Αρχείο

Posts Tagged ‘Sparen’

Τα βιογραφικά της κρίσης

Ιουνίου 5, 2013 8 Σχόλια

Σε προηγούμενες αναρτήσεις, και κυρίως σε αυτήν με τίτλο «Ποια είναι η εναλλακτική λύση;» αναφερθήκαμε στο φαινόμενο που θα μπορούσε να ονομαστεί μνημονιακός εμπειρισμός. Πρό­κειται για την άποψη που εκφράζουν ακόμα και σήμερα οι πιο ένθερμοι θιασώτες του άκριτου «ευρωπαϊκού προσανατολισμού» της χώρας, ότι, δηλαδή, οι αποφάσεις για την πορεία της τα τελευταία τρία χρόνια ελήφθησαν με σχεδόν αποκλειστικό γνώμονα τα «αντικειμενικά» δεδο­μένα της κατάστασης, π.χ. τα στοιχεία, τα νούμερα, τους συσχετισμούς δυνάμεων, κλπ. Όπως, όμως, προσπαθήσαμε να καταδείξουμε, πίσω από την κάθε πράξη υπάρχει πάντοτε μια θεωρία. Όσοι π.χ. θεώρησαν ότι η χώρα έπρεπε να μπει στον «γύψο» μιας τόσο σκληρής προσαρμογής χωρίς νομισματική υποστήριξη (χωρίς, δηλαδή, ούτε να έχει δικό της νόμισμα ούτε να είναι μέ­λος μιας «κανονικής» νομισματικής ένωσης), δεν το έκαναν επειδή αυτό τους υπέδειξαν τα αντι­κειμενικά δεδομένα. Το έκαναν με βάση την υποκειμενική τους πεποίθηση ότι η ευρωζώνη μπο­ρεί και σύντομα θα λειτουργήσει σαν κανονική νομισματική ένωση, π.χ. με αμοιβαιοποίηση χρέ­ους (ευρωομόλογα) και μια Κεντρική Τράπεζα που θα λειτουργεί όπως αυτές άλλων νομισματι­κών χώρων. Συνεπώς, θα ήταν καταστροφικό για την χώρα να είναι τότε «στην απ΄ έξω», όπως είχε πει προ καιρού ο Α. Σαμαράς, με την ποιότητα των ελληνικών να ανταγωνίζεται μόνον αυτή των προβλέψεών του.

Terra incognita

Terra incognita…

Και η ανωτέρω άποψη δεν είναι παρά μια επιμέρους πτυχή μιας πολύ ευρύτερης θεωρητικής και ιδεολογικής αντίληψης της Ευρώπης, αυτής που θέλει την τελευταία να είναι μια ζώνη πολιτιστι­κής «κοινότητας», περίπου καταδικασμένης στην ενοποίηση ή ολοκλήρωση. Πρόκειται για μια υπο­κειμενική (και καθόλου εμπειριστική) άποψη τόσο βαθιά εδραιωμένη, ώστε να λειτουργεί εν τέλει ως παραμορφωτικός φακός μιας πραγματικότητας που μπορεί να αναγνωστεί τελείως διαφορε­τικά. Έτσι, η Γερμανία (και η ξεκάθαρη ηγεμονική της θέση) βαφτίζεται «Ευρώπη», η νέα εκδοχή του πάλαι ποτέ γερ­μανικού μείζονος ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου (Europäischer Großwirtschaftsraum) καλείται «ευρωζώνη», ο γερμανικός πολιτισμός του Sparen (Sparkultur) γίνεται αντιληπτός ως «πολιτική της λιτότητας», η μεταφορά χρημάτων από τους λογαριασμούς των Ευρωπαίων φορολογουμένων σε αυτούς των τραπεζών-δανει­στών του ελληνικού κράτους χαρακτηρίζεται μονίμως ως «βοήθεια προς την Ελ­λάδα», κλπ. Μία από τις βασικές θέσεις που υποστηρίζουμε σε αυτό το ιστολόγιο είναι ότι η πα­ραπάνω αντίληψη –στην αθώα της εκδοχή– δεν συνιστά απλά μια εντελώς υποκειμενική αφετη­ρία που συχνά, μά­λιστα, παίρνει την μορφή της ιδεοληψίας, της αυθυποβολής και της ψευδαί­σθησης («success story»). Συνιστά πολύ περισσότερο μια πρώτης τάξεως απόδειξη για το ότι αρ­κετοί από τους φο­ρείς αυτής της άποψης καθοδηγούν την χώρα, έχοντας τραγική άγνοια συ­γκεκριμένων συνθηκών εντός της Ευρώπης και κυρίως του πολιτισμού της γερμανόφωνης κε­ντρικής Ευρώπης. Η ρομαντική αντί­ληψή τους περί της Ευρώπης και της προοπτικής της όχι μόνον είναι καθαρά υποκειμενική, αλλά, το χειρό­τερο, δεν στηρίζεται πουθενά.

Σήμερα, λοιπόν, θα δώσουμε την ευκαιρία στον αναγνώστη να διαπιστώσει με τρόμο τι σημαίνει αυτό το «πουθενά». Θα παράσχουμε τα αποδεικτικά στοιχεία που μοιάζουν να επιβεβαιώνουν με δραματικό τρόπο τις εκτιμήσεις που έχουμε κάνει από αυτή την θέση για τον βαθμό γνώσης της Ευρώπης εκ μέρους όσων θεωρούν ότι μονοπωλιακά γνωρίζουν τι είναι η Ευρώπη. Πιστοί, μάλιστα, στον εμπειρισμό και θετικισμό που οι ίδιοι οι υπέρ το δέον ένθερμοι μνημονιακοί ευρωπαϊστές διεκδι­κούν για τις δικές τους θέσεις, θα παρουσιάσουμε στον αναγνώστη στοιχεία όχι μόνο «αντικει­μενικά», όχι μόνο επαληθεύσιμα ανεξάρτητα από τα δικά μας λεγόμενα, αλλά και προερχόμενα από τους ίδιους. Θα δούμε, δηλαδή, τι πληροφορίες μας δίνουν ορισμένοι από τους μνημονιακούς ευρωπαϊ­στές για τον εαυτό τους, τι γνώσεις ισχυρίζονται οι ίδιοι δημοσίως ότι έχουν περί της Ευρώπης. Στους παρακάτω συνδέσμους, λοιπόν, ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει τα βιογραφικά μερικών εκ των πιο ση­μαντικών προσωπικοτήτων της χώρας που από τον χώρο της πολιτικής, της οικονομίας, της διανόησης και της δημοσιογραφίας έχουν προωθήσει ως διαχειριστές της εξουσίας ή έχουν υποστηρίξει ένθερμα ως απλοί σχολιαστές τον άνευ όρων «ευρωπαϊκό προσανατολισμό», τον μνημονιακό «μονόδρομο» και την «πάση θυσία» παραμονή της χώρας στο ευρώ. Στις προσωπικότητες αυτές ανήκουν π.χ. ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ο Φίλιππος Σαχινίδης, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, η Άννα Διαμαντοπούλου, ο Ανδρέας Λοβέρδος, ο Χρήστος Παπουτσής, ο Αντώνης Σαμαράς, ο Γιάννης Στουρνάρας, ο Χρήστος Σταϊκούρας, ο Κωστής Χατζηδάκης, ο Σίμος Κεδίκογλου, ο Μάκης Βορίδης, ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Λουκάς Παπαδήμος, ο Φώτης Κουβέλης, ο Αντώνης Μανιτάκης, ο Γιώργος Προβόπουλος, ο Λουκάς Τσούκαλης, ο Γιώργος Παγουλάτος, ο Γκίκας Χαρδούβελης, ο Πάσχος Μανδραβέλης, ο Παντε­λής Καψής, ο Αλέξης Παπαχελάς, ο Μπάμπης Παπαδημητρίου.

Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, στα βιογραφικά των ανωτέρω προσώπων απαντά ένα αναπάντεχο κοινό σημείο που στην καλύτερη περίπτωση προβληματίζει και στην χειρότερη τρομάζει: από κανένα, δηλαδή, εκ των ανωτέρω βιογραφικών δεν προκύπτει η παραμικρή γνώση για την Γερμανία ή γενικότερα για την γερμανόφωνη κεντρική Ευρώπη. Τα εν λόγω πρόσωπα δεν γνωρίζουν γερμανικά, δεν προκύπτει να έχουν μείνει έστω ένα μικρό χρονικό διάστημα στην Γερμανία, π.χ. να έχουν περάσει εκεί κάποιο τμήμα των σπουδών ή της επαγγελματικής τους διαδρομής. Όσοι, μάλιστα, εξ αυτών έχουν επιστημονική ιδιότητα και αρχείο ακαδημαϊκών δη­μοσιεύσεων (π.χ. Λ. Παπαδήμος, Γ. Στουρνάρας) δεν φαίνεται να έχουν δημοσιεύσει ποτέ ούτε ένα (1) άρθρο στην γερμανική γλώσσα. Ελάχιστες εξαιρέσεις στον ανωτέρω κανόνα μπορούν να εντοπι­στούν μόνον αν ο κύκλος των προσώπων διευρυνθεί και σε αυτά που ναι μεν δεν διαχει­ρίστη­καν εξουσία τα τελευταία τρία χρόνια, είναι γνωστό, όμως, πως υποστηρίζουν παρόμοιες θέ­σεις. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, ωστόσο, π.χ. σε προσωπικότητες, όπως ο Κ. Σημίτης και η Ντ. Μπακογιάννη, είναι αμφίβολο αν η εμπειρία της Γερμανίας έφθασε σε βαθμό υπέρβασης του «διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδι­σμού» βάσει των ενδεικτικών κριτηρίων που έχουμε παραθέσει στο παρελθόν.

