Αρχείο

Posts Tagged ‘κεντρικό κράτος’

Fior d’ Occidente

Δεκέμβριος 30, 2012 Σχολιάστε

Στο εναρκτήριο κείμενο αυτού του ιστολογίου αναπτύξαμε με την μορφή μιας γενικής εισαγωγής τον κύριο άξονα του διαδικτυακού αυτού εγχειρήματος, δηλαδή την προβληματική εκείνη που αποτελεί το βασικό του θέμα και σε ένα λίγο πιο προχωρημένο στάδιο θα κάνει δυναμικότερα την εμφάνισή της στο πλαίσιο των αναρτήσεων. Πρόκειται για την αναθεώρηση του τρό­που, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε ό,τι μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ελληνική ταυτότητα», ιδίως σε σχέση με το παλαιό υπαρξιακό ερώτημα, το γνωστό και ακόμη επίκαιρο δίλημμα περί του πού ανήκει ο ελληνικός κόσμος: στην  Ανατολή ή στη Δύση; Στο αρχικό εκείνο κείμενο πα­ραθέσαμε ένα χρονολογικό παράδειγμα για να καταδείξουμε, εν είδει ενός πρώτου υπαινιγμού, την εγγενή αστοχία του συγκεκριμένου διλήμματος: παραπέμψαμε σε μια τυχαία ιστορική περί­οδο, στην Ύστερη Αρχαιότητα, και καλέσαμε τον αναγνώστη να αναλογιστεί αν το νεοελληνικό υπαρ­ξιακό δίλημμα περί της «Ανατολής» και της «Δύσης» θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε εφαρ­μογή ή οποιοδήποτε νόημα σε αυτή την περίπτωση. Επισημάναμε, επίσης, ότι εάν η συγκε­κρι­μένη, συχνά σχε­δόν γηπεδικού τύπου διχογνωμία αποδεικνυόταν ως μια εντελώς εσφαλμένη βάση για την με­λέτη της πολιτιστικής ταυτότητας, τότε θα έπαιρνε μαζί της και μια ολόκληρη σχολή σκέψης περί του «ελληνικού προβλήματος» και των κατευθύνσεων που θα πρέπει να ακο­λουθή­σει η σύγ­χρονη Ελλάδα ως προς την φιλοσοφία της κρατικής της θεμελίωσης και υπόστα­σης.

Οθωμανική «Ανατολή» χωρίς Οθωμανούς...

Οθωμανική «Ανατολή» χωρίς Οθωμανούς…

Αξίζει εδώ να τονίσουμε ότι ο εν λόγω προβληματισμός δεν χαρακτηρίζει μόνον Νεοέλληνες διανοουμένους, αλλά και ορισμένους μεγαλόσχημους οραματιστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, το ερώτημα «Ανατολή ή Δύση;» επανήλθε πριν από κάποιον καιρό στο στόμα του βετεράνου Γάλλου ευρωπαϊστή πολιτικού Βαλερύ Ζισκάρ ντ΄ Εστέν. «Η Ελλάδα είναι χώρα της Ανατολής και δεν έπρεπε να την δεχθούμε στην Ευρώπη» δήλωσε ο Ζι­σκάρ ντ΄ Εστέν, ο οποίος καταφεύγοντας στην επιφανειακή και ρηχή συνθηματολογία περί «Δύσης» και «Ανα­τολής» έκανε κάτι παραπάνω από το να μεταθέσει φοβικά τις δικές του ιστο­ρικές ευθύνες για την ευρωκρίση σε άλλους παράγοντες: ενίσχυσε την ανησυχητική υποψία ότι τα θεμέλια της Ενωμένης Ευρώπης ήταν εξαρχής εξίσου σαθρά με αυτά του νεοελληνικού κρά­τους. Και καθώς η έννοια της «Ανατολής» στην περίπτωση της Ελλάδας έχει συνήθως ως στόχο να συ­σχετίσει τις νεοελληνικές παθογένειες με το οθωμανικό παρελθόν της Βαλκανικής, αξίζει να αφιερώσουμε στον κ. ντ΄ Εστέν και στους εν Ελλάδι ένθερμους θιασώτες της αντικατάστα­σης της «φουστανέλας» από το «φράκο» έναν δεύ­τερο υπαινιγμό, αυτή την φορά γεωγραφικό παρά χρονολογικό, για την προβληματική φύση του διπόλου Ανατολή-Δύση.

