Αρχείο

Posts Tagged ‘ελληνική κρίση’

Πώς να (μην) κάνετε φίλους

Σεπτεμβρίου 24, 2012 6 Σχόλια

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας που έγινε αρχές Σεπτεμβρίου στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τρά­πεζα για την έγκριση ή μη του σχεδίου προστασίας της ευρωζώνης που παρουσίασε ο πρόεδρός της Μ. Ντράγκι ήταν σίγουρα εντυπωσιακό: όχι τόσο διότι το σχέδιο εγκρίθηκε με ψήφους 22-1 (!), αλλά κυρίως επειδή δεν πρέπει να  υπήρξε στην Ευρώπη έστω και ένας που να μην ήταν σε θέση να μαντέψει αμέσως ποιος ήταν ο μοναδικός που μειοψήφισε. Το γε­γονός αυτό, μάλιστα, προξενεί ακόμα μεγαλύτερη αί­σθηση αν αναλογιστεί κανείς πόσο μελάνι, πόση ενέργεια, πόσος κόπος και φαιά ουσία αναλώ­θηκε τα τελευταία τρία χρόνια από συγκεκριμένους κύκλους στην Γερμα­νία για να δυσφημι­στούν οι λαοί του ευρωπαϊκού νότου και ιδιαίτερα οι Έλληνες ως τα «γουρούνια» (PIGS), τα «μαύρα πρό­βατα» και οι καταστροφείς της ευρωπαϊκής ιδέας. Κι όμως, όταν ήρθε η ώρα να λη­φθεί η μοναδική ως τώρα κάπως ουσιαστική απόφαση υπέρ της βιωσιμότητας και της προοπτι­κής της ευρωζώνης, πάλι οι Γερμανοί κατάφεραν να είναι αυτοί που έμειναν μόνοι τους…Θα έλεγε κανείς ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ιδιαίτερο «χάρισμα». Μια σπάνια δεξιότητα που κάνει ένα κομμάτι των γερμανόφωνων Κεντροευρωπαίων να ενσαρκώνουν υποδειγ­ματικά την αντίστροφη εκδοχή ενός παλιού και πολυμεταφρασμένου εγχει­ριδίου περί του «πώς μπορείτε να κάνετε φί­λους» (μεταφρασμένου και στα γερμανικά). Το «χάρισμα» αυτό το έχουμε περιγράψει σε αυτό το ιστολόγιο ως την βα­θιά εκείνη νοο­τροπία απόλυτου, εσωστρεφούς και τυφλού εγω­κεντρισμού, την οποία μπορεί να αποδώσει κα­νείς με την έκφραση «τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου». Μια νοο­τροπία που δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με όρους γενικευτικών ιδεολογιών ή πολιτικών θεω­ριών, αλλά μόνον επί τη βάσει των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων σε αυτή την περιοχή της Ευρώ­πης. Μια τέτοια εικόνα προκύπτει αν θυμηθεί κανείς μερικές πτυχές της συγκεκριμέ­νης νοοτροπίας, όπως εκφράστηκε ως τώρα στο πλαίσιο της κρίσης της ευρωζώ­νης.

Ως ένα πρώτο παράδειγμα, είναι πράγματι δύσκολο να κάνει κάποιος φίλους, όταν αρνείται να προ­σφέρει στους άλλους όσα έχουν προσφέρει εκείνοι σε αυτόν. Η οικονομική ανάκαμψη της Γερμα­νίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βασίστηκε στην οικονομική σωφροσύνη και μεγαθυ­μία των συμμάχων, στο γεγονός, δηλαδή, ότι, σε αντίθεση με τους διακανονισμούς που ακολού­θησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι νικητές έκριναν αυτή την φορά –και σωστά– ότι τίποτα καλό δεν επρόκειτο να προκύψει για την ειρήνη και την σταθερότητα στην Ευρώπη από τον οι­κονομικό στραγγαλισμό του ήδη ηττημένου και ταπεινωμένου γερμανικού πληθυσμού. Έτσι, χορηγήθηκε στην Γερμανία οικονομική βοήθεια για την ανασυγκρότησή της, ενώ πτυχή της οι­κονομικής της ανακούφισης υπήρξε και η ιδιότυπη…«αναδιάρθρωση» των γερμανικών πολεμι­κών αποζημιώ­σεων, η αποπληρωμή των οποίων μετατέθηκε στις καλένδες της ιστο­ρίας. 60 χρόνια αργότερα, και με τον τροχό της ιστορίας να έχει γυρίσει, η Γερμανία επιδεικνύει στους «ηττημέ­νους» της οικονομικής κρίσης όχι το πνεύμα του σχεδίου Μάρσαλ, αλλά αυτό των Βερσαλλιών. Επίσης, σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις, μπορεί, φυσικά, να κατανοήσει κανείς το γεγονός ότι οι περισσότεροι Γερμανοί θεωρούν λογικό να μην ισχύουν πλέον τα προ 60 ετών χρέη τους, κα­τάλοιπο μιας «μακρινής» εποχής που θέλουν να ξεχάσουν. Αν, όμως, κάποιος τους πρότεινε τώρα να διαγραφούν τα τρέχοντα ελληνικά χρέη σε 60 χρόνια από σήμερα, δεν είναι ακριβώς σίγουρο ότι θα έδειχναν την ίδια κατανόηση…

