Αρχείο

Posts Tagged ‘PIGS’

«Ποια είναι η εναλλακτική λύση;»

Οκτώβριος 28, 2012 3 Σχόλια

Στο τμήμα Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Northwestern, στο Σικάγο των ΗΠΑ, κατέχει την έδρα του καθηγητή ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος. Πρόκειται για τον αρχαιολόγο Matthew Johnson που μέσα από έναν σκληρό αγώνα ζωής κατάφερε να κάνει μια σημαντική ακαδημαϊκή καριέρα. Ως ένας από τους καλύτερους γνώστες της αγγλο­σαξονικής αρχαιολογικής θεωρίας, ο Johnson πάντοτε είχε τον δικό του, ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο να μυεί τους φοιτητές του στα συχνά δύσβατα μονοπάτια της. Εξασκημένος να εντοπίζει την θεωρία πίσω από την εκάστοτε πράξη, συνηθίζει να λέει μια φράση που, όταν την είχα πρω­τοακούσει, δεν είχα καταλάβει εντελώς το νόημά της: «όταν κανείς σάς λέει ότι δεν έχει θεωρία για τα πράγματα, να τον ρωτάτε πάντα τι είναι αυτό που προσπαθεί να κρύψει». Στην πορεία συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν όντως πολλές περιστάσεις στην επιστήμη και την ζωή που φω­τίζουν το νόημα αυτής της ρήσης. Ένα από τα καλύτερα παραδείγματα, μάλιστα, για την κατα­νόησή της δεν είναι άλλο από την ελληνική κρίση και τον τρόπο, με τον οποίο ορισμένοι από τους υπερασπιστές των μνημονίων και της «πάση θυσία» παραμονής στο ευρώ προπαγαν­δίζουν τις θέσεις τους.

Όλοι μπορούμε να θυμηθούμε ότι, όταν κατά τους πρώ­τους μήνες της κυβέρνησης ΓΑΠ συντε­λέστηκε η (αυτο)υπονόμευση της δανειοληπτικής ικανότητας της χώρας και αυτή έφτασε στο χείλος της χρεοκοπίας, η προσφυγή στον μηχανισμό διάσωσης της τρόικας παρουσιάστηκε (και ακόμη παρουσιάζεται) ως η «μοναδική λύση», ως «η επιλογή της σωτηρίας έναντι της κατα­στροφής», ως μια πράξη που δεν είχε πίσω της μια συγκεκρι­μένη θεωρία, δηλαδή μια υποκειμε­νική θεωρη­τική προσέγγιση της ευρύτερης κατάστασης, αλλά συνιστούσε την αναγκαστική, «αντικειμενική» αντίδραση στις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί. Περαιτέρω, ένας από τους πιο προσφιλείς τρόπους υπογράμμισης του «αντικειμενικού» χαρα­κτήρα των κινήσεων που έγιναν υπήρξε από την αρχή η μεθοδευμένη επανάληψη εκ μέρους του μνημονιακού «λόμπι του ευρώ» του έντεχνου ερωτήματος «μα ποια είναι η εναλλακτική λύση;». Με αυτό τον τρόπο, οι διάφοροι υποστηρικτές της εν λόγω θέσης έγιναν κατά πρώτον κήρυκες επιστημονι­κού σκοτα­δισμού άλλων εποχών, δηλαδή της ιδέας ότι πίσω από την κάθε πράξη (πολιτική, οι­κονομική, επιστημονική, κλπ.) δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεωρία, αλλά μόνον «αντικειμενικές» συνθήκες και το «αλάθητο» των ειδημόνων που διαχειρίζονται την μία και μοναδική λύση. Κατά δεύτερον, το ενίοτε ύποπτο υπόβαθρο του ερω­τήματος «ποια είναι η εναλλακτική λύση;» αναδεικνύεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι εναλλα­κτικές λύ­σεις, πολλές μάλιστα, έχουν προταθεί ήδη από τις αρχές της ελληνικής κρί­σης και αυ­τής της ευ­ρωζώνης.

Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, ότι διακεκριμένοι οικονομολόγοι, όπως π.χ. ο Γ. Στίγκλιτς, ξεκι­νώντας από την δική τους θεωρητική αφετηρία έχουν εδώ και καιρό κάνει λόγο για την ανάγκη εξόδου όχι της Ελλάδας, αλλά της Γερμανίας από το ευρώ προκειμένου να επιλυθεί η ευρύτερη ευρωπαϊκή κρίση. Πρόκειται για μια άποψη που μέχρι σήμερα συνεχίζει να εκφράζεται με ενάρ­γεια και από άλλους σχολιαστές. Την ίδια στιγμή, συγκεκριμένες προτάσεις, εναλλακτικές ως προς τα προγράμματα διάσωσης, διατυπώνονται και από όσους εκκινούν θεωρητικά από την –ίσως ρομαντική– άποψη ότι η ευρωζώνη μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει στην παρούσα της σύνθεση, παρά τις έντονες εσωτερικές της προστριβές. Σε προτάσεις, όπως π.χ. αυτή των Γ. Βα­ρουφάκη-St. Hol­land, θεωρείται ότι είναι εφικτή μια συμβιβαστική, συστημική λύση της ευρωκρί­σης βάσει μιας τελικώς κοινής αντίληψης του προβλήματος εκ μέρους όλων των εμπλεκομένων χωρών. Σε άλλο μή­κος κύματος, πολλοί οικονομολόγοι με διεθνή απήχηση, όπως π.χ. ο Μ. Νόιμαν, ο Μ. Φέλντσταϊν, ο Ν. Ρου­μπινί και ο H. Werner-Sinn, έχουν συχνά εκφράσει την άποψη ότι η ανάκτηση της ανταγω­νιστικότητας της ελ­ληνικής οικονομίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με επιστροφή στο εθνικό της νόμισμα.  Ενίοτε, μάλιστα, μοιάζουν να υπονοούν ότι στο ίδιο συμπέρασμα θα κατέληγε ακόμη και ένας πρωτοετής των οικονομικών, κάτι που, όμως, δεν επιτρέπεται να…πολυακούγεται, αφού οι υπό κρίσιν χώρες πρέπει να μείνουν με κάθε τρόπο (π.χ. υπό το κράτος καταστροφολογικών σεναρίων) «κλειδωμένες» στην ευρωζώνη.

Και πράγματι, σε αντίθεση με ό,τι συστηματικά διατείνεται το μνημο­νιακό στρατόπεδο στην χώρα μας, έχουν υπάρξει δηλώ­σεις κάποιων άλλων σημαντικών στελε­χών της διεθνούς οικονομίας που αμβλύνουν τα σχετικά με την επιστροφή στην δραχμή σε­νάρια καταστροφής ή τουλάχιστον καταστροφής της Ελλάδας. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η δή­λωση του επικεφαλής του Διε­θνούς Χρημα­τοπιστωτικού Ινστιτούτου (IIF) Τ. Νταλάρα ότι σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ θα πτωχεύσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τρά­πεζα. Μια δήλωση που έγινε τον Μάιο του 2012 και που αυτόματα σημαίνει ότι, αν το εν λόγω σενάριο μεταφερθεί δύο χρόνια πριν, την περίοδο της υπογραφής του πρώτου ελληνικού μνημονίου, οι συνέπειες μιας ενδεχόμενης ελληνικής εξόδου θα ήταν τότε πιθανώς ακόμη πιο βαριές. Με δεδομένο ότι κανείς δεν θα άφηνε να συμβεί μια τέ­τοια καταστροφική εξέλιξη, γίνεται σαφές ότι η υπόθεση που κατά τις πρώτες φάσεις της κρίσης ήθελε την Ελλάδα εκτός ευρώ, με την υπόλοιπη ευρω­ζώνη ακόμη εντός του, δεν υπήρξε ποτέ ρεαλιστικό ενδεχόμενο. Αποτέλεσε απλώς το βασικό σενάριο κατα­στροφής που εξυπηρέ­τησε την όσο το δυνατόν πιο «ομαλή» υπαγωγή της χώρας στις επιταγές του μνημονίου. Αντιλαμβάνεται, επομένως, κανείς ότι, αν οι ελληνικές κυβερ­νήσεις αντί να παίξουν τον ρόλο διακινητή του φανταστικού αυτού σεναρίου αξιοποιούσαν την συγκεκριμένη κατά­σταση ως ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο, θα μπο­ρούσαν να ωθήσουν τα πράγματα σε δια­φορετική κατεύθυνση από αυτήν που οδήγησε την χώρα, αλλά ταυ­τόχρονα και την ίδια την ευ­ρωζώνη στην παρούσα κατάσταση. Ο λόγος που δεν το έκαναν δεν είναι οι «αντικειμενικές» συνθήκες, αλλά η δική τους «θεωρία» πίσω από τα πράγματα, την οποία αναπτύξαμε πρό­σφατα περιγράφοντας τα υλικά και ψυχολογικά κίνητρα του ελληνικού «λόμπι του ευρώ».

