Αρχείο

Posts Tagged ‘μνημόνιο’

Τα βιογραφικά της κρίσης

Ιουνίου 5, 2013 8 Σχόλια

Σε προηγούμενες αναρτήσεις, και κυρίως σε αυτήν με τίτλο «Ποια είναι η εναλλακτική λύση;» αναφερθήκαμε στο φαινόμενο που θα μπορούσε να ονομαστεί μνημονιακός εμπειρισμός. Πρό­κειται για την άποψη που εκφράζουν ακόμα και σήμερα οι πιο ένθερμοι θιασώτες του άκριτου «ευρωπαϊκού προσανατολισμού» της χώρας, ότι, δηλαδή, οι αποφάσεις για την πορεία της τα τελευταία τρία χρόνια ελήφθησαν με σχεδόν αποκλειστικό γνώμονα τα «αντικειμενικά» δεδο­μένα της κατάστασης, π.χ. τα στοιχεία, τα νούμερα, τους συσχετισμούς δυνάμεων, κλπ. Όπως, όμως, προσπαθήσαμε να καταδείξουμε, πίσω από την κάθε πράξη υπάρχει πάντοτε μια θεωρία. Όσοι π.χ. θεώρησαν ότι η χώρα έπρεπε να μπει στον «γύψο» μιας τόσο σκληρής προσαρμογής χωρίς νομισματική υποστήριξη (χωρίς, δηλαδή, ούτε να έχει δικό της νόμισμα ούτε να είναι μέ­λος μιας «κανονικής» νομισματικής ένωσης), δεν το έκαναν επειδή αυτό τους υπέδειξαν τα αντι­κειμενικά δεδομένα. Το έκαναν με βάση την υποκειμενική τους πεποίθηση ότι η ευρωζώνη μπο­ρεί και σύντομα θα λειτουργήσει σαν κανονική νομισματική ένωση, π.χ. με αμοιβαιοποίηση χρέ­ους (ευρωομόλογα) και μια Κεντρική Τράπεζα που θα λειτουργεί όπως αυτές άλλων νομισματι­κών χώρων. Συνεπώς, θα ήταν καταστροφικό για την χώρα να είναι τότε «στην απ΄ έξω», όπως είχε πει προ καιρού ο Α. Σαμαράς, με την ποιότητα των ελληνικών να ανταγωνίζεται μόνον αυτή των προβλέψεών του.

Terra incognita

Terra incognita…

Και η ανωτέρω άποψη δεν είναι παρά μια επιμέρους πτυχή μιας πολύ ευρύτερης θεωρητικής και ιδεολογικής αντίληψης της Ευρώπης, αυτής που θέλει την τελευταία να είναι μια ζώνη πολιτιστι­κής «κοινότητας», περίπου καταδικασμένης στην ενοποίηση ή ολοκλήρωση. Πρόκειται για μια υπο­κειμενική (και καθόλου εμπειριστική) άποψη τόσο βαθιά εδραιωμένη, ώστε να λειτουργεί εν τέλει ως παραμορφωτικός φακός μιας πραγματικότητας που μπορεί να αναγνωστεί τελείως διαφορε­τικά. Έτσι, η Γερμανία (και η ξεκάθαρη ηγεμονική της θέση) βαφτίζεται «Ευρώπη», η νέα εκδοχή του πάλαι ποτέ γερ­μανικού μείζονος ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου (Europäischer Großwirtschaftsraum) καλείται «ευρωζώνη», ο γερμανικός πολιτισμός του Sparen (Sparkultur) γίνεται αντιληπτός ως «πολιτική της λιτότητας», η μεταφορά χρημάτων από τους λογαριασμούς των Ευρωπαίων φορολογουμένων σε αυτούς των τραπεζών-δανει­στών του ελληνικού κράτους χαρακτηρίζεται μονίμως ως «βοήθεια προς την Ελ­λάδα», κλπ. Μία από τις βασικές θέσεις που υποστηρίζουμε σε αυτό το ιστολόγιο είναι ότι η πα­ραπάνω αντίληψη –στην αθώα της εκδοχή– δεν συνιστά απλά μια εντελώς υποκειμενική αφετη­ρία που συχνά, μά­λιστα, παίρνει την μορφή της ιδεοληψίας, της αυθυποβολής και της ψευδαί­σθησης («success story»). Συνιστά πολύ περισσότερο μια πρώτης τάξεως απόδειξη για το ότι αρ­κετοί από τους φο­ρείς αυτής της άποψης καθοδηγούν την χώρα, έχοντας τραγική άγνοια συ­γκεκριμένων συνθηκών εντός της Ευρώπης και κυρίως του πολιτισμού της γερμανόφωνης κε­ντρικής Ευρώπης. Η ρομαντική αντί­ληψή τους περί της Ευρώπης και της προοπτικής της όχι μόνον είναι καθαρά υποκειμενική, αλλά, το χειρό­τερο, δεν στηρίζεται πουθενά.

Σήμερα, λοιπόν, θα δώσουμε την ευκαιρία στον αναγνώστη να διαπιστώσει με τρόμο τι σημαίνει αυτό το «πουθενά». Θα παράσχουμε τα αποδεικτικά στοιχεία που μοιάζουν να επιβεβαιώνουν με δραματικό τρόπο τις εκτιμήσεις που έχουμε κάνει από αυτή την θέση για τον βαθμό γνώσης της Ευρώπης εκ μέρους όσων θεωρούν ότι μονοπωλιακά γνωρίζουν τι είναι η Ευρώπη. Πιστοί, μάλιστα, στον εμπειρισμό και θετικισμό που οι ίδιοι οι υπέρ το δέον ένθερμοι μνημονιακοί ευρωπαϊστές διεκδι­κούν για τις δικές τους θέσεις, θα παρουσιάσουμε στον αναγνώστη στοιχεία όχι μόνο «αντικει­μενικά», όχι μόνο επαληθεύσιμα ανεξάρτητα από τα δικά μας λεγόμενα, αλλά και προερχόμενα από τους ίδιους. Θα δούμε, δηλαδή, τι πληροφορίες μας δίνουν ορισμένοι από τους μνημονιακούς ευρωπαϊ­στές για τον εαυτό τους, τι γνώσεις ισχυρίζονται οι ίδιοι δημοσίως ότι έχουν περί της Ευρώπης. Στους παρακάτω συνδέσμους, λοιπόν, ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει τα βιογραφικά μερικών εκ των πιο ση­μαντικών προσωπικοτήτων της χώρας που από τον χώρο της πολιτικής, της οικονομίας, της διανόησης και της δημοσιογραφίας έχουν προωθήσει ως διαχειριστές της εξουσίας ή έχουν υποστηρίξει ένθερμα ως απλοί σχολιαστές τον άνευ όρων «ευρωπαϊκό προσανατολισμό», τον μνημονιακό «μονόδρομο» και την «πάση θυσία» παραμονή της χώρας στο ευρώ. Στις προσωπικότητες αυτές ανήκουν π.χ. ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ο Φίλιππος Σαχινίδης, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, η Άννα Διαμαντοπούλου, ο Ανδρέας Λοβέρδος, ο Χρήστος Παπουτσής, ο Αντώνης Σαμαράς, ο Γιάννης Στουρνάρας, ο Χρήστος Σταϊκούρας, ο Κωστής Χατζηδάκης, ο Σίμος Κεδίκογλου, ο Μάκης Βορίδης, ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Λουκάς Παπαδήμος, ο Φώτης Κουβέλης, ο Αντώνης Μανιτάκης, ο Γιώργος Προβόπουλος, ο Λουκάς Τσούκαλης, ο Γιώργος Παγουλάτος, ο Γκίκας Χαρδούβελης, ο Πάσχος Μανδραβέλης, ο Παντε­λής Καψής, ο Αλέξης Παπαχελάς, ο Μπάμπης Παπαδημητρίου.

Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, στα βιογραφικά των ανωτέρω προσώπων απαντά ένα αναπάντεχο κοινό σημείο που στην καλύτερη περίπτωση προβληματίζει και στην χειρότερη τρομάζει: από κανένα, δηλαδή, εκ των ανωτέρω βιογραφικών δεν προκύπτει η παραμικρή γνώση για την Γερμανία ή γενικότερα για την γερμανόφωνη κεντρική Ευρώπη. Τα εν λόγω πρόσωπα δεν γνωρίζουν γερμανικά, δεν προκύπτει να έχουν μείνει έστω ένα μικρό χρονικό διάστημα στην Γερμανία, π.χ. να έχουν περάσει εκεί κάποιο τμήμα των σπουδών ή της επαγγελματικής τους διαδρομής. Όσοι, μάλιστα, εξ αυτών έχουν επιστημονική ιδιότητα και αρχείο ακαδημαϊκών δη­μοσιεύσεων (π.χ. Λ. Παπαδήμος, Γ. Στουρνάρας) δεν φαίνεται να έχουν δημοσιεύσει ποτέ ούτε ένα (1) άρθρο στην γερμανική γλώσσα. Ελάχιστες εξαιρέσεις στον ανωτέρω κανόνα μπορούν να εντοπι­στούν μόνον αν ο κύκλος των προσώπων διευρυνθεί και σε αυτά που ναι μεν δεν διαχει­ρίστη­καν εξουσία τα τελευταία τρία χρόνια, είναι γνωστό, όμως, πως υποστηρίζουν παρόμοιες θέ­σεις. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, ωστόσο, π.χ. σε προσωπικότητες, όπως ο Κ. Σημίτης και η Ντ. Μπακογιάννη, είναι αμφίβολο αν η εμπειρία της Γερμανίας έφθασε σε βαθμό υπέρβασης του «διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδι­σμού» βάσει των ενδεικτικών κριτηρίων που έχουμε παραθέσει στο παρελθόν.

