Αρχείο

Posts Tagged ‘ευρωπαϊκό όραμα’

Ε.Ε. και (αν)ιστορικές προκλήσεις

Δεκέμβριος 2, 2012 2 Σχόλια

Η πρόσφατη, σαφής ομολογία του W. Schäuble από του βήματος της γερμανικής βουλής ότι μια έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα μπορούσε να προκαλέσει την κατάρρευση της ευρωζώνης μάλλον δεν θα απασχολήσει ιδιαίτερα το εν Ελλάδι ένθερμο μνημονιακό μπλοκ. Είναι, άλλωστε, σα­φές πλέον ότι ακόμη και ο ίδιος ο Θεός να εμφανιζόταν και να επαναλάμβανε την δήλωση του Schäuble, διαβεβαιώνοντας για την ορθότητά της και για τις προφανείς διαπραγματευτικές δυ­νατότητες που θα σήμαινε αυτό για την Ελλάδα και γενικότερα τον μεσογειακό νότο, το πιθανό­τερο είναι να εγκαλούσαν και Αυτόν για διαπλοκή με το «λόμπι της δραχμής». Ίσως, μάλιστα, να Του χρέωναν και μυωπική αντίληψη της ιστορίας και των προκλήσεών της. Και αυτό διότι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επιχειρήματα που ακούμε συνήθως από αρκετούς ευρωπαΐζοντες δια­νοούμενους ή πανεπιστημιακούς είναι η βαθιά τους πεποίθηση ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι περίπου η μοίρα και η ιστορική νομοτέλεια της Ευρώπης. Είναι το φωτεινό μέλ­λον της ηπείρου, στο οποίο πρέπει αναντίρρητα να προσδεθεί και η Ελλάδα, και το οποίο οι μύ­ωπες του ευρωσκεπτικισμού δεν αντιλαμβάνονται, εμμένοντας στις –κατά τους σχολιαστές αυ­τούς– σχεδόν παλαιοημερολογητικού στιλ απόψεις τους. Η ελαφρώς μεσσιανική αυτή προσέγ­γιση της ευρωπαϊκής ιστορίας έχει σαν αποτέλεσμα να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της διάφο­ρες πτυχές του εγχειρήματος της Ενωμένης Ευρώπης. Και, όπως συμβαίνει συνήθως στις περι­πτώσεις που η ιστορία οράται από την σκοπιά τάσεων περίπου θρησκευτικού χαρακτήρα, η αντίληψη της ιστορίας, των εξελί­ξεων και των προκλήσεών της κινδυνεύει να υποστεί βα­ριές στρεβλώσεις. Αξίζει να δούμε τρία ενδεικτικά παραδείγματα αυ­τού του είδους των ερμηνευτικών στρεβλώ­σεων της ιστορίας.

Ευρώπη: εικόνα από το παρελθόν ή από το μέλλον;

Ευρώπη: εικόνα από το παρελθόν ή από το μέλλον;

Το πρώτο παράδειγμα είναι ο ρόλος της Ε.Ε. στην εδραίωση της ειρήνης στην μεταπολεμική Ευ­ρώπη. Η πρόσφατη απονομή του νόμπελ ειρήνης στην Ε.Ε. για την θεωρούμενη ως αναμφισβή­τητη συνεισφορά της στον τομέα αυτό ήρθε να επιβεβαιώσει την αντίστοιχη άποψη των ένθερ­μων υποστηρικτών της Ενωμένης Ευρώπης: οι περίπου επτά δεκαετίες ειρήνης που ακο­λούθη­σαν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τουλάχιστον στην δυτική Ευρώπη, οφείλονται στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το συμπέρασμα μοιάζει εντελώς λογικό, σχεδόν αναμ­φι­σβήτητο. Κι όμως, εκκινώντας από μια λίγο πιο απροκατάληπτη βάση σκέψης, τα ίδια ιστο­ρικά δεδομένα μπορούν να ερμηνευθούν πολύ διαφορετικά. Όποιος έχει δει τις εικόνες με τα ερείπια των γερμανικών πόλεων στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (π.χ. της Δρέσδης ή της Νυρεμ­βέργης), καταλαβαίνει αμέσως ότι οι δεκαετίες της ειρήνης που ακολούθησαν ήταν ου­σιαστικά προδιαγεγραμμένες. H βασική υπαίτιος των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, η Γερμανία, είχε μετα­βληθεί πλέον σε έναν κατεχόμενο σωρό ερειπίων, με αποδεκατισμένο τον μάχιμο πλη­θυσμό της. Οι «Γυναίκες των Ερειπίων», οι Trümmerfrauen, δεν θα μπορούσαν να έχουν ποτέ στο μυαλό τους την προετοιμασία κάποιας νέας πολεμικής αναμέτρησης. Αν μετά τον Α΄ Πα­γκόσμιο Πό­λεμο η Γερμανία είχε ακόμη δυνάμεις για να ανασυγκροτήσει, μετά τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μαζί κάτι τέτοιο ήταν εντελώς αδύνατον. Εκτός αυτού, είναι κοινός τόπος στην ιστορία ότι περίοδοι ιδιαίτερα καταστρεπτικών πολεμικών συρράξεων ακολουθούνται σχε­δόν νομο­τε­λειακά από περιόδους ειρήνης και ειρηνιστικών ιδεολογικών τάσεων από τις με­ταπο­λεμικές γε­νεές. Υπό το πρίσμα αυτό αντιλαμβάνεται κανείς ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ολο­κλήρωσης υπήρξε περισσότερο το αποτέλεσμα της αναπόφευκτης μεταπολεμικής περιόδου ει­ρήνης και όχι η αιτία της. Το γεγονός ότι αυτή η μάλλον προφανής ερμηνευτική οπτική απου­σιάζει πλήρως στον λόγο πολλών ευρωπαϊστών διανοουμένων στην Ελλάδα προδί­δει χαρα­κτηριστικά ότι η προσέγγισή τους ξεκινά περισσότερο από συχνά καλώς εννοούμενο, πλην όμως άκριτο φιλοευ­ρωπαϊσμό και λιγότερο από ψυχρή αποτίμηση των δεδομένων.

Το δεύτερο παράδειγμα προκατειλημμένης ιστορικής προσέγγισης αφορά ειδικότερα το σκέλος της οικο­νομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης. Πρόκειται για την μάλλον ρομα­ντική άποψη ότι η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης είναι η φυσική απόληξη του μεταπολεμικού οράματος της γενικότερης ευρωπαϊκής ενο­ποίησης. Έχει, δηλαδή, ως χρονική της αφετηρία την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στοχεύει στην ισότιμη συνένωση των οικονομιών μιας σειράς επιμέρους κρατών, τα οποία υποτίθεται ότι δεν έχουν καμιά άλλη «ατζέντα» πλην του οράματος της Ενωμένης Ευρώπης. Στο σημείο αυτό, θα ανέμενε κανείς του­λάχιστον από ορισμένους ακαδημαϊκούς σχολιαστές, προερχόμενους ενίοτε από χώρους με κάποια επαφή προς την ιστορική, πολιτική και οικονομική ιστορία, να είναι ίσως λίγο πιο προσεκτικοί στην έκφραση τέτοιου είδους, ελαφρώς αστόχαστων ευρωπαϊστικών απόψεων. Ο λόγος είναι πως μια έστω και φευγαλέα ματιά στην ιστορία του 19ου και 20ού αιώνα προσφέρει με­ρι­κά ενδιαφέροντα διδάγματα. Σε αυτά ανήκει π.χ. το γεγονός ότι ο επονομαζόμενος «Μείζων Ευ­ρω­παϊκός Οικονομικός Χώρος» (Europäischer Grossraum/Europäische Grossraum­wirtschaft) αποτέ­λεσε την μεγαλύτερη γεωοικονομική και στρατιωτική επιδίωξη της Γερμανίας ήδη πολύ πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για την ακρίβεια πρόκειται για έναν σχεδιασμό που ανάγεται στους χρόνους του Γερμανικού Τελωνειακού Ομίλου κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα (Deutscher Zollverein, 1834).

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, το γενικότερο αυτό δόγμα με το αξιο­σημείωτο ιστορικό βάθος όχι μόνον διατρέχει το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα με τις γνωστές γερμανικές στοχεύ­σεις κατά την διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, αλλά επανεμφανίζε­ται με χαρακτηρι­στική ομοιότητα σε άλλη μορφή και στην παρούσα συνάφεια, δηλαδή στο πλαίσιο της ευρωζώ­νης. Το γεγονός αυτό υπονομεύει καταρχάς καίρια την ανωτέρω αναφερ­θείσα οπτική, η οποία θεωρεί ότι η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένω­σης της Ευρώπης ξεπήδησε μόνον μέσα από το μεταπολεμικό εγχείρημα της Ε.Ε. Από την άλλη μεριά, μέσα από την ίδια κατάσταση πραγμάτων αναδεικνύεται και η αστοχία όσων επιμένουν να κάνουν μονοδιάστατους παραλ­ληλισμούς της σημερινής Γερμανίας αποκλειστικά και μόνον με την περίοδο του ναζισμού. Είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με πιο μακροϊστορικές έξεις, αλληλένδετες με τις ιστορικές και πο­λιτισμικές ιδιαιτερότητες στις διάφορες περιοχές της Ευρώ­πης. Στοιχείο των ιδιαιτεροτήτων αυ­τών είναι και το γεγονός ότι η παρούσα γερμανική ηγεσία πιθανόν θα απέκρουε με ειλικρινή έκ­πληξη και απορία την μακροϊστορική αυτή οπτική. Και τούτο διότι στο πλαίσιο ενός πολιτισμού «αψυχολόγητου» (κατά το «ασυλλόγιστος» ή «αφιλο­σόφητος»), δηλαδή με χαρακτηριστική αλ­λεργία στην αυτό-ψυχολόγηση είτε σε επίπεδο ατομι­κής ψυχολογίας είτε στο πεδίο της εθνικής πολιτικής, μπορεί κανείς κάλλιστα να πιστεύει ότι εμ­φορείται από το ιδεώδες της Ενωμένης Ευ­ρώπης την ίδια στιγμή που μεταφέρει σχεδόν μηχανι­στικά και ασυνείδητα τις βαθύτερες κατα­βολές και αντιλήψεις του. Η περίπτωση των πολύ δια­φορετικών αυτών μορφών ιστορικής ερμη­νείας της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης καταδεικνύει και πάλι ότι αρ­κετοί υποστηρικτές του οράματος αυτού ίσως δεν έχουν εντοπίσει και τόσο σωστά το «ίχνος» της ιστορίας όσο ακράδαντα πιστεύουν.