Περαιτέρω, δύσκολα δημιουργεί κανείς φίλους, όταν η αχαριστία του εκτός από υλική είναι και ηθική. Η ηθική επανενσωμάτωση των Γερμανών στο σώμα της Ευρώπης στηρίχθηκε στην απο­δοχή εκ μέρους των άλλων λαών της «πολιτικώς ορθής» διάκρισης ανάμεσα στους Ναζί και τον υπόλοιπο πληθυ­σμό. Με άλλα λόγια, οι υπόλοιποι λαοί επέδειξαν την καλή διάθεση να αποδε­χθούν ότι ο λόγος που η Γερμανία οδήγησε τον κόσμο στο φρικτό αιματοκύλισμα του Β΄ Πα­γκοσμίου Πολέμου, ήταν κατά βάσιν μια ιδεολογία, ο ναζισμός, και το καθεστώς που την εξέ­φρασε. Και ότι, συνεπώς, το μεγάλο μέρος του γερμανικού λαού, το οποίο «παρασύρθηκε» από την ναζιστική προπαγάνδα, θα μπορούσε πλέον αποτινάσσοντας την ιδεολογία αυτή να ξανα­γίνει αποδεκτό από τους υπόλοιπους  Ευρωπαίους. Φυσικά, η άποψη αυτή δεν άντεχε (ούτε αντέχει) σε λογική κριτική. Και είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν άν­θρωποι που την ασπάζονται, όταν όλοι γνωρίζουν ότι, μόλις 25 χρόνια πριν την έναρξη του Β΄ Πα­γκοσμίου Πολέμου, η ίδια χώρα  ξεκίνησε έναν άλλον μεγάλο πόλεμο στην Ευρώπη χωρίς να υπάρχει ο ναζισμός ως κινητήρια δύναμη. Κανένας ναζισμός δεν υπήρχε επίσης π.χ. στους πο­λέμους της γερμανικής ενοποίησης τον 19ο αιώνα, σε αυτούς του Μεγάλου Φρειδερίκου της Πρωσίας τον 18ο αιώνα ή κατά τον φρικώδη Τριακονταετή Πόλεμο του 17ου αιώνα, ο συνολικός αριθμός απωλειών του οποίου (περί τα 8 εκατομμύρια νεκροί) ξεπεράστηκε μόνο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι όμως, ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη και ο κόσμος είχαν την διάθεση να υπο­βαθμίσουν διακριτικά την κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στην ιδεολογία και την πολιτιστική ανθρω­πολογία, οι ίδιοι οι Γερμανοί σήμερα αρνούνται χαρακτηριστικά να εφαρμόσουν την ίδια διά­κριση στην περίπτωση των Νοτίων της Ευρώπης και ιδίως των Ελλήνων. Εδώ δεν μι­λούν/μιλούμε για τους Pleitis (από την γερμανική λέξη Pleite [πλάϊτε]=χρεωκοπία), κατ’ αντιστοιχίαν προς τους Nazis, δηλαδή απλώς για μια άφρονα και εγκληματική ηγεσία που υπήρξε υπεύθυνη για την οικονομική χρεωκοπία. Αντίθετα, προβάλλεται η συλλογική ευθύνη σχεδόν ολόκληρου του λαού, ο οποίος στιγματίζεται συλλήβδην ως «τεμπέλης», «απατεώνας», «σπάταλος», κλπ. Την ίδια στιγμή, μάλιστα, κάποιοι Γερμανοί –σίγουροι πια για την…εμπέδωση της πλήρους αποσύνδεσής τους από την περίοδο του ναζισμού– δεν έχουν πρόβλημα να προκαλούν με το να αξιοποιούν καταλλήλως τα…δυνατά «brand names» που τους κληροδότησε η εν λόγω ιστορική περίοδος. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η περίπτωση του ιδιαιτέρως ανθηρού αρχιτεκτονικού γραφείου του συνονόματου (!) γιου του διαβόητου αρχιτέκτονα του Χίτλερ Αlbert Speer.

Δύσκολα κάνεις επίσης φίλους όταν ισχυρίζεσαι ότι το να σε καλούν να «ηγηθείς» της Ευρώπης, σημαίνει στην πραγματικότητα ότι απλώς θέλουν να σε βάλουν να πληρώσεις. Και αυτό διότι την ίδια στιγμή δεν φαίνεται να σε απασχολεί ιδιαίτερα το ότι, όταν εσύ υποδεικνύεις στους άλ­λους ότι πρέπει να είναι «ανταγωνιστικοί», στην πραγματικότητα εννοείς ότι πρέπει να μεταβλη­θούν σε φτηνό εργατικό δυναμικό στην υπηρεσία σου.

Ακόμη, δύσκολα κάνεις φίλους όταν μετατρέπεις τον εαυτό σου σε «θρόμβο», εμποδίζοντας την κυκλο­φορία του «αίματος» που το χρειάζονται κι άλλοι. Οι Γερμανοί, ή ορθότερα, συγκε­κριμένοι εμπορικοί-βιομηχανικοί-τραπεζικοί παράγοντες εντός της Γερμανίας, εισπράττουν το αντίτιμο της ισχυρής εξαγωγικής τους οικονομίας. Αντί, όμως, να ξαναρίξουν στην αγορά ένα τμήμα αυτού του κέρδους, π.χ. με την μορφή της αύξησης των μισθών των Γερμανών εργαζομέ­νων, η οποία θα οδηγούσε σε (κάποια έστω) αύξηση της κατανάλωσης και των φορολογικών εσόδων τους κράτους, τα οποία με την σειρά τους θα μπορούσαν να «επανεπενδυθούν» για την οικονο­μική στήριξη των «προβληματικών» (αλλά πάντοτε εξωστρεφών και φιλικών στην κατα­νάλωση) νότιων χωρών της ευρωζώνης, η Γερμανία γίνεται μάλλον η πρώτη εξαγωγική οικονομία στην ιστορία των διεθνών οικονομικών, που προσπαθεί να καταστρέψει την αγοραστική δύναμη όσων αγο­ράζουν τα προϊόντα της…Το αντεπιχείρημα που προβάλουν ορισμένοι οικονομικοί αναλυτές, ότι δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος των γερμανικών εξαγωγών κατευθύνεται πλέον στις μεγάλες αγορές εκτός Ευρώπης (π.χ. Κίνα, Βραζιλία), και, άρα, «γιατί να ασχοληθούν με την μικρή ευ­ρωπαϊκή αγορά;», είναι τόσο αφελές όσο και απαράδεκτο. Αφελές, διότι όσοι γνωρί­ζουν την «συντηρητική» γερμανική νοοτροπία ξέρουν καλά ότι ο μόνος λόγος που οι Γερμανοί δεν επιβάλ­λουν και…στην Κίνα το δόγμα της εμμονικής λιτότητας, είναι επειδή απλά η τελευταία δεν είναι μέλος της ευρωζώνης. Απαράδεκτο, διότι η λογική που λέει ουσιαστικά ότι τώρα που αντλήσαμε ό,τι μπορούσαμε από τον (Νοτιο)ευρωπαίο καταναλωτή, τον αφήνουμε στην τύχη του και ανοί­γουμε τα πανιά μας για άλλες πολιτείες-αγορές, συνιστά την πεμπτουσία της βαθιάς εκείνης νο­οτροπίας που σκιαγραφούμε.

Τελειώνοντας, όλα αυτά μου φέρνουν στον νου ένα χαρακτηριστικό περιστατικό. Μετά την νίκη της Ιταλίας επί της Γερμανίας στο πρόσφατο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, έλαβα το εξής μή­νυμα από μια Ιταλίδα φίλη (αφού της είχα, βέβαια, εγώ πρώτα γράψει «Grazie Italia! Gra­zie!»): «Dovevamo vendicare i nostri fratelli Greci!», ήτοι «έπρεπε να εκδικηθούμε για τους αδελ­φούς μας τους Έλληνες!». Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει υπό το πρίσμα όσων ανα­φέρθηκαν, είναι ποιος άραγε στην Ευρώπη θα χαρακτήριζε ποτέ ως αδελφούς του τους Γερμα­νούς. Πρόκειται για το ερώτημα που, όσο κι αν ορισμένοι ένθερμοι ευρωπαϊστές θέλουν να το απωθήσουν, είναι στην ουσία αυτό που (θα) κρίνει την βιωσιμότητα της ευρωζώνης και ίσως και της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά. Ιδίως, μάλι­στα, όταν στο πλαίσιο αυτής της Ένωσης θεωρείται αυτονόητα λογικό να απαιτείται από κάποιους μια βίαιη οικονομική προσαρμογή, την ίδια στιγμή που θεωρείται αδιανόητο να ζητηθεί από κά­ποιους άλλους –ως αναγκαίο, λειτουρ­γικό αντιστάθμισμα– μια «πολιτιστική» προσαρμογή, σαν αυτή που υπονοούμε εδώ και περι­γράψαμε χιουμοριστικά και στο παρελθόν. Μια τέτοια απαίτηση θα μπορούσε, άλ­λωστε, να προκύψει ρεαλιστικά μόνον όταν αποκτήσουμε μια πολιτική και πνευματική ηγεσία, η οποία θα γνωρίζει για την γερμανική νοοτροπία και ψυχοσύνθεση έστω λίγα περισσότερα από όσα γνώριζε ο Κολόμβος για την Αμερική πριν την ανακαλύψει…

