Αρχείο

Posts Tagged ‘ηθικισμός’

Ευρώπη με απενεργοποιημένα τα σχόλια

Απρίλιος 30, 2014 2 Σχόλια

«Οι Έλληνες είναι ντροπή για όλη την Ευρώπη». «Θα έπρεπε ήδη προ πολλού να έχουν τιμωρήσει πα­ραδειγματικά την Ελλάδα και μετά να την έχουν αφήσει να ψοφήσει!!! Μόνο έτσι καταλαβαίνουν τα κράτη της σπατάλης, της διαφθοράς, της ανικανότητας, του ψέματος και της απάτης». «Και συνεχί­ζουν να καίγονται εκατομμύρια των Γερμανών φορολογουμένων για αυτή την χώρα!». «Αν μετά τις εκλογές δοθεί έστω κι ένα σεντ στους Έλληνες, θέλω να τους δω όλους κάτω στους δρόμους, στα οδοφράγματα!». «Η Ελλάδα είναι χρεοκοπημένη, αλλά οι Έλληνες είναι πιο πλούσιοι από τους Γερμα­νούς. Έχετε ακόμα απορίες;». «Εάν η Ελλάδα διεκδικεί ακόμα για τον εαυτό της τον Μέγα Αλέξανδρο, τότε θα πρέπει ίσως να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις στην μισή Ασία!». «Γιατί η Ελλάδα να παραμένει κυρίαρχο κράτος, όταν ακόμα και οι ίδιοι οι Έλληνες θεωρούν το κράτος αυτό τόσο κακό;».

Bild-Kommentare

Κατά τα χρόνια της κρίσης, στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες του μεσογειακού νότου υπήρξαν και υπάρχουν ακόμη δύο κατηγορίες ανθρώπων: η μία είναι αυτή όσων, γνωρίζοντας γερμανικά, επιδίδο­νται συχνά στην ανάγνωση σχολίων αναγνωστών στις ηλεκτρονικές εκδόσεις των γερμανικών εφη­μερίδων. Η άλλη κατηγορία είναι των ανθρώπων που είτε δεν συμβαίνει να γνωρίζουν την γερμανική γλώσσα είτε την γνωρίζουν μεν, αλλά δεν επιδίδονται στο ανωτέρω ψυχοφθόρο σπορ. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών ανθρώπων υφίσταται μια αι­σθητή διαφορά στην γενικότερη πρόσληψη της κρίσης. Αναμφισβήτητα, η γνώση της γερμανικής γλώσσας δεν αποτελεί αναγκαστική προϋπόθεση για να αντιληφθεί κανείς σημαντικές παραμέτρους της γερμανικής αντίληψης για την κρίση. Δηλώσεις, σχόλια και πρωτοσέλιδα από την Γερμανία ανα­παράγονται διαρκώς μεταφρασμένα στην χώρα μας, ενώ τα βασικά χαρακτηριστικά της γερμανικής προσέγγισης στα της Ευρώπης είναι μια προ πολλού απτή πραγματικότητα για όλους, γερμανομαθείς και μη. Κι όμως, η αίσθηση που μένει σε όσους διαβάζουν τακτικά τα σχόλια για την Ελλάδα Γερμα­νών αναγνωστών (όχι μόνο στην ναυαρχίδα του ρατσιστικού μίσους εφημερίδα Bild, αλλά και σε υποτίθεται πολύ πιο σοβαρές εφημερίδες, όπως π.χ. η Frankfurter Allgemeine Zeitung [FAZ]) δύσκολα μπορεί να παραλληλιστεί με κάποιο άλλο πλαίσιο εμπειρικής πρόσληψης των τεκταινομένων στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Χαριτολογώντας ελαφρώς, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ένας από τους λόγους που η ευρω­ζώνη υπάρχει ακόμα είναι ακριβώς αυτός: ότι, δηλαδή, η τακτική επαφή με σχόλια, όπως αυτά στην αρχή του παρόντος κειμένου, αποτελεί διαστροφή λίγων και όχι συνήθεια ή δυνατότητα των πολλών.

Για όσους, λοιπόν, έχουν την δυστυχία να γνωρίζουν γερμανικά και να μοιράζονται την εν λόγω μα­ζοχιστική συνήθεια, τα τελευταία χρόνια αποτελούν μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής οδύνης. Στην οθόνη του υπολογιστή τους ανοίγεται τακτικά ένα «παράθυρο» όχι στο μέλλον της Ευρώπης, αλλά σε έναν νέο (γερμανικό) Μεσαίωνα: οι παβλοφικές αντιδράσεις πολλών Γερμανών σχολιαστών την στιγμή που στον τίτλο του ηλεκτρονικού άρθρου εντοπίζονται οι λέξεις-κλειδιά «Griechenland» ή «Griechen» εκ­φράζονται τόσο με τον αριθμό των σχολίων (παλαιότερα όχι σπάνια έως και χιλιάδες, τον τελευταίο καιρό έως και μερικές εκατοντάδες) όσο, φυσικά, και με το περιεχόμενό τους. Κύριο χαρακτηριστικό του ο αντανακλαστικός και εντελώς μονόπλευρος ηθικισμός, συνδυασμένος, ιδίως στις πρώτες φάσεις της κρίσης, με την έλλειψη ακόμα και στοιχειώδους ενημέρωσης για την πραγματική φύση των πακέτων «διάσωσης» της Ελλάδας και των πολιτικών που τα συνόδευσαν. Πολλοί από τους εν λόγω σχολιαστές δίνουν την βάσιμη εντύπωση ότι δεν έχουν αντιληφθεί πως η «διάσωση» της Ελλάδας είναι στην ουσία διάσωση των (εν μέρει Γερμανών) δανειστών του ελληνικού κράτους. Φαίνεται, επίσης, ότι δεν έχουν πληρο­φορηθεί για τα κέρδη της Γερμανίας από την κρίση, δηλαδή για το γεγονός ότι δεν χάνουν λεφτά δίνο­ντάς τα σε ένα «βαρέλι δίχως πάτο», αλλά αντιθέτως αντιπροσωπεύουν οι ίδιοι το βαρέλι δίχως πάτο του ήδη ομολογημένου αθέμιτου ανταγωνισμού και κέρδους εντός της Ε.Ε.

Ακόμα και τέσσερα χρόνια μετά αρκετοί από τους σχολιαστές αυτούς είναι σαν να μην έχουν ακούσει τίποτα για τον ρόλο των μεγάλων γερμανικών εταιριών στο όργιο της μεταπολιτευτικής διαφθοράς στην Ελ­λάδα ή για τις διαρ­κείς δικαστικές περιπέτειες των μεγαλύτερων τραπεζών τους (και δανειστών του ελληνικού κράτους), όπως η Deutsche Bank. Κυρίως φαίνεται σαν να μην έχουν σαφή συναίσθηση ότι στην χώρα τους ήταν που όχι στα «παλαιά» χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έλαβε χώρα το μεγαλύτερο ίσως οικονομικό σκάνδαλο στην πρόσφατη ιστορία της Ευρώπης, το σκάνδαλο Treuhand, με το ξεπούλημα της περιουσίας της πρώην Ανατολικής Γερμα­νίας (χαρακτηριστική εδώ ακόμη και η ηχητική ομοιότητα των λέξεων «Treuhand» και «Τρόικα»…). Όσοι, επί­σης, ειλικρινώς εξανίστανται με την αναίδεια των Ελλήνων να κάνουν λόγο για τις οφειλές της γερμα­νικής κατοχής κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (συχνά με το επιχείρημα ότι δεν έχουν καμία ευθύνη για ό,τι συνέβη πριν 70 χρόνια ή ότι η ΟΔΓ [BRD] δεν έχει σχέση ως κρατική οντότητα με το «Deutsches Reich» της εποχής εκείνης) είναι σαφές ότι δεν έχουν ενημερωθεί ότι η ΟΔΓ πλήρωσε την τελευταία δόση των επανορθώσεων του…Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 2010.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν, φυσικά, ότι είναι παράλογο ή αθέμιτο για έναν Γερμανό ή γενικότερα ξένο να ασκεί κριτική στις βαθιές παθογένειες και αναμφισβήτητες σκανδαλώδεις καταστάσεις του ελληνι­κού κράτους (π.χ. στην κατασπατάληση σημαντικού μέρους των κοινοτικών κονδυλίων από το 1981 και εξής). Εντούτοις, το γενικό πνεύμα των εν λόγω σχολίων, ιδίως ο συνδυασμός επιμονής, επιθετι­κότητας, ρατσιστικής γενίκευσης και παντελούς απροθυμίας αυτοκριτικής και στοιχειώδους διπλωμα­τικότητας ή διαλλακτικότητας, υποδηλώνει ξεκάθαρα κάτι που συχνά έχουμε τονίσει από την θέση αυτή: ότι οι ελληνικές παθογένειες δεν είναι η αιτία, αλλά η αφορμή για τις επιθέσεις αυτές. Έχουμε εδώ να κάνουμε με ένα πρωτοφανές ίσως στα χρονικά ιστορικό και ανθρωπολογικό φαινόμενο, όπου ένας λαός 80 εκατομμυρίων ασχολείται επί τέσσερα χρόνια με απίστευτη εμμονή και πάθος με το 2% της ευρωζώνης. Η ιδιαιτερότητα του φαινομένου αυτού καθίσταται, άλλωστε, σαφής και μέσα από μια απλή εμπειρική παρατήρηση. Από την αρχή της κρίσης υπήρξαν σε όλες τις χώρες του δυτικού κόσμου και της Ευρώπης αρνητικά δημοσιεύματα, σχόλια και αναλύσεις για τα κακώς κείμε­να στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει όμως ούτε μία (1) άλλη χώρα, μεταξύ της οποίας και της Ελλάδας, με­ταξύ του δικού της λαού και του ελληνικού, να δημιουργήθηκε ούτε κατά προσέγγιση μια τόσο αρνη­τική και εχθρική ατμόσφαιρα όσο αυτή μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Δεν είναι, επίσης, σίγουρο αν υπάρχει άλλο παράδειγμα χώρας-εξαγωγού που οι πολίτες της να επιτίθενται τόσο λυσσαλέα σε χώρα-καταναλωτή των προϊόντων της.

Η πνιγηρή αίσθηση βαθιάς διαπολιτισμικής εμπάθειας δεν δημιουργείται μόνο από την τάση «συλ­λογικής» τιμωρητικής διάθεσης και ηθικής εκμηδένισης (γενικευτικά οι Έλληνες εκλαμβάνονται ως «διεφθαρμένοι», «τεμπέληδες», «φοροφυγάδες», κλπ.). Προκύπτει, επίσης, και από χαρακτηριστικές πε­ριπτώσεις, όπου ακόμη και στοιχειώδεις εκδηλώσεις χαράς και ψυχαγωγίας που έχουν υποπέσει στην αντίληψη ορισμένων Γερμανών σχο­λιαστών, π.χ. η συνηθισμένη ατμόσφαιρα μιας ελληνικής παρέας σε ένα εστιατόριο ή καφέ, σκανδαλί­ζουν αφόρητα τους εν λόγω Γερμανούς παρατηρητές, οι οποίοι αυτόματα εκλαμβάνουν την ατμόσφαιρα αυτή (τα γέλια, τα πειράγματα, τις χειρονομίες, τα χαρούμε­να πρόσωπα) ως απόδειξη για το ότι «οι Έλληνες είναι πλούσιοι», ότι «δεν υπάρχει κρίση» ή ότι «συνε­χίζουν να τεμπελιάζουν με τα λεφτά μας». Χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου τυφλού ηθικιστικού αντανακλαστικού είναι και το ότι εκφράζεται διαρκώς ακόμη και σε πλαίσιο σύγχυσης ως προς την σχέση κράτους-πολίτη, με τους Έλληνες άλλοτε να εξομοιώνονται με την κατάσταση χρεωκοπίας της κρατικής τους οντότητας (Pleitegriechen, «Μπατιροέλληνες») και άλλοτε να διαχωρίζονται από αυτήν («φοροφυγάδες», «πιο πλούσιοι από τους Γερμανούς», κλπ.).