Την φορά αυτή, λοιπόν, δεν θα μεταφερθούμε σε μια άλλη εποχή, όπως με το παράδειγμα της Ύστερης Αρχαιότητας, αλλά σε μια γεωγραφική περιοχή. Πρόκειται για το Ιόνιο πέλαγος και το νοτιότερο (πλην Κυθήρων) νησί του, την Ζάκυνθο. Το νησί αυτό βρέθηκε πριν λίγους μήνες στο επίκε­ντρο της δημοσιότητας με αφορμή την σκανδαλώδη υπόθεση των ψευδών προνοιακών επιδο­μάτων. Όπως και σε άλλες περιοχές της χώρας, έτσι και στην Ζάκυνθο, «αποκαλύφθηκε» το κοινό μυστικό, ότι, δηλαδή, ένας μεγάλος αριθμός συμπολιτών μας λάμβανε κρατικά επιδό­ματα για παθήσεις που υπήρχαν μόνον στα χαρτιά. Το ιδιαίτερο στοιχείο στην περίπτωση της Ζακύν­θου αφορούσε το επίδομα τυφλότητας. Από τους περίπου 400 ανθρώπους που είχαν δη­λώσει τυφλοί, ώστε να δικαιούνται το σχετικό επίδομα, αποδείχθηκε ότι μόνον…34 ήταν πραγ­ματικά αόμματοι. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των «τυφλών», άνω του 80%, δεν είχε στην πραγματι­κότητα κανένα σοβαρό πρόβλημα όρασης. Το πρόβλημα των πολιτών αυτών, τουλά­χιστον σύμφωνα με την συνήθη προσέγγιση του θέματος, δεν ήταν στα μάτια, αλλά στην νοο­τροπία. Όπως και σε άλλες περιοχές τις χώρες, έτσι και στο νησί αυτό του Ιονίου ένας μεγάλος αριθμός πολιτών δεν δίστασε να διαπλακεί με διεφθαρμένους υπαλλήλους και τοπικούς άρχο­ντες προ­κειμένου όλοι μαζί να εξαπατήσουν το κεντρικό ταμείο του κράτους, περίπου 300 χλμ. πιο ανα­τολικά. Μάλλον δεν αμφιβάλει κανείς ότι τον άξονα αυτής της διαδικασίας αποτέλεσε η πελα­τειακή συναλλαγή μεταξύ των πολιτών και ορισμένων υποψηφίων πολιτευτών του νησιού, η πρακτική, δηλαδή, που είναι γνωστή με την (μάλλον αραβικής προελεύσεως) τουρκική λέξη «ρουσφέτι» (rüşvet). Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη κλασικό πα­ράδειγμα που μοιάζει να επιβεβαιώνει το ερμηνευτικό σχήμα «Ανατολή-Δύση». Οι πολίτες της Ζακύνθου επέδειξαν την γνωστή εκείνη «ανατολίτικη» συμπεριφορά έναντι του κράτους που, σύμφωνα με την δυτικόφρονα διανόηση στην χώρα μας (ή τον κ. Ζισκάρ ντ΄ Εστέν), είναι η αι­τία της νεοελληνικής κρατικής κακοδαιμονίας. Το οθωμανικό αυτό κατάλοιπο πρέπει, κατά την άποψη αυτή, να αποβληθεί το ταχύτερο και να αντικατασταθεί από μια εξευρωπαϊσμένη ατο­μική νοοτροπία σεβασμού των νόμων, του κρατικού ταμείου και του ευρύτερου κοινωνικού συ­νόλου.