Το ποια είναι η εναλλακτική λύση για το πρόβλημα της ευρωζώνης κατά την άποψη που ανα­πτύσσουμε σε αυτό το ιστολόγιο έχει εν πολλοίς ήδη διατυπωθεί και, φυσικά, όπως κάθε πρό­ταση που θέλει να διεκδικεί στοιχειώδη ειλικρίνεια και σοβαρότητα, ξεκινά από την δική της εκ­πεφρασμένη θεωρητική αφετηρία. Σύμφωνα με αυτήν, στο πλαίσιο του οράματος της ευρωπαϊ­κής ενοποίησης μια ζώνη έντονης πολιτιστικής διαφοροποίησης, η Ευρώπη, εξελήφθη λανθα­σμένα ως μια ζώνη πολιτιστικής «κοινότητας». Σαν αποτέλεσμα, φαινόμενα που στην πραγμα­τικότητα αποτελούν ιδιοσυγκρατικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά συγκεκριμένων πληθυσμών της Ευρώπης, γίνονται αντιληπτά ως απλές «πολιτικές» ή «στρατηγικές». Κο­ρυφαίο παράδειγμα η «πολιτική» της λιτότητας, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πιστή αντανάκλαση του λαϊκού πολιτισμού της γερμανόφωνης κεντρικής Ευρώπης, του πολιτισμού του Sparen (δηλ. του διαρκούς εθισμού της αποταμίευσης, της πολιτιστικά…«σφιχτής» σχέσης με το χρήμα). Πρόκειται για μια πολιτιστική έκφανση που συνιστά τόσο λίγο «πολιτική» ή «ιδεο­λογική κατεύθυνση» όσο συνιστά π.χ. στον κόσμο της Μεσογείου η παραδο­σιακή οικονομική αλληλοϋποστήριξη εντός της κάθε οικογένειας.

Ακόμη και κάποιος που δεν έχει εμπειρία ή γνώση του γερμανικού πολιτισμού, αρκεί να δώσει την λέξη «sparen» ως λήμμα στο Google, για να εμφανιστούν αμέσως 140.000.000 (!) αποτελέ­σματα. Αν τώρα δώσει ως λήμματα τις ελληνικές μεταφράσεις της έννοιας (π.χ. εξοικονόμηση, αποταμίευση), των οποίων η παρουσία στην ελληνική γλώσσα δεν είναι ούτε κατά προσέγγιση τόσο ισχυρή, καθημερινή και πανταχού παρούσα (χαρακτηριστικό είναι εδώ ότι η ελληνική με­τάφραση της έννοιας διαμοιράζεται σε περισσότερες της μιας λέξεις και δεν συγχωνεύεται σε μία, κυρίαρχη λέξη), θα λάβει τα ακόλουθα αποτελέσματα: εξοικονόμηση (3.700.000), αποταμίευση (500.000), φειδώ (22.000). Ούτε εξ αποστάσεως δεν πλησιάζει την γερμα­νική…επίδοση και το ιταλικό «risparmio» με περίπου 32.000.000 αποτελέσματα. Αξίζει να ση­μειωθεί ότι ο χαρα­κτηρισμός «πολιτισμός του Sparen» (Sparkultur) αποτελεί μια μάλλον καλοπροαίρετη και νηφά­λια προσέγγιση, αν αναλογιστεί κανείς ότι το ίδιο φαινόμενο περιγράφεται από τον Μαξ Βέμπερ ως Zwang (Τσβανγκ=εμ­μονή, π.χ. Sparzwang), λέξη που χρησιμοποιείται στην γερμανική ιατρική ορολο­γία για να περι­γράψει εμμονικές διαταραχές ή νευρώσεις (π.χ. ο όρος Zwangsstörung [αγγλ. Obses­sive Compul­sive Disorder]). Είναι μάλλον το σημείο που μπορεί κανείς να θυμηθεί ορι­σμέ­νους ιδιαί­τερα…συνειδητοποιημένους μνημονιακούς, οι οποίοι από ένθερμοι τηλεκήρυκες του αρχαιοελ­ληνικού πολιτισμού κατέληξαν τελικά υπερασπιστές κεντροευρωπαϊκών νευρώ­σεων.

Υπό αυτό το πρίσμα γίνεται αντιληπτό ότι τα προβλήματα στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης είναι στην πραγματικότητα το εξής ένα: η προκρούστεια συνύπαρξη στο πλαίσιο της ίδιας οικο­νομικής ένωσης του γερμανόφωνου κόσμου της κεντρικής Ευρώπης με τις υπόλοιπες πολιτιστι­κές περιοχές της ηπείρου. Κατά συνέπεια, η λύση για το πρόβλημα της ευρωζώνης δεν βρίσκεται στην «μοναδική επιλογή» των καταστροφικών μνημονίων της λιτότητας, αλλά σε μια τελείως διαφορετική διάσταση: στην αναίρεση της πολιτιστικά ασύμβατης συνύπαρξης. Αυτή μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι η έξοδος της Γερμανίας από το ευρώ, η οποία μαζί και με τις βασικές, γερμανόφωνες δορυφόρους της (Αυστρία, Ολ­λανδία) θα μπορούσε να σχηματίσει μια χωριστή νομισματική υποένωση. Η αποχώρηση της Γερμανίας θα ήταν το «μαγικό ραβδί» για την απελευθέρωση της υπόλοιπης ευρωζώνης από τα δεσμά του πολιτισμού του Sparen, της αυτοκρατορίας της Εμμονής. Την επόμενη κιόλας μέρα η ΕΚΤ θα μπο­ρούσε να λειτουργήσει όπως οι κεντρικές τράπεζες άλλων νομισματικών χώρων (π.χ. ΗΠΑ, Βρετανίας, Ιαπωνίας) παίζοντας ρόλο δανειστή εσχάτου ανάγκης, εκδίδοντας ευρωομόλογα και εξουδετε­ρώνοντας οριστικά τις κερδοσκοπικές αγορές. Ο δεύτερος τρόπος είναι η λύση των «Ηνωμένων Εθνών της Ευρώ­πης», δηλαδή της συντεταγμένης εξόδου της Ευρώπης από το ευρώ και της επιστροφής σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση νομισματικά αυτοδύναμων κρατών.

Στα εύλογα ερωτήματα «μα πώς θα γίνουν αυτά;» και κυρίως «ποιος θα διώξει την Γερμανία από το ευρώ;», η απάντηση είναι απλή: η ίδια η Γερμανία. Αρκεί να βρει απέναντί της την δυνα­μική συσπείρωση της Γαλλίας και των PIGS (Πορτογαλίας, Ισπανίας, Ελλάδας και Ιταλίας), εκ­φρα­ζόμενη με την απειλή τους να επιστρέψουν σε εθνικά νομίσματα αν η Γερμανία δεν απελευ­θερώ­σει άμεσα την νομισματική ένωση από την «πολιτική» της. Σε αυτή την περίπτωση –και πά­ντα στο πλαίσιο του πολιτισμού του Sparen– η αυτό­βουλη επιστροφή της Γερμανίας στο μάρκο (ή στο νόμισμα μιας βόρειας υποένωσης) θα καταστεί μονόδρομος, με τους περισσότερους Γερμανούς πολίτες να μέμφονται την ηγεσία τους όχι για την αποχώρηση από την ευρωζώνη, αλλά για την αρχική προσχώρηση της χώρας τους σε αυτή. Αντιστοίχως, σε οποιοδήποτε άλλο σενάριο, μονόδρομος θα είναι για την νότια Ευρώπη η μετατροπή της σε μια μεταμοντέρνα εκ­δοχή της κομμουνιστικής Ανατολικής Ευρώ­πης: σε μια ζώνη οικονομικής καταστροφής, εξα­θλίωσης ή και εθνικής διάσπασης (βλ. Καταλω­νία), με την γερμανικής κοπής λιτότητα αυτή την φορά στον ρόλο του επίσης γερμανικής προε­λεύσεως κομμουνισμού. Όσο για την Ελ­λάδα, την μοναδική χώρα που απουσίασε εύγλωττα από την πρόσφατη σύνοδο των χωρών του Νότου στην Μάλτα, αυτή θα υποστεί ό,τι υφίσταται όποιος επιλέγει στον πόλεμο το λάθος στρατόπεδο. Διότι ιστορικά το στρατόπεδο της Γερμανίας είναι πάντα το στρατόπεδο της ήτ­τας…

