Αρχείο

Posts Tagged ‘Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης’

Τα βιογραφικά της κρίσης

Ιουνίου 5, 2013 8 Σχόλια

Σε προηγούμενες αναρτήσεις, και κυρίως σε αυτήν με τίτλο «Ποια είναι η εναλλακτική λύση;» αναφερθήκαμε στο φαινόμενο που θα μπορούσε να ονομαστεί μνημονιακός εμπειρισμός. Πρό­κειται για την άποψη που εκφράζουν ακόμα και σήμερα οι πιο ένθερμοι θιασώτες του άκριτου «ευρωπαϊκού προσανατολισμού» της χώρας, ότι, δηλαδή, οι αποφάσεις για την πορεία της τα τελευταία τρία χρόνια ελήφθησαν με σχεδόν αποκλειστικό γνώμονα τα «αντικειμενικά» δεδο­μένα της κατάστασης, π.χ. τα στοιχεία, τα νούμερα, τους συσχετισμούς δυνάμεων, κλπ. Όπως, όμως, προσπαθήσαμε να καταδείξουμε, πίσω από την κάθε πράξη υπάρχει πάντοτε μια θεωρία. Όσοι π.χ. θεώρησαν ότι η χώρα έπρεπε να μπει στον «γύψο» μιας τόσο σκληρής προσαρμογής χωρίς νομισματική υποστήριξη (χωρίς, δηλαδή, ούτε να έχει δικό της νόμισμα ούτε να είναι μέ­λος μιας «κανονικής» νομισματικής ένωσης), δεν το έκαναν επειδή αυτό τους υπέδειξαν τα αντι­κειμενικά δεδομένα. Το έκαναν με βάση την υποκειμενική τους πεποίθηση ότι η ευρωζώνη μπο­ρεί και σύντομα θα λειτουργήσει σαν κανονική νομισματική ένωση, π.χ. με αμοιβαιοποίηση χρέ­ους (ευρωομόλογα) και μια Κεντρική Τράπεζα που θα λειτουργεί όπως αυτές άλλων νομισματι­κών χώρων. Συνεπώς, θα ήταν καταστροφικό για την χώρα να είναι τότε «στην απ΄ έξω», όπως είχε πει προ καιρού ο Α. Σαμαράς, με την ποιότητα των ελληνικών να ανταγωνίζεται μόνον αυτή των προβλέψεών του.

Terra incognita

Terra incognita…

Και η ανωτέρω άποψη δεν είναι παρά μια επιμέρους πτυχή μιας πολύ ευρύτερης θεωρητικής και ιδεολογικής αντίληψης της Ευρώπης, αυτής που θέλει την τελευταία να είναι μια ζώνη πολιτιστι­κής «κοινότητας», περίπου καταδικασμένης στην ενοποίηση ή ολοκλήρωση. Πρόκειται για μια υπο­κειμενική (και καθόλου εμπειριστική) άποψη τόσο βαθιά εδραιωμένη, ώστε να λειτουργεί εν τέλει ως παραμορφωτικός φακός μιας πραγματικότητας που μπορεί να αναγνωστεί τελείως διαφορε­τικά. Έτσι, η Γερμανία (και η ξεκάθαρη ηγεμονική της θέση) βαφτίζεται «Ευρώπη», η νέα εκδοχή του πάλαι ποτέ γερ­μανικού μείζονος ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου (Europäischer Großwirtschaftsraum) καλείται «ευρωζώνη», ο γερμανικός πολιτισμός του Sparen (Sparkultur) γίνεται αντιληπτός ως «πολιτική της λιτότητας», η μεταφορά χρημάτων από τους λογαριασμούς των Ευρωπαίων φορολογουμένων σε αυτούς των τραπεζών-δανει­στών του ελληνικού κράτους χαρακτηρίζεται μονίμως ως «βοήθεια προς την Ελ­λάδα», κλπ. Μία από τις βασικές θέσεις που υποστηρίζουμε σε αυτό το ιστολόγιο είναι ότι η πα­ραπάνω αντίληψη –στην αθώα της εκδοχή– δεν συνιστά απλά μια εντελώς υποκειμενική αφετη­ρία που συχνά, μά­λιστα, παίρνει την μορφή της ιδεοληψίας, της αυθυποβολής και της ψευδαί­σθησης («success story»). Συνιστά πολύ περισσότερο μια πρώτης τάξεως απόδειξη για το ότι αρ­κετοί από τους φο­ρείς αυτής της άποψης καθοδηγούν την χώρα, έχοντας τραγική άγνοια συ­γκεκριμένων συνθηκών εντός της Ευρώπης και κυρίως του πολιτισμού της γερμανόφωνης κε­ντρικής Ευρώπης. Η ρομαντική αντί­ληψή τους περί της Ευρώπης και της προοπτικής της όχι μόνον είναι καθαρά υποκειμενική, αλλά, το χειρό­τερο, δεν στηρίζεται πουθενά.