Περαιτέρω, ιδιαίτερη εντύπωση κάνει η ομάδα αυτών που θα μπορούσαν να ονομαστούν  αμε­ρικανοτραφείς ευρωπαϊστές. Σε αυτούς ανήκουν πρόσωπα, όπως π.χ. ο Γ. Παπανδρέου, ο Α. Σαμαράς, ο Λ. Παπαδήμος, ο Γκ. Χαρδούβελης και ο Α. Παπαχελάς, οι οποίοι εκφράζουν βα­ρύνουσα άποψη για τα της Ευρώπης, έχοντας πλούσιες γνώσεις, εμπειρίες και παραστάσεις από έναν άλλο γεωγρα­φικό και πολιτιστικό χώρο, αυτόν των Η.Π.Α. Και είναι σίγουρο ότι, αν το ζητούμενο για την χώρα ήταν η συμμετοχή της ή όχι στην NAFTA (North American Free Trade Agreement), τότε άνθρωποι σαν τον Λ. Παπαδήμο θα μπορούσαν να προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες. Αντιθέ­τως, το τι υπηρεσίες προσφέρουν στην υπόθεση της Ευρώπης έχει καταστεί σαφές προ πολλού. Το αμερικανικό υπόβαθρο, μάλιστα, πολλών ευρωπαϊστών έρχεται να εξη­γήσει εύγλωττα και τις ανεδαφικές συγκρίσεις μεταξύ της Ε.Ε. και των Η.Π.Α., με την γνωστή επωδό περί των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Αν, τώρα, στην ενδιαφέρουσα κατηγορία των αμερικα­νοτραφών ευρωπαϊστών, όσων, δηλαδή, ομνύουν στο όνομα της Ευρώ­πης γνωρίζοντας άριστα την…Αμερική, προστεθούν και όσοι προκύπτει να γνωρίζουν την Ευ­ρώπη από την σκοπιά του Ηνωμένου Βασιλείου, έχοντας σπουδές, επαγγελματικές εμπειρίες και παραστάσεις κυρίως από την Αγγλία (π.χ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Γ. Στουρνάρας, Χρ. Σταϊκού­ρας, Γ. Προβόπουλος, Γ. Παγουλάτος, κ.α.), τότε τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα. Διότι με αυτό τον τρόπο έχουμε ουσιαστικά χαρτογραφήσει την μεγάλη πλειοψηφία των ένθερμων ευρωπαϊστών της πο­λιτικής και του δημόσιου λόγου, οι οποίοι αποδεικνύονται παντελώς «άκα­πνοι» σε ό,τι αφορά την ουσιαστική εμπειρία της ζωής στην ηπειρωτική Ευρώπη και κυρίως στην Γερμανία.

Υπό το φως των ανωτέρω «βιογραφικών της κρίσης» αντιλαμβάνεται κανείς με τρόμο ότι το τι­μόνι της χώρας βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στα χέρια τυφλών οδηγών. Ανθρώπων που ορί­ζουν τις τύχες της χώρες με αποκλειστικά εφόδια τις βαθιές τους ιδεοληψίες, τους ευσεβείς τους πόθους, τα απλοϊκά γενικευτικά μοντέλα και την εικονική πραγματικότητα της Ευρώπης που δημιουργεί αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «σύνδρομο του Μαγγελάνου». Όπως, δη­λαδή, ο Πορτογάλος θαλασσοπόρος ονόμασε «Ειρηνικό» τον ωκεανό, του οποίου είχε δει μόνον ένα τμήμα και σε συγκεκριμένες συνθήκες, έτσι και πολλοί ρομαντικοί ευρωπαϊστές αντιλαμβά­νο­νται την «Ευρώπη» υπό το απατηλό πρίσμα των εμπειριών σε συγκεκριμένα μόνο τμή­ματα του ευρύτερου δυτικού κόσμου, άσχετα με την ευρωζώνη και τις ιδιαιτερότητές της.

Αυτοί είναι, λοι­πόν, οι άνθρωποι με το «λάθος βιογραφικό» που επιστρατεύτηκαν για να οδηγήσουν την χώρα στον όλεθρο. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που δεν θα καταλάβουν ποτέ τι εννοούσε ακόμη και ο Ζ.-Κ. Γιουνκέρ όταν, σκιαγραφώντας υπαινικτικά το αληθινό πνεύμα της «διάσωσης» της Ελλάδας, αλλά και την πραγματικότητα που κρύβεται από πίσω της, δήλωνε: «Έχουμε γίνει αλαζόνες. Δε γνωρίζουμε ιστορία. Δε συμπαθούμε αυτούς που δεν είναι σαν εμάς, αγνοούμε όσα προσέφερε η Ελληνική Δημοκρατία και οι Έλληνες στην Ευρώπη». Αυτοί είναι, τέλος, οι άνθρωποι που μάλ­λον δεν θα αντιληφθούν παρά μόνον όταν είναι ήδη πολύ αργά ότι το δί­λημμα ευρώ ή δραχμή ήταν ευθύς εξαρχής άνευ αντικειμένου. Και τούτο διότι στην πραγματικό­τητα δεν υπάρχει πιο σίγουρος δρόμος για την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα από την παρα­μονή στην ευρω­ζώνη…

Advertisements

«Ποια είναι η εναλλακτική λύση;»

Οκτώβριος 28, 2012 3 Σχόλια

Στο τμήμα Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Northwestern, στο Σικάγο των ΗΠΑ, κατέχει την έδρα του καθηγητή ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος. Πρόκειται για τον αρχαιολόγο Matthew Johnson που μέσα από έναν σκληρό αγώνα ζωής κατάφερε να κάνει μια σημαντική ακαδημαϊκή καριέρα. Ως ένας από τους καλύτερους γνώστες της αγγλο­σαξονικής αρχαιολογικής θεωρίας, ο Johnson πάντοτε είχε τον δικό του, ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο να μυεί τους φοιτητές του στα συχνά δύσβατα μονοπάτια της. Εξασκημένος να εντοπίζει την θεωρία πίσω από την εκάστοτε πράξη, συνηθίζει να λέει μια φράση που, όταν την είχα πρω­τοακούσει, δεν είχα καταλάβει εντελώς το νόημά της: «όταν κανείς σάς λέει ότι δεν έχει θεωρία για τα πράγματα, να τον ρωτάτε πάντα τι είναι αυτό που προσπαθεί να κρύψει». Στην πορεία συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν όντως πολλές περιστάσεις στην επιστήμη και την ζωή που φω­τίζουν το νόημα αυτής της ρήσης. Ένα από τα καλύτερα παραδείγματα, μάλιστα, για την κατα­νόησή της δεν είναι άλλο από την ελληνική κρίση και τον τρόπο, με τον οποίο ορισμένοι από τους υπερασπιστές των μνημονίων και της «πάση θυσία» παραμονής στο ευρώ προπαγαν­δίζουν τις θέσεις τους.

Όλοι μπορούμε να θυμηθούμε ότι, όταν κατά τους πρώ­τους μήνες της κυβέρνησης ΓΑΠ συντε­λέστηκε η (αυτο)υπονόμευση της δανειοληπτικής ικανότητας της χώρας και αυτή έφτασε στο χείλος της χρεοκοπίας, η προσφυγή στον μηχανισμό διάσωσης της τρόικας παρουσιάστηκε (και ακόμη παρουσιάζεται) ως η «μοναδική λύση», ως «η επιλογή της σωτηρίας έναντι της κατα­στροφής», ως μια πράξη που δεν είχε πίσω της μια συγκεκρι­μένη θεωρία, δηλαδή μια υποκειμε­νική θεωρη­τική προσέγγιση της ευρύτερης κατάστασης, αλλά συνιστούσε την αναγκαστική, «αντικειμενική» αντίδραση στις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί. Περαιτέρω, ένας από τους πιο προσφιλείς τρόπους υπογράμμισης του «αντικειμενικού» χαρα­κτήρα των κινήσεων που έγιναν υπήρξε από την αρχή η μεθοδευμένη επανάληψη εκ μέρους του μνημονιακού «λόμπι του ευρώ» του έντεχνου ερωτήματος «μα ποια είναι η εναλλακτική λύση;». Με αυτό τον τρόπο, οι διάφοροι υποστηρικτές της εν λόγω θέσης έγιναν κατά πρώτον κήρυκες επιστημονι­κού σκοτα­δισμού άλλων εποχών, δηλαδή της ιδέας ότι πίσω από την κάθε πράξη (πολιτική, οι­κονομική, επιστημονική, κλπ.) δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεωρία, αλλά μόνον «αντικειμενικές» συνθήκες και το «αλάθητο» των ειδημόνων που διαχειρίζονται την μία και μοναδική λύση. Κατά δεύτερον, το ενίοτε ύποπτο υπόβαθρο του ερω­τήματος «ποια είναι η εναλλακτική λύση;» αναδεικνύεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι εναλλα­κτικές λύ­σεις, πολλές μάλιστα, έχουν προταθεί ήδη από τις αρχές της ελληνικής κρί­σης και αυ­τής της ευ­ρωζώνης.

Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, ότι διακεκριμένοι οικονομολόγοι, όπως π.χ. ο Γ. Στίγκλιτς, ξεκι­νώντας από την δική τους θεωρητική αφετηρία έχουν εδώ και καιρό κάνει λόγο για την ανάγκη εξόδου όχι της Ελλάδας, αλλά της Γερμανίας από το ευρώ προκειμένου να επιλυθεί η ευρύτερη ευρωπαϊκή κρίση. Πρόκειται για μια άποψη που μέχρι σήμερα συνεχίζει να εκφράζεται με ενάρ­γεια και από άλλους σχολιαστές. Την ίδια στιγμή, συγκεκριμένες προτάσεις, εναλλακτικές ως προς τα προγράμματα διάσωσης, διατυπώνονται και από όσους εκκινούν θεωρητικά από την –ίσως ρομαντική– άποψη ότι η ευρωζώνη μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει στην παρούσα της σύνθεση, παρά τις έντονες εσωτερικές της προστριβές. Σε προτάσεις, όπως π.χ. αυτή των Γ. Βα­ρουφάκη-St. Hol­land, θεωρείται ότι είναι εφικτή μια συμβιβαστική, συστημική λύση της ευρωκρί­σης βάσει μιας τελικώς κοινής αντίληψης του προβλήματος εκ μέρους όλων των εμπλεκομένων χωρών. Σε άλλο μή­κος κύματος, πολλοί οικονομολόγοι με διεθνή απήχηση, όπως π.χ. ο Μ. Νόιμαν, ο Μ. Φέλντσταϊν, ο Ν. Ρου­μπινί και ο H. Werner-Sinn, έχουν συχνά εκφράσει την άποψη ότι η ανάκτηση της ανταγω­νιστικότητας της ελ­ληνικής οικονομίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με επιστροφή στο εθνικό της νόμισμα.  Ενίοτε, μάλιστα, μοιάζουν να υπονοούν ότι στο ίδιο συμπέρασμα θα κατέληγε ακόμη και ένας πρωτοετής των οικονομικών, κάτι που, όμως, δεν επιτρέπεται να…πολυακούγεται, αφού οι υπό κρίσιν χώρες πρέπει να μείνουν με κάθε τρόπο (π.χ. υπό το κράτος καταστροφολογικών σεναρίων) «κλειδωμένες» στην ευρωζώνη.

Και πράγματι, σε αντίθεση με ό,τι συστηματικά διατείνεται το μνημο­νιακό στρατόπεδο στην χώρα μας, έχουν υπάρξει δηλώ­σεις κάποιων άλλων σημαντικών στελε­χών της διεθνούς οικονομίας που αμβλύνουν τα σχετικά με την επιστροφή στην δραχμή σε­νάρια καταστροφής ή τουλάχιστον καταστροφής της Ελλάδας. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η δή­λωση του επικεφαλής του Διε­θνούς Χρημα­τοπιστωτικού Ινστιτούτου (IIF) Τ. Νταλάρα ότι σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ θα πτωχεύσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τρά­πεζα. Μια δήλωση που έγινε τον Μάιο του 2012 και που αυτόματα σημαίνει ότι, αν το εν λόγω σενάριο μεταφερθεί δύο χρόνια πριν, την περίοδο της υπογραφής του πρώτου ελληνικού μνημονίου, οι συνέπειες μιας ενδεχόμενης ελληνικής εξόδου θα ήταν τότε πιθανώς ακόμη πιο βαριές. Με δεδομένο ότι κανείς δεν θα άφηνε να συμβεί μια τέ­τοια καταστροφική εξέλιξη, γίνεται σαφές ότι η υπόθεση που κατά τις πρώτες φάσεις της κρίσης ήθελε την Ελλάδα εκτός ευρώ, με την υπόλοιπη ευρω­ζώνη ακόμη εντός του, δεν υπήρξε ποτέ ρεαλιστικό ενδεχόμενο. Αποτέλεσε απλώς το βασικό σενάριο κατα­στροφής που εξυπηρέ­τησε την όσο το δυνατόν πιο «ομαλή» υπαγωγή της χώρας στις επιταγές του μνημονίου. Αντιλαμβάνεται, επομένως, κανείς ότι, αν οι ελληνικές κυβερ­νήσεις αντί να παίξουν τον ρόλο διακινητή του φανταστικού αυτού σεναρίου αξιοποιούσαν την συγκεκριμένη κατά­σταση ως ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο, θα μπο­ρούσαν να ωθήσουν τα πράγματα σε δια­φορετική κατεύθυνση από αυτήν που οδήγησε την χώρα, αλλά ταυ­τόχρονα και την ίδια την ευ­ρωζώνη στην παρούσα κατάσταση. Ο λόγος που δεν το έκαναν δεν είναι οι «αντικειμενικές» συνθήκες, αλλά η δική τους «θεωρία» πίσω από τα πράγματα, την οποία αναπτύξαμε πρό­σφατα περιγράφοντας τα υλικά και ψυχολογικά κίνητρα του ελληνικού «λόμπι του ευρώ».

Το ποια είναι η εναλλακτική λύση για το πρόβλημα της ευρωζώνης κατά την άποψη που ανα­πτύσσουμε σε αυτό το ιστολόγιο έχει εν πολλοίς ήδη διατυπωθεί και, φυσικά, όπως κάθε πρό­ταση που θέλει να διεκδικεί στοιχειώδη ειλικρίνεια και σοβαρότητα, ξεκινά από την δική της εκ­πεφρασμένη θεωρητική αφετηρία. Σύμφωνα με αυτήν, στο πλαίσιο του οράματος της ευρωπαϊ­κής ενοποίησης μια ζώνη έντονης πολιτιστικής διαφοροποίησης, η Ευρώπη, εξελήφθη λανθα­σμένα ως μια ζώνη πολιτιστικής «κοινότητας». Σαν αποτέλεσμα, φαινόμενα που στην πραγμα­τικότητα αποτελούν ιδιοσυγκρατικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά συγκεκριμένων πληθυσμών της Ευρώπης, γίνονται αντιληπτά ως απλές «πολιτικές» ή «στρατηγικές». Κο­ρυφαίο παράδειγμα η «πολιτική» της λιτότητας, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πιστή αντανάκλαση του λαϊκού πολιτισμού της γερμανόφωνης κεντρικής Ευρώπης, του πολιτισμού του Sparen (δηλ. του διαρκούς εθισμού της αποταμίευσης, της πολιτιστικά…«σφιχτής» σχέσης με το χρήμα). Πρόκειται για μια πολιτιστική έκφανση που συνιστά τόσο λίγο «πολιτική» ή «ιδεο­λογική κατεύθυνση» όσο συνιστά π.χ. στον κόσμο της Μεσογείου η παραδο­σιακή οικονομική αλληλοϋποστήριξη εντός της κάθε οικογένειας.

Ακόμη και κάποιος που δεν έχει εμπειρία ή γνώση του γερμανικού πολιτισμού, αρκεί να δώσει την λέξη «sparen» ως λήμμα στο Google, για να εμφανιστούν αμέσως 140.000.000 (!) αποτελέ­σματα. Αν τώρα δώσει ως λήμματα τις ελληνικές μεταφράσεις της έννοιας (π.χ. εξοικονόμηση, αποταμίευση), των οποίων η παρουσία στην ελληνική γλώσσα δεν είναι ούτε κατά προσέγγιση τόσο ισχυρή, καθημερινή και πανταχού παρούσα (χαρακτηριστικό είναι εδώ ότι η ελληνική με­τάφραση της έννοιας διαμοιράζεται σε περισσότερες της μιας λέξεις και δεν συγχωνεύεται σε μία, κυρίαρχη λέξη), θα λάβει τα ακόλουθα αποτελέσματα: εξοικονόμηση (3.700.000), αποταμίευση (500.000), φειδώ (22.000). Ούτε εξ αποστάσεως δεν πλησιάζει την γερμα­νική…επίδοση και το ιταλικό «risparmio» με περίπου 32.000.000 αποτελέσματα. Αξίζει να ση­μειωθεί ότι ο χαρα­κτηρισμός «πολιτισμός του Sparen» (Sparkultur) αποτελεί μια μάλλον καλοπροαίρετη και νηφά­λια προσέγγιση, αν αναλογιστεί κανείς ότι το ίδιο φαινόμενο περιγράφεται από τον Μαξ Βέμπερ ως Zwang (Τσβανγκ=εμ­μονή, π.χ. Sparzwang), λέξη που χρησιμοποιείται στην γερμανική ιατρική ορολο­γία για να περι­γράψει εμμονικές διαταραχές ή νευρώσεις (π.χ. ο όρος Zwangsstörung [αγγλ. Obses­sive Compul­sive Disorder]). Είναι μάλλον το σημείο που μπορεί κανείς να θυμηθεί ορι­σμέ­νους ιδιαί­τερα…συνειδητοποιημένους μνημονιακούς, οι οποίοι από ένθερμοι τηλεκήρυκες του αρχαιοελ­ληνικού πολιτισμού κατέληξαν τελικά υπερασπιστές κεντροευρωπαϊκών νευρώ­σεων.

Υπό αυτό το πρίσμα γίνεται αντιληπτό ότι τα προβλήματα στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης είναι στην πραγματικότητα το εξής ένα: η προκρούστεια συνύπαρξη στο πλαίσιο της ίδιας οικο­νομικής ένωσης του γερμανόφωνου κόσμου της κεντρικής Ευρώπης με τις υπόλοιπες πολιτιστι­κές περιοχές της ηπείρου. Κατά συνέπεια, η λύση για το πρόβλημα της ευρωζώνης δεν βρίσκεται στην «μοναδική επιλογή» των καταστροφικών μνημονίων της λιτότητας, αλλά σε μια τελείως διαφορετική διάσταση: στην αναίρεση της πολιτιστικά ασύμβατης συνύπαρξης. Αυτή μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι η έξοδος της Γερμανίας από το ευρώ, η οποία μαζί και με τις βασικές, γερμανόφωνες δορυφόρους της (Αυστρία, Ολ­λανδία) θα μπορούσε να σχηματίσει μια χωριστή νομισματική υποένωση. Η αποχώρηση της Γερμανίας θα ήταν το «μαγικό ραβδί» για την απελευθέρωση της υπόλοιπης ευρωζώνης από τα δεσμά του πολιτισμού του Sparen, της αυτοκρατορίας της Εμμονής. Την επόμενη κιόλας μέρα η ΕΚΤ θα μπο­ρούσε να λειτουργήσει όπως οι κεντρικές τράπεζες άλλων νομισματικών χώρων (π.χ. ΗΠΑ, Βρετανίας, Ιαπωνίας) παίζοντας ρόλο δανειστή εσχάτου ανάγκης, εκδίδοντας ευρωομόλογα και εξουδετε­ρώνοντας οριστικά τις κερδοσκοπικές αγορές. Ο δεύτερος τρόπος είναι η λύση των «Ηνωμένων Εθνών της Ευρώ­πης», δηλαδή της συντεταγμένης εξόδου της Ευρώπης από το ευρώ και της επιστροφής σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση νομισματικά αυτοδύναμων κρατών.

