Αρχείο

Posts Tagged ‘φράκο’

Fior d’ Occidente

Δεκέμβριος 30, 2012 Σχολιάστε

Στο εναρκτήριο κείμενο αυτού του ιστολογίου αναπτύξαμε με την μορφή μιας γενικής εισαγωγής τον κύριο άξονα του διαδικτυακού αυτού εγχειρήματος, δηλαδή την προβληματική εκείνη που αποτελεί το βασικό του θέμα και σε ένα λίγο πιο προχωρημένο στάδιο θα κάνει δυναμικότερα την εμφάνισή της στο πλαίσιο των αναρτήσεων. Πρόκειται για την αναθεώρηση του τρό­που, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε ό,τι μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ελληνική ταυτότητα», ιδίως σε σχέση με το παλαιό υπαρξιακό ερώτημα, το γνωστό και ακόμη επίκαιρο δίλημμα περί του πού ανήκει ο ελληνικός κόσμος: στην  Ανατολή ή στη Δύση; Στο αρχικό εκείνο κείμενο πα­ραθέσαμε ένα χρονολογικό παράδειγμα για να καταδείξουμε, εν είδει ενός πρώτου υπαινιγμού, την εγγενή αστοχία του συγκεκριμένου διλήμματος: παραπέμψαμε σε μια τυχαία ιστορική περί­οδο, στην Ύστερη Αρχαιότητα, και καλέσαμε τον αναγνώστη να αναλογιστεί αν το νεοελληνικό υπαρ­ξιακό δίλημμα περί της «Ανατολής» και της «Δύσης» θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε εφαρ­μογή ή οποιοδήποτε νόημα σε αυτή την περίπτωση. Επισημάναμε, επίσης, ότι εάν η συγκε­κρι­μένη, συχνά σχε­δόν γηπεδικού τύπου διχογνωμία αποδεικνυόταν ως μια εντελώς εσφαλμένη βάση για την με­λέτη της πολιτιστικής ταυτότητας, τότε θα έπαιρνε μαζί της και μια ολόκληρη σχολή σκέψης περί του «ελληνικού προβλήματος» και των κατευθύνσεων που θα πρέπει να ακο­λουθή­σει η σύγ­χρονη Ελλάδα ως προς την φιλοσοφία της κρατικής της θεμελίωσης και υπόστα­σης.

Οθωμανική «Ανατολή» χωρίς Οθωμανούς...

Οθωμανική «Ανατολή» χωρίς Οθωμανούς…

Αξίζει εδώ να τονίσουμε ότι ο εν λόγω προβληματισμός δεν χαρακτηρίζει μόνον Νεοέλληνες διανοουμένους, αλλά και ορισμένους μεγαλόσχημους οραματιστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, το ερώτημα «Ανατολή ή Δύση;» επανήλθε πριν από κάποιον καιρό στο στόμα του βετεράνου Γάλλου ευρωπαϊστή πολιτικού Βαλερύ Ζισκάρ ντ΄ Εστέν. «Η Ελλάδα είναι χώρα της Ανατολής και δεν έπρεπε να την δεχθούμε στην Ευρώπη» δήλωσε ο Ζι­σκάρ ντ΄ Εστέν, ο οποίος καταφεύγοντας στην επιφανειακή και ρηχή συνθηματολογία περί «Δύσης» και «Ανα­τολής» έκανε κάτι παραπάνω από το να μεταθέσει φοβικά τις δικές του ιστο­ρικές ευθύνες για την ευρωκρίση σε άλλους παράγοντες: ενίσχυσε την ανησυχητική υποψία ότι τα θεμέλια της Ενωμένης Ευρώπης ήταν εξαρχής εξίσου σαθρά με αυτά του νεοελληνικού κρά­τους. Και καθώς η έννοια της «Ανατολής» στην περίπτωση της Ελλάδας έχει συνήθως ως στόχο να συ­σχετίσει τις νεοελληνικές παθογένειες με το οθωμανικό παρελθόν της Βαλκανικής, αξίζει να αφιερώσουμε στον κ. ντ΄ Εστέν και στους εν Ελλάδι ένθερμους θιασώτες της αντικατάστα­σης της «φουστανέλας» από το «φράκο» έναν δεύ­τερο υπαινιγμό, αυτή την φορά γεωγραφικό παρά χρονολογικό, για την προβληματική φύση του διπόλου Ανατολή-Δύση.

