Αρχείο

Posts Tagged ‘μικρή κλίμακα’

Φρικτόν άστυ

Οκτώβριος 5, 2016 Σχολιάστε

Οι μήνες του φθινοπώρου, και ιδίως ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος, είναι για πολλούς στην Ελ­λάδα συνώνυμοι μιας συγκεκριμένης μορφής μετακαλοκαιρινής κατάθλιψης. Σε μια συνήθως υπέροχη εποχή του χρόνου, όπου η θερινή καλοκαιρία ουσιαστικά συνεχίζεται σε κλιματικά και τουριστικά πιο ήπιους και ήρεμους ρυθμούς, η επαφή με την φύση, τον ήλιο και την θάλασσα δια­κόπτεται βίαια λόγω της επιστροφής στο συνήθως αποκρουστικό αστικό περιβάλλον των νεοελλη­νικών πόλεων. Σε χειρότερη μοίρα βρίσκονται αναμφίβολα όσοι κατοικοεδρεύουν στο άλλοτε «κλεινόν άστυ» των Αθηνών και σε ακόμα χειρότερη όσοι επιστρέφουν σε αυτό μετά από μια κάπως μακρά καλοκαιρινή απουσία. Όσο πιο μακρά η απουσία τόσο μεγαλύτερη και η αποτοξίνω­ση από την αστική ζούγκλα και, κατά συνέπεια, τόσο πιο τραυματική εμπειρία η επιστροφή σε αυ­τήν. Σε στιγμές όπως αυτές γεννώνται ίσως σε διάφορες μορφές και τα αντίστοιχα ερωτήματα: Πώς σε μια τόσο όμορφη χώρα, όπου στις πεδινές και παραθαλάσσιες ζώνες της περίπου τον μισό χρόνο επικρατούν υπέροχες κλιματικές συνθήκες, καταφέραμε να στοιβάξουμε σχεδόν το ήμισυ του πλη­θυσμού σε ένα δυσλειτουργικό, γκρίζο και ανυπόφορο αστικό μόρφωμα; Πώς και γιατί η επαφή με το φυσικό περιβάλλον, την ανθρώπινη κλίμακα των αποστάσεων και τους φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής έχει τον χαρακτήρα εξαίρεσης και όχι αυτονόητου κανόνα; Πώς καταφέραμε να θεωρούμε φυ­σιολογικό το να ζει κανείς σε μια πόλη, την οποία λαχταρά να εγκαταλείπει σε όλες τις διαθέσιμες περιστάσεις, όπως προδίδει εύγλωττα κάθε «μεγάλη έξοδος» των Αθηναίων; Γιατί το φθινόπωρο να σημαίνει το απότομο και καταθλιπτικό τέλος του καλοκαιριού, με την (ορεσίβιων κλιματικών και ανθρωπολογικών καταβολών) ευχή-κατάρα «καλό χειμώνα!», και όχι την φυσιολογική συνέχισή του;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά περνά σίγουρα μέσα από ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία αποτυχίας του νεοελληνικού κράτους. Αυτό δεν είναι άλλο από την δραματική ασυμμετρία ανάμε­σα στην πρωτεύουσα και την «επαρχία». Η ασυμμετρία δεν αφορά τόσο ή μόνο τα πληθυσμιακά μεγέθη, αλλά τις πιο ουσιαστικές πτυχές της αστικοποίη­σης. Πρόκειται ουσιαστικά για την ανισο­μέρεια ανάμεσα στο κατά βάσιν ένα και μόνο κέντρο, στο οποίο έχουν αναπτυχθεί ουσιαστικοί θύλακες αστικής κουλτούρας, και στις πάμπολλες επαρχιακές πόλεις και χωριά, όπου κινδυνεύει να κατακυριευθεί κανείς από αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «σύν­δρομο του Μιχαήλ Χωνιάτη». Όταν ο λόγιος Μικρασιάτης κληρικός έφτασε στην Αθήνα το φθι­νόπωρο του 1182 για να αναλάβει καθήκοντα μη­τροπολίτη, σύντομα διαπίστωσε ότι η Αθήνα της εποχής του ελάχιστη σχέση είχε με το «κλεινόν άστυ» που είχε γνωρίσει μέσα από τις κλασικές του σπουδές. Μεγάλη ήταν η απογοήτευσή του όταν άρχισε να συνειδητοποιεί το χάσμα του με τον ντόπιο, κατά βάσιν αγροτικό πληθυσμό, με τον οποίον μιλούσε διαφορετική γλώσσα, όχι μόνο κυ­ριολεκτικά, καθώς η αρχαΐζουσα ελληνική του Χωνιάτη ήταν σε μεγάλο βαθμό ακατανόητη στο ποίμνιό του, αλλά και μεταφορικά, δηλαδή σε επί­πεδο μόρφωσης, πνευματικών οριζόντων και εν­διαφερόντων. Στην εποχή του Χωνιάτη η Αθήνα ήταν ό,τι είναι σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της νεοελληνικής επαρχίας: ένας τόπος κοινωνικά αφι­λόξενος για όποιον καλώς ή κακώς, δυστυχώς ή ευτυχώς, έτυχε να έχει ενδιαφέροντα και έναν τρόπο ζωής με πιο αστικά χαρακτηριστικά.

ag-paraskevi

Μια χαρακτηριστική ζώνη «αγεωμέτρητης» πολεοδομίας στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής.

Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, για την Ελλάδα της εποχής μας είναι ότι, αν στην μία πλευρά του διπόλου βρίσκεται η πιο ανθρώπινη, αλλά μη αστικοποιημένη επαρχία, στην άλλη πλευρά του βρίσκεται η φρικτά αστικοποιημένη πρωτεύουσα. Δηλαδή μια πόλη, όπου το αντίτιμο για την ύπαρ­ξη λίγων έστω οάσεων αστικής κουλτούρας (π.χ. ιδρυμάτων, φορέων και κοινωνικών ομάδων ασχολούμενων με την επιστήμη, την τέχνη και τον πολιτισμό) είναι η ανυπόφορη οικιστική δυσλει­τουργία και υποβάθμιση. Είναι η ζωή στο μεγάλο και διαρκές hot spot της μεταπολεμικής Ελλάδας, (προχειρο)στημένο μέσα σε λίγες δεκαετίες για τους πρόσφυγες όχι από την Μέση Ανατολή ή την Αφρική, αλλά από την ελληνική επαρχία. Ο «βίος αβίωτος» στην τσιμεντένια θάλασσα του λεκανο­πεδίου έχει πολλές και διάφορες πτυχές: η ημέρα που γίνεται πιο μικρή λόγω της βασανιστικής κλί­μακας των αποστάσεων και των χαμένων ωρών στα μέσα μαζικής μεταφοράς, το διαρκές άγχος και ο υπεράνθρωπος αγώνας να φτάσει κανείς εγκαίρως και ψυχοσωματικά στραπατσαρισμένος στην δουλειά ή στο ραντεβού του, ο συνωστισμός και η ψυχολογία της διαρκούς «επιφυλακής» στους δημόσιους χώρους και στα μέσα μεταφοράς, η καθημερινή αλλοφροσύνη του παρκαρίσματος, η αν­θυγιεινή τοξικότητα και παραζάλη της οδήγησης, των βασανιστικών μποτιλιαρισμάτων και των βάρβαρων κορναρισμάτων, το συνεχές μπρος-πίσω (από το σταμάτα-ξεκίνα) και πάνω-κάτω (από τα απανωτά χτυπήματα του αυτοκινήτου στις λακκούβες του οδοστρώματος) ή αλλιώς η επιτομή της αποτυχίας μιας πόλης που συνίσταται στο να σε κάνει συχνά να αποδιώχνεις ως ενοχλητική σκέψη την προοπτική να βγεις από το σπίτι, αναγκάζοντάς σε ενίοτε ακόμη και να «ομαδοποιείς» τις εξωτερικές εργασίες, ώστε να γίνουν όλες μαζί την ίδια ημέρα για να μην αναγκαστείς να ξανα­βγείς.

Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η κατάσταση αν κανείς δεν εστιάσει μόνο στο μαρτυρικό και φρικτά τσιμεντοποιημένο κέντρο της Αθήνας, αλλά στρέψει την προσοχή του και σε πιο αναβαθμισμένες περιοχές του λεκανοπεδίου. Σε περιοχές π.χ. των κατά τα άλλα ευυπόληπτων βορείων προαστίων, όπως η Αγία Παρασκευή, μπορεί να δει κανείς ανάγλυφα τις δομικές παθογένειες μιας κατ΄ όνομα μόνο «αστικής» συνύπαρξης. Κατά πρώτον, μπορεί κανείς να διαπιστώσει (και να υποστεί) την χα­ρακτηριστική ρυμοτομία ορει­νού χωριού και την απουσία ορθολογικού, αστικού πολεοδομικού σχεδιασμού. Το αποτέλεσμα είναι να δυσχεραίνεται αποφασιστικά η σύνδεση των συνοικιών τόσο μεταξύ τους όσο π.χ. και με τους κεντρικούς οδικούς-εμπορικούς άξονες (π.χ. την οδό Αγίου Ιωάν­νου). Αν κανείς θέλει να κατανοή­σει την σημασία του ιπποδάμειου πολεοδομικού συστήματος της αρχαιότητας δεν έχει παρά να προσπαθήσει να διεκπεραιώσει δυο-τρεις απλές δουλειές μέσα σε μια ακτίνα δυο-τριών χιλιο­μέτρων και σε έναν γόρδιο δεσμό κακοσχεδιασμένης ρυμοτομίας, δυσλει­τουργικής συγκοινωνιακής διασύνδεσης και πεζοδρομίων κεντρικών λεωφόρων που έχουν μετα­τραπεί σε άναρχα πάρκινγκ (π.χ. οι δύο πλευρές της Μεσογείων στα σημεία κοντά στην πλατεία Αγίας Παρασκευής). Κι αν κάποτε έξω από την Ακαδημία του Πλάτωνα υπήρχε η επιγραφή «ἀγεω­μέτρητος μηδεὶς εἰσίτω», οι σύγχρονοι, πολεοδομικά «αγεωμέτρητοι» οικιστές πολλών περιοχών της Αθήνας (αλλά και της υπόλοιπης χώρας) δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μεταφέρουν μηχανι­στικά στην πρωτεύουσα τα χωροταξικά πρότυπα οικισμών του (ορεινού συνήθως) μη αστικού χώρου, από τους οποίους συχνά προέρχονται. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες αναδεικνύεται η νε­όπλουτη υπανάπτυξη των βορείων προαστίων, όπου πολύ συχνά, με όποιον τρόπο κι αν επιλέξεις να κινηθείς, μπορεί να χρειαστείς μιάμιση ή δύο ώρες για να κάνεις μερικές απλές καθημερινές δουλειές στην άμεση γειτονιά σου.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναρωτηθεί κανείς αν έχουν τεθεί με την δέουσα έμφαση και συστη­ματικότητα μερικά γενικότερα ερωτήματα σε σχέση με την ζωή στην πρωτεύουσα. Κατά πόσο π.χ. επιδρά στην παραγωγικότητα και γενικότερη κατάσταση της χώρας το γεγονός ότι ένα μεγάλο και σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της ζει σε ένα εργαστήριο παραγωγής ταλαιπωρίας, έντασης, άγ­χους και καθημερινής αλλοφροσύνης; Κατά πόσο επιδρά στην γενικότερη κατάσταση της χώρας το γεγονός ότι ένα μεγάλο και σημαντικό μέρος των πολιτών της εκτίθεται καθημερινά σε απαγορευτι­κά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης και ηχορύπανσης; Πόσες ασθένειες και αιτίες θανάτων μπο­ρούν να αναχθούν άμεσα ή έμμεσα στις συνθήκες ζωής του λεκανοπεδίου;