Σήμερα, λοιπόν, θα δώσουμε την ευκαιρία στον αναγνώστη να διαπιστώσει με τρόμο τι σημαίνει αυτό το «πουθενά». Θα παράσχουμε τα αποδεικτικά στοιχεία που μοιάζουν να επιβεβαιώνουν με δραματικό τρόπο τις εκτιμήσεις που έχουμε κάνει από αυτή την θέση για τον βαθμό γνώσης της Ευρώπης εκ μέρους όσων θεωρούν ότι μονοπωλιακά γνωρίζουν τι είναι η Ευρώπη. Πιστοί, μάλιστα, στον εμπειρισμό και θετικισμό που οι ίδιοι οι υπέρ το δέον ένθερμοι μνημονιακοί ευρωπαϊστές διεκδι­κούν για τις δικές τους θέσεις, θα παρουσιάσουμε στον αναγνώστη στοιχεία όχι μόνο «αντικει­μενικά», όχι μόνο επαληθεύσιμα ανεξάρτητα από τα δικά μας λεγόμενα, αλλά και προερχόμενα από τους ίδιους. Θα δούμε, δηλαδή, τι πληροφορίες μας δίνουν ορισμένοι από τους μνημονιακούς ευρωπαϊ­στές για τον εαυτό τους, τι γνώσεις ισχυρίζονται οι ίδιοι δημοσίως ότι έχουν περί της Ευρώπης. Στους παρακάτω συνδέσμους, λοιπόν, ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει τα βιογραφικά μερικών εκ των πιο ση­μαντικών προσωπικοτήτων της χώρας που από τον χώρο της πολιτικής, της οικονομίας, της διανόησης και της δημοσιογραφίας έχουν προωθήσει ως διαχειριστές της εξουσίας ή έχουν υποστηρίξει ένθερμα ως απλοί σχολιαστές τον άνευ όρων «ευρωπαϊκό προσανατολισμό», τον μνημονιακό «μονόδρομο» και την «πάση θυσία» παραμονή της χώρας στο ευρώ. Στις προσωπικότητες αυτές ανήκουν π.χ. ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ο Φίλιππος Σαχινίδης, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, η Άννα Διαμαντοπούλου, ο Ανδρέας Λοβέρδος, ο Χρήστος Παπουτσής, ο Αντώνης Σαμαράς, ο Γιάννης Στουρνάρας, ο Χρήστος Σταϊκούρας, ο Κωστής Χατζηδάκης, ο Σίμος Κεδίκογλου, ο Μάκης Βορίδης, ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Λουκάς Παπαδήμος, ο Φώτης Κουβέλης, ο Αντώνης Μανιτάκης, ο Γιώργος Προβόπουλος, ο Λουκάς Τσούκαλης, ο Γιώργος Παγουλάτος, ο Γκίκας Χαρδούβελης, ο Πάσχος Μανδραβέλης, ο Παντε­λής Καψής, ο Αλέξης Παπαχελάς, ο Μπάμπης Παπαδημητρίου.

Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, στα βιογραφικά των ανωτέρω προσώπων απαντά ένα αναπάντεχο κοινό σημείο που στην καλύτερη περίπτωση προβληματίζει και στην χειρότερη τρομάζει: από κανένα, δηλαδή, εκ των ανωτέρω βιογραφικών δεν προκύπτει η παραμικρή γνώση για την Γερμανία ή γενικότερα για την γερμανόφωνη κεντρική Ευρώπη. Τα εν λόγω πρόσωπα δεν γνωρίζουν γερμανικά, δεν προκύπτει να έχουν μείνει έστω ένα μικρό χρονικό διάστημα στην Γερμανία, π.χ. να έχουν περάσει εκεί κάποιο τμήμα των σπουδών ή της επαγγελματικής τους διαδρομής. Όσοι, μάλιστα, εξ αυτών έχουν επιστημονική ιδιότητα και αρχείο ακαδημαϊκών δη­μοσιεύσεων (π.χ. Λ. Παπαδήμος, Γ. Στουρνάρας) δεν φαίνεται να έχουν δημοσιεύσει ποτέ ούτε ένα (1) άρθρο στην γερμανική γλώσσα. Ελάχιστες εξαιρέσεις στον ανωτέρω κανόνα μπορούν να εντοπι­στούν μόνον αν ο κύκλος των προσώπων διευρυνθεί και σε αυτά που ναι μεν δεν διαχει­ρίστη­καν εξουσία τα τελευταία τρία χρόνια, είναι γνωστό, όμως, πως υποστηρίζουν παρόμοιες θέ­σεις. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, ωστόσο, π.χ. σε προσωπικότητες, όπως ο Κ. Σημίτης και η Ντ. Μπακογιάννη, είναι αμφίβολο αν η εμπειρία της Γερμανίας έφθασε σε βαθμό υπέρβασης του «διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδι­σμού» βάσει των ενδεικτικών κριτηρίων που έχουμε παραθέσει στο παρελθόν.

Περαιτέρω, ιδιαίτερη εντύπωση κάνει η ομάδα αυτών που θα μπορούσαν να ονομαστούν  αμε­ρικανοτραφείς ευρωπαϊστές. Σε αυτούς ανήκουν πρόσωπα, όπως π.χ. ο Γ. Παπανδρέου, ο Α. Σαμαράς, ο Λ. Παπαδήμος, ο Γκ. Χαρδούβελης και ο Α. Παπαχελάς, οι οποίοι εκφράζουν βα­ρύνουσα άποψη για τα της Ευρώπης, έχοντας πλούσιες γνώσεις, εμπειρίες και παραστάσεις από έναν άλλο γεωγρα­φικό και πολιτιστικό χώρο, αυτόν των Η.Π.Α. Και είναι σίγουρο ότι, αν το ζητούμενο για την χώρα ήταν η συμμετοχή της ή όχι στην NAFTA (North American Free Trade Agreement), τότε άνθρωποι σαν τον Λ. Παπαδήμο θα μπορούσαν να προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες. Αντιθέ­τως, το τι υπηρεσίες προσφέρουν στην υπόθεση της Ευρώπης έχει καταστεί σαφές προ πολλού. Το αμερικανικό υπόβαθρο, μάλιστα, πολλών ευρωπαϊστών έρχεται να εξη­γήσει εύγλωττα και τις ανεδαφικές συγκρίσεις μεταξύ της Ε.Ε. και των Η.Π.Α., με την γνωστή επωδό περί των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Αν, τώρα, στην ενδιαφέρουσα κατηγορία των αμερικα­νοτραφών ευρωπαϊστών, όσων, δηλαδή, ομνύουν στο όνομα της Ευρώ­πης γνωρίζοντας άριστα την…Αμερική, προστεθούν και όσοι προκύπτει να γνωρίζουν την Ευ­ρώπη από την σκοπιά του Ηνωμένου Βασιλείου, έχοντας σπουδές, επαγγελματικές εμπειρίες και παραστάσεις κυρίως από την Αγγλία (π.χ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Γ. Στουρνάρας, Χρ. Σταϊκού­ρας, Γ. Προβόπουλος, Γ. Παγουλάτος, κ.α.), τότε τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα. Διότι με αυτό τον τρόπο έχουμε ουσιαστικά χαρτογραφήσει την μεγάλη πλειοψηφία των ένθερμων ευρωπαϊστών της πο­λιτικής και του δημόσιου λόγου, οι οποίοι αποδεικνύονται παντελώς «άκα­πνοι» σε ό,τι αφορά την ουσιαστική εμπειρία της ζωής στην ηπειρωτική Ευρώπη και κυρίως στην Γερμανία.

