Αρχείο

Posts Tagged ‘ευρωπαϊκός πολιτισμός’

Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα (Διάλεξη στη Νομική Βιβλιοθήκη, 12/02/2016)

Νοέμβριος 27, 2016 4 Σχόλια

Την Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016 πραγματοποιήθηκε διάλεξη του γράφοντος στην Νομική Βιβλιοθήκη με θέμα «Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα». Η διάλεξη έλαβε χώρα στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού βραχίονα της Νομικής Βιβλιοθήκης, στο μάθημα Γενικής Παιδείας του τμήματος προετοιμασίας για τις εξετάσεις στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Θα ήθελα από την θέση αυτή να ευχαριστήσω τον διδάσκοντα του μαθήματος Γενικής Παιδείας, Δρ. Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και εκλεκτό φίλο Κώστα Τσίνα για την πρόσκληση. Θα ήθελα, επίσης, να ευχαριστήσω όσους παρευρέθησαν στην διάλεξη για το εξαιρετικό ενδιαφέρον τους για τα θέματα που αναπτύχθηκαν και για την γόνιμη και ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε.

Σκοπός της διάλεξης ήταν να διερευνήσει την ποιότητα του δημοσίου λόγου στην Ελλάδα, ιδίως κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, υπό το πρίσμα ορισμένων πολύ βασικών πτυχών ιστορικής και κοινωνικής θεωρίας. Μεταξύ των θεμάτων της διάλεξης ανήκουν και πολλά σημεία που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο άρθρων του παρόντος ιστολογίου. Αυτό που κυρίως τονίστηκε είναι ο ιδιαίτερα προβληματικός χαρακτήρας της διαρκούς και ταυτόχρονα αμιγώς εμπειροτεχνικής δημόσιας ενασχόλησης με την κοινωνία. Της ενασχόλησης, δηλαδή, εκείνης, η οποία, σε μια εποχή προϊούσας εξειδίκευσης των γνώσης, συνήθως στερείται ακόμη και του πιο βασικού, εγκυκλοπαιδικού γνωστικού υποβάθρου όσον αφορά την επιστημονική μελέτη των κοινωνιών. Σαν αποτέλεσμα, η συχνά ακραία οξύτητα των χαρακτηρισμών και των αξιολογικών κρίσεων που διακρίνει τον δημόσιο λόγο στην Ελλάδα βασίζεται ενίοτε σε ιστορικές και θεωρητικές αντιλήψεις προηγούμενων αιώνων, π.χ. σε απλουστευτικές εκδοχές εξελικτισμού και θετικισμού. Κατά συνέπεια, εμφανίζεται ως επιτακτική ανάγκη η πιο στενή αναστροφή των εκφραστών του δημοσίου λόγου με την ευρύτερη κοινωνική θεωρία. Με δεδομένη, τέλος, την παραδοσιακά στενή σύνδεση μεταξύ νομικής και πολιτικής, η μεγαλύτερη προσέγγιση των δύο αυτών χώρων με την επιστημονική μελέτη της κοινωνίας θα μπορούσε να αποφέρει στο μέλλον ιδιαίτερα σημαντικούς καρπούς προς όφελος όλων. Ακολουθεί το βίντεο της διάλεξης, την οποία μπορεί κανείς να παρακολουθήσει σε συνδυασμό με τις διαφάνειες.

Ηθογραφώντας την Εμμονή

Όταν πριν λίγες μέρες προβλήθηκε το βίντεο με την καγκελάριο της Γερμανίας…μαντάμ Μέρκελ να αδυνατεί να εντοπίσει στο χάρτη την πρωτεύουσα της Γερμανίας, το Βερολίνο, σκέφτηκα ότι αυτή είναι μία από τις λίγες περιπτώσεις, όπου θα μπορούσε κανείς να την υπερασπιστεί. Ο λό­γος είναι ότι η Α. Μέρκελ δεν είναι σε καμία περίπτωση η μοναδική, η οποία μοιάζει να ασκεί (ευρωπαϊκή) πολιτική «χωρίς χάρτη», χωρίς, δηλαδή, να λαμβάνει επαρκώς υπόψη την σχέση και την ιστορία των εκάστοτε λαών-ομάδων ανθρώπων με τον πάντοτε ιδιαίτερο τόπο τους. Ένα μεγάλο μέρος των επιστημόνων από τους χώρους κυρίως της οικονομίας και των πολιτι­κών επιστημών δεν φαίνεται να κάνει κάτι διαφορετικό. Συλλαμβάνει και σχεδιάζει πολιτικές και οικονομικές θεωρίες, συνταγές και «φάρμακα» για τις κρίσεις που αυτονόητα διεκδικούν γενι­κευτική ισχύ: μπορούν και «πρέπει» να ισχύουν παντού στον κόσμο, ώστε να μην ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αν κανείς αναζητήσει στον χάρτη την Ρώμη στην θέση του…Όσλο ή την Λισσαβόνα στην…υποσαχάρια Αφρική. Τουναντίον, μάλιστα, αυτή η «ρευστοποίηση» της φυσικής και πο­λιτιστικής γεωγραφίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποστήριξη της βιωσιμότητας εγ­χειρημάτων, όπως π.χ. αυτό της ευρωζώνης, πόσο μάλλον των πιο….μεγαλεπήβολων σχεδίων περί «παγκόσμιας διακυβέρνησης» και ενός παγκόσμιου νομίσματος. Στην σχολή αυτής της άκριτης και αυτονόητης γενίκευσης ανήκουν άνθρωποι, όπως π.χ. ο πιστός θεράπων του ευρώ Λ. Πα­παδήμος, καθώς και πολλοί ειδικοί, κυρίως οικονομικοί αναλυτές της ελληνικής κρίσης, οι οποίοι με την αμβλύνοια που συ­χνά προκαλεί η απόλυτη ακαδημαϊκή εξειδίκευση διατείνονται ότι «ο κόσμος δεν έχει καταλά­βει», ότι οι πολιτικοί «πρέπει να πουν στον κόσμο όλη την αλήθεια» (που προφανώς δεν έχει γίνει αντιληπτή από αυτόν). Με άλλα λόγια ότι το πρόβλημα εντοπίζεται κατά βάσιν στον «οικονομικό αναλφαβητισμό» του κόσμου, αφού προ­φανώς δεν είναι δυνατόν να έχει πάει κάτι στραβά με τα περι­σπού­δαστα, γενικευτικά οικο­νομο­τεχνικά μοντέλα και τις πολύπλοκες υπολογιστικές εξομοιώ­σεις.