Στα εύλογα ερωτήματα «μα πώς θα γίνουν αυτά;» και κυρίως «ποιος θα διώξει την Γερμανία από το ευρώ;», η απάντηση είναι απλή: η ίδια η Γερμανία. Αρκεί να βρει απέναντί της την δυνα­μική συσπείρωση της Γαλλίας και των PIGS (Πορτογαλίας, Ισπανίας, Ελλάδας και Ιταλίας), εκ­φρα­ζόμενη με την απειλή τους να επιστρέψουν σε εθνικά νομίσματα αν η Γερμανία δεν απελευ­θερώ­σει άμεσα την νομισματική ένωση από την «πολιτική» της. Σε αυτή την περίπτωση –και πά­ντα στο πλαίσιο του πολιτισμού του Sparen– η αυτό­βουλη επιστροφή της Γερμανίας στο μάρκο (ή στο νόμισμα μιας βόρειας υποένωσης) θα καταστεί μονόδρομος, με τους περισσότερους Γερμανούς πολίτες να μέμφονται την ηγεσία τους όχι για την αποχώρηση από την ευρωζώνη, αλλά για την αρχική προσχώρηση της χώρας τους σε αυτή. Αντιστοίχως, σε οποιοδήποτε άλλο σενάριο, μονόδρομος θα είναι για την νότια Ευρώπη η μετατροπή της σε μια μεταμοντέρνα εκ­δοχή της κομμουνιστικής Ανατολικής Ευρώ­πης: σε μια ζώνη οικονομικής καταστροφής, εξα­θλίωσης ή και εθνικής διάσπασης (βλ. Καταλω­νία), με την γερμανικής κοπής λιτότητα αυτή την φορά στον ρόλο του επίσης γερμανικής προε­λεύσεως κομμουνισμού. Όσο για την Ελ­λάδα, την μοναδική χώρα που απουσίασε εύγλωττα από την πρόσφατη σύνοδο των χωρών του Νότου στην Μάλτα, αυτή θα υποστεί ό,τι υφίσταται όποιος επιλέγει στον πόλεμο το λάθος στρατόπεδο. Διότι ιστορικά το στρατόπεδο της Γερμανίας είναι πάντα το στρατόπεδο της ήτ­τας…

Vae victis: (επανα)διαπραγμάτευση με την ψευδαίσθηση

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μαΐου 2012 αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν το πλαίσιο, η συνάφεια (ή το context) των πραγμάτων αλλάζει ριζικά. Πολιτι­κές παρατάξεις, των οποίων οι θέσεις και γενικότερες συμπεριφορές σε άλλες εποχές ήταν συ­νυφα­σμένες με το «ακραίο», το «ανεύθυνο», το «επικίνδυνο» ή το «θέατρο του παραλόγου» βρέ­θηκαν ξαφνικά μέσα σε μια συνάφεια πολύ πιο ακραία και επικίνδυνη, πολύ πιο παράλογη και από το πιο παράλογο θέατρο του παραλόγου: στην γερμανικής κοπής ευρωζώνη και στην επί­σης γερ­μανικής εμπνεύσεως «στρατηγική» αντιμετώπισης της κρίσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κόμ­ματα, όπως ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, όχι μόνον εκμεταλλεύτηκαν την δίκαιη καταβαράθρωση των δύο παλαιών κομμάτων εξουσίας, αλλά κατέληξαν αναπάντεχα να γί­νουν και οι φορείς των όποιων ελπίδων διατηρεί ακόμα ένα μεγάλο μέρος των πολιτών. Όσο για την Χρυσή Αυγή, παρά τον αναμφισβήτητο συσχετισμό της ανόδου της με το οξύ ζήτημα της λαθρομετανάστευσης, δύσκολα θα μπορούσε να μην σχολιάσει κανείς την χρονική σύμπτωση της δυναμικής της εμφάνισης με το απόγειο της γερμανικής ηγεμονίας στην ευρωζώνη. Σε πολλά πρόσωπα Γερμανών, και σίγουρα σε αυτό της Α. Μέρκελ, μπορεί κανείς να φανταστεί τις γκριμάτσες αμηχανίας –ανάλογες με αυτές ενός μικρού παιδιού που δεν έχει συναίσθηση των συνεπειών των πράξεών του– που ακολούθησαν την διαπίστωση ότι για κάποιον περίεργο λόγο η Γερμανία μοιάζει να προκαλεί και πάλι ό,τι νόμισε πως είχε αφήσει πίσω της για πάντα.

Ο πρόεδρος του Eurogroup με κουστούμι εποχής επαναδιαπραγματεύεται το μνημόνιο με τους μεσογειακούς υποτελείς του…

Εντούτοις, η πολύ χαρακτηριστική αυτή στρέβλωση των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα –κάτι σαν τις αλλοιώσεις που παθαίνει ένα άστρο όταν πλησιάζει μια μαύρη τρύπα– φαίνεται ότι δεν ήταν αρκετή για να διαλύσει τις ψευδαισθήσεις των βασικών πολιτικών δυνάμεων. Η γερμανική διδαχή της εμμονικής λιτότητας (αλληλένδετη, πάντοτε, και με την σχεδόν μηχανιστική εφαρ­μογή του δόγματος «τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου») θεωρείται ακόμα ως μια πολιτική ή στρατηγική (μία ανάμεσα σε άλλες προφανώς), ως μια τρέχουσα επιλογή και κατεύ­θυνση ή έστω ως μια «εμμονή» της γερμα­νικής ηγεσίας. Δύσκολα περνά από το μυαλό η υπο­ψία ότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται ούτε για μια πολιτική ούτε για μια στρατηγική, αλλά για έναν πολιτισμό, για έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Έναν πολιτισμό που η μεταφύτευσή του στην Μεσόγειο έχει ίσως τόσες πιθανότητες επι­τυχίας όσο και η εφαρμογή του προγράμματος «Ήλιος» στο Schleswig-Holstein…

Η διαπολιτισμική αυτή παρεξήγηση βρίσκεται στη βάση των δύο βασικών θέσεων-ψευδαισθή­σεων, στις οποίες τείνει να μοιραστεί το ελληνικό πολιτικό σύστημα: από την μια μεριά το «φιλο­ευρωπαϊκό» (και φιλομνημονιακό) μέτωπο, αποτελούμενο από την Ν.Δ., το ΠΑ.ΣΟ.Κ., την ΔΗΜ.ΑΡ. και τον εκτός Βουλής φιλελεύθερο χώρο, το οποίο θεωρεί ότι στόχος πρέπει να είναι η σταδιακή επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου εντός του ευρώ και εντός του ίδιου του μνημο­νιακού πλαισίου, όταν οι συνθήκες και οι συσχετισμοί στην Ευρώπη αλλάξουν κάπως επί το ευνοϊκώτερο. Από την άλλη μεριά υπάρχει το –σύμφωνα με τους προηγούμενους «αντιευρω­παϊκό»– μέτωπο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, οι οποίοι φαίνεται να πιστεύ­ουν πραγματικά ότι η Ελλάδα μπορεί να μείνει στο ευρώ αποκηρύσσοντας περίπου μονομερώς την δανειακή σύμβαση και το μνημόνιο. Δικαιολογημένα το πρώτο μέτωπο, το «φιλοευρω­παϊκό», αναρωτιέται τι θα συμβεί όταν οι αντιμνημονιακοί προσκρούσουν στον «τοίχο» των εταίρων, για τους οποίους η παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ χωρίς το μνημόνιο δεν συζητείται ούτε ως αστείο. Δεν φαίνε­ται, ωστόσο, να συνειδητοποιούν ότι το ίδιο ερώτημα αφορά και τους ίδιους (τους «φιλοευ­ρωπαίους»): τι θα γίνει, δηλαδή, όταν αρχίσει να διαφαίνεται ότι οι συνθή­κες στην Ευρώπη δεν γίνονται ευνοϊκότερες; Τι θα γίνει όταν η Γερμανία απλά θα επιμένει επ΄ αόρι­στον στην συνέχιση της λιτότητας, ίσως με εντελώς ήσσονος σημασίας μικροτροποποιή­σεις; Τι θα γίνει όταν, ακόμη κι αν τα πράγματα φθάσουν στο απροχώρητο, με την Ισπανία και την Ιτα­λία να χρήζουν πλέον κι αυτές διάσωσης, η Γερμανία απλά θα αποφασίσει ότι την συμ­φέρει πε­ρισσότερο να αποχω­ρήσει η ίδια από την ευρωζώνη από το να δώσει ιλιγγιώδη ποσά για την σωτηρία των χωρών αυτών;

Απαντήσεις δεν είναι, φυσικά, δυνατόν να δοθούν, όταν τα ίδια τα ερωτήματα δεν τίθενται καν. Κατά πάσα πιθανότητα, η ελπίδα των «φιλοευρωπαϊκών» δυνάμεων για την σταδιακή αλλαγή του ευρωπαϊκού τοπίου είναι το ίδιο ουτοπική και φρούδα με την «αντιμνημονιακή» ψευδαί­σθηση της παρα­μονής της Ελλάδας στο ευρώ χωρίς το μνημόνιο. Εάν αυτό ισχύει, τότε αντί για τις διάφορες κυβερνήσεις «συνεργασίας», «εθνικής ενότητας», «οικουμενικές», κλπ. που συζη­τούνται, η πιο ενδεδειγμένη – πιθανώς η μοναδική – λύση για την Ελλάδα αυτή την στιγμή θα ήταν η συγκρότηση κυβέρνησης προσωπικοτήτων (κατά βάσιν εξωκοινοβουλευτικών) με συ­γκεκριμένα χαρακτηριστικά και συγκεκριμένο σκοπό. Ως προς τα χαρακτηριστικά τους, είναι αναγκαίο μεταξύ των προσωπικοτήτων να υπάρχουν α) οικονομολόγοι εγνωσμένης αξίας και διεθνούς κύρους (όχι κατ΄ ανάγκην αποκλειστικά Έλληνες), που να έχουν εξαρχής εκφράσει κριτική στάση απέναντι γενικότερα στην ευρωπαϊκή «πολιτική» διάσωσης και να έχουν εμπειρία μελέτης/διαχείρισης κρίσεων, β) τόσο οικονομολόγοι όσο και λοιπές προσωπικότητες, που να μην είχαν ως τώρα στενές σχέσεις με το ελληνικό κομματικό κράτος και το παλαιό σύστημα εξουσίας και γ) προσωπικότητες εγνωσμένης εμπειρίας, αξίας και ικανότητας στην διαχείριση θεμάτων εξωτερικής πολιτικής, διπλωματίας και άμυνας.