Την φορά αυτή, λοιπόν, δεν θα μεταφερθούμε σε μια άλλη εποχή, όπως με το παράδειγμα της Ύστερης Αρχαιότητας, αλλά σε μια γεωγραφική περιοχή. Πρόκειται για το Ιόνιο πέλαγος και το νοτιότερο (πλην Κυθήρων) νησί του, την Ζάκυνθο. Το νησί αυτό βρέθηκε πριν λίγους μήνες στο επίκε­ντρο της δημοσιότητας με αφορμή την σκανδαλώδη υπόθεση των ψευδών προνοιακών επιδο­μάτων. Όπως και σε άλλες περιοχές της χώρας, έτσι και στην Ζάκυνθο, «αποκαλύφθηκε» το κοινό μυστικό, ότι, δηλαδή, ένας μεγάλος αριθμός συμπολιτών μας λάμβανε κρατικά επιδό­ματα για παθήσεις που υπήρχαν μόνον στα χαρτιά. Το ιδιαίτερο στοιχείο στην περίπτωση της Ζακύν­θου αφορούσε το επίδομα τυφλότητας. Από τους περίπου 400 ανθρώπους που είχαν δη­λώσει τυφλοί, ώστε να δικαιούνται το σχετικό επίδομα, αποδείχθηκε ότι μόνον…34 ήταν πραγ­ματικά αόμματοι. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των «τυφλών», άνω του 80%, δεν είχε στην πραγματι­κότητα κανένα σοβαρό πρόβλημα όρασης. Το πρόβλημα των πολιτών αυτών, τουλά­χιστον σύμφωνα με την συνήθη προσέγγιση του θέματος, δεν ήταν στα μάτια, αλλά στην νοο­τροπία. Όπως και σε άλλες περιοχές τις χώρες, έτσι και στο νησί αυτό του Ιονίου ένας μεγάλος αριθμός πολιτών δεν δίστασε να διαπλακεί με διεφθαρμένους υπαλλήλους και τοπικούς άρχο­ντες προ­κειμένου όλοι μαζί να εξαπατήσουν το κεντρικό ταμείο του κράτους, περίπου 300 χλμ. πιο ανα­τολικά. Μάλλον δεν αμφιβάλει κανείς ότι τον άξονα αυτής της διαδικασίας αποτέλεσε η πελα­τειακή συναλλαγή μεταξύ των πολιτών και ορισμένων υποψηφίων πολιτευτών του νησιού, η πρακτική, δηλαδή, που είναι γνωστή με την (μάλλον αραβικής προελεύσεως) τουρκική λέξη «ρουσφέτι» (rüşvet). Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη κλασικό πα­ράδειγμα που μοιάζει να επιβεβαιώνει το ερμηνευτικό σχήμα «Ανατολή-Δύση». Οι πολίτες της Ζακύνθου επέδειξαν την γνωστή εκείνη «ανατολίτικη» συμπεριφορά έναντι του κράτους που, σύμφωνα με την δυτικόφρονα διανόηση στην χώρα μας (ή τον κ. Ζισκάρ ντ΄ Εστέν), είναι η αι­τία της νεοελληνικής κρατικής κακοδαιμονίας. Το οθωμανικό αυτό κατάλοιπο πρέπει, κατά την άποψη αυτή, να αποβληθεί το ταχύτερο και να αντικατασταθεί από μια εξευρωπαϊσμένη ατο­μική νοοτροπία σεβασμού των νόμων, του κρατικού ταμείου και του ευρύτερου κοινωνικού συ­νόλου.