Χάρτες; Ποιος τους χρειάζεται;

Το ποιοι είναι αυτοί που στην πραγματικότητα δεν έχουν καταλάβει, αυτοί που δεν διανοούνται καν την «αλήθεια», αποδεικνύεται μεταξύ άλ­λων από ένα πλήθος καθημερινών ιστοριών που εκτυλίσσονται εδώ και πολύ καιρό σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης, ιδίως βορείως των Άλ­πεων (τις οποίες πιθανότατα θα μπορούσε να βρει στον χάρτη ακόμα και η κ. Μέρκελ…). Σε μία από αυτές τις ιστορίες, πριν κάποια χρόνια (πριν την κρίση) ένας Έλληνας ανειδίκευτος εργαζόμενος δούλευε σε ένα μικρό τυπογραφείο μιας γερμανικής πόλης. Μία από τις βασικές του εργασίες κάθε μέρα ήταν να πηγαίνει και να φέρνει διάφορα δέματα χρησιμοποιώντας το ποδήλατο του μαγαζιού. Από την πρώτη κιόλας μέρα στην δουλειά είχε προσέξει συγκεκριμένες πτυχές της συμπεριφο­ράς του αφεντικού του, κυρίως την υπερβο­λική…φειδώ σε ζητήματα χρημάτων, αλλά και την τάση του να τον αντιμετωπίζει (τον Έλληνα υπάλληλό του) με αρνητική προκατάληψη ως προς την φερεγγυότητα και την υπευθυνότητά του. Όταν, λοιπόν, κάποια μέρα που επέστρεφε στο μαγαζί έσκασε η μπροστινή ρόδα του πο­δηλάτου λόγω μακροχρόνιας φθοράς, ο υπάλληλος άρχισε να φοβάται τα…χειρότερα. Ότι, δη­λαδή, μόλις το πει στον Γερμανό εργοδότη του, αυτός θα τον βάλει να πληρώσει ο ίδιος την ζη­μιά κατηγορώντας τον, μάλιστα, ότι αυτός την είχε προ­καλέσει. Τελικά είχε δίκιο ως προς το δεύτερο σκέλος. Ο εργοδότης του όντως προσπάθησε να κατηγορήσει τον ίδιο για την ζημιά, στο τέλος, όμως, εκτιμώντας την κακή κατάσταση του πα­λαιού ποδηλάτου (που θα έπρεπε από καιρό να έχει είτε επισκευαστεί είτε αντικατασταθεί από ένα καινούριο, αλλά για τους γνωστούς λόγους…φειδούς τίποτα από αυτά δεν είχε γίνει), δέ­χτηκε να πληρώσει αυτός για την ζημιά. Έδωσε, μάλιστα στον Έλ­ληνα υπάλληλό του ένα χαρ­τονόμισμα των 50 ευρώ που μόλις είχε πάρει από την τράπεζα, προκειμένου αυτός να πάει το ποδήλατο στο συνεργείο για την επισκευή.