Παρά τις όποιες γενικότερες, κοινές διαπιστώσεις, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι οικιστι­κές συνθήκες της πρωτεύουσας δεν προσλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο από όλους. Για όσους έχουν μεγαλώσει στην Αθήνα από μικρή ηλικία, το αστικό της περιβάλλον, η κλίμακα και οι ρυθμοί της είναι αυτονόητα δεδομένα, στα οποία έχουν συνηθίσει να ζουν. Και, αν κανείς έχει γνωρίσει ως φυσιολογική κατάσταση το να θέλει π.χ. μία ώρα και δύο-τρία μεταφορικά μέσα για να μεταβεί στο σημείο ενός ραντεβού με φίλους, τότε λογικά δεν προκύπτει η ίδια δυσφορία με κάποιον που έχει αυτονόητα συνηθίσει να κάνει το ίδιο σε 10-15 λεπτά και με τα πόδια. Ως φυσιολογικό «αναγκαίο κακό» μπορεί επίσης να εκλαμβάνεται και η μικρότερη ή μεγαλύτερη αποξένωση των σχέσεων λόγω της μεγάλης κλίμακας. Μέσα στην παραζάλη των καθημερινών ρυθμών της πρωτεύουσας μπορεί, δηλαδή, κανείς να μην συνειδητοποιεί πάντα πλήρως σε ποιον βαθμό μια πόλη όπως η Αθήνα δυσχεραίνει την μεσογειακή κοινωνικότητα, κάνοντας πιο δύσκολες και αραιές τις συναντή­σεις με συγγενείς, φίλους και γνωστούς και δημιουργώντας ενίοτε και πλασματικές εντυπώσεις για την φύση των σχέσεων. Δεν είναι π.χ. λίγες οι φορές που όσοι προσπαθούν να συναντιούνται κάπως τακτικά στην Αθήνα είναι άνθρωποι που έχουν ήδη προηγουμένως δεθεί στην μικρότερη κλίμακα μιας άλλης πόλης (της Ελλάδας ή του εξωτερικού). Αντιθέτως, στο οικιστικό χάος της πρωτεύου­σας συχνά η επαφή με φίλους ή συγγενείς χωρίς προϋπάρχοντες δεσμούς «μικρής κλίμακας» κατα­λήγει να μην είναι ιδιαίτερα πιο συχνή απ΄ ό,τι θα ήταν αν οι εμπλεκόμενοι κατοικούσαν σε διαφο­ρετικές πόλεις.

Το βασικότερο πρόβλημα, όμως, είναι ότι στο πλαίσιο του παραδοσιακού νεοελληνικού δομι­σμού, δηλαδή της μηχανιστικής αναπαραγωγής των καθιερωμένων δομών, κανένας κομματικός ή ιδεολογικός χώρος δεν μοιάζει να ασχολήθηκε ποτέ σοβαρά με την αστική μοίρα της Αθήνας, προ­κειμένου να χαράξει στρατηγικές βελτίωσης των συνθηκών. Χαρακτηριστικό είναι το πρόσφατο παράδειγμα με την αξιοποίηση του παλαιού αεροδρομίου του Ελληνικού. Σε αυτή την περίπτωση μοιάζει να προκρίνεται δυστυχώς η απλή «συγκόλληση» ενός τεράστιου πάρκου σε μια εν πολλοίς αβίωτη πόλη και όχι η αναβάθμιση της βιωσιμότητας της ίδιας της πόλης, με άξονα προτάσεις, όπως π.χ. αυτή του Στέφανου Μάνου. Με τον ίδιο τρόπο, δεν φαίνεται στον ορίζοντα καμία πρωτο­βουλία ουσιαστικής αποκέντρωσης, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι συνώνυμη με διαδικασίες πιο ουσιαστικού εξαστισμού πόλεων της επαρχίας. Με τον όρο «διαδικασίες εξαστισμού», ας φαντα­στεί κανείς οτιδήποτε μπορεί να εμπλουτίσει με διαφορετικά πρότυπα το συνήθως κυρίαρχο αν­θρωπολογικό «πακέτο» της επαρχιακής πόλης (σουβλάκι, μηχανάκι, βωμολόχος σεξισμός, στείρος βιοπορισμός, κομφορμισμός, ψυχοπνευματική καθήλωση σε γυμνασιακού τύπου συμπεριφορές buylling, κουτσομπολιού, «πιάτσας», αδιακρισίας και ποδοσφαιροποιημένης υποκουλτούρας). Κάτι τέτοιο, φυσικά, είναι ιδιαίτερα δύσκολο, αφού θα προϋπέθετε «αστικό πλεόνασμα» στην ίδια στην πρωτεύουσα, το οποίο θα μπορούσε ίσως ακολούθως να εξαχθεί προς την επαρχία. Τέτοιο πλεόνασμα, όμως, όχι μόνο δεν υπάρχει, αλλά οι όποιοι αστικοί θύλακες υπάρχουν στην Αθήνα δεν είναι αρκετοί ούτε καν για την ίδια. Και αυτό διότι και η ίδια η προσφάτως αστικοποιημένη Αθήνα κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από το ανωτέρω «πακέτο» της επαρχιακής πόλης, πτυχές του οποίου, όπως είναι λογικό, διεισδύουν ενίοτε και στους αστικούς της θύλακες. Κατά συνέπεια, σε ό,τι αφορά την ελληνική επαρ­χία, θα έπρεπε να στραφεί κανείς στην προσέλκυση «επενδύσεων εξαστισμού» από το εξωτερικό, οι οποίες, έχοντας σχέση με την επιστήμη, την τεχνολογική καινοτομία, την τέχνη και τον πολιτι­σμό θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν εποικοδομητικά τα παραδοσιακά της πρότυπα.

Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα προς το παρόν μοιάζει επ΄ αόριστον παραδομένη στον μιθριδατισμό, στον δο­μισμό και στην άχαρη μοίρα της αποτυχημένης εκείνης πόλης που οι περισσότεροι κάτοικοί της θα λαχταρούν για πολύ ακόμα να την εγκαταλείπουν σε πρώτη ευκαιρία. Ακούγοντας, μάλιστα, κανείς στις ειδήσεις για τα προβλήματα στις δομές φιλοξενίας των μεταναστών και προσφύγων, όπου «σε έναν χώρο που χωράει 2000 άτομα έχουν στοιβαχθεί 4000 ή 5000 άνθρωποι», δύσκολα μπορεί να αποφύγει ένα πικρό μειδίαμα. Διότι η περιγραφή αυτή, τουλάχιστον στο αμιγώς αριθμητικό της σκέλος, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ήπια μικρογραφία των συνθηκών ζωής στην ίδια την Αθή­να, όπου 4.000.000 άνθρωποι στοιβάχθηκαν άναρχα μέσα σε λίγες δεκαετίες σε έναν αστικό χώρο που σχεδιάστηκε κάποτε για 400.000. Κι αν, για να συνεχίσουμε τον ίδιο συλλογισμό, ορισμένοι εξ ημών αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες και μετανάστες σαν ενοχλητικούς ξένους σε αυτό τον τόπο, πόσο άραγε «γηγενείς» σε αυτόν είμαστε τελικά όλοι εμείς που στον αστικό μας χώρο ακυρώνουμε την φυσική και κλιματολογική του ομορφιά, συντομεύουμε το καλοκαίρι του, μικραίνουμε την μέρα του και ευχόμαστε (στην Ελλάδα) «καλό χειμώνα» από τον Σεπτέμβριο; Από τις παρατηρήσεις αυτές ίσως διαφαίνεται ότι το «φρικτόν άστυ» της σύγχρονης Αθήνας δεν προέκυψε μόνο μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές ή οικονομικές συνθήκες, αλλά και μέσα από βαθύτερα ζητήματα ανθρωπολογικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων. Διότι καμιά φορά ο λόγος που μοιάζουμε τόσο ξένοι με τον τόπο μας είναι επειδή απλούστατα είμαστε πράγματι ξένοι, τουλάχιστον περισσότερο από όσο υποψιαζόμαστε. Για αυτό, άλλωστε, είναι και τόσο δύσκολο να αλλάξουν τα πράγματα…

Advertisements

Ευρώπη: η καθυστερημένη αυτοκρατορία

Απρίλιος 8, 2012 2 Σχόλια

Στην προηγούμενη ανάρτηση αναφερθήκαμε στον ατυχή χαρακτήρα της σύγκρισης ανάμεσα στις Η.Π.Α. και την Ενωμένη Ευρώπη που γίνεται συχνά τον τελευταίο καιρό από ορισμένους θερ­μούς υποστηρικτές του οράματος της πλήρους ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αυτό που κυρίως εί­δαμε είναι το πώς μια ζώνη μεγάλης και μια άλλη πολύ μικρότερης γλωσσικής και πολιτιστικής ποικιλομορφίας εξισώνονται απλοϊκά στο πλαίσιο ορισμένων μάλλον ρομαντικών προσδοκιών για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχουν, ωστόσο, αρκετοί άλλοι υποστηρικτές του ίδιου οράματος, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να τεκμηριώσουν την βιωσιμότητα του εγχει­ρήματος συχνά παραπέμπουν σε κάποια άλλα σημεία του πλανήτη: στην Κίνα και την Ινδία.

Η μακροσκοπική σύγκριση της Ευρώπης με τις δύο αυτές περιοχές – όσο κι αν φαίνεται να προ­δίδει αμέσως κάποια στοιχεία της οικονομικής κοσμοθεωρίας των εμπνευστών της – μοιάζει εκ πρώτης όψεως να αναιρεί πολλά από τα δεδομένα που έχουμε αναφέρει ως ανασχετικούς πα­ράγοντες για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η Κίνα και η Ινδία είναι αναμφίβολα δύο ζώνες ση­μαντικής γλωσσικής ποικιλομορ­φίας. Στην αχανή Κίνα ζουν πληθυσμοί που ανήκουν όχι απλώς σε δια­φορετικές γλώσσες, αλλά σε τουλάχιστον επτά διαφορετικές γλωσσικές οικογένειες (κυρί­αρχες, πάντως, η σινοθιβετιανή και η αλταϊκή), με μεγάλη, μάλιστα, ποικιλομορφία ακόμη και εντός της κάθε οικογένειας. Με­γάλη είναι και η διαφοροποίηση στην Ινδία, όπου υπάρχουν δύο κυρίαρχες γλωσσικές οικο­γέ­νειες (ινδοευρωπαϊκή και δραβιδική), κατακερματισμένες και εδώ σε πολλές επιμέρους γλώσ­σες. Κι όμως, παρά το γεγονός ότι στις δύο αυτές γεωγραφικές ζώνες η γλωσ­σοπολιτισμική ποικιλο­μορφία είναι πιθανώς μεγαλύτερη από ό,τι στην περίπτωση της Ευ­ρώπης, κατέστη εφικτή η δη­μιουργία ευρύτερων κρατικών μορφωμάτων με τεράστια έκταση και ασύλ­ληπτα με­γάλο πληθυ­σμό. Ο αναδυόμενος χαρακτήρας, μάλιστα, της οικονομίας τους αναφέρε­ται συχνά ως ένας από τους βασικούς λόγους για την αναγκαιότητα της ύπαρξης της Ενωμένης Ευρώπης. Σε τε­λική ανά­λυση, εάν εκεί κατάφεραν να υπερβούν τους εθνικούς, γλωσ­σικούς και πολιτιστι­κούς φραγμούς, γιατί να μην μπορεί να συμβεί το ίδιο και εδώ στην Ευρώπη;