Advertisements

Πώς να (μην) κάνετε φίλους

Σεπτεμβρίου 24, 2012 6 Σχόλια

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας που έγινε αρχές Σεπτεμβρίου στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τρά­πεζα για την έγκριση ή μη του σχεδίου προστασίας της ευρωζώνης που παρουσίασε ο πρόεδρός της Μ. Ντράγκι ήταν σίγουρα εντυπωσιακό: όχι τόσο διότι το σχέδιο εγκρίθηκε με ψήφους 22-1 (!), αλλά κυρίως επειδή δεν πρέπει να  υπήρξε στην Ευρώπη έστω και ένας που να μην ήταν σε θέση να μαντέψει αμέσως ποιος ήταν ο μοναδικός που μειοψήφισε. Το γε­γονός αυτό, μάλιστα, προξενεί ακόμα μεγαλύτερη αί­σθηση αν αναλογιστεί κανείς πόσο μελάνι, πόση ενέργεια, πόσος κόπος και φαιά ουσία αναλώ­θηκε τα τελευταία τρία χρόνια από συγκεκριμένους κύκλους στην Γερμα­νία για να δυσφημι­στούν οι λαοί του ευρωπαϊκού νότου και ιδιαίτερα οι Έλληνες ως τα «γουρούνια» (PIGS), τα «μαύρα πρό­βατα» και οι καταστροφείς της ευρωπαϊκής ιδέας. Κι όμως, όταν ήρθε η ώρα να λη­φθεί η μοναδική ως τώρα κάπως ουσιαστική απόφαση υπέρ της βιωσιμότητας και της προοπτι­κής της ευρωζώνης, πάλι οι Γερμανοί κατάφεραν να είναι αυτοί που έμειναν μόνοι τους…Θα έλεγε κανείς ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ιδιαίτερο «χάρισμα». Μια σπάνια δεξιότητα που κάνει ένα κομμάτι των γερμανόφωνων Κεντροευρωπαίων να ενσαρκώνουν υποδειγ­ματικά την αντίστροφη εκδοχή ενός παλιού και πολυμεταφρασμένου εγχει­ριδίου περί του «πώς μπορείτε να κάνετε φί­λους» (μεταφρασμένου και στα γερμανικά). Το «χάρισμα» αυτό το έχουμε περιγράψει σε αυτό το ιστολόγιο ως την βα­θιά εκείνη νοο­τροπία απόλυτου, εσωστρεφούς και τυφλού εγω­κεντρισμού, την οποία μπορεί να αποδώσει κα­νείς με την έκφραση «τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου». Μια νοο­τροπία που δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με όρους γενικευτικών ιδεολογιών ή πολιτικών θεω­ριών, αλλά μόνον επί τη βάσει των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων σε αυτή την περιοχή της Ευρώ­πης. Μια τέτοια εικόνα προκύπτει αν θυμηθεί κανείς μερικές πτυχές της συγκεκριμέ­νης νοοτροπίας, όπως εκφράστηκε ως τώρα στο πλαίσιο της κρίσης της ευρωζώ­νης.

Ως ένα πρώτο παράδειγμα, είναι πράγματι δύσκολο να κάνει κάποιος φίλους, όταν αρνείται να προ­σφέρει στους άλλους όσα έχουν προσφέρει εκείνοι σε αυτόν. Η οικονομική ανάκαμψη της Γερμα­νίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βασίστηκε στην οικονομική σωφροσύνη και μεγαθυ­μία των συμμάχων, στο γεγονός, δηλαδή, ότι, σε αντίθεση με τους διακανονισμούς που ακολού­θησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι νικητές έκριναν αυτή την φορά –και σωστά– ότι τίποτα καλό δεν επρόκειτο να προκύψει για την ειρήνη και την σταθερότητα στην Ευρώπη από τον οι­κονομικό στραγγαλισμό του ήδη ηττημένου και ταπεινωμένου γερμανικού πληθυσμού. Έτσι, χορηγήθηκε στην Γερμανία οικονομική βοήθεια για την ανασυγκρότησή της, ενώ πτυχή της οι­κονομικής της ανακούφισης υπήρξε και η ιδιότυπη…«αναδιάρθρωση» των γερμανικών πολεμι­κών αποζημιώ­σεων, η αποπληρωμή των οποίων μετατέθηκε στις καλένδες της ιστο­ρίας. 60 χρόνια αργότερα, και με τον τροχό της ιστορίας να έχει γυρίσει, η Γερμανία επιδεικνύει στους «ηττημέ­νους» της οικονομικής κρίσης όχι το πνεύμα του σχεδίου Μάρσαλ, αλλά αυτό των Βερσαλλιών. Επίσης, σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις, μπορεί, φυσικά, να κατανοήσει κανείς το γεγονός ότι οι περισσότεροι Γερμανοί θεωρούν λογικό να μην ισχύουν πλέον τα προ 60 ετών χρέη τους, κα­τάλοιπο μιας «μακρινής» εποχής που θέλουν να ξεχάσουν. Αν, όμως, κάποιος τους πρότεινε τώρα να διαγραφούν τα τρέχοντα ελληνικά χρέη σε 60 χρόνια από σήμερα, δεν είναι ακριβώς σίγουρο ότι θα έδειχναν την ίδια κατανόηση…

Περαιτέρω, δύσκολα δημιουργεί κανείς φίλους, όταν η αχαριστία του εκτός από υλική είναι και ηθική. Η ηθική επανενσωμάτωση των Γερμανών στο σώμα της Ευρώπης στηρίχθηκε στην απο­δοχή εκ μέρους των άλλων λαών της «πολιτικώς ορθής» διάκρισης ανάμεσα στους Ναζί και τον υπόλοιπο πληθυ­σμό. Με άλλα λόγια, οι υπόλοιποι λαοί επέδειξαν την καλή διάθεση να αποδε­χθούν ότι ο λόγος που η Γερμανία οδήγησε τον κόσμο στο φρικτό αιματοκύλισμα του Β΄ Πα­γκοσμίου Πολέμου, ήταν κατά βάσιν μια ιδεολογία, ο ναζισμός, και το καθεστώς που την εξέ­φρασε. Και ότι, συνεπώς, το μεγάλο μέρος του γερμανικού λαού, το οποίο «παρασύρθηκε» από την ναζιστική προπαγάνδα, θα μπορούσε πλέον αποτινάσσοντας την ιδεολογία αυτή να ξανα­γίνει αποδεκτό από τους υπόλοιπους  Ευρωπαίους. Φυσικά, η άποψη αυτή δεν άντεχε (ούτε αντέχει) σε λογική κριτική. Και είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν άν­θρωποι που την ασπάζονται, όταν όλοι γνωρίζουν ότι, μόλις 25 χρόνια πριν την έναρξη του Β΄ Πα­γκοσμίου Πολέμου, η ίδια χώρα  ξεκίνησε έναν άλλον μεγάλο πόλεμο στην Ευρώπη χωρίς να υπάρχει ο ναζισμός ως κινητήρια δύναμη. Κανένας ναζισμός δεν υπήρχε επίσης π.χ. στους πο­λέμους της γερμανικής ενοποίησης τον 19ο αιώνα, σε αυτούς του Μεγάλου Φρειδερίκου της Πρωσίας τον 18ο αιώνα ή κατά τον φρικώδη Τριακονταετή Πόλεμο του 17ου αιώνα, ο συνολικός αριθμός απωλειών του οποίου (περί τα 8 εκατομμύρια νεκροί) ξεπεράστηκε μόνο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι όμως, ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη και ο κόσμος είχαν την διάθεση να υπο­βαθμίσουν διακριτικά την κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στην ιδεολογία και την πολιτιστική ανθρω­πολογία, οι ίδιοι οι Γερμανοί σήμερα αρνούνται χαρακτηριστικά να εφαρμόσουν την ίδια διά­κριση στην περίπτωση των Νοτίων της Ευρώπης και ιδίως των Ελλήνων. Εδώ δεν μι­λούν/μιλούμε για τους Pleitis (από την γερμανική λέξη Pleite [πλάϊτε]=χρεωκοπία), κατ’ αντιστοιχίαν προς τους Nazis, δηλαδή απλώς για μια άφρονα και εγκληματική ηγεσία που υπήρξε υπεύθυνη για την οικονομική χρεωκοπία. Αντίθετα, προβάλλεται η συλλογική ευθύνη σχεδόν ολόκληρου του λαού, ο οποίος στιγματίζεται συλλήβδην ως «τεμπέλης», «απατεώνας», «σπάταλος», κλπ. Την ίδια στιγμή, μάλιστα, κάποιοι Γερμανοί –σίγουροι πια για την…εμπέδωση της πλήρους αποσύνδεσής τους από την περίοδο του ναζισμού– δεν έχουν πρόβλημα να προκαλούν με το να αξιοποιούν καταλλήλως τα…δυνατά «brand names» που τους κληροδότησε η εν λόγω ιστορική περίοδος. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η περίπτωση του ιδιαιτέρως ανθηρού αρχιτεκτονικού γραφείου του συνονόματου (!) γιου του διαβόητου αρχιτέκτονα του Χίτλερ Αlbert Speer.

Δύσκολα κάνεις επίσης φίλους όταν ισχυρίζεσαι ότι το να σε καλούν να «ηγηθείς» της Ευρώπης, σημαίνει στην πραγματικότητα ότι απλώς θέλουν να σε βάλουν να πληρώσεις. Και αυτό διότι την ίδια στιγμή δεν φαίνεται να σε απασχολεί ιδιαίτερα το ότι, όταν εσύ υποδεικνύεις στους άλ­λους ότι πρέπει να είναι «ανταγωνιστικοί», στην πραγματικότητα εννοείς ότι πρέπει να μεταβλη­θούν σε φτηνό εργατικό δυναμικό στην υπηρεσία σου.