Advertisements

Αυγή ζοφερής ημέρας

Σεπτεμβρίου 9, 2012 6 Σχόλια

Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου 2012, κατά τις οποίες το κόμμα της Χρυσής Αυγής εκτοξεύθηκε από το σχεδόν ανύπαρκτο 0,29% που είχε λάβει τρία χρόνια νωρίτερα (στις εκλογές του 2009) στο εντυπωσιακό 7%, υπήρξαν πολλοί που μίλησαν για ένα πυροτέχνημα, ένα παροδικό φαινό­μενο ή μια στιγμιαία αντίδραση-εκτόνωση του εκλογικού σώματος. Ως ένας από τους κατοί­κους του κέντρου της Αθήνας, και συγκεκριμένα της πολύπαθης περιοχής του Αγίου Παντελεή­μονα Αχαρνών, εξέφρασα από την αρχή τον σκεπτικισμό μου απέναντι στο σενάριο αυτό. Τόσο σε μένα όσο και σε πολλούς άλλους κατοίκους του κέντρου της πρωτεύουσας, καθώς και σε αυτούς άλλων περιοχών της χώρας με ανάλογα προβλήματα, δεν προκάλεσε έκπληξη το γεγο­νός ότι η Χρυσή Αυγή, αντίθετα με τις ανωτέρω προβλέψεις, διατήρησε τα ποσοστά της στις εκλογές της 17ης Ιουνίου ούτε ότι, σύμφωνα με κάποιες τελευταίες δημοσκοπήσεις, φιγουράρει πλέον ως τρίτο κόμμα με ποσοστό έως και 12%. Αυτό που κυρίως προξενεί εντύπωση είναι ότι υπάρχει ακόμη ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτικής και δημοσιογραφικής ελίτ, καθώς και της ευρύτερης αρθρογραφίας και διανόησης, το οποίο δίνει την σαφή αίσθηση ότι δεν έχει κατανοή­σει επαρκώς την φύση του φαινομένου. Για την ακρίβεια, οι συγκεκριμένοι πολιτικοί και σχολια­στές μοιάζουν εδώ και καιρό να κά­νουν άθελά τους ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να ενισχύ­ουν την απήχηση της Χρυσής Αυγής, αντιδρώντας απέναντί της με τρόπους και επιχειρήματα που λειτουργούν ως βούτυρο στο ψωμί της.

Κατά πρώτον, αυτές καθαυτές οι προβλέψεις περί «πυροτεχνήματος» που αναφέρθηκαν πιο πάνω προδίδουν αυτόματα ότι τουλάχιστον μερικοί από όσους τις εξέφρασαν ανήκουν σε τμή­ματα της ελληνικής κοινωνίας, τα οποία έχουν ακόμη μάλλον περιορισμένη προσωπική εμπειρία των δύο οξύτερων προβλημάτων της χώρας αυτή την στιγμή: του οικονομικού και αυτού της ασφάλειας, συνδεόμενου σε σημαντικό βαθμό με το μεταναστευτικό. Ας αναφέρουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: το πιο γνωστό ίσως σύνθημα της Χρυσής Αυγής, το «Χρυσή Αυγή για να ξεβρωμίσει ο τόπος», θεωρήθηκε από πολλούς ότι εμπεριέχει μια γλωσσική μετα­φορά. Ότι, δηλαδή, εκφράζει την ακραία θέση της Χρυσής Αυγής περί των λαθρομεταναστών –και ιδίως των πιο μελαψών από αυτούς– ως «βρωμιάς», η οποία πρέπει να «καθαριστεί». Αν και σαφώς ισχύει και αυτό, όσοι κατοικούν μόνιμα στο κέντρο γνωρί­ζουν ότι η «βρωμιά» έχει δυστυ­χώς μια πολύ πιο κυριολεκτική, εμπειρική διάσταση. Εδώ και αρ­κετό καιρό, δηλαδή, λόγω της παρουσίας αφενός μεν πολλών μεταναστών χωρίς πρόσβαση σε κανονικές συνθήκες υγιει­νής όσο και πολλών χρηστών ναρκωτικών ουσιών και αστέγων, η είσοδος στην περιοχή του κέ­ντρου δεν γίνεται αντιληπτή μόνον από τα μάτια, αλλά και από την μύτη: μια διάχυτη δυσοσμία ούρων, ναρκωτικών, υπολειμμάτων τροφών και ποτών (δυστυχώς ενίοτε και πτωμάτων) απο­τελεί πλέον στοιχείο της καθημερι­νότητας των κατοίκων του κέντρου. Και αυτή είναι μόνο μία από τις πτυ­χές του προβλήματος, ως προς την αντίληψη της οποίας υπάρχει τεράστια δια­φορά μεταξύ του να περνά κανείς από την καρδιά της πρωτεύουσας μια φορά τόσο και του να μένει μόνιμα εκεί.