Η σημαία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ε.Ε. και ο ηγέτης της…

Παρά τον φαινομενικά πειστικό χαρακτήρα αυτής της επιχειρηματολογίας, υπάρχουν, δυστυ­χώς, κάποιες κρίσιμες παράμετροι στην σύγκριση της Ευρώπης με τις δύο αυτές μακρινές ως προς αυτήν περιοχές, που λησμονούνται ή παραβλέπονται πλήρως. Και οι οποίες, όταν λη­φθούν υπόψη, μπορεί να κάνουν την συγκεκριμένη σύγκριση να μοιάζει πιο αποθαρρυντική για την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ακόμη και από τους παραλληλισμούς με τις Η.Π.Α. Στην προκειμένη περίπτωση η εξέταση του ζητήματος είναι διαφωτιστικό να ξεκινήσει από τον παρά­γοντα που αποτελεί την βάση για την εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού: τον τόπο και το φυ­σικό περιβάλλον. Πάντοτε ζωτικής σημασίας για την ύπαρξη του ανθρώπου, ο εκάστοτε τόπος και τα ειδικά χαρακτηριστικά του άρχισαν να παίζουν έναν επιπρόσθετο, σημαίνοντα ρόλο πριν περίπου 10.000 χρόνια. Τότε έγινε η εισαγωγή της Νεολιθικής οικονομίας, δηλαδή της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της μόνιμης εγκατά­στασης, η οποία αποτελεί την σημαντικότερη πολιτι­σμική μετάβαση στην ιστορία του ανθρώ­που: μετά από σχεδόν 2,5 εκατομμύρια χρόνια κυνη­γίου, τροφοσυλλογής και περιπλάνησης, οι ανθρώπινες κοινότητες μπορούσαν τώρα να παρά­γουν την τροφή τους, να εγκαθίστανται μο­νίμως σε συγκεκριμένα σημεία ενός τόπου και να δημιουργούν διατροφικά πλεονάσματα που οδήγησαν σύντομα σε κατακόρυφη αύξηση του πληθυσμού. Το γεγονός αυτό υπήρξε ο καταλύτης για μια αλυσίδα εξελίξεων, η οποία –ας το επαναλάβουμε, μετά από 2,5 εκατομμύρια χρόνια σχετι­κής πολιτισμικής στασιμότητας– κατέ­ληξε μέσα σε μόνον 10.000 χρόνια να κάνει τον κόσμο αυτό που είναι σήμερα.

Ένας από τους βασικούς λόγους για αυτό είναι ότι υπήρχαν εξαρχής καλύτερα και χειρότερα γεωγραφικά σημεία για την εφαρμογή του νέου τρόπου ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περιοχές, όπου αναπτύχθηκαν οι πρώτοι μεγάλοι πολιτισμοί και τα πρώτα μεγάλα κράτη υπό την σημε­ρινή έννοια υπήρξαν οι εύφορες κοιλάδες των σημαντικών ποταμών. Σε αυτές ακριβώς τις πε­ριοχές, τα πρώιμα κράτη προέκυψαν μέσα από τον συγκεντρωτικό έλεγχο ενός ενιαίου (σε μεγά­λες εκτάσεις γης) συστήματος παραγωγής από ένα ισχυρό κέντρο. Και όσο το κέντρο αυτό γινόταν ολοένα και ισχυρότερο τόσο οι αρχικές αυτές κρατικές οντότητες επέκτειναν την επι­κράτεια και την επιρροή τους, δημιουργώντας σιγά σιγά τις πρώτες αυτοκρατορίες. Κάποιες από αυτές υπήρξαν βραχύβιες, κάποιες άλλες, όμως, επιβίωσαν σε διάφορες μορφές για πολύ περισ­σότερο χρόνο, θέτοντας με αυτό τον τρόπο τις βάσεις για μια παράδοση ενσωμάτωσης πολλών και ενίοτε πολύ διαφορετικών πληθυσμών σε ευρύτερα κρατικά μορφώματα.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω μπορεί κανείς να αντιληφθεί πού έγκειται η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της Ευρώπης και περιοχών, όπως η Κίνα και η Ινδία. Στις τελευταίες, η ύπαρξη ποτά­μιων συστημάτων, όπως του Κίτρινου Ποταμού και του Γιανγκτσέ στην Κίνα, καθώς και του Ινδού και του Γάγγη στην Ινδία, αποτέλεσε τον αποφασιστικό παράγοντα για την διαμόρφωση μεγάλων πολιτικών οντοτήτων ήδη από πολύ πρώιμες εποχές (π.χ. η δυναστεία Shang στην Κίνα, σύγχρονη περίπου με την Μυκηναϊκή περίοδο στο Αιγαίο [περ. 1600-1040 π.Χ.] και στην Ινδία ο πολιτισμός του Ινδού κατά την λεγόμενη Ώριμη Χαράππειο περίοδο [περ. 2600-1900 π.Χ.]). Μια αντίστοιχη εξέλιξη έχουμε και στον δυτικό ευρασιατικό χώρο, στην Μεσοποταμία και την Αίγυπτο, όπου το σύστημα των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη στην πρώτη περίπτωση και του Νείλου στην δεύτερη, έγιναν ο άξονας για την συγκρότηση των εκεί πρώιμων σφαιρών επιρροής και αργότερα αυτοκρα­τοριών (π.χ. στην Μεσοποταμία στην ύστερη φάση του πολιτισμού Ουρούκ, δηλ. στα τέλη της 4ης χιλιε­τίας π.Χ., και αργότερα στην Ακκαδική περίοδο [24ος – 22ος αι. π.Χ.], και στην Αίγυπτο ήδη κατά την Πρώιμη Δυναστική περίοδο, περί το 3000 π.Χ.). Ειδικά στην Κίνα και την Ινδία τα αυ­τοκρα­τορικά μορφώματα συνέχισαν να υφίστανται σε διάφορες μεταλλαγές μέχρι και τους νεώ­τερους χρόνους, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την σημερινή μορφή των κρατών αυ­τών.

