Αρχείο

Posts Tagged ‘ευρώ/δραχμή’

Αποδομώντας τον διχασμό

Το διχαστικό δημοψήφισμα, στα πρόθυρα του οποίου βρισκόμαστε, μοιάζει να αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα της συγκρουσιακής διαδικασίας που γνώρισε η χώρα τα τελευταία πέντε χρόνια με αφορ­μή την οικονομική κρίση και την χρεωκοπία της. Στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους, άλ­λωστε, οι ακολουθίες των διχασμών και οι ακολουθίες των χρεωκοπιών έμοιαζαν πάντα με αλλη­λένδετους παράλλη­λους βίους. Και όχι άδικα. Διότι, αν κάθε δίλημμα μετατρέπεται σχεδόν αυτόμα­τα σε διχασμό, αν δεν αντιλαμβανόμαστε ότι, δυ­στυχώς ή ευτυχώς, τα πράγματα στην ζωή και στην κοινωνία είναι συνήθως υπερβολικά σύνθετα ώστε να μπορούν να απλουστευθούν σε ερωτήσεις ολικής αγνοίας τύπου άσπρου-μαύρου, αν δεν μπορούμε να διακρίνουμε την ιδεολογική από την στρατηγική ψήφο, αν ταυτίζουμε γηπεδικά και μονοδιάστατα το εκάστοτε ΝΑΙ ή ΟΧΙ με ένα και μόνο κί­νητρο, ώστε ο εχθρός να «ξεχωρίσει» με ευκολία και να μπει στο στόχαστρό μας (ως «υπη­ρέτης των δανειστών» ή «λόμπι της δραχμής»), αν θεω­ρούμε απίθανο να βλέπει κάποιος άλλος κάτι που δεν βλέπουμε εμείς, αν, τέλος, δυσκολευόμαστε να δούμε τον αντικατοπτρισμό των εκάστοτε ΟΧΙ που συνεπάγεται το κάθε ΝΑΙ και αντιστρόφως, τότε καθίσταται υπέρμετρα φιλόδοξη η επιθυ­μία να ανεβάσουμε το επίπεδο του κράτους και της οικονομίας μας.

saggarios_lefkada_03

Το σύνθημα «ΝΑΙ, ΣΑΓΓΑΡΙΟΣ» σε εξωτερικό τοίχο σπιτιού της Λευκάδας.

Υπάρχουν, όμως, και ορισμένοι άλλοι, λιγότερο εμφανείς παράγοντες, οι οποίοι υπονομεύουν βα­θιά την όποια αξία της διχόνοιας επί ενός δημοψηφίσματος. Αυτοί σχετίζονται με την επιστήμη εκείνη που είναι η κατεξοχήν αρμόδια για την αποτίμηση της σημασίας τέτοιων γεγονότων, δηλαδή την επιστήμη της ιστορίας. Ο πρώτος παράγοντας ξεκινά από την παραδοχή ότι και οι δύο πλευρές μιας διαμάχης, όπως αυτή επί του επικείμενου δημοψηφίσματος, μοιράζονται μια κοινή αφετηρία: θεωρούν αμφότερες ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος συνιστά μείζον γεγονός, από αυτά που καθορίζουν αποφασιστικά την ιστορική εξέλιξη. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος, για τον οποίον η εκάστοτε αντιπαράθεση οξύνεται τόσο πολύ. Κατά συνέπεια, είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι αυτή ακριβώς η παραδοχή, ότι δηλαδή ένα γε­γονός όπως ένα δημοψήφισμα συνιστά κρίσιμο δια­μορφωτή της ιστορίας, είχε αρχίσει να εγκατα­λείπεται από τους ιστορι­κούς, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Την περίοδο αυτή οι ιστορικοί ερευνητές άρχισαν να αμφι­σβητούν την παραδοσιακή γεγονοτολογική και προσωποκεντρική ιστορία. Με άλλα λόγια, είχαν αρχίσει να υποψιάζονται ότι η ιστορία μόνο φαινομενικά γράφεται από τα μεγάλα γεγονότα (π.χ. σημαντικές μάχες και πολέμους) ή από τις μεγάλες προσωπικότητες πολιτικών και στρατηγών. Αντιθέτως, άρχι­σε να κερδίζει έδαφος η ιδέα ότι τα ίδια αυτά τα πρόσωπα και τα γεγονότα δεν συ­νιστούν τίποτε άλλο παρά την κορυφή του παγόβουνου, δηλαδή την επιφανειακή, ορατή έκφανση πολύ βαθύτερων διαδικασιών. Το τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό έγινε σαφές, μεταξύ άλλων, μέσα από το έργο μιας από τις σημαντι­κότερες επιστη­μονικές σχολές του 20ού αιώνα, της ιστοριο­γραφικής Σχολής των Annales.

Στο πλαίσιο μιας αναγωγιστικής και δομιστικής προσέγγισης, δηλαδή μιας προσέγγισης που ανάγει τα ορατά «επιφαινόμενα» σε βαθύτερες και εκ πρώτης όψεως μη ορατές δομικές αιτίες, η Σχολή των Annales και ο πιο σημαντικός της εκπρόσωπος, ο Φερνάν Μπρωντέλ, εισηγήθηκαν μια τελείως διαφορετική αντίληψη του ιστορικού χρόνου. Στο πλαίσιο της τελευταίας σε κάθε ιστορική περίοδο θεωρείται ότι δρουν και αλληλεπιδρούν διαφορετικές διαδικασίες, οι οποίες λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικές χρονικές κλίμακες. Οι κλίμακες αυτές συνιστούν ένα είδος στρωματογραφί­ας του ιστορικού χρόνου, όπου τα απλά ιστορικά συμβάντα και πρόσωπα αποτελούν μόνο το ανώτερο στρώμα της, το σχεδόν χρονικογραφικό επίπεδο των απλών γεγονότων (événements). Κάτω από το βραχύχρονο αυτό επίπεδο βρίσκεται το μεσόχρονο στρώμα των συγκυριών (conjonctures), δηλαδή των πιο αργά εξελισσόμενων πραγματικοτήτων ή κύκλων της κοινωνικής, οικονομικής και δημογραφικής εξέλιξης. Σε αντίθεση με τα γεγονότα, οι συγκυρίες αυτές αρχίζουν να ξεφεύγουν πλέον από την χρονική κλίμακα της ζωής ενός ανθρώπου ή μερικών γενεών αν­θρώπων και ως εκ τούτου αρχίζουν να γίνονται δυσκολότερα αντιληπτές. Τέλος, κάτω και από το επίπεδο των συγκυριών βρίσκεται αυτό της λεγόμενης μακράς διάρκειας (longue durée). Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον και πιο σημαντικό από όλα, αφού θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει τις βαθύτε­ρες εκείνες δομές των πολιτισμών, όπως αυτές προκύπτουν από διαχρονικά χαρακτηριστικά του γεω­γραφικού τους χώρου και των βαθύτερων συλλογικών νοοτροπιών τους.

