσωπικό πρέπει κάθε πρωί να εξηγεί τα ίδια πράγματα σε διαφορετι­κούς ανθρώπους. Αντιθέτως, αν η ίδια ομάδα τουριστών συμμετέχει στην ανασκαφή για μεγαλύτερο διάστημα, ας πούμε ενδεικτικά για τουλάχιστον δύο εβδομάδες, τότε μπορεί ήδη από την δεύτερη-τρίτη μέρα να αρχίσει να εξοικειώνεται με την διαδικασία και την ροή της ανασκαφής. Δύο τουλάχιστον εβδο­μάδες συμμετοχής είναι κατά την γνώμη μας απαραίτητες για να αναπτυχθεί και ένας λίγο πιο ισχυρός δεσμός με την αρχαιολογική θέση και το φυσικό της περιβάλλον. Εκτός αυτού, ένας τουρίστας που θα ξέρει εκ των προτέρων ότι θα απασχοληθεί για ένα διάστημα τουλάχιστον δύο εβδομάδων στην ανασκαφή, είναι πιθανό ότι θα πηγαίνει σε αυτήν πιο συνειδητοποιημένος και με μεγαλύτερη σοβαρότητα ως προς τα κίνητρα και την διάθεση συνεργασίας με το επιστημονικό προσωπικό της ανασκαφής. Μια τέτοια προσέγγιση είναι συμ­βατή με την πρόταση των Τσαραβόπουλου-Φράγκου, όπου γίνεται λόγος για ανασκαφικές διακοπές διαρκεί­ας τουλάχιστον ενός μηνός. Δεν εναρμονίζεται, αντιθέτως, με την οπτική της βραχυπρόθεσμης συμ­μετοχής των τουριστών (π.χ. για μία ή δύο ημέρες), στο πλαίσιο της οποίας δίνεται σαφώς η εντύπωση πως η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της εμπορευματοποίησης της ανασκαφής, άσχετα με το ποιος είναι ο αποδέκτης και διαχειριστής του αντιτίμου συμμετοχής.

Γιατί, όμως, να δεχθούμε γενικά το να πληρώνουν ιδιώτες για να συμμετέχουν σε αρχαιολογικές ανασκα­φές; Γιατί να μην συμμετέχουν σε αυτές εθελοντικά, χωρίς χρηματικό αντίτιμο, όπως γίνεται ήδη σε πολλές περιπτώσεις (χωρίς συνήθως να διατυπώνεται και η ένσταση περί ανειδίκευτων ή ερασιτεχνών); Κατά την άποψή μας, η προοπτική αποδοχής μιας τέτοιας άποψης συνδέεται με το κατά πόσο αποδεχόμαστε την ιδέα του ανασκαφικού τουρισμού ως μορφής εναλλακτικού τουρισμού. Χιλιάδες τουρίστες πληρώνουν κάθε χρόνο χρηματικό αντίτιμο για υπηρεσίες πολιτιστικού τουρισμού, π.χ. επισκέψεις και μουσεία και αρχαιολο­γικούς χώρους, στις οποίες, ειδικά στην Ελλάδα, λίγες φορές τους παρέχεται η δυνατότητα μιας πιο βιωμα­τικής, συμμετοχικής και κονστρουκτιβιστικής εμπειρίας, όπως π.χ. υπαγορεύουν οι σύγχρονες θεωρητικές προ­σεγγίσεις στην μουσειολογία. Αν υποτεθεί, συνεπώς, ότι αφήνουμε κατά μέρος το ζήτημα του ερασιτε­χνισμού (είτε με την μορφή της ένστασης για την συμμετοχή ανειδίκευτων ιδιωτών στις ανασκαφές είτε με αυτή της απόφανσης με αμιγώς αρχαιολογικά, και ως εκ τούτου εν μέρει ερασιτεχνικά κριτήρια για ένα ζή­τημα ευρύτε­ρης πολιτισμικής διαχείρισης, όπως είναι ο ρόλος της ανασκαφής), τότε η πρόταση των Τσαρα­βόπουλου-Φράγκου μπορεί να αποτελέσει μια καλή βάση συζήτησης για την ενσωμάτωση των ανασκαφών στην σφαίρα του εναλλακτικού τουρισμού. Η πρότασή τους για την δημιουργία ζωντανών αρχαιολογικών πάρκων, στην διαμόρφωση των οποίων θα με­τέχουν ενεργά οι ίδιοι οι τουρίστες, η μετατροπή των τελευταί­ων από παθητικούς επισκέπτες σε δρώντα υποκείμενα, η ανάληψη εκ μέρους του επιστημονικού προσωπι­κού ενεργού διδακτικού ρόλου (με σεμινάρια και μαθήματα πάνω σε πτυχές της ιστορίας και της αρχαιο­λογίας), καθώς και η παράλληλη επαφή και με τα πιο σύγχρονα στοιχεία του εκάστοτε τόπου (π.χ. τα τοπικά προϊόντα, τους παρα­γωγούς της περιοχής, κλπ.) έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας αξιόλογης υπηρεσίας εναλ­λακτικού τουρισμού, για την οποία κάθε άλλο παρά παράλογο μπορεί να θεωρηθεί το χρηματικό αντίτιμο εκ μέρους των συμμετεχόντων τουρι­στών.

Ποιος φορέας, όμως, θα πρέπει να δικαιούται να διοργανώνει τέτοιου είδους προγράμματα ανασκαφικού τουρισμού και να εισπράττει, φυσικά, το σχετικό αντίτιμο; Η πρόταση των Τσαρα­βόπουλου-Φράγκου προ­κρίνει την συγκρότηση συνεταιριστικών επιχειρηματικών ομάδων που θα περιλαμβάνουν τους εργαζομένους στον χώρο (αρχαιολόγους, συντηρητές, σχεδιαστές, εργάτες, λογιστές, κ.ά.) σε συνεργασία με τοπικές επαγ­γελματικές ενώσεις (ξενοδόχων, εστιατόρων, ταξιδιωτικών πρακτόρων και όλων των εμπλεκομένων στον τουρισμό), καθώς και με τους πολιτιστικούς συλλόγους της εκάστοτε περιοχής, όπου θα βρίσκεται η ανα­σκαπτόμενη αρχαιολογική θέση. Η δική μας άποψη είναι ότι, αν και σαφώς μια πρόταση, όπως η ανω­τέρω, μπορεί να αποτελέσει βάση συζήτησης, η υλοποίηση τέτοιων προγραμμάτων ανασκαφικού τουρισμού είναι καλύτερα να λαμβάνει χώρα σε ένα πιο αμιγώς αρχαιολογικό-ερευνητικό πλαίσιο. Προτεραιότητα πρέπει να είναι το να διασφαλίζονται κάθε φορά οι όσο το δυνατόν καλύτεροι όροι διεξαγωγής της ανασκαφής, κάτι που σημαίνει ότι επικεφαλής του κάθε προγράμματος πρέπει να είναι το επιστημονικό προσωπικό της. Η εν­σωμάτωση στην εκάστοτε συνεταιριστική ομάδα με όρους ισοτιμίας και μη επιστημονικού προσωπικού (π.χ. ξενοδόχων, ταξιδιωτικών πρακτόρων) δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για τους κινδύνους νόθευσης της ανα­σκαφικής και αρχαιολογικής διαδικασίας με προτεραιότητες άσχετες με αυτήν. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι π.χ. η χρήση φρασεολογίας του τύπου «γίνε αρχαιολόγος για μια μέρα», η οποία μπορεί να θεω­ρείται επικοινωνιακά θεμιτή από έναν ιδιώτη του ξενοδοχειακού κλάδου, από την σκοπιά του επιστήμονα, όμως, συνιστά όχι μόνο έμπρακτη εξαπάτηση του τουρίστα (αφού στην πραγματικότητα δεν γίνεται αρ­χαιολόγος, αλλά απλώς βοηθά τους αρχαιολόγους), αλλά και στοιχείο ευτελισμού της ίδιας της επιστήμης (αφού καλλιεργείται έτσι η αίσθηση ότι η αρχαιολογία είναι επιστήμη που την μαθαίνεις σε μια μέρα ή μια εβδομάδα). Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι σε ανάλογα προγράμματα στο εξωτερικό συναντά κανείς τον πιο με­τριοπαθή τίτλο «ανασκαφή για μια μέρα» (dig for a day). Αντιθέτως, οι κίνδυνοι αυτοί ελαχιστοποιούνται αν το δικαίωμα δημιουργίας και προσφοράς των προγραμμάτων ανασκαφικού τουρισμού επιφυλάσσεται σε ομάδες επιστημονικού αρχαιολογικού προσωπικού. Του προσωπικού, δηλαδή, το οποίο σε αντίθεση με άλ­λους απασχολούμενους στον χώρο του ευρύτερου τουρι­σμού (π.χ. ξενοδόχους) αντιμετωπίζει οξύτατα προ­βλήματα ανεργίας (αρχαιολόγοι, συντηρητές, αρχι­τέκτονες, σχεδιαστές).

Ακόμα, όμως, κι αν φανταστούμε τις συνεταιριστικές αυτές ομάδες ως αμιγώς επιστημονικές ως προς την σύνθεση, δεν αναιρείται το γεγονός ότι τα μέλη τους θα ασκούν μια δραστηριότητα με χαρακτηριστικά (και) ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Μπορεί να τεθεί, επομένως, το ερώτημα αν είμαστε υπέρ του αρχαιολόγου, ο οποίος συμμετέχει σε διαδικασίες που, όπως λέει ο ΣΕΑ, «ιδιωτικοποιούν την επιστημονική έρευνα». Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι κατά πρώτον ότι για να επιμένουμε στο θέμα της ιδιωτικοποίησης πρέπει από την άλλη πλευρά να υπάρχει –ουσιαστικά και όχι μόνο τυπικά– δημόσιος χαρακτήρας. Όποιος, όμως, ζει στην Ελλάδα γνωρίζει καλά ότι η διάκριση ιδιωτικού και δημοσίου είναι πολύ συχνά ρευστή. Και αυτό διότι είναι το ίδιο το «δημόσιο» που πολλές φορές λειτουργεί με όρους προσωπικών, ιδιωτικών μονοπωλιακών συμφερόντων, προσώπων ή ομάδων. Για παράδειγμα, εθιμικού ή παραδοσιακού τύπου ιδιωτικοποίηση των αρχαιοτήτων έχουμε κάθε φορά που ένας αρχαιολόγος διατηρεί de facto επ΄ αόριστον τα δικαιώματα μελέτης και δημοσίευσης ενός συνόλου αρχαιολογικού υλικού. Ιδιωτικοποίηση της αρχαιολογικής κληρονομιάς έχουμε όταν σύνολα ευρη­μάτων ταξιδεύουν ενίοτε ακόμη και ολόκληρους νομούς για να ασφαλιστούν στις «προσωπι­κές» αποθήκες του ιδιοκτήτη των δικαιωμάτων μελέτης τους. Ιδιωτικοποίηση πόρων του δημοσίου έχουμε κάθε φορά που ένας αρχαιολόγος βάζει υφισταμένους του να κάνουν δουλειά για αυτόν, ακόμα και να συγγράφουν επιστη­μονικές δημο­σιεύσεις, χωρίς να αναφέρονται μετά πουθενά τα ονόματά τους. Ιδιωτικοποίηση του δημοσίου έχουμε κάθε φορά που αρχαιολόγοι, σε αγαστή συνεργασία με ιδιωτικές εταιρείες, προσλαμβάνουν χωρίς ή με φωτογρα­φικές προκηρύξεις προσωπικό για σωστικές ανασκαφές. Ιδιωτικοποίηση του δημοσίου συνιστά η ιταμή φράση «θα σε βάλω εγώ στην Χ ανασκαφή», η οποία έχει ακουστεί πολλές φορές από χείλη αρ­χαιολόγων, οι οποίοι παίζουν στην «κατηγορία ΠΕ» το ίδιο παιχνίδι που συνήθως οι πολιτευτές κάθε πε­ριοχής παίζουν στις «κατηγορίες ΥΕ και ΔΕ» (συχνά το εργατοτεχνικό προσωπικό των ανασκαφών «απο­καθίσταται» από τοπι­κούς πολιτευτές, ενώ το αρχαιολογικό προσωπικό από αρχαιολόγους της υπηρεσίας). Εννοείται, φυσικά, ότι τέτοια κρούσματα «παραδοσιακού τύπου» ιδιωτικοποίησης του δημοσίου δεν απαντούν μόνο στην αρχαιο­λογική υπηρεσία, αλλά και σε πολλές άλλες πτυχές του (ένας υψηλά ιστάμε­νος αρχαιολόγος που π.χ. βάζει τους εργάτες της υπηρεσίας να κάνουν δουλειές στο κτήμα του δεν διαφέρει από έναν στρατιωτικό που ως διοικητής τάγματος βάζει τους φαντάρους με πτυχία να κάνουν δωρε­άν ιδιαίτερα μαθήματα στα παιδιά του).

Κατά συνέπεια, και με δεδομένο ότι φαινόμενα, όπως τα ανωτέρω, ουδέποτε έχουν προκαλέσει αντι­δράσεις σαν αυτές που προκαλεί η κεφαλαιοκρατικού τύπου ιδιωτικοποίηση, γεννάται το ερώτημα γιατί όσοι είναι εκτός του δημοσίου πρέπει να στερηθούν το δικαίωμα να κάνουν ό,τι πολύ συχνά κάνουν οι εντός αυ­τού: να επιχειρήσουν, νόμιμα και υπό συγκεκριμένους όρους, να «στεγάσουν» το δικό τους δίκτυο διαπροσωπικών σχέσεων σε αυτοχρηματοδοτούμενα σχήματα ανα­σκαφικού τουρισμού, τα οποία θα δίνουν την δυνατότητα της αρχαιολογικής έρευνας κυρίως σε όσους πιθα­νώς να μην βρουν ποτέ πλέον πρόσβαση στο ελληνικό δημόσιο (αρχαιολογική υπηρεσία ή πανεπιστήμιο). Εδώ μπορεί, φυσικά, κανείς να διερωτηθεί: το ότι υπάρχουν ιδιωτικά «μαγαζιά» εντός του δημοσίου σημαίνει ότι πρέπει αυτά να νομιμοποιηθούν και εκτός αυτού; Πιο ορθή λύση δεν είναι απλά να προσπαθήσουμε να εξαλειφθούν τα φαινόμενα ιδιωτικοποίησης εντός του δημοσίου; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι μια τέτοια προσέγγιση ξεκινά από ορισμούς του «δημοσίου» και του «ιδιωτικού» που δεν μοιάζουν να έχουν ιδιαίτερη σχέση με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας. Στην Ελλάδα τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό (υπό την δυτική έννοια) προσλαμβάνονται και πραγματώνονται σε μεγάλο βαθμό με τους όρους της ίδιας ανθρωπολογίας διαπροσωπικών σχέσεων και δικτυώσεων.

Συνεπώς, η λύση δεν είναι η διαρκής και πρακτικά ανώφελη καταγγελία της συγκεκριμένης «νοοτροπίας», αλλά η αποδοχή της ως δεδομένου και η δημιουργία κατάλληλων συνθηκών, ώστε να μην έχει μόνο το δημόσιο το μονοπώλιο του ιδιωτικού…Μέσα σε σαφές νομικό πλαίσιο, υπό την διεύθυνση αποκλειστικά επιστημονικού αρχαιολογικού προσωπι­κού και απασχολώντας ομάδες του­ριστών επί πληρωμή για διάστημα τουλάχιστον δύο εβδομάδων, σε συ­γκεκριμένο φάσμα επικουρικών ανα­σκαφικών εργασιών και χωρίς εμπορικά απατηλές υποσχέσεις για την μεταμόρφωσή των τουριστών σε «αρ­χαιολόγους για μια μέρα», τα προγράμματα ανασκαφικού τουρισμού που εξετάσαμε θα μπορούσαν πράγματι να προα­γάγουν και την αρχαιολογική έρευνα και την τουριστική ανάπτυξη στην Ελλάδα. Για να γίνει, όμως, κάτι τέτοιο πρέπει να περάσουμε από την σύγκρουση στην συζή­τηση και από την βεντέτα μεταξύ των ιδεο­λογικών «επιφαινομένων» να αναχθούμε στα υποκείμενα στοιχεία μιας ανθρωπολογίας που στην Ελλάδα υπάρχει εξίσου ως «δημόσιο» και ως «ιδιωτικό».