Στην Ευρώπη, αντιθέτως, η εξέλιξη υπήρξε αρκετά διαφορετική. Εδώ, ο μοναδικός ποτάμιος άξονας που μπορεί να θεωρηθεί συγκρίσιμος με αυτούς στις άλλες αναφερθείσες περιοχές είναι αυτός του Δούναβη, όπου, πράγματι, κατά το διάστημα 5400-3500 π.Χ. αναπτύχθηκε το πιο προηγμένο πολιτι­στικό σύ­στημα εκείνη την εποχή στην Ευρώπη. Πρόκειται για τον πολιτισμό της κοιλάδας του Δούναβη, με μια ιδιαίτερη ακμή στους τομείς της μεταλ­λουρ­γίας, της κεραμει­κής, της οικιστικής οργάνωσης, ακόμη και της γραπτής επι­κοι­νωνίας. Καθώς, όμως, ο πολιτι­σμός αυτός αναπτύχθηκε σε μία ύστερη νεολιθική και χαλκολιθική φάση, δηλαδή, πολύ πριν την εμφάνιση της ανεπτυγμένης κοινωνικής διαστρωμάτωσης και της ευρείας κλίμακας πολιτικής συγκρότησης, δεν ήταν δυνατόν να γίνει πρόξενος διαδικασιών «ενοποίησης» ούτε με γεωγρα­φική ούτε με χρονολογική σημασία. Σαφώς καλύτερες επιδόσεις ως προς τον σκοπό αυτό είχε πολύ αργότερα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία κατέληξε σε ό,τι πλησιέστερο υπήρξε ποτέ σε μια ενοποίηση της Ευρώπης. Εντούτοις, συνθήκες πραγματικού και βαθέος εκρωμαϊσμού δη­μιουργήθηκαν κατά βάσιν μόνον στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, όπου οι ρομανικές γλώσσες τελικά εκτόπισαν τόσο τον κελτικό κλάδο των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών όσο και με­ρικές μη ινδοευ­ρωπαϊκές γλώσσες που επεβίωναν ως τότε (π.χ. στην Ιβηρική). Το ανατολικό τμήμα διατήρησε κατά βάσιν την δική του γλωσσική και πολιτιστική ταυτότητα, με την εξαίρεση της ρουμανικής γλώσσας που αντικατέστησε την αρχαία και ινδοευρωπαϊκή δακική. Παράλ­ληλα, μεγάλες περιοχές της Ευρώπης, όπως π.χ. οι ζώνες των γερμανικών και σλαβικών γλωσ­σών και λαών, δεν ενσωματώθηκαν ποτέ πλήρως στην ρωμαϊκή (ή αργότερα ανατολική ρωμαϊκή) επικράτεια. Εν τέλει, η Ευ­ρώπη, μια γεωγρα­φική ζώνη, πολλές περιοχές της οποίας χαρακτηρίζονται από έντονο κατακερματι­σμό, επρόκειτο να συνδεθεί στην ιστορία της όχι τόσο με τις μεγάλης κλί­μακας αυτοκρατορίες όσο με την γένεση ενός πολιτικού φαινομένου-προϊόντος της μικρής κλίμακας: της δημοκρατίας.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι στην γηραιά ήπειρο, σε αντίθεση με άλλες περιοχές του κόσμου, η γλωσσική και πολιτισμι­κή πολυδιάσπαση διατήρησε σε μεγάλο βαθμό και τις συνεκτικές εθνι­κές/πολιτικές/κρατικές της αντιστοιχίες ως τους νεώτερους χρόνους. Μια πραγματικότητα, η οποία αναδεικνύεται, άλ­λωστε, και από τον βραχύ βίο επίδοξων μικρών «αυτοκρατοριών», όπως π.χ. της Αυστροουγ­γαρίας. Κατά συνέπεια, όσοι σήμερα παρουσιάζουν την Κίνα ή την Ινδία ως το υπόδειγμα που πρέπει να ακολουθήσει η Ευρώπη, ουσιαστικά προτείνουν την συ­γκρότηση στην γηραιά ήπειρο μιας μεγάλης, ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας, που την ίδια στιγμή θα είναι και μια (χρονικώς και ιστορικώς) δρα­ματικά καθυστερημένη αυτοκρατορία. Και το κύριο πρόβλημα, βε­βαίως, σε αυτή την περίπτωση είναι ότι δεν υπάρχει ποτέ αυτοκρατορία χωρίς αυ­τοκράτορα. Όσοι, λοιπόν, ευαγγελίζονται την ιδέα της αυ­τοκρατορικής κινεζοποίησης της Ε.Ε. οφείλουν να εκφράσουν και μια καθαρή θέση ως προς το ποιος θεωρούν ότι πρέπει να είναι ο αυτοκράτο­ρας. Διότι, σε πολιτικό επίπεδο πάντα, όποιος επιθυμεί καθυ­στερημένες αυτοκρατο­ρίες είναι πι­θανό να πρέπει να αποδεχτεί στο τέλος και κα­θυστερημένους αυτοκράτορες