Δεχόμενος κανείς αυτήν την ιστορική αντίληψη, την οποία εδώ ακροθιγώς μόνο περιγράψαμε, μπορεί να δει γεγονότα όπως το επικείμενο δημοψήφισμα ή και γενικότερα τις εξελίξεις των τελευ­ταίων μηνών υπό ένα διαφορετικό πρίσμα. Να τα δει ως το βραχύχρονο επίπεδο (événements) μιας πολύ βαθύτερης στρωματογραφίας διαδικασιών. Γίνεται, δηλαδή, συχνά σαφές ότι η μία ή η άλλη άποψη ή πρόθεση που μπορεί να έχει κανείς, συνιστά ένα μόνο και ίσως ούτε καν το σημαντικότε­ρο συστατικό στοιχείο μιας εξέλιξης. Ποια είναι τα υπόλοιπα στοιχεία; Καταρχάς, ένα πολύ κρισι­μότερο κομμάτι του ίδιου παζλ αποτελεί το πώς θα υποστηρίξεις την εκάστοτε άποψη, το ποιο είναι το γενικότερο και υποκείμενο υπόβαθρο σοβαρότητας, κατάρτι­σης, εμπειρίας, οργάνωσης, συστη­ματικότητας και γενικότερης αντίληψης της πολυπλοκότητας των προβλημάτων που διαθέτεις. Το αν είσαι σε θέση να διακρίνεις ποικιλοτρόπως (π.χ. και με τον εν­δυματολογικό σου κώδικα) τα διάφορα επίπεδα των θεσμικών περιστάσεων και την κουλτούρα της ιδιω­τικής από την δημόσια συ­μπεριφορά. Το αν η βαθύτερη νοοτροπία ή κοινωνικοανθρωπολογική δομή σου επιτρέπει να διακρί­νεις αποχρώσεις στα πράγματα και στις συμπεριφορές, στον τρόπο, στον χώρο και τον χρόνο που πρέπει να γίνει και να λεχθεί ή όχι το καθετί. Το αν είσαι σε θέση να χαρτογραφήσεις την εκάστοτε κοινωνική δομή, από την οποία έχεις κι εσύ προέλθει, ώστε να οδηγηθείς από την συνειδητή ή όχι αναπαραγωγή στην δυναμική μεταρρύθμιση και αναδόμησή της. Στο πλαίσιο όλων των ανωτέρω, επομένως, η άλφα ή η βήτα πρόθεση, άποψη ή πολιτική που θα υποστηριχθεί ή θα ακο­λουθηθεί συ­νιστά το βραχύχρονο επίπεδο των γεγονότων. Αντιθέτως, όλο το υποκεί­μενο σύστημα των βαθύτερων νοο­τροπιών ή κοινωνικοανθρωπολογικών δομικών χαρακτηριστικών συνιστά μέρος των πιο μακρόχρο­νων επιπέδων του ιστορικού χρόνου. Κάτι που διακρίνεται, άλλω­στε, καθαρά από το ότι το βαθύτε­ρο αυτό σύστημα υπάρχει συνήθως ήδη πριν και συνεχίζει να υπάρχει και μετά το πέρας των εκάστοτε γεγονότων.

Θέτοντάς το διαφορετικά, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι στην περίπτωση της Ελλάδας ένας μετριοπαθής ευρωσκεπτικιστής με τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν (σοβαρότητα, κα­τάρτιση, εμπειρία, κουλτούρα θεσμικής συμπεριφοράς) θα μπορούσε να στηρίξει πολύ καλύτερα την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας από έναν φανατικό ευρωπαϊστή χωρίς τα γνωρίσματα αυτά. Αλλά κι ένας μετριοπαθής ευρωπαϊστής με σύνεση και κατάρτιση θα μπορούσε κι αυτός να υπο­στηρίξει, αν χρειαζόταν, την όσο τον δυνατόν πιο συντεταγμένη μετάβαση σε ένα εθνικό νόμισμα πολύ καλύτερα απ΄ ό,τι ένας αντιευρωπαϊστής στερούμενος κάθε έννοιας σοβαρότητας, γνώσης και εμπειρίας. Αντιθέτως, συνιστά μέγιστη πλάνη να θεωρεί κανείς ότι αρκούν και μόνο οι ειλικρινείς και ενθουσιώδεις προθέσεις υπέρ της μιας ή της άλλης πολιτικής. Δεν αρκεί να θέλεις κάτι, πρέπει και να μπορείς. Σε διαφορετική περίπτωση, τα όρια ανάμεσα στο ΝΑΙ και στο ΟΧΙ γίνονται τόσο ρευστά που σχεδόν χάνουν την αξία τους. Για παράδειγμα, όλα τα ΝΑΙ των προηγούμενων κυβερ­νήσεων, ο τρόπος που ελέχθησαν και το πολιτικό προσωπικό που τα υποστήριξε, είναι αυτά που έχουν οδηγήσει ένα μεγάλο μέρος των πολιτών να συντάσσεται στην παρούσα περίσταση με το ΟΧΙ. Αλλά και το ΟΧΙ, με τον –«παντός καιρού» και ανεξαρτήτως νομίσματος– ανεύθυνο και τρα­γικό τρόπο που έτυχε διαχείρισης και υποστήριξης από την παρούσα κυβέρνηση, ωθεί ένα επίσης σημαντικό μέρος των πολιτών να προσανατολιστεί, έστω και δύσθυμα, με το ΝΑΙ.

Ανάλογους προβληματισμούς υποβάλλει και μία άλλη μεγάλη θεωρητική κατεύθυνση της ιστο­ριογραφίας, ο λεγόμενος ιστορικισμός. Σύμφωνα με αυτόν, κάθε ιστορική εξέλιξη είναι μοναδική, αφού μοναδικό είναι το κάθε ιστορικό context, μοναδική είναι κάθε κοινωνία, μοναδικοί και οι άν­θρωποι που την αποτελούν. Άνευ σημασίας είναι, ως εκ τούτου, οι διαχρονικές και υπερτοπικές συ­γκρίσεις. Ιστορικοί παραλληλισμοί («ΟΧΙ του ΄40», «Κούγκι», «Μικρασιατική Καταστροφή») και πιο συγχρονικές αναλογίες με άλλα κράτη (π.χ. Αργεντινή, Βενεζουέλα, Ισλανδία) συνιστούν ένα μεθοδολογικά έωλο κυνήγι μαγισσών. Περιττό να αναφερθεί ότι τέτοιου είδους συγκρίσεις και ανα­λογίες επιστρατεύθηκαν ως τώρα και από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, ως μέσο επικοινωνια­κής ενίσχυσης των θέσεών τους. Το να παρασυρθεί, επομένως, κανείς να εκτιμήσει κατά πόσον ευ­σταθεί η μία ή η άλλη ιστορική σύγκριση παραβλέπει την πιθανότητα να είναι ευθύς εξαρχής προ­βληματική η συγκεκριμένη διαδικασία. Θα ήταν σίγουρα μια κάποια λύση να υπήρχαν θετικιστικοί ιστορικοί νόμοι με διαχρονική και υπερτοπική ισχύ, ώστε να λειτουργούσαν ως εγχειρίδιο για το τι πρέπει να κάνουμε (και τι πρέπει να υποδείξουμε στους άλλους να κάνουν…) σε κρίσιμες περι­στάσεις. Ας είμαστε, ωστόσο, ανοιχτοί στην πιθανότητα ότι τέτοιου εί­δους νόμοι ενδέχεται να μην υπάρχουν και ότι πρέπει να αναλαμβάνουμε κάθε φορά τις όποιες ευ­θύνες μας αναλογούν χωρίς να αναζητούμε τους από μηχανής θεούς του ιστορικού θετικισμού.

Συνεπώς, όσο σφοδρή και αν είναι η επιθυμία μας να σηκώσουμε κι εμείς το γάντι της σύγκρου­σης εν μέσω της οξείας διχαστικής περίστασης των ημερών, είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε ότι η ίδια η επιστημονική μελέτη της ιστορίας έχει δημιουργήσει πολύ σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την αξία του διχασμού με αφορμή συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα. Η όποια έκβαση μιας κρίσιμης εκλογικής ή δημοψηφισματικής αναμέτρησης μπορεί να οραθεί ως απλώς το αποτέλεσμα διεργα­σιών και διαδικασιών που συνδέονται πιο πολύ με την διάρκεια και λιγότερο με την στιγμή, πιο πολύ με το μοναδικό πλέγμα γεγονότων της κάθε εποχής και κοινωνίας και λιγότερο με νομοτελεια­κούς ιστορικούς νόμους «καταστροφής» ή «σωτηρίας». Σε αυτό το πλαίσιο, τόσο το ουσιαστικό ΝΑΙ όσο και το ουσιαστικό ΟΧΙ ενδέχεται να περνούν από τον ίδιο δρόμο. Περνούν μόνο μέσα από την γενικότερη και συνολική ισχυροποίησή της χώρας, την βαθιά εξυγί­ανση και ενδυνάμωση της οικονο­μίας, την μεταρρύθμιση του δημοσίου και της σχέσης δημοσίου-ιδιωτικού, την επαναφορά της στοιχειώδους σο­βαρότητας και του στοιχειώδους πολιτισμού στον δημόσιο λόγο. Τόσο το ουσιαστικό ΝΑΙ όσο και το ου­σιαστικό ΟΧΙ προ­ϋποθέτουν ανθρώπους με κατάρτιση, γνώση, εμπειρία, μετριοπάθεια και κουλ­τούρα θεσμικής συμπε­ριφοράς, οι οποίοι να εμπνέουν εμπι­στοσύνη τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό. Προϋπο­θέτουν ανθρώπους με εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία των κοινωνιών και των πολιτιστικών ταυτο­τήτων της γερμανόφωνης και γαλ­λόφωνης κεντρικής Ευρώπης. Προϋπο­θέτουν μια οικονομία που θα είναι και θα φαίνεται αρκετά ισχυρή ώστε να μπορεί είτε να επιβιώσει καλύτερα σε μια δύσκολη και προβληματική νομισματική ένωση είτε να απορροφήσει πιο συντε­ταγμένα απ΄ ό,τι τώρα τους κραδασμούς μιας εν­δεχόμενης επιστροφής σε εθνικό νόμισμα. Με λίγα λόγια, τόσο το ουσιαστικό ΟΧΙ όσο και το ουσιαστικό ΝΑΙ προϋποθέτουν τον συγκριτικά υψηλότερο εκείνο μέσο όρο σοβαρότητας και ικανότητας του πολιτικού προσωπικού που έκανε άλλες χώρες (π.χ. Ιρλανδία, Πορτογαλία) να βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από την Ελλάδα, παρά την έκθεσή τους στις ίδιες περίπου τοξικές και προβληματικές πολιτικές «διάσωσης».