Περαιτέρω, ιδιαίτερη εντύπωση κάνει η ομάδα αυτών που θα μπορούσαν να ονομαστούν  αμε­ρικανοτραφείς ευρωπαϊστές. Σε αυτούς ανήκουν πρόσωπα, όπως π.χ. ο Γ. Παπανδρέου, ο Α. Σαμαράς, ο Λ. Παπαδήμος, ο Γκ. Χαρδούβελης και ο Α. Παπαχελάς, οι οποίοι εκφράζουν βα­ρύνουσα άποψη για τα της Ευρώπης, έχοντας πλούσιες γνώσεις, εμπειρίες και παραστάσεις από έναν άλλο γεωγρα­φικό και πολιτιστικό χώρο, αυτόν των Η.Π.Α. Και είναι σίγουρο ότι, αν το ζητούμενο για την χώρα ήταν η συμμετοχή της ή όχι στην NAFTA (North American Free Trade Agreement), τότε άνθρωποι σαν τον Λ. Παπαδήμο θα μπορούσαν να προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες. Αντιθέ­τως, το τι υπηρεσίες προσφέρουν στην υπόθεση της Ευρώπης έχει καταστεί σαφές προ πολλού. Το αμερικανικό υπόβαθρο, μάλιστα, πολλών ευρωπαϊστών έρχεται να εξη­γήσει εύγλωττα και τις ανεδαφικές συγκρίσεις μεταξύ της Ε.Ε. και των Η.Π.Α., με την γνωστή επωδό περί των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Αν, τώρα, στην ενδιαφέρουσα κατηγορία των αμερικα­νοτραφών ευρωπαϊστών, όσων, δηλαδή, ομνύουν στο όνομα της Ευρώ­πης γνωρίζοντας άριστα την…Αμερική, προστεθούν και όσοι προκύπτει να γνωρίζουν την Ευ­ρώπη από την σκοπιά του Ηνωμένου Βασιλείου, έχοντας σπουδές, επαγγελματικές εμπειρίες και παραστάσεις κυρίως από την Αγγλία (π.χ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Γ. Στουρνάρας, Χρ. Σταϊκού­ρας, Γ. Προβόπουλος, Γ. Παγουλάτος, κ.α.), τότε τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα. Διότι με αυτό τον τρόπο έχουμε ουσιαστικά χαρτογραφήσει την μεγάλη πλειοψηφία των ένθερμων ευρωπαϊστών της πο­λιτικής και του δημόσιου λόγου, οι οποίοι αποδεικνύονται παντελώς «άκα­πνοι» σε ό,τι αφορά την ουσιαστική εμπειρία της ζωής στην ηπειρωτική Ευρώπη και κυρίως στην Γερμανία.

Υπό το φως των ανωτέρω «βιογραφικών της κρίσης» αντιλαμβάνεται κανείς με τρόμο ότι το τι­μόνι της χώρας βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στα χέρια τυφλών οδηγών. Ανθρώπων που ορί­ζουν τις τύχες της χώρες με αποκλειστικά εφόδια τις βαθιές τους ιδεοληψίες, τους ευσεβείς τους πόθους, τα απλοϊκά γενικευτικά μοντέλα και την εικονική πραγματικότητα της Ευρώπης που δημιουργεί αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «σύνδρομο του Μαγγελάνου». Όπως, δη­λαδή, ο Πορτογάλος θαλασσοπόρος ονόμασε «Ειρηνικό» τον ωκεανό, του οποίου είχε δει μόνον ένα τμήμα και σε συγκεκριμένες συνθήκες, έτσι και πολλοί ρομαντικοί ευρωπαϊστές αντιλαμβά­νο­νται την «Ευρώπη» υπό το απατηλό πρίσμα των εμπειριών σε συγκεκριμένα μόνο τμή­ματα του ευρύτερου δυτικού κόσμου, άσχετα με την ευρωζώνη και τις ιδιαιτερότητές της.

Αυτοί είναι, λοι­πόν, οι άνθρωποι με το «λάθος βιογραφικό» που επιστρατεύτηκαν για να οδηγήσουν την χώρα στον όλεθρο. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που δεν θα καταλάβουν ποτέ τι εννοούσε ακόμη και ο Ζ.-Κ. Γιουνκέρ όταν, σκιαγραφώντας υπαινικτικά το αληθινό πνεύμα της «διάσωσης» της Ελλάδας, αλλά και την πραγματικότητα που κρύβεται από πίσω της, δήλωνε: «Έχουμε γίνει αλαζόνες. Δε γνωρίζουμε ιστορία. Δε συμπαθούμε αυτούς που δεν είναι σαν εμάς, αγνοούμε όσα προσέφερε η Ελληνική Δημοκρατία και οι Έλληνες στην Ευρώπη». Αυτοί είναι, τέλος, οι άνθρωποι που μάλ­λον δεν θα αντιληφθούν παρά μόνον όταν είναι ήδη πολύ αργά ότι το δί­λημμα ευρώ ή δραχμή ήταν ευθύς εξαρχής άνευ αντικειμένου. Και τούτο διότι στην πραγματικό­τητα δεν υπάρχει πιο σίγουρος δρόμος για την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα από την παρα­μονή στην ευρω­ζώνη…

Advertisements

«Ποια είναι η εναλλακτική λύση;»

Οκτώβριος 28, 2012 3 Σχόλια

Στο τμήμα Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Northwestern, στο Σικάγο των ΗΠΑ, κατέχει την έδρα του καθηγητή ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος. Πρόκειται για τον αρχαιολόγο Matthew Johnson που μέσα από έναν σκληρό αγώνα ζωής κατάφερε να κάνει μια σημαντική ακαδημαϊκή καριέρα. Ως ένας από τους καλύτερους γνώστες της αγγλο­σαξονικής αρχαιολογικής θεωρίας, ο Johnson πάντοτε είχε τον δικό του, ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο να μυεί τους φοιτητές του στα συχνά δύσβατα μονοπάτια της. Εξασκημένος να εντοπίζει την θεωρία πίσω από την εκάστοτε πράξη, συνηθίζει να λέει μια φράση που, όταν την είχα πρω­τοακούσει, δεν είχα καταλάβει εντελώς το νόημά της: «όταν κανείς σάς λέει ότι δεν έχει θεωρία για τα πράγματα, να τον ρωτάτε πάντα τι είναι αυτό που προσπαθεί να κρύψει». Στην πορεία συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν όντως πολλές περιστάσεις στην επιστήμη και την ζωή που φω­τίζουν το νόημα αυτής της ρήσης. Ένα από τα καλύτερα παραδείγματα, μάλιστα, για την κατα­νόησή της δεν είναι άλλο από την ελληνική κρίση και τον τρόπο, με τον οποίο ορισμένοι από τους υπερασπιστές των μνημονίων και της «πάση θυσία» παραμονής στο ευρώ προπαγαν­δίζουν τις θέσεις τους.

Όλοι μπορούμε να θυμηθούμε ότι, όταν κατά τους πρώ­τους μήνες της κυβέρνησης ΓΑΠ συντε­λέστηκε η (αυτο)υπονόμευση της δανειοληπτικής ικανότητας της χώρας και αυτή έφτασε στο χείλος της χρεοκοπίας, η προσφυγή στον μηχανισμό διάσωσης της τρόικας παρουσιάστηκε (και ακόμη παρουσιάζεται) ως η «μοναδική λύση», ως «η επιλογή της σωτηρίας έναντι της κατα­στροφής», ως μια πράξη που δεν είχε πίσω της μια συγκεκρι­μένη θεωρία, δηλαδή μια υποκειμε­νική θεωρη­τική προσέγγιση της ευρύτερης κατάστασης, αλλά συνιστούσε την αναγκαστική, «αντικειμενική» αντίδραση στις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί. Περαιτέρω, ένας από τους πιο προσφιλείς τρόπους υπογράμμισης του «αντικειμενικού» χαρα­κτήρα των κινήσεων που έγιναν υπήρξε από την αρχή η μεθοδευμένη επανάληψη εκ μέρους του μνημονιακού «λόμπι του ευρώ» του έντεχνου ερωτήματος «μα ποια είναι η εναλλακτική λύση;». Με αυτό τον τρόπο, οι διάφοροι υποστηρικτές της εν λόγω θέσης έγιναν κατά πρώτον κήρυκες επιστημονι­κού σκοτα­δισμού άλλων εποχών, δηλαδή της ιδέας ότι πίσω από την κάθε πράξη (πολιτική, οι­κονομική, επιστημονική, κλπ.) δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεωρία, αλλά μόνον «αντικειμενικές» συνθήκες και το «αλάθητο» των ειδημόνων που διαχειρίζονται την μία και μοναδική λύση. Κατά δεύτερον, το ενίοτε ύποπτο υπόβαθρο του ερω­τήματος «ποια είναι η εναλλακτική λύση;» αναδεικνύεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι εναλλα­κτικές λύ­σεις, πολλές μάλιστα, έχουν προταθεί ήδη από τις αρχές της ελληνικής κρί­σης και αυ­τής της ευ­ρωζώνης.

Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, ότι διακεκριμένοι οικονομολόγοι, όπως π.χ. ο Γ. Στίγκλιτς, ξεκι­νώντας από την δική τους θεωρητική αφετηρία έχουν εδώ και καιρό κάνει λόγο για την ανάγκη εξόδου όχι της Ελλάδας, αλλά της Γερμανίας από το ευρώ προκειμένου να επιλυθεί η ευρύτερη ευρωπαϊκή κρίση. Πρόκειται για μια άποψη που μέχρι σήμερα συνεχίζει να εκφράζεται με ενάρ­γεια και από άλλους σχολιαστές. Την ίδια στιγμή, συγκεκριμένες προτάσεις, εναλλακτικές ως προς τα προγράμματα διάσωσης, διατυπώνονται και από όσους εκκινούν θεωρητικά από την –ίσως ρομαντική– άποψη ότι η ευρωζώνη μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει στην παρούσα της σύνθεση, παρά τις έντονες εσωτερικές της προστριβές. Σε προτάσεις, όπως π.χ. αυτή των Γ. Βα­ρουφάκη-St. Hol­land, θεωρείται ότι είναι εφικτή μια συμβιβαστική, συστημική λύση της ευρωκρί­σης βάσει μιας τελικώς κοινής αντίληψης του προβλήματος εκ μέρους όλων των εμπλεκομένων χωρών. Σε άλλο μή­κος κύματος, πολλοί οικονομολόγοι με διεθνή απήχηση, όπως π.χ. ο Μ. Νόιμαν, ο Μ. Φέλντσταϊν, ο Ν. Ρου­μπινί και ο H. Werner-Sinn, έχουν συχνά εκφράσει την άποψη ότι η ανάκτηση της ανταγω­νιστικότητας της ελ­ληνικής οικονομίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με επιστροφή στο εθνικό της νόμισμα.  Ενίοτε, μάλιστα, μοιάζουν να υπονοούν ότι στο ίδιο συμπέρασμα θα κατέληγε ακόμη και ένας πρωτοετής των οικονομικών, κάτι που, όμως, δεν επιτρέπεται να…πολυακούγεται, αφού οι υπό κρίσιν χώρες πρέπει να μείνουν με κάθε τρόπο (π.χ. υπό το κράτος καταστροφολογικών σεναρίων) «κλειδωμένες» στην ευρωζώνη.