Έτσι και έγινε. Ο Έλληνας υπάλληλος πήγε το ποδήλατο σε ένα κοντινό συνεργείο, όπου και επισκευάστηκε. Αποπειράθηκε τότε να πληρώσει με το – άρτι αναληφθέν από την τράπεζα – χαρτονόμισμα των 50 ευρώ που είχε λάβει για τον σκοπό αυτό από το αφεντικό του. Ο ιδιοκτή­της του συνεργείου πήρε το χαρτονόμισμα στα χέρια του, παίρνοντας, όμως, ταυτόχρονα και μια γκριμάτσα προβληματισμού. Ο συνδυασμός του «κολλαριστού» χαρτονομίσματος με την κάπως…μελαμψή – για τα γερμανικά δεδομένα – όψη του Έλληνα υπαλλήλου τον έβαλε σε σκέψεις, τις οποίες αμέσως εξέφρασε: «Τι είναι αυτό; Είναι γνήσιο;», τον ρώτησε. «Φυσικά και εί­ναι!», απάντησε ο Έλληνας, «μου το έδωσε το αφεντικό μου, που μόλις το πήρε από την τρά­πεζα». «Και πού ξέρω εγώ ότι λες αλήθεια;», αντέτεινε ο ιδιοκτήτης του συνεργείου. «Εμένα αυτό που βλέπω δεν μου φαίνεται γνήσιο! Δεν το παίρνω!», είπε αποφασιστικά. «Πήγαινε στο αφε­ντικό σου και πες του να με πληρώσει με άλλο χαρτονόμισμα!». Ο Έλληνας υπάλληλος επέ­στρεψε συγχυσμένος στο τυπογραφείο με το επισκευασμένο ποδήλατο και διηγήθηκε στο αφε­ντικό του τι είχε συμβεί. «Πού είναι το χαρτονόμισμα», τον ρώτησε το αφεντικό του. «Εδώ», είπε ο Έλληνας βγάζοντάς το από την τσέπη του. Ακούει, τότε, το αφεντικό του να λέει: «Τι είναι αυτό; Αυτό δεν είναι το χαρτονόμισμα που σου έδωσα!». Έντρομος ο Έλληνας υπάλληλος κοί­ταξε το χαρτονόμισμα, διαπιστώνοντας ότι, πράγματι, το αρχικώς «κολλαριστό» χαρτονόμισμα είχε πλέον μια πιο «χρησιμοποιημένη» όψη. Κάτι λογικό, αφού είχε παραμείνει στην τσέπη του αρκετή ώρα, είχε μπει και βγει από αυτή ήδη αρκετές φορές, η ίδια η τσέπη του «δίπλωνε» συνε­χώς καθώς αυτός βάδιζε ή έκανε ποδήλατο γυρνώντας από το συνεργείο, κ.ο.κ. Η παντελώς αυτονόητη αυτή εξήγηση δεν ήταν, όμως, η πρώτη που ήρθε στο μυαλό του αφεντικού. Συνδυά­ζοντας και αυτός τα «δεδομένα» της ιστορίας με την ξενική, «νότια» καταγωγή του υπαλλήλου άρχισε να τον κατηγορεί ότι εξαφάνισε το αρχικό, γνήσιο χαρτονόμισμα και προσπάθησε να πληρώσει τον ιδιοκτήτη του συνεργείου με κάποιο δικό του πλαστό. Ήταν, άλλωστε, σαφές ότι η γνώμη του επίσης Γερμανού ιδιοκτήτη του συνεργείου ποδηλάτων θα είχε καταρχάς προτε­ραιότητα ως προς την βαρύτητά της σε σχέση με τα λεγόμενα ενός ξένου υπαλλήλου, ο οποίος διαπίστωνε με τρόμο ότι αντιμετωπίζεται χειρότερα από ό,τι ένας Πακιστανός στην Ελλάδα…

Διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του το Έλληνας υπάλληλος προσπάθησε σε έξαλλη κατάσταση να υπερασπιστεί τον εαυτό του προκαλώντας το αφεντικό του να συγκρίνει το χαρτονόμισμα με τα υπόλοιπα που είχε πάρει το ίδιο πρωί από την τράπεζα. Φαίνεται ότι αυτή ήταν μια έξυπνη κί­νηση, αφού παρατηρώντας, τις είδε, ποιες λεπτομέρειες πάνω στα χαρτονομίσματα ο Γερμανός πείστηκε τελικά ότι το ελαφρώς χρησιμοποιημένο χαρτονόμισμα ήταν μάλλον αυτό που είχε δώσει ο ίδιος πριν λίγες ώρες στον Έλληνα εργαζόμενό του. Πήγε τότε μαζί του εκ νέου στο συ­νεργείο ποδηλάτων, προκειμένου να γίνει η…σύνοδος κορυφής των δύο «εξπέρ» και να απο­δείξει στον ιδιοκτήτη του συνεργείου ότι το χαρτονόμισμα που του είχε δώσει ο Έλληνας υπάλ­ληλος δεν ήταν πλαστό. Έχοντας απέναντί του πλέον έναν συμπατριώτη του, με τον οποίο μι­λούσε – σε όλα τα επίπεδα – την ίδια γλώσσα, ο ιδιοκτήτης του συνεργείου άρχισε να μην δείχνει πλέον τόσο…υπερήφανος για την καχυποψία του όσο λίγες ώρες πριν. Ο τυπογράφος, μάλιστα, του έδειξε το «μοιραίο» χαρτο­νόμισμα δίπλα σε ένα από τα υπόλοιπα της πρωινής ανάληψης και του είπε να πάρει όποιο από τα δύο επιθυμεί. Η ιστορία έληξε με τον ιδιοκτήτη του συνεργείου ποδηλάτων να παίρνει τελικά – μετά από κάποιες στιγμές βαθέος προβληματισμού και υψηλής κατανάλωσης εγκεφαλικής ουσίας – το χαρτονόμι­σμα εκείνο με την λιγότερο ύποπτα «κολλαριστή» εμφάνιση, το οποίο, όμως, δεν ήταν άλλο από το…αρχικό χαρτονόμισμα που του είχε δώσει λίγες ώρες πριν ο Έλληνας υπάλλη­λος…Ο τελευταίος δεν εκρίθη, φυσικά, άξιος οποιασδήποτε συγγνώμης από τους δύο αυ­τούς μέγιστους φωστήρες των χρηματοοικονομικών.

Ιστορίες, όπως η παραπάνω, δεν αντικατοπτρίζουν, φυσικά, οπωσδήποτε το απόλυτο σύνολον της νοοτροπίας του γερμανόφωνου πληθυσμού. Υπάρχουν καλύτερα, υπάρχουν και χειρότερα. Θα μπορούσαν, εντούτοις, ως μια χαρακτηριστική «μέση τιμή» να αφιερω­θούν εξαιρετικά σε αρκετές κατηγορίες αναλυτών, ειδικών και πολιτικών. Σε αυτούς, φιλο­μνημονιακούς οικονομολόγους κυρίως, που τα ξέρουν όλα για την κρίση της ευρωζώνης σε αντίθεση με τον λαό ο οποίος «δεν έχει καταλάβει», σε αυτούς που θεωρούν ότι η…γνωστή γερ­μανική στάση έναντι της Ελλάδας είναι μια όψιμη εξέλιξη που οφείλεται σε συγκεκριμένες ελλη­νικές συμπεριφορές (ας επαναλάβουμε ότι η ανωτέρω ιστορία έλαβε χώρα προ της κρίσης) ή, ακόμα χειρότερα, σε όσους πιστεύουν ακράδαντα στις ελληνορωμαϊκές και χριστιανικές καταβολές του ευ­ρωπαϊκού πολιτισμού, ιδίως ανατολικώς του Ρήνου (ας αναρωτηθεί κανείς πόσο…ελληνορωμαϊκό πνεύμα αναδύεται από την παραπάνω ιστορία) ως του αδιαμφισβήτητου υποβάθρου της ενωμένης Ευρώπης. Δυστυχώς, λοιπόν, για όσους στο πλαίσιο των μονοδιάστατων γενικεύσεών τους έχουν καταργήσει προ πολλού τους χάρτες, υπάρχει – και φθάνει συχνά περισσότερο στους απλούς ανθρώπους παρά στους «τε­χνοκράτες» ειδικούς – αμείλικτη η καθημερινή πραγματικότητα του κάθε πολιτισμού, «ἡ τοὺς τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα»…