Σε όλα τα παραπάνω φαινόμενα διάχυτος είναι, φυσικά, ο ανθρωπολογικός εθνοκεντρισμός και αναλφαβητισμός, αφού ένας άλλος λαός κρίνεται με τα μέτρα και τα σταθμά του γερμανικού πολιτι­σμού (δεν λαμβάνεται π.χ. υπόψιν η πολύ διαφορετική σχέση με το χρήμα, η διαφορετική δομή της οι­κονομίας, η διαφορετική φύση των οι­κογενειακών σχέσεων, κλπ.). Κρίνεται, επίσης, και στο πλαίσιο ενός χαρακτηριστικού μηχανισμού ψυ­χολογικής «εξισορρόπησης («εμείς μεν δεν έχουμε ήλιο, θάλασ­σα, χιούμορ, ταμπεραμέντο, αλλά κι αυ­τοί δεν έχουν όσα έχουμε εμείς [εργασιακή ηθική, οργάνωση, πειθαρχία, κλπ.]»). Δεν είναι περίεργο, συνεπώς, που οποιαδήποτε προτροπή για αναλυτική και όχι αμιγώς ηθικι­στική προσέγγιση των φαι­νομένων, οποιαδήποτε ερμηνεία των ελληνικών παθογενειών δεν καταλήγει σε άνευ όρων τιμωρητικό (αυτο)μαστί­γωμα, αντιμετωπίζεται συνήθως με έντονη ειρω­νεία και επιθετι­κότητα, ως απόδειξη ότι «βρίσκετε ξανά δικαιολογίες», ότι «και πάλι σας φταίνε οι άλ­λοι», κλπ. Είναι σαφές ότι οι μάγισσες πρέπει οπωσδήποτε να καούν, με το λαϊκό αίσθημα να μην αφήνει περιθώρια για οποιεσδήποτε περιττές σκέψεις.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι, όμως, και οι περιπτώσεις που η συγκεκριμένη γερμανική διάθεση ένα­ντι της Ελλάδας εκφράζεται έμμεσα, δηλαδή όχι από τους ίδιους τους Γερμανούς, αλλά από ορι­σμένους Έλληνες που έχουν ζήσει ανάμεσά τους. Στις περιπτώσεις αυτές, μάλιστα, αίρεται η συνθήκη του γλωσσικού φραγμού και μπορεί κανείς να προσλάβει στην ελληνική γλώσσα το συγκεκριμένο πνεύμα. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό σχετικό παράδειγμα είναι τα γραφόμενα του συγγραφέα Νίκου Δήμου, ο οποίος σύμφωνα με το βιογραφικό του έχει ζήσει στο παρελθόν έξι ή επτά χρόνια στην Γερ­μανία. Η άποψη του Δήμου για την Ελλάδα και τους Έλληνες, άσχετα με το αν και σε ποιο βαθμό συμ­φωνεί ή διαφωνεί κανείς με αυτήν, παρουσιάζει χαρακτηριστικές ομοιότητες με την τυπικά γερμανική, καρικα­τουρίστικη αντίληψη της Ελλάδας. Παράλληλα, το συγγραφικό του ύφος θυμίζει έντονα τα αναλόγου πνεύ­ματος κείμενα Γερμανών σχολιαστών, όπως π.χ. του ανταποκριτή της FAZ στην «Rumelien» (όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει την Ελλάδα) M. Martens. Η ιδιαίτερη διάθεση του Δήμου για τα ελληνικά πράγμα­τα, καθώς και η χαρακτηριστική αίσθηση υπολανθάνουσας εμπάθειας και υπερβάλλουσας αποστα­σιοποίησης, είναι στοιχεία που έχουν προκαλέσει συχνά πολλές αντιδράσεις και απορίες. Στην πραγματικότητα, όμως, γίνονται αμέσως κατανοητά, ερμηνευόμενα υπό ένα συγκεκριμένο πρίσμα: ως η διαρκής προσπάθεια ενός Έλληνα να γίνει αποδεκτός από Γερμανούς που είναι φορείς των αντιλήψεων που περιγράφηκαν πιο πριν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσες φορές ο Ν. Δήμου βρέθηκε να κάθεται σε ένα τραπέζι μαζί με π.χ. πέντε ή έξι Γερμανούς της συγκεκριμένης νοοτροπίας, σίγουρα κέρδισε τα θετικά τους σχόλια, αφού η γενιτσαρικού στιλ αποστασιοποίηση του από την ιδιότητα του Έλληνα, το ηθικιστικό αυτομα­στίγωμα και η άνευ όρων προσχώρηση στις ηθικιστικές ορέξεις των συνδαιτημόνων τού εξασφάλισαν κάποια ψήγματα στοιχειώδους σεβασμού στην ανθρώπινη υπόστασή του, μαζί και με την ψευδαίσθη­ση της ενσωμάτωσής του στον πολιτισμό τους. Δεν είναι, συνεπώς, καθόλου τυχαίο ότι τα γραφόμενα του Δήμου χρησιμοποιούνται πολύ συχνά από Γερμανούς σχολιαστές ως δήθεν αποστομωτικό επιχεί­ρημα εναντίον Ελλήνων αντισχολιαστών, ως η απόδειξη ότι «να, υπάρχουν και κάποιοι Έλληνες που μπορείς να τους πάρεις στα σοβαρά» (σε αντίθεση, υπονοείται, με όλους εσάς που δεν δέχεστε να κα­είτε οικειοθελώς στην πυρά). Καθώς οι απόψεις του Δήμου έχουν ήδη καταγραφεί πολύ πριν την κρί­ση, ακόμη και πριν την συγκρότηση της ευρωζώνης, προσφέρουν μία έμμεση μεν, πλην όμως πρώτης τάξεως απόδειξη για το χρονικό βάθος της συγκεκριμένης διάθεσης αρκετών Γερμανών για την Ελ­λάδα.

Την ίδια έμμεση ένδειξη προσφέρουν, όμως, συχνά στο διαδίκτυο και άλλοι, νεώτεροι σε ηλικία Έλ­ληνες του εξωτερικού με παρελθόν ή και παρόν ζωής στην Γερμανία η στον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο. Κάποιοι από αυτούς εκδηλώνουν τα ίδια παβλοφικά αντανακλαστικά ως προς την Ελλάδα με τους γηγενείς Γερμανούς, αναπαράγοντας μια ατμόσφαιρα παρόμοια με αυτήν που απαντάται και στα γραφόμενα του Ν. Δήμου. Πολλά είναι τα παράδειγμα συζητήσεων και διαλόγων στο διαδίκτυο, όπου κάποιοι από τους εν λόγω γερμανοτραφείς σχολιαστές, συχνά με επιστημονική κιόλας ιδιότητα, εκδηλώνουν δηλητηριώδη εμπάθεια απέναντι σε οποιαδήποτε νύξη ότι η Ελλάδα δεν είναι αποκλειστι­κά και μόνο η χώρα που σκιαγραφείται στα σχόλια των γερμανικών εφημερίδων. Είναι σαφής εδώ η βαθιά ψυχολογική ανάγκη να εκμηδενιστεί κάθε ενοχλητική υπόμνηση ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι και άλλα πράγματα εκτός από τις γνωστές τις αρνητικές πτυχές. Δεν εκπλήσσει, επομένως, το γεγονός ότι όποιος ψελλίσει έστω κάτι προς την αντίθετη κατεύθυνση βρίσκει αμέσως απέναντί του τον ψυχολογικό μηχανισμό «σκο­τώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία». Κάτι που μοιάζει να αποδεικνύεται εύκολα, αφού πρόσωπα όπως αυτά δεν είναι συνήθως σε θέση να εξηγήσουν για ποιον λόγο (αν τα πράγματα είναι πράγματι τόσο καλύτερα στο περιβάλλον του εξωτερικού όπου ζουν) συνεχίζουν να ασχολού­νται τόσο εντατικά με την Ελλάδα, εκτοξεύοντας εμμονικά χολή και όξος εναντίον της.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πολλά και βαθιά προβλήματα, με χρόνιες παθογένειες σε δομές, υποδο­μές, νοοτροπίες και αντιλήψεις. Είναι, επίσης, μια χώρα με αναμφισβήτητες και τραγικές δυσλειτουργί­ες σε ό,τι αφορά την κρατική της οργάνωση και το πολιτικό της σύστημα. Υπάρχει, όμως, και κάτι που δεν είναι ή δεν θα έπρεπε να είναι η Ελλάδα: σάκος του μποξ για την πολιτισμική ψυχοθεραπεία που κάποιοι δεν έκαναν ποτέ ή για την απλή ψυχοθεραπεία όσων, συναγελαζόμενοι με τους πρώτους, βρέθηκαν κάποια στιγμή να επαιτούν τον σεβασμό για την ανθρώπινη ιδιότητά τους αποτασσόμενοι διαρκώς τον Σα­τανά της κάποτε ελληνικής τους προέλευσης. Ο τρόπος, επομένως, που αντιμετωπί­στηκε η Ελλάδα είτε από την πρωτότυπη γερμανική αντίληψη είτε από την κακέκτυπη απομίμησή της (τα σύνδρομα του «σκοτώνω την Ελλάδα για να σκοτώσω τον τρόπο ζωής που με σκανδαλίζει» και του «σκοτώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία») συνιστά μια πολύ σημαντική πτυχή της ευρωπαϊκής ιστορίας των τελευταίων χρόνων. Της ιστορίας των υπογείων εκείνων ρευμάτων της πραγματικής κοι­νωνίας, αυτής που συνεχίζει να υπάρχει κάτω από τα επιτόκια, τα τοκοχρεωλύσια, τα Eurogroup και τα spreads. Της ιστορίας, επίσης, μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας, οι τάσεις και εντάσεις της οποίας μπο­ρούν ίσως για πρώτη φορά να καταγραφούν σε πραγματικό χρόνο, μέσω της τεχνολο­γίας του διαδι­κτύου. Διότι, αντίθετα με ό,τι θα έπρεπε να έχουν ήδη προτείνει και υλοποιήσει οι πιο έν­θερμοι θια­σώτες του οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τα σχόλια στην Ευρώπη της κρίσης δεν απενερ­γοποιήθηκαν εγκαίρως…

 