Το τρίτο σχετικό παράδειγμα έχει να κάνει με τον ρόλο της Ε.Ε. στο πλαίσιο του διεθνούς αντα­γωνι­σμού. Ένα ευρύ φάσμα ευρωπαϊστών ακαδημαϊκών αναλυτών, κυρίως από τους χώρους των οικονομικών, των διεθνών σχέσεων και των πολιτικών επιστημών, συνηθίζει να παρουσιά­ζει την ενοποίηση της Ευρώπης ως μια ιστορική αναγκαιότητα, απαραίτητη για να μπορέσει η ήπειρος να επιβιώσει μέσα στον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια μάλλον απλουστευτική αντίληψη των πραγμά­των. Ο λόγος είναι ότι, όπως (θα έπρεπε να) γνωρίζουν καλά τουλάχιστον οι προερχό­μενοι από τον χώρο των οικονομικών, το συγκρι­τικό πλεονέκτημα σε περιόδους έντονου αντα­γωνισμού δεν έγκειται στην απλή συνένωση μι­κρότερων οικονομικών ενοτήτων σε μία μεγαλύ­τερη. Δεν συνίσταται επίσης απλώς στην ύπαρξη μιας βιομηχανίας καλών εξαγωγικών προϊό­ντων, όπως είναι η γερμανική. Ούτε σίγουρα στο…ταλέντο να δελεάζει κανείς τους άλλους με την μονότονη επίκληση της φτήνιας (βλ. π.χ. την νέα σειρά διαφημιστικών εμετικής αισθητικής της Media Markt). Στην πραγματικότητα, από καταβολής κόσμου η λέξη-κλειδί στο πεδίο του οικονομικού ανταγωνισμού είναι άλλη: καινοτο­μία. Στον κρίσιμο αυτό τομέα εύκολα συνειδητο­ποιεί κανείς ότι η Ευρώπη και η κύρια οικονομία της, η γερμανική, υπολείπονται αισθητά άλλων οικονομικών χώρων. Εταιρείες-κολοσσοί στην τεχνολο­γική πρωτοπορία και ιδίως στην αιχμή του δόρα­τος που είναι ο χώρος της πληροφορικής, όπως π.χ. η Google, η Apple, η Microsoft, η Samsung, καθώς και ευ­φυείς επιχειρηματικές ιδέες, όπως αυτή του Facebook, δεν έχουν ως σημείο αφετη­ρίας την Ευ­ρώπη.

Ο λόγος για αυτή την εξέλιξη είναι απλός: η πιο ακμαία οικονομία της ηπείρου, η γερμανική, έχει ως βάση συγκεκριμένα πολιτιστικά χαρακτηρι­στικά του πληθυσμού της. Σε αυτά ανήκουν π.χ. η εργατικότητα, η ακρίβεια, η συνέπεια, η ορ­γάνωση, η πειθαρχία, η ευθυνοφοβία. Αυτά αρκούν μεν για την δημιουργία μιας επιτυχημένης εθνικής οικονομίας με άξονα τον εξαγωγικό τομέα, δεν αρκούν, όμως, για να προσδώσουν στην Γερμανία και στην οικονομική σφαίρα επιρροής της, δηλαδή την ευρωζώνη, το συγκριτικό πλεο­νέκτημα της καινοτομίας. Και τούτο διότι η και­νοτομία απαιτεί κάποια άλλα πολιτιστικά χαρα­κτηριστικά: την εξωστρέφεια, την φαντασία, την ευελιξία, την ευστροφία, την τόλμη, την αισθη­τική. Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν βρίσκονται στην Γερμανία, αλλά σε μια άλλη γεωγραφική και πολιτιστική ζώνη της ηπείρου: την Μεσόγειο. Κατά συνέπεια, αυτό που πραγματικά θα μπο­ρούσε να εκτοξεύσει την Ευρώπη στο πλαίσιο του διε­θνούς ανταγωνισμού δεν είναι η απλή «πρόσθεση» των ευρωπαϊκών οικονομιών, με τις ασθενέ­στερες εξ αυτών να περιέρχονται σε κα­τάσταση οικονομικής, πολιτικής ή και πολιτιστικής υπο­τέλειας ως προς την πιο ισχυρή. Είναι ο επιτυχημένος και λειτουργικός συνδυασμός των πολιτι­στικών χαρακτηριστικών στις διάφορες περιοχές της. Ένας τέτοιος συνδυασμός, όμως, είναι εξαιρετικά δύ­σκολο να γίνει με δεδομένη την κατάσταση άρνησης ή μη νηφάλιας προσέγγισης της πολιτιστικής διαφοροποίησης που χα­ρακτηρίζει το εγχείρημα της Ε.Ε. Από την μια μεριά, ο γερ­μανόφωνος κόσμος της κεντρικής Ευ­ρώπης αντιμετωπίζει με συμπλεγματική αποστροφή το «μεσογειακό ταμπεραμέ­ντο» των Νοτίων, το οποίο στο πλαίσιο του γνωστού μονολιθικού ηθικι­σμού πρέπει απλά να…πάψει να υπάρχει, προκειμένου οι χώρες αυτές να βρουν τον δρόμο της (γερμανικής) αρετής. Από την άλλη μεριά, σε χώρες σαν την Ελλάδα η παραδοσιακή ευρώ­στροφη διανόηση συχνά «βραχυκυκλώνει» στην ιδέα ότι χρειάζεται ενίοτε και μια πιο τολμηρή κριτική ματιά στα της Ευρώπης. Και τούτο διότι αν καταδειχθεί ότι ούτε οι άλλοι έχουν μόνον προτερήματα ούτε εμείς μόνον ελατ­τώματα, τότε ο εύκολος επαρχιωτισμός πρέπει να δώσει την θέση του στην κριτική κοινωνιολογική και ανθρωπολογική ανάλυση. Και τότε τα πράγματα γίνονται δύσκολα…

Το πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της νοοτροπίας είναι να θεωρεί κανείς ότι θα προσελκύσει την «ανάπτυξη» και τα κεφάλαια της κεντρικής Ευρώπης αποκλειστικά μέσω της προσφοράς κινε­ζικού τύπου εργασιακών συνθηκών. Ούτε κουβέντα για τον δυναμικό ρόλο που θα μπορούσε να παίξει το εργατικό (π.χ. επιστημονικό) δυναμικό της Ελλάδας και των άλλων χωρών του Νό­του στο πλαίσιο ευρωπαϊκών επενδύσεων σχεδιασμένων να αξιοποιήσουν δημιουργικά, με στόχο την καινοτομία, τόσο τα μεσογειακά όσο και τα κεντροευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Απελπιστικά παραδομένη στις πιο συμπλεγματικές εκδοχές του δόγματος «ανήκωμεν εις την Δύσιν», η πολι­τική ηγεσία της χώρας κατέληξε τελικά στις πρώτες φάσεις της κρίσης να δυσφημεί συλλήβδην την χώρα και τους ανθρώπους της στο εξωτερικό. Συνοψίζοντας, επομένως, είναι ενδεχόμενο ότι η τάση ενός σημαντικού μέρους της ευρω­παϊκής-μνημονιακής διανόησης στην χώρα μας να μιλά με στόμφο, πλην όμως ρομαντικά προκατειλημμένη και συχνά ιστορικά αφελή διάθεση για την ιστορική προοπτική της Ευρώπης ίσως συ­νεισφέρει και αυτή ένα λιθαράκι στο να χάσει πιθανώς η γηραιά ήπειρος όλες τις (αν)ιστορικές της προκλήσεις: και της ειρήνης και της οικονομικής της ενοποίησης και της επιβί­ωσής της στον διεθνή ανταγωνι­σμό.

* Για μία πρόσφατη αναφορά στο θέμα του γερμανικού «Μείζονος Ευ­ρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου» στην ελληνική γλώσσα βλ. Η. Ηλιόπουλος, Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Μία ερ­μηνευτική προ­σέγγιση της συμπερι­φοράς των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στην Ελ­λάδα, στο: Ι. Γεμε­νετζής – Η. Ηλιόπου­λος (επιμ.), Επιχείρηση Καλάβρυτα. Η δράση της 117 Με­ραρχίας Κυνηγών μέσα από τα γερμα­νικά αρχεία (Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστο­ρίας Στρατού, Αθήνα 2012), σελ. 1, με βιβλιογραφικές παραπομπές 1-2.

Πώς να (μην) κάνετε φίλους

Σεπτεμβρίου 24, 2012 6 Σχόλια

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας που έγινε αρχές Σεπτεμβρίου στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τρά­πεζα για την έγκριση ή μη του σχεδίου προστασίας της ευρωζώνης που παρουσίασε ο πρόεδρός της Μ. Ντράγκι ήταν σίγουρα εντυπωσιακό: όχι τόσο διότι το σχέδιο εγκρίθηκε με ψήφους 22-1 (!), αλλά κυρίως επειδή δεν πρέπει να  υπήρξε στην Ευρώπη έστω και ένας που να μην ήταν σε θέση να μαντέψει αμέσως ποιος ήταν ο μοναδικός που μειοψήφισε. Το γε­γονός αυτό, μάλιστα, προξενεί ακόμα μεγαλύτερη αί­σθηση αν αναλογιστεί κανείς πόσο μελάνι, πόση ενέργεια, πόσος κόπος και φαιά ουσία αναλώ­θηκε τα τελευταία τρία χρόνια από συγκεκριμένους κύκλους στην Γερμα­νία για να δυσφημι­στούν οι λαοί του ευρωπαϊκού νότου και ιδιαίτερα οι Έλληνες ως τα «γουρούνια» (PIGS), τα «μαύρα πρό­βατα» και οι καταστροφείς της ευρωπαϊκής ιδέας. Κι όμως, όταν ήρθε η ώρα να λη­φθεί η μοναδική ως τώρα κάπως ουσιαστική απόφαση υπέρ της βιωσιμότητας και της προοπτι­κής της ευρωζώνης, πάλι οι Γερμανοί κατάφεραν να είναι αυτοί που έμειναν μόνοι τους…Θα έλεγε κανείς ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ιδιαίτερο «χάρισμα». Μια σπάνια δεξιότητα που κάνει ένα κομμάτι των γερμανόφωνων Κεντροευρωπαίων να ενσαρκώνουν υποδειγ­ματικά την αντίστροφη εκδοχή ενός παλιού και πολυμεταφρασμένου εγχει­ριδίου περί του «πώς μπορείτε να κάνετε φί­λους» (μεταφρασμένου και στα γερμανικά). Το «χάρισμα» αυτό το έχουμε περιγράψει σε αυτό το ιστολόγιο ως την βα­θιά εκείνη νοο­τροπία απόλυτου, εσωστρεφούς και τυφλού εγω­κεντρισμού, την οποία μπορεί να αποδώσει κα­νείς με την έκφραση «τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου». Μια νοο­τροπία που δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με όρους γενικευτικών ιδεολογιών ή πολιτικών θεω­ριών, αλλά μόνον επί τη βάσει των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων σε αυτή την περιοχή της Ευρώ­πης. Μια τέτοια εικόνα προκύπτει αν θυμηθεί κανείς μερικές πτυχές της συγκεκριμέ­νης νοοτροπίας, όπως εκφράστηκε ως τώρα στο πλαίσιο της κρίσης της ευρωζώ­νης.