Η αντίληψη αυτή μάς είναι πια τόσο οικεία, ξεκάθαρη και πειστική, ώστε δύσκολα φαντάζεται κανείς πως, ειδικά σε περιπτώσεις όπως αυτή της Ζακύνθου, αρκούν μερικά εντελώς απλά, εγκυκλοπαιδικής φύσεως δεδομένα για να υποσκάψουν καίρια την ισχύ της. Το πρόβλημα, δη­λαδή, στο παράδειγμά μας είναι μια πολύ βασική, ιστορικού χα­ρακτήρα περιπλοκή: η Ζάκυνθος δεν υπήρξε ποτέ κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου (με εξαίρεση την Λευκάδα που βρέθηκε υπό τουρκική κατοχή επί περίπου 200 χρόνια, 1479-1684). Για την ακρίβεια, η Ζά­κυνθος όχι μόνον δεν γνώρισε Τουρ­κο­κρατία, αλλά για ένα μακρότατο χρονικό διάστημα, που ξεκινά αρκετά πριν την Τουρκοκρα­τία στις άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου, βρέθηκε υπό την κυριαρχία δυτικών δυνάμεων. Από το 1185, όταν αποσπάστηκε από την Βυζαντινή Αυτο­κρατορία, έως και το 1864, όταν έγινε η ένωση των Επτανήσων με το νεοελληνικό κράτος, δη­λαδή επί σχεδόν 7 αιώνες, η Ζάκυνθος βρέθηκε υπό την κατοχή, επικυριαρχία ή «προστασία» των Νορμανδών της Σικελίας, γαλλικών οίκων (d’ An­jou), ιταλικών οίκων (Orsini και Tocco), των Ενετών, των Γάλλων (1797-1799), κα­θώς και των Άγγλων (1815-1864). Από την περίοδο της Ενετοκρατίας προέρχεται και το γνωστό προσωνύμιο του νησιού ως Fior di Levante («Άνθος της Aνατολής»).

Όπως, βέβαια, δείχνει η ιστορική πορεία της Ζακύνθου και άλλων νησιών του Ιονίου, εδώ ο όρος «Ανατολή» δεν είχε ποτέ το οθωμανικό-βαλκανικό σημαινόμενο, με το οποίο γίνεται αντι­ληπτός στο πλαίσιο του διπόλου «Ανατολή-Δύση». Αντιθέτως, την εποχή που σε άλλες περιοχές της Ελλάδας άρχιζε η οθωμανική «Ανατολή», τόποι όπως η Ζάκυνθος είχαν ήδη προ πολλού περιέλθει στην ευρύτερη επικράτεια της «Δύσης», στην οποία και παρέμειναν ως την ενσωμά­τωσή τους στο σύγχρονο ελληνικό κράτος. Με αυτό τον τρόπο διέγραψαν μια ιστορική δια­δρομή που κα­νονικά θα έπρεπε να προκαλεί…ενθουσιασμό σε πολλούς ένθερμους ευρωπαϊστές και δυτικι­στές στην Ελλάδα. Ιδίως σε όσους πάντοτε –και ειδικά σε περιόδους σαν αυτή που ζούμε σήμερα– καλοβλέπουν την ιδέα «να έρθουν να μας κυβερνήσουν οι ξένοι», όταν, βεβαίως, ως «ξένοι» νοούνται οι Δυτικοευρωπαίοι. Στην περίπτωση της Ζακύνθου, λοιπόν, έχουμε να κά­νουμε με μια περιοχή της χώρας που την κυβέρνησαν πραγματικά οι ξένοι –ή τουλάχιστον οι ξένοι της αρεσκείας μας– και μάλιστα επί επτά ολόκληρους αιώνες. Κι όμως, καθώς φαίνεται, άνθρακες ο θησαυρός… Η ιστορία των επιδομάτων τυφλότητας στους εκατοντάδες Ζακύνθιους ψευδοτυφλούς δείχνει ότι, όπως και σε άλλα σημεία της επικράτειας του ελληνικού κράτους, έτσι και στο εν λόγω Fior dOccidente, στο «Άνθος της Δύσεως», κυριαρχούν τα ήθη της «Ανατο­λής». Πώς συνέβη αυτό; Τι…πήγε τόσο στραβά σε αυτή την περίπτωση ως προς την σχέση του δόγματος «Δύση-Ανατολή» με την πραγματικότητα;