Ε.Ε. και (αν)ιστορικές προκλήσεις

Δεκέμβριος 2, 2012 2 Σχόλια

Η πρόσφατη, σαφής ομολογία του W. Schäuble από του βήματος της γερμανικής βουλής ότι μια έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα μπορούσε να προκαλέσει την κατάρρευση της ευρωζώνης μάλλον δεν θα απασχολήσει ιδιαίτερα το εν Ελλάδι ένθερμο μνημονιακό μπλοκ. Είναι, άλλωστε, σα­φές πλέον ότι ακόμη και ο ίδιος ο Θεός να εμφανιζόταν και να επαναλάμβανε την δήλωση του Schäuble, διαβεβαιώνοντας για την ορθότητά της και για τις προφανείς διαπραγματευτικές δυ­νατότητες που θα σήμαινε αυτό για την Ελλάδα και γενικότερα τον μεσογειακό νότο, το πιθανό­τερο είναι να εγκαλούσαν και Αυτόν για διαπλοκή με το «λόμπι της δραχμής». Ίσως, μάλιστα, να Του χρέωναν και μυωπική αντίληψη της ιστορίας και των προκλήσεών της. Και αυτό διότι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επιχειρήματα που ακούμε συνήθως από αρκετούς ευρωπαΐζοντες δια­νοούμενους ή πανεπιστημιακούς είναι η βαθιά τους πεποίθηση ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι περίπου η μοίρα και η ιστορική νομοτέλεια της Ευρώπης. Είναι το φωτεινό μέλ­λον της ηπείρου, στο οποίο πρέπει αναντίρρητα να προσδεθεί και η Ελλάδα, και το οποίο οι μύ­ωπες του ευρωσκεπτικισμού δεν αντιλαμβάνονται, εμμένοντας στις –κατά τους σχολιαστές αυ­τούς– σχεδόν παλαιοημερολογητικού στιλ απόψεις τους. Η ελαφρώς μεσσιανική αυτή προσέγ­γιση της ευρωπαϊκής ιστορίας έχει σαν αποτέλεσμα να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της διάφο­ρες πτυχές του εγχειρήματος της Ενωμένης Ευρώπης. Και, όπως συμβαίνει συνήθως στις περι­πτώσεις που η ιστορία οράται από την σκοπιά τάσεων περίπου θρησκευτικού χαρακτήρα, η αντίληψη της ιστορίας, των εξελί­ξεων και των προκλήσεών της κινδυνεύει να υποστεί βα­ριές στρεβλώσεις. Αξίζει να δούμε τρία ενδεικτικά παραδείγματα αυ­τού του είδους των ερμηνευτικών στρεβλώ­σεων της ιστορίας.

Ευρώπη: εικόνα από το παρελθόν ή από το μέλλον;

Ευρώπη: εικόνα από το παρελθόν ή από το μέλλον;

Το πρώτο παράδειγμα είναι ο ρόλος της Ε.Ε. στην εδραίωση της ειρήνης στην μεταπολεμική Ευ­ρώπη. Η πρόσφατη απονομή του νόμπελ ειρήνης στην Ε.Ε. για την θεωρούμενη ως αναμφισβή­τητη συνεισφορά της στον τομέα αυτό ήρθε να επιβεβαιώσει την αντίστοιχη άποψη των ένθερ­μων υποστηρικτών της Ενωμένης Ευρώπης: οι περίπου επτά δεκαετίες ειρήνης που ακο­λούθη­σαν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τουλάχιστον στην δυτική Ευρώπη, οφείλονται στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το συμπέρασμα μοιάζει εντελώς λογικό, σχεδόν αναμ­φι­σβήτητο. Κι όμως, εκκινώντας από μια λίγο πιο απροκατάληπτη βάση σκέψης, τα ίδια ιστο­ρικά δεδομένα μπορούν να ερμηνευθούν πολύ διαφορετικά. Όποιος έχει δει τις εικόνες με τα ερείπια των γερμανικών πόλεων στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (π.χ. της Δρέσδης ή της Νυρεμ­βέργης), καταλαβαίνει αμέσως ότι οι δεκαετίες της ειρήνης που ακολούθησαν ήταν ου­σιαστικά προδιαγεγραμμένες. H βασική υπαίτιος των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, η Γερμανία, είχε μετα­βληθεί πλέον σε έναν κατεχόμενο σωρό ερειπίων, με αποδεκατισμένο τον μάχιμο πλη­θυσμό της. Οι «Γυναίκες των Ερειπίων», οι Trümmerfrauen, δεν θα μπορούσαν να έχουν ποτέ στο μυαλό τους την προετοιμασία κάποιας νέας πολεμικής αναμέτρησης. Αν μετά τον Α΄ Πα­γκόσμιο Πό­λεμο η Γερμανία είχε ακόμη δυνάμεις για να ανασυγκροτήσει, μετά τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μαζί κάτι τέτοιο ήταν εντελώς αδύνατον. Εκτός αυτού, είναι κοινός τόπος στην ιστορία ότι περίοδοι ιδιαίτερα καταστρεπτικών πολεμικών συρράξεων ακολουθούνται σχε­δόν νομο­τε­λειακά από περιόδους ειρήνης και ειρηνιστικών ιδεολογικών τάσεων από τις με­ταπο­λεμικές γε­νεές. Υπό το πρίσμα αυτό αντιλαμβάνεται κανείς ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ολο­κλήρωσης υπήρξε περισσότερο το αποτέλεσμα της αναπόφευκτης μεταπολεμικής περιόδου ει­ρήνης και όχι η αιτία της. Το γεγονός ότι αυτή η μάλλον προφανής ερμηνευτική οπτική απου­σιάζει πλήρως στον λόγο πολλών ευρωπαϊστών διανοουμένων στην Ελλάδα προδί­δει χαρα­κτηριστικά ότι η προσέγγισή τους ξεκινά περισσότερο από συχνά καλώς εννοούμενο, πλην όμως άκριτο φιλοευ­ρωπαϊσμό και λιγότερο από ψυχρή αποτίμηση των δεδομένων.

Το δεύτερο παράδειγμα προκατειλημμένης ιστορικής προσέγγισης αφορά ειδικότερα το σκέλος της οικο­νομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης. Πρόκειται για την μάλλον ρομα­ντική άποψη ότι η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης είναι η φυσική απόληξη του μεταπολεμικού οράματος της γενικότερης ευρωπαϊκής ενο­ποίησης. Έχει, δηλαδή, ως χρονική της αφετηρία την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στοχεύει στην ισότιμη συνένωση των οικονομιών μιας σειράς επιμέρους κρατών, τα οποία υποτίθεται ότι δεν έχουν καμιά άλλη «ατζέντα» πλην του οράματος της Ενωμένης Ευρώπης. Στο σημείο αυτό, θα ανέμενε κανείς του­λάχιστον από ορισμένους ακαδημαϊκούς σχολιαστές, προερχόμενους ενίοτε από χώρους με κάποια επαφή προς την ιστορική, πολιτική και οικονομική ιστορία, να είναι ίσως λίγο πιο προσεκτικοί στην έκφραση τέτοιου είδους, ελαφρώς αστόχαστων ευρωπαϊστικών απόψεων. Ο λόγος είναι πως μια έστω και φευγαλέα ματιά στην ιστορία του 19ου και 20ού αιώνα προσφέρει με­ρι­κά ενδιαφέροντα διδάγματα. Σε αυτά ανήκει π.χ. το γεγονός ότι ο επονομαζόμενος «Μείζων Ευ­ρω­παϊκός Οικονομικός Χώρος» (Europäischer Grossraum/Europäische Grossraum­wirtschaft) αποτέ­λεσε την μεγαλύτερη γεωοικονομική και στρατιωτική επιδίωξη της Γερμανίας ήδη πολύ πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για την ακρίβεια πρόκειται για έναν σχεδιασμό που ανάγεται στους χρόνους του Γερμανικού Τελωνειακού Ομίλου κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα (Deutscher Zollverein, 1834).

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, το γενικότερο αυτό δόγμα με το αξιο­σημείωτο ιστορικό βάθος όχι μόνον διατρέχει το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα με τις γνωστές γερμανικές στοχεύ­σεις κατά την διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, αλλά επανεμφανίζε­ται με χαρακτηρι­στική ομοιότητα σε άλλη μορφή και στην παρούσα συνάφεια, δηλαδή στο πλαίσιο της ευρωζώ­νης. Το γεγονός αυτό υπονομεύει καταρχάς καίρια την ανωτέρω αναφερ­θείσα οπτική, η οποία θεωρεί ότι η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένω­σης της Ευρώπης ξεπήδησε μόνον μέσα από το μεταπολεμικό εγχείρημα της Ε.Ε. Από την άλλη μεριά, μέσα από την ίδια κατάσταση πραγμάτων αναδεικνύεται και η αστοχία όσων επιμένουν να κάνουν μονοδιάστατους παραλ­ληλισμούς της σημερινής Γερμανίας αποκλειστικά και μόνον με την περίοδο του ναζισμού. Είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με πιο μακροϊστορικές έξεις, αλληλένδετες με τις ιστορικές και πο­λιτισμικές ιδιαιτερότητες στις διάφορες περιοχές της Ευρώ­πης. Στοιχείο των ιδιαιτεροτήτων αυ­τών είναι και το γεγονός ότι η παρούσα γερμανική ηγεσία πιθανόν θα απέκρουε με ειλικρινή έκ­πληξη και απορία την μακροϊστορική αυτή οπτική. Και τούτο διότι στο πλαίσιο ενός πολιτισμού «αψυχολόγητου» (κατά το «ασυλλόγιστος» ή «αφιλο­σόφητος»), δηλαδή με χαρακτηριστική αλ­λεργία στην αυτό-ψυχολόγηση είτε σε επίπεδο ατομι­κής ψυχολογίας είτε στο πεδίο της εθνικής πολιτικής, μπορεί κανείς κάλλιστα να πιστεύει ότι εμ­φορείται από το ιδεώδες της Ενωμένης Ευ­ρώπης την ίδια στιγμή που μεταφέρει σχεδόν μηχανι­στικά και ασυνείδητα τις βαθύτερες κατα­βολές και αντιλήψεις του. Η περίπτωση των πολύ δια­φορετικών αυτών μορφών ιστορικής ερμη­νείας της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης καταδεικνύει και πάλι ότι αρ­κετοί υποστηρικτές του οράματος αυτού ίσως δεν έχουν εντοπίσει και τόσο σωστά το «ίχνος» της ιστορίας όσο ακράδαντα πιστεύουν.

Το τρίτο σχετικό παράδειγμα έχει να κάνει με τον ρόλο της Ε.Ε. στο πλαίσιο του διεθνούς αντα­γωνι­σμού. Ένα ευρύ φάσμα ευρωπαϊστών ακαδημαϊκών αναλυτών, κυρίως από τους χώρους των οικονομικών, των διεθνών σχέσεων και των πολιτικών επιστημών, συνηθίζει να παρουσιά­ζει την ενοποίηση της Ευρώπης ως μια ιστορική αναγκαιότητα, απαραίτητη για να μπορέσει η ήπειρος να επιβιώσει μέσα στον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια μάλλον απλουστευτική αντίληψη των πραγμά­των. Ο λόγος είναι ότι, όπως (θα έπρεπε να) γνωρίζουν καλά τουλάχιστον οι προερχό­μενοι από τον χώρο των οικονομικών, το συγκρι­τικό πλεονέκτημα σε περιόδους έντονου αντα­γωνισμού δεν έγκειται στην απλή συνένωση μι­κρότερων οικονομικών ενοτήτων σε μία μεγαλύ­τερη. Δεν συνίσταται επίσης απλώς στην ύπαρξη μιας βιομηχανίας καλών εξαγωγικών προϊό­ντων, όπως είναι η γερμανική. Ούτε σίγουρα στο…ταλέντο να δελεάζει κανείς τους άλλους με την μονότονη επίκληση της φτήνιας (βλ. π.χ. την νέα σειρά διαφημιστικών εμετικής αισθητικής της Media Markt). Στην πραγματικότητα, από καταβολής κόσμου η λέξη-κλειδί στο πεδίο του οικονομικού ανταγωνισμού είναι άλλη: καινοτο­μία. Στον κρίσιμο αυτό τομέα εύκολα συνειδητο­ποιεί κανείς ότι η Ευρώπη και η κύρια οικονομία της, η γερμανική, υπολείπονται αισθητά άλλων οικονομικών χώρων. Εταιρείες-κολοσσοί στην τεχνολο­γική πρωτοπορία και ιδίως στην αιχμή του δόρα­τος που είναι ο χώρος της πληροφορικής, όπως π.χ. η Google, η Apple, η Microsoft, η Samsung, καθώς και ευ­φυείς επιχειρηματικές ιδέες, όπως αυτή του Facebook, δεν έχουν ως σημείο αφετη­ρίας την Ευ­ρώπη.