Ως ένα πρώτο παράδειγμα, είναι πράγματι δύσκολο να κάνει κάποιος φίλους, όταν αρνείται να προ­σφέρει στους άλλους όσα έχουν προσφέρει εκείνοι σε αυτόν. Η οικονομική ανάκαμψη της Γερμα­νίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βασίστηκε στην οικονομική σωφροσύνη και μεγαθυ­μία των συμμάχων, στο γεγονός, δηλαδή, ότι, σε αντίθεση με τους διακανονισμούς που ακολού­θησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι νικητές έκριναν αυτή την φορά –και σωστά– ότι τίποτα καλό δεν επρόκειτο να προκύψει για την ειρήνη και την σταθερότητα στην Ευρώπη από τον οι­κονομικό στραγγαλισμό του ήδη ηττημένου και ταπεινωμένου γερμανικού πληθυσμού. Έτσι, χορηγήθηκε στην Γερμανία οικονομική βοήθεια για την ανασυγκρότησή της, ενώ πτυχή της οι­κονομικής της ανακούφισης υπήρξε και η ιδιότυπη…«αναδιάρθρωση» των γερμανικών πολεμι­κών αποζημιώ­σεων, η αποπληρωμή των οποίων μετατέθηκε στις καλένδες της ιστο­ρίας. 60 χρόνια αργότερα, και με τον τροχό της ιστορίας να έχει γυρίσει, η Γερμανία επιδεικνύει στους «ηττημέ­νους» της οικονομικής κρίσης όχι το πνεύμα του σχεδίου Μάρσαλ, αλλά αυτό των Βερσαλλιών. Επίσης, σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις, μπορεί, φυσικά, να κατανοήσει κανείς το γεγονός ότι οι περισσότεροι Γερμανοί θεωρούν λογικό να μην ισχύουν πλέον τα προ 60 ετών χρέη τους, κα­τάλοιπο μιας «μακρινής» εποχής που θέλουν να ξεχάσουν. Αν, όμως, κάποιος τους πρότεινε τώρα να διαγραφούν τα τρέχοντα ελληνικά χρέη σε 60 χρόνια από σήμερα, δεν είναι ακριβώς σίγουρο ότι θα έδειχναν την ίδια κατανόηση…

Περαιτέρω, δύσκολα δημιουργεί κανείς φίλους, όταν η αχαριστία του εκτός από υλική είναι και ηθική. Η ηθική επανενσωμάτωση των Γερμανών στο σώμα της Ευρώπης στηρίχθηκε στην απο­δοχή εκ μέρους των άλλων λαών της «πολιτικώς ορθής» διάκρισης ανάμεσα στους Ναζί και τον υπόλοιπο πληθυ­σμό. Με άλλα λόγια, οι υπόλοιποι λαοί επέδειξαν την καλή διάθεση να αποδε­χθούν ότι ο λόγος που η Γερμανία οδήγησε τον κόσμο στο φρικτό αιματοκύλισμα του Β΄ Πα­γκοσμίου Πολέμου, ήταν κατά βάσιν μια ιδεολογία, ο ναζισμός, και το καθεστώς που την εξέ­φρασε. Και ότι, συνεπώς, το μεγάλο μέρος του γερμανικού λαού, το οποίο «παρασύρθηκε» από την ναζιστική προπαγάνδα, θα μπορούσε πλέον αποτινάσσοντας την ιδεολογία αυτή να ξανα­γίνει αποδεκτό από τους υπόλοιπους  Ευρωπαίους. Φυσικά, η άποψη αυτή δεν άντεχε (ούτε αντέχει) σε λογική κριτική. Και είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν άν­θρωποι που την ασπάζονται, όταν όλοι γνωρίζουν ότι, μόλις 25 χρόνια πριν την έναρξη του Β΄ Πα­γκοσμίου Πολέμου, η ίδια χώρα  ξεκίνησε έναν άλλον μεγάλο πόλεμο στην Ευρώπη χωρίς να υπάρχει ο ναζισμός ως κινητήρια δύναμη. Κανένας ναζισμός δεν υπήρχε επίσης π.χ. στους πο­λέμους της γερμανικής ενοποίησης τον 19ο αιώνα, σε αυτούς του Μεγάλου Φρειδερίκου της Πρωσίας τον 18ο αιώνα ή κατά τον φρικώδη Τριακονταετή Πόλεμο του 17ου αιώνα, ο συνολικός αριθμός απωλειών του οποίου (περί τα 8 εκατομμύρια νεκροί) ξεπεράστηκε μόνο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι όμως, ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη και ο κόσμος είχαν την διάθεση να υπο­βαθμίσουν διακριτικά την κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στην ιδεολογία και την πολιτιστική ανθρω­πολογία, οι ίδιοι οι Γερμανοί σήμερα αρνούνται χαρακτηριστικά να εφαρμόσουν την ίδια διά­κριση στην περίπτωση των Νοτίων της Ευρώπης και ιδίως των Ελλήνων. Εδώ δεν μι­λούν/μιλούμε για τους Pleitis (από την γερμανική λέξη Pleite [πλάϊτε]=χρεωκοπία), κατ’ αντιστοιχίαν προς τους Nazis, δηλαδή απλώς για μια άφρονα και εγκληματική ηγεσία που υπήρξε υπεύθυνη για την οικονομική χρεωκοπία. Αντίθετα, προβάλλεται η συλλογική ευθύνη σχεδόν ολόκληρου του λαού, ο οποίος στιγματίζεται συλλήβδην ως «τεμπέλης», «απατεώνας», «σπάταλος», κλπ. Την ίδια στιγμή, μάλιστα, κάποιοι Γερμανοί –σίγουροι πια για την…εμπέδωση της πλήρους αποσύνδεσής τους από την περίοδο του ναζισμού– δεν έχουν πρόβλημα να προκαλούν με το να αξιοποιούν καταλλήλως τα…δυνατά «brand names» που τους κληροδότησε η εν λόγω ιστορική περίοδος. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η περίπτωση του ιδιαιτέρως ανθηρού αρχιτεκτονικού γραφείου του συνονόματου (!) γιου του διαβόητου αρχιτέκτονα του Χίτλερ Αlbert Speer.

Δύσκολα κάνεις επίσης φίλους όταν ισχυρίζεσαι ότι το να σε καλούν να «ηγηθείς» της Ευρώπης, σημαίνει στην πραγματικότητα ότι απλώς θέλουν να σε βάλουν να πληρώσεις. Και αυτό διότι την ίδια στιγμή δεν φαίνεται να σε απασχολεί ιδιαίτερα το ότι, όταν εσύ υποδεικνύεις στους άλ­λους ότι πρέπει να είναι «ανταγωνιστικοί», στην πραγματικότητα εννοείς ότι πρέπει να μεταβλη­θούν σε φτηνό εργατικό δυναμικό στην υπηρεσία σου.

Ακόμη, δύσκολα κάνεις φίλους όταν μετατρέπεις τον εαυτό σου σε «θρόμβο», εμποδίζοντας την κυκλο­φορία του «αίματος» που το χρειάζονται κι άλλοι. Οι Γερμανοί, ή ορθότερα, συγκε­κριμένοι εμπορικοί-βιομηχανικοί-τραπεζικοί παράγοντες εντός της Γερμανίας, εισπράττουν το αντίτιμο της ισχυρής εξαγωγικής τους οικονομίας. Αντί, όμως, να ξαναρίξουν στην αγορά ένα τμήμα αυτού του κέρδους, π.χ. με την μορφή της αύξησης των μισθών των Γερμανών εργαζομέ­νων, η οποία θα οδηγούσε σε (κάποια έστω) αύξηση της κατανάλωσης και των φορολογικών εσόδων τους κράτους, τα οποία με την σειρά τους θα μπορούσαν να «επανεπενδυθούν» για την οικονο­μική στήριξη των «προβληματικών» (αλλά πάντοτε εξωστρεφών και φιλικών στην κατα­νάλωση) νότιων χωρών της ευρωζώνης, η Γερμανία γίνεται μάλλον η πρώτη εξαγωγική οικονομία στην ιστορία των διεθνών οικονομικών, που προσπαθεί να καταστρέψει την αγοραστική δύναμη όσων αγο­ράζουν τα προϊόντα της…Το αντεπιχείρημα που προβάλουν ορισμένοι οικονομικοί αναλυτές, ότι δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος των γερμανικών εξαγωγών κατευθύνεται πλέον στις μεγάλες αγορές εκτός Ευρώπης (π.χ. Κίνα, Βραζιλία), και, άρα, «γιατί να ασχοληθούν με την μικρή ευ­ρωπαϊκή αγορά;», είναι τόσο αφελές όσο και απαράδεκτο. Αφελές, διότι όσοι γνωρί­ζουν την «συντηρητική» γερμανική νοοτροπία ξέρουν καλά ότι ο μόνος λόγος που οι Γερμανοί δεν επιβάλ­λουν και…στην Κίνα το δόγμα της εμμονικής λιτότητας, είναι επειδή απλά η τελευταία δεν είναι μέλος της ευρωζώνης. Απαράδεκτο, διότι η λογική που λέει ουσιαστικά ότι τώρα που αντλήσαμε ό,τι μπορούσαμε από τον (Νοτιο)ευρωπαίο καταναλωτή, τον αφήνουμε στην τύχη του και ανοί­γουμε τα πανιά μας για άλλες πολιτείες-αγορές, συνιστά την πεμπτουσία της βαθιάς εκείνης νο­οτροπίας που σκιαγραφούμε.

Τελειώνοντας, όλα αυτά μου φέρνουν στον νου ένα χαρακτηριστικό περιστατικό. Μετά την νίκη της Ιταλίας επί της Γερμανίας στο πρόσφατο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, έλαβα το εξής μή­νυμα από μια Ιταλίδα φίλη (αφού της είχα, βέβαια, εγώ πρώτα γράψει «Grazie Italia! Gra­zie!»): «Dovevamo vendicare i nostri fratelli Greci!», ήτοι «έπρεπε να εκδικηθούμε για τους αδελ­φούς μας τους Έλληνες!». Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει υπό το πρίσμα όσων ανα­φέρθηκαν, είναι ποιος άραγε στην Ευρώπη θα χαρακτήριζε ποτέ ως αδελφούς του τους Γερμα­νούς. Πρόκειται για το ερώτημα που, όσο κι αν ορισμένοι ένθερμοι ευρωπαϊστές θέλουν να το απωθήσουν, είναι στην ουσία αυτό που (θα) κρίνει την βιωσιμότητα της ευρωζώνης και ίσως και της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά. Ιδίως, μάλι­στα, όταν στο πλαίσιο αυτής της Ένωσης θεωρείται αυτονόητα λογικό να απαιτείται από κάποιους μια βίαιη οικονομική προσαρμογή, την ίδια στιγμή που θεωρείται αδιανόητο να ζητηθεί από κά­ποιους άλλους –ως αναγκαίο, λειτουρ­γικό αντιστάθμισμα– μια «πολιτιστική» προσαρμογή, σαν αυτή που υπονοούμε εδώ και περι­γράψαμε χιουμοριστικά και στο παρελθόν. Μια τέτοια απαίτηση θα μπορούσε, άλ­λωστε, να προκύψει ρεαλιστικά μόνον όταν αποκτήσουμε μια πολιτική και πνευματική ηγεσία, η οποία θα γνωρίζει για την γερμανική νοοτροπία και ψυχοσύνθεση έστω λίγα περισσότερα από όσα γνώριζε ο Κολόμβος για την Αμερική πριν την ανακαλύψει…