Η κυβέρνηση αυτή, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τύπου Μόντι, αλλά με μάλλον αντίθετο σκοπό από αυτήν, πρέπει να επιφορτιστεί με μία συν μία αποστολές. Πρώτον, να ισοσκελίσει το συντομότερο το πρωτογενές έλλειμμα του προϋπολογισμού (περίπου 4, 5 δις) με τρόπο που θα αφήσει κατά το δυνατόν ανέγγιχτα τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα. Εδώ θα παίξει ρόλο τόσο η γνώση και ικανότητα των οικονομολόγων όσο και το γεγονός ότι θα είναι αδέσμευτοι από τις διαπλοκές του κομματικού κράτους και θα μπορούν να χτυπήσουν και ψηλά, όχι μόνο χαμηλά. Με ισοσκελισμένο τον προϋπολογισμό η κυβέρνηση θα μπορούσε τότε να αρνηθεί, όπως πρότεινε πρόσφατα ο Γ. Βαρουφάκης, να λάβει οποιαδήποτε επιπλέον δόση του πακέτου διάσωσης, αν δεν γίνει ριζική αναθεώρηση –υπό ευρωπαϊκό πρίσμα, όχι μόνον υπό ελληνικό– της ευρωπαϊκής διαχείρισης της κρίσης. Σε αντίθεση, όμως, με ό,τι δείχνει να πι­στεύει και ο ίδιος ο Γ. Βαρουφάκης, είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι το ευρωπαϊκό (δηλ. το γερμα­νικό) τοπίο θα αλλάξει προς θετική κατεύθυνση. Μπορεί κανείς να αλλάξει κάτι που κάνει ή κάτι που λέει, δεν είναι, όμως, εύκολο να αλλάξει κάτι που είναι…Συνεπώς, η Ελ­λάδα πρέπει ήδη να προετοι­μάζεται για αυτό που είναι το πιθανότερο να συμβεί: την εθελου­σία έξοδο της Γερμανίας από την ζώνη του ευρώ, όταν καταρρεύσει και ο υπόλοιπος ευρωπαϊ­κός νότος. Πάλι εδώ θα παίξει κρίσιμο ρόλο η ικανότητα των προσωπικοτήτων, καθώς και η γνώση και εμπειρία τους σε θέματα νομισματικών κρίσεων, μέσω της οποίας θα μπορούσε να επιτευ­χθεί μια όσο το δυνατόν ομαλότερη μετάβαση στο νέο εθνικό νόμισμα. Την ίδια στιγμή, οι διαθέ­σεις όσων εκτός των τει­χών θα έβλεπαν με καλό μάτι το να περάσει η Ελλάδα μια περίοδο από­λυτης κατάρρευσης και χάους θα μπορούσαν να αποθαρρυνθούν από την παρουσία προ­σωπι­κοτήτων υψηλού βεληνε­κούς, εμπειρίας κι αποφασιστικότητας στα υπουργεία εξωτερικών και άμυνας.

Το σενάριο που περιγράψαμε θυμίζει λίγο το ευαγγελικό «και οι έσχατοι έσονται πρώτοι». Όταν ο Αρμαγεδδώνας της διάλυσης του ευρώ χτυπήσει την γερμανόπληκτη νότια Ευρώπη, καθώς και την Γαλλία, η χώρα εκείνη, όπου κατεξοχήν θα περίμενε κανείς να συναντήσει μοιραίους πολιτικάντη­δες του χειρίστου είδους, θα είναι η καλύτερα προετοιμασμένη για να αντιμετωπίσει τις περιστά­σεις. Καλύτερα ίσως ακόμη και από αυτούς που δεν διστάζουν να διακηρύσσουν με την βαρβαρική θρασύτητα του Γαλάτη Βρέννου πόσο καλά προετοιμάζονταν οι ίδιοι όλον αυτό τον καιρό – προφανώς στο πλαίσιο της ευ­ρωπαϊκής «αλληλεγγύης» – για την πιθανότητα εξό­δου της Ελλάδας από την ζώνη του ευρώ…

Η θρησκεία του (υπαρκτού) ευρωπαϊσμού

Φεβρουαρίου 13, 2012 Σχολιάστε

Οι ημέρες και ώρες που προηγήθηκαν της ψήφισης στην Βουλή του νέου προγράμματος δανειοδότησης της χώρας από την Τρόικα, κατέδειξαν ανάγλυφα ότι τα όποια προσχήματα ορθού λόγου συνόδευαν τα επιχειρήματα και την συμπεριφορά μερικών συγκεκριμένων υποστηρικτών του μνημονιακού (μονο)δρόμου οδηγήθηκαν σε καθεστώς άτακτης χρεοκοπίας. Κορυφαίος πολιτικός παράγοντας που σύμφωνα με το βιογραφικό του υπήρξε κάποτε επιστήμονας, κατέληξε να ωρύεται σαν βασιλικότερος «των διεθνών πολιτικών και οικονομικών θεσμών», την ίδια στιγμή που η γνωστή κουστωδία πολιτικών και αναλυτών επιδιδόταν πιο εντατικά από ποτέ στην υπερβολική και ατεκμηρίωτη προπαγανδιστική καταστροφολογία. Οι προφητείες των Ευρωνοστράδαμων για το τι θα συνέβαινε στην χώρα, αν αυτή αντιστεκόταν στους υψηλόβαθμους εγκεφάλους του ευρωδιευθυντηρίου, ξεπέρασαν κάθε φαντασία: άδεια ράφια στα σούπερ μάρκετ, δελτίο στα τρόφιμα, ελλείψεις σε γάλα, πετρέλαιο και άλλα βασικά είδη, σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί, πτώσεις αστεροειδών, μαζικές εξαφανίσεις ειδών, εκρήξεις υπερηφαιστείων, κλπ., κλπ.

Η λογική τεκμηρίωση της καταστροφολογίας αυτής δεν αντέχει σε ιδιαίτερη κριτική. Οι περισσότεροι από τους καταστροφολόγους (θέλουν να) θεωρούν αυθαίρετα δεδομένο ότι σε περίπτωση εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, αυτή θα βρεθεί να έχει επιστρέψει σε εθνικό νόμισμα, ενόσω τα άλλα μέλη της ευρωζώνης θα διατηρούν ακόμα το ευρώ. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι αμφισβητήσιμο με δεδομένη την υψηλή πιθανότητα αλυσιδωτής αντίδρασης και γενικής κατάρρευσης της ευρωζώνης σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από αυτήν. Μια πιθανότητα, η οποία όχι μόνον έχει περιγραφεί ήδη από πολλούς πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές, αλλά και που ενισχύεται από την ίδια την διάθεση των εταίρων να κρατήσουν την Ελλάδα εντός ευρώ. Αν η υπόλοιπη ευρωζώνη δεν κινδύνευε σοβαρά, τότε οι ευρωκαταστροφείς (Eurozerstörer), αμαρτωλόχρεοι (Schuldensünder) Έλληνες θα είχαν προ πολλού εκβληθεί από αυτήν. Κατά συνέπεια, το «όχι» στην νέα δανειακή σύμβαση δεν θα οδηγούσε οπωσδήποτε στον Αρμαγεδδώνα, αλλά ίσως σε μία από τις δύο ακόλουθες καταστάσεις: είτε σε μια αναδίπλωση των ως τώρα αδιάλλακτων δανειστών είτε στην εκκίνηση μιας επικίνδυνης διαδικασίας εξόδου της Ευρώπης, και όχι μόνον της Ελλάδας, από το ευρώ. Και σε αυτή την περίπτωση η νέα δραχμή δεν θα βρισκόταν φυσικά αντιμέτωπη με το υπόλοιπο ευρώ, αλλά με το νέο μάρκο, το νέο φράγκο, κ.ο.κ. Περιττό, βεβαίως, να τονιστεί ότι ακόμη και στην απευκταία περίπτωση της επιβίωσης του ευρώ μετά την έξοδο της Ελλάδας από αυτό, τα καταστροφολογικά σενάρια δεν εξηγούν ποτέ με αναλυτικό και εμπεριστατωμένο τρόπο για ποιον λόγο π.χ. θα προέκυπταν ανυπέρβλητα προβλήματα στις εισαγωγές βασικών αγαθών ή σε άλλους τομείς της οικονομίας.