Ακόμη, δύσκολα κάνεις φίλους όταν μετατρέπεις τον εαυτό σου σε «θρόμβο», εμποδίζοντας την κυκλο­φορία του «αίματος» που το χρειάζονται κι άλλοι. Οι Γερμανοί, ή ορθότερα, συγκε­κριμένοι εμπορικοί-βιομηχανικοί-τραπεζικοί παράγοντες εντός της Γερμανίας, εισπράττουν το αντίτιμο της ισχυρής εξαγωγικής τους οικονομίας. Αντί, όμως, να ξαναρίξουν στην αγορά ένα τμήμα αυτού του κέρδους, π.χ. με την μορφή της αύξησης των μισθών των Γερμανών εργαζομέ­νων, η οποία θα οδηγούσε σε (κάποια έστω) αύξηση της κατανάλωσης και των φορολογικών εσόδων τους κράτους, τα οποία με την σειρά τους θα μπορούσαν να «επανεπενδυθούν» για την οικονο­μική στήριξη των «προβληματικών» (αλλά πάντοτε εξωστρεφών και φιλικών στην κατα­νάλωση) νότιων χωρών της ευρωζώνης, η Γερμανία γίνεται μάλλον η πρώτη εξαγωγική οικονομία στην ιστορία των διεθνών οικονομικών, που προσπαθεί να καταστρέψει την αγοραστική δύναμη όσων αγο­ράζουν τα προϊόντα της…Το αντεπιχείρημα που προβάλουν ορισμένοι οικονομικοί αναλυτές, ότι δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος των γερμανικών εξαγωγών κατευθύνεται πλέον στις μεγάλες αγορές εκτός Ευρώπης (π.χ. Κίνα, Βραζιλία), και, άρα, «γιατί να ασχοληθούν με την μικρή ευ­ρωπαϊκή αγορά;», είναι τόσο αφελές όσο και απαράδεκτο. Αφελές, διότι όσοι γνωρί­ζουν την «συντηρητική» γερμανική νοοτροπία ξέρουν καλά ότι ο μόνος λόγος που οι Γερμανοί δεν επιβάλ­λουν και…στην Κίνα το δόγμα της εμμονικής λιτότητας, είναι επειδή απλά η τελευταία δεν είναι μέλος της ευρωζώνης. Απαράδεκτο, διότι η λογική που λέει ουσιαστικά ότι τώρα που αντλήσαμε ό,τι μπορούσαμε από τον (Νοτιο)ευρωπαίο καταναλωτή, τον αφήνουμε στην τύχη του και ανοί­γουμε τα πανιά μας για άλλες πολιτείες-αγορές, συνιστά την πεμπτουσία της βαθιάς εκείνης νο­οτροπίας που σκιαγραφούμε.

Τελειώνοντας, όλα αυτά μου φέρνουν στον νου ένα χαρακτηριστικό περιστατικό. Μετά την νίκη της Ιταλίας επί της Γερμανίας στο πρόσφατο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, έλαβα το εξής μή­νυμα από μια Ιταλίδα φίλη (αφού της είχα, βέβαια, εγώ πρώτα γράψει «Grazie Italia! Gra­zie!»): «Dovevamo vendicare i nostri fratelli Greci!», ήτοι «έπρεπε να εκδικηθούμε για τους αδελ­φούς μας τους Έλληνες!». Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει υπό το πρίσμα όσων ανα­φέρθηκαν, είναι ποιος άραγε στην Ευρώπη θα χαρακτήριζε ποτέ ως αδελφούς του τους Γερμα­νούς. Πρόκειται για το ερώτημα που, όσο κι αν ορισμένοι ένθερμοι ευρωπαϊστές θέλουν να το απωθήσουν, είναι στην ουσία αυτό που (θα) κρίνει την βιωσιμότητα της ευρωζώνης και ίσως και της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά. Ιδίως, μάλι­στα, όταν στο πλαίσιο αυτής της Ένωσης θεωρείται αυτονόητα λογικό να απαιτείται από κάποιους μια βίαιη οικονομική προσαρμογή, την ίδια στιγμή που θεωρείται αδιανόητο να ζητηθεί από κά­ποιους άλλους –ως αναγκαίο, λειτουρ­γικό αντιστάθμισμα– μια «πολιτιστική» προσαρμογή, σαν αυτή που υπονοούμε εδώ και περι­γράψαμε χιουμοριστικά και στο παρελθόν. Μια τέτοια απαίτηση θα μπορούσε, άλ­λωστε, να προκύψει ρεαλιστικά μόνον όταν αποκτήσουμε μια πολιτική και πνευματική ηγεσία, η οποία θα γνωρίζει για την γερμανική νοοτροπία και ψυχοσύνθεση έστω λίγα περισσότερα από όσα γνώριζε ο Κολόμβος για την Αμερική πριν την ανακαλύψει…

«Γιατί πρέπει να πληρώνω για τους Έλληνες;»

Μαρτίου 7, 2012 7 Σχόλια

«Γιατί πρέπει να πληρώνω για τους Έλληνες;». Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα που  εδώ και περίπου δύο χρόνια τίθεται διαρκώς από ένα μεγάλο μέρος των γερμανόφωνων Κεντροευρωπαίων. Κάτι που δεν αποτελεί έκπληξη με δεδομένο ότι από την αρχή της κρίσης του ευρώ η Ελλάδα λαμβάνει μια σειρά από ακριβά πακέτα βοήθειας, αν και οι προοπτικές ανάνηψης της οικονομίας της δεν μοιάζουν να είναι ιδιαιτέρως αισιόδοξες. Σε συνδυασμό και το «αμαρτωλό» παρελθόν του ελληνικού κομματικού κράτους η εξέλιξη αυτή οδήγησε στο φαινόμενο που σε άλλο κείμενο χαρακτηρίσαμε ως την γερμανική ηθικιστική επίθεση εναντίον των Ελλήνων και των άλλων Νοτιοευρωπαίων. Στο κείμενο αυτό απαριθμήσαμε μια σειρά από σημεία που καταδεικνύουν τον επιφανειακό, αντιπαραγωγικό και συχνά παιδαριώδη χαρακτήρα του ηθικισμού που προπαγανδίζεται από την εφημερίδα Bild και άλλες λαϊκίστικες φωνές. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο ηθικισμός αυτός προκάλεσε ευθύς εξαρχής αντίστοιχες αντιγερμανικές αντιδράσεις στην Ελλάδα και τα τελευταία δύο χρόνια οι δύο αυτές χώρες βρίσκονται σε έναν ακήρυχτο και ιδιόμορφο πόλεμο πολιτισμών. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι αναγκαίο να προσπαθήσει κανείς να απαντήσει την ερώτηση που τίθεται ως τίτλος επί τη βάσει όχι του ηθικισμού, αλλά του αντιθέτου του. Και το αντίθετο του ηθικισμού είναι η ανάλυση.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει καταρχάς να γίνει αναφορά σε μερικά δεδομένα, τα οποία δεν έχουν ίσως ακόμη καταστεί εντελώς ξεκάθαρα σε πολλούς κατοίκους της κεντρικής Ευρώπης. Σε αυτά ανήκει κατά πρώτον το γεγονός ότι τα ελληνικά πακέτα βοήθειας δεν είναι δώρα, αλλά δάνεια. Τα χρήματα που πληρώνουν οι Γερμανοί για τους Έλληνες μέσω της συμμετοχής τους στους τρεις θεσμούς της ελληνικής τρόικας (ΔΝΤ, ΕΚΤ, ΕΕ) είναι τμήμα ενός μεγάλου έντοκου δανείου. Περαιτέρω, το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής αυτής βοήθειας δεν καταλήγει στους τραπεζικούς λογαριασμούς των Ελλήνων, αλλά σε αυτούς των διεθνών πιστωτών τους. Στο πλαίσιο, δηλαδή, του προγράμματος της ελληνικής βοήθειας τα προς εξόφληση ελληνικά δάνεια αποπληρώνονται από τους νέους δανειστές (την τρόικα). Καθώς, όμως, σε αυτά τα νέα δάνεια του πακέτου διάσωσης συμμετέχουν τα ευρωπαϊκά κράτη και οι πολίτες τους, τα χρήματά τους καταλήγουν να χρησιμοποιούνται για την αποπληρωμή των παλαιών δανείων, τα οποία, όμως, είχαν χορηγηθεί στο ελληνικό κράτος από ιδιωτικές εταιρείες (τράπεζες). Με άλλα λόγια, οι Γερμανοί (και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι) πολίτες πληρώνουν για να καλύψουν τις ζημίες αποτυχημένων ιδιωτικών επενδύσεων. Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, σε αυτό το γεγονός οφείλεται το ότι τα τελευταία δύο χρόνια τα διεθνή μέσα έχουν βάλει την Ελλάδα κάτω από το μικροσκόπιο. Διότι αν επικεντρώσει κανείς την προσοχή του στα διάφορα αρνητικά αξιοπερίεργα του μικρού γαλατικού χωριού της νοτιοανατολικής Ευρώπης, τότε μπορεί να αποπροσανατολιστεί από τις αμαρτίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και να καλύψει όσο το δυνατόν αδιαμαρτύρητα ιδιωτικές ζημίες άλλων με το δικό του χρήμα. Και ενόσω μερικοί από τους ιδιώτες αυτούς επενδυτές συνεχίζουν να ευδοκιμούν, για να παίζουν διάφορα στοιχήματα θανάτου για το μέλλον της Ελλάδας στην ευρωζώνη, είναι πλέον γνωστό τι συμβαίνει στον μέσο Έλληνα. Το ελληνικό κομματικό κράτος προσπαθεί να εφαρμόσει το πολυσυζητημένο εκείνο πρόγραμμα λιτότητας και σταθεροποίησης της οικονομίας εις βάρος του κοινωνικού κράτους. Ένα πρόγραμμα, το οποίο και αυτο καθαυτό έχει ήδη αποδειχτεί όχι μόνον αποτυχημένο και αδιέξοδο, αλλά και καταστροφικό για ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Σε όλα αυτά μπορεί φυσικά κανείς να αντιτείνει ότι παρά ταύτα είναι η Ελλάδα (και όχι π.χ. η Ολλανδία) αυτή που βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσας ατυχούς συγκυρίας. Γιατί να πρέπει λοιπόν να πληρώσει κανείς είτε για τους ίδιους τους Έλληνες είτε για τους ιδιώτες πιστωτές τους; Η απάντηση που δίνουν στο εκ νέου διατυπούμενο ερώτημά μας πολλές προσωπικότητες από τον χώρο της οικονομίας και της πολιτικής είναι ότι για την ευρωζώνη είναι (ακόμα) πιο συμφέρον οικονομικά να σώσει την Ελλάδα από το να την εγκαταλείψει. Το πρόβλημα μοιάζει, δηλαδή, να έγκειται στο ότι η Ελλάδα είναι γενικώς μέλος της ευρωζώνης και αποτελεί πλέον για αυτήν έναν μείζονα κίνδυνο. Εδώ είναι σίγουρα μεγάλος ο πειρασμός να θυμηθεί κανείς τα «Greek Sta­tistics», μέσω των οποίων η Ελλάδα προσχώρησε στην ευρωζώνη χωρίς να έχει πραγματικά εκπληρώσει τα κριτήρια σύγκλισης. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε κανείς να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο κεντρικό μας ερώτημα, ότι, δηλαδή, οι Γερμανοί πρέπει τώρα να πληρώσουν το τίμημα για την απαράδεκτη εκείνη συμπεριφορά των Ελλήνων και την λανθασμένη εκείνη απόφαση των Ευρωπαίων. Εντούτοις, το συμπέρασμα αυτό που εκ πρώτης όψεως ηχεί ικανοποιητικό μοιάζει να τίθεται εν αμφιβόλω από μια άλλη πτυχή του προβλήματος. Προϊούσης της κρίσης του ευρώ έγινε, δηλαδή, σύντομα σαφές ότι δεν είναι μόνον η Ελλάδα, αλλά ολόκληρη η αλυσίδα των μεσογειακών χώρών (τα λεγόμενα PIGS [Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία]) που μαζί και με την Ιρλανδία αποτελούν μια προβληματική ζώνη, η οποία χρήζει αλληλεγγύης και βοήθειας. Αν η Ελλάδα είναι το άνθος του κακού, τότε γιατί έχουν και οι άλλες αυτές χώρες σημαντικά οικονομικά προβλήματα; Και γιατί η γεωγραφική θέση των τριών χωρών με τα περισσότερα προβλήματα (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία) είναι τόσο χαρακτηριστικά και ύποπτα περιφερειακή σε σχέση με την κεντρική Ευρώπη (η Ελλάδα στα νοτιοανατολικά, η Πορτογαλία στα νοτιοδυτικά, η Ιρλανδία στα βορειοδυτικά);