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» – Διάλογοι με αναγνώστες

Ιουλίου 19, 2014 17 σχόλια

Εξώφυλλο-βράβευσηΣτον ενάμιση περίπου χρόνο της κυκλοφορίας του το βιβλίο «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» Οι υπεύθυνες απαντήσεις της επιστήμης και η παρούσα κατάσταση της έρευνας για την πρώτη αρχή του ελληνικού πολιτι­σμού έτυχε σίγουρα μιας πολύ θετικής υποδοχής από ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, προερχομένων τόσο από τον χώρο των επιστημών όσο και εκτός αυτών. Ιδίως η ανταπόκριση εκ μέρους πολλών ανθρώπων που δεν προέρχονται από τον χώρο των αρχαιογνωστικών επιστημών ή της επιστήμης γενικότερα υπήρξε από την πρώτη στιγμή εξαιρετικά θερμή και σημαντική. Και αυτό διότι ένας από τους βασικούς στόχους του βιβλίου υπήρξε ευθύς εξαρχής το να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό με κάποιους από τους όρους που εκείνο είχε διαμορφώσει. Με άλλα λόγια, ιδίως στις ανθρωπιστικές επιστήμες η κάθε συγγραφική ή επι­στημονική εργασία είναι ούτως ή άλλως πάντα το κοινωνικό προϊόν της επαφής μας με πολλούς ανθρώπους. Τους ανθρώπους με τους οποίους συζητάμε διαρκώς τα όσα μας συμβαίνουν, αυτούς που με τις παρατηρή­σεις και συμβουλές τους μας βοηθούν να διαμορφώνουμε τον τρόπο και το ύφος της γραφής μας, αυτούς που μας δίνουν κατά καιρούς την δυνατότητα και το βήμα είτε να δημοσιεύσουμε είτε να παρουσιάσουμε με άλλους τρόπους τις σκέψεις μας, αυτούς που μας κάνουν εποικοδομητικά σχόλια, μας δίνουν πολύτιμη ανα­τροφοδότηση, εκφράζουν την διαφωνία τους μαζί μας, κλπ. Κατά συνέπεια, το να διαπιστώνουμε ότι πολλοί από τους ανθρώπους αυτούς ξαναβρίσκουν σε ένα έργο μας κάποιες οικείες γραμμές σκέψης ή ότι αισθάνο­νται πως έχουν ληφθεί υπόψιν προβληματισμοί που κατά κάποιον τρόπο είναι και δικοί τους είναι (τουλάχι­στον για τον γράφοντα) η μεγαλύτερη ικανοποίηση. Ιδίως αν το θέμα μας έχει να κάνει με ευαίσθητα ζητή­ματα ταυτότητας, με τα οποία η προβληματική της προέλευσης ή της καταγωγής δεν ταυτίζεται μεν πλήρως, αλλά σίγουρα συνδέεται.

Κατά το διάστημα που μεσολάβησε από την πρώτη έκδοση του βιβλίου έως και σήμερα πολλοί ανα­γνώστες ήρθαν σε επαφή μαζί μου, θέτοντας ερωτήματα και εκφράζοντας απόψεις και σκέψεις επί των θε­μάτων του. Τόσο τα ερωτήματα όσο και οι γενικότεροι αυτοί προβληματισμοί είχαν ως κοινό σημείο το με­γάλο ενδιαφέρον για τα θέματα που εξετάζονται στο βιβλίο, καθώς και την ιδιαίτερα προσεκτική και ενδε­λεχή ανάγνωσή του. Σε κάποιες περιπτώσεις που οι συζητήσεις αυτές εξελίχθηκαν σε μια ιδιαίτερα γόνιμη ανταλλαγή απόψεων ζήτησα από τους εν λόγω αναγνώστες την άδεια να αναδημοσιεύσω την σχετική αλλη­λογραφία μας. Ο λόγος εί­ναι ότι αρκετά από τα ζητήματα και ερωτήματα που τίθενται όχι μόνο έχουν επιστημονικό ενδια­φέρον, αλλά ενδεχομένως έχουν απασχολήσει ήδη και άλλους αναγνώστες του βι­βλίου ή γενικότερα ασχολούμενους με κάποια από τα ζητήματα που αυτό ερευνά. Με αυτή την αφορμή και από αυτή την θέση θα ήθελα να ευχαριστήσω για άλλη μια φορά τόσο τους συγκεκριμένους αναγνώστες, η αλληλογραφία με τους οποίους αναπαράγεται στον χώρο των σχολίων, όσο και όλους γενικά τους ανθρώπους που έχουν στηρίξει ως τώρα με το ειλικρινές τους ενδιαφέρον την εκδοτική αυτή προσπάθεια.

 

Malanthropus Patrensis

OlpeΤον 7ο αιώνα π.Χ., κατά την λεγόμενη Πρώιμη Αρχαϊκή ή Ανατολίζουσα περίοδο, παρατηρείται στην αρχαία ελληνική αγγειογραφία μια χαρακτηριστική τάση διακόσμησης των αγγείων με ζω­φόρους. Σειρές άγριων ζώων περιτρέχουν συχνά τα αγγεία, ιδίως αυτά της πρωτοκορινθια­κής κεραμεικής παράδοσης (π.χ. αρύβαλλοι, οινοχόες, κλπ.). Τα τελευταία χρόνια η διακοσμητι­κή αυτή τάση έχει ερμηνευτεί στην έρευνα με έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο. Έχει, δηλαδή, θεω­ρηθεί ότι η έντονη αυτή παρουσία ζωφόρων στα αγγεία της Αρχαϊκής Εποχής σχετίζεται με τις διαδικασίες αστικοποίησης που λάμβαναν χώρα την περίοδο εκείνη στον ελλα­δικό χώρο. Η επαναλαμβανόμενη παρουσία άγριων ζώων στα αγγεία συμβολίζει την αντιδια­στολή ανάμεσα στον μη αστικό χώρο της άγριας φύσης από την μια μεριά και στον σταδιακά διαμορφούμενο αστικό κόσμο της πόλεως από την άλλη.

Εδώ ο όρος «αστικός» δεν έχει, φυσικά, την ταξική έννοια, με την οποία φορτίστηκε στο πλαί­σιο της γερμανόφωνης κοινωνιολογίας και πολιτικής θεωρίας του 19ου αιώνα. Σε αυτή την περί­πτωση αναφέρεται κυρίως στις αλλαγές στον τρόπο και στην αντίληψη της ζωής, καθώς και στον βαθμό κοινωνικής πολυπλοκότητας που επέφερε η αστικοποίηση, δηλαδή η συνύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων εντός των τειχών του αστικού περιβάλλοντος. Μια εξέλιξη, η οποία σε ό,τι αφορά την ηπειρωτική και νη­σιωτική Ελλάδα είχε πάντοτε ιδιαίτερη σημασία, αφού εδώ η δια­χρονικά τυπική συγκρότηση σχετικά μικρών οικισμών δεν υπαγορευόταν μόνον από δημογραφικούς ή γενικότερα πολιτιστικούς λόγους, αλλά και από την χαρακτηριστική γεω­μορφολογία του τόπου. Συνεπώς, με αυτή του την έννοια ο όρος «αστικός» μοιάζει να αποκτά πολύ μεγαλύτερη συνάφεια με σημαντικά ζητήματα της ιστορικής και πολιτιστικής εξέλιξης στην Ελλάδα απ’ ό,τι με την κεντροευρωπαϊκή του νοηματοδότηση.

Και αυτό διότι είναι ενδιαφέρον να προσπαθήσει κανείς να διερευνήσει σε τι συνίσταται η «άγρια φύση» των αρχαϊκών αγγείων στο πλαίσιο μιας πιο βαθιάς, ανθρωπολογικής προσέγγι­σης. Ποια είναι τα «άγρια ζώα» των ζωφόρων που αντιπαρατίθενται στον αστικό κόσμο; Η προσπάθεια απάντησης του ερωτήματος περνά σίγουρα μέσα από την μελέτη των βασικών αν­θρωπολογικών χαρακτηριστικών του μη αστικού χώρου, ένα από τα οποία είναι ο χαμηλότερος βαθμός κοινωνικών διαφοροποιήσεων. Το φάσμα π.χ. των βιοποριστικών και λοιπών ενασχο­λήσεων είναι σε αυτόν πολύ μικρότερο απ’ ό,τι η διαρκώς αυξανόμενη ποικιλομορφία επαγγελ­ματικών εξειδικεύσεων και ειδικών ενδιαφερόντων που απαντά στον ανεπτυγμένο αστικό χώρο. Σαν αποτέλεσμα, αντίστοιχος είναι και ο βαθμός διαφοροποίησης όσον αφορά την πνευ­ματική συγκρότηση και την κουλτούρα της συμπεριφοράς. Στην μη αστική, παραδο­σιακή κοι­νωνία η πάροδος του χρόνου και η ηλικία συχνά δεν διαφοροποιούν σχεδόν καθόλου την κα­τάσταση εκείνη κοινών παραστάσεων, παρόμοιων εμπειριών και κοινού πνευματικού ορίζοντα που χα­ρακτηρίζει τα μέλη της. Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται και ένα ιδιαίτερα σαφές πλαί­σιο ανταγωνισμού για το ποιος είναι κάθε φορά πιο μπροστά πάνω στην ίδια λίγο-πολύ «γραμ­μή». Στον αστικό χώρο, αντιθέτως, το κοινό αυτό έδαφος μοιάζει να διατηρείται μόνο μέχρι τις τελευ­ταίες τάξεις του σχολείου, αφού λίγο μετά θα αρχίσει η έντονη απόκλιση ενασχολήσεων, ενδια­φερόντων και αντιστοίχως διαφορετικών κοινωνικοποιητικών διαδικασιών που λαμβάνει χώρα μέσα στο πλαίσιο της αστικής ποικιλομορφίας.

Στον μη αστικό χώρο, ο μικρός πληθυσμός, οι μικρές αποκλίσεις του και οι έντονα φυσικές κα­ταβολές του ανθρωπολογικού του υποβάθρου καθορίζουν μερικούς κύριους άξονες αντίληψης της ζωής και της κοινωνίας. Χαρακτηριστική είναι συχνά μια κουλτούρα συμπεριφοράς που έχει ως διαρκές σημείο αναφοράς, αλλά και αντα­γωνισμού τις πιο βασικές λει­τουργίες ενός πρωτεύο­ντος θηλαστικού (όπως το γένος Homo), δη­λαδή την γενετήσια ορμή και την εξασφάλι­ση και απόλαυση της τροφής. Μέσα από την καλή επίδοση στο θέμα της προσωπικής και επαγ­γελματικής ή οικονομικής αποκατάστασης, όπως θα λέγαμε σήμερα, επιτυγχάνεται η κοινωνική αποδοχή και η εναρμόνιση με τα παραδοσιακά πρότυπα. Αντιθέτως, σαφώς δακτυλοδεικτούμε­νοι είναι όσοι εκφράζουν έναν αποκλίνοντα τρόπο ζωής και μια διαφορετική κουλτούρα συμπε­ριφοράς, όσοι π.χ. «καθυστερούν» την προσωπική τους αποκατάσταση για χάρη άλλων προ­σωπικών στόχων, όσοι δεν αρέσκονται στους διαρκείς, σε­ξιστικής φύσεως αστεϊσμούς ή όσοι δεν μπαίνουν στην διαδικα­σία απλουστευτικού ανταγωνι­σμού ως προς τις διάφορες «αποκατα­στάσεις» και επιδόσεις, αμ­φισβητώντας έτσι de facto το «κοινό έδαφος», επί του οποί­ου ο αντα­γωνισμός αυτός αναπτύσ­σεται. Ο αρνητισμός, η καχυ­ποψία και η συμπλεγματική ζη­λοφθονία ή και επιθετικότητα απένα­ντι σε κάθε τρόπο ζωής που αποκλίνει από τις απλές αυτές αντιλήψεις κομφορμισμού (ομοιο­μορφίας) συνδέονται άρρηκτα και με γενικότερες τάσεις συντη­ρητισμού και εσωστρέφειας. Πα­ράλληλα, τα βασικά αγροτοποι­μενικά ορμέμφυτα ανταγωνι­σμού και κυ­ριαρχίας εκδηλώνονται συχνά και μέσα από διάφορες μορφές αγρικότητας στην συμπεριφορά. Σε αυτές ανήκουν π.χ. η λεκτική σκαιότητα με διαρκείς, έντο­νες φωνές και επι­πλήξεις, η γενι­κότερα θορυβώδης συμπεριφορά, η ψυχολογική βία ή ακόμη και η φυσική βία στο πλαί­σιο «αν­δρικών» και πατριαρχικών αντιλήψεων για τις σχέσεις φύλων και γενεών.

Arvanitika choria Achaias

Οι αρβανίτικοι οικισμοί στην βορειοδυτική Πελοπόννησο (τέλη 19ου-αρχές 20ού αι. [πηγή])

Ο λόγος, ωστόσο, που ο αγγειογράφος της Αρχαϊκής περιόδου αισθανόταν την ανάγκη ανα­φοράς στην «άγρια φύση» του μη αστικού χώρου ήταν ίσως η εμπειρία ότι η αντίληψη ζωής του τελευταίου δεν περιοριζόταν πάντα εκτός των τειχών της πρώιμης πόλεως. Αντιθέτως, όπως ήδη υπονοήθηκε, σε πρώιμες ή στρεβλές αστικοποιητικές διαδικασίες η μη αστική κουλτούρα και νοοτροπία μπορεί να είναι παρούσα και σε έναν χώρο με φαινομενικώς αστικά χαρακτηρι­στικά, ενίοτε και με σεβαστό μέγεθος. Περίπου εκατό χιλιόμετρα πιο δυτικά από το άλλοτε κέντρο της πρωτοκορινθιακής αγγειογραφίας και λίγες χιλιάδες χρόνια μετά την εποχή του μπο­ρεί κανείς να συναντήσει ένα από τα πολλά παραδείγματα στην Ελλάδα ενός τέτοιου, φαινομε­νικά αστικού χώρου. Ή δια­φορετικά, ενός χώρου με άριστες αστικές προϋποθέσεις, οι οποίες επρόκειτο, όμως, να εξαλει­φθούν από στοιχεία της «άγριας φύσης» που κάποτε απλώς τον πε­ριέβαλλε και τελικά σε μεγάλο βαθμό τον κατέλαβε. Στην Πάτρα των αρχών του 21ου αιώνα, ακόμη και η ίδια η χωροταξία της πόλης μαρτυρεί την κατάπνιξη ενός αρχικά αστικού πυρήνα από τα μη αστικά στοιχεία. Ο κε­ντρικός πολεοδομικός ιστός του Στ. Βούλγαρη με το ορθογωνι­σμένο σύστημα δρόμων και οικο­δομικών νησίδων περι­βάλλεται πλέον από τις επεκτάσεις του αρχικού σχεδίου πόλεως που πα­ρουσιάζουν την χαρακτηριστική, άναρχη χωροταξία χω­ριού. Η εσωστρέφεια συγκεκριμένων μορφών του μη αστικού χώρου εκφράζεται και σε πιο μακροσκο­πικό επίπεδο, με την έλλει­ψη σύγχρονης διασύνδεσης της πόλης με τον έξω κόσμο (μέχρι πρότι­νος το μοναδικό κομμάτι κανονικού αυτοκινητοδρόμου από τα Γιάννενα ως την Κόρινθο ήταν το οδόστρωμα της γέφυ­ρας Ρίου-Αντιρρίου). Και εντός της πόλης, όμως, η σε μεγάλο βαθμό εγκατάλειψη του μοναδικής ομορφιάς παραλιακού με­τώπου μοιάζει να προδίδει τις ορεσίβιες αγροτοποιμενικές καταβολές ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Καταβολές άσχετες με την ιστορία και κουλτούρα μιας πόλης-λιμανιού με πα­ράδοση εξωστρέφειας και επαφών με τον έξω κόσμο. Κα­ταβολές, άλλω­στε, πληθυσμιακών ομάδων που εν μέρει, παρά τον γλωσσικό και εθνικό εξελ­ληνισμό τους, η παρουσία τους στον γεωγρα­φικό και πολιτιστικό αυτό χώρο έχει σχετικά μικρό χρονικό βάθος. Διόλου τυ­χαία, ο πιο πολυ­σύχναστος πεζόδρομος της πόλης (αυ­τός της οδού Ρ. Φεραί­ου) βρίσκεται στο εσωτερικό του αστικού ιστού και όχι στο παραλιακό τμήμα, όπως θα ανέμενε κανείς.

