Αρχείο

Posts Tagged ‘κέντρο Αθήνας’

Αυγή ζοφερής ημέρας

Σεπτεμβρίου 9, 2012 6 Σχόλια

Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου 2012, κατά τις οποίες το κόμμα της Χρυσής Αυγής εκτοξεύθηκε από το σχεδόν ανύπαρκτο 0,29% που είχε λάβει τρία χρόνια νωρίτερα (στις εκλογές του 2009) στο εντυπωσιακό 7%, υπήρξαν πολλοί που μίλησαν για ένα πυροτέχνημα, ένα παροδικό φαινό­μενο ή μια στιγμιαία αντίδραση-εκτόνωση του εκλογικού σώματος. Ως ένας από τους κατοί­κους του κέντρου της Αθήνας, και συγκεκριμένα της πολύπαθης περιοχής του Αγίου Παντελεή­μονα Αχαρνών, εξέφρασα από την αρχή τον σκεπτικισμό μου απέναντι στο σενάριο αυτό. Τόσο σε μένα όσο και σε πολλούς άλλους κατοίκους του κέντρου της πρωτεύουσας, καθώς και σε αυτούς άλλων περιοχών της χώρας με ανάλογα προβλήματα, δεν προκάλεσε έκπληξη το γεγο­νός ότι η Χρυσή Αυγή, αντίθετα με τις ανωτέρω προβλέψεις, διατήρησε τα ποσοστά της στις εκλογές της 17ης Ιουνίου ούτε ότι, σύμφωνα με κάποιες τελευταίες δημοσκοπήσεις, φιγουράρει πλέον ως τρίτο κόμμα με ποσοστό έως και 12%. Αυτό που κυρίως προξενεί εντύπωση είναι ότι υπάρχει ακόμη ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτικής και δημοσιογραφικής ελίτ, καθώς και της ευρύτερης αρθρογραφίας και διανόησης, το οποίο δίνει την σαφή αίσθηση ότι δεν έχει κατανοή­σει επαρκώς την φύση του φαινομένου. Για την ακρίβεια, οι συγκεκριμένοι πολιτικοί και σχολια­στές μοιάζουν εδώ και καιρό να κά­νουν άθελά τους ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να ενισχύ­ουν την απήχηση της Χρυσής Αυγής, αντιδρώντας απέναντί της με τρόπους και επιχειρήματα που λειτουργούν ως βούτυρο στο ψωμί της.

Κατά πρώτον, αυτές καθαυτές οι προβλέψεις περί «πυροτεχνήματος» που αναφέρθηκαν πιο πάνω προδίδουν αυτόματα ότι τουλάχιστον μερικοί από όσους τις εξέφρασαν ανήκουν σε τμή­ματα της ελληνικής κοινωνίας, τα οποία έχουν ακόμη μάλλον περιορισμένη προσωπική εμπειρία των δύο οξύτερων προβλημάτων της χώρας αυτή την στιγμή: του οικονομικού και αυτού της ασφάλειας, συνδεόμενου σε σημαντικό βαθμό με το μεταναστευτικό. Ας αναφέρουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: το πιο γνωστό ίσως σύνθημα της Χρυσής Αυγής, το «Χρυσή Αυγή για να ξεβρωμίσει ο τόπος», θεωρήθηκε από πολλούς ότι εμπεριέχει μια γλωσσική μετα­φορά. Ότι, δηλαδή, εκφράζει την ακραία θέση της Χρυσής Αυγής περί των λαθρομεταναστών –και ιδίως των πιο μελαψών από αυτούς– ως «βρωμιάς», η οποία πρέπει να «καθαριστεί». Αν και σαφώς ισχύει και αυτό, όσοι κατοικούν μόνιμα στο κέντρο γνωρί­ζουν ότι η «βρωμιά» έχει δυστυ­χώς μια πολύ πιο κυριολεκτική, εμπειρική διάσταση. Εδώ και αρ­κετό καιρό, δηλαδή, λόγω της παρουσίας αφενός μεν πολλών μεταναστών χωρίς πρόσβαση σε κανονικές συνθήκες υγιει­νής όσο και πολλών χρηστών ναρκωτικών ουσιών και αστέγων, η είσοδος στην περιοχή του κέ­ντρου δεν γίνεται αντιληπτή μόνον από τα μάτια, αλλά και από την μύτη: μια διάχυτη δυσοσμία ούρων, ναρκωτικών, υπολειμμάτων τροφών και ποτών (δυστυχώς ενίοτε και πτωμάτων) απο­τελεί πλέον στοιχείο της καθημερι­νότητας των κατοίκων του κέντρου. Και αυτή είναι μόνο μία από τις πτυ­χές του προβλήματος, ως προς την αντίληψη της οποίας υπάρχει τεράστια δια­φορά μεταξύ του να περνά κανείς από την καρδιά της πρωτεύουσας μια φορά τόσο και του να μένει μόνιμα εκεί.