Υπό το φως των ανωτέρω «βιογραφικών της κρίσης» αντιλαμβάνεται κανείς με τρόμο ότι το τι­μόνι της χώρας βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στα χέρια τυφλών οδηγών. Ανθρώπων που ορί­ζουν τις τύχες της χώρες με αποκλειστικά εφόδια τις βαθιές τους ιδεοληψίες, τους ευσεβείς τους πόθους, τα απλοϊκά γενικευτικά μοντέλα και την εικονική πραγματικότητα της Ευρώπης που δημιουργεί αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «σύνδρομο του Μαγγελάνου». Όπως, δη­λαδή, ο Πορτογάλος θαλασσοπόρος ονόμασε «Ειρηνικό» τον ωκεανό, του οποίου είχε δει μόνον ένα τμήμα και σε συγκεκριμένες συνθήκες, έτσι και πολλοί ρομαντικοί ευρωπαϊστές αντιλαμβά­νο­νται την «Ευρώπη» υπό το απατηλό πρίσμα των εμπειριών σε συγκεκριμένα μόνο τμή­ματα του ευρύτερου δυτικού κόσμου, άσχετα με την ευρωζώνη και τις ιδιαιτερότητές της.

Αυτοί είναι, λοι­πόν, οι άνθρωποι με το «λάθος βιογραφικό» που επιστρατεύτηκαν για να οδηγήσουν την χώρα στον όλεθρο. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που δεν θα καταλάβουν ποτέ τι εννοούσε ακόμη και ο Ζ.-Κ. Γιουνκέρ όταν, σκιαγραφώντας υπαινικτικά το αληθινό πνεύμα της «διάσωσης» της Ελλάδας, αλλά και την πραγματικότητα που κρύβεται από πίσω της, δήλωνε: «Έχουμε γίνει αλαζόνες. Δε γνωρίζουμε ιστορία. Δε συμπαθούμε αυτούς που δεν είναι σαν εμάς, αγνοούμε όσα προσέφερε η Ελληνική Δημοκρατία και οι Έλληνες στην Ευρώπη». Αυτοί είναι, τέλος, οι άνθρωποι που μάλ­λον δεν θα αντιληφθούν παρά μόνον όταν είναι ήδη πολύ αργά ότι το δί­λημμα ευρώ ή δραχμή ήταν ευθύς εξαρχής άνευ αντικειμένου. Και τούτο διότι στην πραγματικό­τητα δεν υπάρχει πιο σίγουρος δρόμος για την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα από την παρα­μονή στην ευρω­ζώνη…