Σκέψεις και ερωτήματα, όπως τα ανωτέρω, όχι μόνον δεν εξετάζονται σοβαρά από τους φανατικότερους θιασώτες των μνημονίων, αλλά απαξιώνονται συνήθως με συνοπτικές διαδικασίες, περίπου ως έωλες σκέψεις που υπονομεύουν ανεπίτρεπτα την «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας. Μια προοπτική, που η επίκλησή της προϋποθέτει, βεβαίως, να τίθεται διαρκώς υπεράνω κριτικής το ίδιο το εγχείρημα –ή μάλλον δόγμα– του κοινού νομίσματος. Σε αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζει κανείς να υποψιάζεται ότι συχνά απέναντί του δεν βρίσκονται απλώς οι υποστηρικτές μιας συγκεκριμένης άποψης, αλλά πολύ περισσότερο οι οπαδοί ενός δόγματος ή μιας θρησκείας: της θρησκείας μιας συγκεκριμένης εκδοχής ευρωπαϊσμού. Πράγματι, ήδη σε προηγούμενες αναρτήσεις κάναμε λόγο για δύο παράγοντες που κατά ειρωνικό τρόπο αποκαλύπτουν ότι στα θεμέλια του οικοδομήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης κρύβονται στοιχεία, τα οποία παρουσιάζουν μια μάλλον αναπάντεχη διασύνδεση με την βιβλική, παλαιοδιαθηκική σφαίρα των προεπιστημονικών χρόνων της δυτικής Ευρώπης.

Ο ένας παράγοντας είναι η βιβλική χρονολογία του κόσμου, η κεκτημένη ταχύτητα της οποίας μοιάζει να βρίσκεται στην ρίζα της ιδιαίτερα προσφιλούς διαπολιτισμικής και ιδεολογικής γενίκευσης. Της αντίληψης, δηλαδή, ότι οι πολιτισμικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων πληθυσμών της Ευρώπης είναι μεν υπαρκτές, αλλά ήσσονος σημασίας, όσο μικρές θα ήταν αν το χρονικό βάθος της παρουσίας και εξέλιξης των πληθυσμών αυτών και των γλωσσών τους επί ευρωπαϊκού εδάφους περιοριζόταν σε λίγες μόνον χιλιάδες χρόνια. Και σίγουρα τόσο μικρές, ώστε να ασχολούμαστε μόνον με τις «οριζόντιες», οικονομικές ή ταξικές κατατμήσεις σε πανευρωπαϊκή (ή και παγκόσμια) κλίμακα και σχεδόν ποτέ με τις πιο «κάθετες», σαν κι αυτές π.χ. που αναδεικνύονται μέσα από τις γερμανικές ιδιαιτερότητες στην αντίληψη της κρίσης. Και ενώ η πραγματική ηλικία των ευρωπαϊκών γλωσσών και πολιτισμών είναι η προβληματική εκείνη, στην οποία θα επανέλθουμε σύντομα παρουσιάζοντας πολύ πιο αναλυτικά επιστημονικά δεδομένα, οι αναφερθείσες γερμανικές ιδιαιτερότητες αναδεικνύουν τον άλλο «βιβλικό» δάκτυλο που διεκδικεί γενικευτική ισχύ επί όλης της ευρωζώνης: τις κάποτε εκχριστιανισθείσες εκείνες αντιλήψεις περί της σχέσης του ανθρώπου με το χρήμα και την εργασία, που κάνουν την εμφάνισή τους στην εποχή μας υπό την μορφή του κεντροευρωπαϊκού κηρύγματος περί της «σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας». Είναι η συγκεκριμένη αντίληψη υπέρβασης της τρέχουσας ευρωπαϊκής κρίσης, την οποία χαρακτηρίσαμε ως «Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης».

Το περίεργο είναι ότι εκτός από τους ανωτέρω παράγοντες, την ίδια προεπιστημονική, θρησκευτική οσμή φαίνεται τώρα να αναδίδει και το τσουνάμι της καταστροφολογίας, για το οποίο κάναμε λόγο. Υπάρχει, δηλαδή, μια αξιοσημείωτη παραλληλία ανάμεσα σε αυτή την καταστροφολογία και το ρεύμα του καταστροφισμού (Catastrophism) που αναπτύχθηκε τον 19ο αιώνα ως αντίδραση στις πρωτοποριακές τότε επιστημονικές ανακαλύψεις, οι οποίες έριχναν φως στην πραγματική αρχαιότητα του φυσικού κόσμου και του ανθρώπου. Προσπαθώντας να αποκρούσουν τις ανακαλύψεις αυτές (κυρίως στο πεδίο της γεωλογίας και παλαιοντολογίας), οι οποίες άρχιζαν να αναιρούν την βιβλική χρονολόγηση, οι φορείς του καταστροφισμού έσπευδαν να ερμηνεύουν τα υπό διερεύνηση φαινόμενα ως το αποτέλεσμα μεμονωμένων καταστροφικών γεγονότων και θεομηνιών. Η ύπαρξη π.χ. γεωλογικών αποθέσεων που σήμερα γνωρίζουμε ότι χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστούν αποδιδόταν σε στιγμιαίες, καταστρεπτικές θεομηνίες, όπως π.χ. ο κατακλυσμός του Νώε, ούτως ώστε ο σχηματισμός τους να «χωρέσει» στο παραδοσιακό, βιβλικό χρονολογικό περίγραμμα. Κατά έναν παραπλήσιο τρόπο, οι σύγχρονοι, εγχώριοι καταστροφολόγοι αποκρούουν κάθε ερμηνεία της κρίσης της νότιας Ευρώπης και της Ελλάδας που θα μπορούσε να λάβει υπόψη το χρονικό βάθος των ευρωπαϊκών πολιτισμών και τις μεταξύ τους διαφορές. Κατά συνέπεια, αντιμετωπίζουν την ενδεχόμενη απόσχιση της Ελλάδας από την ευρωζώνη με όρους βιβλικού κατακλυσμού και θεομηνίας, οι οποίοι, φυσικά, πόρω απέχουν από τον επιστημονικό ορθολογισμό και την κάπως πιο απροκατάληπτη, ερευνητική νηφαλιότητα.

Το αποτέλεσμα αυτού του παρωχημένα θρησκόληπτου ευρωδογματισμού θα είναι να οδηγήσει εν τέλει την Ελλάδα και άλλες χώρες της ομάδας των PIIGS σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «υπαρκτός ευρωπαϊσμός»: σε ένα ακόμα ιστορικό επεισόδιο πολιτιστικής διάχυσης (diffusion) από την κεντρική Ευρώπη προς άλλα σημεία της ηπείρου, σαν αυτό που οδήγησε στην τραγική μοίρα της ανατολικής –κυρίως σλαβόφωνης– Ευρώπης, όταν αυτή θέλησε να εφαρμόσει τον γερμανικής προελεύσεως κομμουνισμό. Τώρα φαίνεται ότι είναι η σειρά της νότιας Ευρώπης να βιώσει μια πιθανώς παρεμφερή στην ζοφερότητά της περιπέτεια. Εκτός κι αν αυτή την φορά η επιστήμη προλάβει να πει εγκαίρως κάποια σύγχρονη εκδοχή του eppur si muove

Προσχέδιο του 2012

Ιανουαρίου 2, 2012 2 Σχόλια

Όταν πριν ένα χρόνο ακουγόταν η ευχή «ευτυχισμένο το 2012», με την οποία εκφραζόταν η ματαιότητα οποιασδήποτε ευχής για το 2011, ήταν ήδη ξεκάθαρο ότι το έτος που μόλις τελείωσε θα ήταν για την χώρα ένα από τα χειρότερα των τελευταίων δεκαετιών. Πράγματι, με εξαίρεση ορισμένες παράλογες και παράταιρες φωνές, οι οποίες επί τη βάσει εξωπραγματικών ή και ευτράπελων επιχειρημάτων προσπάθησαν κατά καιρούς να καλλιεργήσουν ένα κλίμα ψευδαισθητικής αισιοδοξίας («Αρχές του 2012 θα βγούμε στις αγορές», «Θα τα καταφέρουμε», κλπ.), το μεγαλύτερο κομμάτι των Ελλήνων ήταν και είναι σε θέση να αντιληφθεί πόσο δραματική είναι η κατάσταση και πόσο δυσοίωνες οι προοπτικές για το άμεσο, τουλάχιστον, μέλλον.

Η Ελλάδα το 2011…

Μια απλή ματιά στις ειδικότερες και ευρύτερες πτυχές της κρίσης αρκεί για να καταδείξει το μέγεθος και τον πιθανώς αδιέξοδο χαρακτήρα του προβλήματος: το ελληνικό δημόσιο έχει ουσιαστικά χρεοκοπήσει για πέμπτη φορά στην σχετικά βραχεία ιστορία του, τώρα, όμως, όντας ενταγμένο σε ένα ευρύτερο, και ακόμα πιο χρεοκοπημένο ενιαίο νομισματικό και γενικότερα οικονομικό σύστημα. Ένα σύστημα, που κατέληξε να έχει οδηγήσει ισχυρά κράτη, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, στο χείλος της δικής τους οικονομικής καταστροφής, που επιστρατεύει φτωχές χώρες, όπως π.χ. η Εσθονία, για να συνεισφέρουν οικονομικά υπέρ της «σωτηρίας» άλλων, πολύ πλουσιοτέρων κρατών-μελών, και του οποίου οι σπιθαμιαίοι αξιωματούχοι κατάντησαν να παρακολουθούν με…κομμένη την ανάσα το ελληνικό απεργιακό δελτίο.