Σαν αποτέλεσμα, όσοι δυσφορούν βλέποντας τον γερμανικό αετό στο καθημερινό τους νόμισμα, όσοι δυ­σκολεύονται να αναγνωρίσουν «το σπίτι τους» στο πρόσωπο και στις γκριμάτσες του Σόι­μπλε, όσοι έχουν ζήσει τι σημαίνει να σε αντιπαθούν για αυτό που είσαι, όσοι ξέρουν την διαφορά του Βολταίρου από τον Χέρντερ, όσοι γνωρίζουν ότι η λιτότητα (Sparen) είναι ένας ολόκληρος πολιτισμός και όχι απλώς μια πολιτική, όσοι αποστρέφονται τους Μεφιστοφελείς ευρωκράτες τύπου Ντάι­σελμπλουμ, όσοι, τέλος, έχουν σοβαρούς λόγους να θεωρούν ούτως ή άλλως θνησιγενές το όρα­μα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχουν την ίδια αποστολή και μοίρα με τους φαινομενικά απέναντί τους. Όσους θεωρούν την Ευρώπη ως σπίτι τους, όσους κρούουν τον κώδωνα του κινδύ­νου για τους γεωπολιτικούς κινδύνους της αποκοπής της χώρας από το ευρωπαϊκό πλαίσιο, όσους είναι πεπεισμένοι για τον ρεαλισμό του οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ακόμη και όσους έχουν αναπτύξει υπέρ το δέον έντονο σύνδρομο εθνικής ταυτοποίησης με την «Δύση», τον «Δια­φωτισμό» και τον «ορθολογισμό». Η κοινή αποστολή είναι να αναζητήσουμε κυβερνήσεις όχι οπωσδήποτε Εθνικής Ενότητας, αλλά Εθνικής Σοβαρότητας, της πιο δυσεύρετης πρώτης ύλης που μπορεί να οδηγήσει σε μια εποι­κοδομητική, δύσκολη, αργή, αλλά σταθερή πορεία προς τα εμπρός. Χωρίς στοιχειώδη Εθνική Σοβαρότητα, ακόμη και ένα πρόσκαιρο ΝΑΙ μπορεί σύντομα να καταλή­ξει σε ένα νέο ΟΧΙ, αλλά και ένα ΟΧΙ μπορεί γρήγορα να μετατραπεί στο ΝΑΙ μιας κακήν κακώς προ­σπάθειας επανασύνδεσης με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Κατά συνέπεια, ας έχουμε στο μυαλό μας ότι ο διχασμός για το τι κατεύθυνση θα πάρει πρόσκαιρα ένα σαπιοκάραβο μπορεί να στρέφει προσωρινά όλα τα μάτια στην γέφυρα του πλοίου, αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, η πολύ δύσκολη προσπάθεια της εν πλω επισκευής του λαμβάνει πάντα χώρα στα βα­θύτερα επίπεδά του.

Advertisements

Τα βιογραφικά της κρίσης

Ιουνίου 5, 2013 8 Σχόλια

Σε προηγούμενες αναρτήσεις, και κυρίως σε αυτήν με τίτλο «Ποια είναι η εναλλακτική λύση;» αναφερθήκαμε στο φαινόμενο που θα μπορούσε να ονομαστεί μνημονιακός εμπειρισμός. Πρό­κειται για την άποψη που εκφράζουν ακόμα και σήμερα οι πιο ένθερμοι θιασώτες του άκριτου «ευρωπαϊκού προσανατολισμού» της χώρας, ότι, δηλαδή, οι αποφάσεις για την πορεία της τα τελευταία τρία χρόνια ελήφθησαν με σχεδόν αποκλειστικό γνώμονα τα «αντικειμενικά» δεδο­μένα της κατάστασης, π.χ. τα στοιχεία, τα νούμερα, τους συσχετισμούς δυνάμεων, κλπ. Όπως, όμως, προσπαθήσαμε να καταδείξουμε, πίσω από την κάθε πράξη υπάρχει πάντοτε μια θεωρία. Όσοι π.χ. θεώρησαν ότι η χώρα έπρεπε να μπει στον «γύψο» μιας τόσο σκληρής προσαρμογής χωρίς νομισματική υποστήριξη (χωρίς, δηλαδή, ούτε να έχει δικό της νόμισμα ούτε να είναι μέ­λος μιας «κανονικής» νομισματικής ένωσης), δεν το έκαναν επειδή αυτό τους υπέδειξαν τα αντι­κειμενικά δεδομένα. Το έκαναν με βάση την υποκειμενική τους πεποίθηση ότι η ευρωζώνη μπο­ρεί και σύντομα θα λειτουργήσει σαν κανονική νομισματική ένωση, π.χ. με αμοιβαιοποίηση χρέ­ους (ευρωομόλογα) και μια Κεντρική Τράπεζα που θα λειτουργεί όπως αυτές άλλων νομισματι­κών χώρων. Συνεπώς, θα ήταν καταστροφικό για την χώρα να είναι τότε «στην απ΄ έξω», όπως είχε πει προ καιρού ο Α. Σαμαράς, με την ποιότητα των ελληνικών να ανταγωνίζεται μόνον αυτή των προβλέψεών του.

Terra incognita

Terra incognita…

Και η ανωτέρω άποψη δεν είναι παρά μια επιμέρους πτυχή μιας πολύ ευρύτερης θεωρητικής και ιδεολογικής αντίληψης της Ευρώπης, αυτής που θέλει την τελευταία να είναι μια ζώνη πολιτιστι­κής «κοινότητας», περίπου καταδικασμένης στην ενοποίηση ή ολοκλήρωση. Πρόκειται για μια υπο­κειμενική (και καθόλου εμπειριστική) άποψη τόσο βαθιά εδραιωμένη, ώστε να λειτουργεί εν τέλει ως παραμορφωτικός φακός μιας πραγματικότητας που μπορεί να αναγνωστεί τελείως διαφορε­τικά. Έτσι, η Γερμανία (και η ξεκάθαρη ηγεμονική της θέση) βαφτίζεται «Ευρώπη», η νέα εκδοχή του πάλαι ποτέ γερ­μανικού μείζονος ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου (Europäischer Großwirtschaftsraum) καλείται «ευρωζώνη», ο γερμανικός πολιτισμός του Sparen (Sparkultur) γίνεται αντιληπτός ως «πολιτική της λιτότητας», η μεταφορά χρημάτων από τους λογαριασμούς των Ευρωπαίων φορολογουμένων σε αυτούς των τραπεζών-δανει­στών του ελληνικού κράτους χαρακτηρίζεται μονίμως ως «βοήθεια προς την Ελ­λάδα», κλπ. Μία από τις βασικές θέσεις που υποστηρίζουμε σε αυτό το ιστολόγιο είναι ότι η πα­ραπάνω αντίληψη –στην αθώα της εκδοχή– δεν συνιστά απλά μια εντελώς υποκειμενική αφετη­ρία που συχνά, μά­λιστα, παίρνει την μορφή της ιδεοληψίας, της αυθυποβολής και της ψευδαί­σθησης («success story»). Συνιστά πολύ περισσότερο μια πρώτης τάξεως απόδειξη για το ότι αρ­κετοί από τους φο­ρείς αυτής της άποψης καθοδηγούν την χώρα, έχοντας τραγική άγνοια συ­γκεκριμένων συνθηκών εντός της Ευρώπης και κυρίως του πολιτισμού της γερμανόφωνης κε­ντρικής Ευρώπης. Η ρομαντική αντί­ληψή τους περί της Ευρώπης και της προοπτικής της όχι μόνον είναι καθαρά υποκειμενική, αλλά, το χειρό­τερο, δεν στηρίζεται πουθενά.