Η αναστροφή με αυτά τα δύσκολα ερωτήματα μοιάζει να προϋποθέτει ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο ανάλυσης, στο πλαίσιο του οποίου τα οικονομικά προβλήματα των κρατών PIIGS μπορούν να ερμηνευτούν καλύτερα υπό το πρίσμα της πολιτιστικής ανθρωπολογίας. Το μέγεθος των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των κρατικών χρεών στις χώρες αυτές πρέπει πιθανότατα να ερμηνευθεί ως αντανάκλαση όχι μόνον της κατάστασης της οικονομίας τους, αλλά και της πολιτιστικής απόστασης ανάμεσα σε αυτές τις χώρες και την κεντρική Ευρώπη. Σε μια ήπειρο, όπου κυριαρχούν πολιτικές θεωρίες, οικονομικά συστήματα και «φάρμακα» (για την κρίση) κεντροευρωπαϊκής προελεύσεως, η χαρακτηριστικά διαβαθμισμένη απόκλιση από την κεντροευρωπαϊκή ζώνη ιδανικής εφαρμογής των εν λόγω προτύπων, υποδηλώνει τον σταδιακά αυξανόμενο βαθμό πολιτιστικής διαφοροποίησης όσο κινούμαστε προς την ευρωπαϊκή περιφέρεια. Μια διαφοροποίηση, η οποία αναδεικνύεται ξεκάθαρα και μέσω ιστορικών και γλωσσολογικών παραμέτρων (π.χ. οι μακραίωνες επαφές του ελληνικού κόσμου με τους γειτονικούς και μη ευρωπαϊκούς πολιτισμούς της ανατολικής μεσογείου ή το κελτικό γλωσσικό και πολιτιστικό υπόστρωμα στην Ιρλανδία).

Εάν αυτό ισχύει, τότε τα χρήματα που οι Γερμανοί πληρώνουν για τους Έλληνες τα τελευταία δύο χρόνια πέφτουν θύμα μιας τελείως διαφορετικής κατάστασης: της γενικότερης ιδέας της ευρωζώνης. Μιας κατάστασης, όπου (ριζικά) διαφορετικοί ευρωπαϊκοί πολιτισμοί προσπαθούν να σχηματίσουν ένα και μοναδικό οικονομικό και κρατικό μόρφωμα. Αυτό το παρακινδυνευμένο εγχείρημα εύκολα μπορεί με την σειρά του να ερμηνευθεί ιστορικά: αποτελεί το άλλο άκρο σε σχέση με τις εξελίξεις στην Ευρώπη κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα. Η καταστροφή της ηπείρου στους δύο παγκοσμίους πολέμους οδήγησε στο όραμα της αντικατάστασης της ακραίας σύγκρουσης με την ακραία ενότητα. Ο πραγματικός λόγος, συνεπώς, που πρέπει κανείς σήμερα ως Γερμανός να πληρώνει για τους Έλληνες βρίσκεται στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν της Ευρώπης. Σε ένα παρελθόν με τα δικά του χρέη προς εξόφληση, η αποπληρωμή των οποίων εκκρεμεί ακόμη από την υπερχρεωμένη ως προς αυτά χώρα. Πρόκειται για το παρελθόν εκείνο που δείχνει ξεκάθαρα πόσο επικίνδυνο είναι να διατηρεί κανείς και στο παρόν της τρέχουσας κρίσης την ίδια παλαιά, βαθιά πεποίθηση: ότι στο τέλος μπορεί στην Ευρώπη να μείνει μόνον ένας…

Η θρησκεία του (υπαρκτού) ευρωπαϊσμού

Φεβρουαρίου 13, 2012 Σχολιάστε

Οι ημέρες και ώρες που προηγήθηκαν της ψήφισης στην Βουλή του νέου προγράμματος δανειοδότησης της χώρας από την Τρόικα, κατέδειξαν ανάγλυφα ότι τα όποια προσχήματα ορθού λόγου συνόδευαν τα επιχειρήματα και την συμπεριφορά μερικών συγκεκριμένων υποστηρικτών του μνημονιακού (μονο)δρόμου οδηγήθηκαν σε καθεστώς άτακτης χρεοκοπίας. Κορυφαίος πολιτικός παράγοντας που σύμφωνα με το βιογραφικό του υπήρξε κάποτε επιστήμονας, κατέληξε να ωρύεται σαν βασιλικότερος «των διεθνών πολιτικών και οικονομικών θεσμών», την ίδια στιγμή που η γνωστή κουστωδία πολιτικών και αναλυτών επιδιδόταν πιο εντατικά από ποτέ στην υπερβολική και ατεκμηρίωτη προπαγανδιστική καταστροφολογία. Οι προφητείες των Ευρωνοστράδαμων για το τι θα συνέβαινε στην χώρα, αν αυτή αντιστεκόταν στους υψηλόβαθμους εγκεφάλους του ευρωδιευθυντηρίου, ξεπέρασαν κάθε φαντασία: άδεια ράφια στα σούπερ μάρκετ, δελτίο στα τρόφιμα, ελλείψεις σε γάλα, πετρέλαιο και άλλα βασικά είδη, σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί, πτώσεις αστεροειδών, μαζικές εξαφανίσεις ειδών, εκρήξεις υπερηφαιστείων, κλπ., κλπ.