Ο λόγος για αυτή την εξέλιξη είναι απλός: η πιο ακμαία οικονομία της ηπείρου, η γερμανική, έχει ως βάση συγκεκριμένα πολιτιστικά χαρακτηρι­στικά του πληθυσμού της. Σε αυτά ανήκουν π.χ. η εργατικότητα, η ακρίβεια, η συνέπεια, η ορ­γάνωση, η πειθαρχία, η ευθυνοφοβία. Αυτά αρκούν μεν για την δημιουργία μιας επιτυχημένης εθνικής οικονομίας με άξονα τον εξαγωγικό τομέα, δεν αρκούν, όμως, για να προσδώσουν στην Γερμανία και στην οικονομική σφαίρα επιρροής της, δηλαδή την ευρωζώνη, το συγκριτικό πλεο­νέκτημα της καινοτομίας. Και τούτο διότι η και­νοτομία απαιτεί κάποια άλλα πολιτιστικά χαρα­κτηριστικά: την εξωστρέφεια, την φαντασία, την ευελιξία, την ευστροφία, την τόλμη, την αισθη­τική. Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν βρίσκονται στην Γερμανία, αλλά σε μια άλλη γεωγραφική και πολιτιστική ζώνη της ηπείρου: την Μεσόγειο. Κατά συνέπεια, αυτό που πραγματικά θα μπο­ρούσε να εκτοξεύσει την Ευρώπη στο πλαίσιο του διε­θνούς ανταγωνισμού δεν είναι η απλή «πρόσθεση» των ευρωπαϊκών οικονομιών, με τις ασθενέ­στερες εξ αυτών να περιέρχονται σε κα­τάσταση οικονομικής, πολιτικής ή και πολιτιστικής υπο­τέλειας ως προς την πιο ισχυρή. Είναι ο επιτυχημένος και λειτουργικός συνδυασμός των πολιτι­στικών χαρακτηριστικών στις διάφορες περιοχές της. Ένας τέτοιος συνδυασμός, όμως, είναι εξαιρετικά δύ­σκολο να γίνει με δεδομένη την κατάσταση άρνησης ή μη νηφάλιας προσέγγισης της πολιτιστικής διαφοροποίησης που χα­ρακτηρίζει το εγχείρημα της Ε.Ε. Από την μια μεριά, ο γερ­μανόφωνος κόσμος της κεντρικής Ευ­ρώπης αντιμετωπίζει με συμπλεγματική αποστροφή το «μεσογειακό ταμπεραμέ­ντο» των Νοτίων, το οποίο στο πλαίσιο του γνωστού μονολιθικού ηθικι­σμού πρέπει απλά να…πάψει να υπάρχει, προκειμένου οι χώρες αυτές να βρουν τον δρόμο της (γερμανικής) αρετής. Από την άλλη μεριά, σε χώρες σαν την Ελλάδα η παραδοσιακή ευρώ­στροφη διανόηση συχνά «βραχυκυκλώνει» στην ιδέα ότι χρειάζεται ενίοτε και μια πιο τολμηρή κριτική ματιά στα της Ευρώπης. Και τούτο διότι αν καταδειχθεί ότι ούτε οι άλλοι έχουν μόνον προτερήματα ούτε εμείς μόνον ελατ­τώματα, τότε ο εύκολος επαρχιωτισμός πρέπει να δώσει την θέση του στην κριτική κοινωνιολογική και ανθρωπολογική ανάλυση. Και τότε τα πράγματα γίνονται δύσκολα…

Το πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της νοοτροπίας είναι να θεωρεί κανείς ότι θα προσελκύσει την «ανάπτυξη» και τα κεφάλαια της κεντρικής Ευρώπης αποκλειστικά μέσω της προσφοράς κινε­ζικού τύπου εργασιακών συνθηκών. Ούτε κουβέντα για τον δυναμικό ρόλο που θα μπορούσε να παίξει το εργατικό (π.χ. επιστημονικό) δυναμικό της Ελλάδας και των άλλων χωρών του Νό­του στο πλαίσιο ευρωπαϊκών επενδύσεων σχεδιασμένων να αξιοποιήσουν δημιουργικά, με στόχο την καινοτομία, τόσο τα μεσογειακά όσο και τα κεντροευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Απελπιστικά παραδομένη στις πιο συμπλεγματικές εκδοχές του δόγματος «ανήκωμεν εις την Δύσιν», η πολι­τική ηγεσία της χώρας κατέληξε τελικά στις πρώτες φάσεις της κρίσης να δυσφημεί συλλήβδην την χώρα και τους ανθρώπους της στο εξωτερικό. Συνοψίζοντας, επομένως, είναι ενδεχόμενο ότι η τάση ενός σημαντικού μέρους της ευρω­παϊκής-μνημονιακής διανόησης στην χώρα μας να μιλά με στόμφο, πλην όμως ρομαντικά προκατειλημμένη και συχνά ιστορικά αφελή διάθεση για την ιστορική προοπτική της Ευρώπης ίσως συ­νεισφέρει και αυτή ένα λιθαράκι στο να χάσει πιθανώς η γηραιά ήπειρος όλες τις (αν)ιστορικές της προκλήσεις: και της ειρήνης και της οικονομικής της ενοποίησης και της επιβί­ωσής της στον διεθνή ανταγωνι­σμό.

* Για μία πρόσφατη αναφορά στο θέμα του γερμανικού «Μείζονος Ευ­ρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου» στην ελληνική γλώσσα βλ. Η. Ηλιόπουλος, Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Μία ερ­μηνευτική προ­σέγγιση της συμπερι­φοράς των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στην Ελ­λάδα, στο: Ι. Γεμε­νετζής – Η. Ηλιόπου­λος (επιμ.), Επιχείρηση Καλάβρυτα. Η δράση της 117 Με­ραρχίας Κυνηγών μέσα από τα γερμα­νικά αρχεία (Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστο­ρίας Στρατού, Αθήνα 2012), σελ. 1, με βιβλιογραφικές παραπομπές 1-2.

«Γιατί πρέπει να πληρώνω για τους Έλληνες;»

Μαρτίου 7, 2012 7 Σχόλια

«Γιατί πρέπει να πληρώνω για τους Έλληνες;». Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα που  εδώ και περίπου δύο χρόνια τίθεται διαρκώς από ένα μεγάλο μέρος των γερμανόφωνων Κεντροευρωπαίων. Κάτι που δεν αποτελεί έκπληξη με δεδομένο ότι από την αρχή της κρίσης του ευρώ η Ελλάδα λαμβάνει μια σειρά από ακριβά πακέτα βοήθειας, αν και οι προοπτικές ανάνηψης της οικονομίας της δεν μοιάζουν να είναι ιδιαιτέρως αισιόδοξες. Σε συνδυασμό και το «αμαρτωλό» παρελθόν του ελληνικού κομματικού κράτους η εξέλιξη αυτή οδήγησε στο φαινόμενο που σε άλλο κείμενο χαρακτηρίσαμε ως την γερμανική ηθικιστική επίθεση εναντίον των Ελλήνων και των άλλων Νοτιοευρωπαίων. Στο κείμενο αυτό απαριθμήσαμε μια σειρά από σημεία που καταδεικνύουν τον επιφανειακό, αντιπαραγωγικό και συχνά παιδαριώδη χαρακτήρα του ηθικισμού που προπαγανδίζεται από την εφημερίδα Bild και άλλες λαϊκίστικες φωνές. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο ηθικισμός αυτός προκάλεσε ευθύς εξαρχής αντίστοιχες αντιγερμανικές αντιδράσεις στην Ελλάδα και τα τελευταία δύο χρόνια οι δύο αυτές χώρες βρίσκονται σε έναν ακήρυχτο και ιδιόμορφο πόλεμο πολιτισμών. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι αναγκαίο να προσπαθήσει κανείς να απαντήσει την ερώτηση που τίθεται ως τίτλος επί τη βάσει όχι του ηθικισμού, αλλά του αντιθέτου του. Και το αντίθετο του ηθικισμού είναι η ανάλυση.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει καταρχάς να γίνει αναφορά σε μερικά δεδομένα, τα οποία δεν έχουν ίσως ακόμη καταστεί εντελώς ξεκάθαρα σε πολλούς κατοίκους της κεντρικής Ευρώπης. Σε αυτά ανήκει κατά πρώτον το γεγονός ότι τα ελληνικά πακέτα βοήθειας δεν είναι δώρα, αλλά δάνεια. Τα χρήματα που πληρώνουν οι Γερμανοί για τους Έλληνες μέσω της συμμετοχής τους στους τρεις θεσμούς της ελληνικής τρόικας (ΔΝΤ, ΕΚΤ, ΕΕ) είναι τμήμα ενός μεγάλου έντοκου δανείου. Περαιτέρω, το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής αυτής βοήθειας δεν καταλήγει στους τραπεζικούς λογαριασμούς των Ελλήνων, αλλά σε αυτούς των διεθνών πιστωτών τους. Στο πλαίσιο, δηλαδή, του προγράμματος της ελληνικής βοήθειας τα προς εξόφληση ελληνικά δάνεια αποπληρώνονται από τους νέους δανειστές (την τρόικα). Καθώς, όμως, σε αυτά τα νέα δάνεια του πακέτου διάσωσης συμμετέχουν τα ευρωπαϊκά κράτη και οι πολίτες τους, τα χρήματά τους καταλήγουν να χρησιμοποιούνται για την αποπληρωμή των παλαιών δανείων, τα οποία, όμως, είχαν χορηγηθεί στο ελληνικό κράτος από ιδιωτικές εταιρείες (τράπεζες). Με άλλα λόγια, οι Γερμανοί (και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι) πολίτες πληρώνουν για να καλύψουν τις ζημίες αποτυχημένων ιδιωτικών επενδύσεων. Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, σε αυτό το γεγονός οφείλεται το ότι τα τελευταία δύο χρόνια τα διεθνή μέσα έχουν βάλει την Ελλάδα κάτω από το μικροσκόπιο. Διότι αν επικεντρώσει κανείς την προσοχή του στα διάφορα αρνητικά αξιοπερίεργα του μικρού γαλατικού χωριού της νοτιοανατολικής Ευρώπης, τότε μπορεί να αποπροσανατολιστεί από τις αμαρτίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και να καλύψει όσο το δυνατόν αδιαμαρτύρητα ιδιωτικές ζημίες άλλων με το δικό του χρήμα. Και ενόσω μερικοί από τους ιδιώτες αυτούς επενδυτές συνεχίζουν να ευδοκιμούν, για να παίζουν διάφορα στοιχήματα θανάτου για το μέλλον της Ελλάδας στην ευρωζώνη, είναι πλέον γνωστό τι συμβαίνει στον μέσο Έλληνα. Το ελληνικό κομματικό κράτος προσπαθεί να εφαρμόσει το πολυσυζητημένο εκείνο πρόγραμμα λιτότητας και σταθεροποίησης της οικονομίας εις βάρος του κοινωνικού κράτους. Ένα πρόγραμμα, το οποίο και αυτο καθαυτό έχει ήδη αποδειχτεί όχι μόνον αποτυχημένο και αδιέξοδο, αλλά και καταστροφικό για ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Σε όλα αυτά μπορεί φυσικά κανείς να αντιτείνει ότι παρά ταύτα είναι η Ελλάδα (και όχι π.χ. η Ολλανδία) αυτή που βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσας ατυχούς συγκυρίας. Γιατί να πρέπει λοιπόν να πληρώσει κανείς είτε για τους ίδιους τους Έλληνες είτε για τους ιδιώτες πιστωτές τους; Η απάντηση που δίνουν στο εκ νέου διατυπούμενο ερώτημά μας πολλές προσωπικότητες από τον χώρο της οικονομίας και της πολιτικής είναι ότι για την ευρωζώνη είναι (ακόμα) πιο συμφέρον οικονομικά να σώσει την Ελλάδα από το να την εγκαταλείψει. Το πρόβλημα μοιάζει, δηλαδή, να έγκειται στο ότι η Ελλάδα είναι γενικώς μέλος της ευρωζώνης και αποτελεί πλέον για αυτήν έναν μείζονα κίνδυνο. Εδώ είναι σίγουρα μεγάλος ο πειρασμός να θυμηθεί κανείς τα «Greek Sta­tistics», μέσω των οποίων η Ελλάδα προσχώρησε στην ευρωζώνη χωρίς να έχει πραγματικά εκπληρώσει τα κριτήρια σύγκλισης. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε κανείς να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο κεντρικό μας ερώτημα, ότι, δηλαδή, οι Γερμανοί πρέπει τώρα να πληρώσουν το τίμημα για την απαράδεκτη εκείνη συμπεριφορά των Ελλήνων και την λανθασμένη εκείνη απόφαση των Ευρωπαίων. Εντούτοις, το συμπέρασμα αυτό που εκ πρώτης όψεως ηχεί ικανοποιητικό μοιάζει να τίθεται εν αμφιβόλω από μια άλλη πτυχή του προβλήματος. Προϊούσης της κρίσης του ευρώ έγινε, δηλαδή, σύντομα σαφές ότι δεν είναι μόνον η Ελλάδα, αλλά ολόκληρη η αλυσίδα των μεσογειακών χώρών (τα λεγόμενα PIGS [Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία]) που μαζί και με την Ιρλανδία αποτελούν μια προβληματική ζώνη, η οποία χρήζει αλληλεγγύης και βοήθειας. Αν η Ελλάδα είναι το άνθος του κακού, τότε γιατί έχουν και οι άλλες αυτές χώρες σημαντικά οικονομικά προβλήματα; Και γιατί η γεωγραφική θέση των τριών χωρών με τα περισσότερα προβλήματα (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία) είναι τόσο χαρακτηριστικά και ύποπτα περιφερειακή σε σχέση με την κεντρική Ευρώπη (η Ελλάδα στα νοτιοανατολικά, η Πορτογαλία στα νοτιοδυτικά, η Ιρλανδία στα βορειοδυτικά);