Σήμερα, λοιπόν, θα δώσουμε την ευκαιρία στον αναγνώστη να διαπιστώσει με τρόμο τι σημαίνει αυτό το «πουθενά». Θα παράσχουμε τα αποδεικτικά στοιχεία που μοιάζουν να επιβεβαιώνουν με δραματικό τρόπο τις εκτιμήσεις που έχουμε κάνει από αυτή την θέση για τον βαθμό γνώσης της Ευρώπης εκ μέρους όσων θεωρούν ότι μονοπωλιακά γνωρίζουν τι είναι η Ευρώπη. Πιστοί, μάλιστα, στον εμπειρισμό και θετικισμό που οι ίδιοι οι υπέρ το δέον ένθερμοι μνημονιακοί ευρωπαϊστές διεκδι­κούν για τις δικές τους θέσεις, θα παρουσιάσουμε στον αναγνώστη στοιχεία όχι μόνο «αντικει­μενικά», όχι μόνο επαληθεύσιμα ανεξάρτητα από τα δικά μας λεγόμενα, αλλά και προερχόμενα από τους ίδιους. Θα δούμε, δηλαδή, τι πληροφορίες μας δίνουν ορισμένοι από τους μνημονιακούς ευρωπαϊ­στές για τον εαυτό τους, τι γνώσεις ισχυρίζονται οι ίδιοι δημοσίως ότι έχουν περί της Ευρώπης. Στους παρακάτω συνδέσμους, λοιπόν, ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει τα βιογραφικά μερικών εκ των πιο ση­μαντικών προσωπικοτήτων της χώρας που από τον χώρο της πολιτικής, της οικονομίας, της διανόησης και της δημοσιογραφίας έχουν προωθήσει ως διαχειριστές της εξουσίας ή έχουν υποστηρίξει ένθερμα ως απλοί σχολιαστές τον άνευ όρων «ευρωπαϊκό προσανατολισμό», τον μνημονιακό «μονόδρομο» και την «πάση θυσία» παραμονή της χώρας στο ευρώ. Στις προσωπικότητες αυτές ανήκουν π.χ. ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ο Φίλιππος Σαχινίδης, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, η Άννα Διαμαντοπούλου, ο Ανδρέας Λοβέρδος, ο Χρήστος Παπουτσής, ο Αντώνης Σαμαράς, ο Γιάννης Στουρνάρας, ο Χρήστος Σταϊκούρας, ο Κωστής Χατζηδάκης, ο Σίμος Κεδίκογλου, ο Μάκης Βορίδης, ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Λουκάς Παπαδήμος, ο Φώτης Κουβέλης, ο Αντώνης Μανιτάκης, ο Γιώργος Προβόπουλος, ο Λουκάς Τσούκαλης, ο Γιώργος Παγουλάτος, ο Γκίκας Χαρδούβελης, ο Πάσχος Μανδραβέλης, ο Παντε­λής Καψής, ο Αλέξης Παπαχελάς, ο Μπάμπης Παπαδημητρίου.

Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, στα βιογραφικά των ανωτέρω προσώπων απαντά ένα αναπάντεχο κοινό σημείο που στην καλύτερη περίπτωση προβληματίζει και στην χειρότερη τρομάζει: από κανένα, δηλαδή, εκ των ανωτέρω βιογραφικών δεν προκύπτει η παραμικρή γνώση για την Γερμανία ή γενικότερα για την γερμανόφωνη κεντρική Ευρώπη. Τα εν λόγω πρόσωπα δεν γνωρίζουν γερμανικά, δεν προκύπτει να έχουν μείνει έστω ένα μικρό χρονικό διάστημα στην Γερμανία, π.χ. να έχουν περάσει εκεί κάποιο τμήμα των σπουδών ή της επαγγελματικής τους διαδρομής. Όσοι, μάλιστα, εξ αυτών έχουν επιστημονική ιδιότητα και αρχείο ακαδημαϊκών δη­μοσιεύσεων (π.χ. Λ. Παπαδήμος, Γ. Στουρνάρας) δεν φαίνεται να έχουν δημοσιεύσει ποτέ ούτε ένα (1) άρθρο στην γερμανική γλώσσα. Ελάχιστες εξαιρέσεις στον ανωτέρω κανόνα μπορούν να εντοπι­στούν μόνον αν ο κύκλος των προσώπων διευρυνθεί και σε αυτά που ναι μεν δεν διαχει­ρίστη­καν εξουσία τα τελευταία τρία χρόνια, είναι γνωστό, όμως, πως υποστηρίζουν παρόμοιες θέ­σεις. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, ωστόσο, π.χ. σε προσωπικότητες, όπως ο Κ. Σημίτης και η Ντ. Μπακογιάννη, είναι αμφίβολο αν η εμπειρία της Γερμανίας έφθασε σε βαθμό υπέρβασης του «διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδι­σμού» βάσει των ενδεικτικών κριτηρίων που έχουμε παραθέσει στο παρελθόν.

Περαιτέρω, ιδιαίτερη εντύπωση κάνει η ομάδα αυτών που θα μπορούσαν να ονομαστούν  αμε­ρικανοτραφείς ευρωπαϊστές. Σε αυτούς ανήκουν πρόσωπα, όπως π.χ. ο Γ. Παπανδρέου, ο Α. Σαμαράς, ο Λ. Παπαδήμος, ο Γκ. Χαρδούβελης και ο Α. Παπαχελάς, οι οποίοι εκφράζουν βα­ρύνουσα άποψη για τα της Ευρώπης, έχοντας πλούσιες γνώσεις, εμπειρίες και παραστάσεις από έναν άλλο γεωγρα­φικό και πολιτιστικό χώρο, αυτόν των Η.Π.Α. Και είναι σίγουρο ότι, αν το ζητούμενο για την χώρα ήταν η συμμετοχή της ή όχι στην NAFTA (North American Free Trade Agreement), τότε άνθρωποι σαν τον Λ. Παπαδήμο θα μπορούσαν να προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες. Αντιθέ­τως, το τι υπηρεσίες προσφέρουν στην υπόθεση της Ευρώπης έχει καταστεί σαφές προ πολλού. Το αμερικανικό υπόβαθρο, μάλιστα, πολλών ευρωπαϊστών έρχεται να εξη­γήσει εύγλωττα και τις ανεδαφικές συγκρίσεις μεταξύ της Ε.Ε. και των Η.Π.Α., με την γνωστή επωδό περί των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Αν, τώρα, στην ενδιαφέρουσα κατηγορία των αμερικα­νοτραφών ευρωπαϊστών, όσων, δηλαδή, ομνύουν στο όνομα της Ευρώ­πης γνωρίζοντας άριστα την…Αμερική, προστεθούν και όσοι προκύπτει να γνωρίζουν την Ευ­ρώπη από την σκοπιά του Ηνωμένου Βασιλείου, έχοντας σπουδές, επαγγελματικές εμπειρίες και παραστάσεις κυρίως από την Αγγλία (π.χ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Γ. Στουρνάρας, Χρ. Σταϊκού­ρας, Γ. Προβόπουλος, Γ. Παγουλάτος, κ.α.), τότε τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα. Διότι με αυτό τον τρόπο έχουμε ουσιαστικά χαρτογραφήσει την μεγάλη πλειοψηφία των ένθερμων ευρωπαϊστών της πο­λιτικής και του δημόσιου λόγου, οι οποίοι αποδεικνύονται παντελώς «άκα­πνοι» σε ό,τι αφορά την ουσιαστική εμπειρία της ζωής στην ηπειρωτική Ευρώπη και κυρίως στην Γερμανία.