Advertisements

Οι ουτοπικές Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης

Μαρτίου 25, 2012 9 Σχόλια

«Αν στην παρούσα κρίση οι Έλληνες της Ευρώπης εθεωρούντο πρώτα Ευρωπαίοι και μετά Έλ­ληνες, όπως και οι Έλληνες της Αμερικής είναι πρώτα Αμερικανοί και μετά Έλληνες, και η Ελ­λάδα ως μία από τις 17 πολιτείες της ΕΕ και όχι ως ΞΕΝΟ κράτος, δεν θα είχαμε κρίση, όπως δεν έχουν οι ΗΠΑ λόγω του ότι η Καλιφόρνια δεν τα πάει καλά στα οικονομικά της». Ρήσεις και απόψεις περί της Ενωμένης Ευρώπης, όπως αυτή (σχόλιο εδώ), δεν διατυπώνονται τα τελευταία χρόνια μόνον σε σχόλια αναγνωστών στο διαδίκτυο, αλλά εκ­φράζονται και από στόματα ή πένες ανθρώπων με δημόσιο λόγο. Προ καιρού, άλλωστε, ο απερχόμενος Αντιπρόεδρος εξέφρασε την προσήλωσή του στο όραμα των Ηνωμένων Πολι­τειών της Ευρώπης, ενώ άλλο επι­φανές στέλεχος του ιδίου χώρου δήλωσε ότι η Ευρώπη βρίσκε­ται αυτή τη στιγμή περίπου στην φάση που βρισκόταν η Αμερική (οι μεταγενέστερες Η.Π.Α.) πριν 150 χρόνια.

Η ευκολία, με την οποία γίνεται εσχάτως η σύγκριση μεταξύ των Η.Π.Α. και της (Ενωμένης) Ευρώπης αφήνει πιθανότατα μια περίεργη γεύση ακόμη και σε ανθρώπους που δεν είναι απα­ραίτητα ευρωσκεπτικιστές. Όσοι, τώρα, ανήκουν στην τελευταία αυτή κατη­γορία μάλλον βλέ­πουν να δικαιώνονται οι πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις τους. Διαπιστώνουν, δη­λαδή, ότι το όραμα της λεγόμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και μαζί με αυτό η μοίρα περίπου 500 εκατομ­μυρίων κατοίκων της Ευρώπης μοιάζει συχνά να έχει αφεθεί έρμαιο ενός συστήμα­τος ιδεολογη­μάτων, ευσεβών πόθων και ουτοπικών στόχων με ιδιαίτερα έκδηλο τον απλουστευ­τικό ή και απλοϊκό του χαρακτήρα. Διότι μόνον με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε κανείς να αρ­χίσει να περιγράφει τον άστοχο χαρακτήρα της σύγκρισης μεταξύ των Η.Π.Α. και της Ε.Ε., του­λάχιστον ως προς την ιστορική εξέλιξη και προοπτική τους. Η αστοχία αυτή μπορεί να τεκμη­ριωθεί μάλλον εύκολα με πολλά επιχειρήματα και δεδομένα, ορι­σμένα εκ των οποίων θα δούμε ευθύς αμέσως.

Η.Π.Α. – Η.Π.Ε.: Βίοι παράλληλοι ή βίοι αντίθετοι;