Η αναστροφή με αυτά τα δύσκολα ερωτήματα μοιάζει να προϋποθέτει ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο ανάλυσης, στο πλαίσιο του οποίου τα οικονομικά προβλήματα των κρατών PIIGS μπορούν να ερμηνευτούν καλύτερα υπό το πρίσμα της πολιτιστικής ανθρωπολογίας. Το μέγεθος των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των κρατικών χρεών στις χώρες αυτές πρέπει πιθανότατα να ερμηνευθεί ως αντανάκλαση όχι μόνον της κατάστασης της οικονομίας τους, αλλά και της πολιτιστικής απόστασης ανάμεσα σε αυτές τις χώρες και την κεντρική Ευρώπη. Σε μια ήπειρο, όπου κυριαρχούν πολιτικές θεωρίες, οικονομικά συστήματα και «φάρμακα» (για την κρίση) κεντροευρωπαϊκής προελεύσεως, η χαρακτηριστικά διαβαθμισμένη απόκλιση από την κεντροευρωπαϊκή ζώνη ιδανικής εφαρμογής των εν λόγω προτύπων, υποδηλώνει τον σταδιακά αυξανόμενο βαθμό πολιτιστικής διαφοροποίησης όσο κινούμαστε προς την ευρωπαϊκή περιφέρεια. Μια διαφοροποίηση, η οποία αναδεικνύεται ξεκάθαρα και μέσω ιστορικών και γλωσσολογικών παραμέτρων (π.χ. οι μακραίωνες επαφές του ελληνικού κόσμου με τους γειτονικούς και μη ευρωπαϊκούς πολιτισμούς της ανατολικής μεσογείου ή το κελτικό γλωσσικό και πολιτιστικό υπόστρωμα στην Ιρλανδία).

Εάν αυτό ισχύει, τότε τα χρήματα που οι Γερμανοί πληρώνουν για τους Έλληνες τα τελευταία δύο χρόνια πέφτουν θύμα μιας τελείως διαφορετικής κατάστασης: της γενικότερης ιδέας της ευρωζώνης. Μιας κατάστασης, όπου (ριζικά) διαφορετικοί ευρωπαϊκοί πολιτισμοί προσπαθούν να σχηματίσουν ένα και μοναδικό οικονομικό και κρατικό μόρφωμα. Αυτό το παρακινδυνευμένο εγχείρημα εύκολα μπορεί με την σειρά του να ερμηνευθεί ιστορικά: αποτελεί το άλλο άκρο σε σχέση με τις εξελίξεις στην Ευρώπη κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα. Η καταστροφή της ηπείρου στους δύο παγκοσμίους πολέμους οδήγησε στο όραμα της αντικατάστασης της ακραίας σύγκρουσης με την ακραία ενότητα. Ο πραγματικός λόγος, συνεπώς, που πρέπει κανείς σήμερα ως Γερμανός να πληρώνει για τους Έλληνες βρίσκεται στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν της Ευρώπης. Σε ένα παρελθόν με τα δικά του χρέη προς εξόφληση, η αποπληρωμή των οποίων εκκρεμεί ακόμη από την υπερχρεωμένη ως προς αυτά χώρα. Πρόκειται για το παρελθόν εκείνο που δείχνει ξεκάθαρα πόσο επικίνδυνο είναι να διατηρεί κανείς και στο παρόν της τρέχουσας κρίσης την ίδια παλαιά, βαθιά πεποίθηση: ότι στο τέλος μπορεί στην Ευρώπη να μείνει μόνον ένας…

«Ελλείμματα» κατανόησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας

Ιανουαρίου 15, 2012 4 Σχόλια

Το φαινόμενο του διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδισμού, στο οποίο αναφερθήκαμε προ καιρού, είναι ένας γενικότερος παράγοντας που μπορεί ασυνείδητα να υπονομεύσει τον τρόπο σκέψης ανθρώπων με επιστημονική κατάρτιση. Ως ένα ευρύτερο πρόβλημα περιλαμβάνει και πολλές ειδικότερες καταστάσεις, όπου η άγνοια των πολιτιστικών διαφοροποιήσεων μεταξύ των λαών ή ο στρουθοκαμηλισμός απέναντί τους οδηγούν τον επιστημονικό τρόπο σκέψης στα βράχια της συχνά επικίνδυνης υπεραπλούστευσης ή της αφελούς αυτοπαγίδευσης σε μη επιστημονικές προσεγγίσεις.

Ένα ιδιαίτερα επίκαιρο παράδειγμα αποτελεί η συζήτηση περί των ελλειμμάτων των προβληματικών χωρών της ευρωζώνης και της σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας ως της ενδεδειγμένης λύσης για την εξυγίανση των εν λόγω οικονομιών. Σε μια περίοδο που πολυάριθμοι εγκέφαλοι των οικονομικών επιστημών καταπιάνονται εντατικά με την ανάλυση των διαφόρων παραμέτρων της κρίσης και σαφώς και με το πρόβλημα των ελλειμμάτων, ένα πολύ μεγαλύτερο έλλειμμα έχει προ πολλού κάνει την εμφάνισή του. Αφορά την κατανόηση του βαθύτερου πνεύματος της περιβόητης, γερμανικού τύπου σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ξεκινώντας από μια θεωρητική αφετηρία που έχει ως άξονα την απλουστευτική γενίκευση και όχι τον διαπολιτισμικό σχετικισμό, αρκετοί αναλυτές μοιάζουν να αποδέχονται την γερμανική αντίληψη των εννοιών του ελλείμματος και της δημοσιονομικής λιτότητας περίπου με όρους κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Ως αυτονόητες διεθνείς κανονιστικές (ή και ηθικές) σταθερές, όπως π.χ. το πράσινο και κόκκινο φανάρι στον σηματοδότη. Το έλλειμμα είναι το «κόκκινο φανάρι», στο οποίο κάθε μικρό παιδί μαθαίνει ότι πρέπει να σταματά, ενώ η δημοσιονομική πειθαρχία είναι κάτι σαν το «πράσινο φανάρι», που αναντίρρητα, χωρίς ανάλυση, συζήτηση ή αμφιβολία, μας δίνει το δικαίωμα σε όλες τις χώρες του κόσμου να συνεχίσουμε την πορεία μας. Σε αντιδιαστολή με την ελληνική λέξη «πειθ-αρχία» (υπακοή μέσω της πειθούς, όπως επισημαίνεται ορθά εδώ), ο εννοιολογικός συσχετισμός της γερμανικής λέξης «Disziplin» με την σφαίρα της σχολικής μάθησης (discipere=«προσλαμβάνω» [γνώση], discipulus=«μαθητής»), όπως αυτός έχει εκφραστεί και με την γνωστή γερμανική επωδό περί των «Hausaufgaben» («σχολικών εργασιών») που οφείλει να κάνει η Ελλάδα, μαρτυρά με την σειρά του ότι κάτι επικίνδυνα σχολικό ή παιδικό κρύβεται πίσω από τις αντιλήψεις που προσπαθούν να κυριαρχήσουν αυτή την περίοδο στην Ευρώπη.

Η Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης…

Δίνοντας στους όρους την απλουστευτικά απόλυτη αξία ενός σχολικού κανόνα, το επόμενο βήμα δεν απέχει πολύ. Είναι αυτό που έκανε πριν λίγο καιρό η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt δημοσιεύοντας τις 10 εντολές για την βιωσιμότητα της ευρωζώνης. Με αυτό τον τρόπο ο εξειδικευμένος επιστήμονας, ο φορέας της σύγχρονης και απροκατάληπτης ερευνητικής μεθοδολογίας, καταλήγει ανύποπτα και άδοξα να υποστηρίζει όχι μόνον την Ευρώπη-Δημοτικό σχολείο, αλλά και την Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης: ένα μοντέλο επίλυσης της οικονομικής κρίσης στην δεκαετία του 2010 μ.Χ. με εξόφθαλμες τις βιβλικές, παλαιοδιαθηκικές του καταβολές.