Αμοιβαιοποίηση πολιτισμού

Ιουλίου 11, 2012 Σχολιάστε

Είναι πιθανόν ότι στο μέλλον, όχι το πολύ μακρινό, θα έρθει μια εποχή, όπου τόσο ο ιστορικός όσο και ο ανθρωπολόγος του μέλλοντος θα διασκεδάζουν αφάνταστα μελετώντας την εποχή μας. Κοιτώντας πίσω στον χρόνο θα αντιμετωπίζουν τους Ευρωπαίους πολιτικούς του καιρού μας, ιδίως τους πιστούς θιασώτες του οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ως μια όχι ιδιαιτέρως βελτιωμένη εκδοχή του αλήστου μνήμης Βρετανού πρωθυπουργού Νέβιλ Τσάμπερ­λεν. Κεντρικής σημασίας σε αυτή την πιθανή αξιολόγηση ενδέχεται να παίξει ένα από κυρίαρχα θέματα συζήτησης στο πλαίσιο της κρίσης της ευρώ, αυτό της λεγόμενης αμοιβαιοποίησης του χρέους των χωρών της ευρωζώνης. Το γεγονός, δηλαδή, πως υπάρχουν στην Ευρώπη άνθρω­ποι, πολιτικοί, επιστήμονες (π.χ. οικονομολόγοι) και διανοητές, που πραγματικά πιστεύουν ότι θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει αμοιβαιοποίηση οποιουδήποτε χρέους ανάμεσα στην γερμανό­φωνη κεντρική Ευρώπη και οποιονδήποτε άλλον στον μικρό μας πλανήτη, ενδέχεται να αξιολο­γηθεί στο εγγύς μέλλον ως μια σχεδόν τσαμπερλένιων διαστάσεων διαπολιτισμική αφέλεια.

Πολλά χρόνια zusammen, αλλά στα σημαντικά πάντα getrennt…

Ο απροκατάληπτος από τον υπερβάλλοντα ευρωπαϊσμό παρατηρητής θα μπορούσε, φυσικά, καταρχάς ήδη να «διαβάσει» τα δεδομένα (και) αυτού του ζητήματος με έναν διαφορετικό τρόπο, ο οποίος συμβαίνει να επιβεβαιώνει –δυστυχώς ή ευτυχώς– την βασική οπτική που έχουμε αναπτύξει σε αυτό το ιστολόγιο. Στο ζήτημα των ευρωομολόγων η Ευρώπη έχει διχαστεί με έναν τρόπο απο­λύτως σύμφωνο προς την εσωτερική και ιστορική γλωσσοπολιτισμική της διαφοροποίηση: από την μια μεριά οι λατινογενείς χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία), από την άλλη η γερμανόφωνη ζώνη. Θα είχε ίσως κάποια αξία να θυμίσει κανείς ότι η ίδια διαχωριστική γραμμή συναντάται σε πολλές περιπτώσεις και στο παρελθόν της Ευρώπης, π.χ. στην Ρωμαϊκή εποχή με τις περιοχές ανατολικώς του Ρήνου να μένουν κατ’ ουσίαν εκτός της δυτικότερης ζώ­νης εκρωμαϊσμού-εκλατινισμού, αλλά και αργότερα, με αρκετές από τις γερμανικές περιοχές να διαμορφώνουν μια διαφορετική εκδοχή του χριστιανισμού (προτεσταντισμό) σε σχέση με τις λατινογενείς (καθολικισμός). Θα ήταν επί του παρόντος αρ­κετά τολμηρό να παρα­τηρήσει κανείς ότι η χαρακτηριστική αυτή διαχωριστική γραμμή απαντά και σε πολύ παλαιότε­ρες εποχές, τόσο παλαιές που η επίκλησή τους θα σκανδάλιζε σίγουρα τον παραδοσιακό ιστο­ρικό: κατά την 3η χιλιετία π.Χ., για παράδειγμα, δηλαδή την περίοδο της Τελι­κής Νεολιθικής στην κεντρική Ευ­ρώπη, η χαρακτηριστική διαλεκτική αντίθεση μεταξύ των δύο λεγόμενων Πολιτι­σμών των Κυ­πέλλων, αυτόν της Σχοινοει­δούς Κε­ρα­μεικής (αγγλ. Corded Ware, γερμ. Schnur­kera­mik, περ. 2800-2200 π.Χ.), ο οποίος χαρακτηρίζει κυρίως την κε­ντρική και ανατο­λική Ευ­ρώπη, και αυτόν των Κω­δωνο­ειδών Κυπέλλων (αγγλ. Bell Beaker, γερμ. Glo­ckenbecher, περ. 2600-2200 π.Χ.), ο οποίος απαντά στο κεντρικό και δυ­τικό τμήμα της ηπείρου, μοιάζει να αντα­νακλά μια πολιτι­σμική διαφοροποίηση με ύποπτα παραπλήσιες γεωγραφικές συντεταγμένες.

Το πραγματικά τραγικό είναι, όμως, ότι οι ανωτέρω παρατηρήσεις –και ιδίως αυτή για τους Πολιτισμούς των Κυπέλλων, στους οποίους ίσως αναφερθούμε πιο αναλυτικά κάποια στιγμή στο μέλλον– δεν είναι καν αναγκαίες για την κατανόηση του ζητήματος. Είναι μεν πάντοτε χρήσιμο, αλλά όχι και απολύτως απαραίτητο να καταφεύγει κανείς στην μελέτη του παρελθόντος, προκει­μένου να αντιληφθεί πράγματα, τα οποία διδάσκει η άμεση, συστηματική και κυρίως όσο το δυνατόν απροκα­τάληπτη εμπειρία. Είναι προφανές ότι οι ευρωπαϊστές πολιτικοί και οικονομικοί ηγήτορες των νότιων χωρών της Ευρώπης –και σε κάθε περίπτωση της Ελλάδας– δεν έχουν συζητήσει ποτέ με μερικές κατηγορίες συνηθισμένων ανθρώπων, π.χ. με ξένους φοιτητές ή εργαζομένους που έχουν αρκετή εμπειρία της ζωής στην Γερμανία. Κατά συνέπεια, δεν έχουν ακούσει τίποτα για παντρε­μένα ζευγάρια Γερμανών, που μετά από πολλά χρόνια γάμου πληρώνουν χωριστά στο εστιατό­ριο, ή ύστερα από δεκαετίες αρμονικού έγγαμου βίου διατηρούν ακόμη χωριστούς τρα­πεζικούς λογαριασμούς. Θα άξιζε, μάλιστα, να παρατηρήσει κανείς την ίδια την Angela Kasner-Merkel-Sauer σε κάποια βραδινή έξοδο με τον σύζυγό της για να διαπιστώσει ποια ακριβώς εί­ναι η μέθοδος πληρωμής και αν τουλάχιστον σε αυτή την περίπτωση υπάρχει η τάση για…αμοιβαιοποίηση του πληρω­τέου λογαριασμού. Διότι, αν έντρομος διαπιστώσει κανείς ότι δεν υπάρχει ούτε εδώ, τότε θα αρχίζει να αντιλαμβάνεται πόσο ουτοπική είναι η προοπτική της αμοιβαιοποίησης των χρεών σε πα­νευρωπαϊκό επίπεδο.

Η κατάληξη της τραγικής πλάνης για τους υποστηρικτές του ευρωπαϊ­κού οράματος στην προ­κειμένη περίπτωση είναι να ενστερνιστούν εν τέλει τις γερμανικές εξηγήσεις περί του εν λόγω ζητήματος. Ακούγοντας, δηλαδή, τους Γερμανούς αξιωματούχους να επιμένουν στην άποψη ότι τα ευρωομόλογα είναι «δομικό και επικίνδυνο λάθος» ή «λανθασμένη στρατη­γική» για την Ευρώπη, να αναζητήσουν την λογική βάση του επιχειρήματος, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι, όπως και να το κάνουμε, η κατάσταση των οικονομικών στις νότιες χώρες εί­ναι τέτοια που ως έναν βαθμό δικαιολογημένα αποθαρρύνει τους Βορείους ως προς την ιδέα αμοιβαιοποίησης των χρεών. Στην επιστήμη υπάρχει, βεβαίως, μια μέθοδος που προστατεύει συνήθως από τέτοιου είδους πλάνες και θα άξιζε να εφαρμοστεί και εδώ: λέγεται κριτική πηγών (γερμ. Quellenkritik). Θα ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστικό αν ένας δημοσιογράφος –ανάλογης παρρησίας με τον Ιρλανδό δημοσιογράφο Vincent Browne, ο οποίος εξέθεσε πρόσφατα τον Klaus Masuch– έθετε σε έναν Γερμανό αξιωματούχο το εξής ερώτημα: «ο λό­γος που είστε αντίθετοι στα ευρωομόλογα είναι συγκεκρι­μένες οικονομοτεχνικές εκτιμήσεις, βά­σει των οποίων συμπεραίνετε ότι η λύση αυτή θα αποβεί λανθασμένη για την Ευρώπη, ή επειδή εκπροσωπείτε έναν πολιτισμό, στο πλαίσιο του οποίου η αμοιβαιοποίηση του (όποιου) χρέους είναι γε­νικά και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες μια απολύ­τως ανυπόφορη και απορριπτέα ιδέα;». Ή, με λίγο διαφορετική διατύπωση: «είναι τα οικονομο­τεχνικά σας μοντέλα αυτά που καθορίζουν την στάση σας απέναντι στα ευρωομόλογα ή ο βα­θύτερος πολιτισμός σας αυτός που καθορίζει τα οικονομοτεχνικά σας μοντέλα;». Η έκφραση που θα έπαιρνε το πρόσωπο του ερω­τώμε­νου μετά από μια τέτοια ερώτηση –ανάλογη πιθα­νώς με αυτήν του Masuch μετά από τις ερωτήσεις του Ιρλανδού δημοσιογράφου– θα έπειθε ότι δεν μπορεί να υπάρ­ξει ποτέ αμοιβαιοποίηση οικονομικού χρέους, αν δεν προηγείται πρώτα μια αμοιβαιοποίηση πο­λιτισμού: όταν, δηλαδή, κι εμείς στον ευρωπαϊκό νότο μετά από 30 χρόνια γά­μου πληρώνουμε χωριστά (γερμ. getrennt) στο εστιατό­ριο με χρήματα από τους επίσης χωριστούς μας τραπεζικούς λογαριασμούς, τότε θα έχουμε κά­νει σίγουρα ένα σημαντικό βήμα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση…