Είναι ξεκάθαρο, για παράδειγμα, ότι το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού προσωπικού της χώ­ρας και γενικά όσων λαμβάνουν αποφάσεις δεν έχει βιώσει ποτέ την ψυχολογία της διαρκούς ανα­σφάλειας: το να ασφαλίζει κανείς κάθε βράδυ το σπίτι του με χίλιους δυο ευφάνταστους τρό­πους, το να ανησυχεί κάθε φορά που βγαίνει από το σπίτι ένα οικείο του πρόσωπο, το να κοιτά διαρκώς μπροστά και πίσω στο ίδιο και στο απέναντι πεζοδρόμιο προκειμένου να είναι έτοιμος για…ελιγμό αποφυγής, το να μην ανοίγει τα παράθυρα του αυτοκινήτου ακόμα κι όταν αυτό είναι εν κινήσει, το να «προσαρμόζει» την εμφάνισή του στο δρόμο (π.χ. να μην κουβαλά τσάντες ή κοσμήματα), το να ακούει σχεδόν κάθε βράδυ τους γνώριμους ήχους περιπο­λικών, ασθενο­φόρων και ενίοτε και πυροβολισμών. Και είναι προφανές ότι για όσους έχουν αυτή την εμπειρία το κακό, ότε και αν αυτό συμβεί, έχει πολύ διαφορετική επίδραση στην ψυχο­λογία. Δεν είναι κά­ποιο αναπάντεχο «ατύχημα», αλλά η πραγμάτωση των χειρότερων φόβων που επί πολύ καιρό βασανίζουν την σκέψη και την ψυχολογία. Όσοι έχουν την συγκεκριμένη εμπειρία θα συμφωνούσαν σίγουρα, αν θέλουν να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους και με τους άλλους, ότι κανείς μας, ούτε όσοι – μεταξύ αυτών και ο γράφων – δεν φανταζόμαστε ποτέ τον εαυτό μας να ψηφίζει Χρυσή Αυγή, δεν ξέρει πώς θα αντιδράσει στην κάλπη αν το κακό χτυπή­σει εμάς ή, ακόμα χειρότερα, ένα οικείο μας πρόσωπο. Η περίπτωση της μεταστροφής Κούν­δουρου είναι, άλλωστε, χαρακτηριστική.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, αντιλαμβάνεται ίσως κανείς με ποιόν τρόπο η επιρροή της Χρυσής Αυγής ενισχύεται από τις αμήχανες και σπασμωδικές αντιδράσεις ενός τμήματος της πολιτικής και δημοσιογραφικής ελίτ. Όταν τηλεαστέρες της δημοσιογραφίας, οι οποίοι είναι ζήτημα αν έχουν περπατήσει έστω μία φορά στην Αχαρνών τα τελευταία δέκα χρόνια και χαίρουν οι ίδιοι ατομικής αστυνομικής προστασίας, διακηρύσσουν πόσο «λυπούνται» για όσους ψήφισαν Χρυσή Αυγή (πολλοί εκ των οποίων είναι θύματα οι ίδιοι ή οι οικείοι τους εγκληματικών ενερ­γειών), όταν άνθρωποι που συγκαταλέγονται στους πρωταγωνιστές του διεφθαρμένου συστή­ματος, το οποίο οδήγησε την χώρα στην καταστροφή και τον διεθνή διασυρμό, αισθάνονται ότι είναι…αυτοί που πρέπει να εκφράσουν τον αποτροπιασμό τους για τις θέσεις και την δράση της Χρυσής Αυ­γής στο όνομα της δημοκρατίας εκείνης που οι ίδιοι καταβαράθρωσαν, τότε είναι φυσικό τα ποσοστά του εθνικοσοσιαλιστικού αυτού μορφώματος να ανεβαίνουν πιο γρήγορα και από τα spreads των ελληνικών ομολόγων.

Απορία προκαλούν και όσοι θεωρούν ότι η Χρυσή Αυγή θα αντι­μετωπιστεί με ιστορικής, θεωρη­τικής και ιδεολογικής φύσεως επιχειρήματα, π.χ. με την αναφορά στην διασύνδεσή της με τον γερμανικό ναζισμό. Δυστυχώς ελάχιστος κόσμος έχει στο μυαλό του την εικόνα των ταγμάτων εφόδου του Χίτλερ (Sturmabteilung [SA]) ή των άλλων ανάλογων σωμάτων των Ναζί για να κατανοήσει πλήρως τους συσχετισμούς. Λίγοι είναι, επίσης, ακόμη και αυτοί που μπο­ρούν στο άκουσμα συνθημάτων, όπως «υπεράνω όλων η Ελλάς», να ανα­γνωρίσουν στο «υπε­ράνω όλων» την μετάφραση του γερμανικού «über alles». Για τους περισσό­τερους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής δεν μοιάζει να μετρά ιδιαίτερα η διασύνδεσή της με ένα παρελθόν, για τις λε­πτομέρειες του οποίου έχουν συχνά μόνον μια συγκεχυμένη εικόνα. Αυτό που κυρίως κοιτούν είναι η αφό­ρητη καθημερινότητα που αντιμετωπίζουν στον παρόντα χρόνο και το γεγονός ότι το κόμμα αυτό υπήρξε πράγματι το μοναδικό που δραστηριοποιήθηκε στις προβληματικές γει­τονιές.

Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η στάση εκείνων που ισχυρίζονται ότι η δράση της Χρυσής Αυγής πρέπει να αναχαιτιστεί απλά και μόνο με αποφα­σιστική καταστολή της εκ μέρους του κράτους. Όσο το πρόβλημα της ασφάλειας και της κακής ή μη διαχείρισης του μεταναστευτικού  παραμένει οξύ (και για τους μετανάστες και για τους γηγενείς), η ανωτέρω λύση θα ήταν η πλέον ενδεδειγμένη για να ηρωοποιήσει το εν λόγω κόμμα και να εκτινάξει τα ποσοστά του άνω του 15%. Τέλος, ένας ακόμη σημαντικός «τροφοδότης» της Χρυσής Αυγής με ψήφους είναι οι ακραίες «αντιρατσιστικές» εκδηλώσεις τμη­μάτων της αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώ­ρου. Συνθήματα, όπως «δεν υπάρχει πρό­βλημα μεταναστών, αλλά μόνο Ελλήνων ρατσιστών», εκτρέπουν στο άλλο άκρο όχι μόνον αν­θρώπους που έχουν πράγματι βιώσει εγκληματικές συμπεριφορές από μετανάστες (είτε του πρώ­του είτε του δεύτερου, νεώτερου κύματος), αλλά και αρκε­τούς από όσους απλώς περπατούν καθημερινά σε δρόμους ανάμεσα σε γυναίκες με τσαντόρ, Αφρικανές ιερόδουλες ή φιγούρες που θυμίζουν βαρυποινίτες. Η παροιμιώδης ιδεοληψία και ταυτοχρόνως διαπολιτισμική αφέλεια να αντιμετωπί­ζει κανείς μονοδιάστατα ως «εργάτες» αν­θρώπους με τελείως διαφορετική πολιτι­στική ταυτότητα και κοσμοαντίληψη, ξεπερνιέται σε λο­γική ανεπάρκεια μόνον από την αδυνα­μία των τμημάτων αυ­τών της αριστεράς να εξηγή­σουν γιατί ο «ρατσισμός» των Ελλήνων δεν έχει εδώ και χρόνια εκδηλωθεί και ενα­ντίον ορισμένων άλλων ξένων που ζουν στην χώρα μας, όπως εί­ναι π.χ. οι εργαζόμενοι στις ξένες αρχαιολογικές σχολές.

Η πραγματικότητα σε σχέση με την Χρυσή Αυγή είναι ότι, όταν τα προβλήματα μιας κοινωνίας αφήνονται να οξυνθούν σε ακραίο βαθμό, τότε η αντίδραση της κοινωνίας αυτής –ή τουλάχι­στον ενός κομματιού της– είναι συνήθως επίσης ακραία. Έτσι όπως διαμορφώνονται τα πράγ­ματα, υπάρχουν πιθανώς μόνον δύο τρόποι για να ανακοπεί η ανοδική πορεία του «Λαϊκού Συνδέσμου». Και αυτοί δεν είναι ούτε ο δημοκρατικός «ηθικισμός», ούτε οι αντουανετισμοί των διεφθαρ­μένων με­γαλο­παραγόντων της πολιτικής και της δημοσιογραφίας, ούτε η στοχοποίηση των ψη­φοφόρων του, ούτε η κρατική καταστολή του, ούτε καν η ιδεολογική αντι­παράθεση. Η περαιτέρω άνοδος του συγκε­κριμέ­νου κόμματος-οργάνωσης μπορεί να ανασχεθεί με την δραστική αντιμε­τώπιση του προβλήματος ασφαλείας και του μεταναστευτικού, που σε πρώτο χρόνο οδήγησαν στην ανάδυσή του, σε συνδυασμό με αισθητές αλλαγές προς το καλύτερο στο οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο της κρίσης, που σε δεύτερο χρόνο εδραίωσαν την εκλογική του επιρροή. Αν αυτό δεν γίνει, η μοναδική άλλη προοπτική αναστροφής της εκλογι­κής δυναμι­κής της Χρυσής Αυγής θα είναι η δική της αυτοκαταστροφή, δηλαδή μια σειρά μεγά­λων επι­κοι­νωνιακών λαθών του ίδιου του κόμματος και των στελεχών του. Αν ούτε αυτό συμ­βεί, τότε οι κ.κ. Γιουνκέρ και Ρομπέι, οι οποίοι κατά τις πρόσφατες επισκέψεις τους στην Αθήνα αρνήθηκαν φοβικά να δουν τον Α. Τσίπρα, δεν αποκλείεται να έχουν σύντομα και έναν άλλον, πολύ πιο ανε­πιθύμητο συνομι­λητή…