Για αρκετούς αναλυτές εδώ στην Ελλάδα η ανωτέρω ευτράπελη κατάσταση θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή αφορμή να πιάσουν το νήμα της έρευνας από την αρχή. Να θυμηθούν καταρχάς πόσες φορές συνέβη να βρεθούν σε μια κατάμεστη από κόσμο καφετέρια σε ένα τουριστικό μέρος της χώρας, όπου συχνά ένας και μόνος δύσμοιρος σερβιτόρος καλείται να εξυπηρετήσει 50 και 100 θαμώνες. Ακόμη και οι θιασώτες της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας θα δυσανασχετούσαν απέναντι στον ιδιοκτήτη του καταστήματος, που δεν προσέλαβε τουλάχιστον άλλον έναν υπάλληλο για την σωστότερη εξυπηρέτηση των πελατών. Κι όμως, ο εν λόγω επιχειρηματίας δεν κάνει τίποτε άλλο από το να τηρεί την αρχή της δημοσιονομικής αρετής. Απασχολώντας μικρότερο αριθμό υπαλλήλων αυξάνει την πιθανότητα τα έξοδά του να είναι λιγότερα από τα έσοδα. Εάν, μάλιστα, τα π.χ. δύο ή τρία γκαρσόνια που συνολικά απασχολεί (αντί για 5 ή 6) έχουν υψηλό βαθμό εμπειρίας και ικανότητας, θα καταφέρουν – ασθμαίνοντας μεν, αλλά ποιος νοιάζεται… – να σώσουν τα προσχήματα της σχετικά ικανοποιητικής εξυπηρέτησης των πελατών.

Το επόμενο βήμα του ερευνητή θα ήταν λογικά να διερευνήσει μεθοδικά ποιο είναι το ακριβές βιωματικό φορτίο των επίμαχων όρων, κυρίως της «δημοσιονομικής πειθαρχίας», μέσα στο context όχι μόνον της γλώσσας, αλλά και της καθημερινής πρακτικής του πολιτισμού που τον κηρύττει. Και αν η κεντρική Ευρώπη φαντάζει κάπως μακριά, ιδίως για κάποιον που δεν μιλά την γερμανική γλώσσα, τότε η έρευνα μπορεί να γίνει εξίσου καλά και εδώ στην Ελλάδα. Τα γερμανικά ιδρύματα που βρίσκονται στην χώρα μας, όπως π.χ. το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, η Γερμανική Σχολή Αθηνών, το ινστιτούτο Goethe, προσφέρουν την δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο ερευνητή να μελετήσει το πώς αντιλαμβάνονται την σχέση ελλειμμάτων και δημοσιονομικής λιτότητας αυτοί που επιθυμούν να εξαγάγουν την δική τους αυτή αντίληψη και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Θα μπορούσε π.χ. κανείς να διερευνήσει την αναλογία εργασιών και προσωπικού και να διαπιστώσει πόσοι είναι οι εργαζόμενοι, που χάρη στην εμπειρία και την αναμφίβολα υψηλού επιπέδου, συστηματική κατάρτισή τους καταφέρνουν – ασθμαίνοντας μεν, αλλά ποιος νοιάζεται… –  να διατηρούν σε ικανοποιητικό επίπεδο την λειτουργία των ιδρυμάτων. Άλλες παράμετροι, όπως η πιθανότητα πως ό,τι στον έναν πολιτισμό θεωρείται το μεμονωμένο «μικρόβιο» του χρήματος (π.χ. η νοοτροπία ενός εργοδότη) στον άλλο αποτελεί αυτονόητη, διαρκή «πανδημία» ή το ενδεχόμενο αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως μέσον για την επίτευξη ενός στόχου (σφιχτά δημοσιονομικά), στον πολιτισμό προέλευσής του να αποτελεί ηθικό και ψυχολογικό αυτοσκοπό, ανήκουν προφανώς σε πιο προχωρημένες φάσεις της ίδιας έρευνας, που μάλλον κανείς δεν θα κάνει.

Θα μπορούσε κανείς να στοιχηματίσει άφοβα ότι οι περισσότεροι από τους εν Ελλάδι αναλυτές, οικονομολόγους ή και δημοσιογράφους, που σπεύδουν να προσχωρήσουν στην άποψη ότι «το πρόβλημα είναι τα ελλείμματα» και ότι «χρειαζόμαστε σφιχτή δημοσιονομική πολιτική», ενδεχομένως δεν γνωρίζουν καν σε ποιο σημείο της Αθήνας βρίσκονται τα ανωτέρω γερμανικά ιδρύματα. Και είναι λογικό. Η απλοϊκή γενίκευση, η επείσακτη ηθικολογία, η εσκεμμένη σύγχυση ανάμεσα στην καθημερινή «μικροοικονομική» σφαίρα και την διάσταση των (δια)κρατικών οικονομικών, το «πράσινο» και «κόκκινο φανάρι» στον σηματοδότη και οι «σχολικές εργασίες» του καλού μαθητή είναι πράγματα πολύ πιο εύκολα από την απροκατάληπτη επιστημονική έρευνα, την κριτική αμφισβήτηση των εκάστοτε θεσφάτων και τον έλεγχο της αυθεντίας του ισχυρού, ιδίως, μάλιστα, όταν πιστεύουμε ακράδαντα ότι πρέπει να «ανήκωμεν» και εμείς στην πλευρά του τελευταίου…

Ο Πόλεμος των (ευρωπαϊκών) Κόσμων

Δεκέμβριος 18, 2011 4 Σχόλια

Κάθε αξιολόγηση είναι πάντοτε το αποτέλεσμα σύγκρισης. Σύγκρισης του αξιολογούμενου με κάτι άλλο, το οποίο αποτελεί το μέτρο για την σύγκριση αυτή. Κατά συνέπεια, είναι πάντοτε χρήσιμο να μην ξεχνά κανείς ότι το εκάστοτε μέτρο μετρά συγκεκριμένα πράγματα: με το κιλό με­τράμε το βάρος, με το λίτρο τον όγκο και το βάρος, με το στρέμμα την επιφάνεια, με το χιλιόμε­τρο το μήκος, κ.ο.κ. Το να αποπειραθεί κανείς να χρησιμοποιήσει μία μόνον μονάδα μέ­τρησης, π.χ. το λίτρο, για να μετρήσει τα πάντα, θα οδηγούσε σε μάλλον προβληματικές ή ίσως και ευ­τράπελες καταστάσεις.

Κι όμως, με αφορμή την ελληνική κρίση και αυτήν της ευρωζώνης το φαινόμενο της σουρεαλι­στικής γενίκευσης στην χρήση ενός και μοναδικού μέτρου σύγκρισης όχι απλώς έχει κάνει την εμφάνισή του, αλλά μοιάζει να κυριαρχεί κιόλας στην Ευρώπη. Από θέση ηγεμονικής ισχύος, αυτήν που προ καιρού χαρακτηρίσαμε ως αυτοκρατορία της Εμμονής, ο γερμανόφωνος πολιτι­σμός της κεντρικής Ευρώπης προσπαθεί να επιβάλλει το ένα και μοναδικό του μέτρο σύγκρισης, την δική του υπέρτατη αξία, ως την βάση για την αξιολόγηση της συνολικής υπόστασης ολό­κληρων λαών. Και το δικό του αυτό μέτρο δεν είναι άλλο από την σχέση ανθρώπου και χρήμα­τος. Η κατά την αντίληψη του εν λόγω πολιτισμού υπευθυνότητα ή ανευθυνότητα στην διαχεί­ριση του χρήματος, η φειδώ ή η σπατάλη, η αποταμίευση (Sparen) ή η άσκοπη δαπάνη αποτε­λούν το κύριο πρίσμα, υπό το οποίο αξιολογείται η ανθρώπινη οντότητα στην κεντρική Ευρώπη. Παράλληλα, η ίδια η γερμανική ηγεσία δεν έχει πρόβλημα να επιβεβαιώνει δημοσίως – σε πείσμα των Ελλήνων υπερμάχων του «κοινού» ευρωπαϊκού πνεύματος και οράματος – ότι αυτό που επιθυμεί να εγκαθιδρύσει στην Ευρώπη δεν είναι απλώς μια άλλη άποψη ή πολιτική, αλλά ένας πολιτισμόςStabilitäts- und Wachstumskultur»).

Θα αναρωτηθεί κανείς: και είναι τόσο κακό αυτό; Γιατί είναι αρνητικό το να επικρίνει κανείς την απουσία τάσεων λιτότητας και φειδούς σε ό,τι έχει να κάνει με τα χρήματα; Η απάντηση είναι ότι, αν κανείς επιθυμεί να υιοθετήσει το εν λόγω κριτήριο ως την κύρια βάση αξιολόγησης ενός ανθρώπου ή ενός λαού, τότε πρέπει να έχει υπόψιν του και τι αυτό δεν μετράει. Και ο καλύτερος τρόπος να γίνει αυτό αντιληπτό είναι με ένα παράδειγμα.

Ας φανταστούμε μια διαφορετική Ενωμένη Ευρώπη. Μια Ευρώπη, όπου τους όρους, τα μνημό­νια και εν γένει τους κανόνες δεν θα τους θέτει ο γερμανικός πολιτισμός, αλλά αυτός της Μεσο­γείου, π.χ. της Ιταλίας, κατά προτί­μηση της νότιας, ή της Ελλάδας. Σε αυτή την περίπτωση ο γερμανικός πληθυσμός της κεντρικής Ευρώπης θα μπορούσε να κληθεί να υλοποιήσει ένα «φι­λόδοξο» πρόγραμμα πολιτιστικής «προσαρμογής» ή «εξυγίανσης». Αυτό θα ήταν δυνατό να πε­ριλαμβάνει μέτρα όπως: την αύξηση στα 25 χρόνια του ορίου ηλικίας που τα παιδιά θα δικαι­ού­νται οικονομική υποστήριξη από τους γο­νείς τους, την προσκόμιση τουλάχιστον 5 αποδεί­ξεων ετησίως, όπου θα αποδεικνύεται ότι κά­ποιος έχει κάνει το τραπέζι σε 7-8 άλλα πρό­σωπα κατ΄ ελάχιστον την φορά, την προσκόμιση τουλάχιστον 5 απο­δείξεων ετησίως από αγορές παιδικών δώρων άνω των 10 ευρώ εκ μέρους όσων έχουν εγγόνια ή βαφτιστήρια, την αναγκαστική ανταπόδοση από την πλευρά του Κεντροευρωπαίου φορολογουμένου των κερασμάτων ή δώρων που έχει δεχθεί από νοτιότερους Συνευρωπαίους έστω σε αναλογία 1:3, την εξακρίβωση μέσω αποδείξεων ότι κάθε Γερμανός καταναλωτής έχει αγοράσει κάθε έτος περισσότερα γερμανικά προϊοντα από ό,τι ένας Ιταλός ή Έλληνας, την πιστοποίηση (μέσω ενός νέου και επανα­στατι­κού συστήματος μηχανογράφησης) ότι οι δια­προσωπικές επιβραβεύσεις είναι κατ΄ έτος περισ­σότερες από τις ηθικιστικές επικρίσεις ή την τεκ­μηρίωση μέσω του αρχείου τηλεφωνικών συν­διαλέξεων ότι κάθε Γερμανός (ή Αυστριακός ή Ολλανδός) πολίτης δέχθηκε και έκανε του­λάχι­στον 20 κλήσεις ετησίως από και σε πρόσωπα εκτός του στενού του οικογενειακού και εργα­σιακού περι­βάλλοντος.