Η πιο πιθανή απάντηση που ίσως θα λάμβανε κανείς είναι ότι «ναι, εντάξει, ήταν επτά αιώνες υπό δυτική κατοχή, αλλά εδώ και σχεδόν 150 χρόνια η Ζάκυνθος είναι ενσω­ματωμένη στο ελληνικό κράτος». Κάτι που με άλλα λόγια σημαίνει ότι στο χρονικό αυτό διά­στημα τα «ανατολίτικα» ήθη προφανώς παρεισέφρησαν και στα άλλοτε δυτικίζοντα Ιόνια νη­σιά, αλλοτριώνοντάς τα με τις γνωστές εκείνες παθογένειες-εκφάνσεις της «οθωμανικής» ή «βαλκανικής» μιζέριας. Το πρόβλημα, ωστόσο, με αυτή την άποψη είναι ότι ακυρώνει την ίδια την αφετηρία της θέσης, την οποία προσπαθεί να «σώσει». Και τούτο διότι η αρχική αυτή θέση επενδύει σε μια ξεκάθαρα μακροϊστορική προσέγγιση, επικαλούμενη το μεγάλο χρονικό διάστημα των «αιώνων της Τουρκοκρατίας» και την μακροχρόνια και βαθιά επίδραση που αυτοί άσκησαν στους ελληνικούς πληθυσμούς. Συνεπώς, αν τώρα ισχυριστεί κανείς ότι 100-150 χρό­νια είναι αρκετά ώστε να αλλάξουν άρδην κάποια βασικά στοιχεία των νοοτροπιών και των προτύπων συμπεριφοράς σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, τότε θέτει σε αμφισβήτηση την διακηρυχθείσα μακροϊστορική φύση του φαινομένου. Ή ομολογεί εμμέσως ότι δεν υπήρξε ποτέ μια συστημα­τική μελέτη του που να προηγήθηκε της διατύπωσης των συγκεκριμένων απόψεων. Εκτός αυ­τού, αν τα 150 αυτά χρόνια ήταν αρκετά για να εξαλείψουν τα «δυτικά ήθη» στην περί­πτωση της Ζακύνθου, τότε πώς το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα δεν στάθηκε αρκετό για να εξα­λείψει τα «ανατολικά ήθη» στην περίπτωση π.χ. της ηπειρωτικής Ελλάδας, η οποία ήδη από το 1830 και εφεξής προσπαθεί να διοικηθεί βάσει δυτικοευρωπαϊκής προελεύσεως κρατικών δο­μών, θεσμών, πολιτικών θεωριών, ιδεολογικών τάσεων, δυτικοτραφέντων πολιτικών και διανο­ουμένων και –για ένα σημαντικό διάστημα– και κεντροευρωπαϊκών βασιλικών δυναστειών; Γιατί εδώ το δυτι­κοευρωπαϊκό αυτό υπέρστρωμα (superstratum) όχι μόνον δεν εξάλειψε το υπο­τιθέμενο «ανατο­λικό» υπόστρωμα, αλλά το τελευταίο κατάφερε να…μολύνει ακόμη και περιοχές του ίδιου κρά­τους με προϋπάρχουσες δυτικίζουσες καταβολές;

Όπως ίσως αντιλαμβάνεται κανείς, το πρόβλημα με αυτά τα ζητήματα δεν είναι τόσο η δυσκο­λία των απαντήσεων που αναζητούνται, αλλά μάλλον ο προβληματικός χαρακτήρας των ερω­τήσεων που έχουν προηγηθεί. Σε αυτές τις πε­ριπτώσεις ο ορθός τρόπος για να προσεγγίσει κα­νείς τα φαινόμενα είναι μάλλον να επιδιώξει μια τελείως διαφορετική βάση για την μελέτη τους. Μια βάση, η οποία να επιτρέπει την διερεύνηση της πραγματικής προέλευσης της πολιτιστικής ταυτότητας ενός πληθυσμού και όχι απλώς της μετα­γενέστερης, εφήμερης αλληλεπίδρασης κά­ποιων στοιχείων της με άλλες πολιτιστικές σφαίρες. Αν και λόγω απρόβλεπτων, ανθρωπογενών παραγόντων η νέα αυτή ερευνητική αφετηρία δεν μπόρεσε να δρομολογηθεί εντός του 2012, οι διαχειριστές της ελληνικής και της ευρωπαϊκής χρεοκοπίας φρόντισαν να μην χάσει τίποτα από την επικαι­ρότητά της. Διότι, καθώς η προφητεία των Μάγια για το τέλος του κόσμου αποδείχθηκε πλέον εξίσου ακριβής με την πρόβλεψη ενός…άλλου προφήτη περί της εξόδου της χώρας στις αγορές την ίδια περίπου περίοδο, η κρίση θα μας συνοδεύσει αδιάκοπη και το νέο έτος. Αυτή την φορά, όμως, ίσως μπορέσουμε να την προσεγγίσουμε μέσα από ένα νέο επιστημονικό πρίσμα.