Η προσπάθεια ανάδειξης των εξόφθαλμων διαφορών ανάμεσα στην Ευρώπη/Ε.Ε. και τις Η.Π.Α. είναι ενδιαφέρον να ξεκινήσει από το ζήτημα του χρονικού βάθους της ιστορικής και πολιτιστικής τους εξέλιξης. Στην Αμερική το χρονικό βάθος της παρου­σίας των Ευρωπαίων που τε­λικά συγκρότησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι περίπου 500 χρόνια, ενώ ακόμη πιο πρόσφατη είναι η διαμόρφωση του ίδιου του κράτους. Πόσο είναι το αντίστοιχο χρονικό βάθος της παρου­σίας των Ευρωπαίων στην ίδια την Ευ­ρώπη; Εάν εδώ αποπειραθεί κα­νείς να δώσει απόλυτους αριθμούς θα εμπλακεί σε μια συζήτηση που σε αυτή τη φάση δεν μπο­ρεί να γίνει στα πλαίσια μιας ανάρτησης. Γι΄ αυτό τον λόγο είναι καλύτερα να απαντήσει κανείς την ερώτηση με λίγο διαφορετικό τρόπο. Το χρονικό βάθος της παρουσίας των σημερινών Ευ­ρωπαίων στην γηραιά ήπειρο ισούται με τον χρόνο διαχωρισμού ενός αρχικού και κάποτε κοι­νού γλωσσικού περιβάλ­λοντος, το οποίο η επιστήμη ονομάζει πρω­τοϊνδο­ευρωπαϊκό, στις πε­ρισσότερες από τις σημερι­νές ευρωπαϊκές γλώσσες. Για την καλύτερη κατα­νόηση αυτού του φαινομένου ας σκεφτούμε το εξής παράδειγμα: πόσος χρόνος θα χρεια­ζόταν προκειμένου από το κοινό γλωσσικό περιβάλ­λον της αμερικανικής αγγλικής γλώσσας, που ομι­λείται σήμερα στις Η.Π.Α., να προκύψει ένας διάδοχος γλωσσικός χάρτης, στο πλαίσιο του οποίου π.χ. στην Αρι­ζόνα και στο Οχάιο να ομι­λούνται γλώσσες που θα απέχουν τόσο με­ταξύ τους όσο π.χ. τα ιτα­λικά και τα πολωνικά στην Ευρώπη; Κάτι τέτοιο, βεβαίως, είναι μάλ­λον δύσκολο να συμβεί ποτέ στην περίπτωση των αμε­ρικανικών πολιτειών, ακριβώς επειδή οι περιοχές αυτές αποτελούν κομμάτι ενός σύγχρονου, ενιαίου κράτους, στο πλαίσιο του οποίου η χρήση και διατήρηση της κοινής γλώσσας προάγεται με πολλούς τρόπους-πτυχές του σύγχρονου πολιτισμού (π.χ. εκπαιδευτικό σύστημα, μέσα μαζι­κής ενη­μέρωσης, κλπ.). Και με αυτό τον τρόπο παίρνει κανείς ίσως και μια ιδέα για το σε ποιες εποχές ανάγονται πιθανώς οι διαδικασίες διαχωρισμού του ευρωπαϊκού κλάδου των ινδοευρω­παϊκών γλωσσών.

Η γλωσσική αυτή προβληματική είναι αλληλένδετη με το ζήτημα της γεωγραφικής διασποράς ή ομαδοποίησης των πληθυσμών στις δύο περιοχές που εξετάζουμε. Στις Η.Π.Α. έχουμε να κά­νουμε με κατά βάσιν αναμεμειγμένους πληθυσμούς Ευρωπαίων αποίκων, οι οποίοι κάποια στιγμή οργανώθηκαν με έναν κοινό γλωσσικό και εν πολλοίς και πολιτιστικό άξονα, αυτόν της αγ­γλοσαξονικής κουλτούρας. Φυσικά υπάρχουν σε πολλές πολιτείες και αλλόγλωσσοι πληθυ­σμιακοί θύλακες (π.χ. ισπανόφωνοι, κινέζοι), όπως, άλλωστε, και σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. οι Τούρκοι στην Γερμανία). Αυτό, όμως, δεν αλλάζει το γεγονός ότι, όπως ακριβώς και στην Γερμανία ή την Γαλλία, υπάρχει και στις Η.Π.Α. μια κυρίαρχη γλώσσα και κουλτούρα. Αν θέ­λουμε να μεταφέρουμε αυτή την εικόνα στην Ενωμένη Ευρώπη, θα έπρεπε να φανταστούμε τις ευρωπαϊ­κές χώρες-πολιτείες να έχουν σε ποσοστό περίπου 80% κοινή γλώσσα (ποια θα ήταν άραγε αυτή με δεδομένο ότι δεν υπάρχει γλώσσα «ευρωπαϊκή»; Εκτός αν ως «ευρωπαϊκή» νοού­νται τα…σπαστά αγγλικά των αξιωματούχων της Ε.Ε.), καθώς και αναμεμειγμένους τους πλη­θυ­σμούς σε πολλά σημεία της ομοσπονδίας τους. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι δύσκολο να το φαντα­στεί κανείς, αφού σε αντίθεση με τις Η.Π.Α. στην Ευρώπη έχουμε συγκεκριμένες και δια­κρι­τές πολιτιστικές ζώνες με μακραίωνη ιστορία και εξέλιξη, δηλαδή περιοχές με πληθυσμούς συμπαγείς ως προς την γλωσσική και πολι­τιστική τους ταυτότητα.