Η διαφορετική αυτή Ενωμένη Ευρώπη και τα εναλλακτικά της κριτήρια πιθανότατα θα αργή­σουν να εμφανιστούν. Ως τότε, τι μπορεί άραγε να κάνει μια ελληνική κυβέρνηση απέναντι σε όσους θέλουν να μετρήσουν όλα τα μεγέθη με μία και μόνη μονάδα μέτρησης; Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρ­νηση που, φυσικά, δεν θα επιδίδεται στην άνανδρη κατασυκοφάντηση του ελληνικού λαού στο εξωτερικό, αλλά θα επιδιώκει – στο πλαίσιο ενός φανταστικού σεναρίου – να προασπίσει με αληθινό πατριωτισμό, χωρίς φοβικά σύνδρομα και (ευρω­)κομπλεξι­σμούς την ευρύτερη υπόσταση, το γενικότερο φάσμα του πολιτισμού του και την αξιο­πρέ­πεια των Ελλήνων που ζουν στην Ελλάδα, την Γερμανία και αλλού στον κόσμο; Είναι απλό: θα αντιτάξει στο μέτρο σύγκρισης του ξένου, επιτιθέμενου πολιτισμού (την σχέση του ανθρώπου με το χρήμα) το μέτρο σύγκρισης του δικού της πολιτισμού: την σχέση του ανθρώπου προς τον άν­θρωπο. Και ακολούθως – αφού πρόκειται (το τονίζουμε) για φανταστικό σενάριο, ας αφήσουμε την φαντασία μας…- θα υποβαθμίσει μέχρι νεωτέρας τις διπλωματικές σχέσεις με την Ομο­σπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σε επίπεδο Γ΄ Γραμ­ματέα ή Ακολούθου Πρεσβείας ως συμβολική έκφραση αντίδρασης για τον μικρονοϊκό και ρατσίζοντα πό­λεμο ηθικισμού που διεξάγεται ενα­ντίον των Ελλήνων (ιδίως των Ελλήνων της Γερμανίας) τα τελευταία δύο χρόνια. Ταυτοχρόνως, όσο κι αν η διαφορετική Ενω­μένη Ευρώπη που περιγράψαμε μοιάζει απίθανο να πάρει σύντομα μορφή, η ίδια, φανταστική κυ­βέρνηση δεν θα ήταν άσχημα να υπενθυμίσει στον απελαυνό­μενο Γερμανό πρέσβυ και τα προ­φητικά λό­για του Πολωνού στρατηγού Juliusz Rómmel κατά την παράδοση της Βαρ­σοβίας στους κατα­κτητές της το 1939: «Ο τροχός γυρίζει»…

Ελληνική κρίση: ελιτισμός εναντίον λαϊκισμού

Νοέμβριος 21, 2011 2 Σχόλια

Είναι γνωστό ότι το 1453, τις παραμονές της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, ορισμένοι κύκλοι εντός των πολιορκημένων διέδιδαν ότι ήταν γραφτό να καταληφθεί η Πόλη από τον κατακτητή, αφού αυτή θεωρούσαν πως ήταν η δίκαιη τιμωρία του Θεού για τις αμαρτίες των τότε Ελλήνων. Δεν είναι γνωστό, πάντως, εάν οι κύκλοι αυτοί αισθάν­θηκαν ένα αίσθημα δικαίωσης, όταν συντελέστηκε αυτό που η ηθικιστική τους διάθεση (στην πιο αθώα εκδοχή των πραγμάτων) τους προέτρεπε να κηρύττουν.

Περίπου 560 χρόνια μετά, με αφορμή την τρέχουσα οικονομική κρίση, τις κοινωνικές αντιδράσεις, το κίνημα των Αγανακτισμένων και γενικώς των αγανακτισμένων πολιτών, ένα παρόμοιο φαινόμενο έκανε από την πρώτη στιγμή την εμφάνισή του. Ένας σεβαστός αριθμός διανοουμένων, πολιτικών και γενικώς ελιτιζόντων αναλυτών της κατάστασης έσπευσε να διατυπώσει μια εντυπωσιακά όμοια επιχειρηματολογία κατά των λαϊκών αντιδράσεων. Σύμφωνα με αυτήν, οι περισσότεροι από τους εξεγειρόμενους και τους πάσης φύσεως Αγανακτισμένους δεν δικαιούνται να ομιλούν, διότι ευθύνονται και οι ίδιοι για την παρούσα δραματική κατάσταση. Οι «αμαρτίες» τους αυτή την φορά συνίστανται π.χ. στο ότι επί χρόνια ψήφιζαν πολιτικούς γνωστής ανικανότητας και φαυλότη­τας, στην συμμετοχή τους στο πελατειακό σύστημα ή στην «υπανάπτυκτη», αντιευρωπαϊκή τους νοοτρο­πία (π.χ. φοροδιαφυγή). Με δεδομένο, μάλιστα, πως αρκετοί αντιδρώντες είναι άτομα νεα­ρής ηλικίας που βαρύνονται ελάχιστα ή καθόλου από το ανωτέρω «ποινικό μητρώο», κάποιοι σπεύδουν ενίοτε να επεκτείνουν τον ηθικισμό, καταλογίζοντας και σε αυτά τα πρόσωπα «ευ­θύνες», όπως είναι π.χ. η επί μακρόν εξάρτηση από την οικογένεια ή η υπό το πρίσμα της επαγγελματι­κής αποκατάστασης λανθασμένη επι­λογή αντικειμένου σπου­δών που είχε ως αποτέλεσμα την ανεργία.

Αγανακτισμένοι: Ξερά ή χλωρά; Θύτες ή θύματα; Ή μήπως δεν έχει σημασία;

Σε αντίθεση με την ανωτέρω τάση, η οποία λόγω της μονόπλευρα ηθικιστικής της διά­θεσης (στην πιο αθώα εκδοχή των πραγμάτων) απενοχοποιεί σαφώς την πολιτική, οικονομική και πνευματική ελίτ, προκειμένου να ενοχο­ποιήσει όσους δεν ανήκουν σε αυτήν, εμφανίστηκε, φυσικά, εξαρχής και το αντίπαλον δέος: ο λαϊκι­σμός, ο οποίος αντιστρέφει τα πράγματα απενοχοποιώντας πλήρως τους πολίτες και ενοχοποιώντας αποκλειστικά την εξουσία, κυρίως την πολιτική. Πρόκειται σαφώς για εκείνο το είδος των ακραίων τάσεων, το οποίο δημιουργεί την βάσιμη αίσθηση ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου στην μέση. Επειδή, όμως, η αλήθεια βρίσκεται κάπου και όχι ακριβώς στην μέση, είναι χρήσιμο να δούμε ποια τάση μπορεί να βρίσκεται εγγύτερα στην πλευρά του δικαίου. Ποιοι προσεγγίζουν εν τέλει πιο πολύ την πραγματι­κότητα, αυτοί που στρέφουν την κριτική προς τα πάνω ή αυτοί που την κατευθύνουν προς τα κάτω; Δυστυχώς για τους ελιτίζοντες φαίνεται ότι υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα που υποσκάπτουν σε σημαντικό βαθμό την πολεμική κατά των πολιτών. Μερικά από αυτά είναι:

1. Σε κάθε πολυπληθές κίνημα ή ρεύμα αντίδρασης υπάρχουν ξερά και χλωρά, δίκαιοι και άδικοι. Δεν έχει υπάρξει ποτέ ευρείας έκτασης κινητοποίηση, στην οποία να μην συμμετέχουν και άνθρωποι που έχουν λιγότερο από άλλους δίκιο να διαμαρτύρονται. Αν εξ αυτού του λόγου είχε πάψει να υφίσταται και να δρα κάθε κίνηση διαμαρτυρίας στην ιστορία, τότε θα βρισκόμασταν ακόμα στην Παλαιο­λιθική εποχή.

2. Το ψάρι (και αυτής της κρίσης) βρωμάει απ΄ το κεφάλι. Όποιες κι αν είναι οι ευθύνες των πολιτών, ο (φανταστικός φυσικά) δικαστής θα δίκαζε αυτούς που άσκησαν εξουσία, πήραν αποφάσεις και έβαλαν υπο­γραφές. Όχι αυτούς που τους ψήφισαν, δικαίως ή αδίκως, έχοντας κρατηθεί, μάλιστα, επί μακρόν στο σκοτάδι για οτιδήποτε έχει να κάνει με το ζήτημα του κρατικού δανεισμού. Η κεφαλή είναι, επίσης, πάντοτε αυτή που δίνει το παράδειγμα και τον ρυθμό στην κοινωνία. Ένα νοσηρό σύστημα εξουσίας μπορεί να εκμαυλίσει και να διαβρώσει τόσο τους θεσμούς όσο και τα ήθη ενός μεγάλου τμή­ματος της κοινωνίας.

3. Οι πολίτες – ή τουλάχιστον πολλοί από αυτούς – είναι που υφίστανται τις συνέπειες της κρίσης. Αντιθέτως, αρκετοί πολιτικοί του συστήματος εξουσίας (πόσο μάλλον κάποιοι επιχειρηματίες) συνεχίζουν να σιτίζονται στο πρυτανείο, ενώ πολλοί εξ αυτών έχουν δημιουργήσει ήδη επαρκές «κομπόδεμα», ώστε να μην ανησυχούν ιδιαιτέρως ούτε για το ενδεχόμενο καταψήφισής τους ούτε για αυτό μιας πλήρους οικονομικής κατάρρευσης της χώρας. Το πόσο, άλλωστε, αποκομμένοι είναι από τις αγωνίες της κοινωνίας αποδείχθηκε και από τις αντιδράσεις τους σε ό,τι εκτυλίχθηκε κατά τις πρόσφατες παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου. Η πολιτική και επικοινωνιακή αυτοχειρία της ΝΔ ήταν, επί παραδείγματι, σχεδόν πιο χαρακτηριστική ακόμη και από ό,τι εκστομίστηκε από τις πιο ειδεχθείς φιγούρες της κυβέρνησης των δανειστών.

4. Οι πολίτες σαφώς ψηφίζουν, μέσω, όμως, ενός παραμορφωτικού φακού. Οι καλπονοθευτικοί εκλογικοί νόμοι που σχεδόν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες «παράγουν» αυτονόητα μονοκομματικές κυβερνήσεις, οι περιπτώσεις εκλογής ως βουλευτών υποψηφίων με λιγότερες ψήφους από άλλους, απλώς επειδή πολιτεύονται με το «σωστό» κόμμα (αυτό με το υψηλότερο ποσοστό) ή τα ψηφοδέλτια «επικρατείας» είναι λίγα μόνο παραδείγματα νόθευσης του εκλογικού αποτελέσματος από τις σχετικές ραδιουργίες των κομμάτων εξουσίας. Η αλλοίωση της λαϊκής βούλησης είναι, άλλωστε, πολύ εύκολη σε ένα έμμεσο και απρόσωπο σύστημα, όπου αυτοί που πραγματικά βρίσκονται πίσω από τα πράγματα, συνήθως δεν έχουν εκλεγεί από κανέναν.