Περνώντας στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων, ιδιαίτερα συχνά είναι τα στοιχεία αρνητικής και εμπαθούς αντιμετώπισης των αντικομφορμιστικών τάσεων και γενικότερα της απόκλισης από το «κοινό έδαφος» αντίληψης της ζωής, της εξωτερικής εμφάνισης, των συ­μπεριφορών και ενδιαφερόντων. Σε μικρότερες ηλικίες, η κυριαρχία συγκεκριμένων προτύπων συμπεριφοράς (π.χ. κουλτούρας γηπέδου, αυτονόητης χυδαιότητας, κραιπάλης και σεξισμού) δημιουργεί τις προϋποθέσεις παρενοχλήσεων και εκφοβισμών (bullying) της μειονότη­τας όσων εμφανίζουν συνειδητά ή ασυνείδητα τάσεις διαφοροποίησης από αυτά. Σε μεγα­λύτερες ηλικίες, παρόμοια φαινόμενα κάνουν συχνά την εμφάνισή τους σε πιο συ­γκαλυμμένη μορφή, για παράδειγ­μα ως διαρκές, κακόβουλο κουτσομπολιό και δήθεν χιουμοριστικές, έντεχνες σεξιστικές νύξεις έναντι όσων εκφράζουν ένα προφίλ χαμηλών τόνων, διακριτικότητας και λεπτότητας. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η σοβαρή ενασχόληση με την επιστήμη, η οποία συνιστά ένα από τα κα­τεξοχήν προϊόντα του αστι­κού πολι­τισμού. Αυτή γίνεται συνήθως αποδεκτή μόνο όταν προσαρ­μόζεται σε συγκεκριμένες, μη αστικές αντιλήψεις περί βιοποριστικής και κοινωνικής αποκα­τάστασης (αν υπάρ­χει π.χ. μια μόνιμη θέση σε ένα δη­μόσιο ίδρυμα). Αν όχι, τότε η ίδια ενα­σχόληση μπορεί να προ­καλεί αντιδράσεις που ξε­κινούν από απλά ειρωνικούς χαρακτηρισμούς («χόμπι», «φοιτηταριά», «τεμπέληδες») για να φτάνουν ενίοτε σε συστηματική προσπάθεια απα­ξίωσης ή και επιθετικής παρενόχλησης (π.χ. με σχόλια για την εικα­ζόμενη οικο­νομική δυνατότη­τα των ασχολούμενων με την έρευνα, με συχνή υπόμνηση των σημείων, στα οποία θεω­ρούνται ότι αυ­τοί «έχουν μείνει πίσω», με εσκεμμένη παραφθορά ακόμη και των ονομάτων τους επί το «λαϊκότερο», κ.ο.κ.). Σε χαρακτηριστική αντίφαση με τις ανωτέρω τάσεις, αρκετοί από τους εκ­φραστές τους επιδεικνύουν συχνά έναν σχεδόν παιδι­κό εντυπω­σιασμό ως προς στοιχεία της σύγχρονης τε­χνολογίας (π.χ. αυτοκίνητα, μηχανές, τη­λεοράσεις, υπολογιστές), που η κατα­σκευή ακόμα και μεμονωμένων εξαρτημάτων τους προ­ϋποθέτει, φυσι­κά, άπειρες ώρες έρευνας και αναρίθμητες επιστημονικές εργασίες. Δεν είναι, βε­βαίως, τυχαίο ότι όσο κινούμαστε προς το μη αστικό περι­βάλλον τόσο πε­ρισσότερο ακόμα και τα προϊόντα αυτά της σύγχρονης τεχνολο­γίας προσαρ­μόζονται στο πλαί­σιο των γνωστών ορ­μεμφύτων ανταγωνι­σμού και αγρι­κότητας (π.χ. υπερβο­λική ταχύτητα, εκκωφαντικός θόρυ­βος εξατμήσεων, επικίνδυνες φιγούρες με τις μη­χανές, καταναλωτικός νεοπλουτισμός, κλπ.).

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι εδώ και η ειδικότερη ανθρωπολογία της οδικής συμπεριφοράς. Οι μη αστικές καταβολές προδίδονται και πάλι εύγλωττα από την μαζική έκταση φαινομένων ιδιοποίησης του αστικού χώρου, όπως π.χ. το συστηματικό διπλο(ή τριπλο)παρκάρισμα, συχνά ακόμη και με ανοιχτούς καθρέφτες ή και πόρτες. Τίποτα, ωστόσο, δεν συγκρίνεται με την σο­καριστική εμπειρία της εθνικής οδού Πα­τρών-Πύργου, καθώς και της παλαιάς οδού Πα­τρών-Αράξου. Στο πλαίσιο αυτής της λίγο παράξενης, πλην όμως λίαν αποκαλυπτικής επι­τόπιας ανθρωπολογικής έρευνας μπο­ρεί κανείς να δει να περνούν μπροστά στα μάτια του όλα τα δομικά στοιχεία του τοπικού, μη αστικού αν­θρωπολογικού περιβάλλοντος. Αυτό αντανα­κλάται π.χ. στα συνεχή και βίαια προσπε­ράσματα, τα οποία παρα­πέμπουν ευθέως στην αντίλη­ψη της μίας και μοναδικής «γραμμής» και στο ένστικτο αντα­γωνισμού ως προς το ποιος θα βρε­θεί πιο «μπροστά» πάνω σε αυτήν, στις συχνές επιθετικές πα­ρενοχλήσεις («κολλήματα», χειρονο­μίες και κορναρίσματα) απέναντι σε όποιον οδηγεί «αντισυμ­βατικά» (με ήπια οδηγική συμπερι­φορά, σε φυσιολογικές ταχύτητες, κλπ.), στον ακατέργαστο εντυπωσιασμό από τα έντονα στοι­χεία της τεχνολογίας (θόρυβος, τα­χύτητα, κλπ.), κ.ο.κ. Περιτ­τό, φυσικά, να αναφερθεί το πλή­θος των «ατυχημάτων», στα οποία έχει οδηγήσει η διαχείρι­ση ενός επιστημονικού επιτεύγμα­τος-προϊόντος του αστικού πολιτισμού με όρους ακριβώς αντί­στροφους από αυτούς που το δη­μιούργησαν.

Patras

Να εύχεσαι να μην είναι μακρύς ο δρόμος για την πόλη…

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ευρύτερης αυτής προβληματικής είναι το γεγονός ότι οι ανωτέρω συμπεριφορές και τάσεις δεν αφορούν, όπως ίσως θα υπέθετε κανείς, μόνον αν­θρώπους με πλήρη έλλειψη παιδείας ή παραστάσεων αστικής ζωής. Πολύ συχνά τα συγκεκρι­μένα φαινόμενα αναπαράγονται και από ανθρώπους με φαινομενικά πολύ διαφορετικό προφίλ: αποφοίτους σχολίων και πανεπιστήμιων, κατόχους μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων, ενίοτε και με εμπειρίες ζωής στο εξωτερικό, συχνά και από ανθρώπους υψηλά ταξινομημένους στο πλαίσιο της ταξικής ανάλυσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται σαφές πόσο ισχυρή είναι η δομή των ανθρωπολογικών χαρακτηριστικών που αυτονόητα και ανύποπτα μεταδίδονται από γενιά σε γενιά. Ακόμη και η ανώτατη πανεπιστημιακή παιδεία μοιάζει να μην έχει την παραμι­κρή επίδραση επάνω στις συμπαγείς προαστικές νοοτροπίες ανταγωνισμού και προκρούστειου εξισωτισμού. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η στάση μερικών φορέων των εν λόγω τάσεων ως προς ένα ιδιάζον στοιχείο της νεοελληνικής κρατικής ορ­γάνωσης που δεν είναι άλλο από τον ελληνι­κό στρατό και την θητεία σε αυτόν. Η σουρεαλιστικών διαστάσεων, διαχρονικά παροιμιώδης δυσλειτουργία του συγκεκριμένου συ­στήματος, η κριτική ανάλυση της οποίας υπό άλλες συνθή­κες θα έπρεπε να κυριαρχεί επί οποιασδήποτε άλλης προσέγγισης, δίνει συχνά την θέση της σε μια χαρακτηριστικά διαφορετική στάση. Στο πλαίσιο της τελευταίας η αναφορά στο θέμα επιτε­λεί ενίοτε λειτουργία κοινωνικού ανταγωνισμού και «τιμής», με την εμμονική επίκληση του ποιος έκανε την «δυσκολότερη» θητεία, ποιος χρησιμοποίησε ή όχι «βύσμα», ποιος υπηρέτησε πραγμα­τικά και ποιος όχι, κλπ. Η έντονη απροθυμία ανάλυσης των συστημικών παθογενειών που θα μπορούσαν να εξηγήσουν με άλλους όρους τις διάφορες δυσλειτουργίες και ανισότητες συνδέε­ται στενά με μια στρεβλή πρόσληψη του εξισωτι­κού χαρακτήρα της θητείας. Η βίαιη αναίρεση των διαφοροποιήσεων, μεταξύ αυτών και της διάκρισης μη αστικού και αστικού χώρου, που δυνητικά λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της θητεί­ας, γίνεται ασμένως αποδεκτή όχι για λόγους ισότητας απέναντι στην ευθύνη υπεράσπισης της πατρίδας (λόγους που συνήθως προβάλλονται υπο­κριτικά), αλλά καθαρά στο πλαίσιο μη αστικού τύπου κοινωνικού και διαπροσωπικού ανταγω­νισμού. Η στρατιωτική (επαν)επιβολή του κομφορμισμού που έχει πάψει να υφίσταται εκτός στρατοπέδου προσφέρει, δηλαδή, μια μοναδική ευκαιρία ξεκαθαρίσματος κοινωνικών και ανθρωπολογικών λογαριασμών. Σαν απο­τέλεσμα, παγιώνεται η κατάσταση αδράνειας του κοι­νωνικού συστήματος, αφού εκτοπίζεται αυτόματα ως κοινωνικά «μη λειτουργική» κάθε σοβαρή συζήτηση για τις τρα­γικές παθογένειες της θητείας στον ελληνικό στρατό και τις προοπτικές μεταρρύθμισής της.

Εκτός του στρατού, κατά την είσοδό τους στον αστι­κό χώρο οι μη αστικές νοοτροπίες τυγ­χάνουν, όμως, υποδοχής και από άλλες δομές. Ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς π.χ. να συνα­ντήσει καταστάσεις που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να συνδέονται αποκλειστικά με στοιχεία θρησκευτικού συντη­ρητισμού ή και σκοταδισμού. Παρά ταύτα, σε κεί­μενα π.χ. όπως αυτό (προερχόμενο από εκ­κλησιαστικό παράγοντα της πόλης) βλέπει κανείς ότι είναι μάλ­λον η μη αστική ανθρωπολογική βάση φοβικής εσω­στρέφειας και ομοιομορφί­ας αυτή που προ­σλαμβάνει μορφή θρησκευτικού «εποικοδομήματος» (π.χ. η έμ­φαση στον αμι­γώς «ομολογιακό» χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών και στην θεία τιμωρία της απόκλισης [«αμαρτίας»]). Εκτός αυτού, με αφορμή το ζήτημα αυτό αξίζει να ση­μειωθεί ότι σε περιοχές όπως η Πάτρα, στον αστικό χώρο η εκκλησία έγινε συχνά και χώρος υποδοχής συγκε­κριμένων ιδιαιτεροτήτων σε ό,τι αφορά τις γενετήσιες συμπεριφορές, οι οποίες επίσης παρα­πέμπουν σε περιοδικές καταστάσεις, δημο­γραφικής κυρίως φύσεως, που αναπτύσ­σονταν πα­λαιότερα εντός του μη αστικού ανθρω­πολογικού περιβάλλοντος. Σε τέτοιες περι­πτώσεις, η έντε­χνα καμουφλα­ρισμένη, πλην όμως απολύ­τως υπαρκτή και καταπιεσμένη ιδιαιτε­ρότητα καταλή­γει να εξάγεται στο αστικό περιβάλ­λον με ένα πλήθος αποκλινουσών αντικοινω­νικών συμπερι­φορών. Σε αυτό το πλαίσιο, όχι μόνο η επα­φή με την εκκλησία, αλλά και συγκε­κριμένες κοινωνι­κές πτυχές, όπως π.χ. οι σχέσεις με το άλλο φύλο, ο γάμος, κλπ., επιτε­λούν λει­τουργίες άσχετες με την πρωτογενή ουσία τους. Σε αυτές ανήκουν η αγωνιώδης προσπάθεια συγκάλυ­ψης ιδιαι­τεροτήτων –που σε μια πραγματικά αστι­κή και ανοιχτή κοινωνία θα έπρεπε να εκδη­λώνονται ελεύ­θερα–, ο ανταγω­νισμός και η «έξωθεν καλή μαρτυρία» της κοινωνίας. Το απο­τέλεσμα είναι και πάλι η κοινωνική αποτελμάτω­ση και η μη παραδοχή και διαιώνιση εξόχως αντικοινωνικών ή και βαρέως ψυχο­παθολογικών συμπεριφο­ρών.

Ιδιαίτερα σημαντικό για την τοπική ιστορία είναι, επίσης, και το γεγονός ότι σε περιπτώσεις όπως οι ανωτέρω η εν λόγω νοοτροπία εσωστρέφειας κάνει την εμφάνισή της και ως εχθρική στάση έναντι «των ετεροδόξων και των αλλοθρήσκων». Το πρόβλημα εδώ δεν είναι μόνο ότι για άλλη μια φορά τοπικοί παράγοντες «πιάνονται» να δείχνουν χαρακτηριστικά ξένοι προς την κο­σμοπολίτικη, αστική εξωστρέφεια μιας πόλης με ιστορία συνύπαρξης Ορθοδόξων και Καθολι­κών, καθώς και μακρά παράδοση επαφών με την Δύση. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι δύ­σκολα μπορεί κανείς να αποσυνδέσει τόσο τις τάσεις αυτές όσο και όλα τα φαινόμενα που περι­γράφηκαν ως τώρα με τον καλύτερα κρυμμένο σκελετό στην ντουλάπα της σύγχρονης ιστορίας των Πατρών: το πογκρόμ κατά των Ιταλοπατρινών* κατά την δεκαετία του 1940. Με αφορμή με­μονωμένες περιπτώσεις συνεργασίας με το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας, μια ολόκληρη κοινότητα που αριθμούσε άλλοτε έως και 15000 ανθρώπους διώχθηκε μετά τον πόλεμο, οι περιουσίες της λεηλατήθηκαν και η συνεισφορά της στην αστική κουλτούρα της πόλης εξαλείφθηκε. Πρόκειται για ένα καλό παράδειγμα που δείχνει ότι ανθρω­πολογικά χαρακτηριστικά σαν αυτά που αναφέρθηκαν σε αυτό το κείμενο δεν είναι απλώς γρα­φικές εκδηλώσεις κακώς εννοούμενης «λαϊκότητας», ανωριμότητας ή απαιδευσίας, αλλά η αν­θρωπολογική «πρώτη ύλη» για ένα δυνητικά πολύ πιο ζοφερό προϊόν. Για την διαδι­κασία συ­μπαράταξης όλων των επιμέρους ανταγωνισμών, παρενοχλήσεων, εκφοβισμών, «κατά αλλοθρήσκων» πολεμικών, συμπλεγ­μάτων, καταπιεσμένων ιδιαιτεροτήτων και λεκτικών βιαιο­τήτων, καθώς και λοιπών ανθρωπο­λογικών και εθνολογικών περιπλοκών στην ενιαία ζωφόρο των «άγριων ζώων» που αντιστρα­τεύονται τον αστικό πολιτισμό.