Αρκετοί θα προσέθεταν εδώ και τον παράγοντα της διαφορετικής εθνικής ταυτότητας και συνεί­δησης: ομοιομορφία στις Η.Π.Α., σαφής ποικιλομορφία στην Ευρώπη. Ωστόσο, η μεταφορά της συζήτησης σε αυτό το πεδίο είναι πιθανώς παραπλανητική. Χώρες, όπως π.χ. η Αυστρία και η Γερμανία, ή η Ολλανδία και η Δανία, έχουν πληθυσμούς με διαφορετική εθνική συνείδηση, ανή­κοντες, όμως, σε μια κοινή πολιτιστική ζώνη, αυτή των γερ­μανικών γλωσσών. Και, όπως άλλω­στε αναδεικνύεται και από την τρέχουσα αρχιτεκτονική και εξέλιξη της κρίσης του ευρώ, οι πο­λιτιστικές αυτές διαφοροποιήσεις είναι πολύ πιο κρίσιμος πα­ράγοντας για την βιωσιμότητα της ιδέας της ενωμένης Ευρώπης από ό,τι οι εθνικές συνειδήσεις ή και οι διαφόρων μορφών εθνικι­σμοί. Θα μπορούσε, μάλιστα, να παρατηρήσει κανείς ότι η οπτική που θέλει τις εθνικές συνειδή­σεις (ή το έθνος-κράτος) ως μοναδική πιθανή τροχοπέδη για το ευρωπαϊκό όραμα είναι μάλλον αισιόδοξη για το όραμα αυτό. Και τούτο διότι οι εθνικές συ­νειδήσεις είναι πολύ πιο «εύπλαστες» από τις βαθύ­τερες πολιτιστικές καταβολές. Αυτό αποδει­κνύεται από το ότι στην πορεία της ιστορίας πολύ συχνά λαοί-ομιλητές της ίδιας γλώσσας έχουν υποστεί μεταβολές στην εθνική/κρατική τους ταυτότητα ή σε συγκεκριμένα συστατικά της. Για παράδειγμα, ένας Ιταλός κάτοικος της Το­σκάνης στην Αναγέννηση δεν είχε ακριβώς την ίδια εθνική συνείδηση με έναν Ιταλό που κατοί­κησε στην ίδια περιοχή τον 20ό αιώνα, αν και αμφότεροι υπήρξαν φορείς της ίδιας γλωσσικής, θρησκευτικής και ευρύτερης πολιτιστικής κουλ­τούρας. Η εθνική ταυτότητα έχει σαφώς πιο μι­κροϊστορική και ενίοτε επιφανειακή διάσταση από τις πιο μακροχρόνιες και βαθιές γλωσσοπολι­τισμικές ιδιομορφίες. Συνεπώς υποβαθμίζοντας κανείς συνειδητά ή ασυνείδητα τις πολιτιστικές διαφοροποιήσεις εντός της Ευρώπης στο επί­πεδο των εθνικών συνειδήσεων μπορεί πράγματι να δει μια προοπτική στο όραμα της ευρωπαϊ­κής ολοκλήρωσης, αφού ο ρευ­στός πα­ράγοντας της εθνικής αυτοσυνειδησίας μπορεί (με λίγη δουλειά) να μεταλλαχθεί καταλ­λήλως, ώστε π.χ. να αισθανόμαστε πλέον όλοι πρώτα Ευρωπαίοι και μετά Έλληνες, Γάλλοι, Γερμανοί, κλπ. Αντιθέτως, «διαβάζοντας» κανείς τον ευρωπαϊκό χάρτη υπό το πρίσμα των γλωσσοπολιτι­σμικών ομαδοποιήσεων, π.