Προσχέδιο του 2012

Ιανουαρίου 2, 2012 2 Σχόλια

Όταν πριν ένα χρόνο ακουγόταν η ευχή «ευτυχισμένο το 2012», με την οποία εκφραζόταν η ματαιότητα οποιασδήποτε ευχής για το 2011, ήταν ήδη ξεκάθαρο ότι το έτος που μόλις τελείωσε θα ήταν για την χώρα ένα από τα χειρότερα των τελευταίων δεκαετιών. Πράγματι, με εξαίρεση ορισμένες παράλογες και παράταιρες φωνές, οι οποίες επί τη βάσει εξωπραγματικών ή και ευτράπελων επιχειρημάτων προσπάθησαν κατά καιρούς να καλλιεργήσουν ένα κλίμα ψευδαισθητικής αισιοδοξίας («Αρχές του 2012 θα βγούμε στις αγορές», «Θα τα καταφέρουμε», κλπ.), το μεγαλύτερο κομμάτι των Ελλήνων ήταν και είναι σε θέση να αντιληφθεί πόσο δραματική είναι η κατάσταση και πόσο δυσοίωνες οι προοπτικές για το άμεσο, τουλάχιστον, μέλλον.

Η Ελλάδα το 2011...

Μια απλή ματιά στις ειδικότερες και ευρύτερες πτυχές της κρίσης αρκεί για να καταδείξει το μέγεθος και τον πιθανώς αδιέξοδο χαρακτήρα του προβλήματος: το ελληνικό δημόσιο έχει ουσιαστικά χρεοκοπήσει για πέμπτη φορά στην σχετικά βραχεία ιστορία του, τώρα, όμως, όντας ενταγμένο σε ένα ευρύτερο, και ακόμα πιο χρεοκοπημένο ενιαίο νομισματικό και γενικότερα οικονομικό σύστημα. Ένα σύστημα, που κατέληξε να έχει οδηγήσει ισχυρά κράτη, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, στο χείλος της δικής τους οικονομικής καταστροφής, που επιστρατεύει φτωχές χώρες, όπως π.χ. η Εσθονία, για να συνεισφέρουν οικονομικά υπέρ της «σωτηρίας» άλλων, πολύ πλουσιοτέρων κρατών-μελών, και του οποίου οι σπιθαμιαίοι αξιωματούχοι κατάντησαν να παρακολουθούν με…κομμένη την ανάσα το ελληνικό απεργιακό δελτίο.

Παράλληλα, η ανεγκέφαλη και άνανδρη πολιτική ηγεσία της χώρας τα τελευταία δύο χρόνια προσέθεσε στην κρίση ενός δημοσίου ταμείου και αυτήν της διεθνούς εικόνας ενός ολόκληρου λαού. Στην θλιβερή εκστρατεία του αυτοδυσφήμισης της χώρας στο εξωτερικό, ο «Έλληνας της διασποράς», πρώην πρωθυπουργός Γ.Α.Π. δεν έλαβε υπόψη του ούτε καν τους ομοίους του, δηλαδή τους άλλους Έλληνες της διασποράς, κυρίως της ευρωπαϊκής. Συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ενεργοποίηση όλων των απαξιωτικών κλισέ που συνοδεύουν τους νότιους Ευρωπαίους σε βορειότερα πλάτη της ίδιας ηπείρου, εξέθεσε τους Έλληνες που κατοικούν εκεί σε μια ευρεία γκάμα ρατσιστικών συμπεριφορών, που χαρακτηρίζουν την «βαθιά» κουλτούρα τμημάτων του εκεί πληθυσμού. Την ίδια περίοδο, στην πρωτεύουσα της χώρας, την Αθήνα, ο συνδυασμός ανικανότητας, δόλιων συμφερόντων και σκοτεινών μικροκομματικών και παρακρατικών σκοπιμοτήτων άφηνε το κέντρο έρμαιο μιας εκτός ελέγχου παράνομης μετανάστευσης και εγκληματικότητας ή το μετέτρεπε σε πεδίο μάχης πολιτών με «κουκουλοφόρους» αφήνοντας πίσω νεκρούς, κατεστραμμένες περιουσίες και αποκρουστικές σκηνές που έκαναν διαρκώς τον γύρο του κόσμου.