Η αντίληψη αυτή μάς είναι πια τόσο οικεία, ξεκάθαρη και πειστική, ώστε δύσκολα φαντάζεται κανείς πως, ειδικά σε περιπτώσεις όπως αυτή της Ζακύνθου, αρκούν μερικά εντελώς απλά, εγκυκλοπαιδικής φύσεως δεδομένα για να υποσκάψουν καίρια την ισχύ της. Το πρόβλημα, δη­λαδή, στο παράδειγμά μας είναι μια πολύ βασική, ιστορικού χα­ρακτήρα περιπλοκή: η Ζάκυνθος δεν υπήρξε ποτέ κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου (με εξαίρεση την Λευκάδα που βρέθηκε υπό τουρκική κατοχή επί περίπου 200 χρόνια, 1479-1684). Για την ακρίβεια, η Ζά­κυνθος όχι μόνον δεν γνώρισε Τουρ­κο­κρατία, αλλά για ένα μακρότατο χρονικό διάστημα, που ξεκινά αρκετά πριν την Τουρκοκρα­τία στις άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου, βρέθηκε υπό την κυριαρχία δυτικών δυνάμεων. Από το 1185, όταν αποσπάστηκε από την Βυζαντινή Αυτο­κρατορία, έως και το 1864, όταν έγινε η ένωση των Επτανήσων με το νεοελληνικό κράτος, δη­λαδή επί σχεδόν 7 αιώνες, η Ζάκυνθος βρέθηκε υπό την κατοχή, επικυριαρχία ή «προστασία» των Νορμανδών της Σικελίας, γαλλικών οίκων (d’ An­jou), ιταλικών οίκων (Orsini και Tocco), των Ενετών, των Γάλλων (1797-1799), κα­θώς και των Άγγλων (1815-1864). Από την περίοδο της Ενετοκρατίας προέρχεται και το γνωστό προσωνύμιο του νησιού ως Fior di Levante («Άνθος της Aνατολής»).

Όπως, βέβαια, δείχνει η ιστορική πορεία της Ζακύνθου και άλλων νησιών του Ιονίου, εδώ ο όρος «Ανατολή» δεν είχε ποτέ το οθωμανικό-βαλκανικό σημαινόμενο, με το οποίο γίνεται αντι­ληπτός στο πλαίσιο του διπόλου «Ανατολή-Δύση». Αντιθέτως, την εποχή που σε άλλες περιοχές της Ελλάδας άρχιζε η οθωμανική «Ανατολή», τόποι όπως η Ζάκυνθος είχαν ήδη προ πολλού περιέλθει στην ευρύτερη επικράτεια της «Δύσης», στην οποία και παρέμειναν ως την ενσωμά­τωσή τους στο σύγχρονο ελληνικό κράτος. Με αυτό τον τρόπο διέγραψαν μια ιστορική δια­δρομή που κα­νονικά θα έπρεπε να προκαλεί…ενθουσιασμό σε πολλούς ένθερμους ευρωπαϊστές και δυτικι­στές στην Ελλάδα. Ιδίως σε όσους πάντοτε –και ειδικά σε περιόδους σαν αυτή που ζούμε σήμερα– καλοβλέπουν την ιδέα «να έρθουν να μας κυβερνήσουν οι ξένοι», όταν, βεβαίως, ως «ξένοι» νοούνται οι Δυτικοευρωπαίοι. Στην περίπτωση της Ζακύνθου, λοιπόν, έχουμε να κά­νουμε με μια περιοχή της χώρας που την κυβέρνησαν πραγματικά οι ξένοι –ή τουλάχιστον οι ξένοι της αρεσκείας μας– και μάλιστα επί επτά ολόκληρους αιώνες. Κι όμως, καθώς φαίνεται, άνθρακες ο θησαυρός… Η ιστορία των επιδομάτων τυφλότητας στους εκατοντάδες Ζακύνθιους ψευδοτυφλούς δείχνει ότι, όπως και σε άλλα σημεία της επικράτειας του ελληνικού κράτους, έτσι και στο εν λόγω Fior dOccidente, στο «Άνθος της Δύσεως», κυριαρχούν τα ήθη της «Ανατο­λής». Πώς συνέβη αυτό; Τι…πήγε τόσο στραβά σε αυτή την περίπτωση ως προς την σχέση του δόγματος «Δύση-Ανατολή» με την πραγματικότητα;