Συνοψίζοντας, ο «κακός Πατρινός» των διηγήσεων και των θρύλων είναι στην πραγματικότη­τα ο μη Πατρινός, δηλαδή ο κάτοικος εκείνος ενός –για τα ελληνικά δεδομένα– μεγάλου αστικού κέντρου, ο οποίος στερείται, όμως, πραγματικής αστικής νοοτροπίας. Ένας άνθρωπος που, όπως έχει συχνά τονιστεί, δεν αγαπά την πόλη του, γιατί απλούστατα δεν είναι πόλη του, αφού σε αρκετές περιπτώσεις το χρονικό βάθος της παρουσίας του σε αυτή είναι τόσο μικρό όσο και αυτό της αστικής του κουλτούρας. Και ένας άνθρωπος που τα συντηρητικά, μη αστικά χαρα­κτηριστικά του ξεχύθη­καν κάποτε στον αστικό χώρο, καθυστερώντας την αστική ανάπτυξη, δη­λητηριάζοντας την κοινωνική ζωή και αναζητώντας κάλυψη μέσα σε συγκεκριμένες δομές (με­ταξύ αυτών, διόλου τυχαία, και στην κατά τα άλλα «προοδευτική» παράταξη της μεταπολί­τευσης). Είναι, φυ­σικά, προφανές ότι όσα προηγήθηκαν δεν θα μπορούσαν ποτέ να αναφέρο­νται γενικευτικά στο σύνο­λο των πολιτών μιας πόλης. Μιας πόλης που έχει κι αυτή εντός των κόλπων της την δική της ποικιλομορφία και τους δικούς της αξιόλογους ανθρώπους, τους δικούς της «καλούς Πατρινούς». Αντιθέτως, σκοπός των προαναφερθέντων είναι ακριβώς να στηρίξουν όσους υπέστη­σαν και υφίστανται τις διάφορες πτυχές της ανθρωπολογίας του «κακού Πατρινού», ενθαρρύνοντας παράλληλα και όσους εκ των φο­ρέων της θα ήθελαν να κάνουν το βήμα προς τα εμπρός, μέσα από αναστο­χασμό, αυτοκριτι­κή και αποστασιοποίηση από τα αρνητικά πρότυπα. Διότι, όσο πανίσχυρη κι αν φαντάζει πράγ­ματι η «δομή» σε όσους νιώθουμε να συνθλιβόμαστε από αυτή, η πόλη αυτή δεν παύει να είναι και δική μας.

Ο αγγειογράφος των Αρχαϊκών χρόνων διέκρινε ανάμεσα στον κόσμο της πόλεως και στην «άγρια φύση», ανάμεσα στην πολιτιστική και κοινωνική πολυπλοκότητα της αστικής ζωής από την μια μεριά και την τραχιά ομοιομορφία της προαστικής, παραδο­σιακής κοινωνίας από την άλλη. Υπό το πρίσμα, λοιπόν, όσων προηγήθηκαν ίσως να είναι τελι­κά η δική του προσέγγιση αυτή που πρέπει να υιοθετήσουμε για να κατανοήσουμε μερικές ση­μαντικές πτυχές της σύγχρο­νης ελληνικής πραγματι­κότητας. Μάλλον λιγότερο κατάλληλες μοιάζουν, αντίθετα, κάποιες άλ­λες μορ­φές κατα­νόησης της έννοιας του «αστικού», προερχόμε­νες γεωγραφικά και πολιτιστικά από την κάποτε…ευρύτερη «άγρια φύση» του ελληνικού κόσμου της 1ης χιλιετίας π.Χ.

* Για μια πρόσφατη μελέτη επί του θέματος βλ. εδώ (σελ. 250-265).

Ευρώπη με απενεργοποιημένα τα σχόλια

Απριλίου 30, 2014 2 σχόλια

«Οι Έλληνες είναι ντροπή για όλη την Ευρώπη». «Θα έπρεπε ήδη προ πολλού να έχουν τιμωρήσει πα­ραδειγματικά την Ελλάδα και μετά να την έχουν αφήσει να ψοφήσει!!! Μόνο έτσι καταλαβαίνουν τα κράτη της σπατάλης, της διαφθοράς, της ανικανότητας, του ψέματος και της απάτης». «Και συνεχί­ζουν να καίγονται εκατομμύρια των Γερμανών φορολογουμένων για αυτή την χώρα!». «Αν μετά τις εκλογές δοθεί έστω κι ένα σεντ στους Έλληνες, θέλω να τους δω όλους κάτω στους δρόμους, στα οδοφράγματα!». «Η Ελλάδα είναι χρεοκοπημένη, αλλά οι Έλληνες είναι πιο πλούσιοι από τους Γερμα­νούς. Έχετε ακόμα απορίες;». «Εάν η Ελλάδα διεκδικεί ακόμα για τον εαυτό της τον Μέγα Αλέξανδρο, τότε θα πρέπει ίσως να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις στην μισή Ασία!». «Γιατί η Ελλάδα να παραμένει κυρίαρχο κράτος, όταν ακόμα και οι ίδιοι οι Έλληνες θεωρούν το κράτος αυτό τόσο κακό;».

Bild-Kommentare

Κατά τα χρόνια της κρίσης, στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες του μεσογειακού νότου υπήρξαν και υπάρχουν ακόμη δύο κατηγορίες ανθρώπων: η μία είναι αυτή όσων, γνωρίζοντας γερμανικά, επιδίδο­νται συχνά στην ανάγνωση σχολίων αναγνωστών στις ηλεκτρονικές εκδόσεις των γερμανικών εφη­μερίδων. Η άλλη κατηγορία είναι των ανθρώπων που είτε δεν συμβαίνει να γνωρίζουν την γερμανική γλώσσα είτε την γνωρίζουν μεν, αλλά δεν επιδίδονται στο ανωτέρω ψυχοφθόρο σπορ. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών ανθρώπων υφίσταται μια αι­σθητή διαφορά στην γενικότερη πρόσληψη της κρίσης. Αναμφισβήτητα, η γνώση της γερμανικής γλώσσας δεν αποτελεί αναγκαστική προϋπόθεση για να αντιληφθεί κανείς σημαντικές παραμέτρους της γερμανικής αντίληψης για την κρίση. Δηλώσεις, σχόλια και πρωτοσέλιδα από την Γερμανία ανα­παράγονται διαρκώς μεταφρασμένα στην χώρα μας, ενώ τα βασικά χαρακτηριστικά της γερμανικής προσέγγισης στα της Ευρώπης είναι μια προ πολλού απτή πραγματικότητα για όλους, γερμανομαθείς και μη. Κι όμως, η αίσθηση που μένει σε όσους διαβάζουν τακτικά τα σχόλια για την Ελλάδα Γερμα­νών αναγνωστών (όχι μόνο στην ναυαρχίδα του ρατσιστικού μίσους εφημερίδα Bild, αλλά και σε υποτίθεται πολύ πιο σοβαρές εφημερίδες, όπως π.χ. η Frankfurter Allgemeine Zeitung [FAZ]) δύσκολα μπορεί να παραλληλιστεί με κάποιο άλλο πλαίσιο εμπειρικής πρόσληψης των τεκταινομένων στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Χαριτολογώντας ελαφρώς, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ένας από τους λόγους που η ευρω­ζώνη υπάρχει ακόμα είναι ακριβώς αυτός: ότι, δηλαδή, η τακτική επαφή με σχόλια, όπως αυτά στην αρχή του παρόντος κειμένου, αποτελεί διαστροφή λίγων και όχι συνήθεια ή δυνατότητα των πολλών.

Για όσους, λοιπόν, έχουν την δυστυχία να γνωρίζουν γερμανικά και να μοιράζονται την εν λόγω μα­ζοχιστική συνήθεια, τα τελευταία χρόνια αποτελούν μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής οδύνης. Στην οθόνη του υπολογιστή τους ανοίγεται τακτικά ένα «παράθυρο» όχι στο μέλλον της Ευρώπης, αλλά σε έναν νέο (γερμανικό) Μεσαίωνα: οι παβλοφικές αντιδράσεις πολλών Γερμανών σχολιαστών την στιγμή που στον τίτλο του ηλεκτρονικού άρθρου εντοπίζονται οι λέξεις-κλειδιά «Griechenland» ή «Griechen» εκ­φράζονται τόσο με τον αριθμό των σχολίων (παλαιότερα όχι σπάνια έως και χιλιάδες, τον τελευταίο καιρό έως και μερικές εκατοντάδες) όσο, φυσικά, και με το περιεχόμενό τους. Κύριο χαρακτηριστικό του ο αντανακλαστικός και εντελώς μονόπλευρος ηθικισμός, συνδυασμένος, ιδίως στις πρώτες φάσεις της κρίσης, με την έλλειψη ακόμα και στοιχειώδους ενημέρωσης για την πραγματική φύση των πακέτων «διάσωσης» της Ελλάδας και των πολιτικών που τα συνόδευσαν. Πολλοί από τους εν λόγω σχολιαστές δίνουν την βάσιμη εντύπωση ότι δεν έχουν αντιληφθεί πως η «διάσωση» της Ελλάδας είναι στην ουσία διάσωση των (εν μέρει Γερμανών) δανειστών του ελληνικού κράτους. Φαίνεται, επίσης, ότι δεν έχουν πληρο­φορηθεί για τα κέρδη της Γερμανίας από την κρίση, δηλαδή για το γεγονός ότι δεν χάνουν λεφτά δίνο­ντάς τα σε ένα «βαρέλι δίχως πάτο», αλλά αντιθέτως αντιπροσωπεύουν οι ίδιοι το βαρέλι δίχως πάτο του ήδη ομολογημένου αθέμιτου ανταγωνισμού και κέρδους εντός της Ε.Ε.

Ακόμα και τέσσερα χρόνια μετά αρκετοί από τους σχολιαστές αυτούς είναι σαν να μην έχουν ακούσει τίποτα για τον ρόλο των μεγάλων γερμανικών εταιριών στο όργιο της μεταπολιτευτικής διαφθοράς στην Ελ­λάδα ή για τις διαρ­κείς δικαστικές περιπέτειες των μεγαλύτερων τραπεζών τους (και δανειστών του ελληνικού κράτους), όπως η Deutsche Bank. Κυρίως φαίνεται σαν να μην έχουν σαφή συναίσθηση ότι στην χώρα τους ήταν που όχι στα «παλαιά» χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έλαβε χώρα το μεγαλύτερο ίσως οικονομικό σκάνδαλο στην πρόσφατη ιστορία της Ευρώπης, το σκάνδαλο Treuhand, με το ξεπούλημα της περιουσίας της πρώην Ανατολικής Γερμα­νίας (χαρακτηριστική εδώ ακόμη και η ηχητική ομοιότητα των λέξεων «Treuhand» και «Τρόικα»…). Όσοι, επί­σης, ειλικρινώς εξανίστανται με την αναίδεια των Ελλήνων να κάνουν λόγο για τις οφειλές της γερμα­νικής κατοχής κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (συχνά με το επιχείρημα ότι δεν έχουν καμία ευθύνη για ό,τι συνέβη πριν 70 χρόνια ή ότι η ΟΔΓ [BRD] δεν έχει σχέση ως κρατική οντότητα με το «Deutsches Reich» της εποχής εκείνης) είναι σαφές ότι δεν έχουν ενημερωθεί ότι η ΟΔΓ πλήρωσε την τελευταία δόση των επανορθώσεων του…Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 2010.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν, φυσικά, ότι είναι παράλογο ή αθέμιτο για έναν Γερμανό ή γενικότερα ξένο να ασκεί κριτική στις βαθιές παθογένειες και αναμφισβήτητες σκανδαλώδεις καταστάσεις του ελληνι­κού κράτους (π.χ. στην κατασπατάληση σημαντικού μέρους των κοινοτικών κονδυλίων από το 1981 και εξής). Εντούτοις, το γενικό πνεύμα των εν λόγω σχολίων, ιδίως ο συνδυασμός επιμονής, επιθετι­κότητας, ρατσιστικής γενίκευσης και παντελούς απροθυμίας αυτοκριτικής και στοιχειώδους διπλωμα­τικότητας ή διαλλακτικότητας, υποδηλώνει ξεκάθαρα κάτι που συχνά έχουμε τονίσει από την θέση αυτή: ότι οι ελληνικές παθογένειες δεν είναι η αιτία, αλλά η αφορμή για τις επιθέσεις αυτές. Έχουμε εδώ να κάνουμε με ένα πρωτοφανές ίσως στα χρονικά ιστορικό και ανθρωπολογικό φαινόμενο, όπου ένας λαός 80 εκατομμυρίων ασχολείται επί τέσσερα χρόνια με απίστευτη εμμονή και πάθος με το 2% της ευρωζώνης. Η ιδιαιτερότητα του φαινομένου αυτού καθίσταται, άλλωστε, σαφής και μέσα από μια απλή εμπειρική παρατήρηση. Από την αρχή της κρίσης υπήρξαν σε όλες τις χώρες του δυτικού κόσμου και της Ευρώπης αρνητικά δημοσιεύματα, σχόλια και αναλύσεις για τα κακώς κείμε­να στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει όμως ούτε μία (1) άλλη χώρα, μεταξύ της οποίας και της Ελλάδας, με­ταξύ του δικού της λαού και του ελληνικού, να δημιουργήθηκε ούτε κατά προσέγγιση μια τόσο αρνη­τική και εχθρική ατμόσφαιρα όσο αυτή μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Δεν είναι, επίσης, σίγουρο αν υπάρχει άλλο παράδειγμα χώρας-εξαγωγού που οι πολίτες της να επιτίθενται τόσο λυσσαλέα σε χώρα-καταναλωτή των προϊόντων της.

Η πνιγηρή αίσθηση βαθιάς διαπολιτισμικής εμπάθειας δεν δημιουργείται μόνο από την τάση «συλ­λογικής» τιμωρητικής διάθεσης και ηθικής εκμηδένισης (γενικευτικά οι Έλληνες εκλαμβάνονται ως «διεφθαρμένοι», «τεμπέληδες», «φοροφυγάδες», κλπ.). Προκύπτει, επίσης, και από χαρακτηριστικές πε­ριπτώσεις, όπου ακόμη και στοιχειώδεις εκδηλώσεις χαράς και ψυχαγωγίας που έχουν υποπέσει στην αντίληψη ορισμένων Γερμανών σχο­λιαστών, π.χ. η συνηθισμένη ατμόσφαιρα μιας ελληνικής παρέας σε ένα εστιατόριο ή καφέ, σκανδαλί­ζουν αφόρητα τους εν λόγω Γερμανούς παρατηρητές, οι οποίοι αυτόματα εκλαμβάνουν την ατμόσφαιρα αυτή (τα γέλια, τα πειράγματα, τις χειρονομίες, τα χαρούμε­να πρόσωπα) ως απόδειξη για το ότι «οι Έλληνες είναι πλούσιοι», ότι «δεν υπάρχει κρίση» ή ότι «συνε­χίζουν να τεμπελιάζουν με τα λεφτά μας». Χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου τυφλού ηθικιστικού αντανακλαστικού είναι και το ότι εκφράζεται διαρκώς ακόμη και σε πλαίσιο σύγχυσης ως προς την σχέση κράτους-πολίτη, με τους Έλληνες άλλοτε να εξομοιώνονται με την κατάσταση χρεωκοπίας της κρατικής τους οντότητας (Pleitegriechen, «Μπατιροέλληνες») και άλλοτε να διαχωρίζονται από αυτήν («φοροφυγάδες», «πιο πλούσιοι από τους Γερμανούς», κλπ.).