Είναι ξεκάθαρο, για παράδειγμα, ότι το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού προσωπικού της χώ­ρας και γενικά όσων λαμβάνουν αποφάσεις δεν έχει βιώσει ποτέ την ψυχολογία της διαρκούς ανα­σφάλειας: το να ασφαλίζει κανείς κάθε βράδυ το σπίτι του με χίλιους δυο ευφάνταστους τρό­πους, το να ανησυχεί κάθε φορά που βγαίνει από το σπίτι ένα οικείο του πρόσωπο, το να κοιτά διαρκώς μπροστά και πίσω στο ίδιο και στο απέναντι πεζοδρόμιο προκειμένου να είναι έτοιμος για…ελιγμό αποφυγής, το να μην ανοίγει τα παράθυρα του αυτοκινήτου ακόμα κι όταν αυτό είναι εν κινήσει, το να «προσαρμόζει» την εμφάνισή του στο δρόμο (π.χ. να μην κουβαλά τσάντες ή κοσμήματα), το να ακούει σχεδόν κάθε βράδυ τους γνώριμους ήχους περιπο­λικών, ασθενο­φόρων και ενίοτε και πυροβολισμών. Και είναι προφανές ότι για όσους έχουν αυτή την εμπειρία το κακό, ότε και αν αυτό συμβεί, έχει πολύ διαφορετική επίδραση στην ψυχο­λογία. Δεν είναι κά­ποιο αναπάντεχο «ατύχημα», αλλά η πραγμάτωση των χειρότερων φόβων που επί πολύ καιρό βασανίζουν την σκέψη και την ψυχολογία. Όσοι έχουν την συγκεκριμένη εμπειρία θα συμφωνούσαν σίγουρα, αν θέλουν να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους και με τους άλλους, ότι κανείς μας, ούτε όσοι – μεταξύ αυτών και ο γράφων – δεν φανταζόμαστε ποτέ τον εαυτό μας να ψηφίζει Χρυσή Αυγή, δεν ξέρει πώς θα αντιδράσει στην κάλπη αν το κακό χτυπή­σει εμάς ή, ακόμα χειρότερα, ένα οικείο μας πρόσωπο. Η περίπτωση της μεταστροφής Κούν­δουρου είναι, άλλωστε, χαρακτηριστική.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, αντιλαμβάνεται ίσως κανείς με ποιόν τρόπο η επιρροή της Χρυσής Αυγής ενισχύεται από τις αμήχανες και σπασμωδικές αντιδράσεις ενός τμήματος της πολιτικής και δημοσιογραφικής ελίτ. Όταν τηλεαστέρες της δημοσιογραφίας, οι οποίοι είναι ζήτημα αν έχουν περπατήσει έστω μία φορά στην Αχαρνών τα τελευταία δέκα χρόνια και χαίρουν οι ίδιοι ατομικής αστυνομικής προστασίας, διακηρύσσουν πόσο «λυπούνται» για όσους ψήφισαν Χρυσή Αυγή (πολλοί εκ των οποίων είναι θύματα οι ίδιοι ή οι οικείοι τους εγκληματικών ενερ­γειών), όταν άνθρωποι που συγκαταλέγονται στους πρωταγωνιστές του διεφθαρμένου συστή­ματος, το οποίο οδήγησε την χώρα στην καταστροφή και τον διεθνή διασυρμό, αισθάνονται ότι είναι…αυτοί που πρέπει να εκφράσουν τον αποτροπιασμό τους για τις θέσεις και την δράση της Χρυσής Αυ­γής στο όνομα της δημοκρατίας εκείνης που οι ίδιοι καταβαράθρωσαν, τότε είναι φυσικό τα ποσοστά του εθνικοσοσιαλιστικού αυτού μορφώματος να ανεβαίνουν πιο γρήγορα και από τα spreads των ελληνικών ομολόγων.

Απορία προκαλούν και όσοι θεωρούν ότι η Χρυσή Αυγή θα αντι­μετωπιστεί με ιστορικής, θεωρη­τικής και ιδεολογικής φύσεως επιχειρήματα, π.χ. με την αναφορά στην διασύνδεσή της με τον γερμανικό ναζισμό. Δυστυχώς ελάχιστος κόσμος έχει στο μυαλό του την εικόνα των ταγμάτων εφόδου του Χίτλερ (Sturmabteilung [SA]) ή των άλλων ανάλογων σωμάτων των Ναζί για να κατανοήσει πλήρως τους συσχετισμούς. Λίγοι είναι, επίσης, ακόμη και αυτοί που μπο­ρούν στο άκουσμα συνθημάτων, όπως «υπεράνω όλων η Ελλάς», να ανα­γνωρίσουν στο «υπε­ράνω όλων» την μετάφραση του γερμανικού «über alles». Για τους περισσό­τερους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής δεν μοιάζει να μετρά ιδιαίτερα η διασύνδεσή της με ένα παρελθόν, για τις λε­πτομέρειες του οποίου έχουν συχνά μόνον μια συγκεχυμένη εικόνα. Αυτό που κυρίως κοιτούν είναι η αφό­ρητη καθημερινότητα που αντιμετωπίζουν στον παρόντα χρόνο και το γεγονός ότι το κόμμα αυτό υπήρξε πράγματι το μοναδικό που δραστηριοποιήθηκε στις προβληματικές γει­τονιές.

Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η στάση εκείνων που ισχυρίζονται ότι η δράση της Χρυσής Αυγής πρέπει να αναχαιτιστεί απλά και μόνο με αποφα­σιστική καταστολή της εκ μέρους του κράτους. Όσο το πρόβλημα της ασφάλειας και της κακής ή μη διαχείρισης του μεταναστευτικού  παραμένει οξύ (και για τους μετανάστες και για τους γηγενείς), η ανωτέρω λύση θα ήταν η πλέον ενδεδειγμένη για να ηρωοποιήσει το εν λόγω κόμμα και να εκτινάξει τα ποσοστά του άνω του 15%. Τέλος, ένας ακόμη σημαντικός «τροφοδότης» της Χρυσής Αυγής με ψήφους είναι οι ακραίες «αντιρατσιστικές» εκδηλώσεις τμη­μάτων της αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώ­ρου. Συνθήματα, όπως «δεν υπάρχει πρό­βλημα μεταναστών, αλλά μόνο Ελλήνων ρατσιστών», εκτρέπουν στο άλλο άκρο όχι μόνον αν­θρώπους που έχουν πράγματι βιώσει εγκληματικές συμπεριφορές από μετανάστες (είτε του πρώ­του είτε του δεύτερου, νεώτερου κύματος), αλλά και αρκε­τούς από όσους απλώς περπατούν καθημερινά σε δρόμους ανάμεσα σε γυναίκες με τσαντόρ, Αφρικανές ιερόδουλες ή φιγούρες που θυμίζουν βαρυποινίτες. Η παροιμιώδης ιδεοληψία και ταυτοχρόνως διαπολιτισμική αφέλεια να αντιμετωπί­ζει κανείς μονοδιάστατα ως «εργάτες» αν­θρώπους με τελείως διαφορετική πολιτι­στική ταυτότητα και κοσμοαντίληψη, ξεπερνιέται σε λο­γική ανεπάρκεια μόνον από την αδυνα­μία των τμημάτων αυ­τών της αριστεράς να εξηγή­σουν γιατί ο «ρατσισμός» των Ελλήνων δεν έχει εδώ και χρόνια εκδηλωθεί και ενα­ντίον ορισμένων άλλων ξένων που ζουν στην χώρα μας, όπως εί­ναι π.χ. οι εργαζόμενοι στις ξένες αρχαιολογικές σχολές.

Η πραγματικότητα σε σχέση με την Χρυσή Αυγή είναι ότι, όταν τα προβλήματα μιας κοινωνίας αφήνονται να οξυνθούν σε ακραίο βαθμό, τότε η αντίδραση της κοινωνίας αυτής –ή τουλάχι­στον ενός κομματιού της– είναι συνήθως επίσης ακραία. Έτσι όπως διαμορφώνονται τα πράγ­ματα, υπάρχουν πιθανώς μόνον δύο τρόποι για να ανακοπεί η ανοδική πορεία του «Λαϊκού Συνδέσμου». Και αυτοί δεν είναι ούτε ο δημοκρατικός «ηθικισμός», ούτε οι αντουανετισμοί των διεφθαρ­μένων με­γαλο­παραγόντων της πολιτικής και της δημοσιογραφίας, ούτε η στοχοποίηση των ψη­φοφόρων του, ούτε η κρατική καταστολή του, ούτε καν η ιδεολογική αντι­παράθεση. Η περαιτέρω άνοδος του συγκε­κριμέ­νου κόμματος-οργάνωσης μπορεί να ανασχεθεί με την δραστική αντιμε­τώπιση του προβλήματος ασφαλείας και του μεταναστευτικού, που σε πρώτο χρόνο οδήγησαν στην ανάδυσή του, σε συνδυασμό με αισθητές αλλαγές προς το καλύτερο στο οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο της κρίσης, που σε δεύτερο χρόνο εδραίωσαν την εκλογική του επιρροή. Αν αυτό δεν γίνει, η μοναδική άλλη προοπτική αναστροφής της εκλογι­κής δυναμι­κής της Χρυσής Αυγής θα είναι η δική της αυτοκαταστροφή, δηλαδή μια σειρά μεγά­λων επι­κοι­νωνιακών λαθών του ίδιου του κόμματος και των στελεχών του. Αν ούτε αυτό συμ­βεί, τότε οι κ.κ. Γιουνκέρ και Ρομπέι, οι οποίοι κατά τις πρόσφατες επισκέψεις τους στην Αθήνα αρνήθηκαν φοβικά να δουν τον Α. Τσίπρα, δεν αποκλείεται να έχουν σύντομα και έναν άλλον, πολύ πιο ανε­πιθύμητο συνομι­λητή…

Advertisements