Παράλληλα, η ανεγκέφαλη και άνανδρη πολιτική ηγεσία της χώρας τα τελευταία δύο χρόνια προσέθεσε στην κρίση ενός δημοσίου ταμείου και αυτήν της διεθνούς εικόνας ενός ολόκληρου λαού. Στην θλιβερή εκστρατεία του αυτοδυσφήμισης της χώρας στο εξωτερικό, ο «Έλληνας της διασποράς», πρώην πρωθυπουργός Γ.Α.Π. δεν έλαβε υπόψη του ούτε καν τους ομοίους του, δηλαδή τους άλλους Έλληνες της διασποράς, κυρίως της ευρωπαϊκής. Συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ενεργοποίηση όλων των απαξιωτικών κλισέ που συνοδεύουν τους νότιους Ευρωπαίους σε βορειότερα πλάτη της ίδιας ηπείρου, εξέθεσε τους Έλληνες που κατοικούν εκεί σε μια ευρεία γκάμα ρατσιστικών συμπεριφορών, που χαρακτηρίζουν την «βαθιά» κουλτούρα τμημάτων του εκεί πληθυσμού. Την ίδια περίοδο, στην πρωτεύουσα της χώρας, την Αθήνα, ο συνδυασμός ανικανότητας, δόλιων συμφερόντων και σκοτεινών μικροκομματικών και παρακρατικών σκοπιμοτήτων άφηνε το κέντρο έρμαιο μιας εκτός ελέγχου παράνομης μετανάστευσης και εγκληματικότητας ή το μετέτρεπε σε πεδίο μάχης πολιτών με «κουκουλοφόρους» αφήνοντας πίσω νεκρούς, κατεστραμμένες περιουσίες και αποκρουστικές σκηνές που έκαναν διαρκώς τον γύρο του κόσμου.

Σε ακόμα μεγαλύτερη απαισιοδοξία οδηγεί η αναζήτηση κάποιου έστω παράγοντα που θα μπορούσε να οδηγήσει τα πράγματα σε μια πιο θετική κατεύθυνση. Με εξαίρεση τους πιο δογματικούς ή ρομαντικούς ευρωπαϊστές, γίνονται διαρκώς όλο και λιγότεροι αυτοί που πιστεύουν ότι θα ορθοποδήσουμε πατώντας πάνω στο σαθρό έρεισμα της ευρωζώνης, το παραδομένο στις εμμονές της ίδιας «βαθιάς» κουλτούρας που αναφέρθηκε πιο πάνω. Επιεικώς δυσπιστία προκαλούν πλέον και πολλά μέλη της ελληνικής πνευματικής, επιστημονικής και γενικώς διανοούμενης ελίτ, που κατά την διάρκεια της κρίσης όχι απλώς επέδειξαν σοβαρά μεθοδολογικά ελλείμματα στις αναλύσεις τους, όχι μόνον ελίτισαν ανεπίτρεπτα, αλλά στην συνήθως άκρατη και άκριτη δυτικόστροφη ματιά τους έδειξαν να μην υποψιάζονται καν ότι η γενίκευση, δηλαδή η αντίληψη ότι υπάρχουν π.χ. πολιτικές και οικονομικές αρχές ή συνταγές αυτονόητα κατάλληλες για όλους τους λαούς, είναι μόνον ένας από τους τρόπους προσέγγισης της πραγματικότητας. Σε μια χώρα, όπου τόσο η αναφερθείσα ελίτ όσο και όλα τα σκέλη του πολιτικού της φάσματος (δεξιά και αριστερά) έχουν εθιστεί στην ιδεολογική γενίκευση, δεν είναι π.χ. περίεργο ότι υπήρξαν άνθρωποι που «εξεπλάγησαν» ή «απογοητεύτηκαν» από την γερμανική στάση, η οποία πηγάζοντας από βαθύτερες, ιδιοσυγκρατικές πολιτισμικές ροπές δεν μπορεί να ερμηνευτεί εύκολα με όρους γενικευτικών πολιτικοοικονομικών θεωριών (πόσο μάλλον «κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού»). Και σε αυτή την χώρα ήταν επόμενο να έρθουν τελικά τρεις μάλλον μέτριοι ξένοι τεχνοκράτες, που κάνοντας ένα εσπευσμένο ποτ πουρί των συνταγών που είχαν ως τότε ήδη εφαρμόσει σε άλλες χώρες, έδωσαν την χαριστική βολή στην ελληνική οικονομία. Μια χαριστική βολή που προωθήθηκε, φυσικά, με ακόμα πιο δραστικό τρόπο από τις στρατηγικές εφαρμογής των μνημονίων εκ μέρους του πανικόβλητου κομματικού κράτους, το οποίο επιλέγοντας ανάμεσα στην δική του επιβίωση και αυτήν του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, επέλεξε φυσικά να αφήσει στο απυρόβλητο όλες τις σκανδαλωδώς διαπλεκόμενες με αυτό ομάδες.

Μέσα σε αυτό το αδιέξοδο σκηνικό τι μπορεί να περιμένει κανείς από το 2012; Η απομάκρυνση από τον δημόσιο βίο μέσω των εκλογών (αν γίνουν) ενός μεγάλου μέρους των «δεινοσαύρων» εκείνων της πολιτικής, ιδίως των δύο μεγάλων κομμάτων και του ΛΑ.Ο.Σ., που έφεραν την χώρα ως εδώ, θα ήταν σίγουρα ένα βήμα προς τα εμπρός. Εντούτοις, ένα ακόμα πιο σημαντικό βήμα που θα μπορούσαμε να κάνουμε το νέο έτος είναι αυτό που επιτάσσει κάθε μεγάλη και βαθιά κρίση: να επανεξετάσουμε εξ αρχής όλα μας τα δεδομένα. Τα προβληματικά εκείνα στοιχεία της βασικής μας κρατικής και πολιτικής οργάνωσης, που μάθαμε να θεωρούμε αυτονόητα και να τα αναπαράγουμε σαν την «σκοπιά στο παγκάκι» του γνωστού ανεκδότου, και τα οποία δεν πρόκειται να διορθωθούν με απλές «διαρθρωτικές αλλαγές», όσο επιβεβλημένες και ωφέλιμες κι αν είναι κάποιες από τις τελευταίες.

Αν και λόγω της επικαιρότητας της κρίσης ξεκίνησε μερικούς μήνες πριν, το παρόν ιστολόγιο αποτελεί το συνοδευτικό μέρος ενός βιβλίου, το οποίο είναι προγραμματισμένο να κυκλοφορήσει στο πρώτο μισό του νέου έτους από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Βασικό του θέμα είναι η αναζήτηση της «πρώτης αρχής του ελληνικού πολιτισμού», της προέλευσης, με άλλα λόγια, του πολιτισμού εκείνου που επρόκειτο να αναπτυχθεί στην νοτιοανατολική Ευρώπη έχοντας ως φορέα την ελληνική γλώσσα. Το πραγματικά ενδιαφέρον, όμως, στο ζήτημα αυτό είναι ότι η προέλευση της ελληνικής γλώσσας είναι αλληλένδετη με την προέλευση και μιας ολόκληρης σειράς άλλων γλωσσών, με τις οποίες η ελληνική συναπαρτίζει την λεγόμενη ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Και οι καταβολές της τελευταίας αποτελούν τον πυρήνα ενός από τα πιο δισεπίλυτα προβλήματα στην ιστορία της επιστήμης: του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος, δηλαδή της διαλεύκανσης της προέλευσης, του μηχανισμού διασποράς, αλλά και του χρονικού βάθους (δηλ. της ηλικίας) των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Καθώς στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια ανήκουν οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, η προέλευση του ελληνικού πολιτισμού είναι, συνεπώς, άρρηκτα συνδεδεμένη με την προέλευση του ευρωπαϊκού πολιτισμού ή, ίσως ορθότερα, των ευρωπαϊκών πολιτισμών. Το σημείο που το βιβλίο τελειώνει, δηλαδή η διατύπωση μιας νέας πρότασης λύσης του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος μέσω της διεξοδικής εξέτασης όλων των διαθεσίμων επιστημονικών δεδομένων, είναι το σημείο που αυτό το ιστολόγιο ουσιαστικά αρχίζει. Έχοντας εκθέσει συστηματικά τα στοιχεία που προκύπτουν από την μακροχρόνια και διεθνή διεπιστημονική έρευνα ιδίως του χρονικού βάθους των γλωσσών και της πορείας στον χρόνο των ευρωπαϊκών πολιτισμών, μια εντελώς νέα προσέγγιση των πραγμάτων θα είναι δυνατή. Αυτή θα αφορά όχι μόνον το απώτερο παρελθόν της Ελλάδας και της Ευρώπης, αλλά πιθανώς θα έχει και ορισμένες ανατρεπτικές προεκτάσεις για το παρόν και το μέλλον τους.

Είναι ακριβώς οι προεκτάσεις αυτές, που θα εκτίθενται σποραδικά μέσα από το παρόν ιστολόγιο, όπου στην πορεία του νέου έτους, τους μήνες που θα ακολουθήσουν την έκδοση του βιβλίου, θα είναι δυνατόν να παρουσιαστεί σταδιακά μια πρόταση επαναθεμελίωσης της κρατικής και πολιτικής δομής της χώρας πάνω σε βάσεις λίγο διαφορετικές από αυτές που μας οδήγησαν (και πάλι) ως εδώ. Μια νέα οπτική κατά το δυνατόν απροκατάληπτη από μια σειρά εδραιωμένων μύθων και επιστημονικά παρωχημένων παραδοχών, που βρίσκονται στην ρίζα της ελληνικής και ευρωπαϊκής χρεοκοπίας, την οποία βιώνουμε. Ιδίως ως προς την Ελλάδα, η πρόκληση που θέτει κάθε μεγάλη κρίση, δηλαδή η ριζική και θαρραλέα αναθεώρηση όλων των «δεδομένων» και «αυτονοήτων», είναι εν τέλει ίσως το μοναδικό πραγματικό φως στο τούνελ του παρόντος αδιεξόδου. Η μοναδική ελπίδα να σταθούμε ξανά στα πόδια μας όχι ως εθελόδουλη αποικία της όποιας «Δύσης» ή «Ανατολής», αλλά ως κράτος με αυτοδύναμο τρόπο σκέψης και δράσης, το οποίο θα επιτρέψει κάποια στιγμή στους διαπρεπείς εκπροσώπους των «διεθνών πολιτικών και οικονομικών θεσμών» να επιστρέψουν αμέριμνοι στα ειρηνικά τους χόμπι