Υπό το φως των ανωτέρω «βιογραφικών της κρίσης» αντιλαμβάνεται κανείς με τρόμο ότι το τι­μόνι της χώρας βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στα χέρια τυφλών οδηγών. Ανθρώπων που ορί­ζουν τις τύχες της χώρες με αποκλειστικά εφόδια τις βαθιές τους ιδεοληψίες, τους ευσεβείς τους πόθους, τα απλοϊκά γενικευτικά μοντέλα και την εικονική πραγματικότητα της Ευρώπης που δημιουργεί αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «σύνδρομο του Μαγγελάνου». Όπως, δη­λαδή, ο Πορτογάλος θαλασσοπόρος ονόμασε «Ειρηνικό» τον ωκεανό, του οποίου είχε δει μόνον ένα τμήμα και σε συγκεκριμένες συνθήκες, έτσι και πολλοί ρομαντικοί ευρωπαϊστές αντιλαμβά­νο­νται την «Ευρώπη» υπό το απατηλό πρίσμα των εμπειριών σε συγκεκριμένα μόνο τμή­ματα του ευρύτερου δυτικού κόσμου, άσχετα με την ευρωζώνη και τις ιδιαιτερότητές της.

Αυτοί είναι, λοι­πόν, οι άνθρωποι με το «λάθος βιογραφικό» που επιστρατεύτηκαν για να οδηγήσουν την χώρα στον όλεθρο. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που δεν θα καταλάβουν ποτέ τι εννοούσε ακόμη και ο Ζ.-Κ. Γιουνκέρ όταν, σκιαγραφώντας υπαινικτικά το αληθινό πνεύμα της «διάσωσης» της Ελλάδας, αλλά και την πραγματικότητα που κρύβεται από πίσω της, δήλωνε: «Έχουμε γίνει αλαζόνες. Δε γνωρίζουμε ιστορία. Δε συμπαθούμε αυτούς που δεν είναι σαν εμάς, αγνοούμε όσα προσέφερε η Ελληνική Δημοκρατία και οι Έλληνες στην Ευρώπη». Αυτοί είναι, τέλος, οι άνθρωποι που μάλ­λον δεν θα αντιληφθούν παρά μόνον όταν είναι ήδη πολύ αργά ότι το δί­λημμα ευρώ ή δραχμή ήταν ευθύς εξαρχής άνευ αντικειμένου. Και τούτο διότι στην πραγματικό­τητα δεν υπάρχει πιο σίγουρος δρόμος για την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα από την παρα­μονή στην ευρω­ζώνη…

«Ποια είναι η εναλλακτική λύση;»

Οκτώβριος 28, 2012 3 Σχόλια

Στο τμήμα Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Northwestern, στο Σικάγο των ΗΠΑ, κατέχει την έδρα του καθηγητή ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος. Πρόκειται για τον αρχαιολόγο Matthew Johnson που μέσα από έναν σκληρό αγώνα ζωής κατάφερε να κάνει μια σημαντική ακαδημαϊκή καριέρα. Ως ένας από τους καλύτερους γνώστες της αγγλο­σαξονικής αρχαιολογικής θεωρίας, ο Johnson πάντοτε είχε τον δικό του, ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο να μυεί τους φοιτητές του στα συχνά δύσβατα μονοπάτια της. Εξασκημένος να εντοπίζει την θεωρία πίσω από την εκάστοτε πράξη, συνηθίζει να λέει μια φράση που, όταν την είχα πρω­τοακούσει, δεν είχα καταλάβει εντελώς το νόημά της: «όταν κανείς σάς λέει ότι δεν έχει θεωρία για τα πράγματα, να τον ρωτάτε πάντα τι είναι αυτό που προσπαθεί να κρύψει». Στην πορεία συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν όντως πολλές περιστάσεις στην επιστήμη και την ζωή που φω­τίζουν το νόημα αυτής της ρήσης. Ένα από τα καλύτερα παραδείγματα, μάλιστα, για την κατα­νόησή της δεν είναι άλλο από την ελληνική κρίση και τον τρόπο, με τον οποίο ορισμένοι από τους υπερασπιστές των μνημονίων και της «πάση θυσία» παραμονής στο ευρώ προπαγαν­δίζουν τις θέσεις τους.

Όλοι μπορούμε να θυμηθούμε ότι, όταν κατά τους πρώ­τους μήνες της κυβέρνησης ΓΑΠ συντε­λέστηκε η (αυτο)υπονόμευση της δανειοληπτικής ικανότητας της χώρας και αυτή έφτασε στο χείλος της χρεοκοπίας, η προσφυγή στον μηχανισμό διάσωσης της τρόικας παρουσιάστηκε (και ακόμη παρουσιάζεται) ως η «μοναδική λύση», ως «η επιλογή της σωτηρίας έναντι της κατα­στροφής», ως μια πράξη που δεν είχε πίσω της μια συγκεκρι­μένη θεωρία, δηλαδή μια υποκειμε­νική θεωρη­τική προσέγγιση της ευρύτερης κατάστασης, αλλά συνιστούσε την αναγκαστική, «αντικειμενική» αντίδραση στις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί. Περαιτέρω, ένας από τους πιο προσφιλείς τρόπους υπογράμμισης του «αντικειμενικού» χαρα­κτήρα των κινήσεων που έγιναν υπήρξε από την αρχή η μεθοδευμένη επανάληψη εκ μέρους του μνημονιακού «λόμπι του ευρώ» του έντεχνου ερωτήματος «μα ποια είναι η εναλλακτική λύση;». Με αυτό τον τρόπο, οι διάφοροι υποστηρικτές της εν λόγω θέσης έγιναν κατά πρώτον κήρυκες επιστημονι­κού σκοτα­δισμού άλλων εποχών, δηλαδή της ιδέας ότι πίσω από την κάθε πράξη (πολιτική, οι­κονομική, επιστημονική, κλπ.) δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεωρία, αλλά μόνον «αντικειμενικές» συνθήκες και το «αλάθητο» των ειδημόνων που διαχειρίζονται την μία και μοναδική λύση. Κατά δεύτερον, το ενίοτε ύποπτο υπόβαθρο του ερω­τήματος «ποια είναι η εναλλακτική λύση;» αναδεικνύεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι εναλλα­κτικές λύ­σεις, πολλές μάλιστα, έχουν προταθεί ήδη από τις αρχές της ελληνικής κρί­σης και αυ­τής της ευ­ρωζώνης.

Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, ότι διακεκριμένοι οικονομολόγοι, όπως π.χ. ο Γ. Στίγκλιτς, ξεκι­νώντας από την δική τους θεωρητική αφετηρία έχουν εδώ και καιρό κάνει λόγο για την ανάγκη εξόδου όχι της Ελλάδας, αλλά της Γερμανίας από το ευρώ προκειμένου να επιλυθεί η ευρύτερη ευρωπαϊκή κρίση. Πρόκειται για μια άποψη που μέχρι σήμερα συνεχίζει να εκφράζεται με ενάρ­γεια και από άλλους σχολιαστές. Την ίδια στιγμή, συγκεκριμένες προτάσεις, εναλλακτικές ως προς τα προγράμματα διάσωσης, διατυπώνονται και από όσους εκκινούν θεωρητικά από την –ίσως ρομαντική– άποψη ότι η ευρωζώνη μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει στην παρούσα της σύνθεση, παρά τις έντονες εσωτερικές της προστριβές. Σε προτάσεις, όπως π.χ. αυτή των Γ. Βα­ρουφάκη-St. Hol­land, θεωρείται ότι είναι εφικτή μια συμβιβαστική, συστημική λύση της ευρωκρί­σης βάσει μιας τελικώς κοινής αντίληψης του προβλήματος εκ μέρους όλων των εμπλεκομένων χωρών. Σε άλλο μή­κος κύματος, πολλοί οικονομολόγοι με διεθνή απήχηση, όπως π.χ. ο Μ. Νόιμαν, ο Μ. Φέλντσταϊν, ο Ν. Ρου­μπινί και ο H. Werner-Sinn, έχουν συχνά εκφράσει την άποψη ότι η ανάκτηση της ανταγω­νιστικότητας της ελ­ληνικής οικονομίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με επιστροφή στο εθνικό της νόμισμα.  Ενίοτε, μάλιστα, μοιάζουν να υπονοούν ότι στο ίδιο συμπέρασμα θα κατέληγε ακόμη και ένας πρωτοετής των οικονομικών, κάτι που, όμως, δεν επιτρέπεται να…πολυακούγεται, αφού οι υπό κρίσιν χώρες πρέπει να μείνουν με κάθε τρόπο (π.χ. υπό το κράτος καταστροφολογικών σεναρίων) «κλειδωμένες» στην ευρωζώνη.