Vae victis: (επανα)διαπραγμάτευση με την ψευδαίσθηση

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μαΐου 2012 αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν το πλαίσιο, η συνάφεια (ή το context) των πραγμάτων αλλάζει ριζικά. Πολιτι­κές παρατάξεις, των οποίων οι θέσεις και γενικότερες συμπεριφορές σε άλλες εποχές ήταν συ­νυφα­σμένες με το «ακραίο», το «ανεύθυνο», το «επικίνδυνο» ή το «θέατρο του παραλόγου» βρέ­θηκαν ξαφνικά μέσα σε μια συνάφεια πολύ πιο ακραία και επικίνδυνη, πολύ πιο παράλογη και από το πιο παράλογο θέατρο του παραλόγου: στην γερμανικής κοπής ευρωζώνη και στην επί­σης γερ­μανικής εμπνεύσεως «στρατηγική» αντιμετώπισης της κρίσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κόμ­ματα, όπως ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, όχι μόνον εκμεταλλεύτηκαν την δίκαιη καταβαράθρωση των δύο παλαιών κομμάτων εξουσίας, αλλά κατέληξαν αναπάντεχα να γί­νουν και οι φορείς των όποιων ελπίδων διατηρεί ακόμα ένα μεγάλο μέρος των πολιτών. Όσο για την Χρυσή Αυγή, παρά τον αναμφισβήτητο συσχετισμό της ανόδου της με το οξύ ζήτημα της λαθρομετανάστευσης, δύσκολα θα μπορούσε να μην σχολιάσει κανείς την χρονική σύμπτωση της δυναμικής της εμφάνισης με το απόγειο της γερμανικής ηγεμονίας στην ευρωζώνη. Σε πολλά πρόσωπα Γερμανών, και σίγουρα σε αυτό της Α. Μέρκελ, μπορεί κανείς να φανταστεί τις γκριμάτσες αμηχανίας –ανάλογες με αυτές ενός μικρού παιδιού που δεν έχει συναίσθηση των συνεπειών των πράξεών του– που ακολούθησαν την διαπίστωση ότι για κάποιον περίεργο λόγο η Γερμανία μοιάζει να προκαλεί και πάλι ό,τι νόμισε πως είχε αφήσει πίσω της για πάντα.

Ο πρόεδρος του Eurogroup με κουστούμι εποχής επαναδιαπραγματεύεται το μνημόνιο με τους μεσογειακούς υποτελείς του…

Εντούτοις, η πολύ χαρακτηριστική αυτή στρέβλωση των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα –κάτι σαν τις αλλοιώσεις που παθαίνει ένα άστρο όταν πλησιάζει μια μαύρη τρύπα– φαίνεται ότι δεν ήταν αρκετή για να διαλύσει τις ψευδαισθήσεις των βασικών πολιτικών δυνάμεων. Η γερμανική διδαχή της εμμονικής λιτότητας (αλληλένδετη, πάντοτε, και με την σχεδόν μηχανιστική εφαρ­μογή του δόγματος «τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου») θεωρείται ακόμα ως μια πολιτική ή στρατηγική (μία ανάμεσα σε άλλες προφανώς), ως μια τρέχουσα επιλογή και κατεύ­θυνση ή έστω ως μια «εμμονή» της γερμα­νικής ηγεσίας. Δύσκολα περνά από το μυαλό η υπο­ψία ότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται ούτε για μια πολιτική ούτε για μια στρατηγική, αλλά για έναν πολιτισμό, για έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Έναν πολιτισμό που η μεταφύτευσή του στην Μεσόγειο έχει ίσως τόσες πιθανότητες επι­τυχίας όσο και η εφαρμογή του προγράμματος «Ήλιος» στο Schleswig-Holstein…

Η διαπολιτισμική αυτή παρεξήγηση βρίσκεται στη βάση των δύο βασικών θέσεων-ψευδαισθή­σεων, στις οποίες τείνει να μοιραστεί το ελληνικό πολιτικό σύστημα: από την μια μεριά το «φιλο­ευρωπαϊκό» (και φιλομνημονιακό) μέτωπο, αποτελούμενο από την Ν.Δ., το ΠΑ.ΣΟ.Κ., την ΔΗΜ.ΑΡ. και τον εκτός Βουλής φιλελεύθερο χώρο, το οποίο θεωρεί ότι στόχος πρέπει να είναι η σταδιακή επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου εντός του ευρώ και εντός του ίδιου του μνημο­νιακού πλαισίου, όταν οι συνθήκες και οι συσχετισμοί στην Ευρώπη αλλάξουν κάπως επί το ευνοϊκώτερο. Από την άλλη μεριά υπάρχει το –σύμφωνα με τους προηγούμενους «αντιευρω­παϊκό»– μέτωπο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, οι οποίοι φαίνεται να πιστεύ­ουν πραγματικά ότι η Ελλάδα μπορεί να μείνει στο ευρώ αποκηρύσσοντας περίπου μονομερώς την δανειακή σύμβαση και το μνημόνιο. Δικαιολογημένα το πρώτο μέτωπο, το «φιλοευρω­παϊκό», αναρωτιέται τι θα συμβεί όταν οι αντιμνημονιακοί προσκρούσουν στον «τοίχο» των εταίρων, για τους οποίους η παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ χωρίς το μνημόνιο δεν συζητείται ούτε ως αστείο. Δεν φαίνε­ται, ωστόσο, να συνειδητοποιούν ότι το ίδιο ερώτημα αφορά και τους ίδιους (τους «φιλοευ­ρωπαίους»): τι θα γίνει, δηλαδή, όταν αρχίσει να διαφαίνεται ότι οι συνθή­κες στην Ευρώπη δεν γίνονται ευνοϊκότερες; Τι θα γίνει όταν η Γερμανία απλά θα επιμένει επ΄ αόρι­στον στην συνέχιση της λιτότητας, ίσως με εντελώς ήσσονος σημασίας μικροτροποποιή­σεις; Τι θα γίνει όταν, ακόμη κι αν τα πράγματα φθάσουν στο απροχώρητο, με την Ισπανία και την Ιτα­λία να χρήζουν πλέον κι αυτές διάσωσης, η Γερμανία απλά θα αποφασίσει ότι την συμ­φέρει πε­ρισσότερο να αποχω­ρήσει η ίδια από την ευρωζώνη από το να δώσει ιλιγγιώδη ποσά για την σωτηρία των χωρών αυτών;