Σε ακόμα μεγαλύτερη απαισιοδοξία οδηγεί η αναζήτηση κάποιου έστω παράγοντα που θα μπορούσε να οδηγήσει τα πράγματα σε μια πιο θετική κατεύθυνση. Με εξαίρεση τους πιο δογματικούς ή ρομαντικούς ευρωπαϊστές, γίνονται διαρκώς όλο και λιγότεροι αυτοί που πιστεύουν ότι θα ορθοποδήσουμε πατώντας πάνω στο σαθρό έρεισμα της ευρωζώνης, το παραδομένο στις αυτιστικές εμμονές της ίδιας «βαθιάς» κουλτούρας που αναφέρθηκε πιο πάνω. Επιεικώς δυσπιστία προκαλούν πλέον και τα περισσότερα μέλη της ελληνικής πνευματικής, επιστημονικής και γενικώς διανοούμενης ελίτ, που κατά την διάρκεια της κρίσης όχι απλώς επέδειξε σοβαρά μεθοδολογικά ελλείμματα στις αναλύσεις της, όχι μόνον ελίτισε ανεπίτρεπτα, αλλά στην συνήθως άκρατη και άκριτη δυτικόστροφη ματιά της έδειξε να μην υποψιάζεται καν ότι η γενίκευση, δηλαδή η αντίληψη ότι υπάρχουν π.χ. πολιτικές και οικονομικές αρχές ή συνταγές αυτονόητα κατάλληλες για όλους τους λαούς (και αν δεν αποδίδουν τότε…φταίνε οι λαοί), είναι μόνον ένας από τους τρόπους προσέγγισης της πραγματικότητας. Σε μια χώρα, όπου τόσο η αναφερθείσα ελίτ όσο και όλα τα σκέλη του πολιτικού της φάσματος (δεξιά και αριστερά) έχουν εθιστεί στην ιδεολογική γενίκευση, δεν είναι π.χ. περίεργο ότι υπήρξαν άνθρωποι που «εξεπλάγησαν» ή «απογοητεύτηκαν» από την γερμανική στάση, η οποία πηγάζοντας από βαθύτερες, ιδιοσυγκρατικές πολιτισμικές ροπές δεν μπορεί να ερμηνευτεί εύκολα με όρους γενικευτικών πολιτικοοικονομικών θεωριών (πόσο μάλλον «κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού»). Και σε αυτή την χώρα ήταν επόμενο να έρθουν τελικά τρεις μάλλον μέτριοι ξένοι τεχνοκράτες, που κάνοντας ένα εσπευσμένο ποτ πουρί των συνταγών που είχαν ως τότε ήδη εφαρμόσει σε άλλες χώρες, ισοπέδωσαν την οικονομία και την κοινωνία. Μια ισοπέδωση που προωθήθηκε, φυσικά, με ακόμα πιο δραστικό τρόπο από τις στρατηγικές εφαρμογής των μνημονίων εκ μέρους του πανικόβλητου κομματικού κράτους, το οποίο επιλέγοντας ανάμεσα στην δική του επιβίωση και αυτήν της κοινωνίας, επέλεξε φυσικά να αφήσει στο απυρόβλητο όλες τις σκανδαλωδώς διαπλεκόμενες με αυτό ομάδες παρασίτων του δημοσίου χρήματος.

Μέσα σε αυτό το αδιέξοδο σκηνικό τι μπορεί να περιμένει κανείς από το 2012; Η απομάκρυνση από τον δημόσιο βίο μέσω των εκλογών (αν γίνουν) ενός μεγάλου μέρους των ανεκδιήγητων εκείνων ναρκομανών της πολιτικής, ιδίως των δύο μεγάλων κομμάτων και του ΛΑ.Ο.Σ., που έφεραν την χώρα ως εδώ, θα ήταν σίγουρα ένα βήμα προς τα εμπρός. Ειδικά αν όλοι μας πηγαίνοντας στην κάλπη έχουμε στο μυαλό μας ότι αυτοί που θα εκλεγούν ενδέχεται να διαχειριστούν την πιο δύσκολη φάση της κρίσης, αυτήν της διάλυσης της ευρωζώνης και της όσο το δυνατόν πιο συντεταγμένης επιστροφής στα εθνικά νομίσματα. Εντούτοις, ένα ακόμα πιο σημαντικό βήμα που θα μπορούσαμε να κάνουμε το νέο έτος είναι αυτό που επιτάσσει κάθε μεγάλη και βαθιά κρίση: να επανεξετάσουμε εξ αρχής όλα μας τα δεδομένα. Τα προβληματικά εκείνα στοιχεία της βασικής μας κρατικής και πολιτικής οργάνωσης, που μάθαμε να θεωρούμε αυτονόητα και να τα αναπαράγουμε σαν την «σκοπιά στο παγκάκι» του γνωστού ανεκδότου, και τα οποία δεν πρόκειται να διορθωθούν με απλές «διαρθρωτικές αλλαγές», όσο επιβεβλημένες και ωφέλιμες κι αν είναι κάποιες από τις τελευταίες.