Και πράγματι, σε αντίθεση με ό,τι συστηματικά διατείνεται το μνημο­νιακό στρατόπεδο στην χώρα μας, έχουν υπάρξει δηλώ­σεις κάποιων άλλων σημαντικών στελε­χών της διεθνούς οικονομίας που αμβλύνουν τα σχετικά με την επιστροφή στην δραχμή σε­νάρια καταστροφής ή τουλάχιστον καταστροφής της Ελλάδας. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η δή­λωση του επικεφαλής του Διε­θνούς Χρημα­τοπιστωτικού Ινστιτούτου (IIF) Τ. Νταλάρα ότι σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ θα πτωχεύσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τρά­πεζα. Μια δήλωση που έγινε τον Μάιο του 2012 και που αυτόματα σημαίνει ότι, αν το εν λόγω σενάριο μεταφερθεί δύο χρόνια πριν, την περίοδο της υπογραφής του πρώτου ελληνικού μνημονίου, οι συνέπειες μιας ενδεχόμενης ελληνικής εξόδου θα ήταν τότε πιθανώς ακόμη πιο βαριές. Με δεδομένο ότι κανείς δεν θα άφηνε να συμβεί μια τέ­τοια καταστροφική εξέλιξη, γίνεται σαφές ότι η υπόθεση που κατά τις πρώτες φάσεις της κρίσης ήθελε την Ελλάδα εκτός ευρώ, με την υπόλοιπη ευρω­ζώνη ακόμη εντός του, δεν υπήρξε ποτέ ρεαλιστικό ενδεχόμενο. Αποτέλεσε απλώς το βασικό σενάριο κατα­στροφής που εξυπηρέ­τησε την όσο το δυνατόν πιο «ομαλή» υπαγωγή της χώρας στις επιταγές του μνημονίου. Αντιλαμβάνεται, επομένως, κανείς ότι, αν οι ελληνικές κυβερ­νήσεις αντί να παίξουν τον ρόλο διακινητή του φανταστικού αυτού σεναρίου αξιοποιούσαν την συγκεκριμένη κατά­σταση ως ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο, θα μπο­ρούσαν να ωθήσουν τα πράγματα σε δια­φορετική κατεύθυνση από αυτήν που οδήγησε την χώρα, αλλά ταυ­τόχρονα και την ίδια την ευ­ρωζώνη στην παρούσα κατάσταση. Ο λόγος που δεν το έκαναν δεν είναι οι «αντικειμενικές» συνθήκες, αλλά η δική τους «θεωρία» πίσω από τα πράγματα, την οποία αναπτύξαμε πρό­σφατα περιγράφοντας τα υλικά και ψυχολογικά κίνητρα του ελληνικού «λόμπι του ευρώ».

Το ποια είναι η εναλλακτική λύση για το πρόβλημα της ευρωζώνης κατά την άποψη που ανα­πτύσσουμε σε αυτό το ιστολόγιο έχει εν πολλοίς ήδη διατυπωθεί και, φυσικά, όπως κάθε πρό­ταση που θέλει να διεκδικεί στοιχειώδη ειλικρίνεια και σοβαρότητα, ξεκινά από την δική της εκ­πεφρασμένη θεωρητική αφετηρία. Σύμφωνα με αυτήν, στο πλαίσιο του οράματος της ευρωπαϊ­κής ενοποίησης μια ζώνη έντονης πολιτιστικής διαφοροποίησης, η Ευρώπη, εξελήφθη λανθα­σμένα ως μια ζώνη πολιτιστικής «κοινότητας». Σαν αποτέλεσμα, φαινόμενα που στην πραγμα­τικότητα αποτελούν ιδιοσυγκρατικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά συγκεκριμένων πληθυσμών της Ευρώπης, γίνονται αντιληπτά ως απλές «πολιτικές» ή «στρατηγικές». Κο­ρυφαίο παράδειγμα η «πολιτική» της λιτότητας, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πιστή αντανάκλαση του λαϊκού πολιτισμού της γερμανόφωνης κεντρικής Ευρώπης, του πολιτισμού του Sparen (δηλ. του διαρκούς εθισμού της αποταμίευσης, της πολιτιστικά…«σφιχτής» σχέσης με το χρήμα). Πρόκειται για μια πολιτιστική έκφανση που συνιστά τόσο λίγο «πολιτική» ή «ιδεο­λογική κατεύθυνση» όσο συνιστά π.χ. στον κόσμο της Μεσογείου η παραδο­σιακή οικονομική αλληλοϋποστήριξη εντός της κάθε οικογένειας.

Ακόμη και κάποιος που δεν έχει εμπειρία ή γνώση του γερμανικού πολιτισμού, αρκεί να δώσει την λέξη «sparen» ως λήμμα στο Google, για να εμφανιστούν αμέσως 140.000.000 (!) αποτελέ­σματα. Αν τώρα δώσει ως λήμματα τις ελληνικές μεταφράσεις της έννοιας (π.χ. εξοικονόμηση, αποταμίευση), των οποίων η παρουσία στην ελληνική γλώσσα δεν είναι ούτε κατά προσέγγιση τόσο ισχυρή, καθημερινή και πανταχού παρούσα (χαρακτηριστικό είναι εδώ ότι η ελληνική με­τάφραση της έννοιας διαμοιράζεται σε περισσότερες της μιας λέξεις και δεν συγχωνεύεται σε μία, κυρίαρχη λέξη), θα λάβει τα ακόλουθα αποτελέσματα: εξοικονόμηση (3.700.000), αποταμίευση (500.000), φειδώ (22.000). Ούτε εξ αποστάσεως δεν πλησιάζει την γερμα­νική…επίδοση και το ιταλικό «risparmio» με περίπου 32.000.000 αποτελέσματα. Αξίζει να ση­μειωθεί ότι ο χαρα­κτηρισμός «πολιτισμός του Sparen» (Sparkultur) αποτελεί μια μάλλον καλοπροαίρετη και νηφά­λια προσέγγιση, αν αναλογιστεί κανείς ότι το ίδιο φαινόμενο περιγράφεται από τον Μαξ Βέμπερ ως Zwang (Τσβανγκ=εμ­μονή, π.χ. Sparzwang), λέξη που χρησιμοποιείται στην γερμανική ιατρική ορολο­γία για να περι­γράψει εμμονικές διαταραχές ή νευρώσεις (π.χ. ο όρος Zwangsstörung [αγγλ. Obses­sive Compul­sive Disorder]). Είναι μάλλον το σημείο που μπορεί κανείς να θυμηθεί ορι­σμέ­νους ιδιαί­τερα…συνειδητοποιημένους μνημονιακούς, οι οποίοι από ένθερμοι τηλεκήρυκες του αρχαιοελ­ληνικού πολιτισμού κατέληξαν τελικά υπερασπιστές κεντροευρωπαϊκών νευρώ­σεων.

Υπό αυτό το πρίσμα γίνεται αντιληπτό ότι τα προβλήματα στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης είναι στην πραγματικότητα το εξής ένα: η προκρούστεια συνύπαρξη στο πλαίσιο της ίδιας οικο­νομικής ένωσης του γερμανόφωνου κόσμου της κεντρικής Ευρώπης με τις υπόλοιπες πολιτιστι­κές περιοχές της ηπείρου. Κατά συνέπεια, η λύση για το πρόβλημα της ευρωζώνης δεν βρίσκεται στην «μοναδική επιλογή» των καταστροφικών μνημονίων της λιτότητας, αλλά σε μια τελείως διαφορετική διάσταση: στην αναίρεση της πολιτιστικά ασύμβατης συνύπαρξης. Αυτή μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι η έξοδος της Γερμανίας από το ευρώ, η οποία μαζί και με τις βασικές, γερμανόφωνες δορυφόρους της (Αυστρία, Ολ­λανδία) θα μπορούσε να σχηματίσει μια χωριστή νομισματική υποένωση. Η αποχώρηση της Γερμανίας θα ήταν το «μαγικό ραβδί» για την απελευθέρωση της υπόλοιπης ευρωζώνης από τα δεσμά του πολιτισμού του Sparen, της αυτοκρατορίας της Εμμονής. Την επόμενη κιόλας μέρα η ΕΚΤ θα μπο­ρούσε να λειτουργήσει όπως οι κεντρικές τράπεζες άλλων νομισματικών χώρων (π.χ. ΗΠΑ, Βρετανίας, Ιαπωνίας) παίζοντας ρόλο δανειστή εσχάτου ανάγκης, εκδίδοντας ευρωομόλογα και εξουδετε­ρώνοντας οριστικά τις κερδοσκοπικές αγορές. Ο δεύτερος τρόπος είναι η λύση των «Ηνωμένων Εθνών της Ευρώ­πης», δηλαδή της συντεταγμένης εξόδου της Ευρώπης από το ευρώ και της επιστροφής σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση νομισματικά αυτοδύναμων κρατών.