Η λογική τεκμηρίωση της καταστροφολογίας αυτής δεν αντέχει σε ιδιαίτερη κριτική. Οι περισσότεροι από τους καταστροφολόγους (θέλουν να) θεωρούν αυθαίρετα δεδομένο ότι σε περίπτωση εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, αυτή θα βρεθεί να έχει επιστρέψει σε εθνικό νόμισμα, ενόσω τα άλλα μέλη της ευρωζώνης θα διατηρούν ακόμα το ευρώ. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι αμφισβητήσιμο με δεδομένη την υψηλή πιθανότητα αλυσιδωτής αντίδρασης και γενικής κατάρρευσης της ευρωζώνης σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από αυτήν. Μια πιθανότητα, η οποία όχι μόνον έχει περιγραφεί ήδη από πολλούς πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές, αλλά και που ενισχύεται από την ίδια την διάθεση των εταίρων να κρατήσουν την Ελλάδα εντός ευρώ. Αν η υπόλοιπη ευρωζώνη δεν κινδύνευε σοβαρά, τότε οι ευρωκαταστροφείς (Eurozerstörer), αμαρτωλόχρεοι (Schuldensünder) Έλληνες θα είχαν προ πολλού εκβληθεί από αυτήν. Κατά συνέπεια, το «όχι» στην νέα δανειακή σύμβαση δεν θα οδηγούσε οπωσδήποτε στον Αρμαγεδδώνα, αλλά ίσως σε μία από τις δύο ακόλουθες καταστάσεις: είτε σε μια αναδίπλωση των ως τώρα αδιάλλακτων δανειστών είτε στην εκκίνηση μιας επικίνδυνης διαδικασίας εξόδου της Ευρώπης, και όχι μόνον της Ελλάδας, από το ευρώ. Και σε αυτή την περίπτωση η νέα δραχμή δεν θα βρισκόταν φυσικά αντιμέτωπη με το υπόλοιπο ευρώ, αλλά με το νέο μάρκο, το νέο φράγκο, κ.ο.κ. Περιττό, βεβαίως, να τονιστεί ότι ακόμη και στην απευκταία περίπτωση της επιβίωσης του ευρώ μετά την έξοδο της Ελλάδας από αυτό, τα καταστροφολογικά σενάρια δεν εξηγούν ποτέ με αναλυτικό και εμπεριστατωμένο τρόπο για ποιον λόγο π.χ. θα προέκυπταν ανυπέρβλητα προβλήματα στις εισαγωγές βασικών αγαθών ή σε άλλους τομείς της οικονομίας.

Σκέψεις και ερωτήματα, όπως τα ανωτέρω, όχι μόνον δεν εξετάζονται σοβαρά από τους φανατικότερους θιασώτες των μνημονίων, αλλά απαξιώνονται συνήθως με συνοπτικές διαδικασίες, περίπου ως έωλες σκέψεις που υπονομεύουν ανεπίτρεπτα την «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας. Μια προοπτική, που η επίκλησή της προϋποθέτει, βεβαίως, να τίθεται διαρκώς υπεράνω κριτικής το ίδιο το εγχείρημα –ή μάλλον δόγμα– του κοινού νομίσματος. Σε αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζει κανείς να υποψιάζεται ότι συχνά απέναντί του δεν βρίσκονται απλώς οι υποστηρικτές μιας συγκεκριμένης άποψης, αλλά πολύ περισσότερο οι οπαδοί ενός δόγματος ή μιας θρησκείας: της θρησκείας μιας συγκεκριμένης εκδοχής ευρωπαϊσμού. Πράγματι, ήδη σε προηγούμενες αναρτήσεις κάναμε λόγο για δύο παράγοντες που κατά ειρωνικό τρόπο αποκαλύπτουν ότι στα θεμέλια του οικοδομήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης κρύβονται στοιχεία, τα οποία παρουσιάζουν μια μάλλον αναπάντεχη διασύνδεση με την βιβλική, παλαιοδιαθηκική σφαίρα των προεπιστημονικών χρόνων της δυτικής Ευρώπης.

Ο ένας παράγοντας είναι η βιβλική χρονολογία του κόσμου, η κεκτημένη ταχύτητα της οποίας μοιάζει να βρίσκεται στην ρίζα της ιδιαίτερα προσφιλούς διαπολιτισμικής και ιδεολογικής γενίκευσης. Της αντίληψης, δηλαδή, ότι οι πολιτισμικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων πληθυσμών της Ευρώπης είναι μεν υπαρκτές, αλλά ήσσονος σημασίας, όσο μικρές θα ήταν αν το χρονικό βάθος της παρουσίας και εξέλιξης των πληθυσμών αυτών και των γλωσσών τους επί ευρωπαϊκού εδάφους περιοριζόταν σε λίγες μόνον χιλιάδες χρόνια. Και σίγουρα τόσο μικρές, ώστε να ασχολούμαστε μόνον με τις «οριζόντιες», οικονομικές ή ταξικές κατατμήσεις σε πανευρωπαϊκή (ή και παγκόσμια) κλίμακα και σχεδόν ποτέ με τις πιο «κάθετες», σαν κι αυτές π.χ. που αναδεικνύονται μέσα από τις γερμανικές ιδιαιτερότητες στην αντίληψη της κρίσης. Και ενώ η πραγματική ηλικία των ευρωπαϊκών γλωσσών και πολιτισμών είναι η προβληματική εκείνη, στην οποία θα επανέλθουμε σύντομα παρουσιάζοντας πολύ πιο αναλυτικά επιστημονικά δεδομένα, οι αναφερθείσες γερμανικές ιδιαιτερότητες αναδεικνύουν τον άλλο «βιβλικό» δάκτυλο που διεκδικεί γενικευτική ισχύ επί όλης της ευρωζώνης: τις κάποτε εκχριστιανισθείσες εκείνες αντιλήψεις περί της σχέσης του ανθρώπου με το χρήμα και την εργασία, που κάνουν την εμφάνισή τους στην εποχή μας υπό την μορφή του κεντροευρωπαϊκού κηρύγματος περί της «σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας». Είναι η συγκεκριμένη αντίληψη υπέρβασης της τρέχουσας ευρωπαϊκής κρίσης, την οποία χαρακτηρίσαμε ως «Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης».

Το περίεργο είναι ότι εκτός από τους ανωτέρω παράγοντες, την ίδια προεπιστημονική, θρησκευτική οσμή φαίνεται τώρα να αναδίδει και το τσουνάμι της καταστροφολογίας, για το οποίο κάναμε λόγο. Υπάρχει, δηλαδή, μια αξιοσημείωτη παραλληλία ανάμεσα σε αυτή την καταστροφολογία και το ρεύμα του καταστροφισμού (Catastrophism) που αναπτύχθηκε τον 19ο αιώνα ως αντίδραση στις πρωτοποριακές τότε επιστημονικές ανακαλύψεις, οι οποίες έριχναν φως στην πραγματική αρχαιότητα του φυσικού κόσμου και του ανθρώπου. Προσπαθώντας να αποκρούσουν τις ανακαλύψεις αυτές (κυρίως στο πεδίο της γεωλογίας και παλαιοντολογίας), οι οποίες άρχιζαν να αναιρούν την βιβλική χρονολόγηση, οι φορείς του καταστροφισμού έσπευδαν να ερμηνεύουν τα υπό διερεύνηση φαινόμενα ως το αποτέλεσμα μεμονωμένων καταστροφικών γεγονότων και θεομηνιών. Η ύπαρξη π.χ. γεωλογικών αποθέσεων που σήμερα γνωρίζουμε ότι χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστούν αποδιδόταν σε στιγμιαίες, καταστρεπτικές θεομηνίες, όπως π.χ. ο κατακλυσμός του Νώε, ούτως ώστε ο σχηματισμός τους να «χωρέσει» στο παραδοσιακό, βιβλικό χρονολογικό περίγραμμα. Κατά έναν παραπλήσιο τρόπο, οι σύγχρονοι, εγχώριοι καταστροφολόγοι αποκρούουν κάθε ερμηνεία της κρίσης της νότιας Ευρώπης και της Ελλάδας που θα μπορούσε να λάβει υπόψη το χρονικό βάθος των ευρωπαϊκών πολιτισμών και τις μεταξύ τους διαφορές. Κατά συνέπεια, αντιμετωπίζουν την ενδεχόμενη απόσχιση της Ελλάδας από την ευρωζώνη με όρους βιβλικού κατακλυσμού και θεομηνίας, οι οποίοι, φυσικά, πόρω απέχουν από τον επιστημονικό ορθολογισμό και την κάπως πιο απροκατάληπτη, ερευνητική νηφαλιότητα.