Απαντήσεις δεν είναι, φυσικά, δυνατόν να δοθούν, όταν τα ίδια τα ερωτήματα δεν τίθενται καν. Κατά πάσα πιθανότητα, η ελπίδα των «φιλοευρωπαϊκών» δυνάμεων για την σταδιακή αλλαγή του ευρωπαϊκού τοπίου είναι το ίδιο ουτοπική και φρούδα με την «αντιμνημονιακή» ψευδαί­σθηση της παρα­μονής της Ελλάδας στο ευρώ χωρίς το μνημόνιο. Εάν αυτό ισχύει, τότε αντί για τις διάφορες κυβερνήσεις «συνεργασίας», «εθνικής ενότητας», «οικουμενικές», κλπ. που συζη­τούνται, η πιο ενδεδειγμένη – πιθανώς η μοναδική – λύση για την Ελλάδα αυτή την στιγμή θα ήταν η συγκρότηση κυβέρνησης προσωπικοτήτων (κατά βάσιν εξωκοινοβουλευτικών) με συ­γκεκριμένα χαρακτηριστικά και συγκεκριμένο σκοπό. Ως προς τα χαρακτηριστικά τους, είναι αναγκαίο μεταξύ των προσωπικοτήτων να υπάρχουν α) οικονομολόγοι εγνωσμένης αξίας και διεθνούς κύρους (όχι κατ΄ ανάγκην αποκλειστικά Έλληνες), που να έχουν εξαρχής εκφράσει κριτική στάση απέναντι γενικότερα στην ευρωπαϊκή «πολιτική» διάσωσης και να έχουν εμπειρία μελέτης/διαχείρισης κρίσεων, β) τόσο οικονομολόγοι όσο και λοιπές προσωπικότητες, που να μην είχαν ως τώρα στενές σχέσεις με το ελληνικό κομματικό κράτος και το παλαιό σύστημα εξουσίας και γ) προσωπικότητες εγνωσμένης εμπειρίας, αξίας και ικανότητας στην διαχείριση θεμάτων εξωτερικής πολιτικής, διπλωματίας και άμυνας.

Η κυβέρνηση αυτή, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τύπου Μόντι, αλλά με μάλλον αντίθετο σκοπό από αυτήν, πρέπει να επιφορτιστεί με μία συν μία αποστολές. Πρώτον, να ισοσκελίσει το συντομότερο το πρωτογενές έλλειμμα του προϋπολογισμού (περίπου 4, 5 δις) με τρόπο που θα αφήσει κατά το δυνατόν ανέγγιχτα τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα. Εδώ θα παίξει ρόλο τόσο η γνώση και ικανότητα των οικονομολόγων όσο και το γεγονός ότι θα είναι αδέσμευτοι από τις διαπλοκές του κομματικού κράτους και θα μπορούν να χτυπήσουν και ψηλά, όχι μόνο χαμηλά. Με ισοσκελισμένο τον προϋπολογισμό η κυβέρνηση θα μπορούσε τότε να αρνηθεί, όπως πρότεινε πρόσφατα ο Γ. Βαρουφάκης, να λάβει οποιαδήποτε επιπλέον δόση του πακέτου διάσωσης, αν δεν γίνει ριζική αναθεώρηση –υπό ευρωπαϊκό πρίσμα, όχι μόνον υπό ελληνικό– της ευρωπαϊκής διαχείρισης της κρίσης. Σε αντίθεση, όμως, με ό,τι δείχνει να πι­στεύει και ο ίδιος ο Γ. Βαρουφάκης, είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι το ευρωπαϊκό (δηλ. το γερμα­νικό) τοπίο θα αλλάξει προς θετική κατεύθυνση. Μπορεί κανείς να αλλάξει κάτι που κάνει ή κάτι που λέει, δεν είναι, όμως, εύκολο να αλλάξει κάτι που είναι…Συνεπώς, η Ελ­λάδα πρέπει ήδη να προετοι­μάζεται για αυτό που είναι το πιθανότερο να συμβεί: την εθελου­σία έξοδο της Γερμανίας από την ζώνη του ευρώ, όταν καταρρεύσει και ο υπόλοιπος ευρωπαϊ­κός νότος. Πάλι εδώ θα παίξει κρίσιμο ρόλο η ικανότητα των προσωπικοτήτων, καθώς και η γνώση και εμπειρία τους σε θέματα νομισματικών κρίσεων, μέσω της οποίας θα μπορούσε να επιτευ­χθεί μια όσο το δυνατόν ομαλότερη μετάβαση στο νέο εθνικό νόμισμα. Την ίδια στιγμή, οι διαθέ­σεις όσων εκτός των τει­χών θα έβλεπαν με καλό μάτι το να περάσει η Ελλάδα μια περίοδο από­λυτης κατάρρευσης και χάους θα μπορούσαν να αποθαρρυνθούν από την παρουσία προ­σωπι­κοτήτων υψηλού βεληνε­κούς, εμπειρίας κι αποφασιστικότητας στα υπουργεία εξωτερικών και άμυνας.

Το σενάριο που περιγράψαμε θυμίζει λίγο το ευαγγελικό «και οι έσχατοι έσονται πρώτοι». Όταν ο Αρμαγεδδώνας της διάλυσης του ευρώ χτυπήσει την γερμανόπληκτη νότια Ευρώπη, καθώς και την Γαλλία, η χώρα εκείνη, όπου κατεξοχήν θα περίμενε κανείς να συναντήσει μοιραίους πολιτικάντη­δες του χειρίστου είδους, θα είναι η καλύτερα προετοιμασμένη για να αντιμετωπίσει τις περιστά­σεις. Καλύτερα ίσως ακόμη και από αυτούς που δεν διστάζουν να διακηρύσσουν με την βαρβαρική θρασύτητα του Γαλάτη Βρέννου πόσο καλά προετοιμάζονταν οι ίδιοι όλον αυτό τον καιρό – προφανώς στο πλαίσιο της ευ­ρωπαϊκής «αλληλεγγύης» – για την πιθανότητα εξό­δου της Ελλάδας από την ζώνη του ευρώ…

«Γιατί πρέπει να πληρώνω για τους Έλληνες;»