Ευρωπαϊκή Ένωση ή Ευρωπαϊκές Ενώσεις; Προλαβαίνοντας την ακροδεξιά

Απρίλιος 29, 2012 4 Σχόλια

Οι εκλογές που θα γίνουν την 6 Μαΐου 2012, δηλαδή σε μια εβδομάδα από σήμερα, σε Ελλάδα και Γαλλία, καθώς και το ιρλανδικό δημοψήφισμα για το δημοσιονομικό σύμφωνο στα τέλη του μήνα, ενδέχεται να δώσουν ένα μήνυμα για την τύχη της ευρωζώνης και εν γένει της Ευ­ρωπαϊκής Ένωσης. Ήδη η άνοδος των ποσοστών της ακροδεξιάς στην Γαλλία, με την ηγέ­τιδά της να μιλά πλέον ανοιχτά υπέρ της διάλυσης της ευρωζώνης και «μιας κοινά αποδεκτής επι­στροφής στα εθνικά νομίσματα», αλλά και οι ανάλογες δηλώσεις του Ολλανδού ομοϊδεάτη της περί των συνταξιούχων της χώρας του που δεν πρέπει να υποφέρουν «για χάρη των δικτα­τό­ρων στις Βρυξέλλες» θέτουν μια μείζονα πρόκληση σε όλους τους πιο μετριοπαθείς και νηφά­λιους πολιτικούς σχηματισμούς, αναλυτές και απλούς πολίτες: να μην αφεθεί η ακροδεξιά να διαβλέψει, να «δει» τις μέλλουσες εξελίξεις στην ευρωζώνη πιο έγκαιρα και με μεγαλύτερη επιτυ­χία σε σχέση με τους πιο κεντρικούς φορείς της πολιτικής στην Ευρώπη. Η προβληματική αυτή αφορά σίγουρα και την Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι τα αυξημένα ποσοστά της Χρυσής Αυγής εδώ σχετίζονται προς το παρόν λιγότερο με κάποια αντιευρωπαϊκή ρητορική και περισσότερο με το ακραίων πλέον διαστάσεων πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης και της εγκληματικότητας στο κέντρο της Αθήνας. Η ενσωμάτωση στην ιδεολογικοπολιτική σφαίρα οργανώσεων, όπως η αναφερ­θείσα, και μιας δυναμικής αντιευρωπαϊκής πτυχής τύπου Μ. Λεπέν δεν θα είναι ιδιαίτερο πρό­βλημα στο εγγύς μέλλον, ιδίως όταν η εν λόγω ρητορική θα φθάσει – σύντομα πιθανόν – να υπόσχεται ανάλογα εκλογικά οφέλη με την πολεμική κατά των μεταναστών.

Μια επιτυχημένη Ευρωπαϊκή Ένωση…

Την ίδια στιγμή που η ακροδεξιά με όπλα την εθνοκεντρική/εθνικιστική της αφετηρία και τον γνωστό αντιδραστικό κυνισμό της μοιάζει να ενσωματώνεται βαθμιαία και επικίνδυνα αρμονικά στο διαμορ­φούμενο πλαίσιο των ευρωπαϊκών περιστάσεων, οι πιο κεντρώες δυνάμεις της πολι­τικής στην Ευρώπη μοιάζουν ακόμη υπνωτισμένες από την γοητεία του οράματος της ευρωπαϊ­κής ολο­κλήρωσης. Οι διαφωνίες αφορούν συνήθως το ποια σχολή σκέψης θα πρέπει να επι­κρα­τήσει στην Ενωμένη Ευρώπη, το ποια γενική κατεύθυνση – «συντηρητική» ή πιο «προοδευ­τική» – θα πρέπει να ακολουθήσει η τελευταία, στην παρούσα της όμως μορφή. Εύλογοι ευρω­σκεπτικι­στι­κοί προβληματισμοί, σαν αυτούς που αναπτύξαμε πρόσφατα (π.χ. εδώ και εδώ) εκ­φρά­ζονται επί του παρόντος μόνο σποραδικά. Ιδίως στις δύο πιο «ιδιαίτερες» περιπτώσεις της Ευ­ρώπης, οι οποίες συνιστούν πιθανώς και τα δύο άκρα στο φάσμα της πολιτιστικής ανθρωπο­λο­γίας της ηπείρου, στην Γερμανία και την Ελλάδα, υπάρχουν ακόμα αρκετοί που επιμένουν να έχουν στραμμένη την προσοχή τους στο δέντρο (στην ελληνική κρίση και τις γραφικές παθογέ­νειες του ελληνικού κράτους) και όχι στο δάσος (στην απόπειρα πολιτιστικού εκγερμανισμού της Ευρώ­πης μέσω της εξαγωγής του δόγματος της εμμονικής λιτότητας). Θα ήταν ενδιαφέρον να μας εξηγήσουν τώρα, εάν φταίει πάλι η Ελλάδα π.χ. για την επαπειλούμενη κατάρρευση της Ισπανίας ή για το ότι ένας Ολλανδός κυβερνητικός εταίρος, προερχόμενος από τον σκληρό πυρήνα της ίδιας της γερμανοφωνης ζώνης της Ευρώπης, προ­βαίνει σε αντιευρωπαϊκές δηλώσεις, όπως αυ­τές που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Προτού λοιπόν το σπορ του απλοϊκού ηθικισμού αποδειχθεί για την Ευρώπη εκτός από ακριβό και ιδιαιτέρως επικίνδυνο, είναι απαραίτητο τα θέματα που αφορούν την γενικότερη αρχιτεκτο­νική της Ε.Ε. και της ευρωζώνης να αρχίσουν να συζητούνται πάνω σε εκείνη την βάση που η πλειονότητα των παραδοσιακών θιασωτών του ευρωοράματος δεν αρέσκεται να συζητεί: τις πολιτιστικές διαφοροποιήσεις εντός της ηπείρου. Προτού η ακροδεξιά ανά την Ευρώπη αρχίζει να τρέφεται επικίνδυνα από το αποτέλεσμα της υποβάθμισης (ή της μη συνειδητοποίησης) των πολιτιστικών διαφορών εντός της Ευρώπης, είναι αναγκαίο οι τελευταίες να εισέλθουν δυναμικά στο επίκεντρο του προβληματισμού. Όχι για να πυροδοτηθεί κάποιος νέος γύρος ενδοευρωπαϊ­κών αντιπαθειών και εντάσεων, αλλά προκειμένου ένα σύστημα που ήδη δυσλειτουργεί επί τη βάσει της «κοινότητας» να δώσει την θέση του σε ένα άλλο που θα προσπαθεί να λειτουργεί επί τη βάσει της νηφάλια συνειδητοποιημένης διαφοροποίησης.

Πώς θα μπορούσε να μοιάζει το τελευταίο; Μία χρήσιμη ιδέα μας δίνει η μοναδική ίσως τόσο επιτυχημένη πρόσφατη απόπειρα πολιτικής, δημοσιονομικής και νομισματικής ενοποίησης που έλαβε χώρα στην Ευρώπη: η ένωση των γερμανικών κρατών, αυτών που σήμερα αποτελούν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Με κοινό νόμισμα το μάρκο από το 1871 ως το 2002 η συγκεκριμένη ένωση ενός αριθμού κρατιδίων που σε εποχές προγενέστερες του 1871 λειτουργούσαν ως ανεξάρτητες πολιτικές και οικονομικές ενότητες αποτελεί ένα καλό πα­ράδειγμα μιας λειτουργικής και βιώσιμης ευρωπαϊκής ένωσης. Αυτό που κυρίως καταδεικνύει είναι ότι, όταν το εγχείρημα της πολιτικής και κυρίως οικονομικής ενοποίησης χτίζεται πάνω σε υπόβαθρο πολιτιστικής ομοιογένειας, έχει σίγουρα περισσότερες πιθανότητες μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας.

Εάν αυτό ισχύει, τότε ίσως προσφέρει το κλειδί για την κατεύθυνση που θα έπρεπε να ακολου­θήσει μια ενδεχόμενη μελλοντική αναδιάρθρωση της Ε.Ε. Και η κατεύθυνση αυτή είναι η διά­σπαση της ευρωζώνης σε μικρότερες, λειτουργικότερες και πιο ομοιογενείς πολιτιστικά υποενώ­σεις. Αν, δηλαδή, υποτεθεί ότι στο πλαίσιο του παγκόσμιου οικονομικοπολιτικού ανταγωνισμού η Ευρώπη θα πρέπει πράγματι να αναζητήσει καταφυγή στο δόγμα «η ισχύς εν τη ενώσει» προ­κειμένου να ανταγωνιστεί αναδυόμενες δυνάμεις, όπως η Κίνα, η Ινδία ή η Βραζιλία –και λέμε «αν υποτεθεί» διότι δεν έχει καταστεί εντελώς ξεκάθαρο αν ο εν λόγω «ανταγωνισμός» απειλεί όντως το μέσο, αξιοπρεπές επίπεδο οικονομικής ευμάρειας των κατοίκων της Ευρώπης ή αφορά μόνον τα παγκοσμιοποιημένα παιχνίδια απληστίας μιας οικονομικής ελίτ–, τότε το μο­ντέλο των υποενώσεων φαντάζει ως η μόνη βιώσιμη «μέση» λύση. Ως μια λύση, δηλαδή, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στο μάλλον ουτοπικό μάξιμουμ μια ένωσης ολόκληρης της Ευρώπης και στο πιθανώς επιζήμιο μίνιμουμ της πλήρους διάσπασης στα προ της Ε.Ε. εθνικά κράτη. Στο πλαίσιο του μοντέλου των υποενώσεων η γερμανόφωνη περιοχή της κεντρικής Ευρώπης (μαζί, δηλαδή, με Αυστρία, Ολλανδία, Σκανδιναβία και ίσως και την μη γερμανόφωνη Φινλανδία) θα μπορούσε να αποτελέσει μία υποένωση, την ίδια στιγμή που οι λατινογενείς χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Ιβη­ρική) θα μπορούσαν να συγκροτήσουν έναν δεύτερο, όχι τόσο ομοιογενή, αλλά παρόλα αυτά ισχυρό πόλο. Εάν η Αγγλία δεν επιμείνει στην αυτονομιστική της γραμμή, τότε τόσο οι ιστορικές και εθνικές της παράμε­τροι όσο και το κελτορομανικό της πολι­τιστικό υπόστρωμα την φέρνουν σί­γουρα πιο κοντά στην λατινογενή υποένωση και όχι στην γερμανική, όπως θα μπορούσε να υποβάλλει ο γερμα­νικός χαρακτήρας της γλώσσας των κατοίκων της. Στην ανατολική Ευρώπη συζητήσιμη θα ήταν η βιωσιμότητα μιας βαλτο-σλαβικής υποένωσης, με μέλη τις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία, την Ουκρανία, την πρώην Τσεχοσλοβακία και ίσως και την Λευκορω­σία (πιθανώς με άλλη ηγεσία κάποια στιγμή).