Σε όλα τα παραπάνω φαινόμενα διάχυτος είναι, φυσικά, ο ανθρωπολογικός εθνοκεντρισμός και αναλφαβητισμός, αφού ένας άλλος λαός κρίνεται με τα μέτρα και τα σταθμά του γερμανικού πολιτι­σμού (δεν λαμβάνεται π.χ. υπόψιν η πολύ διαφορετική σχέση με το χρήμα, η διαφορετική δομή της οι­κονομίας, η διαφορετική φύση των οι­κογενειακών σχέσεων, κλπ.). Κρίνεται, επίσης, και στο πλαίσιο ενός χαρακτηριστικού μηχανισμού ψυ­χολογικής «εξισορρόπησης («εμείς μεν δεν έχουμε ήλιο, θάλασ­σα, χιούμορ, ταμπεραμέντο, αλλά κι αυ­τοί δεν έχουν όσα έχουμε εμείς [εργασιακή ηθική, οργάνωση, πειθαρχία, κλπ.]»). Δεν είναι περίεργο, συνεπώς, που οποιαδήποτε προτροπή για αναλυτική και όχι αμιγώς ηθικι­στική προσέγγιση των φαι­νομένων, οποιαδήποτε ερμηνεία των ελληνικών παθογενειών δεν καταλήγει σε άνευ όρων τιμωρητικό (αυτο)μαστί­γωμα, αντιμετωπίζεται συνήθως με έντονη ειρω­νεία και επιθετι­κότητα, ως απόδειξη ότι «βρίσκετε ξανά δικαιολογίες», ότι «και πάλι σας φταίνε οι άλ­λοι», κλπ. Είναι σαφές ότι οι μάγισσες πρέπει οπωσδήποτε να καούν, με το λαϊκό αίσθημα να μην αφήνει περιθώρια για οποιεσδήποτε περιττές σκέψεις.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι, όμως, και οι περιπτώσεις που η συγκεκριμένη γερμανική διάθεση ένα­ντι της Ελλάδας εκφράζεται έμμεσα, δηλαδή όχι από τους ίδιους τους Γερμανούς, αλλά από ορι­σμένους Έλληνες που έχουν ζήσει ανάμεσά τους. Στις περιπτώσεις αυτές, μάλιστα, αίρεται η συνθήκη του γλωσσικού φραγμού και μπορεί κανείς να προσλάβει στην ελληνική γλώσσα το συγκεκριμένο πνεύμα. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό σχετικό παράδειγμα είναι τα γραφόμενα του συγγραφέα Νίκου Δήμου, ο οποίος σύμφωνα με το βιογραφικό του έχει ζήσει στο παρελθόν έξι ή επτά χρόνια στην Γερ­μανία. Η άποψη του Δήμου για την Ελλάδα και τους Έλληνες, άσχετα με το αν και σε ποιο βαθμό συμ­φωνεί ή διαφωνεί κανείς με αυτήν, παρουσιάζει χαρακτηριστικές ομοιότητες με την τυπικά γερμανική, καρικα­τουρίστικη αντίληψη της Ελλάδας. Παράλληλα, το συγγραφικό του ύφος θυμίζει έντονα τα αναλόγου πνεύ­ματος κείμενα Γερμανών σχολιαστών, όπως π.χ. του ανταποκριτή της FAZ στην «Rumelien» (όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει την Ελλάδα) M. Martens. Η ιδιαίτερη διάθεση του Δήμου για τα ελληνικά πράγμα­τα, καθώς και η χαρακτηριστική αίσθηση υπολανθάνουσας εμπάθειας και υπερβάλλουσας αποστα­σιοποίησης, είναι στοιχεία που έχουν προκαλέσει συχνά πολλές αντιδράσεις και απορίες. Στην πραγματικότητα, όμως, γίνονται αμέσως κατανοητά, ερμηνευόμενα υπό ένα συγκεκριμένο πρίσμα: ως η διαρκής προσπάθεια ενός Έλληνα να γίνει αποδεκτός από Γερμανούς που είναι φορείς των αντιλήψεων που περιγράφηκαν πιο πριν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσες φορές ο Ν. Δήμου βρέθηκε να κάθεται σε ένα τραπέζι μαζί με π.χ. πέντε ή έξι Γερμανούς της συγκεκριμένης νοοτροπίας, σίγουρα κέρδισε τα θετικά τους σχόλια, αφού η γενιτσαρικού στιλ αποστασιοποίηση του από την ιδιότητα του Έλληνα, το ηθικιστικό αυτομα­στίγωμα και η άνευ όρων προσχώρηση στις ηθικιστικές ορέξεις των συνδαιτημόνων τού εξασφάλισαν κάποια ψήγματα στοιχειώδους σεβασμού στην ανθρώπινη υπόστασή του, μαζί και με την ψευδαίσθη­ση της ενσωμάτωσής του στον πολιτισμό τους. Δεν είναι, συνεπώς, καθόλου τυχαίο ότι τα γραφόμενα του Δήμου χρησιμοποιούνται πολύ συχνά από Γερμανούς σχολιαστές ως δήθεν αποστομωτικό επιχεί­ρημα εναντίον Ελλήνων αντισχολιαστών, ως η απόδειξη ότι «να, υπάρχουν και κάποιοι Έλληνες που μπορείς να τους πάρεις στα σοβαρά» (σε αντίθεση, υπονοείται, με όλους εσάς που δεν δέχεστε να κα­είτε οικειοθελώς στην πυρά). Καθώς οι απόψεις του Δήμου έχουν ήδη καταγραφεί πολύ πριν την κρί­ση, ακόμη και πριν την συγκρότηση της ευρωζώνης, προσφέρουν μία έμμεση μεν, πλην όμως πρώτης τάξεως απόδειξη για το χρονικό βάθος της συγκεκριμένης διάθεσης αρκετών Γερμανών για την Ελ­λάδα.

Την ίδια έμμεση ένδειξη προσφέρουν, όμως, συχνά στο διαδίκτυο και άλλοι, νεώτεροι σε ηλικία Έλ­ληνες του εξωτερικού με παρελθόν ή και παρόν ζωής στην Γερμανία η στον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο. Κάποιοι από αυτούς εκδηλώνουν τα ίδια παβλοφικά αντανακλαστικά ως προς την Ελλάδα με τους γηγενείς Γερμανούς, αναπαράγοντας μια ατμόσφαιρα παρόμοια με αυτήν που απαντάται και στα γραφόμενα του Ν. Δήμου. Πολλά είναι τα παράδειγμα συζητήσεων και διαλόγων στο διαδίκτυο, όπου κάποιοι από τους εν λόγω γερμανοτραφείς σχολιαστές, συχνά με επιστημονική κιόλας ιδιότητα, εκδηλώνουν δηλητηριώδη εμπάθεια απέναντι σε οποιαδήποτε νύξη ότι η Ελλάδα δεν είναι αποκλειστι­κά και μόνο η χώρα που σκιαγραφείται στα σχόλια των γερμανικών εφημερίδων (χαρακτηριστική εί­ναι π.χ. η αποστροφή ακόμη και για την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά και όσους ασχολούνται με αυτήν, όπως έχει εκφραστεί σε συζητήσεις-σοκ σαν κι αυτή). Είναι σαφής εδώ η βαθιά ψυχολογική ανάγκη να εκμηδενιστεί κάθε ενοχλητική υπόμνηση ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι και άλλα πράγματα εκτός από τις γνωστές τις αρνητικές πτυχές. Δεν εκπλήσσει, επομένως, το γεγονός ότι όποιος ψελλίσει έστω κάτι προς την αντίθετη κατεύθυνση βρίσκει αμέσως απέναντί του τον ψυχολογικό μηχανισμό «σκο­τώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία». Κάτι που μοιάζει να αποδεικνύεται εύκολα, αφού πρόσωπα όπως αυτά δεν είναι συνήθως σε θέση να εξηγήσουν για ποιον λόγο (αν τα πράγματα είναι πράγματι τόσο καλύτερα στο περιβάλλον του εξωτερικού όπου ζουν) συνεχίζουν να ασχολού­νται τόσο εντατικά με την Ελλάδα, εκτοξεύοντας εμμονικά χολή και όξος εναντίον της.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πολλά και βαθιά προβλήματα, με χρόνιες παθογένειες σε δομές, υποδο­μές, νοοτροπίες και αντιλήψεις. Είναι, επίσης, μια χώρα με αναμφισβήτητες και τραγικές δυσλειτουργί­ες σε ό,τι αφορά την κρατική της οργάνωση και το πολιτικό της σύστημα. Υπάρχει, όμως, και κάτι που δεν είναι ή δεν θα έπρεπε να είναι η Ελλάδα: σάκος του μποξ για την πολιτισμική ψυχοθεραπεία που κάποιοι δεν έκαναν ποτέ ή για την απλή ψυχοθεραπεία όσων, συναγελαζόμενοι με τους πρώτους, βρέθηκαν κάποια στιγμή να επαιτούν τον σεβασμό για την ανθρώπινη ιδιότητά τους αποτασσόμενοι διαρκώς τον Σα­τανά της κάποτε ελληνικής τους προέλευσης. Ο τρόπος, επομένως, που αντιμετωπί­στηκε η Ελλάδα είτε από την πρωτότυπη γερμανική αντίληψη είτε από την κακέκτυπη απομίμησή της (τα σύνδρομα του «σκοτώνω την Ελλάδα για να σκοτώσω τον τρόπο ζωής που με σκανδαλίζει» και του «σκοτώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία») συνιστά μια πολύ σημαντική πτυχή της ευρωπαϊκής ιστορίας των τελευταίων χρόνων. Της ιστορίας των υπογείων εκείνων ρευμάτων της πραγματικής κοι­νωνίας, αυτής που συνεχίζει να υπάρχει κάτω από τα επιτόκια, τα τοκοχρεωλύσια, τα Eurogroup και τα spreads. Της ιστορίας, επίσης, μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας, οι τάσεις και εντάσεις της οποίας μπο­ρούν ίσως για πρώτη φορά να καταγραφούν σε πραγματικό χρόνο, μέσω της τεχνολο­γίας του διαδι­κτύου. Διότι, αντίθετα με ό,τι θα έπρεπε να έχουν ήδη προτείνει και υλοποιήσει οι πιο έν­θερμοι θια­σώτες του οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τα σχόλια στην Ευρώπη της κρίσης δεν απενερ­γοποιήθηκαν εγκαίρως, ούτε καν εν όψει ευρωεκλογών…

 

Η σημασία των ανθρωπιστικών σπουδών σήμερα

Απριλίου 13, 2014 1 Σχολιο
Του Παναγιώτη Ξανθόπουλου
Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας
Paris VIII Vincennes St Denis

 

Στη μνήμη του Jacques Le Goff

 

Τελικά οι Αθηναίοι είχαν δίκιο. Ο Σωκράτης πράγματι διέφθειρε τους νέους και έδειξε ασέβεια προς τους θεούς. Μόνο που δεν το έπραξε μόνο τότε, μα για πάντα, εισάγοντας το θεό της αμφισβήτησης, το θεό της φιλοσοφίας. Ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς τους νέους…Στις μέρες μας, ωστόσο, όποιος ασχολείται με τις ανθρωπιστικές σπουδές βιώνει καθημερινά την απαξίωση και τίθεται σε επιφυλακή, αναγκαζόμενος συνεχώς να δικαιολογεί τον ακαδημαϊκό του προσανατολισμό, αν δεν έχει ήδη υποκύψει στην αυτολύπηση και δεν έχει πειστεί για την αχρηστία και την ματαιότητά τους. Ποια είναι εντέλει η σημασία των ανθρωπιστικών σπουδών σήμερα και γιατί διαπιστώνεται αυτή η απαξίωση; Στο κείμενο που ακολουθεί θα θιγούν σύντομα ορισμένα επιστημολογικά ζητήματα που άπτονται της σημασίας και της βάσιμης όσο και αβάσιμης απαξίωσης των επιστημών του ανθρώπου.

Πριν απ’ όλα ένας γενικός ορισμός. Θεωρώ κοινωνικό επιστήμονα αυτόν που ασχολείται σε οποιαδήποτε ειδίκευση με τις σχέσεις των ανθρώπων, διευρύνοντας έτσι τη φράση του Μ. Bloch για τον ιστορικό: ο κοινωνικός επιστήμονας είναι σαν τον δράκο των παραμυθιών, πηγαίνει όπου υπάρχει ανθρώπινο αίμα.

Η σημασία των ανθρωπιστικών επιστημών σήμερα

Συνομιλητής μας σε τρυφερή στιγμή με τις ιδέες του

Α) Αν θελήσουμε να κρίνουμε τη σημασία των ανθρωπιστικών επιστημών θα πρέπει να κάνουμε λόγο για τρεις αλληλοσυνδεόμενους στόχους: 1) τη δημιουργία ταυτότητας, 2) την απομυθοποίηση των εξουσιαστικών/εκμεταλλευτικών σχέσεων, 3) τη συμβολή στην πολιτική δράση.

1) Ποιοι είμαστε; Σε αυτό το αγωνιώδες υπαρξιακό ερώτημα η συμβολή των κοινωνικών επιστημών κρίνεται ουσιώδης. Η αντίληψη του εαυτού, όπως και των ομάδων υπαγωγής μας (μικρών, όπως η οικογένεια, το επάγγελμα ή ευρύτερων στο χώρο και το χρόνο, όπως το έθνος, το κράτος ή συστήματα κρατών), μπορούν να διευρυνθούν και να βελτιωθούν, αν ασχοληθούμε με τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Στην ουσία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ούτε ένα κοινωνικό βήμα χωρίς κάποια ιδέα που να το πλαισιώνει. Κοινωνικό λόγο, φυσικά, δημιουργεί το σύνολο της κοινωνίας, όμως ο λόγος αυτός είναι μη επεξεργασμένος, δηλαδή δεν διαθέτει αντικείμενο, θεωρία και μέθοδο. Και τις ιδέες αυτές δεν τις κατέχουμε μόνο, αλλά μας κατέχουν, ελέγχοντας πλήθος δραστηριοτήτων καθημερινών ή και έκτακτων, δημιουργώντας αγκυλώσεις, δογματισμούς και μονολιθικές προσεγγίσεις.

Η ανάγκη να ανήκουμε κάπου είναι, μάλιστα, τόσο ισχυρή, που αναζητούμε διαρκώς τη φαντασιακή ένταξή μας, γνωρίζοντας τις ομάδες που μας περιβάλλουν. Είμαστε φύσει περίεργοι και θέτουμε συνέχεια ερωτήματα, προσπαθώντας να κατανοήσουμε/ερμηνεύσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους. Σε μερικούς φαντάζει γοητευτική η ανακάλυψη του διαφορετικού, των πολιτισμών, της ιστορίας, ίσως γιατί με τη σύγκριση αυτή βλέπουν τον εαυτό τους πιο καθαρά, αφού διακρίνουν τις ομοιότητες και τις διαφορές. Οι συναρπαστικές περιγραφές, οι κοινωνιολογικές αναλύσεις μας παρουσιάζουν τις πολλαπλές όψεις που μπορεί να λάβουν οι ανθρώπινες σχέσεις, υποδεικνύοντας εναλλακτικές πορείες μέσα στη γενικότητα του ανθρώπινου όντος. Και τότε ορισμένοι μιμούνται, παίρνοντας ως παράδειγμα τη συμπεριφορά άλλων, χτίζουν με άλλα λόγια την ταυτότητά τους μέσα από τους άλλους. Άλλοι, βέβαια, απλά αγαπούν την αναζήτηση. Για να γίνει, εντούτοις, εφικτή με σωστούς όρους η ταυτότητα αυτή χρειάζεται αναμφίβολα να εισέλθει κανείς σε μια επίπονη και μακροχρόνια διαδικασία αναγνώρισης και αποστασιοποίησης από τα συμφέροντα του εαυτού του, της τάξης, του επαγγέλματος, του κόμματος, του έθνους, της εποχής του, έτσι ώστε να μπορέσει να δει με ακρίβεια και «αντικειμενικότητα», να μπορέσει με άλλα λόγια να προσεγγίσει την πραγματικότητα νηφάλιος.