Στα εύλογα ερωτήματα «μα πώς θα γίνουν αυτά;» και κυρίως «ποιος θα διώξει την Γερμανία από το ευρώ;», η απάντηση είναι απλή: η ίδια η Γερμανία. Αρκεί να βρει απέναντί της την δυνα­μική συσπείρωση της Γαλλίας και των PIGS (Πορτογαλίας, Ισπανίας, Ελλάδας και Ιταλίας), εκ­φρα­ζόμενη με την απειλή τους να επιστρέψουν σε εθνικά νομίσματα αν η Γερμανία δεν απελευ­θερώ­σει άμεσα την νομισματική ένωση από την «πολιτική» της. Σε αυτή την περίπτωση –και πά­ντα στο πλαίσιο του πολιτισμού του Sparen– η αυτό­βουλη επιστροφή της Γερμανίας στο μάρκο (ή στο νόμισμα μιας βόρειας υποένωσης) θα καταστεί μονόδρομος, με τους περισσότερους Γερμανούς πολίτες να μέμφονται την ηγεσία τους όχι για την αποχώρηση από την ευρωζώνη, αλλά για την αρχική προσχώρηση της χώρας τους σε αυτή. Αντιστοίχως, σε οποιοδήποτε άλλο σενάριο, μονόδρομος θα είναι για την νότια Ευρώπη η μετατροπή της σε μια μεταμοντέρνα εκ­δοχή της κομμουνιστικής Ανατολικής Ευρώ­πης: σε μια ζώνη οικονομικής καταστροφής, εξα­θλίωσης ή και εθνικής διάσπασης (βλ. Καταλω­νία), με την γερμανικής κοπής λιτότητα αυτή την φορά στον ρόλο του επίσης γερμανικής προε­λεύσεως κομμουνισμού. Όσο για την Ελ­λάδα, την μοναδική χώρα που απουσίασε εύγλωττα από την πρόσφατη σύνοδο των χωρών του Νότου στην Μάλτα, αυτή θα υποστεί ό,τι υφίσταται όποιος επιλέγει στον πόλεμο το λάθος στρατόπεδο. Διότι ιστορικά το στρατόπεδο της Γερμανίας είναι πάντα το στρατόπεδο της ήτ­τας…

Ηθογραφώντας την Εμμονή

Όταν πριν λίγες μέρες προβλήθηκε το βίντεο με την καγκελάριο της Γερμανίας…μαντάμ Μέρκελ να αδυνατεί να εντοπίσει στο χάρτη την πρωτεύουσα της Γερμανίας, το Βερολίνο, σκέφτηκα ότι αυτή είναι μία από τις λίγες περιπτώσεις, όπου θα μπορούσε κανείς να την υπερασπιστεί. Ο λό­γος είναι ότι η Α. Μέρκελ δεν είναι σε καμία περίπτωση η μοναδική, η οποία μοιάζει να ασκεί (ευρωπαϊκή) πολιτική «χωρίς χάρτη», χωρίς, δηλαδή, να λαμβάνει επαρκώς υπόψη την σχέση και την ιστορία των εκάστοτε λαών-ομάδων ανθρώπων με τον πάντοτε ιδιαίτερο τόπο τους. Ένα μεγάλο μέρος των επιστημόνων από τους χώρους κυρίως της οικονομίας και των πολιτι­κών επιστημών δεν φαίνεται να κάνει κάτι διαφορετικό. Συλλαμβάνει και σχεδιάζει πολιτικές και οικονομικές θεωρίες, συνταγές και «φάρμακα» για τις κρίσεις που αυτονόητα διεκδικούν γενι­κευτική ισχύ: μπορούν και «πρέπει» να ισχύουν παντού στον κόσμο, ώστε να μην ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αν κανείς αναζητήσει στον χάρτη την Ρώμη στην θέση του Όσλο ή την Λισσαβόνα στην υποσαχάρια Αφρική. Τουναντίον, μάλιστα, αυτή η «ρευστοποίηση» της φυσικής και πο­λιτιστικής γεωγραφίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποστήριξη της βιωσιμότητας εγ­χειρημάτων, όπως π.χ. αυτό της ευρωζώνης, πόσο μάλλον των πιο….μεγαλεπήβολων σχεδίων περί «παγκόσμιας διακυβέρνησης» και ενός παγκόσμιου νομίσματος. Στην σχολή αυτής της άκριτης και αυτονόητης γενίκευσης ανήκουν άνθρωποι, όπως π.χ. ο πιστός θεράπων του ευρώ Λ. Πα­παδήμος, καθώς και πολλοί ειδικοί, κυρίως οικονομικοί αναλυτές της ελληνικής κρίσης, οι οποίοι με την αμβλύνοια που συ­χνά προκαλεί η απόλυτη ακαδημαϊκή εξειδίκευση διατείνονται ότι «ο κόσμος δεν έχει καταλά­βει», ότι οι πολιτικοί «πρέπει να πουν στον κόσμο όλη την αλήθεια» (που προφανώς δεν έχει γίνει αντιληπτή από αυτόν). Με άλλα λόγια ότι το πρόβλημα εντοπίζεται κατά βάσιν στον «οικονομικό αναλφαβητισμό» του κόσμου, αφού προ­φανώς δεν είναι δυνατόν να έχει πάει κάτι στραβά με τα περι­σπού­δαστα, γενικευτικά οικο­νομο­τεχνικά μοντέλα και τις πολύπλοκες υπολογιστικές εξομοιώ­σεις.

Χάρτες; Ποιος τους χρειάζεται;

Το ποιοι είναι αυτοί που στην πραγματικότητα δεν έχουν καταλάβει, αυτοί που δεν διανοούνται καν την «αλήθεια», αποδεικνύεται μεταξύ άλ­λων από ένα πλήθος καθημερινών ιστοριών που εκτυλίσσονται εδώ και πολύ καιρό σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης, ιδίως βορείως των Άλ­πεων (τις οποίες πιθανότατα θα μπορούσε να βρει στον χάρτη ακόμα και η κ. Μέρκελ…). Σε μία από αυτές τις ιστορίες, πριν κάποια χρόνια (πριν την κρίση) ένας Έλληνας ανειδίκευτος εργαζόμενος δούλευε σε ένα μικρό τυπογραφείο μιας γερμανικής πόλης. Μία από τις βασικές του εργασίες κάθε μέρα ήταν να πηγαίνει και να φέρνει διάφορα δέματα χρησιμοποιώντας το ποδήλατο του μαγαζιού. Από την πρώτη κιόλας μέρα στην δουλειά είχε προσέξει συγκεκριμένες πτυχές της συμπεριφο­ράς του αφεντικού του, κυρίως την υπερβο­λική…φειδώ σε ζητήματα χρημάτων, αλλά και την τάση του να τον αντιμετωπίζει (τον Έλληνα υπάλληλό του) με αρνητική προκατάληψη ως προς την φερεγγυότητα και την υπευθυνότητά του. Όταν, λοιπόν, κάποια μέρα που επέστρεφε στο μαγαζί έσκασε η μπροστινή ρόδα του πο­δηλάτου λόγω μακροχρόνιας φθοράς, ο υπάλληλος άρχισε να φοβάται τα…χειρότερα. Ότι, δη­λαδή, μόλις το πει στον Γερμανό εργοδότη του, αυτός θα τον βάλει να πληρώσει ο ίδιος την ζη­μιά κατηγορώντας τον, μάλιστα, ότι αυτός την είχε προ­καλέσει. Τελικά είχε δίκιο ως προς το δεύτερο σκέλος. Ο εργοδότης του όντως προσπάθησε να κατηγορήσει τον ίδιο για την ζημιά, στο τέλος, όμως, εκτιμώντας την κακή κατάσταση του πα­λαιού ποδηλάτου (που θα έπρεπε από καιρό να έχει είτε επισκευαστεί είτε αντικατασταθεί από ένα καινούριο, αλλά για τους γνωστούς λόγους φειδούς τίποτα από αυτά δεν είχε γίνει), δέ­χτηκε να πληρώσει αυτός για την ζημιά. Έδωσε, μάλιστα στον Έλ­ληνα υπάλληλό του ένα χαρ­τονόμισμα των 50 ευρώ που μόλις είχε πάρει από την τράπεζα, προκειμένου αυτός να πάει το ποδήλατο στο συνεργείο για την επισκευή.

Έτσι και έγινε. Ο Έλληνας υπάλληλος πήγε το ποδήλατο σε ένα κοντινό συνεργείο, όπου και επισκευάστηκε. Αποπειράθηκε τότε να πληρώσει με το – άρτι αναληφθέν από την τράπεζα – χαρτονόμισμα των 50 ευρώ που είχε λάβει για τον σκοπό αυτό από το αφεντικό του. Ο ιδιοκτή­της του συνεργείου πήρε το χαρτονόμισμα στα χέρια του, παίρνοντας, όμως, ταυτόχρονα και μια γκριμάτσα προβληματισμού. Ο συνδυασμός του «κολλαριστού» χαρτονομίσματος με την κάπως…μελαμψή – για τα γερμανικά δεδομένα – όψη του Έλληνα υπαλλήλου τον έβαλε σε σκέψεις, τις οποίες αμέσως εξέφρασε: «Τι είναι αυτό; Είναι γνήσιο;», τον ρώτησε. «Φυσικά και εί­ναι!», απάντησε ο Έλληνας, «μου το έδωσε το αφεντικό μου, που μόλις το πήρε από την τρά­πεζα». «Και πού ξέρω εγώ ότι λες αλήθεια;», αντέτεινε ο ιδιοκτήτης του συνεργείου. «Εμένα αυτό που βλέπω δεν μου φαίνεται γνήσιο! Δεν το παίρνω!», είπε αποφασιστικά. «Πήγαινε στο αφε­ντικό σου και πες του να με πληρώσει με άλλο χαρτονόμισμα!». Ο Έλληνας υπάλληλος επέ­στρεψε συγχυσμένος στο τυπογραφείο με το επισκευασμένο ποδήλατο και διηγήθηκε στο αφε­ντικό του τι είχε συμβεί. «Πού είναι το χαρτονόμισμα», τον ρώτησε το αφεντικό του. «Εδώ», είπε ο Έλληνας βγάζοντάς το από την τσέπη του. Ακούει, τότε, το αφεντικό του να λέει: «Τι είναι αυτό; Αυτό δεν είναι το χαρτονόμισμα που σου έδωσα!». Έντρομος ο Έλληνας υπάλληλος κοί­ταξε το χαρτονόμισμα, διαπιστώνοντας ότι, πράγματι, το αρχικώς «κολλαριστό» χαρτονόμισμα είχε πλέον μια πιο «χρησιμοποιημένη» όψη. Κάτι λογικό, αφού είχε παραμείνει στην τσέπη του αρκετή ώρα, είχε μπει και βγει από αυτή ήδη αρκετές φορές, η ίδια η τσέπη του «δίπλωνε» συνε­χώς καθώς αυτός βάδιζε ή έκανε ποδήλατο γυρνώντας από το συνεργείο, κ.ο.κ. Η παντελώς αυτονόητη αυτή εξήγηση δεν ήταν, όμως, η πρώτη που ήρθε στο μυαλό του αφεντικού. Συνδυά­ζοντας και αυτός τα «δεδομένα» της ιστορίας με την ξενική, «νότια» καταγωγή του υπαλλήλου άρχισε να τον κατηγορεί ότι εξαφάνισε το αρχικό, γνήσιο χαρτονόμισμα και προσπάθησε να πληρώσει τον ιδιοκτήτη του συνεργείου με κάποιο δικό του πλαστό. Ήταν, άλλωστε, σαφές ότι η γνώμη του επίσης Γερμανού ιδιοκτήτη του συνεργείου ποδηλάτων θα είχε καταρχάς προτε­ραιότητα ως προς την βαρύτητά της σε σχέση με τα λεγόμενα ενός ξένου υπαλλήλου, ο οποίος διαπίστωνε με τρόμο ότι αντιμετωπίζεται χειρότερα από ό,τι δυστυχώς ένας Πακιστανός στην Ελλάδα…

Διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του, ο Έλληνας υπάλληλος προσπάθησε σε έξαλλη κατάσταση να υπερασπιστεί τον εαυτό του προκαλώντας το αφεντικό του να συγκρίνει το χαρτονόμισμα με τα υπόλοιπα που είχε πάρει το ίδιο πρωί από την τράπεζα. Φαίνεται ότι αυτή ήταν μια έξυπνη κί­νηση, αφού παρατηρώντας, τις είδε, ποιες λεπτομέρειες πάνω στα χαρτονομίσματα ο Γερμανός πείστηκε τελικά ότι το ελαφρώς χρησιμοποιημένο χαρτονόμισμα ήταν μάλλον αυτό που είχε δώσει ο ίδιος πριν λίγες ώρες στον Έλληνα εργαζόμενό του. Πήγε τότε μαζί του εκ νέου στο συ­νεργείο ποδηλάτων, προκειμένου να γίνει η…σύνοδος κορυφής των δύο «εξπέρ» και να απο­δείξει στον ιδιοκτήτη του συνεργείου ότι το χαρτονόμισμα που του είχε δώσει ο Έλληνας υπάλ­ληλος δεν ήταν πλαστό. Έχοντας απέναντί του πλέον έναν συμπατριώτη του, με τον οποίο μι­λούσε –σε όλα τα επίπεδα– την ίδια γλώσσα, ο ιδιοκτήτης του συνεργείου άρχισε να μην δείχνει πλέον τόσο υπερήφανος για την καχυποψία του όσο λίγες ώρες πριν. Ο τυπογράφος, μάλιστα, του έδειξε το «μοιραίο» χαρτο­νόμισμα δίπλα σε ένα από τα υπόλοιπα της πρωινής ανάληψης και του είπε να πάρει όποιο από τα δύο επιθυμεί. Η ιστορία έληξε με τον ιδιοκτήτη του συνεργείου ποδηλάτων να παίρνει τελικά –μετά από κάποιες στιγμές βαθέος προβληματισμού και υψηλής κατανάλωσης εγκεφαλικής ουσίας– το χαρτονόμι­σμα εκείνο με την λιγότερο ύποπτα «κολλαριστή» εμφάνιση, το οποίο, όμως, δεν ήταν άλλο από το αρχικό χαρτονόμισμα που του είχε δώσει λίγες ώρες πριν ο Έλληνας υπάλλη­λος…Ο τελευταίος δεν εκρίθη, φυσικά, άξιος οποιασδήποτε συγγνώμης από τους δύο αυ­τούς μέγιστους φωστήρες των χρηματοοικονομικών.

Ιστορίες, όπως η παραπάνω, δεν αντικατοπτρίζουν, φυσικά, οπωσδήποτε το απόλυτο σύνολο της νοοτροπίας του γερμανόφωνου πληθυσμού. Υπάρχουν καλύτερα, υπάρχουν και χειρότερα. Θα μπορούσαν, εντούτοις, ως μια χαρακτηριστική «μέση τιμή» να αφιερω­θούν εξαιρετικά σε αρκετές κατηγορίες αναλυτών, ειδικών και πολιτικών. Σε αυτούς, συγκεκριμένους φιλο­μνημονιακούς οικονομολόγους κυρίως, που θεωρούν πως γνωρίζουν τα πάντα για την κρίση της ευρωζώνης σε αντίθεση με τον λαό ο οποίος «δεν έχει καταλάβει», σε αυτούς που θεωρούν ότι η γνωστή γερ­μανική στάση έναντι της Ελλάδας είναι μια όψιμη εξέλιξη που οφείλεται σε συγκεκριμένες ελλη­νικές συμπεριφορές (ας επαναλάβουμε ότι η ανωτέρω ιστορία έλαβε χώρα προ της κρίσης) ή, ακόμα χειρότερα, σε όσους πιστεύουν ακράδαντα στις ελληνορωμαϊκές και χριστιανικές καταβολές του ευ­ρωπαϊκού πολιτισμού, ιδίως ανατολικώς του Ρήνου (ας αναρωτηθεί κανείς πόσο ελληνορωμαϊκό πνεύμα αναδύεται από την παραπάνω ιστορία…) ως του αδιαμφισβήτητου υποβάθρου της ενωμένης Ευρώπης. Δυστυχώς, λοιπόν, για όσους στο πλαίσιο των μονοδιάστατων γενικεύσεών τους έχουν καταργήσει προ πολλού τους χάρτες, υπάρχει –και φθάνει συχνά περισσότερο στους απλούς ανθρώπους παρά στους «τε­χνοκράτες» ειδικούς– αμείλικτη η καθημερινή πραγματικότητα του κάθε πολιτισμού, «ἡ τοὺς τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα»…

«Ελλείμματα» κατανόησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας

Ιανουαρίου 15, 2012 4 Σχόλια

Το φαινόμενο του διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδισμού, στο οποίο αναφερθήκαμε προ καιρού, είναι ένας γενικότερος παράγοντας που μπορεί ασυνείδητα να υπονομεύσει τον τρόπο σκέψης ανθρώπων με επιστημονική κατάρτιση. Ως ένα ευρύτερο πρόβλημα περιλαμβάνει και πολλές ειδικότερες καταστάσεις, όπου η άγνοια των πολιτιστικών διαφοροποιήσεων μεταξύ των λαών ή ο στρουθοκαμηλισμός απέναντί τους οδηγούν τον επιστημονικό τρόπο σκέψης στα βράχια της συχνά επικίνδυνης υπεραπλούστευσης ή της αφελούς αυτοπαγίδευσης σε μη επιστημονικές προσεγγίσεις.

Ένα ιδιαίτερα επίκαιρο παράδειγμα αποτελεί η συζήτηση περί των ελλειμμάτων των προβληματικών χωρών της ευρωζώνης και της σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας ως της ενδεδειγμένης λύσης για την εξυγίανση των εν λόγω οικονομιών. Σε μια περίοδο που πολυάριθμοι εγκέφαλοι των οικονομικών επιστημών καταπιάνονται εντατικά με την ανάλυση των διαφόρων παραμέτρων της κρίσης και σαφώς και με το πρόβλημα των ελλειμμάτων, ένα πολύ μεγαλύτερο έλλειμμα έχει προ πολλού κάνει την εμφάνισή του. Αφορά την κατανόηση του βαθύτερου πνεύματος της περιβόητης, γερμανικού τύπου σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ξεκινώντας από μια θεωρητική αφετηρία που έχει ως άξονα την απλουστευτική γενίκευση και όχι τον διαπολιτισμικό σχετικισμό, αρκετοί αναλυτές μοιάζουν να αποδέχονται την γερμανική αντίληψη των εννοιών του ελλείμματος και της δημοσιονομικής λιτότητας περίπου με όρους κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Ως αυτονόητες διεθνείς κανονιστικές (ή και ηθικές) σταθερές, όπως π.χ. το πράσινο και κόκκινο φανάρι στον σηματοδότη. Το έλλειμμα είναι το «κόκκινο φανάρι», στο οποίο κάθε μικρό παιδί μαθαίνει ότι πρέπει να σταματά, ενώ η δημοσιονομική πειθαρχία είναι κάτι σαν το «πράσινο φανάρι», που αναντίρρητα, χωρίς ανάλυση, συζήτηση ή αμφιβολία, μας δίνει το δικαίωμα σε όλες τις χώρες του κόσμου να συνεχίσουμε την πορεία μας. Σε αντιδιαστολή με την ελληνική λέξη «πειθ-αρχία» (υπακοή μέσω της πειθούς, όπως επισημαίνεται ορθά εδώ), ο εννοιολογικός συσχετισμός της γερμανικής λέξης «Disziplin» με την σφαίρα της σχολικής μάθησης (discipere=«προσλαμβάνω» [γνώση], discipulus=«μαθητής»), όπως αυτός έχει εκφραστεί και με την γνωστή γερμανική επωδό περί των «Hausaufgaben» («σχολικών εργασιών») που οφείλει να κάνει η Ελλάδα, μαρτυρά με την σειρά του ότι κάτι επικίνδυνα σχολικό ή παιδικό κρύβεται πίσω από τις αντιλήψεις που προσπαθούν να κυριαρχήσουν αυτή την περίοδο στην Ευρώπη.

Η Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης…

Δίνοντας στους όρους την απλουστευτικά απόλυτη αξία ενός σχολικού κανόνα, το επόμενο βήμα δεν απέχει πολύ. Είναι αυτό που έκανε πριν λίγο καιρό η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt δημοσιεύοντας τις 10 εντολές για την βιωσιμότητα της ευρωζώνης. Με αυτό τον τρόπο ο εξειδικευμένος επιστήμονας, ο φορέας της σύγχρονης και απροκατάληπτης ερευνητικής μεθοδολογίας, καταλήγει ανύποπτα και άδοξα να υποστηρίζει όχι μόνον την Ευρώπη-Δημοτικό σχολείο, αλλά και την Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης: ένα μοντέλο επίλυσης της οικονομικής κρίσης στην δεκαετία του 2010 μ.Χ. με εξόφθαλμες τις βιβλικές, παλαιοδιαθηκικές του καταβολές.