Αν και λόγω της επικαιρότητας της κρίσης ξεκίνησε μερικούς μήνες πριν, το παρόν ιστολόγιο αποτελεί το συνοδευτικό μέρος ενός βιβλίου, το οποίο είναι προγραμματισμένο να κυκλοφορήσει στο πρώτο μισό του νέου έτους από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Βασικό του θέμα είναι η αναζήτηση της «πρώτης αρχής του ελληνικού πολιτισμού», της προέλευσης, με άλλα λόγια, του πολιτισμού εκείνου που επρόκειτο να αναπτυχθεί στην νοτιοανατολική Ευρώπη έχοντας ως φορέα την ελληνική γλώσσα. Το πραγματικά ενδιαφέρον, όμως, στο ζήτημα αυτό είναι ότι η προέλευση της ελληνικής γλώσσας είναι αλληλένδετη με την προέλευση και μιας ολόκληρης σειράς άλλων γλωσσών, με τις οποίες η ελληνική συναπαρτίζει την λεγόμενη ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Και οι καταβολές της τελευταίας αποτελούν τον πυρήνα ενός από τα πιο δισεπίλυτα προβλήματα στην ιστορία της επιστήμης: του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος, δηλαδή της διαλεύκανσης της προέλευσης, του μηχανισμού διασποράς, αλλά και του χρονικού βάθους (δηλ. της ηλικίας) των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Καθώς στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια ανήκουν οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, η προέλευση του ελληνικού πολιτισμού είναι, συνεπώς, άρρηκτα συνδεδεμένη με την προέλευση του ευρωπαϊκού πολιτισμού ή, ίσως ορθότερα, των ευρωπαϊκών πολιτισμών. Το σημείο που το βιβλίο τελειώνει, δηλαδή η διατύπωση μιας νέας πρότασης λύσης του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος μέσω της διεξοδικής εξέτασης όλων των διαθεσίμων επιστημονικών δεδομένων, είναι το σημείο που αυτό το ιστολόγιο ουσιαστικά αρχίζει. Έχοντας εκθέσει συστηματικά τα στοιχεία που προκύπτουν από την μακροχρόνια και διεθνή διεπιστημονική έρευνα ιδίως του χρονικού βάθους των γλωσσών και της πορείας στον χρόνο των ευρωπαϊκών πολιτισμών, μια εντελώς νέα προσέγγιση των πραγμάτων θα είναι δυνατή. Αυτή θα αφορά όχι μόνον το απώτερο παρελθόν της Ελλάδας και της Ευρώπης, αλλά πιθανώς θα έχει και ορισμένες ανατρεπτικές προεκτάσεις για το παρόν και το μέλλον τους.

Είναι ακριβώς οι προεκτάσεις αυτές, που θα εκτεθούν μέσα από το παρόν ιστολόγιο, όπου στην πορεία του νέου έτους, τους μήνες που θα ακολουθήσουν την έκδοση του βιβλίου, θα είναι δυνατόν να παρουσιαστεί σταδιακά μια πρόταση επαναθεμελίωσης της κρατικής και πολιτικής δομής της χώρας πάνω σε βάσεις λίγο διαφορετικές από αυτές που μας οδήγησαν (και πάλι) ως εδώ. Μια νέα οπτική κατά το δυνατόν απροκατάληπτη από μια σειρά εδραιωμένων μύθων και επιστημονικά παρωχημένων παραδοχών, που βρίσκονται στην ρίζα της ελληνικής και ευρωπαϊκής χρεοκοπίας, την οποία βιώνουμε. Ιδίως ως προς την Ελλάδα, η πρόκληση που θέτει κάθε μεγάλη κρίση, δηλαδή η ριζική (πραγματικά ριζική) και θαρραλέα αναθεώρηση όλων των «δεδομένων» και «αυτονοήτων», είναι εν τέλει ίσως το μοναδικό πραγματικό φως στο τούνελ του παρόντος αδιεξόδου. Η μοναδική ελπίδα να σταθούμε ξανά στα πόδια μας όχι ως εθελόδουλη αποικία της όποιας «Δύσης» ή «Ανατολής», αλλά ως κράτος με αυτοδύναμο τρόπο σκέψης και δράσης, το οποίο θα επιτρέψει κάποια στιγμή στους διαπρεπείς εκπροσώπους των «διεθνών πολιτικών και οικονομικών θεσμών» να επιστρέψουν αμέριμνοι στα ειρηνικά τους χόμπι

Διαπολιτισμικός εγκυκλοπαιδισμός

Δεκέμβριος 4, 2011 3 Σχόλια

Ζούμε σε μια εποχή έντονης εξειδίκευσης των επιστημών και γενικότερα των ανθρώπινων δρα­στηριοτήτων. Σε μια εποχή, που σε πολλές περιστάσεις έχουμε μάθει να εκτιμούμε, λιγότερο ή περισσότερο δικαιολογημένα, την εξειδικευμένη γνώση και να αντιμετωπίζουμε με επιφύλαξη την επιφανειακή κατάρτιση και τον κακώς εννοούμενο εγκυκλοπαιδισμό. Την τάση, δηλαδή, να αποφαίνεται κανείς ελαφρά τη καρδία για θέματα που χρήζουν βαθύτερης μελέτης βασισμένος απλώς στην επιφανειακή εικόνα που έχει από μια σειρά πραγμάτων. Όπως γνωρίζει, φυσικά, κάθε αρχαιο­λόγος, τόσο η επιφανειακή έρευνα (survey) όσο και η ανασκαφή έχουν την χρησι­μότητά τους. Προσφέρουν, όμως, απαντήσεις σε διαφορετικές ερωτήσεις. Και, δυστυχώς, υπάρχει στις μέρες μας ένα συγκεκριμένο πεδίο, όπου – χρησιμοποιώντας την μεταφορά των αρχαιολογικών μεθό­δων – αρκετοί συμπατριώτες μας (και όχι μόνο) θεωρούν ότι οι ερωτήσεις που απαντά μια ανα­σκαφή, μπορούν να απαντηθούν εφαρμόζοντας την μέθοδο του survey, και μάλιστα ούτε καν με την συστηματική της μορφή. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, αφού φορείς αυτής της τά­σης είναι πολύ συχνά νέοι επιστήμονες, δηλαδή άνθρωποι της εξειδίκευσης. Και το πεδίο, στο οποίο αναφερόμαστε, είναι οι εμπειρίες από την κουλτούρα ξένων λαών.