5. Οι κακώς εννοούμενοι ευρωπαΐζοντες ηθικολόγοι παραβλέπουν χαρακτηριστικά ότι κακές νοοτροπίες και συ­μπεριφορές απαντούν και σε πληθυσμούς της δυτικής Ευρώπης (βλ. νοσηρή τσιγκουνιά, αλκοο­λισμός, συμπεριφορές Λαγανά, κλπ.). Εκεί, όμως, δεν υπονομεύουν την ποιότητα του κρά­τους. Με αυτό τον τρόπο αποδεικνύεται εύγλωττα ότι ο λόγος για την κακοδαιμονία ενός κρά­τους δεν βρίσκεται τόσο στις νοοτροπίες, αλλά στην αλληλεπίδρασή τους με τους κατάλληλους (ή μη) για αυτές θεσμούς.

6. Η κρίσιμη έννοια της συνάφειας. Χάνοντας εξαρχής την ευρύτερη εικόνα των εξελίξεων μερικοί ελιτίζοντες ηθικιστές δεν αντελήφθησαν ότι η παρούσα συνάφεια είναι μία από αυτές, όπου αναπόφευκτα καταλήγει κανείς να υποστηρίζει το ένα εκ των αντιμαχομένων στρατοπέδων. Και εδώ η διαπάλη είναι μεταξύ της πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας και των δυνάμεων που απειλούν να την συνθλίψουν: του κομματικού κράτους και των άλλοτε αποικιοκρατών και νυν δανειστών-τοκογλύφων. Ή, λοιπόν, θα ταχθεί κανείς «εκτάκτως» υπέρ της κοινωνίας – και όταν περάσει η θύελλα μπορεί να την ξαναεπικρίνει, αν το επιθυμεί, για τα «τακτικά» της ατοπήματα – ή θα επιλέξει να επιτεθεί στους συνθλιβομένους και από ένα τρίτο μετερίζι. Το τελευταίο, όμως, στο πλαίσιο της παρούσας περίστασης καταλήγει, φυσικά, να συγχωνεύεται με τα άλλα δύο…

Τα ανωτέρω ενδεικτικά σημεία δεν σημαίνουν ότι η απόλυτη αλήθεια βρίσκεται στην πλευρά του λαϊκισμού. Καταδεικνύουν απλώς ότι, όποιος αυτή την εποχή κατευθύνει την κριτική του περισσό­τερο προς τα κάτω από ό,τι προς τα πάνω, παίζει έναν μάλλον αντιπαραγωγικό και ατυχή ιστορικό ρόλο. Τόσο ατυχή όσο και των κύκλων εκείνων που τις παραμονές της Άλωσης προ­παγάνδιζαν την δίκαιη τιμωρία των αμαρτιών των Ελλήνων από τις ορδές των Οθωμανών.

Ελληνική κρίση και γερμανική ηθικιστική επίθεση: Μια μικρή βοήθεια για τους Έλληνες που κατοικούν στην κεντρική Ευρώπη

Οκτώβριος 26, 2011 2 Σχόλια

Η ελληνική δημοσιονομική κρίση δεν συνιστά για την Ευρώπη απλώς μια επικίνδυνη οικονομική περιπλοκή. Πιο πολύ πρόκειται για μια κατάσταση, η οποία έφερε στο φως τις βαθιές πολιτιστι­κές διαφορές και συγκρούσεις που υπάρχουν εντός της Ευρώπης. Δεν είναι πλέον μυστικό ότι πολλοί Έλληνες που είτε προσωρινά είτε εδώ και χρόνια κατοικούν στην γερμανόφωνη περιοχή της Ευρώπης υφίστανται από την αρχή της κρίσης μια ηθικιστική επίθεση εκ μέρους τμήματος του εκεί γηγενούς πληθυσμού. Αντιμετωπίζονται ως οι εκπρόσωποι των «μαύρων προβάτων» της Ευρώπης και των απατεώνων εκείνων, οι οποίοι με τις αμαρτίες και τα εγκλήματά τους απειλούν και ρυπαίνουν τον ηθικώς τέλειο κόσμο της ευρωζώνης. Αυτή η τάση, σχεδόν ρατσι­στική στην γενίκευσή της, υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της σκληρής και απολύτως δικαιολο­γημένης κριτικής για τα αρνητικά κατορθώματα του ελληνικού κομματικού κράτους τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό που κυρίως αντανακλά είναι μια πολιτιστική αποστροφή και για αυτό τον λόγο έχει ήδη προσκρούσει σποραδικά σε δικαιολογημένη αντίδραση. Από τη θέση αυτή θα συνοψίσουμε με­ρικά σημεία, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αμυντικά επιχειρήματα από έναν Έλ­ληνα που κατοικεί π.χ. στην Γερμανία ή την Ολλανδία.

α) Συχνά ακούμε ότι οι Έλληνες επί χρόνια ζούσαν «πάνω από τις δυνατότητές τους». Τι ακρι­βώς σημαίνει, όμως, αυτό; Στο εν λόγω ζήτημα δεν γίνεται κατανοητό από αρκετούς Γερμανούς ότι, ακόμη κι αν ένας Έλληνας λαμβάνει το 1/10 του μέσου γερμανικού μισθού, θα εξακολουθή­σει να δίνει την εντύπωση ότι ζει «πάνω από τις δυνατότητές του». Η αιτία έγκειται στο ότι είναι άλλο πράγμα πόσα χρήματα έχει κανείς και τελείως διαφορετικό πράγμα τι σχέση έχει κανείς με το χρήμα…Κάποιος που έχει 4 ευρώ και ξοδεύει τα 2 (π.χ. επειδή έχει πλούσια κοινωνική ζωή) μπορεί να καταναλώσει περισσότερα αγαθά από κάποιον άλλον, ο οποίος έχει 10 ευρώ και από αυτά αποταμιεύει τα 9.

β) Ως αποτέλεσμα του α) αρκετοί Γερμανοί δεν συνειδητοποιούν την απλή αλήθεια ότι το γεγο­νός πως δεν είμαστε όλοι Γερμανοί είναι καλό για την Γερμανία. Και ο λόγος είναι απλός. Η Γερ­μανία δεν είναι απλώς μια εξαγωγική οικονομία. Δεν είναι μόνον μια οικονομία που παράγει και εξάγει μαζικά. Είναι κυρίως μια οικονομία, η οποία εξάγει τα προϊόντα της σε χώρες, όπου η πολιτιστική σχέση των καταναλωτών προς το χρήμα τις περισσότερες φορές είναι τελείως δια­φορετική από ό,τι στην Γερμανία. Μόνον σε οικονομικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα, όπου έννοιες, όπως «μανία αποταμίευσης» ή «εμμονή αποταμίευσης», δεν υφίστανται ή δεν είναι δη­μοφιλείς, μπορεί μια εξαγωγική οικονομία να ελπίζει ότι η διάθεση των προϊόντων της θα αποφέ­ρει ικανό κέρδος. Εάν ο πληθυσμός των άλλων χωρών υιοθετούσε την γερμανική κουλ­τούρα αποταμίευσης, τότε η γερμανική οικονομία πολύ πιθανόν θα κατέρρεε εντός ολίγων μη­νών.

γ) Η Γερμανία αποδέχθηκε την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωζώνη, αν και όλοι γνώριζαν ότι το ελληνικό κράτος είναι εξόχως προβληματικό και ότι τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία ήταν ανα­ξιόπιστα. Γιατί η Γερμανία δεν έκανε στο θέμα αυτό τις δικές της «σχολικές εργασίες» (Hausaufgaben); Ο λόγος είναι ότι συγκεκριμένοι κύκλοι στην Γερμανία θέλησαν να εκμεταλλευτούν όχι μόνον την ελλη­νική κουλτούρα κατανάλωσης και εν μέρει σπατάλης, αλλά και την διαφθορά (βλ. Siemens, κλπ.) του ελληνικού κομματικού κράτους. Και, πράγματι, πολλές γερμανικές εταιρίες αποκόμι­σαν μεγάλα κέρδη από αυτή την κατάσταση. Συνεπώς, ό,τι πολλοί ηθικίζοντες Γερμανοί κατα­λογίζουν τώρα στους Έλληνες, είναι κάτι που εδώ και χρόνια υπήρξε για τους Γερμανούς (ή για κάποιους εξ αυτών) εξαιρετικώς επικερδές. Και τώρα ίσως αποβεί πιο επικερδές από ποτέ…

δ) Ούτε στην Γερμανία ούτε στην Ελλάδα λαμβάνεται επαρκώς υπόψιν η θεωρητική πιθανότητα ότι οι προϋποθέσεις της οικονομικής ευμάρειας μπορεί ενίοτε να είναι εξίσου νοσηρές με αυτές μιας χρεοκοπημένης οικονομίας. Για παράδειγμα, μια λεπτή σιλουέτα δεν οφείλεται αναγκα­στικά σε σωστή διατροφή ή συστηματική αθλητική άσκηση. Μπορεί να ανάγεται και σε τελείως διαφορε­τικές καταστάσεις, όπως π.χ. μονομανίες και εμμονές σχετικές με το βάρος, νευρωτική ανορεξία, άλλες ασθένειες, κλπ. Αντιστοίχως, μια ισχυρή οικονομία μπορεί να έχει κτιστεί όχι μόνον χάρη σε συγκεκριμένες, καλές νοοτροπίες και αρετές, αλλά και λόγω μιας όχι εντελώς υγιούς πολιτι­σμικής σχέσης με έννοιες, όπως «εργασία», «χρήμα», «αποταμίευση», «ηθικισμός», κλπ. Το γεγο­νός πως εδώ έχουμε να κάνουμε με την «σκοτεινή» πλευρά της «φω­τεινής» οικο­νο­μίας της κεντρικής Ευρώπης καθίσταται εν τέλει πρόδηλο και από την οφθαλμοφανή συγγένεια ανά­μεσα σε μερικές ακραίες απόψεις που εκφράζονται στην Γερμανία ως προς την προοπτική στή­ριξης των κρατών PIIGS και κάποιες παλαιότερες – και όχι ακριβώς ευχάριστες – αντίστοι­χες προσεγγίσεις (βλ. εικόνα).

ε) Οι Έλληνες μπορούν να είναι υπερήφανοι για το γεγονός ότι το χειρότερο «διεθνές» ατόπημα της σύγχρονης κρατικής τους ιστορίας υπήρξε απλώς ένα χρέος της τάξεως των 350 δισεκα­τομμυρίων ευρώ. Σε αντίθεση με αυτό δεν είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς τι προκάλεσαν στην δική τους πιο ζοφερή στιγμή κάποιοι άλλοι στην Ευρώπη που τώρα ηθικίζουν. Η τρέχουσα ηθι­κιστική επί­θεση κατά των Ελλήνων δημιουργεί μάλιστα την εντύπωση ότι για μερικούς Γερμα­νούς (φυσικά όχι για όλους) το χρέος των 350 δισεκατομμυρίων ευρώ αξιολογείται ως πολύ βα­ρύτερο έγκλημα από τους εκατομμύρια νεκρούς των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Έτσι μόνο μπορεί να εξηγηθεί το ότι υπάρχει τόσο έντονη απαίτηση για τις ελληνικές «αποζημιώσεις της κρίσης», ενώ εκκρε­μούν ακόμη οι γερμανικές αποζημιώσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ως Έλληνες μπορούμε, συνε­πώς, να είμαστε ευγνώμονες, διότι έχουμε έναν πολιτισμό, στον οποίον αν μη τι άλλο τα οικονο­μικά ζητήματα και οι άνθρωποι ιεραρχούνται με κριτήρια που δεν έχουν ακόμη εντελώς αντι­στραφεί…