Και πράγματι, σε αντίθεση με ό,τι συστηματικά διατείνεται το μνημο­νιακό στρατόπεδο στην χώρα μας, έχουν υπάρξει δηλώ­σεις κάποιων άλλων σημαντικών στελε­χών της διεθνούς οικονομίας που αμβλύνουν τα σχετικά με την επιστροφή στην δραχμή σε­νάρια καταστροφής ή τουλάχιστον καταστροφής της Ελλάδας. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η δή­λωση του επικεφαλής του Διε­θνούς Χρημα­τοπιστωτικού Ινστιτούτου (IIF) Τ. Νταλάρα ότι σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ θα πτωχεύσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τρά­πεζα. Μια δήλωση που έγινε τον Μάιο του 2012 και που αυτόματα σημαίνει ότι, αν το εν λόγω σενάριο μεταφερθεί δύο χρόνια πριν, την περίοδο της υπογραφής του πρώτου ελληνικού μνημονίου, οι συνέπειες μιας ενδεχόμενης ελληνικής εξόδου θα ήταν τότε πιθανώς ακόμη πιο βαριές. Με δεδομένο ότι κανείς δεν θα άφηνε να συμβεί μια τέ­τοια καταστροφική εξέλιξη, γίνεται σαφές ότι η υπόθεση που κατά τις πρώτες φάσεις της κρίσης ήθελε την Ελλάδα εκτός ευρώ, με την υπόλοιπη ευρω­ζώνη ακόμη εντός του, δεν υπήρξε ποτέ ρεαλιστικό ενδεχόμενο. Αποτέλεσε απλώς το βασικό σενάριο κατα­στροφής που εξυπηρέ­τησε την όσο το δυνατόν πιο «ομαλή» υπαγωγή της χώρας στις επιταγές του μνημονίου. Αντιλαμβάνεται, επομένως, κανείς ότι, αν οι ελληνικές κυβερ­νήσεις αντί να παίξουν τον ρόλο διακινητή του φανταστικού αυτού σεναρίου αξιοποιούσαν την συγκεκριμένη κατά­σταση ως ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο, θα μπο­ρούσαν να ωθήσουν τα πράγματα σε δια­φορετική κατεύθυνση από αυτήν που οδήγησε την χώρα, αλλά ταυ­τόχρονα και την ίδια την ευ­ρωζώνη στην παρούσα κατάσταση. Ο λόγος που δεν το έκαναν δεν είναι οι «αντικειμενικές» συνθήκες, αλλά η δική τους «θεωρία» πίσω από τα πράγματα, την οποία αναπτύξαμε πρό­σφατα περιγράφοντας τα υλικά και ψυχολογικά κίνητρα του ελληνικού «λόμπι του ευρώ».

Το ποια είναι η εναλλακτική λύση για το πρόβλημα της ευρωζώνης κατά την άποψη που ανα­πτύσσουμε σε αυτό το ιστολόγιο έχει εν πολλοίς ήδη διατυπωθεί και, φυσικά, όπως κάθε πρό­ταση που θέλει να διεκδικεί στοιχειώδη ειλικρίνεια και σοβαρότητα, ξεκινά από την δική της εκ­πεφρασμένη θεωρητική αφετηρία. Σύμφωνα με αυτήν, στο πλαίσιο του οράματος της ευρωπαϊ­κής ενοποίησης μια ζώνη έντονης πολιτιστικής διαφοροποίησης, η Ευρώπη, εξελήφθη λανθα­σμένα ως μια ζώνη πολιτιστικής «κοινότητας». Σαν αποτέλεσμα, φαινόμενα που στην πραγμα­τικότητα αποτελούν ιδιοσυγκρατικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά συγκεκριμένων πληθυσμών της Ευρώπης, γίνονται αντιληπτά ως απλές «πολιτικές» ή «στρατηγικές». Κο­ρυφαίο παράδειγμα η «πολιτική» της λιτότητας, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πιστή αντανάκλαση του λαϊκού πολιτισμού της γερμανόφωνης κεντρικής Ευρώπης, του πολιτισμού του Sparen (δηλ. του διαρκούς εθισμού της αποταμίευσης, της πολιτιστικά…«σφιχτής» σχέσης με το χρήμα). Πρόκειται για μια πολιτιστική έκφανση που συνιστά τόσο λίγο «πολιτική» ή «ιδεο­λογική κατεύθυνση» όσο συνιστά π.χ. στον κόσμο της Μεσογείου η παραδο­σιακή οικονομική αλληλοϋποστήριξη εντός της κάθε οικογένειας.

Ακόμη και κάποιος που δεν έχει εμπειρία ή γνώση του γερμανικού πολιτισμού, αρκεί να δώσει την λέξη «sparen» ως λήμμα στο Google, για να εμφανιστούν αμέσως 140.000.000 (!) αποτελέ­σματα. Αν τώρα δώσει ως λήμματα τις ελληνικές μεταφράσεις της έννοιας (π.χ. εξοικονόμηση, αποταμίευση), των οποίων η παρουσία στην ελληνική γλώσσα δεν είναι ούτε κατά προσέγγιση τόσο ισχυρή, καθημερινή και πανταχού παρούσα (χαρακτηριστικό είναι εδώ ότι η ελληνική με­τάφραση της έννοιας διαμοιράζεται σε περισσότερες της μιας λέξεις και δεν συγχωνεύεται σε μία, κυρίαρχη λέξη), θα λάβει τα ακόλουθα αποτελέσματα: εξοικονόμηση (3.700.000), αποταμίευση (500.000), φειδώ (22.000). Ούτε εξ αποστάσεως δεν πλησιάζει την γερμα­νική…επίδοση και το ιταλικό «risparmio» με περίπου 32.000.000 αποτελέσματα. Αξίζει να ση­μειωθεί ότι ο χαρα­κτηρισμός «πολιτισμός του Sparen» (Sparkultur) αποτελεί μια μάλλον καλοπροαίρετη και νηφά­λια προσέγγιση, αν αναλογιστεί κανείς ότι το ίδιο φαινόμενο περιγράφεται από τον Μαξ Βέμπερ ως Zwang (Τσβανγκ=εμ­μονή, π.χ. Sparzwang), λέξη που χρησιμοποιείται στην γερμανική ιατρική ορολο­γία για να περι­γράψει εμμονικές διαταραχές ή νευρώσεις (π.χ. ο όρος Zwangsstörung [αγγλ. Obses­sive Compul­sive Disorder]). Είναι μάλλον το σημείο που μπορεί κανείς να θυμηθεί ορι­σμέ­νους ιδιαί­τερα…συνειδητοποιημένους μνημονιακούς, οι οποίοι από ένθερμοι τηλεκήρυκες του αρχαιοελ­ληνικού πολιτισμού κατέληξαν τελικά υπερασπιστές κεντροευρωπαϊκών νευρώ­σεων.

Υπό αυτό το πρίσμα γίνεται αντιληπτό ότι τα προβλήματα στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης είναι στην πραγματικότητα το εξής ένα: η προκρούστεια συνύπαρξη στο πλαίσιο της ίδιας οικο­νομικής ένωσης του γερμανόφωνου κόσμου της κεντρικής Ευρώπης με τις υπόλοιπες πολιτιστι­κές περιοχές της ηπείρου. Κατά συνέπεια, η λύση για το πρόβλημα της ευρωζώνης δεν βρίσκεται στην «μοναδική επιλογή» των καταστροφικών μνημονίων της λιτότητας, αλλά σε μια τελείως διαφορετική διάσταση: στην αναίρεση της πολιτιστικά ασύμβατης συνύπαρξης. Αυτή μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι η έξοδος της Γερμανίας από το ευρώ, η οποία μαζί και με τις βασικές, γερμανόφωνες δορυφόρους της (Αυστρία, Ολ­λανδία) θα μπορούσε να σχηματίσει μια χωριστή νομισματική υποένωση. Η αποχώρηση της Γερμανίας θα ήταν το «μαγικό ραβδί» για την απελευθέρωση της υπόλοιπης ευρωζώνης από τα δεσμά του πολιτισμού του Sparen, της αυτοκρατορίας της Εμμονής. Την επόμενη κιόλας μέρα η ΕΚΤ θα μπο­ρούσε να λειτουργήσει όπως οι κεντρικές τράπεζες άλλων νομισματικών χώρων (π.χ. ΗΠΑ, Βρετανίας, Ιαπωνίας) παίζοντας ρόλο δανειστή εσχάτου ανάγκης, εκδίδοντας ευρωομόλογα και εξουδετε­ρώνοντας οριστικά τις κερδοσκοπικές αγορές. Ο δεύτερος τρόπος είναι η λύση των «Ηνωμένων Εθνών της Ευρώ­πης», δηλαδή της συντεταγμένης εξόδου της Ευρώπης από το ευρώ και της επιστροφής σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση νομισματικά αυτοδύναμων κρατών.