Για αρκετούς αναλυτές εδώ στην Ελλάδα η ανωτέρω ευτράπελη κατάσταση θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή αφορμή να πιάσουν το νήμα της έρευνας από την αρχή. Να θυμηθούν καταρχάς πόσες φορές συνέβη να βρεθούν σε μια κατάμεστη από κόσμο καφετέρια σε ένα τουριστικό μέρος της χώρας, όπου συχνά ένας και μόνος δύσμοιρος σερβιτόρος καλείται να εξυπηρετήσει 50 και 100 θαμώνες. Ακόμη και οι θιασώτες της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας θα δυσανασχετούσαν απέναντι στον ιδιοκτήτη του καταστήματος, που δεν προσέλαβε τουλάχιστον άλλον έναν υπάλληλο για την σωστότερη εξυπηρέτηση των πελατών. Κι όμως, ο εν λόγω επιχειρηματίας δεν κάνει τίποτε άλλο από το να τηρεί την αρχή της δημοσιονομικής αρετής. Απασχολώντας μικρότερο αριθμό υπαλλήλων αυξάνει την πιθανότητα τα έξοδά του να είναι λιγότερα από τα έσοδα. Εάν, μάλιστα, τα π.χ. δύο ή τρία γκαρσόνια που συνολικά απασχολεί (αντί για 5 ή 6) έχουν υψηλό βαθμό εμπειρίας και ικανότητας, θα καταφέρουν – ασθμαίνοντας μεν, αλλά ποιος νοιάζεται… – να σώσουν τα προσχήματα της σχετικά ικανοποιητικής εξυπηρέτησης των πελατών.

Το επόμενο βήμα του ερευνητή θα ήταν λογικά να διερευνήσει μεθοδικά ποιο είναι το ακριβές βιωματικό φορτίο των επίμαχων όρων, κυρίως της «δημοσιονομικής πειθαρχίας», μέσα στο context όχι μόνον της γλώσσας, αλλά και της καθημερινής πρακτικής του πολιτισμού που τον κηρύττει. Και αν η κεντρική Ευρώπη φαντάζει κάπως μακριά, ιδίως για κάποιον που δεν μιλά την γερμανική γλώσσα, τότε η έρευνα μπορεί να γίνει εξίσου καλά και εδώ στην Ελλάδα. Τα γερμανικά ιδρύματα που βρίσκονται στην χώρα μας, όπως π.χ. το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, η Γερμανική Σχολή Αθηνών, το ινστιτούτο Goethe, προσφέρουν την δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο ερευνητή να μελετήσει το πώς αντιλαμβάνονται την σχέση ελλειμμάτων και δημοσιονομικής λιτότητας αυτοί που επιθυμούν να εξαγάγουν την δική τους αυτή αντίληψη και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Θα μπορούσε π.χ. κανείς να διερευνήσει την αναλογία εργασιών και προσωπικού και να διαπιστώσει πόσοι είναι οι εργαζόμενοι, που χάρη στην εμπειρία και την αναμφίβολα υψηλού επιπέδου, συστηματική κατάρτισή τους καταφέρνουν – ασθμαίνοντας μεν, αλλά ποιος νοιάζεται… –  να διατηρούν σε ικανοποιητικό επίπεδο την λειτουργία των ιδρυμάτων. Άλλες παράμετροι, όπως η πιθανότητα πως ό,τι στον έναν πολιτισμό θεωρείται το μεμονωμένο «μικρόβιο» του χρήματος (π.χ. η νοοτροπία ενός εργοδότη) στον άλλο αποτελεί αυτονόητη, διαρκή «πανδημία» ή το ενδεχόμενο αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως μέσον για την επίτευξη ενός στόχου (σφιχτά δημοσιονομικά), στον πολιτισμό προέλευσής του να αποτελεί ηθικό και ψυχολογικό αυτοσκοπό, ανήκουν προφανώς σε πιο προχωρημένες φάσεις της ίδιας έρευνας, που μάλλον κανείς δεν θα κάνει.

Θα μπορούσε κανείς να στοιχηματίσει άφοβα ότι οι περισσότεροι από τους εν Ελλάδι αναλυτές, οικονομολόγους ή και δημοσιογράφους, που σπεύδουν να προσχωρήσουν στην άποψη ότι «το πρόβλημα είναι τα ελλείμματα» και ότι «χρειαζόμαστε σφιχτή δημοσιονομική πολιτική», ενδεχομένως δεν γνωρίζουν καν σε ποιο σημείο της Αθήνας βρίσκονται τα ανωτέρω γερμανικά ιδρύματα. Και είναι λογικό. Η απλοϊκή γενίκευση, η επείσακτη ηθικολογία, η εσκεμμένη σύγχυση ανάμεσα στην καθημερινή «μικροοικονομική» σφαίρα και την διάσταση των (δια)κρατικών οικονομικών, το «πράσινο» και «κόκκινο φανάρι» στον σηματοδότη και οι «σχολικές εργασίες» του καλού μαθητή είναι πράγματα πολύ πιο εύκολα από την απροκατάληπτη επιστημονική έρευνα, την κριτική αμφισβήτηση των εκάστοτε θεσφάτων και τον έλεγχο της αυθεντίας του ισχυρού, ιδίως, μάλιστα, όταν πιστεύουμε ακράδαντα ότι πρέπει να «ανήκωμεν» και εμείς στην πλευρά του τελευταίου…

Ο Πόλεμος των (ευρωπαϊκών) Κόσμων

Δεκέμβριος 18, 2011 4 Σχόλια

Κάθε αξιολόγηση είναι πάντοτε το αποτέλεσμα σύγκρισης. Σύγκρισης του αξιολογούμενου με κάτι άλλο, το οποίο αποτελεί το μέτρο για την σύγκριση αυτή. Κατά συνέπεια, είναι πάντοτε χρήσιμο να μην ξεχνά κανείς ότι το εκάστοτε μέτρο μετρά συγκεκριμένα πράγματα: με το κιλό με­τράμε το βάρος, με το λίτρο τον όγκο και το βάρος, με το στρέμμα την επιφάνεια, με το χιλιόμε­τρο το μήκος, κ.ο.κ. Το να αποπειραθεί κανείς να χρησιμοποιήσει μία μόνον μονάδα μέ­τρησης, π.χ. το λίτρο, για να μετρήσει τα πάντα, θα οδηγούσε σε μάλλον προβληματικές ή ίσως και ευ­τράπελες καταστάσεις.

Κι όμως, με αφορμή την ελληνική κρίση και αυτήν της ευρωζώνης το φαινόμενο της σουρεαλι­στικής γενίκευσης στην χρήση ενός και μοναδικού μέτρου σύγκρισης όχι απλώς έχει κάνει την εμφάνισή του, αλλά μοιάζει να κυριαρχεί κιόλας στην Ευρώπη. Από θέση ηγεμονικής ισχύος, αυτήν που προ καιρού χαρακτηρίσαμε ως αυτοκρατορία της Εμμονής, ο γερμανόφωνος πολιτι­σμός της κεντρικής Ευρώπης προσπαθεί να επιβάλλει το ένα και μοναδικό του μέτρο σύγκρισης, την δική του υπέρτατη αξία, ως την βάση για την αξιολόγηση της συνολικής υπόστασης ολό­κληρων λαών. Και το δικό του αυτό μέτρο δεν είναι άλλο από την σχέση ανθρώπου και χρήμα­τος. Η κατά την αντίληψη του εν λόγω πολιτισμού υπευθυνότητα ή ανευθυνότητα στην διαχεί­ριση του χρήματος, η φειδώ ή η σπατάλη, η αποταμίευση (Sparen) ή η άσκοπη δαπάνη αποτε­λούν το κύριο πρίσμα, υπό το οποίο αξιολογείται η ανθρώπινη οντότητα στην κεντρική Ευρώπη. Παράλληλα, η ίδια η γερμανική ηγεσία δεν έχει πρόβλημα να επιβεβαιώνει δημοσίως – σε πείσμα των Ελλήνων υπερμάχων του «κοινού» ευρωπαϊκού πνεύματος και οράματος – ότι αυτό που επιθυμεί να εγκαθιδρύσει στην Ευρώπη δεν είναι απλώς μια άλλη άποψη ή πολιτική, αλλά ένας πολιτισμόςStabilitäts- und Wachstumskultur»).

Θα αναρωτηθεί κανείς: και είναι τόσο κακό αυτό; Γιατί είναι αρνητικό το να επικρίνει κανείς την απουσία τάσεων λιτότητας και φειδούς σε ό,τι έχει να κάνει με τα χρήματα; Η απάντηση είναι ότι, αν κανείς επιθυμεί να υιοθετήσει το εν λόγω κριτήριο ως την κύρια βάση αξιολόγησης ενός ανθρώπου ή ενός λαού, τότε πρέπει να έχει υπόψιν του και τι αυτό δεν μετράει. Και ο καλύτερος τρόπος να γίνει αυτό αντιληπτό είναι με ένα παράδειγμα.

Ας φανταστούμε μια διαφορετική Ενωμένη Ευρώπη. Μια Ευρώπη, όπου τους όρους, τα μνημό­νια και εν γένει τους κανόνες δεν θα τους θέτει ο γερμανικός πολιτισμός, αλλά αυτός της Μεσο­γείου, π.χ. της Ιταλίας, κατά προτί­μηση της νότιας, ή της Ελλάδας. Σε αυτή την περίπτωση ο γερμανικός πληθυσμός της κεντρικής Ευρώπης θα μπορούσε να κληθεί να υλοποιήσει ένα «φι­λόδοξο» πρόγραμμα πολιτιστικής «προσαρμογής» ή «εξυγίανσης». Αυτό θα ήταν δυνατό να πε­ριλαμβάνει μέτρα όπως: την αύξηση στα 25 χρόνια του ορίου ηλικίας που τα παιδιά θα δικαι­ού­νται οικονομική υποστήριξη από τους γο­νείς τους, την προσκόμιση τουλάχιστον 5 αποδεί­ξεων ετησίως, όπου θα αποδεικνύεται ότι κά­ποιος έχει κάνει το τραπέζι σε 7-8 άλλα πρό­σωπα κατ΄ ελάχιστον την φορά, την προσκόμιση τουλάχιστον 5 απο­δείξεων ετησίως από αγορές παιδικών δώρων άνω των 10 ευρώ εκ μέρους όσων έχουν εγγόνια ή βαφτιστήρια, την αναγκαστική ανταπόδοση από την πλευρά του Κεντροευρωπαίου φορολογουμένου των κερασμάτων ή δώρων που έχει δεχθεί από νοτιότερους Συνευρωπαίους έστω σε αναλογία 1:3, την εξακρίβωση μέσω αποδείξεων ότι κάθε Γερμανός καταναλωτής έχει αγοράσει κάθε έτος περισσότερα γερμανικά προϊοντα από ό,τι ένας Ιταλός ή Έλληνας, την πιστοποίηση (μέσω ενός νέου και επανα­στατι­κού συστήματος μηχανογράφησης) ότι οι δια­προσωπικές επιβραβεύσεις είναι κατ΄ έτος περισ­σότερες από τις ηθικιστικές επικρίσεις ή την τεκ­μηρίωση μέσω του αρχείου τηλεφωνικών συν­διαλέξεων ότι κάθε Γερμανός (ή Αυστριακός ή Ολλανδός) πολίτης δέχθηκε και έκανε του­λάχι­στον 20 κλήσεις ετησίως από και σε πρόσωπα εκτός του στενού του οικογενειακού και εργα­σιακού περι­βάλλοντος.