Μουσική της Ύδρας

Αύγουστος 24, 2012 Σχολιάστε

Η Ύδρα, ένα μικρό νησί του Αργοσαρωνικού με έκταση περίπου 50 τετραγωνικά χιλιό­μετρα και πληθυσμό λιγότερο από 3000 κατοίκους – αριθμοί δραματικά ασήμαντοι σε εποχές Ενωμένης Ευρώπης και παγκοσμιοποίησης – φαίνεται πως ενίοτε διεκδικεί στο πλαίσιο της νεοελληνικής ιστορίας έναν ρόλο δυσανάλογο του μεγέθους της. Η μικρή εξέγερση που σημειώθηκε πρόσφατα στο νησί εναντίον μερικών βασικών εκπροσώπων του (ας πούμε) συντεταγμένου κράτους, των μελών του ΣΔΟΕ, του τοπικού αστυνομι­κού τμήμα­τος και των αν­δρών των ΜΑΤ που κατέφθασαν εκτάκτως δια θαλάσσης, μετά την σύλ­ληψη ιδιοκτή­τριας εστιατορίου που φοροδιέφευγε δεν είναι φαινόμενο εντε­λώς ξένο για την ιστορία του νησιού. Το στασια­στικό κίνημα κατά της κεντρικής κυβέρ­νησης του Καποδίστρια που οργανώθηκε από τις μεγάλες ναυτικές οικογένειες της Ύδρας, τους Κουντουριώτη­δες και τους Μιαούληδες, στα τέλη της δεκαετίας του 1820 θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είχε ακριβώς την ίδια αιτία: την νοοτροπία ανυ­πακοής και απει­θαρχίας έναντι του κεντρικού κράτους, μια νοοτροπία, η οποία στο πλαίσιο της κυ­ρίαρχης, επείσα­κτης οπτικής για την νεο­ελληνική κρατική παθογένεια αποτελεί το βασικό εμπόδιο για την συ­γκρότηση ενός σοβαρού και αποτελεσματικού κράτους.

Για τους φο­ρείς αυτής της άποψης, τα πρόσφατα γεγονότα της Ύδρας αποτελούν βού­τυρο στο ψωμί κι ένα ακόμα διαφωτιστικό σκάνδαλο: ένας αριθμός «ασυνείδητων» κα­τοίκων σπεύδει με ανήκουστο θράσος να υπερα­σπιστεί δυνα­μικά έναν (μάλλον κατά συρροήν) παρανομούντα ιδιώτη έναντι της έννομης τάξης, του ευρύτερου «κοινού κα­λού» και βεβαίως του πολύπαθου κεντρικού ταμείου του κράτους, το οποίο πλήττεται παραδοσιακά από την φοροδιαφυγή. «Εμ, με τέ­τοια μυαλά και τέτοιον λαό πώς να μη φτάσουμε μετά εδώ που φτάσαμε;», είναι το συ­μπέρασμα, στο οποίο είναι προ­διαγε­γραμμένο να καταλήξει η συγκεκριμένη μορφή αντίληψης των ελληνικών παθογε­νειών. «Με τέτοιες νοοτροπίες πώς να υπάρξει κρά­τος;» είναι άλλη μια συνήθης κατακλείδα των σχετικών συζητή­σεων, η οποία αναπαρά­γει το βασικό δόγμα της κυρίαρχης αφή­γησης: μόνον αν αλλάξει και βελ­τιωθεί η ατομική νοοτροπία του κάθε πολίτη, αν «εσωτερικευθούν οι κανόνες» (κατά Στ. Ράμφο), θα καταστεί κάποτε δυνατή η σωστή λειτουργία του κρά­τους στην Ελλάδα.