Στα εύλογα ερωτήματα «μα πώς θα γίνουν αυτά;» και κυρίως «ποιος θα διώξει την Γερμανία από το ευρώ;», η απάντηση είναι απλή: η ίδια η Γερμανία. Αρκεί να βρει απέναντί της την δυνα­μική συσπείρωση της Γαλλίας και των PIGS (Πορτογαλίας, Ισπανίας, Ελλάδας και Ιταλίας), εκ­φρα­ζόμενη με την απειλή τους να επιστρέψουν σε εθνικά νομίσματα αν η Γερμανία δεν απελευ­θερώ­σει άμεσα την νομισματική ένωση από την «πολιτική» της. Σε αυτή την περίπτωση –και πά­ντα στο πλαίσιο του πολιτισμού του Sparen– η αυτό­βουλη επιστροφή της Γερμανίας στο μάρκο (ή στο νόμισμα μιας βόρειας υποένωσης) θα καταστεί μονόδρομος, με τους περισσότερους Γερμανούς πολίτες να μέμφονται την ηγεσία τους όχι για την αποχώρηση από την ευρωζώνη, αλλά για την αρχική προσχώρηση της χώρας τους σε αυτή. Αντιστοίχως, σε οποιοδήποτε άλλο σενάριο, μονόδρομος θα είναι για την νότια Ευρώπη η μετατροπή της σε μια μεταμοντέρνα εκ­δοχή της κομμουνιστικής Ανατολικής Ευρώ­πης: σε μια ζώνη οικονομικής καταστροφής, εξα­θλίωσης ή και εθνικής διάσπασης (βλ. Καταλω­νία), με την γερμανικής κοπής λιτότητα αυτή την φορά στον ρόλο του επίσης γερμανικής προε­λεύσεως κομμουνισμού. Όσο για την Ελ­λάδα, την μοναδική χώρα που απουσίασε εύγλωττα από την πρόσφατη σύνοδο των χωρών του Νότου στην Μάλτα, αυτή θα υποστεί ό,τι υφίσταται όποιος επιλέγει στον πόλεμο το λάθος στρατόπεδο. Διότι ιστορικά το στρατόπεδο της Γερμανίας είναι πάντα το στρατόπεδο της ήτ­τας…

Το λόμπι του ευρώ

Οκτώβριος 7, 2012 4 Σχόλια

Η δήλωση που έκανε προ ημερών ο πρώην Γερμανός καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ, ότι μέχρι σή­μερα «δεν έχει δοθεί στην Ελλάδα ούτε σεντ από τον γερμανικό προϋπολογισμό», ίσως έφερε στο μυαλό πολλών εδώ στην Ελλάδα μια χαρακτηριστική τηλεοπτική εικόνα: διάφορους κορυ­φαίους εκπροσώπους της ελληνικής πολιτικής ζωής, της οικονομίας και της δημοσιογραφίας να κάνουν διαρκώς λόγο για «τα λεφτά που μας δίνουν οι Ευρωπαίοι», για «τα πακέτα βοήθειας που θα μας σώσουν» ή για την καταστροφή που θα συμβεί «αν δεν έρθει η επόμενη δόση», κλπ. Η δήλωση αυτή του Χ. Σμιτ φέρνει σε εξαιρετικά δύσκολη θέση πρό­σωπα, όπως π.χ. ο Γ. Παπακωνσταντίνου, η Ντ. Μπακογιάννη, ο Λ. Παπαδήμος ή ο Γ. Στουρ­νάρας. Και αυτό γιατί τους τοποθετεί αυτόματα στον ρόλο εκείνων που αποδεικνύεται πως γίνονται «βασιλι­κότεροι του βασιλέως», όταν επιδεικνύουν υπερβάλλοντα ζήλο στην προώ­θηση των πολιτικών που έχουν αναλάβει να διεκπεραιώσουν. Φυσικά, δεν χρειαζόταν καν η δήλωση του Σμιτ για να αποκαλύψει το τι είδους διαδικασία συντελείται τα τελευταία τρία χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Ίσως μόνον στην Γερμανία να έχουν απομείνει ελάχιστοι που δεν έχουν ακόμη πληροφορηθεί ότι το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλά­δας είναι στην ουσία πρό­γραμμα διάσωσης των δανειστών της. Μια γιγαντιαία επιχείρηση με­ταφοράς χρημάτων από τους λογαριασμούς των Ευρωπαίων φορολογουμένων σε αυτούς των τραπεζών των αξιότιμων κυρίων Ackermann, Weidmann, Blessing, κλπ. Την ίδια στιγμή, το αντίτιμο που κλήθηκε να πληρώσει η Ελλάδα για την σωτηρία των δανειστών της, ήταν αυτό που συνήθως πληρώνουν οι χώρες με ηγεσίες ανεπαρκείς, συμπλεγματικές ή και εξαρτημένες: η σχεδόν πλήρης κατα­στροφή της οικονομίας μέσω της υποταγής στην γερμανική νεύρωση της λιτότητας, καθώς και η υποθήκευση στους δανειστές της χώρας και του όποιου πλούτου της, δημόσιου και ιδιωτικού, τωρινού και ενδεχόμενου μελλοντικού.

Κι όμως, ακόμα και σήμερα οι ίδιοι οι υπεύθυνοι για την κατάσταση συνεχίζουν να προπαγαν­δίζουν την ανάγκη να συνεχιστεί ο θανατηφόρος εναγκαλισμός της χώρας με τους Εμπόρους των Εθνών, μέσω της «πάση θυσία» παραμονής της στο κοινό νόμισμα. Καταγγέλλονται όσοι δεν θεωρούν «ταμπού» (!) το ευρώ, ενώ όσοι έχουν διαφορετική άποψη επί του θέματος στιγμα­τίζονται συχνά ως ανήκοντες στο «λόμπι της δραχμής». Και είναι σίγουρα αλήθεια ότι υπάρχουν –πάντα υπάρχουν– κάποιοι που έχοντας επενδύσει με δόλιους τρόπους στην προοπτική επι­στροφής σε εθνικό νόμισμα θα ωφελούνταν αθέμιτα από μια τέτοια εξέλιξη. Όπως, όμως, κατα­νοεί κάθε απροκατάληπτος νους, το ίδιο ακριβώς ισχύει και με το ευρώ. Και σε αυτό έχουν επενδύσει διάφοροι κύκλοι (πρώτοι και καλύτεροι οι ίδιοι οι δανειστές), ελπίζοντας ότι μέσω της «πάση θυσία» παραμονής της χώρας σε αυτό θα ευοδωθούν τα δικά τους σχέδια. Κάθε δράση, μη δράση ή αντίδραση στην ζωή και στην οικονομία αναγκαστικά ωφελεί ή ζημιώνει συγκεκρι­μένους ανθρώπους ή ομάδες συμφερόντων. Άρα, είναι προφανές ότι η φιλολογία περί του «λό­μπι της δραχμής» δεν αποτελεί σοβαρό επιχείρημα, αλλά συνιστά μια μάλλον σκόπιμη τακτική αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης. Μια τακτική, που, όπως και αυτή της τραγε­λαφικής καταστροφολογικής φρενίτιδας (των…σεισμών, λιμών και καταποντισμών που υποτί­θεται θα ενσκήψουν, αν η χώρα εγκαταλείψει την ευρωζώνη), προδίδει στην καλύτερη περί­πτωση το αδιέξοδο και την αμηχανία, και στην χειρότερη τον σκοτεινό ρόλο των εμπνευστών της. Πράγματι, αν αποπειραθεί κανείς να κατηγοριοποιήσει τα μέλη του «λόμπι του ευρώ», θα διαπιστώσει ότι σε μεγάλο βαθμό τα κίνητρά τους κάθε άλλο παρά έχουν να κάνουν με την προοπτική της χώρας.