Η επιστροφή των Αποτυχημένων

Νοέμβριος 9, 2011 Σχολιάστε

Η αντιπαράθεση μεταξύ συνωμοσιολάγνων και αντισυνωμοσιολόγων, την οποία εξετάσαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, δεν είναι το μοναδικό πεδίο εκτόνωσης ακραίων τάσεων, το οποίο άνοιξε στη χώρα μας με αφορμή την οικονομική κατάρρευση του δημοσίου. Μια ανάλογη διχογνωμία αφορά και το εξίσου δημοφιλές ζήτημα του ρόλου των ξένων στα εν Ελλάδι κακώς κείμενα. Αυτή την φορά, στην μία πλευρά βρίσκονται όσοι αρέσκονται να ισχυρίζονται ότι για όλα (ή σχεδόν για όλα) τα δεινά της χώρας ευθύνονται κατά βάσιν οι ξένοι. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι δα­νειστές-τοκογλύφοι, οι μεγαλόσχημοι Ευρωπαίοι πολιτικοί παράγοντες, το Δ΄ οικονομικό ράιχ των Γερμανών, τα σκοτεινά συμφέροντα των Αμερικανών, κλπ. είναι οι απο­κλειστικοί υπαίτιοι για την θέση, στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα. Πρόκειται για μια προσέγ­γιση που δεν χρήζει ιδιαίτερης κριτικής, αφού συνήθως ακόμη και οι ίδιοι οι εκφραστές της μετά από λίγα λεπτά συ­ζήτησης παραδέχονται ότι σαφώς «εμείς τους δώσαμε το δικαίωμα». Για τα άθλια άθλα ιδίως των τελευταίων 30 ετών την βασική ευθύνη έχει προφανώς η ελληνική πολιτική ηγεσία και τα ήθη της, σε αγαστή αλληλεπίδραση, φυσικά, με αρκετές κατηγορίες διαπλεκομέ­νων κοινωνικών ομάδων. Άλλωστε, η ελληνική κρίση είναι σαφώς πιο πολύπλευρη από αυτή των άλλων «προ­βληματικών» χωρών: είναι κρίση δημοσιονομική, κρίση της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό, ακόμη και κρίση της πρωτεύουσας της χώρας (ή τουλάχιστον του μαρτυρικού κέντρου της). Και αυτό μαρτυρά για άλλη μια φορά ξεκάθαρα την αστοχία της γνωστής επωδού «για όλα φταίνε οι ξένοι».

Υπάρχει, όμως, στο θέμα αυτό και η εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη. Αρκετοί, δηλαδή, αναλυτές εκφράζουν πλέον ανοιχτά την πεποίθηση ότι η μόνη σωτηρία για την χώρα είναι να έρθουν να την κυβερνήσουν οι ξένοι. Η θέση αυτή διαφέρει σαφώς από τις πιο μετριοπαθείς φωνές που με εύλογα επιχειρήματα επισημαίνουν τις πιθανώς θετικές επιπτώσεις που θα είχε μια λελογισμένη παρέμβαση ξένων ειδικών στην ελληνική διοίκηση. Και διαφέρει διότι έχει υπόβαθρο όχι τόσο πραγματιστικό, αλλά σαφώς ιδεολογικό: αποτελεί μια ακραία απόληξη του δόγματος «ανήκω­μεν εις την Δύσιν». Εάν, δηλαδή, ανήκουμε στον πολιτισμό της Δύσης, τον οποίο η συγκεκριμένη άποψη εκλαμβάνει παραδοσιακά ως ενιαίο, τότε είμαστε απλώς μια προβληματική επαρχία του. Δεν είμαστε μια από τις πολιτιστικά πολλές «Ευρώπες» που, όπως και οι πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, υπάρχουν στην γηραιά ήπειρο. Είμαστε μια απλή «διάλεκτος» μιας ευρύτερης κοινής «γλώσσας». Έτσι, η λύση του ελληνικού προβλήματος είναι απλή: να έρθουν και να επιληφθούν του προβληματικού «νομού» της Ευρώπης οι «κεντρικοί κυβερνήτες», προφανώς στο πλαίσιο κάποιας εκδοχής της πλήρους ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Από τον Maurer στον Reichenbach: 180 χρόνια επιτυχίες...

Δυστυχώς για την οπτική αυτή, υπάρχει μια μάλλον μοιραία λεπτομέρεια που δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψιν: οι ξένοι, οι εταίροι μας, οι «κεντρικοί κυβερνήτες» ή όπως αλλιώς θέλουμε να τους ονομάσουμε, αυτοί είναι που τον 19ο αιώνα έδωσαν μορφή στο νεοελληνικό κράτος. Αυτοί είναι οι αρχιτέκτονες του κρατικού μας κτίσματος, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους βασικούς του άξονες. Κατά ενδιαφέρουσα σύμπτωση, μάλιστα, η μοίρα το έφερε έτσι, ώστε οι νυν φορείς της ξένης επιτροπείας (η αποστολή υπό τον H. Reichenbach) να έχουν την ίδια γλωσσική και εν γένει πολιτιστική ταυτότητα με τον Όθωνα και την τρι­μελή του αντιβασιλεία.