Και η Ελλάδα; Δυστυχώς κινούμενοι προς την νοτιοανατολική άκρη της Ευρώπη, στην Βαλκα­νική, είναι σαφές ότι η μακρά και ζωντανή παράδοση εθνικισμών και με­γαλοϊδεατισμών δεν αφήνει περιθώρια για μια βαλκανική υποένωση. Άλλωστε, οι υπερεθνικές ενώσεις στην περιοχή αυτή της Ευρώπης μοιάζουν να είναι μάλλον κομμάτι του παρελθόντος (π.χ. Βυζαντινή και Οθωμανική αυτοκρατορία) παρά του μέλλοντος. Εδώ η ελπίδα της ειρήνης και της ηρεμίας, αναμφισβήτητων προϋποθέσεων για την οικονομική ανάπτυξη, δείχνει να βρίσκεται πιο πολύ εν τη διασπάσει (σε συμπαγή εθνικά κράτη) και λιγότερο εν τη ενώσει. Κάτι που καταδεικνύει ότι το παρόν εγχείρημα της ευρωζώνης παραβλέπει ενίοτε όχι μόνον την πολιτιστική, αλλά και την «ιστορική» ανομοιο­γένεια στις διάφορες περιοχές της γηραιάς ηπείρου. Παρά ταύτα, ιδίως για την Ελλάδα θα ήταν θετική η διατήρηση μιας «ειδικής σχέσης» με την (όποια) υπόλοιπη, ευρύτερη Ε.Ε. Μιας σχέσης όχι τόσο στενής, ώστε να προκαλούνται μοιραίες διαπολιτισμικές περιπλοκές σαν τις τρέχουσες, αλλά ταυτόχρονα όχι και τόσο απόμακρης, ώστε να απειλείται ο –αν θέλουμε να είμαστε ειλι­κρινείς με τους εαυτούς μας– αρχικός, πραγματικός και βαθύτερος στόχος του δόγματος «ανή­κωμεν εις την Δύσιν»: η αποθάρρυνση της τουρκικής απειλής. Η παραμονή της Ελλάδας στην ευρύτερη ομπρέλα της Ε.Ε. βάσει αυτού του νέου δόγματος θα μπορούσε φυσικά να καταστεί λειτουργικότερη και επι­τυχέστερη, αν κάποια στιγμή ακολουθούσε και η ίδια η χώρα μας την αρχή της πολιτιστικής διαφοροποίησης, αυτή την φορά ως κριτηρίου για την συγκρότηση ενός (πιο) δικού της μοντέ­λου πολιτικής, διοικητικής και οικονομικής οργάνωσης. Εάν, δηλαδή, η «ει­δική της σχέση» με την δυτική Ευρώπη δεν αφορά μόνον την θέση της σε μια Ε.Ε. με διαφορετική αρχιτεκτονική, αλλά και τον τρόπο πρόσληψης των στοιχείων εκείνων του δυτικοευ­ρωπαϊκού κυρίως πολιτικού και οικονομικού γίγνεσθαι που η εποχή μας επιτάσσει να προσληφθούν. Περί (και) αυτού, όμως, εί­ναι σίγουρο ότι δεν θα ακούσει κανείς τίποτα στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο…

Ευρώπη: η καθυστερημένη αυτοκρατορία

Απρίλιος 8, 2012 2 Σχόλια

Στην προηγούμενη ανάρτηση αναφερθήκαμε στον ατυχή χαρακτήρα της σύγκρισης ανάμεσα στις Η.Π.Α. και την Ενωμένη Ευρώπη που γίνεται συχνά τον τελευταίο καιρό από ορισμένους θερ­μούς υποστηρικτές του οράματος της πλήρους ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αυτό που κυρίως εί­δαμε είναι το πώς μια ζώνη μεγάλης και μια άλλη πολύ μικρότερης γλωσσικής και πολιτιστικής ποικιλομορφίας εξισώνονται απλοϊκά στο πλαίσιο ορισμένων μάλλον ρομαντικών προσδοκιών για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχουν, ωστόσο, αρκετοί άλλοι υποστηρικτές του ίδιου οράματος, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να τεκμηριώσουν την βιωσιμότητα του εγχει­ρήματος συχνά παραπέμπουν σε κάποια άλλα σημεία του πλανήτη: στην Κίνα και την Ινδία.

Η μακροσκοπική σύγκριση της Ευρώπης με τις δύο αυτές περιοχές – όσο κι αν φαίνεται να προ­δίδει αμέσως κάποια στοιχεία της οικονομικής κοσμοθεωρίας των εμπνευστών της – μοιάζει εκ πρώτης όψεως να αναιρεί πολλά από τα δεδομένα που έχουμε αναφέρει ως ανασχετικούς πα­ράγοντες για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η Κίνα και η Ινδία είναι αναμφίβολα δύο ζώνες ση­μαντικής γλωσσικής ποικιλομορ­φίας. Στην αχανή Κίνα ζουν πληθυσμοί που ανήκουν όχι απλώς σε δια­φορετικές γλώσσες, αλλά σε τουλάχιστον επτά διαφορετικές γλωσσικές οικογένειες (κυρί­αρχες, πάντως, η σινοθιβετιανή και η αλταϊκή), με μεγάλη, μάλιστα, ποικιλομορφία ακόμη και εντός της κάθε οικογένειας. Με­γάλη είναι και η διαφοροποίηση στην Ινδία, όπου υπάρχουν δύο κυρίαρχες γλωσσικές οικο­γέ­νειες (ινδοευρωπαϊκή και δραβιδική), κατακερματισμένες και εδώ σε πολλές επιμέρους γλώσ­σες. Κι όμως, παρά το γεγονός ότι στις δύο αυτές γεωγραφικές ζώνες η γλωσ­σοπολιτισμική ποικιλο­μορφία είναι πιθανώς μεγαλύτερη από ό,τι στην περίπτωση της Ευ­ρώπης, κατέστη εφικτή η δη­μιουργία ευρύτερων κρατικών μορφωμάτων με τεράστια έκταση και ασύλ­ληπτα με­γάλο πληθυ­σμό. Ο αναδυόμενος χαρακτήρας, μάλιστα, της οικονομίας τους αναφέρε­ται συχνά ως ένας από τους βασικούς λόγους για την αναγκαιότητα της ύπαρξης της Ενωμένης Ευρώπης. Σε τε­λική ανά­λυση, εάν εκεί κατάφεραν να υπερβούν τους εθνικούς, γλωσ­σικούς και πολιτιστι­κούς φραγμούς, γιατί να μην μπορεί να συμβεί το ίδιο και εδώ στην Ευρώπη;

Η σημαία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ε.Ε. και ο ηγέτης της…

Παρά τον φαινομενικά πειστικό χαρακτήρα αυτής της επιχειρηματολογίας, υπάρχουν, δυστυ­χώς, κάποιες κρίσιμες παράμετροι στην σύγκριση της Ευρώπης με τις δύο αυτές μακρινές ως προς αυτήν περιοχές, που λησμονούνται ή παραβλέπονται πλήρως. Και οι οποίες, όταν λη­φθούν υπόψη, μπορεί να κάνουν την συγκεκριμένη σύγκριση να μοιάζει πιο αποθαρρυντική για την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ακόμη και από τους παραλληλισμούς με τις Η.Π.Α. Στην προκειμένη περίπτωση η εξέταση του ζητήματος είναι διαφωτιστικό να ξεκινήσει από τον παρά­γοντα που αποτελεί την βάση για την εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού: τον τόπο και το φυ­σικό περιβάλλον. Πάντοτε ζωτικής σημασίας για την ύπαρξη του ανθρώπου, ο εκάστοτε τόπος και τα ειδικά χαρακτηριστικά του άρχισαν να παίζουν έναν επιπρόσθετο, σημαίνοντα ρόλο πριν περίπου 10.000 χρόνια. Τότε έγινε η εισαγωγή της Νεολιθικής οικονομίας, δηλαδή της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της μόνιμης εγκατά­στασης, η οποία αποτελεί την σημαντικότερη πολιτι­σμική μετάβαση στην ιστορία του ανθρώ­που: μετά από σχεδόν 2,5 εκατομμύρια χρόνια κυνη­γίου, τροφοσυλλογής και περιπλάνησης, οι ανθρώπινες κοινότητες μπορούσαν τώρα να παρά­γουν την τροφή τους, να εγκαθίστανται μο­νίμως σε συγκεκριμένα σημεία ενός τόπου και να δημιουργούν διατροφικά πλεονάσματα που οδήγησαν σύντομα σε κατακόρυφη αύξηση του πληθυσμού. Το γεγονός αυτό υπήρξε ο καταλύτης για μια αλυσίδα εξελίξεων, η οποία –ας το επαναλάβουμε, μετά από 2,5 εκατομμύρια χρόνια σχετι­κής πολιτισμικής στασιμότητας– κατέ­ληξε μέσα σε μόνον 10.000 χρόνια να κάνει τον κόσμο αυτό που είναι σήμερα.

Ένας από τους βασικούς λόγους για αυτό είναι ότι υπήρχαν εξαρχής καλύτερα και χειρότερα γεωγραφικά σημεία για την εφαρμογή του νέου τρόπου ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περιοχές, όπου αναπτύχθηκαν οι πρώτοι μεγάλοι πολιτισμοί και τα πρώτα μεγάλα κράτη υπό την σημε­ρινή έννοια υπήρξαν οι εύφορες κοιλάδες των σημαντικών ποταμών. Σε αυτές ακριβώς τις πε­ριοχές, τα πρώιμα κράτη προέκυψαν μέσα από τον συγκεντρωτικό έλεγχο ενός ενιαίου (σε μεγά­λες εκτάσεις γης) συστήματος παραγωγής από ένα ισχυρό κέντρο. Και όσο το κέντρο αυτό γινόταν ολοένα και ισχυρότερο τόσο οι αρχικές αυτές κρατικές οντότητες επέκτειναν την επι­κράτεια και την επιρροή τους, δημιουργώντας σιγά σιγά τις πρώτες αυτοκρατορίες. Κάποιες από αυτές υπήρξαν βραχύβιες, κάποιες άλλες, όμως, επιβίωσαν σε διάφορες μορφές για πολύ περισ­σότερο χρόνο, θέτοντας με αυτό τον τρόπο τις βάσεις για μια παράδοση ενσωμάτωσης πολλών και ενίοτε πολύ διαφορετικών πληθυσμών σε ευρύτερα κρατικά μορφώματα.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω μπορεί κανείς να αντιληφθεί πού έγκειται η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της Ευρώπης και περιοχών, όπως η Κίνα και η Ινδία. Στις τελευταίες, η ύπαρξη ποτά­μιων συστημάτων, όπως του Κίτρινου Ποταμού και του Γιανγκτσέ στην Κίνα, καθώς και του Ινδού και του Γάγγη στην Ινδία, αποτέλεσε τον αποφασιστικό παράγοντα για την διαμόρφωση μεγάλων πολιτικών οντοτήτων ήδη από πολύ πρώιμες εποχές (π.χ. η δυναστεία Shang στην Κίνα, σύγχρονη περίπου με την Μυκηναϊκή περίοδο στο Αιγαίο [περ. 1600-1040 π.Χ.] και στην Ινδία ο πολιτισμός του Ινδού κατά την λεγόμενη Ώριμη Χαράππειο περίοδο [περ. 2600-1900 π.Χ.]). Μια αντίστοιχη εξέλιξη έχουμε και στον δυτικό ευρασιατικό χώρο, στην Μεσοποταμία και την Αίγυπτο, όπου το σύστημα των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη στην πρώτη περίπτωση και του Νείλου στην δεύτερη, έγιναν ο άξονας για την συγκρότηση των εκεί πρώιμων σφαιρών επιρροής και αργότερα αυτοκρα­τοριών (π.χ. στην Μεσοποταμία στην ύστερη φάση του πολιτισμού Ουρούκ, δηλ. στα τέλη της 4ης χιλιε­τίας π.Χ., και αργότερα στην Ακκαδική περίοδο [24ος – 22ος αι. π.Χ.], και στην Αίγυπτο ήδη κατά την Πρώιμη Δυναστική περίοδο, περί το 3000 π.Χ.). Ειδικά στην Κίνα και την Ινδία τα αυ­τοκρα­τορικά μορφώματα συνέχισαν να υφίστανται σε διάφορες μεταλλαγές μέχρι και τους νεώ­τερους χρόνους, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την σημερινή μορφή των κρατών αυ­τών.