Η διαφορετική αυτή Ενωμένη Ευρώπη και τα εναλλακτικά της κριτήρια πιθανότατα θα αργή­σουν να εμφανιστούν. Ως τότε, τι μπορεί άραγε να κάνει μια ελληνική κυβέρνηση απέναντι σε όσους θέλουν να μετρήσουν όλα τα μεγέθη με μία και μόνη μονάδα μέτρησης; Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρ­νηση που, φυσικά, δεν θα επιδίδεται στην άνανδρη κατασυκοφάντηση του ελληνικού λαού στο εξωτερικό, αλλά θα επιδιώκει – στο πλαίσιο ενός φανταστικού σεναρίου – να προασπίσει με αληθινό πατριωτισμό, χωρίς φοβικά σύνδρομα και (ευρω­)κομπλεξι­σμούς την ευρύτερη υπόσταση, το γενικότερο φάσμα του πολιτισμού του και την αξιο­πρέ­πεια των Ελλήνων που ζουν στην Ελλάδα, την Γερμανία και αλλού στον κόσμο; Είναι απλό: θα αντιτάξει στο μέτρο σύγκρισης του ξένου, επιτιθέμενου πολιτισμού (την σχέση του ανθρώπου με το χρήμα) το μέτρο σύγκρισης του δικού της πολιτισμού: την σχέση του ανθρώπου προς τον άν­θρωπο. Και ακολούθως – αφού πρόκειται (το τονίζουμε) για φανταστικό σενάριο, ας αφήσουμε την φαντασία μας…- θα υποβαθμίσει μέχρι νεωτέρας τις διπλωματικές σχέσεις με την Ομο­σπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σε επίπεδο Γ΄ Γραμ­ματέα ή Ακολούθου Πρεσβείας ως συμβολική έκφραση αντίδρασης για τον μικρονοϊκό και ρατσίζοντα πό­λεμο ηθικισμού που διεξάγεται ενα­ντίον των Ελλήνων (ιδίως των Ελλήνων της Γερμανίας) τα τελευταία δύο χρόνια. Ταυτοχρόνως, όσο κι αν η διαφορετική Ενω­μένη Ευρώπη που περιγράψαμε μοιάζει απίθανο να πάρει σύντομα μορφή, η ίδια, φανταστική κυ­βέρνηση δεν θα ήταν άσχημα να υπενθυμίσει στον απελαυνό­μενο Γερμανό πρέσβυ και τα προ­φητικά λό­για του Πολωνού στρατηγού Juliusz Rómmel κατά την παράδοση της Βαρ­σοβίας στους κατα­κτητές της το 1939: «Ο τροχός γυρίζει»…

Ελληνική κρίση και γερμανική ηθικιστική επίθεση: Μια μικρή βοήθεια για τους Έλληνες που κατοικούν στην κεντρική Ευρώπη

Οκτώβριος 26, 2011 2 Σχόλια

Η ελληνική δημοσιονομική κρίση δεν συνιστά για την Ευρώπη απλώς μια επικίνδυνη οικονομική περιπλοκή. Πιο πολύ πρόκειται για μια κατάσταση, η οποία έφερε στο φως τις βαθιές πολιτιστι­κές διαφορές και συγκρούσεις που υπάρχουν εντός της Ευρώπης. Δεν είναι πλέον μυστικό ότι πολλοί Έλληνες που είτε προσωρινά είτε εδώ και χρόνια κατοικούν στην γερμανόφωνη περιοχή της Ευρώπης υφίστανται από την αρχή της κρίσης μια ηθικιστική επίθεση εκ μέρους τμήματος του εκεί γηγενούς πληθυσμού. Αντιμετωπίζονται ως οι εκπρόσωποι των «μαύρων προβάτων» της Ευρώπης και των απατεώνων εκείνων, οι οποίοι με τις αμαρτίες και τα εγκλήματά τους απειλούν και ρυπαίνουν τον ηθικώς τέλειο κόσμο της ευρωζώνης. Αυτή η τάση, σχεδόν ρατσι­στική στην γενίκευσή της, υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της σκληρής και απολύτως δικαιολο­γημένης κριτικής για τα αρνητικά κατορθώματα του ελληνικού κομματικού κράτους τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό που κυρίως αντανακλά είναι μια πολιτιστική αποστροφή και για αυτό τον λόγο έχει ήδη προσκρούσει σποραδικά σε δικαιολογημένη αντίδραση. Από τη θέση αυτή θα συνοψίσουμε με­ρικά σημεία, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αμυντικά επιχειρήματα από έναν Έλ­ληνα που κατοικεί π.χ. στην Γερμανία ή την Ολλανδία.

α) Συχνά ακούμε ότι οι Έλληνες επί χρόνια ζούσαν «πάνω από τις δυνατότητές τους». Τι ακρι­βώς σημαίνει, όμως, αυτό; Στο εν λόγω ζήτημα δεν γίνεται κατανοητό από αρκετούς Γερμανούς ότι, ακόμη κι αν ένας Έλληνας λαμβάνει το 1/10 του μέσου γερμανικού μισθού, θα εξακολουθή­σει να δίνει την εντύπωση ότι ζει «πάνω από τις δυνατότητές του». Η αιτία έγκειται στο ότι είναι άλλο πράγμα πόσα χρήματα έχει κανείς και τελείως διαφορετικό πράγμα τι σχέση έχει κανείς με το χρήμα…Κάποιος που έχει 4 ευρώ και ξοδεύει τα 2 (π.χ. επειδή έχει πλούσια κοινωνική ζωή) μπορεί να καταναλώσει περισσότερα αγαθά από κάποιον άλλον, ο οποίος έχει 10 ευρώ και από αυτά αποταμιεύει τα 9.

β) Ως αποτέλεσμα του α) αρκετοί Γερμανοί δεν συνειδητοποιούν την απλή αλήθεια ότι το γεγο­νός πως δεν είμαστε όλοι Γερμανοί είναι καλό για την Γερμανία. Και ο λόγος είναι απλός. Η Γερ­μανία δεν είναι απλώς μια εξαγωγική οικονομία. Δεν είναι μόνον μια οικονομία που παράγει και εξάγει μαζικά. Είναι κυρίως μια οικονομία, η οποία εξάγει τα προϊόντα της σε χώρες, όπου η πολιτιστική σχέση των καταναλωτών προς το χρήμα τις περισσότερες φορές είναι τελείως δια­φορετική από ό,τι στην Γερμανία. Μόνον σε οικονομικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα, όπου έννοιες, όπως «μανία αποταμίευσης» ή «εμμονή αποταμίευσης», δεν υφίστανται ή δεν είναι δη­μοφιλείς, μπορεί μια εξαγωγική οικονομία να ελπίζει ότι η διάθεση των προϊόντων της θα αποφέ­ρει ικανό κέρδος. Εάν ο πληθυσμός των άλλων χωρών υιοθετούσε την γερμανική κουλ­τούρα αποταμίευσης, τότε η γερμανική οικονομία πολύ πιθανόν θα κατέρρεε εντός ολίγων μη­νών.

γ) Η Γερμανία αποδέχθηκε την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωζώνη, αν και όλοι γνώριζαν ότι το ελληνικό κράτος είναι εξόχως προβληματικό και ότι τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία ήταν ανα­ξιόπιστα. Γιατί η Γερμανία δεν έκανε στο θέμα αυτό τις δικές της «σχολικές εργασίες» (Hausaufgaben); Ο λόγος είναι ότι συγκεκριμένοι κύκλοι στην Γερμανία θέλησαν να εκμεταλλευτούν όχι μόνον την ελλη­νική κουλτούρα κατανάλωσης και εν μέρει σπατάλης, αλλά και την διαφθορά (βλ. Siemens, κλπ.) του ελληνικού κομματικού κράτους. Και, πράγματι, πολλές γερμανικές εταιρίες αποκόμι­σαν μεγάλα κέρδη από αυτή την κατάσταση. Συνεπώς, ό,τι πολλοί ηθικίζοντες Γερμανοί κατα­λογίζουν τώρα στους Έλληνες, είναι κάτι που εδώ και χρόνια υπήρξε για τους Γερμανούς (ή για κάποιους εξ αυτών) εξαιρετικώς επικερδές. Και τώρα ίσως αποβεί πιο επικερδές από ποτέ…

δ) Ούτε στην Γερμανία ούτε στην Ελλάδα λαμβάνεται επαρκώς υπόψιν η θεωρητική πιθανότητα ότι οι προϋποθέσεις της οικονομικής ευμάρειας μπορεί ενίοτε να είναι εξίσου νοσηρές με αυτές μιας χρεοκοπημένης οικονομίας. Για παράδειγμα, μια λεπτή σιλουέτα δεν οφείλεται αναγκα­στικά σε σωστή διατροφή ή συστηματική αθλητική άσκηση. Μπορεί να ανάγεται και σε τελείως διαφορε­τικές καταστάσεις, όπως π.χ. μονομανίες και εμμονές σχετικές με το βάρος, νευρωτική ανορεξία, άλλες ασθένειες, κλπ. Αντιστοίχως, μια ισχυρή οικονομία μπορεί να έχει κτιστεί όχι μόνον χάρη σε συγκεκριμένες, καλές νοοτροπίες και αρετές, αλλά και λόγω μιας όχι εντελώς υγιούς πολιτι­σμικής σχέσης με έννοιες, όπως «εργασία», «χρήμα», «αποταμίευση», «ηθικισμός», κλπ. Το γεγο­νός πως εδώ έχουμε να κάνουμε με την «σκοτεινή» πλευρά της «φω­τεινής» οικο­νο­μίας της κεντρικής Ευρώπης καθίσταται εν τέλει πρόδηλο και από την οφθαλμοφανή συγγένεια ανά­μεσα σε μερικές ακραίες απόψεις που εκφράζονται στην Γερμανία ως προς την προοπτική στή­ριξης των κρατών PIIGS και κάποιες παλαιότερες – και όχι ακριβώς ευχάριστες – αντίστοι­χες προσεγγίσεις (βλ. εικόνα).