Η πιο πιθανή απάντηση που ίσως θα λάμβανε κανείς είναι ότι «ναι, εντάξει, ήταν επτά αιώνες υπό δυτική κατοχή, αλλά εδώ και σχεδόν 150 χρόνια η Ζάκυνθος είναι ενσω­ματωμένη στο ελληνικό κράτος». Κάτι που με άλλα λόγια σημαίνει ότι στο χρονικό αυτό διά­στημα τα «ανατολίτικα» ήθη προφανώς παρεισέφρησαν και στα άλλοτε δυτικίζοντα Ιόνια νη­σιά, αλλοτριώνοντάς τα με τις γνωστές εκείνες παθογένειες-εκφάνσεις της «οθωμανικής» ή «βαλκανικής» μιζέριας. Το πρόβλημα, ωστόσο, με αυτή την άποψη είναι ότι ακυρώνει την ίδια την αφετηρία της θέσης, την οποία προσπαθεί να «σώσει». Και τούτο διότι η αρχική αυτή θέση επενδύει σε μια ξεκάθαρα μακροϊστορική προσέγγιση, επικαλούμενη το μεγάλο χρονικό διάστημα των «αιώνων της Τουρκοκρατίας» και την μακροχρόνια και βαθιά επίδραση που αυτοί άσκησαν στους ελληνικούς πληθυσμούς. Συνεπώς, αν τώρα ισχυριστεί κανείς ότι 100-150 χρό­νια είναι αρκετά ώστε να αλλάξουν άρδην κάποια βασικά στοιχεία των νοοτροπιών και των προτύπων συμπεριφοράς σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, τότε θέτει σε αμφισβήτηση την διακηρυχθείσα μακροϊστορική φύση του φαινομένου. Ή ομολογεί εμμέσως ότι δεν υπήρξε ποτέ μια συστημα­τική μελέτη του που να προηγήθηκε της διατύπωσης των συγκεκριμένων απόψεων. Εκτός αυ­τού, αν τα 150 αυτά χρόνια ήταν αρκετά για να εξαλείψουν τα «δυτικά ήθη» στην περί­πτωση της Ζακύνθου, τότε πώς το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα δεν στάθηκε αρκετό για να εξα­λείψει τα «ανατολικά ήθη» στην περίπτωση π.χ. της ηπειρωτικής Ελλάδας, η οποία ήδη από το 1830 και εφεξής προσπαθεί να διοικηθεί βάσει δυτικοευρωπαϊκής προελεύσεως κρατικών δο­μών, θεσμών, πολιτικών θεωριών, ιδεολογικών τάσεων, δυτικοτραφέντων πολιτικών και διανο­ουμένων και –για ένα σημαντικό διάστημα– και κεντροευρωπαϊκών βασιλικών δυναστειών; Γιατί εδώ το δυτι­κοευρωπαϊκό αυτό υπέρστρωμα (superstratum) όχι μόνον δεν εξάλειψε το υπο­τιθέμενο «ανατο­λικό» υπόστρωμα, αλλά το τελευταίο κατάφερε να…μολύνει ακόμη και περιοχές του ίδιου κρά­τους με προϋπάρχουσες δυτικίζουσες καταβολές;

Όπως ίσως αντιλαμβάνεται κανείς, το πρόβλημα με αυτά τα ζητήματα δεν είναι τόσο η δυσκο­λία των απαντήσεων που αναζητούνται, αλλά μάλλον ο προβληματικός χαρακτήρας των ερω­τήσεων που έχουν προηγηθεί. Σε αυτές τις πε­ριπτώσεις ο ορθός τρόπος για να προσεγγίσει κα­νείς τα φαινόμενα είναι μάλλον να επιδιώξει μια τελείως διαφορετική βάση για την μελέτη τους. Μια βάση, η οποία να επιτρέπει την διερεύνηση της πραγματικής προέλευσης της πολιτιστικής ταυτότητας ενός πληθυσμού και όχι απλώς της μετα­γενέστερης, εφήμερης αλληλεπίδρασης κά­ποιων στοιχείων της με άλλες πολιτιστικές σφαίρες. Αν και λόγω απρόβλεπτων, ανθρωπογενών παραγόντων η νέα αυτή ερευνητική αφετηρία δεν μπόρεσε να δρομολογηθεί εντός του 2012, οι διαχειριστές της ελληνικής και της ευρωπαϊκής χρεοκοπίας φρόντισαν να μην χάσει τίποτα από την επικαι­ρότητά της. Διότι, καθώς η προφητεία των Μάγια για το τέλος του κόσμου αποδείχθηκε πλέον εξίσου ακριβής με την πρόβλεψη ενός…άλλου προφήτη περί της εξόδου της χώρας στις αγορές την ίδια περίπου περίοδο, η κρίση θα μας συνοδεύσει αδιάκοπη και το νέο έτος. Αυτή την φορά, όμως, ίσως μπορέσουμε να την προσεγγίσουμε μέσα από ένα νέο επιστημονικό πρίσμα.