Στην Ευρώπη, αντιθέτως, η εξέλιξη υπήρξε αρκετά διαφορετική. Εδώ, ο μοναδικός ποτάμιος άξονας που μπορεί να θεωρηθεί συγκρίσιμος με αυτούς στις άλλες αναφερθείσες περιοχές είναι αυτός του Δούναβη, όπου, πράγματι, κατά το διάστημα 5400-3500 π.Χ. αναπτύχθηκε το πιο προηγμένο πολιτι­στικό σύ­στημα εκείνη την εποχή στην Ευρώπη. Πρόκειται για τον πολιτισμό της κοιλάδας του Δούναβη, με μια ιδιαίτερη ακμή στους τομείς της μεταλ­λουρ­γίας, της κεραμει­κής, της οικιστικής οργάνωσης, ακόμη και της γραπτής επι­κοι­νωνίας. Καθώς, όμως, ο πολιτι­σμός αυτός αναπτύχθηκε σε μία ύστερη νεολιθική και χαλκολιθική φάση, δηλαδή, πολύ πριν την εμφάνιση της ανεπτυγμένης κοινωνικής διαστρωμάτωσης και της ευρείας κλίμακας πολιτικής συγκρότησης, δεν ήταν δυνατόν να γίνει πρόξενος διαδικασιών «ενοποίησης» ούτε με γεωγρα­φική ούτε με χρονολογική σημασία. Σαφώς καλύτερες επιδόσεις ως προς τον σκοπό αυτό είχε πολύ αργότερα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία κατέληξε σε ό,τι πλησιέστερο υπήρξε ποτέ σε μια ενοποίηση της Ευρώπης. Εντούτοις, συνθήκες πραγματικού και βαθέος εκρωμαϊσμού δη­μιουργήθηκαν κατά βάσιν μόνον στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, όπου οι ρομανικές γλώσσες τελικά εκτόπισαν τόσο τον κελτικό κλάδο των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών όσο και με­ρικές μη ινδοευ­ρωπαϊκές γλώσσες που επεβίωναν ως τότε (π.χ. στην Ιβηρική). Το ανατολικό τμήμα διατήρησε κατά βάσιν την δική του γλωσσική και πολιτιστική ταυτότητα, με την εξαίρεση της ρουμανικής γλώσσας που αντικατέστησε την αρχαία και ινδοευρωπαϊκή δακική. Παράλ­ληλα, μεγάλες περιοχές της Ευρώπης, όπως π.χ. οι ζώνες των γερμανικών και σλαβικών γλωσ­σών και λαών, δεν ενσωματώθηκαν ποτέ πλήρως στην ρωμαϊκή (ή αργότερα ανατολική ρωμαϊκή) επικράτεια. Εν τέλει, η Ευ­ρώπη, μια γεωγρα­φική ζώνη, πολλές περιοχές της οποίας χαρακτηρίζονται από έντονο κατακερματι­σμό, επρόκειτο να συνδεθεί στην ιστορία της όχι τόσο με τις μεγάλης κλί­μακας αυτοκρατορίες όσο με την γένεση ενός πολιτικού φαινομένου-προϊόντος της μικρής κλίμακας: της δημοκρατίας.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι στην γηραιά ήπειρο, σε αντίθεση με άλλες περιοχές του κόσμου, η γλωσσική και πολιτισμι­κή πολυδιάσπαση διατήρησε σε μεγάλο βαθμό και τις συνεκτικές εθνι­κές/πολιτικές/κρατικές της αντιστοιχίες ως τους νεώτερους χρόνους. Μια πραγματικότητα, η οποία αναδεικνύεται, άλ­λωστε, και από τον βραχύ βίο επίδοξων μικρών «αυτοκρατοριών», όπως π.χ. της Αυστροουγ­γαρίας. Κατά συνέπεια, όσοι σήμερα παρουσιάζουν την Κίνα ή την Ινδία ως το υπόδειγμα που πρέπει να ακολουθήσει η Ευρώπη, ουσιαστικά προτείνουν την συ­γκρότηση στην γηραιά ήπειρο μιας μεγάλης, ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας, που την ίδια στιγμή θα είναι και μια (χρονικώς και ιστορικώς) δρα­ματικά καθυστερημένη αυτοκρατορία. Και το κύριο πρόβλημα, βε­βαίως, σε αυτή την περίπτωση είναι ότι δεν υπάρχει ποτέ αυτοκρατορία χωρίς αυ­τοκράτορα. Όσοι, λοιπόν, ευαγγελίζονται την ιδέα της αυ­τοκρατορικής κινεζοποίησης της Ε.Ε. οφείλουν να εκφράσουν και μια καθαρή θέση ως προς το ποιος θεωρούν ότι πρέπει να είναι ο αυτοκράτο­ρας. Διότι, σε πολιτικό επίπεδο πάντα, όποιος επιθυμεί καθυ­στερημένες αυτοκρατο­ρίες είναι πι­θανό να πρέπει να αποδεχτεί στο τέλος και κα­θυστερημένους αυτοκράτορες

Οι ουτοπικές Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης

Μαρτίου 25, 2012 9 Σχόλια

«Αν στην παρούσα κρίση οι Έλληνες της Ευρώπης εθεωρούντο πρώτα Ευρωπαίοι και μετά Έλ­ληνες, όπως και οι Έλληνες της Αμερικής είναι πρώτα Αμερικανοί και μετά Έλληνες, και η Ελ­λάδα ως μία από τις 17 πολιτείες της ΕΕ και όχι ως ΞΕΝΟ κράτος, δεν θα είχαμε κρίση, όπως δεν έχουν οι ΗΠΑ λόγω του ότι η Καλιφόρνια δεν τα πάει καλά στα οικονομικά της». Ρήσεις και απόψεις περί της Ενωμένης Ευρώπης, όπως αυτή (σχόλιο εδώ), δεν διατυπώνονται τα τελευταία χρόνια μόνον σε σχόλια αναγνωστών στο διαδίκτυο, αλλά εκ­φράζονται και από στόματα ή πένες ανθρώπων με δημόσιο λόγο. Προ καιρού, άλλωστε, ο απερχόμενος Αντιπρόεδρος εξέφρασε την προσήλωσή του στο όραμα των Ηνωμένων Πολι­τειών της Ευρώπης, ενώ άλλο επι­φανές στέλεχος του ιδίου χώρου δήλωσε ότι η Ευρώπη βρίσκε­ται αυτή τη στιγμή περίπου στην φάση που βρισκόταν η Αμερική (οι μεταγενέστερες Η.Π.Α.) πριν 150 χρόνια.

Η ευκολία, με την οποία γίνεται εσχάτως η σύγκριση μεταξύ των Η.Π.Α. και της (Ενωμένης) Ευρώπης αφήνει πιθανότατα μια περίεργη γεύση ακόμη και σε ανθρώπους που δεν είναι απα­ραίτητα ευρωσκεπτικιστές. Όσοι, τώρα, ανήκουν στην τελευταία αυτή κατη­γορία μάλλον βλέ­πουν να δικαιώνονται οι πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις τους. Διαπιστώνουν, δη­λαδή, ότι το όραμα της λεγόμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και μαζί με αυτό η μοίρα περίπου 500 εκατομ­μυρίων κατοίκων της Ευρώπης μοιάζει συχνά να έχει αφεθεί έρμαιο ενός συστήμα­τος ιδεολογη­μάτων, ευσεβών πόθων και ουτοπικών στόχων με ιδιαίτερα έκδηλο τον απλουστευ­τικό ή και απλοϊκό του χαρακτήρα. Διότι μόνον με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε κανείς να αρ­χίσει να περιγράφει τον άστοχο χαρακτήρα της σύγκρισης μεταξύ των Η.Π.Α. και της Ε.Ε., του­λάχιστον ως προς την ιστορική εξέλιξη και προοπτική τους. Η αστοχία αυτή μπορεί να τεκμη­ριωθεί μάλλον εύκολα με πολλά επιχειρήματα και δεδομένα, ορι­σμένα εκ των οποίων θα δούμε ευθύς αμέσως.

Η.Π.Α. – Η.Π.Ε.: Βίοι παράλληλοι ή βίοι αντίθετοι;

Η προσπάθεια ανάδειξης των εξόφθαλμων διαφορών ανάμεσα στην Ευρώπη/Ε.Ε. και τις Η.Π.Α. είναι ενδιαφέρον να ξεκινήσει από το ζήτημα του χρονικού βάθους της ιστορικής και πολιτιστικής τους εξέλιξης. Στην Αμερική το χρονικό βάθος της παρου­σίας των Ευρωπαίων που τε­λικά συγκρότησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι περίπου 500 χρόνια, ενώ ακόμη πιο πρόσφατη είναι η διαμόρφωση του ίδιου του κράτους. Πόσο είναι το αντίστοιχο χρονικό βάθος της παρου­σίας των Ευρωπαίων στην ίδια την Ευ­ρώπη; Εάν εδώ αποπειραθεί κα­νείς να δώσει απόλυτους αριθμούς θα εμπλακεί σε μια συζήτηση που σε αυτή τη φάση δεν μπο­ρεί να γίνει στα πλαίσια μιας ανάρτησης. Γι΄ αυτό τον λόγο είναι καλύτερα να απαντήσει κανείς την ερώτηση με λίγο διαφορετικό τρόπο. Το χρονικό βάθος της παρουσίας των σημερινών Ευ­ρωπαίων στην γηραιά ήπειρο ισούται με τον χρόνο διαχωρισμού ενός αρχικού και κάποτε κοι­νού γλωσσικού περιβάλ­λοντος, το οποίο η επιστήμη ονομάζει πρω­τοϊνδο­ευρωπαϊκό, στις πε­ρισσότερες από τις σημερι­νές ευρωπαϊκές γλώσσες. Για την καλύτερη κατα­νόηση αυτού του φαινομένου ας σκεφτούμε το εξής παράδειγμα: πόσος χρόνος θα χρεια­ζόταν προκειμένου από το κοινό γλωσσικό περιβάλ­λον της αμερικανικής αγγλικής γλώσσας, που ομι­λείται σήμερα στις Η.Π.Α., να προκύψει ένας διάδοχος γλωσσικός χάρτης, στο πλαίσιο του οποίου π.χ. στην Αρι­ζόνα και στο Οχάιο να ομι­λούνται γλώσσες που θα απέχουν τόσο με­ταξύ τους όσο π.χ. τα ιτα­λικά και τα πολωνικά στην Ευρώπη; Κάτι τέτοιο, βεβαίως, είναι μάλ­λον δύσκολο να συμβεί ποτέ στην περίπτωση των αμε­ρικανικών πολιτειών, ακριβώς επειδή οι περιοχές αυτές αποτελούν κομμάτι ενός σύγχρονου, ενιαίου κράτους, στο πλαίσιο του οποίου η χρήση και διατήρηση της κοινής γλώσσας προάγεται με πολλούς τρόπους-πτυχές του σύγχρονου πολιτισμού (π.χ. εκπαιδευτικό σύστημα, μέσα μαζι­κής ενη­μέρωσης, κλπ.). Και με αυτό τον τρόπο παίρνει κανείς ίσως και μια ιδέα για το σε ποιες εποχές ανάγονται πιθανώς οι διαδικασίες διαχωρισμού του ευρωπαϊκού κλάδου των ινδοευρω­παϊκών γλωσσών.