Φυσικά υπάρχουν και εκείνοι, οι οποίοι διατηρώντας μια μάλλον καλύτερη επαφή με την ελληνική πραγματικότητα επισημαίνουν ότι προϋπόθεση της τήρησης των κανόνων εί­ναι αυτοί να τηρούνται από όλους και ότι το ελληνικό κράτος είναι ο πρώτος διδάξας της διαφθοράς, της μεροληψίας υπέρ των ισχυρότερων και της κατασπατάλησης των χρημάτων των φορολογουμένων. Θα μπορούσε, μάλιστα, κανείς να τραβήξει το επιχεί­ρημα λίγο περισσότερο, ισχυριζόμενος ότι, αν όλοι οι Έλληνες πλήρωναν κανονικά τους φόρους τους, τότε δεν θα είχαμε καλύ­τερο κράτος, αλλά απλώς διπλάσιο δημόσιο το­μέα. Το κομματικό κράτος θα είχε, δη­λαδή, την δυνατότητα να διορίσει πολύ μεγαλύ­τερο αριθμό ψηφοφόρων-πελατών στο δημόσιο δημιουργώντας πιθανώς ακόμη μεγα­λύτερα ελλείμματα και χρέη. Εντούτοις, για τους θιασώτες της αλλαγής (ή του εξευ­ρωπαϊσμού) των νοο­τροπιών και αυτή η προβληματική καλύ­πτεται από την βασική θέση τους: αν οι νοοτρο­πίες ήταν καλύτερες, ο πολίτης δεν θα γινόταν τόσο εύκολα πε­λάτης του κομματικού κράτους και θα παρήγαγε μέσα από τους κόλπους του πιο σο­βαρούς διαχειριστές των υποθέσεών του και του κοινού ταμείου.

Η συστηματική αποδόμηση της κυρίαρχης αυτής θεώρησης, η οποία διατρέχει την νεο­ελληνική ιστορία ερμηνεύοντας ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο, μεταξύ άλλων, και τα δύο περιστατικά εξεγέρσεων στο νησί της Ύδρας, το μεγάλο στις αρχές του 19ου και το πολύ μικρότερο στις αρχές του 21ου αιώνα, θα αποτελέσει μία από τις βασικές κατευθύνσεις σε αυτό το ιστολόγιο στο εγγύς μέλλον. Προς το παρόν, και καθώς είναι ακόμα καλο­καίρι, θα αρκεστούμε σε κάτι δια­φορετικό: μια καλοκαιρινή μουσική αλληγορία. Ας φα­νταστούμε, λοιπόν, ότι βρισκόμα­στε ένα βράδυ σε μια γραφική παραλία της Ύδρας μαζί με μια παρέα, ένα μέλος της οποίας έχει φέρει μαζί του και μια κιθάρα. Ακόμη και κά­ποιος που δεν έχει γνώσεις κι­θάρας ή και μουσικής γενικότερα, μπορεί να κάνει κάτι απλό: να πάρει στα χέρια του την κιθάρα και με ένα δάχτυλο του δεξιού χεριού του (ή με μια πένα) να παίξει μία φορά τις έξι χορδές από πάνω προς τα κάτω. Το αριστερό χέρι, αυτό που έχει την ευθύνη να πατά τα σω­στά διαστήματα στο τάστο της κιθάρας προ­κειμένου να παρα­χθούν οι ήχοι, δεν χρειά­ζεται να κάνει απολύτως τίποτα. Το αποτέλε­σμα αυτού του «ελεύθερου» παιξίματος των χορδών θα είναι να παραχθεί ένας ήχος που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κα­κόφω­νος: δεν ευχα­ριστεί το αυτί, αφού δεν αντι­στοιχεί σε μια αρμονική μελωδία.