Advertisements

«Φράκο» ή «φουστανέλα»; Τίποτα απ’ τα δύο

Οκτώβριος 2, 2011 6 Σχόλια

Όταν κανείς χτίζει ένα κτίσμα, είθισται η ανέγερσή του να ξεκινά από τα θεμέλια και να προχω­ρά στην ανωδομή. Το αντίθετο, το να στήσει, δηλαδή, κανείς τις σκαλωσιές για να χτίσει πρώτα τους επάνω ορόφους, ώστε να «κατηφορίσει» εν συνεχεία προς το ισόγειο και τα θεμέλια, είναι κάτι που ίσως απαντά μόνο σε κάποιο ποντιακό ανέκδοτο. Κι όμως, συναντάται και σε μία ακόμη ιδιά­ζουσα περίπτωση: αυτήν του νέου ελληνικού κράτους. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό;

Με αφορμή την ελληνική οικονομική κρίση της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η οποία παράλληλα με τον διεθνή διασυρμό της χώρας οδήγησε ουσιαστικά στην πέμπτη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους από τον 19ο αιώνα ως σήμερα, ήρθε ξανά στην επιφάνεια ένα περίεργο δίλημμα. Ένα υπαρξιακό ερώτημα που εδώ και περίπου έξι αιώνες απασχολεί σε διάφορες μορφές και με έντονο τρόπο τους Έλληνες: παπική τιάρα ή τουρκικό φακιόλιο; Δύση ή Ανατολή; Φράκο ή Φουστανέλα; Ανά­λογα με τις περιστάσεις το ερώτημα αναδιατυπώνεται, αλλά μοιάζει να παραμένει ίδιο. Στις μέ­ρες μας, π.χ. θα μπορούσε να διατυπωθεί ως «Τρόικα, μνημόνιο και ευρώ ή βαλκά­νια υπανάπτυξη εκτός ευρωζώνης;». Οι ακραίες τάσεις υπήρξαν και πάλι παρούσες: οι πιο δογματικοί δυτι­κό­φρονες έδωσαν συχνά την αίσθηση ότι έβλεπαν στην τρόικα τους επιγόνους της (επίσης τριμελούς) αντι­βασιλείας του Όθωνα τον 19ο αιώνα, αυτούς, δηλαδή, που θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν ό,τι άρχισαν οι Βαυαροί, μετατρέποντας επιτέλους τους ευρωανώριμους Έλληνες σε σωστούς Δυτικοευρωπαίους. Οι αντιμνημονιακές φωνές, από την άλλη μεριά, αντιμετωπίστηκαν ενίοτε συλλήβδην σαν η έκφραση των νοοτροπιών εκείνων που κρατούν την χώρα στην βαλκανική (ή ίσως και οθωμανική) Ανατολή, μακριά από το αυτονόητα δυτικό της πεπρωμένο.

Δυστυχώς αρκεί μόνο μια απλή ερώτηση για να καταδείξει ότι κάτι δεν πάει καλά σε αυτή την διαχρονική, γηπεδικού τύπου αντιπαράθεση: κατά την Ύστερη Αρχαιότητα – για να επιλέξουμε μια περίοδο στην τύχη – τι ήταν ο ελληνικός κόσμος, Ανατολή ή Δύση; Φράκο ή Φουστανέλα; Θα αντιτείνει ίσως κανείς ότι δεν μπορούμε να θέσουμε ένα τέτοιο ερώτημα, διότι έτσι υπερπη­δάμε τους έξι τελευταίους αιώνες, αυτούς, δηλαδή, στους οποίους ως αποτέλεσμα της τουρκι­κής προώθησης προς δυσμάς προέκυψε το όλο ζήτημα. Με αυτό τον τρόπο, ωστόσο, είναι σαν να θεωρούμε ότι κατά τους έξι αυτούς αιώνες συνέβησαν εξελίξεις, οι οποίες όχι μόνον οδήγη­σαν σε σημαντικές ανακατατάξεις (που είναι αναμφισβήτητο), αλλά και «έσβησαν» πλήρως την πολιτιστική υπόσταση του «προ της Ανατολής και της Δύσεως» ελληνικού κόσμου. Σαν αποτέλεσμα της Τουρκοκρατίας ο τελευταίος μετατράπηκε πλέον σε «Ανατολή» ή σε «φουστανέλα», μια ταυ­τότητα που κατά τους υποστηρικτές του «φράκου» πρέπει κάποια στιγμή να αποβάλλει εξ ολο­κλήρου, προκειμένου να γίνει «Δύση».