Η γλωσσική αυτή προβληματική είναι αλληλένδετη με το ζήτημα της γεωγραφικής διασποράς ή ομαδοποίησης των πληθυσμών στις δύο περιοχές που εξετάζουμε. Στις Η.Π.Α. έχουμε να κά­νουμε με κατά βάσιν αναμεμειγμένους πληθυσμούς Ευρωπαίων αποίκων, οι οποίοι κάποια στιγμή οργανώθηκαν με έναν κοινό γλωσσικό και εν πολλοίς και πολιτιστικό άξονα, αυτόν της αγ­γλοσαξονικής κουλτούρας. Φυσικά υπάρχουν σε πολλές πολιτείες και αλλόγλωσσοι πληθυ­σμιακοί θύλακες (π.χ. ισπανόφωνοι, κινέζοι), όπως, άλλωστε, και σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. οι Τούρκοι στην Γερμανία). Αυτό, όμως, δεν αλλάζει το γεγονός ότι, όπως ακριβώς και στην Γερμανία ή την Γαλλία, υπάρχει και στις Η.Π.Α. μια κυρίαρχη γλώσσα και κουλτούρα. Αν θέ­λουμε να μεταφέρουμε αυτή την εικόνα στην Ενωμένη Ευρώπη, θα έπρεπε να φανταστούμε τις ευρωπαϊ­κές χώρες-πολιτείες να έχουν σε ποσοστό περίπου 80% κοινή γλώσσα (ποια θα ήταν άραγε αυτή με δεδομένο ότι δεν υπάρχει γλώσσα «ευρωπαϊκή»; Εκτός αν ως «ευρωπαϊκή» νοού­νται τα…σπαστά αγγλικά των αξιωματούχων της Ε.Ε.), καθώς και αναμεμειγμένους τους πλη­θυ­σμούς σε πολλά σημεία της ομοσπονδίας τους. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι δύσκολο να το φαντα­στεί κανείς, αφού σε αντίθεση με τις Η.Π.Α. στην Ευρώπη έχουμε συγκεκριμένες και δια­κρι­τές πολιτιστικές ζώνες με μακραίωνη ιστορία και εξέλιξη, δηλαδή περιοχές με πληθυσμούς συμπαγείς ως προς την γλωσσική και πολι­τιστική τους ταυτότητα.

Αρκετοί θα προσέθεταν εδώ και τον παράγοντα της διαφορετικής εθνικής ταυτότητας και συνεί­δησης: ομοιομορφία στις Η.Π.Α., σαφής ποικιλομορφία στην Ευρώπη. Ωστόσο, η μεταφορά της συζήτησης σε αυτό το πεδίο είναι πιθανώς παραπλανητική. Χώρες, όπως π.χ. η Αυστρία και η Γερμανία, ή η Ολλανδία και η Δανία, έχουν πληθυσμούς με διαφορετική εθνική συνείδηση, ανή­κοντες, όμως, σε μια κοινή πολιτιστική ζώνη, αυτή των γερ­μανικών γλωσσών. Και, όπως άλλω­στε αναδεικνύεται και από την τρέχουσα αρχιτεκτονική και εξέλιξη της κρίσης του ευρώ, οι πο­λιτιστικές αυτές διαφοροποιήσεις είναι πολύ πιο κρίσιμος πα­ράγοντας για την βιωσιμότητα της ιδέας της ενωμένης Ευρώπης από ό,τι οι εθνικές συνειδήσεις ή και οι διαφόρων μορφών εθνικι­σμοί. Θα μπορούσε, μάλιστα, να παρατηρήσει κανείς ότι η οπτική που θέλει τις εθνικές συνειδή­σεις (ή το έθνος-κράτος) ως μοναδική πιθανή τροχοπέδη για το ευρωπαϊκό όραμα είναι μάλλον αισιόδοξη για το όραμα αυτό. Και τούτο διότι οι εθνικές συ­νειδήσεις είναι πολύ πιο «εύπλαστες» από τις βαθύ­τερες πολιτιστικές καταβολές. Αυτό αποδει­κνύεται από το ότι στην πορεία της ιστορίας πολύ συχνά λαοί-ομιλητές της ίδιας γλώσσας έχουν υποστεί μεταβολές στην εθνική/κρατική τους ταυτότητα ή σε συγκεκριμένα συστατικά της. Για παράδειγμα, ένας Ιταλός κάτοικος της Το­σκάνης στην Αναγέννηση δεν είχε ακριβώς την ίδια εθνική συνείδηση με έναν Ιταλό που κατοί­κησε στην ίδια περιοχή τον 20ό αιώνα, αν και αμφότεροι υπήρξαν φορείς της ίδιας γλωσσικής, θρησκευτικής και ευρύτερης πολιτιστικής κουλ­τούρας. Η εθνική ταυτότητα έχει σαφώς πιο μι­κροϊστορική και ενίοτε επιφανειακή διάσταση από τις πιο μακροχρόνιες και βαθιές γλωσσοπολι­τισμικές ιδιομορφίες. Συνεπώς υποβαθμίζοντας κανείς συνειδητά ή ασυνείδητα τις πολιτιστικές διαφοροποιήσεις εντός της Ευρώπης στο επί­πεδο των εθνικών συνειδήσεων μπορεί πράγματι να δει μια προοπτική στο όραμα της ευρωπαϊ­κής ολοκλήρωσης, αφού ο ρευ­στός πα­ράγοντας της εθνικής αυτοσυνειδησίας μπορεί (με λίγη δουλειά) να μεταλλαχθεί καταλ­λήλως, ώστε π.χ. να αισθανόμαστε πλέον όλοι πρώτα Ευρωπαίοι και μετά Έλληνες, Γάλλοι, Γερμανοί, κλπ. Αντιθέτως, «διαβάζοντας» κανείς τον ευρωπαϊκό χάρτη υπό το πρίσμα των γλωσσοπολιτι­σμικών ομαδοποιήσεων, π.χ. τις συμπαγείς ζώνες των γερμανικών, σλαβικών ή λατινογενών γλωσσών και λαών, αποκομίζει μια εικόνα, η οποία σε κάθε περίπτωση διαφέρει ριζικά από αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Η διαφορετική έκταση και ποιότητα της γλωσσοπολιτισμικής ποικιλομορφίας στην Αμερική και την Ευρώπη μπορεί, μάλιστα, να περιγραφεί με την χρήση δύο όρων που η ιστο­ρικοσυγκριτική γλωσσολογία έχει προσλάβει από την πληθυσμιακή βιολογία (π.χ. σε βιβλία όπως αυτό): residual (ή reten­tion ή mosaic) zone και spread zone, με τον πρώτο όρο να δηλώνει τις περιοχές που (ασχέτως του μεγέθους τους) παρουσιάζουν την μέγιστη διαφοροποίηση και τον δεύτερο όρο να δηλώνει τις περιοχές, όπου κάποια στιγμή εξαπλώθηκαν μόνο μερικά στοιχεία από την αρχική ποικιλο­μορφία της δικής τους πολιτιστικής «residual zone». Παρά την εκ πρώτης όψεως εικόνα παν­σπερμίας και «πολυπολιτισμού» που δίνουν οι Η.Π.Α. και άλλα σημεία της Αμερικής (π.χ. Κα­ναδάς), αν λάβει κανείς υπόψη τις επίσημες γλώσσες της ηπείρου, που είναι και αυτές, οι οποίες συγκεντρώνουν και σταδιακά «συγχωνεύουν» ένα υψηλό ποσοστό ομιλητών, θα διαπιστώσει ότι αυτές είναι μόνον ένα μικρό ποσοστό των ευρωπαϊκών γλωσσών. Κατά συνέπεια, πίσω από το πολυφυλετικό και πολυεθνικό μωσαϊκό της Αμερικής και των Η.Π.Α. έχουμε στην πραγματικό­τητα μια πολιτιστική «ζώνη διασποράς» (spread zone) ορισμένων μόνον στοιχείων της αντίστοι­χης ποικιλομορφίας στην Ευρώπη. Με αυτό τον τρόπο καταδεικνύεται και πάλι πόσο επιφα­νειακές και έωλες είναι οι συγκρίσεις μεταξύ των Η.Π.Α. και της Ευρώπης, όπως αυτές επιχει­ρούνται από πολλούς πολιτικούς παράγοντες, αναλυτές ή και λιγότερο επώνυμους οπαδούς του οράματος της πλήρους ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Οι Η.Π.Α. δεν είναι, βεβαίως, το μοναδικό μοντέλο δημιουργίας ενός ευρύτερου κρατικού μορ­φώματος με (αρχικώς) πολυεθνικά και πολυπολιτισμικά πληθυσμιακά συστατικά. Ούτε η μακροχρόνια διαδικασία βαθμιαίας γλωσσοπολιτισμικής απόκλισης από ένα αρχικώς κοινό περιβάλλον, όπως αυτή απαντά στην περίπτωση της Ευρώπης, είναι ένας παράγοντας οπωσδήποτε απαγο­ρευτικός για την συγκρότηση τέτοιου είδους κρατικών οντοτήτων. Αυτός είναι ο λόγος που κά­ποιοι τουλάχι­στον εκ των θιασωτών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αναγνωρίζοντας ίσως τον μάλ­λον ατυχή χαρακτήρα της σύγκρισης του εγχειρήματος με την περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, παραπέμπουν συχνά σε κάποια άλλα σημεία του πλανήτη, ιδίως στις αναδυόμε­νες οι­κονομίες της Κίνας και της Ινδίας. Η σύγκριση της Ευρώπης με τις δύο αυτές περιοχές θα είναι το θέμα της επόμενης ανάρτησης.