ε) Οι Έλληνες μπορούν να είναι υπερήφανοι για το γεγονός ότι το χειρότερο «διεθνές» ατόπημα της σύγχρονης κρατικής τους ιστορίας υπήρξε απλώς ένα χρέος της τάξεως των 350 δισεκα­τομμυρίων ευρώ. Σε αντίθεση με αυτό δεν είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς τι προκάλεσαν στην δική τους πιο ζοφερή στιγμή κάποιοι άλλοι στην Ευρώπη που τώρα ηθικίζουν. Η τρέχουσα ηθι­κιστική επί­θεση κατά των Ελλήνων δημιουργεί μάλιστα την εντύπωση ότι για μερικούς Γερμα­νούς (φυσικά όχι για όλους) το χρέος των 350 δισεκατομμυρίων ευρώ αξιολογείται ως πολύ βα­ρύτερο έγκλημα από τους εκατομμύρια νεκρούς των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Έτσι μόνο μπορεί να εξηγηθεί το ότι υπάρχει τόσο έντονη απαίτηση για τις ελληνικές «αποζημιώσεις της κρίσης», ενώ εκκρε­μούν ακόμη οι γερμανικές αποζημιώσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ως Έλληνες μπορούμε, συνε­πώς, να είμαστε ευγνώμονες, διότι έχουμε έναν πολιτισμό, στον οποίον αν μη τι άλλο τα οικονο­μικά ζητήματα και οι άνθρωποι ιεραρχούνται με κριτήρια που δεν έχουν ακόμη εντελώς αντι­στραφεί…

Paranthropus Sparensis: Η αυτοκρατορία της Εμμονής

Οκτώβριος 16, 2011 6 Σχόλια

Συζητώντας για την κρίση της ζώνης του ευρώ και εκφράζοντας τον συνήθως προκλητικό ευρω­σκεπτικισμό μου έθεσα προ καιρού σε φίλο ιστολόγο το εξής ερώτημα: τον κάλεσα να θυ­μηθεί αν υπάρχει στην ιστορία περίπτωση, όπου διαφορετικοί πολιτισμοί βρέθηκαν να έχουν το ίδιο νόμισμα. Η απάντησή του ήταν ορθή. Μου είπε ότι κάτι τέτοιο σαφώς έχει συμβεί στο πα­ρελθόν: σε όλες τις αυτοκρατορίες. Ευρωπαΐζων ο ίδιος, θεώρησε ότι η απάντησή του δεν μπορεί να υποσκάψει τον τρόπο με τον οποίο συνήθως βλέπουμε την υπόθεση της νομισματικής ένω­σης και την θέση της Ελλάδας σε αυτήν. Και τούτο διότι, όπως και πολλοί άλλοι σκεπτόμενοι Έλληνες, αποδέχεται το ανωτέρω ερώτημα μόνον ως ρητορικό: σύμφωνα, δηλαδή, (και) με την δική του οπτική, στην Ευρώπη δεν υπάρχουν διαφορετικοί «πολιτισμοί», αλλά απλώς επιφα­νειακές μικροδιαφορές, π.χ. στις νοοτροπίες, στις συνήθειες, στις πρόσφατες ιστορικές καταβο­λές ή γενικότερα στο ταμπεραμέντο. Υπάρχουν ίσως διαφορετικές «σχολές σκέψης» εντός της Ευρώπης, όχι όμως διαφορετικές «Ευρώπες». Κι αν δεν έχουμε διαφορετικούς πολιτισμούς με κοινό νόμισμα, τότε προφανώς δεν χρειάζεται να μιλάμε και περί αυτοκρατορίας…

Το νέο έμβλημα της ευρωζώνης με το πανανθρώπινο ιδανικό «Γκάϊτς ιστ γκάϊλ!» (μεταφρασθέν ελληνιστί ως: «η τσιγγουνιά είναι μαγκιά!»)

Δυστυχώς η πραγματικότητα της κρίσης της ευρωζώνης διαψεύδει με τρόπο εντυπωσιακά ξε­κάθαρο τις ρομαντικές αυτές αντιλήψεις. Η κραυγαλέα αντίθεση μεταξύ της γερμανόφωνης κε­ντρικής Ευρώπης και των χωρών της Μεσογείου (των «PIGS») αναδεικνύεται εύγλωττα μέσα από την παρούσα περίσταση. Η «αρχιτεκτονική» της κρίσης καθιστά, επίσης, σαφές, ποιος ωφε­λείται και ποιος όχι τόσο από την θνησιγενή ιδέα του κοινού νομίσματος όσο και από την διά­χυση στον ευρωπαϊκό νότο μοντέλων πολιτικής και κρατικής συγκρότησης (π.χ. πολιτικών θεω­ριών) κεντροευρωπαϊκής προελεύσεως. Και αν αυτό ισχύει, τότε η ψυχρή λογική λέει ότι το σημείο εκείνο της ηπείρου, όπου τα αποτελέσματα της κρίσης είναι οξύτερα, πρέπει να είναι αυτό, όπου η «σύγκρουση» των ευρωπαϊκών πολιτισμών είναι πιο έντονη από οπουδήποτε αλλού. Το σημείο αυτό είναι η Ελλάδα, όπου η ασυμβατότητα ανάμεσα στο τοπικό πολιτιστικό υπόστρωμα και το κακοφορεμένο υπέρστρωμα (superstratum) κεντροευρωπαϊκών πολιτικών θεσμών και αρχών κρατικής οργάνωσης ανακύπτει στον μέγιστο βαθμό. Το χειρότερο: οποιαδήποτε άλλη απόπειρα ερμηνείας της γεωγραφικής κατανομής της κρίσης είναι καταδικασμένη να διολισθή­σει αμέ­σως ή εμμέσως σε μάλλον ρατσίζουσες (και αλήστου μνήμης) εικασίες περί της «ανώτε­ρης» νοοτροπίας ή γενικώς «ανωτερότητας» του κεντροευρωπαϊκού πληθυσμού. Κι έτσι να χρεοκοπήσει ως ερμηνεία πιο γρήγορα και από το ελληνικό δημόσιο.

Η πραγματικότητα είναι ότι πολύ απλά ο νότος κατέληξε να είναι η επαρχία μιας νέας αυτοκρα­τορίας. Τα PIGS δεν μπορούν να παίξουν το παιχνίδι της νέας αυτής τάξης πραγμάτων με την ίδια επιτυχία που αυτό παίζεται στο κέντρο της. Ο μεσογειακός νότος παρουσιάζεται «ελλειμματικός» στην αφομοίωση του πολιτιστικού μοντέλου του βορείως των Άλπεων Ευρωπαίου Homo Sapiens. Παρά ταύτα, στο πλαίσιο της κρίσης απειλείται εσχάτως να γίνει το θύμα μιας ιδιότυπης, σχεδόν ασυνείδητης Akkulturation (πολιτιστικής εξομοίωσης) άλλου τύπου. Μοιάζει, δηλαδή, ως αποτέλεσμα της επιρ­ροής του βορρά να υφίσταται μια σταδιακή μετάλλαξη της – επιφανειακής έστω – καθημερινής του ψυχολογίας. Σε τι συνίσταται αυτή;

Ας σκεφτούμε μόνο από την αρχή της κρίσης ως σήμερα πόσο συχνότερα φτάσαμε να μιλάμε όλοι για το χρήμα και τα οικονομικά, πώς μπήκαμε στη διαδικασία να μετράμε και την τελευ­ταία δεκάρα, πώς γέμισε η ζωή μας από το πρωί ως το βράδυ με έννοιες, όπως ομόλογα, spreads, τοκοχρεωλύσια, ελλείμματα, κλπ. Με αυτό τον τρόπο πλησιάζουμε σε αυτό που αποτε­λεί περίπου την κανονική (ναι, την κανονική) κατάσταση στη ζωή ενός – όχι και εντελώς εκκεντρικού – Κεντροευρωπαίου. Να ενθουσιάζεται που στα 50-60 eurocent που κάνει το ψωμί περιλαμβάνεται και το…κόψιμό του, να βάζει το χειμώνα θερμοφόρα για να μην σπαταλήσει την ενέργεια της κεντρικής θέρμανσης, να βάζει όριο για την κατανάλωση νερού στο ντους και αν το περάσει να μένει με τη σαπου­νάδα, να νοικιάζει το δωμάτιο του παιδιού του, όταν αυτό φύγει φοιτητής σε άλλη πόλη, να έχει χωριστό τραπεζικό λογαριασμό με τη γυναίκα του μετά από 50 χρόνια γάμου, να ζητά να στείλεις άδειο φάκελο με προπληρωμένα τα έξοδα αποστολής για να σου επιστρέψει τα δικαιολογητικά μιας τελικώς ανεπιτυχούς αίτησης για δουλειά ή να συλλαμβάνει την ιδέα να κυματίζουν μεσίστιες οι σημαίες των υπερχρεωμένων χωρών, η οποία θα μπορούσε να βρει θέση σε κάποια ηροδότεια διήγηση για τα ήθη περίεργων βαρβαρικών φυλών.

Όταν η Sparzwang κατά τον όρο του Max Weber, δηλαδή η αποταμί­ευση (Sparen) ως διαρκής εμμονή (Zwang), καταλάβει και τις επαρχίες τις αυτοκρατορίας, δηλαδή τον ευρωπαϊκό νότο, τότε θα μπορέσουμε να υιοθετήσουμε και την νοοτροπία-πεμπτουσία του «κοινού» μας ευρω­παϊκού πολιτισμού: τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου. Και τότε ναι, θα αρχί­σουμε επιτέλους να συνεννοούμαστε στην Ενωμένη «μας» Ευρώπη, λύνοντας ταυτόχρονα και το ζήτημα του ελληνικού χρέους. Geiz ist geil!