Τις τελευταίες δεκαετίες ένας μεγάλος αριθμός νέων κυρίως Ελλήνων έχει περάσει ένα διάστημα της επιστημονικής του εκπαίδευσης στο εξωτερικό. Σαν αποτέλεσμα, έχει έρθει σε επαφή με τον τρόπο ζωής σε χώρες του δυτικού κόσμου και έχει περάσει κάποιο χρόνο με τους κατοίκους τους. Αναπόφευκτα, έχει συλ­λέξει έναν αριθμό εμπειριών, οι οποίες συχνά του δημιουργούν την εντύπωση ότι έχει πλέον γνωρίσει σε επαρκή βαθμό τα ήθη, τις νοοτροπίες και την ιδιοσυγκρα­σία των εκάστοτε άλλων λαών. Κι όμως, ενίοτε παρατηρείται το φαινόμενο, άνθρωποι που έχουν ζήσει σε παρόμοιο ξένο περιβάλλον να έχουν καταλήξει σε ριζικά διαφορετικά συμπερά­σματα. Ιδίως το γερμανόφωνο περιβάλλον της κεντρικής Ευρώπης φαίνεται ότι έχει προσληφθεί ως τώρα με εκ διαμέτρου αντί­θετο τρόπο από αρκετούς Έλληνες. Πού οφείλεται αυτό το φαινόμενο; Είναι αποτέλεσμα δια­φορετι­κής ατομικής ικανότητας αντίληψης του κοινωνικού περιβάλλοντος; Ή μήπως υπάρχουν στο ζή­τημα κάποιες άλλες παράμετροι που πρέπει κάποια στιγμή να επισημάνουμε; Για να το θέσουμε διαφορετικά: τι χρόνος, τι πλαίσιο και τι διαδικασίες ή συνθήκες χρειάζονται προκειμέ­νου να μπορεί κανείς να διατηρεί την βεβαιότητα ότι έχει σχηματίσει μια αντιπροσωπευτική ει­κόνα της βαθύτερης κουλτούρας του ξένου λαού;

Καταρχάς, κάτι το οποίο δεν συνειδητοποιείται επαρκώς είναι ότι η μελέτη των ηθών, της ιδιοσυγκρασίας και της κοσμοαντίληψης συγκεκριμένων ανθρώπινων ομάδων αποτελεί προ πολλού ξεχωριστή επιστήμη. Λέγεται πολιτιστική ανθρωπολογία ή εθνολογία. Και, όπως κάθε επιστήμη, έχει κι αυτή τις μεθόδους της. Ένας εθνολόγος θα περάσει συνήθως ένα χρονικό διάστημα μαζί με την ομάδα ανθρώπων (συνήθως εκτός του ανεπτυγμέ­νου, δυτικού πολιτισμού), την οποία επιθυμεί να μελετήσει. Θα ζήσει μαζί της, όχι για να μάθει μια τέχνη (π.χ. παραδοσιακή καλαθοπλεκτική) και μετά να φύγει, αλλά με σκοπό την μελέτη της κουλτούρας της. Αυτό δεν αποκλείει, φυσικά, ότι και κάποιος άλλος, ο οποίος έζησε για ένα διάστημα με την ίδια ομάδα για διαφορετικό, όμως, λόγο (π.χ. για να μάθει καλαθοπλεκτική), συνέλεξε «ακουσίως» μερικά από τα ίδια εμπειρικά δεδομένα που κατέγραψε και ο εθνολόγος. Οι δικές του παρατηρήσεις, όμως, δεν θα έχουν τον συστηματικό χαρακτήρα που έχουν αυτές του επιστήμονα, άρα δεν θα υπόσχονται και εξίσου αξιόπιστα συμπεράσματα.

Θα αναρωτηθεί ίσως κανείς: μα καλά, πού είναι η αναλογία; Οι περισσότεροι νέοι Έλληνες που φεύγουν στο εξωτερικό δεν βρίσκονται στην θέση του εθνολόγου, αλλά μάλλον σε αυτή του σπουδαστή της εκάστοτε «καλαθοπλεκτικής». Όντως. Μόνο που σε μερικές περιπτώσεις τα πράγματα έρχονται έτσι, ώστε κάποιοι να περιέλθουν τελικά στην ερευνητική αφετηρία του εθνολόγου και ασυνείδητα να κάνουν την δουλειά του. Ποιες είναι οι συνθήκες που οδηγούν σε μια τέτοια εξέλιξη;

Ως γνωστόν, ο έρωτας είναι τυφλός...

α) Η δυνατότητα πραγματικής σύγκρισης. Για να συγκρίνει κανείς την δική του κουλτούρα με κάποια άλλη, πρέπει ο ίδιος πρώτα να είναι ώριμος φορέας της…δικής του κουλτούρας. Όσο αυτο­νόητο κι αν ακούγεται, κάτι τέτοιο δεν ισχύει πάντοτε σε περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν φύ­γει από την πατρίδα τους πολύ νέοι (π.χ. με το που τέλειωσαν το σχολείο ή και νωρί­τερα) ή έχουν μεγαλώσει σε πολιτιστικά μεικτό περιβάλλον με μια ενίοτε επιφανειακή μόνο, φολκλορικού τύπου πρόσληψη των διαφορετικών πολιτι­σμών.

β) Το πρίσμα της μονιμότητας. Κάποιοι πηγαίνουν στο εξωτερικό ξέροντας ότι θα γυρίσουν στην Ελλάδα. Δεν έχουν την πρόθεση να μείνουν στην ξένη χώρα πέρα από όσο θα χρειαστεί για να ολοκληρώσουν τον συγκεκριμένο σκοπό τους (π.χ. MA, PhD). Αντιθέτως, υπάρχουν άλ­λοι που από την πρώτη στιγμή θέλουν να διερευνήσουν την προοπτική μιας μονι­μότερης παρα­μονής στον ξένο τόπο. Σαν αποτέλεσμα, λογικά σκεπτόμενοι, μαθαίνουν όσο το δυνατόν καλύτερα την ξένη γλώσσα, επιζητούν την επαφή με τους κατοίκους της χώρας και οι εμπειρίες τους μαζί τους συλλέγονται και αξιολογούνται υπό το πρίσμα της πιθα­νής, μόνιμης αναστροφής με αυτούς. Ο συνειδητός και σχεδόν συστηματικός χα­ρακτήρας της συλλογής των εμπειρικών δεδομένων σε αυτή την περίπτωση δημιουργεί μια εμ­φανή αναλογία με την δουλειά του εθνολόγου.