Μαρτίου 7, 2012 7 Σχόλια

«Γιατί πρέπει να πληρώνω για τους Έλληνες;». Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα που  εδώ και περίπου δύο χρόνια τίθεται διαρκώς από ένα μεγάλο μέρος των γερμανόφωνων Κεντροευρωπαίων. Κάτι που δεν αποτελεί έκπληξη με δεδομένο ότι από την αρχή της κρίσης του ευρώ η Ελλάδα λαμβάνει μια σειρά από ακριβά πακέτα βοήθειας, αν και οι προοπτικές ανάνηψης της οικονομίας της δεν μοιάζουν να είναι ιδιαιτέρως αισιόδοξες. Σε συνδυασμό και το «αμαρτωλό» παρελθόν του ελληνικού κομματικού κράτους η εξέλιξη αυτή οδήγησε στο φαινόμενο που σε άλλο κείμενο χαρακτηρίσαμε ως την γερμανική ηθικιστική επίθεση εναντίον των Ελλήνων και των άλλων Νοτιοευρωπαίων. Στο κείμενο αυτό απαριθμήσαμε μια σειρά από σημεία που καταδεικνύουν τον επιφανειακό, αντιπαραγωγικό και συχνά παιδαριώδη χαρακτήρα του ηθικισμού που προπαγανδίζεται από την εφημερίδα Bild και άλλες λαϊκίστικες φωνές. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο ηθικισμός αυτός προκάλεσε ευθύς εξαρχής αντίστοιχες αντιγερμανικές αντιδράσεις στην Ελλάδα και τα τελευταία δύο χρόνια οι δύο αυτές χώρες βρίσκονται σε έναν ακήρυχτο και ιδιόμορφο πόλεμο πολιτισμών. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι αναγκαίο να προσπαθήσει κανείς να απαντήσει την ερώτηση που τίθεται ως τίτλος επί τη βάσει όχι του ηθικισμού, αλλά του αντιθέτου του. Και το αντίθετο του ηθικισμού είναι η ανάλυση.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει καταρχάς να γίνει αναφορά σε μερικά δεδομένα, τα οποία δεν έχουν ίσως ακόμη καταστεί εντελώς ξεκάθαρα σε πολλούς κατοίκους της κεντρικής Ευρώπης. Σε αυτά ανήκει κατά πρώτον το γεγονός ότι τα ελληνικά πακέτα βοήθειας δεν είναι δώρα, αλλά δάνεια. Τα χρήματα που πληρώνουν οι Γερμανοί για τους Έλληνες μέσω της συμμετοχής τους στους τρεις θεσμούς της ελληνικής τρόικας (ΔΝΤ, ΕΚΤ, ΕΕ) είναι τμήμα ενός μεγάλου έντοκου δανείου. Περαιτέρω, το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής αυτής βοήθειας δεν καταλήγει στους τραπεζικούς λογαριασμούς των Ελλήνων, αλλά σε αυτούς των διεθνών πιστωτών τους. Στο πλαίσιο, δηλαδή, του προγράμματος της ελληνικής βοήθειας τα προς εξόφληση ελληνικά δάνεια αποπληρώνονται από τους νέους δανειστές (την τρόικα). Καθώς, όμως, σε αυτά τα νέα δάνεια του πακέτου διάσωσης συμμετέχουν τα ευρωπαϊκά κράτη και οι πολίτες τους, τα χρήματά τους καταλήγουν να χρησιμοποιούνται για την αποπληρωμή των παλαιών δανείων, τα οποία, όμως, είχαν χορηγηθεί στο ελληνικό κράτος από ιδιωτικές εταιρείες (τράπεζες). Με άλλα λόγια, οι Γερμανοί (και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι) πολίτες πληρώνουν για να καλύψουν τις ζημίες αποτυχημένων ιδιωτικών επενδύσεων. Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, σε αυτό το γεγονός οφείλεται το ότι τα τελευταία δύο χρόνια τα διεθνή μέσα έχουν βάλει την Ελλάδα κάτω από το μικροσκόπιο. Διότι αν επικεντρώσει κανείς την προσοχή του στα διάφορα αρνητικά αξιοπερίεργα του μικρού γαλατικού χωριού της νοτιοανατολικής Ευρώπης, τότε μπορεί να αποπροσανατολιστεί από τις αμαρτίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και να καλύψει όσο το δυνατόν αδιαμαρτύρητα ιδιωτικές ζημίες άλλων με το δικό του χρήμα. Και ενόσω μερικοί από τους ιδιώτες αυτούς επενδυτές συνεχίζουν να ευδοκιμούν, για να παίζουν διάφορα στοιχήματα θανάτου για το μέλλον της Ελλάδας στην ευρωζώνη, είναι πλέον γνωστό τι συμβαίνει στον μέσο Έλληνα. Το ελληνικό κομματικό κράτος προσπαθεί να εφαρμόσει το πολυσυζητημένο εκείνο πρόγραμμα λιτότητας και σταθεροποίησης της οικονομίας εις βάρος του κοινωνικού κράτους. Ένα πρόγραμμα, το οποίο και αυτο καθαυτό έχει ήδη αποδειχτεί όχι μόνον αποτυχημένο και αδιέξοδο, αλλά και καταστροφικό για ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Σε όλα αυτά μπορεί φυσικά κανείς να αντιτείνει ότι παρά ταύτα είναι η Ελλάδα (και όχι π.χ. η Ολλανδία) αυτή που βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσας ατυχούς συγκυρίας. Γιατί να πρέπει λοιπόν να πληρώσει κανείς είτε για τους ίδιους τους Έλληνες είτε για τους ιδιώτες πιστωτές τους; Η απάντηση που δίνουν στο εκ νέου διατυπούμενο ερώτημά μας πολλές προσωπικότητες από τον χώρο της οικονομίας και της πολιτικής είναι ότι για την ευρωζώνη είναι (ακόμα) πιο συμφέρον οικονομικά να σώσει την Ελλάδα από το να την εγκαταλείψει. Το πρόβλημα μοιάζει, δηλαδή, να έγκειται στο ότι η Ελλάδα είναι γενικώς μέλος της ευρωζώνης και αποτελεί πλέον για αυτήν έναν μείζονα κίνδυνο. Εδώ είναι σίγουρα μεγάλος ο πειρασμός να θυμηθεί κανείς τα «Greek Sta­tistics», μέσω των οποίων η Ελλάδα προσχώρησε στην ευρωζώνη χωρίς να έχει πραγματικά εκπληρώσει τα κριτήρια σύγκλισης. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε κανείς να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο κεντρικό μας ερώτημα, ότι, δηλαδή, οι Γερμανοί πρέπει τώρα να πληρώσουν το τίμημα για την απαράδεκτη εκείνη συμπεριφορά των Ελλήνων και την λανθασμένη εκείνη απόφαση των Ευρωπαίων. Εντούτοις, το συμπέρασμα αυτό που εκ πρώτης όψεως ηχεί ικανοποιητικό μοιάζει να τίθεται εν αμφιβόλω από μια άλλη πτυχή του προβλήματος. Προϊούσης της κρίσης του ευρώ έγινε, δηλαδή, σύντομα σαφές ότι δεν είναι μόνον η Ελλάδα, αλλά ολόκληρη η αλυσίδα των μεσογειακών χώρών (τα λεγόμενα PIGS [Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία]) που μαζί και με την Ιρλανδία αποτελούν μια προβληματική ζώνη, η οποία χρήζει αλληλεγγύης και βοήθειας. Αν η Ελλάδα είναι το άνθος του κακού, τότε γιατί έχουν και οι άλλες αυτές χώρες σημαντικά οικονομικά προβλήματα; Και γιατί η γεωγραφική θέση των τριών χωρών με τα περισσότερα προβλήματα (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία) είναι τόσο χαρακτηριστικά και ύποπτα περιφερειακή σε σχέση με την κεντρική Ευρώπη (η Ελλάδα στα νοτιοανατολικά, η Πορτογαλία στα νοτιοδυτικά, η Ιρλανδία στα βορειοδυτικά);