Η επιστήμη είναι, επομένως, μια δυνατότητα ανάμεσα σε άλλες στις ανθρώπινες κοινωνίες, μια δύσκολη πορεία. Αυτό, βέβαια, δεν υπονοεί ότι κάποιος θα μεταμορφωθεί σε ένα ορθολογιστικό ον/καρικατούρα, το οποίο δύναται να υπερβεί τα ανθρώπινα πάθη ή τις κοινωνικές σχέσεις του. Ο τελείως ορθολογικός άνθρωπος είναι, ας το παραδεχτούμε, σαφώς παράλογος. Αντίθετα, κατανόηση του ανθρώπου μέσα στη σύνθετη βιολογική, ψυχολογική και πολιτισμική διάστασή του είναι ένας στόχος που οφείλει να περιλαμβάνει τον ανορθολογισμό, εκτός κι αν αφαιρέσουμε όλα τα ενεργά του στοιχεία, τη χαρά, τη λύπη, τον ενθουσιασμό, την πονηριά, την κακία, την ξεκάθαρη ανοησία που μας περιτριγυρίζει (ή που βρίσκεται μέσα μας). Ταυτόχρονα, δηλαδή, με μια εξωτερική ορθολογική ή μη ερμηνεία είναι αναγκαία και μια εσωτερική κατανόηση των συχνά ανορθολογικών προσανατολισμών των ατόμων. Επιπρόσθετα, η άγνοια, ας μην το ξεχνάμε, είναι μια ψυχοφθόρα διαδικασία και οι κοινωνικές επιστήμες μπορούν να προσφέρουν, ίσως με περισσότερη επιτυχία, τη γαλήνη μιας απάντησης (σε σχέση με αστρολόγους, γκουρού, πρώην ναυπηγούς…). Έναν καθρέφτη φέρνουν, λοιπόν, οι κοινωνικές επιστήμες ενώπιόν μας, έναν καθρέφτη όμως σίγουρα για πάντα θαμπό.

2) Όπως είπαμε παραπάνω, είναι φυσικό και εύλογο όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες να δημιουργούν λόγους (προφορικούς και γραπτούς, με συνοχή ή μη) για την κοινωνία, όμως ο λόγος αυτός συχνά εμπλέκεται μέσα στις υφιστάμενες εξουσιαστικές σχέσεις, είναι δηλαδή «φυσικοποιημένος». Ένας δεύτερος, επομένως, στόχος του κοινωνικού επιστήμονα είναι η απομυθοποίηση του κοινωνικού κόσμου, δηλαδή η διατύπωση προτάσεων, οι οποίες αποκαλύπτουν την εκμεταλλευτική όψη των σχέσεων. Στην ουσία, δεν μπορεί να αναγνωριστεί καμία άλλη σχολή κοινωνικών επιστημών εκτός από την κριτική, γεγονός που περιλαμβάνει και την κριτική σε θεωρίες που επιθυμούν να λογαριάζονται ως κριτικές.

«Όχι στην αυθόρμητη κοινωνιολογία», τόνιζε ο Μπουρντιέ και θα προσέθετα επίσης, όχι στην «κοινή λογική» (η οποία δεν είναι και τόσο κοινή τελικά), όχι στον πρακτικό λόγο, που «φυσικοποιεί» τις ανθρώπινες σχέσεις. Πόσες φορές άραγε, έχει ο καθένας μας άρρητα ανεχτεί ή συμβιβαστεί με τέτοιες απόψεις; Απόψεις που συνδέονται με φόβο ή δικαιολόγηση ενάντια σε ισχυρούς, πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες, σε φορείς ιδεολογίας (αυθεντίες), παραδοσιακής και σύγχρονης, στρεβλώνοντας με τον τρόπο αυτό την κρίση του για τα πράγματα. Όταν ασχολείται κανείς με τις επιστήμες του ανθρώπου, μαθαίνει ακριβώς να λαμβάνει αποστάσεις από την πραγματικότητα που του παραδίδεται. Αντιλαμβάνεται τα συμφέροντα/άρρητες απόψεις που του έχουν μεταφερθεί από τρίτους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Προσεγγίζει έτσι την πολύμορφη πραγματικότητα χωρίς να την ακρωτηριάζει, χωρίς να τη χειραγωγεί για να υποστηρίξει πάση θυσία τις απόψεις του ή τις απόψεις των άλλων. Καταλαβαίνει πότε υφίσταται εκμετάλλευση.

Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει κοινωνία χωρίς προβλήματα, θέλει χρόνο, προσπάθεια και εξειδίκευση η συνειδητοποίηση των προβλημάτων και η σωστή τους θέαση. Οι ομάδες, τόσο στη διομαδική σχέση κυριαρχίας όσο και στην ενδοομαδική ατομική πίεση, τείνουν προς συναίνεση/κομφορμισμό και, αν θέλει κάποιος να δει καθαρά, οφείλει να αποστασιοποιηθεί από αυτές, να ασκήσει κριτική και έλεγχο στις παραδοχές τους. Η συγκάλυψη είναι μια διαρκής κοινωνική σταθερά, η οποία καλλιεργεί μύθους για τις υφιστάμενες σχέσεις. Ας θυμηθούμε λίγο την δικαιολόγηση της δουλείας από τον Αριστοτέλη και την αναίρεσή της από τους σοφιστές (Αντιφώντας) ή τη νόμιμη ανισότητα στις εργασιακές σχέσεις, με κατώτατα στελέχη επιχειρήσεων να ταυτίζονται με τους ιδιοκτήτες, τους πολίτες που θεωρούν κοινά τα συμφέροντα με τους πολιτικούς, με το κόμμα, κράτη που πιστεύουν ότι οι διακρατικές σχέσεις/ενώσεις γίνονται για την προώθηση κοινών διακρατικών συμφερόντων ή γυναίκες που αποδέχονται τη «φυσική» τους κατωτερότητα, νέους με εγκεφάλους στη φορμόλη που αναπαράγουν άκριτα ό,τι τους είπαν οι γονείς τους…

Η αποσιώπηση των κοινωνικών σχέσεων δεν στρέφεται μόνο εναντίον αυτών που ήδη υπάρχουν ή μελετούνται, αλλά εξαφανίζει από το προσκήνιο της ιστορίας ολόκληρες ομάδες, οι οποίες δεν συμφέρει, ή δεν αρέσει να έχουν φωνή. Με τον τρόπο αυτό για αιώνες καταγράφηκε η ιστορία των μεγάλων ανδρών και των μαχών. Αντίθετα οι αγρότες, η πλειοψηφία του πληθυσμού, δεν είχε τεθεί καν ως αντικείμενο, πόσο μάλλον οι αγρότισσες, η πλειοψηφία αυτής της πλειοψηφίας. Ομοίως δεν τέθηκαν στο επίκεντρο οι περιθωριακοί, οι Αφρικανοί, τα παιδιά, οι άνθρωποι με ψυχικά νοσήματα, οι λεπροί, οι κατάδικοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι ερωτευμένοι. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες ακριβώς τις στιγμές εκείνες οφείλουν να δυναμώνουν τις φωνές τους για μια μη εκμεταλλευτική πρακτική, μια δεοντολογία που να σέβεται τόσο την ισότητα των ατόμων, των ομάδων, των κοινωνιών. Είναι απαραίτητο να εισάγουν έναν κώδικα που να θέτει ως αρχή τους τον άνθρωπο και τη βελτίωση των όρων ύπαρξής του.

Οι κοινωνικές επιστήμες, όπως γενικότερα οι επιστήμες, για να επιτελέσουν την κριτική τους λειτουργία στηρίζονται στον λογικό και τον εμπειρικό έλεγχο (δεν λαμβάνω υπόψη μου την αρνητική και θετική συμβολή των μεταμοντέρνων στο σημείο αυτό). Εισαγόμαστε έτσι σε ένα σύμπαν συνεκτικών υποθέσεων (θετικών ή αρνητικών), οι οποίες πρέπει να υποστηριχτούν/επαληθευτούν/διαψευστούν. Δεν υπάρχει, βέβαια, θεωρία που να μην διαθέτει ορισμένα δεδομένα, έστω χειραγωγημένα, δεν υπάρχουν δεδομένα που να μην είναι διαβρωμένα/«μολυσμένα» από θεωρία. Η καθαρή θεωρία είναι μεταφυσικό όνειρο και τα καθαρά δεδομένα όνειρο απόκρυψης από τους απολογητές του εκάστοτε κοινωνικού συστήματος.

3) Πώς μπορεί να δράσει κανείς, αν δεν διαθέτει ερμηνευτικές προσπάθειες ειδικών στην κοινωνία; Αυτό αποτελεί μια άλλη βασική υπόθεση των ανθρωπιστικών σπουδών. Για να μπορέσουμε να δράσουμε σε μια κοινωνία, να την μεταμορφώσουμε μετατρέποντας τους προσανατολισμούς της, πρέπει πρώτα να τη μελετήσουμε, να τη δούμε στις οριοθετήσεις της. Είναι σκόπιμο, επομένως, πρώτα να μάθουμε να βλέπουμε για να μπορέσουμε να λύσουμε τα προβλήματα, συχνά παραδειγματιζόμενοι από άλλες κοινωνίες, από την ιστορία. Διαφορετικά είναι πιθανό οι στόχοι να είναι μπροστά μας, αλλά εμείς τυφλοί να ξοδεύουμε τα βέλη μας δεξιά κι αριστερά, θεωρώντας πως έτσι καταφέρνουμε το σκοπούμενο. Χρειάζεται, άρα, να δημιουργήσουμε τις συνθήκες εκείνες, μέσα στις οποίες θέλουμε να ζήσουμε, χωρίς βέβαια να οδηγηθούμε στον κοινωνικό αυτοματισμό, στην άποψη δηλαδή που απλοποιεί τις πολύπλοκες ανθρώπινες σχέσεις και τις παρομοιάζει με μια μηχανή (π.χ. αν εισάγει κανείς το Α, θα οδηγηθεί οπωσδήποτε στο Β).

Είμαστε, ευτυχώς και δυστυχώς, σχετικά απρόβλεπτα όντα και δεν γνωρίζουμε ακριβώς πώς θα συμπεριφερθούμε στις διάφορες καταστάσεις. Ενθουσιαζόμαστε, λυπόμαστε, αγαπάμε και μισούμε, αμφισβητούμε όπως ακολουθούμε κανόνες και κάνουμε αυτό που μας λένε. Ίσως οι ανθρωπιστικές σπουδές να είναι ένα υπερπολύπλοκο τμήμα των επιστημών, εφόσον η ανθρώπινη δράση ενέχει μόνιμα το στοιχείο της ακαθοριστίας, της βούλησης, είναι ανοιχτή στην καινοτομία, δημιουργώντας αδιάκοπα την ιστορία, τις πάμπολλες μορφές ύπαρξης του κοινωνικού. Διαφορετικά, θα έπρεπε να ζούσαμε αενάως υπό τις ίδιες πρώτες συνθήκες. Στο σημείο αυτό κρύβεται και μια μεγάλη διαφορά με τις θετικές επιστήμες: οι επιστήμες του ανθρώπου ποτέ δεν θα μπορέσουν να ενώσουν την ερμηνεία της κοινωνίας με αυτό που θέλουν να είναι η κοινωνία, δηλαδή η μετατροπή της. Αν σε μια κοινωνία υπάρχουν πάγιες αιτίες για τη δημιουργία και αναπαραγωγή ενός φαινομένου, πώς μπορούμε να τις αλλάξουμε; Ωστόσο, έχοντας επίγνωση ότι ζούμε σ’ έναν ατελή κόσμο, θα λέγαμε πως μια ερμηνεία που διαθέτει θεωρία και μέθοδο είναι καλύτερη από την «φυσική» ερμηνεία. Αυτή η διατύπωση προτάσεων είναι, επομένως, συμβολή στον αναπροσανατολισμό των κοινωνιών, στην οριοθέτηση στόχων, στην πολιτική δράση. Ας μην λησμονούμε ότι η ιδεολογική συγκρότηση των κομμάτων συνδέεται με απόψεις υπέρ ή κατά κοινωνιολόγων και οικονομολόγων, επομένως οι ιδέες αυτές επηρεάζουν βαθιά την κοινωνική μας ύπαρξη. Για αυτό και έχει μεγάλη σημασία να τις ελέγχουμε διαρκώς.

Β) Στο δεύτερο αυτό μέρος θα ασχοληθώ με την βάσιμη και μη βάσιμη απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών:

1) Η απαξίωση συνδέεται με την ίδια τη φύση του αντικειμένου, και είναι βάσιμη στο βαθμό που σχετίζεται με τη δύσκολη διάκριση υποκειμένου/αντικειμένου (άνθρωποι μελετούν ανθρώπους), δομής/δράσης, την ποιοτικά ετερογενή φύση των κοινωνιών στο χώρο και το χρόνο, την απουσία συμφωνίας στην γενική ορολογία της κοινωνίας, τη μάχη ανάμεσα στα διάφορα θεωρητικά παραδείγματα, τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό, την εννοιολογική σύλληψη της αδιάκοπης αλλαγής συνθηκών, δηλαδή τη μη επαναληψιμότητα, τη μη πρόβλεψη, έννοιες οι οποίες αποτελούν βασικά στοιχεία της κλασικής επιστημονικής σκέψης. Αν οι συνθήκες των κοινωνιών μεταβάλλονται διαρκώς, πώς μπορεί κανείς να διατυπώσει νόμους; Πως μπορεί να έχει βεβαιότητα στις κρίσεις του; Οι λύσεις που δόθηκαν ποικίλουν. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σταθώ μόνο σε δύο: i) τη νέα πολύπλοκη επιστήμη και ii) τη μαγική σκέψη. i) Ενσωμάτωση μέσω αλλαγής επιστημολογικού παραδείγματος, scienza nuova. Οι κοινωνικές επιστήμες ενδεχομένως οδηγούν σε μια αναθεώρηση επιστημολογικών αρχών, προσπαθώντας να υπερβούν το δομισμό, ενσωματώνοντας πολύπλοκες αρχές μη γραμμικότητας αιτίας/αποτελέσματος στις σχέσεις, την ολογραμματική αντίληψη ατόμου/συνόλου, την ενσωμάτωση της αντιφατικότητας ως αρχής ανάδυσης νέων ποιοτήτων, την κατανόηση με ορθολογικό τρόπο του παράλογου. ii) Απόρριψη από το κλασικό επιστημολογικό υπόδειγμα. Οι κοινωνικές επιστήμες δεν είναι παρά ένα είδος μαγικής σκέψης, χωρίς επιστημολογικές αρχές, η οποία εξωθεί τα άτομα να συμπεριφέρονται παράλογα, οδηγώντας τα σε λάθος επιλογές, στον ίδιο το θάνατο. Στο βαθμό που δεν τηρούνται οι κλασικές αρχές των επιστημών (βλ. πιο πάνω), τότε οι κοινωνικές επιστήμες συνιστούν ένα λογοτεχνικό είδος, γλαφυρό και ενδιαφέρον, αλλά χωρίς ακρίβεια. Η επιλογή ανάμεσα στις δύο λύσεις θα καθορίσει και την μελλοντική διαδρομή των κοινωνικών επιστημών.