χ. τις συμπαγείς ζώνες των γερμανικών, σλαβικών ή λατινογενών γλωσσών και λαών, αποκομίζει μια εικόνα, η οποία σε κάθε περίπτωση διαφέρει ριζικά από αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Η διαφορετική έκταση και ποιότητα της γλωσσοπολιτισμικής ποικιλομορφίας στην Αμερική και την Ευρώπη μπορεί, μάλιστα, να περιγραφεί με την χρήση δύο όρων που η ιστο­ρικοσυγκριτική γλωσσολογία έχει προσλάβει από την πληθυσμιακή βιολογία (π.χ. σε βιβλία όπως αυτό): residual (ή reten­tion ή mosaic) zone και spread zone, με τον πρώτο όρο να δηλώνει τις περιοχές που (ασχέτως του μεγέθους τους) παρουσιάζουν την μέγιστη διαφοροποίηση και τον δεύτερο όρο να δηλώνει τις περιοχές, όπου κάποια στιγμή εξαπλώθηκαν μόνο μερικά στοιχεία από την αρχική ποικιλο­μορφία της δικής τους πολιτιστικής «residual zone». Παρά την εκ πρώτης όψεως εικόνα παν­σπερμίας και «πολυπολιτισμού» που δίνουν οι Η.Π.Α. και άλλα σημεία της Αμερικής (π.χ. Κα­ναδάς), αν λάβει κανείς υπόψη τις επίσημες γλώσσες της ηπείρου, που είναι και αυτές, οι οποίες συγκεντρώνουν και σταδιακά «συγχωνεύουν» ένα υψηλό ποσοστό ομιλητών, θα διαπιστώσει ότι αυτές είναι μόνον ένα μικρό ποσοστό των ευρωπαϊκών γλωσσών. Κατά συνέπεια, πίσω από το πολυφυλετικό και πολυεθνικό μωσαϊκό της Αμερικής και των Η.Π.Α. έχουμε στην πραγματικό­τητα μια πολιτιστική «ζώνη διασποράς» (spread zone) ορισμένων μόνον στοιχείων της αντίστοι­χης ποικιλομορφίας στην Ευρώπη. Με αυτό τον τρόπο καταδεικνύεται και πάλι πόσο επιφα­νειακές και έωλες είναι οι συγκρίσεις μεταξύ των Η.Π.Α. και της Ευρώπης, όπως αυτές επιχει­ρούνται από πολλούς πολιτικούς παράγοντες, αναλυτές ή και λιγότερο επώνυμους οπαδούς του οράματος της πλήρους ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Οι Η.Π.Α. δεν είναι, βεβαίως, το μοναδικό μοντέλο δημιουργίας ενός ευρύτερου κρατικού μορ­φώματος με (αρχικώς) πολυεθνικά και πολυπολιτισμικά πληθυσμιακά συστατικά. Ούτε η μακροχρόνια διαδικασία βαθμιαίας γλωσσοπολιτισμικής απόκλισης από ένα αρχικώς κοινό περιβάλλον, όπως αυτή απαντά στην περίπτωση της Ευρώπης, είναι ένας παράγοντας οπωσδήποτε απαγο­ρευτικός για την συγκρότηση τέτοιου είδους κρατικών οντοτήτων. Αυτός είναι ο λόγος που κά­ποιοι τουλάχι­στον εκ των θιασωτών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αναγνωρίζοντας ίσως τον μάλ­λον ατυχή χαρακτήρα της σύγκρισης του εγχειρήματος με την περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, παραπέμπουν συχνά σε κάποια άλλα σημεία του πλανήτη, ιδίως στις αναδυόμε­νες οι­κονομίες της Κίνας και της Ινδίας. Η σύγκριση της Ευρώπης με τις δύο αυτές περιοχές θα είναι το θέμα της επόμενης ανάρτησης.