Φουστανέλα και «φράκο»: σουρεαλιστικός συνδυασμός ελληνικής παραδοσιακής ενδυμασίας και δυτικοευρωπαϊκών ασκήσεων ακριβείας.

Πού εδράζεται, όμως, η τόσο απόλυτη άποψη της εξαφάνισης του παλαιού πολιτιστικού υπο­βάθρου; Γιατί μοιάζουν να την συμμερίζονται ακόμη και μερικοί από τους γνωρίζοντες ότι κατά την Τουρκοκρατία στις περιοχές που παρέμειναν ελληνόφωνες και χριστιανικές (π.χ. τμήματα της ηπειρωτικής Ελλάδας) τα βασικά στοιχεία της προϋπάρχουσας πολιτιστικής ανθρωπολο­γίας (γλώσσα, σύστημα ηθών, εθίμων και παραδόσεων, κλίμακα των μονάδων οργάνωσης) συ­νέχισαν να υφίστανται, αν και αλληλεπιδρώντας με το αλταϊκό ή οθωμανικό πολιτιστικό υπέρ­στρωμα (superstratum); Εδώ το όλο ζήτημα αρχίζει να γίνεται πραγματικά ενδιαφέρον. Και αυτό γιατί φαίνεται ότι πίσω από την ανωτέρω παραδοχή κρύβεται μια παρωχημένη, για την ακρίβεια σχεδόν προεπιστημονική αντίληψη του χρονικού βάθους της πολιτιστικής εξέλιξης.

Ο υπερτονισμός των στοιχείων ασυνέχειας έναντι αυτών της συνέχειας έχει στην ρίζα της την ισχυρή εστίαση της προσοχής του ιστορικού στους τελευταίους πέντε-έξι αιώνες. Εξαιτίας αυτού του ιδιότυπου μικροϊστορισμού η απόσταση που χωρίζει π.χ. τον ελληνισμό του 17ου αιώνα από αυτόν του 4ου αιώνα μ.Χ. ή π.Χ. γίνεται αντιληπτή περίπου με γεωλογικούς όρους. Και ο λόγος, για τον οποίον αυτού του είδους η μικροϊστορική εστίαση φαντάζει αυτο­νόητη και καθόλου προβληματική, είναι διότι απλούστατα δεν εκλαμβάνεται ως τέτοια. Το πόσο μεγάλη ή μικρή είναι η εκάστοτε εστίαση είναι, δηλαδή, συνάρτηση του μεγέθους της ευρύτερης εικόνας. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο, στην «ευρύτερη εικόνα», κρύβεται η μοιραία περιπλοκή μιας ολόκληρης αλυσίδας υποθέσεων και παραδοχών, η οποία καταλήγει στο να αντιλαμβάνε­ται κανείς συχνά την Ελλάδα και τους Έλληνες με όρους «φράκου» και «φουστανέλας».

Η μικροϊστορική προσέγγιση που αναφέραμε δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά και την Ευ­ρώπη. Στηρίζεται στην άποψη ότι η ιστορία της πρώτης αρχίζει στην αρχαιότητα (αρχή, αρχ-αίος), δηλαδή στην 1η χιλιετία π.Χ., και της δεύτερης στην Αναγέννηση. Και στις δύο περιπτώ­σεις, βέβαια, έχει συνειδητοποιηθεί ότι υπήρξαν και κάποια «πρόδρομα» στάδια (Μυκηναϊκή εποχή και πρώιμοι ιστορικοί χρόνοι στην πρώτη περίπτωση, Μεσαίωνας στην δεύτερη). Όμως η συνήθης αντίληψη συμφωνεί ότι πριν από αυτά τα στάδια και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει το χάος: μια μάλλον νεφελώδης, προκατακλυσμιαία περίοδος, η οποία δεν χρειάζεται να μας απα­σχολεί πολύ, αφού σίγουρα δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σχέση με το παρόν και το κοντινό παρελθόν.