2) Η αβάσιμη απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών συνδέεται με την αποσιώπηση/συγκάλυψη του λειτουργισμού ως κυρίαρχου υποδείγματος στις αγγλοσαξονικές χώρες, οι οποίες ελέγχουν τις τεχνολογίες διάδοσης πληροφορίας (διαδίκτυο, έντυπα, εμπορικά δίκτυα), όπως και την παγκόσμια βιομηχανία θεάματος (κινηματογράφος, μουσική). Με αυτά τα ιδεολογικά δίκτυα διαδίδονται απόψεις, οι οποίες εκλαμβάνουν την κοινωνία ως ένα σώμα που λειτουργεί σε κατάσταση ισορροπίας και η αμφισβήτηση ή σύγκρουση νοείται ως παρέκκλιση, αταξία, ως κάτι το ξεκάθαρα αρνητικό, το οποίο οφείλει να εξαλειφθεί άμεσα. Μέσα στα πλαίσια αυτά οι κοινωνικές επιστήμες υποτιμούνται, καθότι δεν συμφέρουν. Είναι, άραγε, τυχαίο το ότι οι χώρες, πάνω στις οποίες στηρίχτηκε το κλασικό μοντέλο του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, θεωρούν τον Μαρξ ηλίθιο (και χωρίς να κρίνω τον εαυτό μου μαρξοβλαβή);

Συγχρόνως με τον λειτουργισμό, πρόβλημα εντοπίζεται και στον θετικισμό, τη μίμηση δηλαδή υποθέσεων, μεθόδων από τις πιο προωθημένες και ακριβείς θετικές επιστήμες, με την άκριτη εφαρμογή τους σε ένα διαφορετικό πλαίσιο υποθέσεων. Με τον τρόπο αυτό ποσοτικοποιούνται οι συμπεριφορές, υπερισχύει το μοντέλο του ορθολογικού ανθρώπου, η μεγιστοποίηση, το κέρδος ως φυσικό κίνητρο των ατόμων, οι καμπύλες προσφοράς και ζήτησης…Άσχετα αν μέσα στα πλαίσια αυτά τα ερωτήματα είναι προφανή και κοινότοπα ή οι σχέσεις ανιστορικές και ακοινωνικές ή, τέλος, η ανάπτυξη μια διαδικασία που, αν ακολουθηθούν ορισμένα στάδια/πολιτικές, βέβαιη. Υποβαθμίζοντας έτσι το πρόβλημα της εννοιολογικής συγκρότησης της πραγματικότητας, η κοινωνία καθίσταται απροσπέλαστη. Οι κοινωνικές επιστήμες, πρέπει να το τονίσουμε, διψούν για νέες έννοιες και όχι την αναπαραγωγή/αναπλαισίωση/μεταφορά ήδη υπαρχόντων εννοιών. Είναι, επίσης, προφανές ότι στις περιπτώσεις αυτές απουσιάζει οποιαδήποτε έννοια δεοντολογίας, ο ασχολούμενος με τα ανθρώπινα είναι λογικό να αγωνίζεται για να φέρει μια υπόθεση στα μέτρα του, να «τακτοποιεί» την πραγματικότητα σύμφωνα με τα συμφέροντά του.

Η υποτίμηση των ανθρωπιστικών σπουδών ίσως τελικά ταυτίζεται με την άρνηση να κατανοήσει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό, τους συνανθρώπους του, θεωρώντας μάλλον εξωγήινους αυτούς που ασχολούνται με τις θετικές επιστήμες. Η επιστήμη είναι μια ανθρώπινη και κοινωνική υπόθεση, δεν παρατηρείται εξάλλου σε όλες τις κοινωνίες. Για το σκοπό αυτό χρειαζόμαστε τόσο ειδικούς, δηλαδή ειδικές γνώσεις, όσο και γενικές, γιατί η μη σύνδεση με το όλον της κοινωνίας αποβαίνει προβληματική, εφόσον είναι αδύνατον να τεμαχιστεί το αντικείμενο μελέτης, άσχετα αν διατηρείται μεθοδολογικά. Αυτή η αποκοπή, ο τεμαχισμός, θα πρέπει να αίρεται για να μπορέσει να αποκτήσει κανείς μια περισσότερο συνολιστική, ευρύτερη οπτική.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι οι κοινωνικές επιστήμες συμβάλλουν στην δημιουργία ταυτότητας, στην απομυθοποίηση των σχέσεων και στην πολιτική δράση, αν και βάσιμα και αβάσιμα αμφισβητήθηκε ο ρόλος τους αυτός. Ποια η σημασία, όμως, όλων των παραπάνω απόψεων για την παρούσα συγκυρία στην Ελλάδα; Είναι ίδιοι οι προβληματισμοί των χωρών του κέντρου με αυτών της περιφέρειας; Αυτά, όμως, θα ήταν θέματα για επόμενη ανάρτηση. Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ σε μια εμπειρία μου στο Παρίσι. Κάποιο βράδυ είχα γνωριστεί με μια φοιτήτρια φιλοσοφίας και συζητώντας της είχα δηλώσει ως ανθρωπολόγος: «εσείς είστε για μας αντικείμενο», για να λάβω την εξής αποστομωτική απάντηση: «μα κι εσείς είστε αντικείμενο». Ας μάθουμε, λοιπόν, να σκεφτόμαστε πάνω στη σκέψη μας!

 

 

Κατηγορίες:Ανθρωπολογικά

Η εξέλιξη των Ελλήνων (συνέντευξη στο περιοδικό «Φαινόμενα» του Ελεύθερου Τύπου, 22/03/2014)

Το Σάββατο 22 Μαρτίου 2014 δημοσιεύτηκε στο τεύχος 170 του περιοδικού «Φαινόμενα» (ένθετου του Ελεύθερου Τύπου) συνέντευξη του γράφοντος με τίτλο «Η εξέλιξη των Ελλήνων». Το συγκεκριμένο θεματικό τεύχος έχει τίτλο «Τι κρύβει το ελληνικό DNA;» και εκτός από την συνεισφορά του γράφοντος φιλοξενεί, επίσης, μια συνέντεξη του καθηγητή Γενετικής Κ. Τριανταφυλλίδη, καθώς και ένα κείμενο του καθηγητή Ιστορίας Α. Βακαλόπουλου. Από την θέση αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω τον αρχισυντάκτη του περιοδικού «Φαινόμενα» κ. Μ. Παπαγεωργίου, καθώς και την δημοσιογράφο κ. Θ. Καρούτα για την πρόσκληση και την φιλοξενία των απόψεών μου στο περιοδικό. Στο πλαίσιο της συνέντευξης (την οποία μπορεί να διαβάσει κανείς κάνοντας κλικ στην εικόνα του εξωφύλλου που ακολουθεί) τονίζονται κάποιες από τις βασικές παραμέτρους της προσέγγισης του γράφοντος όσον αφορά την σχέση γενετικής και πολιτισμού, όπως αυτές έχουν παρουσιαστεί αναλυτικά και στο σχετικό κεφάλαιο του «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» (κεφ. VIII.2., Η «αρχαιολογία των κυττάρων»: πληθυσμιακή γενετική, σελ. 459-503). Σε αυτές ανήκουν η έμφαση στην αναλυτική διάκριση μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών περιγραφής των κοινωνιών που δεν ταυτίζονται απαραιτήτως (π.χ. της γλωσσικής, της εθνικής, της γενετικής), ο σχετικός χαρακτήρας των εννοιών της «αυτοχθονίας» και της εξωγενούς επιρροής, καθώς και η αντίληψη του πολιτισμού ως ενός δυναμικά εξελισσόμενου συστήματος με γραμμές τόσο συνέχειας όσο και ασυνέχειας. Θίγεται, επίσης, το ζήτημα της διαμόρφωσης της νεοελληνικής εθνικής συνείδησης και η στενή της σύνδεση με το κλασικιστικό πνεύμα του 19ου αιώνα, του νεοελληνικού διαφωτισμού και του φιλελληνισμού.

Phenomena-1

Εχθρός εντός των τειχών

Μαρτίου 11, 2014 3 σχόλια

Του Παναγιώτη Ξανθόπουλου
Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας
Paris VIII Vincennes St Denis

Έρημος εντός των τειχών

Λίγα λόγια για την μοναξιά

Λίγο ως πολύ τα έχουμε ακούσει όλοι : «Ο Α. είναι μόνος του καιρό», «η Κ. δεν βρίσκει κανένα», «οι γονείς του Π. δεν κοιμούνται μαζί, μένουν όμως στο ίδιο σπίτι», «όταν βγαίνουμε έξω για καφέ, κοιτάζουμε και οι δύο έξω από το παράθυρο χωρίς να μιλάμε», «το τηλέφωνο δεν χτυπάει ποτέ», «η γιαγιά βλέπει όλη μέρα τηλεόραση», «δεν επικοινωνώ με τους γονείς μου». Τα τελευταία χρόνια δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει, στο κοντινό ή/και ευρύτερο περιβάλλον του, την αύξηση ατόμων και των δύο φύλων, που αδυνατούν να διαμορφώσουν σχέσεις συντροφικές, φιλικές και ερωτικές. Τι συμβαίνει;

Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι ειδικά για τις ερωτικές επαφές. Σύμφωνα με στατιστική της Εταιρείας Μελέτης της Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας (ΕΜΑΣ) σχεδόν 7 στις 10 γυναίκες είναι μόνες, συνάπτοντας περιστασιακές ερωτικές σχέσεις. Το 75% του δείγματος βρίσκεται σε ηλικία 25-34 χρόνων, με το 60% να καταφεύγει στην αυτοϊκανοποίηση. Το 22,4% δεν έχει κάνει σεξ από έξι μήνες έως ένα χρόνο και το 17,4% απέχει από την ερωτική συνεύρεση από ένα έως δύο χρόνια. Η έρευνα αυτή αλλά και ευρύτερες εμπειρικές παρατηρήσεις θέτουν σημαντικά συλλογικά και προσωπικά ζητήματα (και χωρίς την προϋπόθεση ότι υπάρχει ένα μοντέλο φίλων, συντρόφων, οικογένειας), όπως η δραματική μείωση του αριθμού των γεννήσεων, αισθήματα μοναξιάς, περιθωριοποίησης, μελαγχολίας, κατάθλιψης. Πού όμως εδράζεται η συμπεριφορά αυτή; Πώς μπορεί να προσεγγιστεί η αδυναμία σύναψης σχέσεων; Γιατί μοιάζει με έρημο η ζωή μέσα στις πόλεις;

Στη συνέχεια θα γίνει προσπάθεια να ομαδοποιηθούν ορισμένες ερμηνευτικές προσπάθειες (σίγουρα απλουστευτικές, σχηματοποιημένες και υπό έλεγχο), οι οποίες σχετίζονται αφενός με γενικότερες διεθνείς τάσεις και αφετέρου με την ειδικότητα των ελληνικών ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών. Στο τέλος θα γίνουν ορισμένες προτάσεις επίλυσης του ακανθώδους αυτού προβλήματος.

Stasou

Στάσου! Έχω και διδακτορικό!

1) Μια κοινωνία άρρωστη από «άνοδο». Το σοκ των μικροκοινωνιών.

Αν υποθέσουμε ότι η αστικοποίηση στην Ελλάδα είναι αποτέλεσμα τριών περίπου γενεών, θα κάναμε λόγο για ένα είδος πολιτισμικού σοκ στο χρόνο και στο χώρο. Οι τρεις γενιές που διαβιούν τώρα στις πόλεις βρίσκονται σε κατάσταση σοκ κάθε φορά που προσπαθούν να συνεννοηθούν. Αυτό αφορά τους προσανατολισμούς γενικότερα αλλά και ειδικότερα στην επιλογή και την καθημερινότητα με έναν σύντροφο, φίλο. Ο αστικός χώρος με τη δημιουργία απρόσωπων σχέσεων (ποιος ξέρει, όχι τους ανθρώπους της γειτονιάς, αλλά της πολυκατοικίας του;), βασισμένων όχι πια τόσο σε τοπικές και συγγενικές σχέσεις (στις ελληνικές πόλεις, βέβαια, έγινε προσπάθεια διατήρησης ως ένα βαθμό των σχέσεων αυτών), δημιουργούσε προοδευτικά μια νέα πραγματικότητα, έναν κόσμο διαφορετικό, μέσα στον οποίο έπρεπε να ζήσουν οι κάτοικοί του.

Βασικό στοιχείο της συμπεριφοράς των προερχομένων από τις επαρχίες ήταν η κοινωνική άνοδος, σε βαθμό τέτοιο που να μπορεί να χαρακτηριστεί και ως εθνική ασθένεια. Διαπιστώνεται έτσι μια συνεχόμενη πίεση απέναντι στα νεότερα μέλη για αλλαγή προς το «καλύτερο», η οποία περιλαμβάνει την απαίτηση για περισσότερο κύρος, περισσότερες οικονομικές απολαβές, περισσότερη εξουσία με τη λογική της οικογενειακής επίδειξης. Μέσα στις πόλεις δηλαδή δημιουργήθηκε ένας είδος οικογενειακού ανταγωνισμού, θέτοντας τα παιδιά στο επίκεντρο. Ο ανταγωνισμός αυτός, όπως είναι εύλογο, δημιουργούσε ντροπή και οργή σε περίπτωση που τα τέκνα δεν συμπεριφέρονταν όπως άρμοζε.

Ταξινομώντας χονδρικά και απλοποιημένα τις τρεις γενιές που ζουν στην Ελλάδα, θα κάναμε λόγο α) για μια γενιά της τρίτης ηλικίας που ήρθε στην ουσία από τα χωριά, με παραδοσιακές πρακτικές γάμου (συνοικέσιο), με φίλους τους συγγενείς, μια άποψη τοπικιστική για τον κόσμο, με αναπαραστάσεις δημοτικού σχολείου, β) στη γενιά μεσήλικων, με έναν πρώτο πειραματισμό στις πρακτικές προσέγγισης του άλλου φύλου, ελάχιστους φίλους (κομματικούς συντρόφους;), διατήρηση του τοπικισμού, της κοντόφθαλμης αυτής οπτικής των πραγμάτων, με νοητικά εργαλεία λυκείου και μερικώς πανεπιστημίου, δογματισμό, πρακτική γνώση και γ) μια νεότερη γενιά συγχυσμένων μοναχικών ατόμων, μιας γενιάς…από άλλο πλανήτη που ανοίχτηκε στο εξωτερικό, έκανε ανώτερες και ανώτατες σπουδές, κατέχει ειδικές γνώσεις και βρέθηκε μόνη, άνεργη ή υποαπασχολούμενη. Και που φυσικά αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην προσπάθεια επιβολής παραδοσιακών συμπεριφορών από τις παλιότερες γενιές και την αναπλαισίωση, αναπαραγωγή, αμφισβήτηση, ή/και ένωσή τους με νεωτερικά/μετανεωτερικά στοιχεία. Στην ουσία δημιουργήθηκε ένα μείγμα από συμπεριφορές, οι οποίες είναι όντως δύσκολο να ταιριάξουν (σε άλλα θέματα είμαστε παραδοσιακοί και σε άλλα προοδευτικοί). Πώς να βρει κανείς σύντροφο/φίλο που να έχει το ίδιο μείγμα;

Σε σχέση με τους έμφυλους ρόλους το επαρχιακό/παραδοσιακό μοντέλο της πρώτης γενιάς (το οποίο, ας σημειωθεί, ότι μπορεί να θεωρηθεί λειτουργικό στο χώρο του) ήταν αρκετά συμπαγές και συγκεκριμένο, στη δεύτερη γενιά που ήρθε στις πόλεις διαπιστώνεται μια μερική αμφισβήτηση των ρόλων, λόγω εισόδου των γυναικών στην αγορά εργασίας (με χίλιες αμφισβητήσεις, ταπεινώσεις και ενοχές) και στη νεότερη γενιά χαρακτηριστική είναι η σύγχυση/αμφισβήτηση όσον αφορά τους ρόλους. Θα έλεγε κανείς ότι υπάρχει μια τάση στη νεότερη γενιά μη επανάληψης των προβλημάτων, των διαπληκτισμών, των άπειρων συμβιβασμών, της έλλειψης συνεννόησης, της ανδρικής κυριαρχίας. Ίσως στα πλαίσια αυτά μια περιστασιακή σχέση χωρίς συναισθηματική επένδυση και χωρίς εμπλοκές να φαντάζει λύση. Και πόσες φορές να επενδύσει κανείς συναισθηματικά; Πόσες φορές να προσπαθήσει να μιμηθεί φορμαλιστικά το παραδοσιακό πρότυπο; Εξάλλου μια τάση κρυφού ελέγχου της σεξουαλικότητας στις γυναίκες, σε περιβάλλον απελευθέρωσης (περιορισμοί εξόδου, απαίτηση σταθερότητας σχέσεων, κατακραυγή ελευθεριότητας ηθών, περιστασιακά και παρθενία), δημιουργούσε διαρκώς προϋποθέσεις ασεξουαλικότητας. Ο έλεγχος των γενεών στην Ελλάδα βέβαια πίεζε και προς υπεργαμία (γάμος με ανώτερη κοινωνική ομάδα), συμβουλεύοντας έτσι αποφασιστικά αρνητικά ή θετικά υπέρ ενός υποψήφιου γαμπρού ή νύφης.