Το αποτέλεσμα αυτού του παρωχημένα θρησκόληπτου ευρωδογματισμού θα είναι να οδηγήσει εν τέλει την Ελλάδα και άλλες χώρες της ομάδας των PIIGS σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «υπαρκτός ευρωπαϊσμός»: σε ένα ακόμα ιστορικό επεισόδιο πολιτιστικής διάχυσης (diffusion) από την κεντρική Ευρώπη προς άλλα σημεία της ηπείρου, σαν αυτό που οδήγησε στην τραγική μοίρα της ανατολικής –κυρίως σλαβόφωνης– Ευρώπης, όταν αυτή θέλησε να εφαρμόσει τον γερμανικής προελεύσεως κομμουνισμό. Τώρα φαίνεται ότι είναι η σειρά της νότιας Ευρώπης να βιώσει μια πιθανώς παρεμφερή στην ζοφερότητά της περιπέτεια. Εκτός κι αν αυτή την φορά η επιστήμη προλάβει να πει εγκαίρως κάποια σύγχρονη εκδοχή του eppur si muove

Ελληνική κρίση και γερμανική ηθικιστική επίθεση: Μια μικρή βοήθεια για τους Έλληνες που κατοικούν στην κεντρική Ευρώπη

Οκτώβριος 26, 2011 2 Σχόλια

Η ελληνική δημοσιονομική κρίση δεν συνιστά για την Ευρώπη απλώς μια επικίνδυνη οικονομική περιπλοκή. Πιο πολύ πρόκειται για μια κατάσταση, η οποία έφερε στο φως τις βαθιές πολιτιστι­κές διαφορές και συγκρούσεις που υπάρχουν εντός της Ευρώπης. Δεν είναι πλέον μυστικό ότι πολλοί Έλληνες που είτε προσωρινά είτε εδώ και χρόνια κατοικούν στην γερμανόφωνη περιοχή της Ευρώπης υφίστανται από την αρχή της κρίσης μια ηθικιστική επίθεση εκ μέρους τμήματος του εκεί γηγενούς πληθυσμού. Αντιμετωπίζονται ως οι εκπρόσωποι των «μαύρων προβάτων» της Ευρώπης και των απατεώνων εκείνων, οι οποίοι με τις αμαρτίες και τα εγκλήματά τους απειλούν και ρυπαίνουν τον ηθικώς τέλειο κόσμο της ευρωζώνης. Αυτή η τάση, σχεδόν ρατσι­στική στην γενίκευσή της, υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της σκληρής και απολύτως δικαιολο­γημένης κριτικής για τα αρνητικά κατορθώματα του ελληνικού κομματικού κράτους τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό που κυρίως αντανακλά είναι μια πολιτιστική αποστροφή και για αυτό τον λόγο έχει ήδη προσκρούσει σποραδικά σε δικαιολογημένη αντίδραση. Από τη θέση αυτή θα συνοψίσουμε με­ρικά σημεία, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αμυντικά επιχειρήματα από έναν Έλ­ληνα που κατοικεί π.χ. στην Γερμανία ή την Ολλανδία.

α) Συχνά ακούμε ότι οι Έλληνες επί χρόνια ζούσαν «πάνω από τις δυνατότητές τους». Τι ακρι­βώς σημαίνει, όμως, αυτό; Στο εν λόγω ζήτημα δεν γίνεται κατανοητό από αρκετούς Γερμανούς ότι, ακόμη κι αν ένας Έλληνας λαμβάνει το 1/10 του μέσου γερμανικού μισθού, θα εξακολουθή­σει να δίνει την εντύπωση ότι ζει «πάνω από τις δυνατότητές του». Η αιτία έγκειται στο ότι είναι άλλο πράγμα πόσα χρήματα έχει κανείς και τελείως διαφορετικό πράγμα τι σχέση έχει κανείς με το χρήμα…Κάποιος που έχει 4 ευρώ και ξοδεύει τα 2 (π.χ. επειδή έχει πλούσια κοινωνική ζωή) μπορεί να καταναλώσει περισσότερα αγαθά από κάποιον άλλον, ο οποίος έχει 10 ευρώ και από αυτά αποταμιεύει τα 9.

β) Ως αποτέλεσμα του α) αρκετοί Γερμανοί δεν συνειδητοποιούν την απλή αλήθεια ότι το γεγο­νός πως δεν είμαστε όλοι Γερμανοί είναι καλό για την Γερμανία. Και ο λόγος είναι απλός. Η Γερ­μανία δεν είναι απλώς μια εξαγωγική οικονομία. Δεν είναι μόνον μια οικονομία που παράγει και εξάγει μαζικά. Είναι κυρίως μια οικονομία, η οποία εξάγει τα προϊόντα της σε χώρες, όπου η πολιτιστική σχέση των καταναλωτών προς το χρήμα τις περισσότερες φορές είναι τελείως δια­φορετική από ό,τι στην Γερμανία. Μόνον σε οικονομικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα, όπου έννοιες, όπως «μανία αποταμίευσης» ή «εμμονή αποταμίευσης», δεν υφίστανται ή δεν είναι δη­μοφιλείς, μπορεί μια εξαγωγική οικονομία να ελπίζει ότι η διάθεση των προϊόντων της θα αποφέ­ρει ικανό κέρδος. Εάν ο πληθυσμός των άλλων χωρών υιοθετούσε την γερμανική κουλ­τούρα αποταμίευσης, τότε η γερμανική οικονομία πολύ πιθανόν θα κατέρρεε εντός ολίγων μη­νών.

γ) Η Γερμανία αποδέχθηκε την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωζώνη, αν και όλοι γνώριζαν ότι το ελληνικό κράτος είναι εξόχως προβληματικό και ότι τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία ήταν ανα­ξιόπιστα. Γιατί η Γερμανία δεν έκανε στο θέμα αυτό τις δικές της «σχολικές εργασίες» (Hausaufgaben); Ο λόγος είναι ότι συγκεκριμένοι κύκλοι στην Γερμανία θέλησαν να εκμεταλλευτούν όχι μόνον την ελλη­νική κουλτούρα κατανάλωσης και εν μέρει σπατάλης, αλλά και την διαφθορά (βλ. Siemens, κλπ.) του ελληνικού κομματικού κράτους. Και, πράγματι, πολλές γερμανικές εταιρίες αποκόμι­σαν μεγάλα κέρδη από αυτή την κατάσταση. Συνεπώς, ό,τι πολλοί ηθικίζοντες Γερμανοί κατα­λογίζουν τώρα στους Έλληνες, είναι κάτι που εδώ και χρόνια υπήρξε για τους Γερμανούς (ή για κάποιους εξ αυτών) εξαιρετικώς επικερδές. Και τώρα ίσως αποβεί πιο επικερδές από ποτέ…

δ) Ούτε στην Γερμανία ούτε στην Ελλάδα λαμβάνεται επαρκώς υπόψιν η θεωρητική πιθανότητα ότι οι προϋποθέσεις της οικονομικής ευμάρειας μπορεί ενίοτε να είναι εξίσου νοσηρές με αυτές μιας χρεοκοπημένης οικονομίας. Για παράδειγμα, μια λεπτή σιλουέτα δεν οφείλεται αναγκα­στικά σε σωστή διατροφή ή συστηματική αθλητική άσκηση. Μπορεί να ανάγεται και σε τελείως διαφορε­τικές καταστάσεις, όπως π.χ. μονομανίες και εμμονές σχετικές με το βάρος, νευρωτική ανορεξία, άλλες ασθένειες, κλπ. Αντιστοίχως, μια ισχυρή οικονομία μπορεί να έχει κτιστεί όχι μόνον χάρη σε συγκεκριμένες, καλές νοοτροπίες και αρετές, αλλά και λόγω μιας όχι εντελώς υγιούς πολιτι­σμικής σχέσης με έννοιες, όπως «εργασία», «χρήμα», «αποταμίευση», «ηθικισμός», κλπ. Το γεγο­νός πως εδώ έχουμε να κάνουμε με την «σκοτεινή» πλευρά της «φω­τεινής» οικο­νο­μίας της κεντρικής Ευρώπης καθίσταται εν τέλει πρόδηλο και από την οφθαλμοφανή συγγένεια ανά­μεσα σε μερικές ακραίες απόψεις που εκφράζονται στην Γερμανία ως προς την προοπτική στή­ριξης των κρατών PIIGS και κάποιες παλαιότερες – και όχι ακριβώς ευχάριστες – αντίστοι­χες προσεγγίσεις (βλ. εικόνα).