Παρότι τα τελευταία 180 χρόνια μάθαμε να πιστεύουμε ότι δεν είναι στραβός ο γιαλός (του «δυ­τικού» τύπου κράτους που συγκρότησε η αντιβασιλεία), αλλά εμείς ως λαός αρμενίζουμε στραβά (με τις νοοτροπίες και τις κακές έξεις μας), στην πραγματικότητα μια απροκατάληπτη ματιά πείθει ότι κατά την οθωνική περίοδο, όταν δηλαδή οι ξένοι διοίκησαν την Ελλάδα, έλαβε χώρα μία από τις πιο αποτυχημένες «επιχειρή­σεις» δη­μιουργίας κράτους που έχουν υπάρξει, ένα αληθινό φιάσκο της ιστορίας. Φθάνοντας οι Βαυαροί στην Ελλάδα ήξεραν ήδη τότε κάποια βασικά πράγματα για αυτήν. Ήξεραν π.χ. ότι ήταν η χώρα που κάποτε γέννησε την δημοκρατία και εντούτοις – δεσμευόμενοι, βεβαίως, και από τις τότε συμφωνίες των ευρωπαϊκών δυνάμεων – θέλησαν να την κυβερνήσουν με πολίτευμα την βασι­λεία. Ήξεραν (κι αν δεν το ήξεραν μπορούσαν να ρωτήσουν τους εξαίρετους γεωγρά­φους τους) ότι ήταν μια χώρα με κύριο χαρακτηριστικό τον κατακερματισμό του γεωγραφικού της αναγλύ­φου, σαν αποτέλεσμα του οποίου διάφοροι «θύλακες» πολλών διαφορετικών μικροκλιματι­κών συνθη­κών, ποικίλων πλουτοπαραγωγικών πηγών, αισθητά διαφορετικών μεταξύ τους πα­ραγω­γικών προϋποθέσεων και, φυσικά, πληθυσμού, ηθών και εθίμων είναι διαμοιρασμένοι σε επί μέ­ρους τόπους ή τοπία (Landschaften). Και παρόλα αυτά, έκριναν ότι η συγκεκριμένη χώρα έπρεπε να διοικείται από ένα και μόνον διοικητικό και δημοσιονομικό κέντρο. Ήξεραν, επίσης, και, αν όχι, μπορούσαν ακόμη και τον 19ο αιώνα να το διαπιστώσουν, ότι η μικρή κλίμακα είχε ως αναπό­φευκτη συνέπεια τον άμεσο, διαπροσωπικό και σαφώς και τοπικιστικό χαρακτήρα της πολιτικής και οικονομικής συ­γκρότησης. Κι όμως, οι Βαυαροί κυβερνήτες έκριναν ότι οι πολί­τες της συγκεκριμένης χώρας έπρεπε τώρα να λειτουργήσουν με τους όρους ενός έμμεσου και απρόσωπου «κοι­νωνικού συμ­βολαίου». Και να πειθαρχήσουν μηχανικά στις πολιτικές, νομι­κές και οικονομικές επιταγές ενός μοναδικού διοικητικού κέντρου που βρισκόταν εκατοντάδες χιλιό­μετρα μακριά από τις πε­ρισσό­τερες περιοχές της χώρας.

Τα χρόνια που ακολούθησαν η ελληνική πολιτική και πνευματική ελίτ διαφύλαξε το κράτος των Βαυαρών περίπου σαν την «σκοπιά στο παγκάκι» του γνωστού ανεκδότου. Αντικατέστησε μεν την βασιλεία με την – εν τέλει προεδρευομένη – κοινοβουλευτική δημοκρατία, διατηρώντας, όμως, την δυναστική διαδοχή στο πλαίσιο ισχυρών πολιτικών οικογενειών. Συνήθισε να συζητά αποκλειστικά για το μέγεθος τους κράτους και ποτέ για την κλίμακά του. Παρακολούθησε την δημογραφική «εκδίκηση» της μικρής κλίμακας, η οποία ξανασυγκροτήθηκε (ως τέρας) γύρω από το μοναδικό και πληθυσμιακά υδροκέφαλο πλέον πολιτικό-δημοσιονομικό κέντρο. Για τις διαχρονικές δυσλειτουργίες του εξαρχής στρεβλού κράτους η ανωτέρω ελίτ έμαθε να κατηγορεί διαρκώς τους ενοίκους του «κτίσματος» και ποτέ τους δημιουργούς του.

Και τώρα, 180 μετά, πολλοί από μας αρχίζουν να βλέπουν θετικά την προοπτική να αναλάβουν την εξυγίανση του προβληματικού κτίσματος οι ήδη αποτυχημέ­νοι αρχιτέκτονές του. Να έρθουν και να «αναλάβουν» την χώρα όχι πια χάριν εαυτής, αλλά προκειμένου τώρα η δική της στρέβλωση να συμπεριληφθεί σε μια νέα και μεγαλύτερη κακοτεχνία. Στο μοναδικό ίσως μορφωμα που, κτισμένο, εν τω μεταξύ, από τους ίδιους μοιραίους αρχιτέκτονες (μαζί και με άλλους Ευρωπαίους παράγοντες), υπερβαίνει θεαματικά τον πήχη της αποτυχίας που έθεσε η περίπτωση του νεοελληνικού κράτους: στο ήδη ετοι­μόρροπο, προκρούστειο πείραμα της ευρωζώνης. Το λάθος υπήρξε και τις δύο φορές το ίδιο: η δραματική υποτίμηση των πολιτιστικών διαφοροποιήσεων εντός της Ευρώ­πης. Εκτός, φυσικά, κι αν τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ο κύριος Reichenbach επιδεί­ξει σήμερα την ευελι­ξία που δεν επέδειξαν οι «πρόγονοί» του στην διοίκησή της. Δυστυχώς, όμως, η Flexibilität δεν υπήρξε ποτέ το δυνατό χαρτί του πολιτισμού των επιτρό­πων…