Συνεχίζοντας, η συνύπαρξη ατόμων προερχομένων από πολλές διαφορετικές παραδόσεις είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία «ξένων» εντός των πόλεων, εντός των ίδιων των οικογενειών. Οι «ξένοι» αυτοί αν και ορισμένες φορές έβλεπαν διασκεδαστικά τις όποιες διαφορές τους (βλέπε 7 θανάσιμες πεθερές), ωστόσο έθεταν τα θεμέλια ενός πολιτισμικού κενού ανάμεσα στα ζευγάρια, ένα κενό που τα παιδιά φαίνεται πως αποφεύγουν να επαναλάβουν. Το χάσμα αυτό προήλθε από την ένωση των διάφορων τοπικών μικροκοινωνιών στις μεγαλουπόλεις με διαφορετικές αντιλήψεις σε ευρύτατο φάσμα δραστηριοτήτων –τις πρακτικές γάμου, την συμπεριφορά προς τις γενεές, ορισμούς για το ρόλο τον ανδρών και των γυναικών, την διευθέτηση περιουσιακών ζητημάτων, πρακτικές φροντίδας του σώματος, εκφράσεις βίας, τύπους ευγένειας– και προκαλούσε βάθεμα της μοναξιάς μέσα στην οικογενειακή ζωή (οφείλουμε να έχουμε πάντα υπόψη ότι δεν πρόκειται αποκλειστικά για αγροτικούς πληθυσμούς, αλλά υπάρχει μια τεράστια ποικιλία με ανατολίτες κατοίκους πόλεων, από Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και γενικότερα πόλεις της Μ. Ασίας και του Εύξεινου Πόντου, νησιώτες με επιρροές από τη δυτική κουλτούρα). Μέσα σε τρεις γενιές επιχειρήθηκε, λοιπόν, η συγχώνευση στην Ελλάδα τοπικών συμπεριφορών αιώνων, δημιουργώντας «αστοαγρότες», αυτό το υβρίδιο νοοτροπίας, χωρίς αντίληψη της ευρύτερης εικόνας, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς κατανόηση της αλλαγής των καταστάσεων. Δημιουργήθηκαν, δηλαδή, οι προϋποθέσεις μη συνεννόησης.

2) Ο ιδεαλισμός/εκχυδαϊσμός στην τέχνη.

Μια διαφορετική προσέγγιση θα έκανε λόγο για τον ιδεαλισμό των προτύπων, τα οποία εντοπίζονται στην τηλεόραση/κινηματογράφο, στα διάφορα έντυπα, σε ορισμένα ήδη μουσικής (έντεχνο, λαϊκό/ποπ), μέχρι και στην πορνογραφία. Τεχνολογικά θα μιλούσαμε για μια γενιά που μεγάλωσε με ραδιόφωνο, καφενείο, μια άλλη που συνδέθηκε με τις εφημερίδες και την τηλεόραση βασισμένη σε δυτικά πρότυπα (αγγλοσαξωνικά με υπερβολική έμφαση στον ατομισμό που από μόνος του γεννά μοναξιά) και συνδέθηκε με έναν άλλο πολιτισμό (ίσως πλέον αν κανείς ταξιδέψει στις ΗΠΑ να αισθανθεί περισσότερη εξοικείωση από τη χώρα του) και τέλος μια νεότερη παγκοσμιοποιημένη γενιά διαδικτύου (ως επί το πολύ, όπως έλεγε και ο Αριστοτέλης). Η διαδικασία ταύτισης με ωραιοποιημένες και υπερβολικά ρομαντικές σκηνές ερωτικού βίου στις έντεχνες ή ποπ μορφές τέχνης της νεότερης γενιάς είχε ως αποτέλεσμα μια διπλή αποστασιοποίηση από την πραγματικότητα των σχέσεων εξαιτίας (α) πολιτισμικών διαφορών, β) ιδεαλιστικής αναπαράστασης των σχέσεων, δημιουργώντας φαντασιακά υπέροχους μοναχικούς ανθρώπους. Αντίστροφα, βέβαια, και με την τελευταία επιτυχία των τούρκικων σήριαλ, διαπιστώνουμε την αναπαραγωγή αντιλήψεων της επαρχίας, με κιτς αισθητική και μια διάχυτη ηθικοπλαστικού τύπου διάθεση, ό, τι πρέπει, δηλαδή, για να συνεννοηθεί κανείς φιλικά/ερωτικά. Το ελαφρύ τραγούδι εξίσου ελαφριάς αισθητικής εστίασε υπερβολικά στην ερωτική διάθεση και την απολυτοποίησε ανάμεσα στη συνθετότητα της ζωής, δημιουργώντας μονομέρειες ή μονομανίες (αν λάβουμε υπόψη και τον έντονο φορμαλισμό/δογματισμό – προσφορά των ελληνικών πανεπιστημίων). Θαρρεί κανείς πως δεν υπάρχει άλλο θέμα ενασχόλησης πέρα από τραγικές, όντως, ερωτικές καταστάσεις, μιας καταστροφολογίας sine fine. Η μίμηση τέτοιων προτύπων αποσυνδέει τις σχέσεις (ο ιδεότυπος του καψούρη) και αποξενώνει όσους ακολουθούν τις συμβουλές τους.

Εξίσου, τα περιοδικά ποικίλης ύλης ευαγγελίζονταν τη δημιουργία του καλύτερου εραστή με βάση παχιά στερεότυπα (και ειδίκευση στα θέματα των φύλων, ποδόσφαιρο, σεξ, αυτοκίνητα/μηχανές vs μόδα, σχέσεις, ζώδια), και άπειρες συμβουλές, δημιουργώντας εκχυδαϊσμένα μονοσεξουαλικά όντα. Με την διάδοση της πορνογραφίας μέσω διαδικτύου (βλέπε την ταινία Don Juan, 2013), δημιουργούνται πλέον φαντασιακές σχέσεις, η δε αυτοϊκανοποίηση προλαμβάνει από την άμεση επαφή, ακόμα και εντός νέων ζευγαριών (εν είδει φαντασιακής πολυγαμίας). Ενδεχομένως η αδιάκοπη εναλλαγή ερωτικών συντρόφων (η τουλάχιστον η επιθυμία της) στο πρότυπο του πολυγαμικού άντρα να πηγάζει από ταινίες της δεκαετίας του ’80. Στις γυναίκες πάλι ίσως συνδέεται με την περισσότερο ρεαλιστική αποφυγή εξουσιαστικών συμπεριφορών των ανδρών. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σημειώσω μια νέα τάση, η οποία περιλαμβάνει ζευγάρια, των οποίων οι γυναίκες είναι μεγαλύτερες σε ηλικία (ως άρνηση των παραδοσιακών προτύπων), ή όπου γυναίκες κατέχουν πολλούς τίτλους σπουδών (ή ενσώματης προίκας, μεταπτυχιακά και διδακτορικό) και σχετίζονται με άνδρες χωρίς καθόλου σπουδές, με σταθερή όμως για τους τελευταίους επαφή στην αγορά εργασίας (ενδεχομένως ως εξισορρόπηση του ελέγχου/γνώσης/εξουσίας).

3) Τα επαγγέλματα και οι πολιτικές ιδεολογίες.

Οι πηγές σταθερά μιλούν για τον αυτοδημιούργητο/ανεξάρτητο αρσενικό από την εποχή του Λουκή Λάρα (Βικέλας, 1879). Μέσα σε ένα σύμπαν μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων, οι περισσότεροι δήλωναν ευθαρσώς πως δεν έχουν υποπέσει στην εξαρτημένη εργασία και στην περίπτωση αυτή, αυτό οφειλόταν σε περιόδους κρίσης ή κυρίως σε μια περίοδο μαθητείας στα μυστικά των επαγγελμάτων. Στον αντίποδα της θεώρησης αυτής, οι γυναίκες νοούνται ως παθητικές, προσκολλημένες στα του οίκου, χωρίς ανεξάρτητη/αυτόνομη ύπαρξη. Η εργασία τους στο δημόσιο χώρο σταματούσε συνήθως με τον ερχομό των παιδιών. Ωστόσο, τα τελευταία πενήντα χρόνια και με την είσοδο των γυναικών γενικότερα στο δημόσιο χώρο, δημιουργείται μια συγχυσμένη κατάσταση, όπου συμφύονται παραδοσιακές με νεωτερικές και μετανεωτερικές ταυτότητες. Σίγουρα πολλές από τις αντιλήψεις αυτές αναιρέθηκαν με την έναρξη της κρίσης και πολλοί βρέθηκαν στην ανάγκη να επαναπροσδιορίσουν τους εαυτούς τους σε σχέση με τα παραπάνω. Αν υπάρχει δυσκολία οικονομικής ανεξαρτητοποίησης, άνδρες και γυναίκες βιώνουν έντονα τα σημάδια αποτυχίας και διαπιστώνεται έτσι μια τάση αποφυγής της μονιμότητας σε σχέσεις, ένα αίσθημα ντροπής και απομόνωσης. Στις γυναίκες εντοπίζεται και αλλαγή προσανατολισμών σε σχέση με τον παραδοσιακό ρόλο της ενασχόλησης με τα παιδιά, έτσι η επιλογή καριέρας εμποδίζει την δημιουργία οικογένειας, τόσο πραγματικά όσο και αναπαραστασιακά λόγω φόβου των ανδρών. Η κρίση ώθησε επίσης προς την υπερεργασία εξαιτίας αδυναμίας κάλυψης αναγκών, απομονώνοντάς τα άτομα και μετατρέποντάς την εργασία σε καταναγκαστικό έργο. Ορισμένοι βέβαια εργάζονται μανιωδώς διότι αδυνατούν να κάνουν σχέσεις/οικογένειες και δεν επιθυμούν να το σκέφτονται περαιτέρω.

Σε άμεση σχέση με τα παραπάνω, χωρίς ωστόσο να αναφερθώ διεξοδικά, εντοπίζονται και οι πολιτικές θέσεις. Με την παρακμή των τοπικών (τυχαίο;) οργανώσεων των μεγάλων κομμάτων και την ιδεολογική στροφή σε περισσότερο υλιστικές αναζητήσεις, καταργήθηκε σχεδόν η έννοια του κομματικού συντρόφου, ομάδων που έπαιξαν σαφώς σημαντικό ρόλο για την υποδοχή, σύναψη σχέσεων του εισερχόμενου κόσμου στις πόλεις (σαν ένα είδος λέσχης κοινωνικοποίησης). Το ανησυχητικό πρόβλημα της μοναξιάς ίσως εν τέλει βιώνεται γιατί ζούμε σε μια κοινωνία, η οποία μεταμορφώνεται σε κοινωνία χωρίς παραδόσεις, σε κοινωνία όπου χρειάζεται διαρκώς να αποφασίζει κάποιος, να αναδημιουργεί συνεχώς τις σχέσεις του. Αυτό βέβαια είναι και το θετικό στοιχείο, καθότι όσο μπερδεμένοι κι αν είμαστε μπορούμε να ξεφύγουμε, αν ξεκαθαρίσουμε την τοποθέτησή μας, τις δράσεις μας.

Οι κοινωνίες δεν είναι, επομένως, μόνο δομή/σύστημα/αναπαραγωγή, αλλά και δράση/υποκείμενα/πολιτική. Και σίγουρα κοινωνία χωρίς σύγκρουση δεν υπάρχει παρά μόνο σε ουτοπίες. Θα μπορούσαμε να προτείνουμε κάποιες λύσεις; Ίσως. Λύσεις, όμως, που δεν αναφέρονται σε μάκρο-καταστάσεις, αλλά στο τι μπορεί ο καθένας από μας ξεχωριστά, μικροκοινωνιολογικά να πράξει. Για να σκεφτούμε εναλλακτικά το ζήτημα, η νεότερη γενιά αποτελεί την πρώτη, η οποία μοιράζεται κοινές αναφορές στη ζωή των πόλεων, επομένως περισσότερα κοινά από τις προηγούμενες. Ομοίως, υπάρχουν αρκετά παραδείγματα ανθρώπων που έχουν εκδημοκρατικοποιήσει τις διαγενεακές τους σχέσεις, ή τις έμφυλες. Ας αποτελέσουν παράδειγμα προς μίμηση και ας διαδοθούν οι τάσεις αυτές. Αυτό που θα πρέπει ίσως να αφήσουμε πλέον οριστικά πίσω μας είναι οι παρακαταθήκες ανισότητας στις σχέσεις των φύλων και να εστιάσουμε στα κοινά και στην αλληλοκατανόηση των προβλημάτων. Φιλικά/συντροφικά είναι ανάγκη να αποδεχτούμε τις διαφορές, να δώσουμε χρόνο και να δικαιολογήσουμε. Χρειάζεται για τον λόγο αυτό μια διαφορετική, εκτός δογματισμού συζήτηση, τόσο φιλική όσο και ερωτική. Είμαστε όλοι παιδιά οικογενειών με προβλήματα, συγκρούσεις και έλλειψη κατανόησης. Ας ενημερωθούμε για να μάθουμε να τα επιλύουμε, γιατί συχνά τα προβλήματα λειτουργούν στη βάση ψυχολογικής εκτόνωσης και όχι εξεύρεσης πραγματικής λύσης. Το θέμα δεν είναι κάποιος να εξοργιστεί σε σημείο που να γίνει…πράσινος, να φοβίσει ή να φοβηθεί, αλλά να λυθούν τα όποια πρακτικά ζητήματα. Ίσως και μια χιουμοριστική αντιμετώπιση να ήταν μια διέξοδος. Χρειάζεται αυτοκριτική, όσο και παραδοχή των λαθών (πόσο δύσκολο πράγματι;). Επίσης σίγουρα η συζήτηση με κάποιον ειδικό θα μπορούσε να διευκολύνει την επίλυση προσωπικών θεμάτων. Μια άλλη πρόταση θα ήταν η ένταξη σε ομάδες κοινών ενδιαφερόντων, υπάρχουν πλέον ποικίλες δράσεις στις οποίες κάποιος μπορεί να συμμετάσχει, όπως επαγγελματικές λέσχες, πολιτιστικές λέσχες, συζητήσεις, διαδικτυακές πλατφόρμες, ιστολόγια, λέσχες βιβλίου, ξεναγήσεις με τον Θοδωρή και τον Πάνο…Το σημαντικότερο όμως : η λύση θα προέλθει από εσένα.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.