Περίοπτη θέση στην προπαγάνδα υπέρ του ευρώ κατέχουν π.χ. όσοι κύκλοι της ελληνικής πολι­τικής και οικονομικής ζωής προσδοκούν συγκεκριμένες απολαβές, υλικής και άλλης φύσεως από την διαπλοκή τους με συγκεκριμένους παράγοντες στην Ευρώπη. Ο λόγος είναι εδώ για αμαρτωλούς πολιτικούς, οι οποίοι είναι εδώ και χρόνια εταίροι ξένων, κυρίως γερμανικών συμφερόντων και που η ενδεχόμενη αποκάλυψη του ρόλου τους, μέσω π.χ. της υπόθεσης της Siemens, θα μπορούσε να τους οδηγήσει στην δικαιοσύνη. Στην πρώτη γραμμή της υπεράσπισης του ευρώ βρίσκονται, επίσης, και παράγοντες της οικονομίας, οι οποίοι μέσω π.χ. της «απελευθέρωσης» της αγοράς εργασίας που επιτυγχάνεται με το μνημόνιο νιώ­θουν ίσως την γλυκιά γεύση «απελευθέρωσης» και των βαθύτερων φυσικών ορμεμφύτων του τυφλού κέρδους. Οι ιδιοτελείς και αθέμιτες αιτίες της υποστήριξης του ευρώ προδί­δονται συχνά με χαρα­κτηριστικό τρόπο και από τις αντιστοίχως αθέμιτες, σπασμωδικές κινή­σεις τρομοκράτησης της κοινωνίας από παραδοσιακούς μεγαλοπαράγοντες του ελληνικού τύπου.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι το τμήμα εκείνο του «λόμπι του ευρώ», το οποίο μέσα από την ζηλωτική υποστήριξη του κοινού νομίσματος μοιάζει να αποκομίζει (και) ψυχολογικά οφέλη. Στο «μετερίζι» αυτό συναντώνται ετερόκλητες κατηγορίες ανθρώπων: ορισμένοι παραδοσιακοί, δυτικό­στροφοι διανοούμενοι που ως έναν βαθμό πάντα ονειρεύονταν την Ελλάδα ως αποικία ή επαρχία της «Δύσης», ελιτίζοντες αντιλαϊκιστές που θέλουν να δουν τον λαό να τιμωρείται για τις μη δυτικο­πρεπείς νοοτροπίες του, άτομα που στην νεότητά τους υπήρξαν αριστερών πεποι­θήσεων και αργότερα κατέληξαν στο άλλο άκρο, υποστηρίζοντας πλέον ακόμα και τις πιο ακραίες εκφράσεις αντικρατισμού και νεοφιλελευθερισμού (βλ. Γ. Στουρνάρας), μερι­κοί Έλληνες επιστή­μονες του εξωτερικού που σαν τον Λ. Παπαδήμο αισθάνονται πλέον ως «πατρίδα» τους τον κύκλο των ξένων συναδέλφων τους και τα κοινά τους «πρότζεκτ», ορισμένοι άλ­λοι, επιστή­μονες συνήθως και αυτοί στο εξωτερικό, των οποίων η χαρακτηριστική προσπάθεια απα­ξίωσης συλλήβδην της χώρας και συνολικά των κατοίκων της μοιάζει να λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο ενός ψυχολο­γικού μηχανισμού που θα μπορούσε να ονομαστεί «σκοτώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία», καθώς και ορισμέ­νοι κακώς εννο­ούμενοι κοσμοπολίτες και γυρολόγοι του εξωτερικού (π.χ. σαν τον ΓΑΠ) που, μη έχοντας ποτέ την εμπειρία μιας συμπαγούς κουλτούρας αναφοράς, κατέλη­ξαν να βλέπουν την Ελλάδα από την σκοπιά των προβληματικών γενικεύσεων ενός ανερμάτιστου, πο­λυπολιτι­σμικού «χυλού».

Αισθητά λιγότερες είναι, αντιθέτως, οι κατηγορίες των ανθρώπων που υποστηρίζουν ακόμα την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ για λόγους φαινομενικά ή πραγματικά ανιδιο­τελείς. Όσοι θε­ώρησαν χρήσιμη ολίγη ξένη επικυριαρχία, με το πρακτικό επιχείρημα ότι υπό τον ζυγό της τρόικας το κομματικό κράτος θα πιεζόταν να κάνει όσα από μόνο του δεν θα έκανε ποτέ, μάλ­λον θα αισθάνονται ότι εν τέλει κάτι δεν πήγε καλά στους υπολογισμούς τους. Σημα­ντική είναι και η κατηγορία των ρομαντικών εκείνων που συνδυάζουν τον ευρωπαϊσμό με τον αριστερής κοπής διεθνισμό και, συνεπώς, θεωρούν ακόμη εφικτή την Ευρώπη –και προφανώς και το ευρώ– «των λαών». Στην πραγματικότητα, ίσως είναι μόνον δύο οι ρεαλιστι­κές φωνές υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει όσους θεω­ρούν την όσο το δυνατόν στενό­τερη πρόσδεση της Ελλάδας στα (όποια) ευρωπαϊκά πράγ­ματα ως την καλύτερη εγγύηση για την ασφάλειά της στην προβληματική βαλκανική γειτονιά μας. Η δεύτερη ομάδα, ολι­γάριθμη ακόμα στην Ελλάδα (αλλά με υποστη­ρικτές στο εξωτερικό), θα μπορούσε κάλλιστα να συνδυαστεί αρμονικά με την πρώτη. Πρόκειται για την άποψη ότι η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να μείνει στο ευρώ, σε ένα ευρώ, όμως, που δεν θα περιλαμβάνει την Γερμανία. Διαπιστώνοντας την έντονη πολιτισμική ασυμβατότητα που υπάρχει εντός της Ευρώπης και υιοθετώντας την οπτική των χωριστών «ευ­ρωπαϊκών ενώσεων», η άποψη αυτή ταυτίζεται σε με­γάλο βαθμό με αυτήν που έχουμε εκφράσει και εδώ στο παρελθόν.

Η δυναμική επιδίωξη μιας ευρωζώνης χωρίς την Γερμανία θα μπορούσε, πράγματι, να αποτελέ­σει την μοναδική ρεαλιστική εναλλακτική της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, τόσο για εμάς όσο και για άλλες χώρες της Μεσογείου. Και η επιστροφή, όμως, στο εθνικό νόμισμα θα έπρεπε να αποτελεί ένα διαρκώς ανοιχτό σενάριο – μέσο πίεσης για κάθε πολι­τική τάξη που θέτει το συμφέ­ρον του λαού της πάνω από αυτό των εκάστοτε εξωτερικών συμφερόντων. Πόσω μάλλον που μέσω της πρόσφα­της ιστορίας με τους μεγαλοκαταθέτες σε ξένες τράπεζες αποκαλύπτεται ότι υπάρχουν τρόποι βρα­χυπρόθεσμης στήριξης της οικονομίας κατά την δύσκολη περίοδο μετάβασης στην δραχμή μέσω άμεσης εισροής αρκετών δισεκατομμυρίων, αρκεί φυ­σικά να υπάρχει η σχετική βούληση και αποφασιστικότητα. Δυστυχώς για την Ελλάδα, όμως, η υπόθεση της οικονομικής της επιβίωσης, δεν καθορίζεται από τις ανιδιοτελείς και πιο ρεαλιστικές αυτές προ­σεγγίσεις, αλλά συνεχίζει να αποτελεί έρμαιο αυτού που περιγράψαμε ως «λόμπι του ευρώ» και των ιδιοτελών κινήτρων του, υλικών και ψυχολογικών. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Α. Σαμαράς θα υπο­δεχτεί σε λίγες μέρες την Α. Μέρκελ όχι για να τις αναπτύξει θέσεις, όπως οι παραπάνω, αλλά με την ανεδαφικά καλή προαίρεση που τον έκανε δυστυχώς ήδη να διακηρύξει δημοσίως, ελαφρώς παραφρασμένη, την γνωστή κινημα­τογραφική ατάκα «οι Γερμα­νοί είναι φίλοι μας»