γ) Η μακροχρόνια παραμονή. Κάποιος που έχει ζήσει λίγο σε πολλές χώρες και κάποιος άλλος που έχει ζήσει πολύ σε λίγες δεν έχουν τις ίδιες πιθανότητες να καταλήξουν σε αξιόπιστα συ­μπεράσματα περί της κουλτού­ρας των εν λόγω χωρών. Περισσότερες πιθανότητες έχει σαφώς η δεύτερη κατηγορία ανθρώ­πων. Αν και είναι δύσκολο να ορίσει κανείς έναν συγκεκριμένο χρόνο, μια κατά το δυνατόν συ­νεχής παραμονή σε έναν ξένο τόπο για τουλάχιστον 3-4 χρόνια είναι, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα σημεία, απαραίτητη για να διαμορφώσει κανείς μια κάπως έγκυρη εικόνα κά­ποιων πραγμάτων.

δ) Ο συνδυασμός όλων των ανωτέρω σημείων είναι ίσως ο μόνος που μπορεί να διαλύσει έναν καθοριστικής σημασίας παραμορφωτικό φακό που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε εμάς και στον ξένο πολιτισμό: τις πανίσχυρες προκαταλήψεις μας. Αρκετοί Έλληνες π.χ. που φεύγουν στην κεντρική και δυτική Ευρώπη κουβαλούν στις βαλίτσες τους την βαθιά ριζωμένη παραδοχή ότι υπάρχει ένας ενιαίος ευρωπαϊκός πολιτισμός, και ότι εμείς «ανήκωμεν» σε αυτόν. Ως αποτέ­λε­σμα θεωρούν ότι επισκέπτονται απλώς τις πιο ανεπτυγμένες ή βελτιωμένες εκδοχές του ίδιου πολιτισμού. Με άλλα λόγια, πηγαίνουν σε «Ελλάδες» με οργανωμένο κράτος, καλύτερη οικονο­μία, ανώτερη νοοτροπία των πολιτών, κ.ο.κ. Σε χώρες, όπου συχνά νιώθουν ότι πρέπει να «αναβαπτισθούν» πολιτισμικά αυτομαστιγωνόμενοι ευχαρίστως ενώπιον των ξένων ή αρχικά σπεύδουν να δικαιολογούν τα όποια κακώς κείμενα της ξένης χώρας πιο γεναιόδωρα από ό,τι κι οι ίδιοι οι κάτοικοί της. Προφανώς ξέ­ρουν και βλέπουν ότι υπάρχουν και κάποιες διαφορές μεταξύ των Ευρωπαίων (δεν πίνουν όλοι φραπέ, κάποιοι είναι λίγο πιο «ψυχροί» από άλλους, μερικοί πίνουν πιο πολύ αλκοόλ, κλπ.), όμως ως εκεί. Αν ο παραμορφωτικός φακός δεν σπάσει ή ωσότου σπάσει, το «δεδομένο» στην ρίζα της προκατάληψης θα καταλήξει να επανεπιβεβαιώ­νεται «ανεξάρτητα» στο πλαίσιο ενός χαρακτηριστικού κυκλικού συλλογισμού. Αν, δηλαδή, υπάρχει κοινός ευρωπαϊκός πολιτισμός, τότε η ελληνική κακοδαιμονία δεν οφείλεται σε τίποτα άλλο παρά στις αποκλίσεις (π.χ. λάθος νοοτροπίες) των Ελλήνων από τον «κανόνα», η ύπαρξη του οποίου επαναβεβαιώνεται έτσι κυ­κλικά εδραιώνοντας ακόμη περισσότερο την αρχική προκατάληψη.

Εάν οι ανωτέρω παρατηρήσεις έχουν κάποια βάση, τότε αναδεικνύουν ίσως ότι σε μια εποχή έντονης εξειδίκευσης της ανθρώπινης γνώσης ένα μείζον θέμα, όπως η σχέση της Ελλάδας (και της κάθε Ελλάδας) με άλλους λαούς της Ευρώπης, μπορεί ανύποπτα να καταλήξει να συζητεί­ται με όρους κακώς εννοούμενου διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδισμού, ανάμεικτου, μάλιστα, με μια ισχυρή δόση προκαταλήψεων. Συνεπώς είναι σημαντικό, ιδίως στην κρίσιμη φάση που δια­νύουμε, να αναρωτηθούμε πόσο πραγματικά καλά γνωρίζουμε τους διαφόρους «εταίρους», με τους οποίους (επιθυμούμε να) συνταυτιζόμαστε. Και, γιατί όχι, για πρώτη φορά να διερευνήσουμε, εφαρμό­ζοντας το «φίλτρο» των ανωτέρω ενδεικτικών σημείων, πόσο καλά τους γνώριζαν και διάφοροι επιφανείς εκ­πρόσωποι της ευρωπαΐζουσας πολιτικής και πνευματικής ελίτ στην Ελλάδα, από τον Ε. Βενιζέλο και τον Κ. Καραμανλή ως τον Α. Κοραή και τον Π. Καννελόπουλο. Και ίσως τότε αρχίσουμε να βλέπουμε με λίγο διαφορετικό μάτι την αξιοπιστία των πληροφοριών που κομίζει κάθε ένας, ο οποίος «πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον [οὐκ] ἔγνω»…