Θα ήταν εν­διαφέρον να παραλληλίζαμε αυτόν τον κα­κόφωνο ήχο με μια κακή νοοτροπία. Μια νο­οτροπία που, όπως ακριβώς και ο ήχος της κιθάρας, πρέπει να «στρώσει», να γί­νει πιο «ορθή» και αρ­μονική, κάτι σαν μια σαφή, ωραία και εύηχη μείζονα συγχορδία, π.χ. ένα σολ ή μι μα­τζόρε. Πατώντας κανείς τα κατάλληλα διαστήματα στα τάστα μπο­ρεί να παραγάγει τον ήχο μιας τέτοιας συγχορ­δίας ματζόρε (αυτής, δηλαδή, που ηχεί θετικά και ευχάριστα, σε αντίθεση με τον πιο λυ­πητερό ήχο μιας συγχορδίας μινόρε), όπως εί­ναι π.χ. αυτή με την οποία ξεκινά θριαμ­βευτικά το κομμάτι του Joseph Haydn, που είναι η μουσική του γερ­μανικού εθνικού ύμνου. Το συμπέρασμα μοιάζει ξεκάθαρο και αυτο­νόητο: μόνο με μια «σωστή» συγχορ­δία μπορεί να λειτουργήσει ορθά η μουσική σχέση των ήχων, κατά το ίδιο τρόπο που μόνο με μια «σωστή» νοοτροπία μπορεί να λει­τουρ­γήσει ένα κράτος.

Κι όμως, δυστυχώς για το ανωτέρω, ευλογοφανές συμπέρασμα, τουλάχιστον στην μου­σική υπάρχουν απτές αποδείξεις ότι η «κακοφωνία» είναι κάτι πολύ πιο σχετικό από όσο μπορεί να νομίσει κανείς εκ πρώτης όψεως. Ισχύει, δηλαδή, ότι μια συγχορδία δεν είναι με απόλυτα κριτήρια εύηχη ή κακόφωνη, αλλά ότι η ποιότητα του μουσικού ήχου που τελικά θα παραχθεί εξαρτάται κυρίως από την συνάφεια, στην οποία η συγχορδία αυτή θα τοποθετηθεί. Ένα πολύ ωραίο παρά­δειγμα για το φαινόμενο αυτό προσφέρει η εισαγωγή του τραγουδιού Nice Dream των Radiohead. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι η πρώτη συγχορδία του τραγου­διού, δηλαδή ο πρώτος-πρώτος ήχος που ακούγεται, αντιστοιχεί ηχητικά – ασχέτως του τόνου, στον οποίο είναι παιγμένος – στον «κακό­φωνο» εκείνο ήχο που παράγεται αν παίξει κανείς «ελεύθερα» (χωρίς συμμετοχή του αριστερού χεριού, δηλαδή του τάστου της κι­θάρας) τις έξι χορδές της κιθάρας. Δεν έχει παρά να ακούσει κάποιος στην συνέχεια του τραγουδιού το «νόημα» που αποκτά αυτή η ατομι­κώς κακόφωνη συγχορδία μέσα από τις επόμενες δύο συγχορδίες της εισαγωγής του τραγουδιού. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό ότι η εισαγωγή αυτή των τριών «κακόφω­νων» ακόρντων απολήγει σταδιακά – από τον δικό της, διαφορετικό δρόμο – στην βα­σική συγ­χορδία ματζόρε του τραγουδιού. Χωρίς η ατομική ευφωνία κάθε συγχορδίας να «βελ­τιωθεί», χωρίς να «εσω­τερικευθούν» μέσα της οι κανόνες του «ορθού» ή «στρωτού» ήχου, ο τελικός, μουσικός στόχος επετεύχθη. Πρόκειται για κάτι που θα μπορούσε να δώσει ίσως κάποια τροφή για σκέψη, ενόσω ο άλλος στόχος, αυτός της σωστής λει­τουργίας κράτους στην Ελλάδα μέσω της αλλαγής των νοοτροπιών, συνεχίζει να αποδεικνύεται όμορφο όνειρο («nice dream») θερι­νής νυκτός…