ε) Οι Έλληνες μπορούν να είναι υπερήφανοι για το γεγονός ότι το χειρότερο «διεθνές» ατόπημα της σύγχρονης κρατικής τους ιστορίας υπήρξε απλώς ένα χρέος της τάξεως των 350 δισεκα­τομμυρίων ευρώ. Σε αντίθεση με αυτό δεν είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς τι προκάλεσαν στην δική τους πιο ζοφερή στιγμή κάποιοι άλλοι στην Ευρώπη που τώρα ηθικίζουν. Η τρέχουσα ηθι­κιστική επί­θεση κατά των Ελλήνων δημιουργεί μάλιστα την εντύπωση ότι για μερικούς Γερμα­νούς (φυσικά όχι για όλους) το χρέος των 350 δισεκατομμυρίων ευρώ αξιολογείται ως πολύ βα­ρύτερο έγκλημα από τους εκατομμύρια νεκρούς των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Έτσι μόνο μπορεί να εξηγηθεί το ότι υπάρχει τόσο έντονη απαίτηση για τις ελληνικές «αποζημιώσεις της κρίσης», ενώ εκκρε­μούν ακόμη οι γερμανικές αποζημιώσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ως Έλληνες μπορούμε, συνε­πώς, να είμαστε ευγνώμονες, διότι έχουμε έναν πολιτισμό, στον οποίον αν μη τι άλλο τα οικονο­μικά ζητήματα και οι άνθρωποι ιεραρχούνται με κριτήρια που δεν έχουν ακόμη εντελώς αντι­στραφεί…

Paranthropus Sparensis: Η αυτοκρατορία της Εμμονής

Οκτώβριος 16, 2011 6 Σχόλια

Συζητώντας για την κρίση της ζώνης του ευρώ και εκφράζοντας τον συνήθως προκλητικό ευρω­σκεπτικισμό μου έθεσα προ καιρού σε φίλο ιστολόγο το εξής ερώτημα: τον κάλεσα να θυ­μηθεί αν υπάρχει στην ιστορία περίπτωση, όπου διαφορετικοί πολιτισμοί βρέθηκαν να έχουν το ίδιο νόμισμα. Η απάντησή του ήταν ορθή. Μου είπε ότι κάτι τέτοιο σαφώς έχει συμβεί στο πα­ρελθόν: σε όλες τις αυτοκρατορίες. Ευρωπαΐζων ο ίδιος, θεώρησε ότι η απάντησή του δεν μπορεί να υποσκάψει τον τρόπο με τον οποίο συνήθως βλέπουμε την υπόθεση της νομισματικής ένω­σης και την θέση της Ελλάδας σε αυτήν. Και τούτο διότι, όπως και πολλοί άλλοι σκεπτόμενοι Έλληνες, αποδέχεται το ανωτέρω ερώτημα μόνον ως ρητορικό: σύμφωνα, δηλαδή, (και) με την δική του οπτική, στην Ευρώπη δεν υπάρχουν διαφορετικοί «πολιτισμοί», αλλά απλώς επιφα­νειακές μικροδιαφορές, π.χ. στις νοοτροπίες, στις συνήθειες, στις πρόσφατες ιστορικές καταβο­λές ή γενικότερα στο ταμπεραμέντο. Υπάρχουν ίσως διαφορετικές «σχολές σκέψης» εντός της Ευρώπης, όχι όμως διαφορετικές «Ευρώπες». Κι αν δεν έχουμε διαφορετικούς πολιτισμούς με κοινό νόμισμα, τότε προφανώς δεν χρειάζεται να μιλάμε και περί αυτοκρατορίας…

Το νέο έμβλημα της ευρωζώνης με το πανανθρώπινο ιδανικό «Γκάϊτς ιστ γκάϊλ!» (μεταφρασθέν ελληνιστί ως: «η τσιγγουνιά είναι μαγκιά!»)

Δυστυχώς η πραγματικότητα της κρίσης της ευρωζώνης διαψεύδει με τρόπο εντυπωσιακά ξε­κάθαρο τις ρομαντικές αυτές αντιλήψεις. Η κραυγαλέα αντίθεση μεταξύ της γερμανόφωνης κε­ντρικής Ευρώπης και των χωρών της Μεσογείου (των «PIGS») αναδεικνύεται εύγλωττα μέσα από την παρούσα περίσταση. Η «αρχιτεκτονική» της κρίσης καθιστά, επίσης, σαφές, ποιος ωφε­λείται και ποιος όχι τόσο από την θνησιγενή ιδέα του κοινού νομίσματος όσο και από την διά­χυση στον ευρωπαϊκό νότο μοντέλων πολιτικής και κρατικής συγκρότησης (π.χ. πολιτικών θεω­ριών) κεντροευρωπαϊκής προελεύσεως. Και αν αυτό ισχύει, τότε η ψυχρή λογική λέει ότι το σημείο εκείνο της ηπείρου, όπου τα αποτελέσματα της κρίσης είναι οξύτερα, πρέπει να είναι αυτό, όπου η «σύγκρουση» των ευρωπαϊκών πολιτισμών είναι πιο έντονη από οπουδήποτε αλλού. Το σημείο αυτό είναι η Ελλάδα, όπου η ασυμβατότητα ανάμεσα στο τοπικό πολιτιστικό υπόστρωμα και το κακοφορεμένο υπέρστρωμα (superstratum) κεντροευρωπαϊκών πολιτικών θεσμών και αρχών κρατικής οργάνωσης ανακύπτει στον μέγιστο βαθμό. Το χειρότερο: οποιαδήποτε άλλη απόπειρα ερμηνείας της γεωγραφικής κατανομής της κρίσης είναι καταδικασμένη να διολισθή­σει αμέ­σως ή εμμέσως σε μάλλον ρατσίζουσες (και αλήστου μνήμης) εικασίες περί της «ανώτε­ρης» νοοτροπίας ή γενικώς «ανωτερότητας» του κεντροευρωπαϊκού πληθυσμού. Κι έτσι να χρεοκοπήσει ως ερμηνεία πιο γρήγορα και από το ελληνικό δημόσιο.

Η πραγματικότητα είναι ότι πολύ απλά ο νότος κατέληξε να είναι η επαρχία μιας νέας αυτοκρα­τορίας. Τα PIGS δεν μπορούν να παίξουν το παιχνίδι της νέας αυτής τάξης πραγμάτων με την ίδια επιτυχία που αυτό παίζεται στο κέντρο της. Ο μεσογειακός νότος παρουσιάζεται «ελλειμματικός» στην αφομοίωση του πολιτιστικού μοντέλου του βορείως των Άλπεων Ευρωπαίου Homo Sapiens. Παρά ταύτα, στο πλαίσιο της κρίσης απειλείται εσχάτως να γίνει το θύμα μιας ιδιότυπης, σχεδόν ασυνείδητης Akkulturation (πολιτιστικής εξομοίωσης) άλλου τύπου. Μοιάζει, δηλαδή, ως αποτέλεσμα της επιρ­ροής του βορρά να υφίσταται μια σταδιακή μετάλλαξη της – επιφανειακής έστω – καθημερινής του ψυχολογίας. Σε τι συνίσταται αυτή;

Ας σκεφτούμε μόνο από την αρχή της κρίσης ως σήμερα πόσο συχνότερα φτάσαμε να μιλάμε όλοι για το χρήμα και τα οικονομικά, πώς μπήκαμε στη διαδικασία να μετράμε και την τελευ­ταία δεκάρα, πώς γέμισε η ζωή μας από το πρωί ως το βράδυ με έννοιες, όπως ομόλογα, spreads, τοκοχρεωλύσια, ελλείμματα, κλπ. Με αυτό τον τρόπο πλησιάζουμε σε αυτό που αποτε­λεί περίπου την κανονική (ναι, την κανονική) κατάσταση στη ζωή ενός – όχι και εντελώς εκκεντρικού – Κεντροευρωπαίου. Να ενθουσιάζεται που στα 50-60 eurocent που κάνει το ψωμί περιλαμβάνεται και το…κόψιμό του, να βάζει το χειμώνα θερμοφόρα για να μην σπαταλήσει την ενέργεια της κεντρικής θέρμανσης, να βάζει όριο για την κατανάλωση νερού στο ντους και αν το περάσει να μένει με τη σαπου­νάδα, να νοικιάζει το δωμάτιο του παιδιού του, όταν αυτό φύγει φοιτητής σε άλλη πόλη, να έχει χωριστό τραπεζικό λογαριασμό με τη γυναίκα του μετά από 50 χρόνια γάμου, να ζητά να στείλεις άδειο φάκελο με προπληρωμένα τα έξοδα αποστολής για να σου επιστρέψει τα δικαιολογητικά μιας τελικώς ανεπιτυχούς αίτησης για δουλειά ή να συλλαμβάνει την ιδέα να κυματίζουν μεσίστιες οι σημαίες των υπερχρεωμένων χωρών, η οποία θα μπορούσε να βρει θέση σε κάποια ηροδότεια διήγηση για τα ήθη περίεργων βαρβαρικών φυλών.

Όταν η Sparzwang κατά τον όρο του Max Weber, δηλαδή η αποταμί­ευση (Sparen) ως διαρκής εμμονή (Zwang), καταλάβει και τις επαρχίες τις αυτοκρατορίας, δηλαδή τον ευρωπαϊκό νότο, τότε θα μπορέσουμε να υιοθετήσουμε και την νοοτροπία-πεμπτουσία του «κοινού» μας ευρω­παϊκού πολιτισμού: τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου. Και τότε ναι, θα αρχί­σουμε επιτέλους να συνεννοούμαστε στην Ενωμένη «μας» Ευρώπη, λύνοντας ταυτόχρονα και το ζήτημα του ελληνικού χρέους. Geiz ist geil!