Ευρωπαϊκή Δύση (αριστερά) και αλταϊκή Ανατολή (δεξιά): πού «ανήκει» το ελληνικό τοπίο;

Όσο εύλογη κι αν ακούγεται, η ανωτέρω άποψη διασώζει μια αντίληψη περί ιστορικού χρόνου, όπως αυτή αναπτύχθηκε κατά τους προεπιστημονικούς χρόνους της δυτικής Ευρώπης. Τότε που η βιβλική, από Κτίσεως Κόσμου χρονολόγηση με αφετηρία το έτος 4004 π.Χ. αποτελούσε τον μοναδικό οδηγό ταξινόμησης του χάους της προϊστορίας. Από τα μέσα του 19ου αιώνα τα πράγματα, όμως, άλλαξαν δραματικά. Η γεωλογία και η αρχαιολογία άρχισαν να ανακαλύπτουν την πραγματική αρχαιότητα του φυσικού κόσμου και του ανθρώπου. Από τότε ως σήμερα η πολιτι­στική εξέλιξη στις διάφορες περιοχές της Ευρώπης έχει μελετηθεί σε ένα βάθος χρόνου που έχει διευρύνει ριζικά την «ευρύτερη εικόνα», εντός της οποίας εστιάζει ο ερευνητής της κάθε περιό­δου. Και, όπως γίνεται αντιληπτό, άλλη οντότητα αποκτούν τα εκάστοτε 500-600 χρόνια, εάν ο προϊστορικός και ιστορικός χρόνος έχει διάρκεια μόλις 6000 έτη, και τελείως διαφορετική, εάν ο χρόνος αυτός και μαζί με αυτόν η σχεδόν αδιάλειπτη πολιτιστική εξέλιξη σε συγκεκριμένες περιοχές εκτείνεται σε πενταπλάσιο ή δεκαπλάσιο χρονικό βάθος.

Στην πρώτη, βιβλική εκδοχή τα 6000 χρόνια αφήνουν ένα μάλλον περιορισμένο χρονικό περιθώριο για την ανάπτυξη πολιτιστικών διαφοροποιήσεων μεταξύ των κοινωνιών. Ενισχύουν, έτσι, την πεποίθηση ότι «όλοι κατά βάσιν ίδιοι είμαστε» (μπορούμε π.χ. να έχουμε το ίδιο νόμισμα, τους ίδιους θεσμούς, τις ίδιες πολιτικές θεωρίες, κλπ.), όσες διαφορές κι αν έχουμε. Αντιθέτως, η αποφασιστική διεύρυνση του χρονολογικού ορίζοντα οδηγεί σε μάλλον αντίθετα συμπεράσματα. Σαν αποτέλεσμα, η σχέση «θεμελίων» και «ανωδομής» ή αλλιώς του εκάστοτε πολιτιστικού υποστρώματος με τα πιο εφήμερα ιστορικά υπερστρώματα μπορεί πλέον να μελετηθεί εκ νέου σε τελείως διαφορετικές και σαφώς πιο μακροϊστορικές βάσεις. Με αυτό τον τρόπο μπορεί ίσως να αρχίσει να γίνεται κατανοητό το τι σημαίνει να χτίζεις ένα κράτος ξεκινώντας όχι από το υπόστρωμα, αλλά από το αποτέλεσμα της επιλογής («σωστής» ή «λανθασμένης») μεταξύ υπερστρωμάτων.

Πώς μεταφράζονται, όμως, ειδικότερα τα ανωτέρω στην περίπτωση του νεοελληνικού κράτους; Ποιο είναι το πραγματικό χρονικό βάθος της πολιτιστικής εξέλιξης στην γηραιά ήπειρο και ποιες συνέπειες μπορεί να έχει η συνειδητοποίησή του; Τι νόημα έχουν οι παρατηρήσεις αυτές στην παρούσα (οικονομική) κρίση της Ελλάδας και της Ενωμένης Ευρώπης εν γένει; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα, από κοινού με ζητήματα ευρύτερης πολιτισμικής ταυτότητας του ελληνικού κόσμου, τα οποία θα μας απασχολήσουν στο παρόν διαδικτυακό περιβάλλον.