Μεθοδολογικά της κρίσης

Οκτώβριος 9, 2011 2 Σχόλια

Η ουσιαστική χρεοκοπία της ελληνικής οικονομίας, ως ένα επιμέρους επεισόδιο της διεθνούς οικονομικής κρίσης και αυτής της ευρωζώνης, αποτελεί ένα ιδιαίτερα πολύπλευρο και σύν­θετο πρόβλημα. Ως εκ τούτου, θα ανέμενε κανείς ότι αυτοί που θα ήταν εξαρχής σε θέση να αντιλη­φθούν την φύση του προβλήματος θα ήταν οι λεγόμενοι «ειδικοί»: οι ειδήμονες επί των οικονομι­κών, οι καλοί γνώστες των πολιτικών διεργασιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ορι­σμένοι έμπειροι πολιτικοί και αναλυτές, κ.ο.κ. Κι όμως, φαίνεται ότι από την πρώτη στιγμή ήταν μάλλον ο απλός κόσμος – Αγανακτισμένος η μη – αυτός που κατάφερε να αφουγκραστεί τις πιο κρίσι­μες παραμέτρους της κατάστασης. Περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά και μακριά από επιστημο­νικές ή μη εξειδικεύσεις που οδηγούν συχνά στο να χάνεται η εποπτεία της ευρύτερης εικόνας, πολλοί απλοί πολίτες συνέλαβαν σωστά εκείνα τα στοιχεία της που θα μπορούσαν να ονομα­στούν μεθοδολογικά της κρίσης. Αυτά είναι κατά βάσιν τα εξής:

Δύσκολοι καιροί για ειδικούς...

1) Η έννοια της συνάφειας, του πλαισίου ή του context. Επί δεκαετίες σοβούν στην Ελλάδα βα­ριές πολιτικές και οικονομικές παθογένειες που κάθε σοβαρός πολίτης θα ήθελε να έχουν εξα­λειφθεί. Σε πλαίσιο, όμως, δημοκρατίας και εθνικής κυριαρχίας και όχι υπό οποιεσδήποτε συν­θήκες. Όχι περιερχόμενοι σε καθεστώς αναγκαστικής διαχείρισης από τους δανειστές, υπογράφοντας δανειακές συμβάσεις υποτέλειας, κυβερνώντας με εξωκοινοβουλευτι­κές «επικαιροποιήσεις» μνημονίων ή εκποιώντας τα πάντα σε τιμές ξεπουλήματος. Αν δεν μας ενδιαφέρει η συνάφεια, αν είμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε το λά­θος πλαίσιο για να ληφθούν κάποια σωστά μέτρα, τότε θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε και σε καθεστώς χούντας. Άλλω­στε, πολλοί διατείνονται ότι οι εκλογές αποτελούν δοκιμασία για την οικονομία (οπότε ας μην τις κάνουμε ούτε το 2013), ενώ σύμφωνα με κάποιους άλλους κύκλους ο Μακαρέζος υπήρξε…άριστος διαχειριστής των οικονομικών.

2) Η διάκριση αιτίας και αφορμής. Ο καλύτερος τρόπος να πει κανείς ένα ψέμα είναι να το ανα­μείξει με αλήθειες. Είναι η Ελλάδα ένα άκρως προβληματικό κράτος; Σαφώς. Υπάρχουν στην Ελλάδα χρόνιες δυσλειτουργίες, στρεβλώσεις, ιδεολογικές αγκυλώσεις και γενικώς απαράδεκτες καταστάσεις; Προφανώς. Είναι αυτές η αιτία για τα μνημόνια και τις τρόικες; Εν μέρει μόνον. Το γεγονός ότι στην δίνη της κρίσης βρίσκονται και άλλα κράτη με εν πολλοίς καλύτερο κράτος από την Ελλάδα (Πορτογαλία, Ιρλανδία, ακόμη και Ιταλία) αποδεικνύει αυτομάτως ότι η πραγματική αιτία της συγκεκριμένης κρίσης βρίσκεται (και) εκτός Ελλάδος. Και οι διάφορες εξυ­πναδίστικες «επε­ξηγήσεις» του ελληνικού προβλήματος, όπως π.χ. αυτή εδώ, χάνουν σε αξία ακριβώς επειδή…ισχύουν ως έναν βαθμό και για τις άλλες αυτές χώρες, τόσο συγχρονικά όσο και διαχρονικά. Τα όποια προβλήματα των χωρών αυτών δεν είναι τόσο η αιτία της τρέχουσας κρίσης τους όσο η αφορμή για το μονοψήφιο εκείνο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού που προσπαθεί να εξαναγκάσει τους πολίτες να πληρώσουν τα σπα­σμένα του δικού του «θριάμβου της απληστίας» (κατά Γ. Στίγκλιτς). Ο Έλληνας φορο­φυγάς ή κηφήνας της εξουσίας, όμως, οφείλει να λογοδοτήσει για αυτές τις συγκεκριμένες αμαρ­τίες του, και όχι για τις αντίστοιχες της κάθε Lehman Brothers.

3) Η «ενδογενής» διάκριση ανάμεσα στις πιο μακροϊστορικές παθογένειες του ελληνικού κρά­τους και την παρούσα κρίση. Το ότι πρόκειται για δύο καταστάσεις που σαφώς συνδέονται, αλλά προφανώς δεν ταυ­τίζονται δεν αποδεικνύεται, δη­λαδή, μόνον από την εμπλοκή στην κρίση και άλλων κρατών, αλλά και από το γεγονός ότι το ίδιο το ελληνικό κράτος έχει χρεοκοπήσει και ανανήψει ήδη τέσ­σερις φορές, αν και οι παθογένειές του έμειναν μάλλον ανέπαφες. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι μια κρίση, όπως η παρούσα, δεν θα πρέπει να γίνεται ευκαιρία προκει­μένου να διορθωθούν, έστω και υπό καθεστώς πίεσης, κά­ποια από τα κακώς κείμενα. Το να θέλει, όμως, κανείς να εξαφανίσει βαθιές και διαχρονικές παθογένειες – η πραγματική φύση των οποίων είναι ούτως ή άλλως εντελώς αμφίβολο αν γίνε­ται κατανοητή – σε ελάχιστο χρόνο είναι ένα απονενοημένο διάβημα που προϋποθέτει την θυσία μιας ολόκληρης γενιάς. Και η γενιά αυτή δεν πρόκειται, φυσικά, να κάτσει έτσι απλά να θυσια­στεί, ιδίως όταν το κεφάλι του ψαριού που βρωμάει ατενίζει ακόμα την Ακρόπολη από τα διάφορα νεοκλασικά του.

4) Η διάκριση ανάμεσα σε πολιτικό και δικαστή. Οι πολιτικοί – και ιδιαιτέρως όσοι έχουν οι ίδιοι εγκληματήσει κατά συρροήν κατά της χώρας – δεν βρίσκονται στην συγκεκριμένη θέση για να τιμωρήσουν τους πολίτες για τις αμαρτίες ή τις νοοτροπίες τους. Βρίσκονται εκεί για να μετριά­σουν τις συνέπειες της κρίσης για την κοινωνία και όχι να τις εκτραχύνουν για λογαριασμό του δανειστή-τιμωρού ή του ηθικίζοντος ευρωπαϊστή διανοουμένου.

5) Η παγίδα της μονομερούς καταστροφολογίας. Οι εκβιασμοί των δανειστών, όπως αυτοί αναπαράγονται στην Ελλάδα από την κυβέρνηση και τα φερέφωνά της, έχουν ως άξονα την…βιβλική κατα­στροφή που θα επέλθει στην Ελλάδα, εάν αποχωρήσει από την νομισματική ένωση. Εκτός του ότι στο σενάριο αυτό προϋποτίθεται αυθαίρετα ότι η Ελλάδα θα είναι εκτός ευρώ και όλοι οι άλ­λοι εντός (κάτι αμφίβολο δεδομένου του κινδύνου γενικής κατάρρευσης της ευρωζώνης, εάν εξέλθει η Ελλάδα), λίγους μόνον απασχολεί πρακτικά κατά πόσο η μνημονιόπληκτη και ευρώπληκτη Ελλάδα του 2030 θα είναι ιδιαίτερα καλύτερη από αυτήν της δραχμής του 1930. Σίγουρα, πάντως, θα είναι καλύ­τερα οι δανειστές της…

6) Η συνολική εποπτεία που απαιτεί ένα σύνθετο πρόβλημα, στο πλαίσιο του οποίου μικρότερες πτυχές του είναι ενσωματωμένες σε μεγαλύτερες. Ένα παράδειγμα εδώ είναι η συνήθως υπεράνω κριτικής προσήλωση στην γενικότερη ιδέα του ευρώ. Με το να μην θέτουμε σε επαρκή, απροκατάληπτη και ακομπλεξάριστη κρίση το ίδιο το εγχείρημα του ευρώ (υπό ευρωπαϊκό και όχι στενά ελληνικό πρίσμα) κινδυνεύουμε να εναποθέσουμε τις ελπίδες άρσης των ελληνικών στρεβλώσεων στην ενσωμάτωσή τους σε μια…ευρύτερη στρέβλωση.

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πολλές από τις ανωτέρω διαπιστώσεις έχουν εκφραστεί από ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών, το οποίο συνήθως λοιδορείται, συκοφαντείται ή απαξιώνεται ποικι­λο­τρόπως από αρκετούς πεφωτισμένους ειδικούς, πολιτικούς, δημοσιογράφους, αναλυτές, κλπ. Εντούτοις, όπως ίσως αναδεικνύεται από τις παρατηρήσεις που προηγήθηκαν, φαίνεται ότι είναι μάλλον οι τελευταίοι, αυτοί που ως τώρα έχασαν την ει­κόνα ολόκληρου του δάσους έχο­ντας εστιάσει ο καθένας σε διαφορετικό δέντρο. Είναι μάλλον η μικρή «επίπτωση» που έμελλε να υποστούν και αυτοί σε καιρούς κρίσης…