Η αναστροφή με αυτά τα δύσκολα ερωτήματα μοιάζει να προϋποθέτει ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο ανάλυσης, στο πλαίσιο του οποίου τα οικονομικά προβλήματα των κρατών PIIGS μπορούν να ερμηνευτούν καλύτερα υπό το πρίσμα της πολιτιστικής ανθρωπολογίας. Το μέγεθος των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των κρατικών χρεών στις χώρες αυτές πρέπει πιθανότατα να ερμηνευθεί ως αντανάκλαση όχι μόνον της κατάστασης της οικονομίας τους, αλλά και της πολιτιστικής απόστασης ανάμεσα σε αυτές τις χώρες και την κεντρική Ευρώπη. Σε μια ήπειρο, όπου κυριαρχούν πολιτικές θεωρίες, οικονομικά συστήματα και «φάρμακα» (για την κρίση) κεντροευρωπαϊκής προελεύσεως, η χαρακτηριστικά διαβαθμισμένη απόκλιση από την κεντροευρωπαϊκή ζώνη ιδανικής εφαρμογής των εν λόγω προτύπων, υποδηλώνει τον σταδιακά αυξανόμενο βαθμό πολιτιστικής διαφοροποίησης όσο κινούμαστε προς την ευρωπαϊκή περιφέρεια. Μια διαφοροποίηση, η οποία αναδεικνύεται ξεκάθαρα και μέσω ιστορικών και γλωσσολογικών παραμέτρων (π.χ. οι μακραίωνες επαφές του ελληνικού κόσμου με τους γειτονικούς και μη ευρωπαϊκούς πολιτισμούς της ανατολικής μεσογείου ή το κελτικό γλωσσικό και πολιτιστικό υπόστρωμα στην Ιρλανδία).

Εάν αυτό ισχύει, τότε τα χρήματα που οι Γερμανοί πληρώνουν για τους Έλληνες τα τελευταία δύο χρόνια πέφτουν θύμα μιας τελείως διαφορετικής κατάστασης: της γενικότερης ιδέας της ευρωζώνης. Μιας κατάστασης, όπου (ριζικά) διαφορετικοί ευρωπαϊκοί πολιτισμοί προσπαθούν να σχηματίσουν ένα και μοναδικό οικονομικό και κρατικό μόρφωμα. Αυτό το παρακινδυνευμένο εγχείρημα εύκολα μπορεί με την σειρά του να ερμηνευθεί ιστορικά: αποτελεί το άλλο άκρο σε σχέση με τις εξελίξεις στην Ευρώπη κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα. Η καταστροφή της ηπείρου στους δύο παγκοσμίους πολέμους οδήγησε στο όραμα της αντικατάστασης της ακραίας σύγκρουσης με την ακραία ενότητα. Ο πραγματικός λόγος, συνεπώς, που πρέπει κανείς σήμερα ως Γερμανός να πληρώνει για τους Έλληνες βρίσκεται στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν της Ευρώπης. Σε ένα παρελθόν με τα δικά του χρέη προς εξόφληση, η αποπληρωμή των οποίων εκκρεμεί ακόμη από την υπερχρεωμένη ως προς αυτά χώρα. Πρόκειται για το παρελθόν εκείνο που δείχνει ξεκάθαρα πόσο επικίνδυνο είναι να διατηρεί κανείς και στο παρόν της τρέχουσας κρίσης την ίδια παλαιά, βαθιά πεποίθηση: ότι στο τέλος μπορεί στην Ευρώπη να μείνει μόνον ένας…

Η θρησκεία του (υπαρκτού) ευρωπαϊσμού

Φεβρουαρίου 13, 2012 Σχολιάστε

Οι ημέρες και ώρες που προηγήθηκαν της ψήφισης στην Βουλή του νέου προγράμματος δανειοδότησης της χώρας από την Τρόικα, κατέδειξαν ανάγλυφα ότι τα όποια προσχήματα ορθού λόγου συνόδευαν τα επιχειρήματα και την συμπεριφορά μερικών συγκεκριμένων υποστηρικτών του μνημονιακού (μονο)δρόμου οδηγήθηκαν σε καθεστώς άτακτης χρεοκοπίας. Κορυφαίος πολιτικός παράγοντας που σύμφωνα με το βιογραφικό του υπήρξε κάποτε επιστήμονας, κατέληξε να ωρύεται σαν βασιλικότερος «των διεθνών πολιτικών και οικονομικών θεσμών», την ίδια στιγμή που η γνωστή κουστωδία πολιτικών και αναλυτών επιδιδόταν πιο εντατικά από ποτέ στην υπερβολική και ατεκμηρίωτη προπαγανδιστική καταστροφολογία. Οι προφητείες των Ευρωνοστράδαμων για το τι θα συνέβαινε στην χώρα, αν αυτή αντιστεκόταν στους υψηλόβαθμους εγκεφάλους του ευρωδιευθυντηρίου, ξεπέρασαν κάθε φαντασία: άδεια ράφια στα σούπερ μάρκετ, δελτίο στα τρόφιμα, ελλείψεις σε γάλα, πετρέλαιο και άλλα βασικά είδη, σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί, πτώσεις αστεροειδών, μαζικές εξαφανίσεις ειδών, εκρήξεις υπερηφαιστείων, κλπ., κλπ.

Η λογική τεκμηρίωση της καταστροφολογίας αυτής δεν αντέχει σε ιδιαίτερη κριτική. Οι περισσότεροι από τους καταστροφολόγους (θέλουν να) θεωρούν αυθαίρετα δεδομένο ότι σε περίπτωση εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, αυτή θα βρεθεί να έχει επιστρέψει σε εθνικό νόμισμα, ενόσω τα άλλα μέλη της ευρωζώνης θα διατηρούν ακόμα το ευρώ. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι αμφισβητήσιμο με δεδομένη την υψηλή πιθανότητα αλυσιδωτής αντίδρασης και γενικής κατάρρευσης της ευρωζώνης σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από αυτήν. Μια πιθανότητα, η οποία όχι μόνον έχει περιγραφεί ήδη από πολλούς πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές, αλλά και που ενισχύεται από την ίδια την διάθεση των εταίρων να κρατήσουν την Ελλάδα εντός ευρώ. Αν η υπόλοιπη ευρωζώνη δεν κινδύνευε σοβαρά, τότε οι ευρωκαταστροφείς (Eurozerstörer), αμαρτωλόχρεοι (Schuldensünder) Έλληνες θα είχαν προ πολλού εκβληθεί από αυτήν. Κατά συνέπεια, το «όχι» στην νέα δανειακή σύμβαση δεν θα οδηγούσε οπωσδήποτε στον Αρμαγεδδώνα, αλλά ίσως σε μία από τις δύο ακόλουθες καταστάσεις: είτε σε μια αναδίπλωση των ως τώρα αδιάλλακτων δανειστών είτε στην εκκίνηση μιας επικίνδυνης διαδικασίας εξόδου της Ευρώπης, και όχι μόνον της Ελλάδας, από το ευρώ. Και σε αυτή την περίπτωση η νέα δραχμή δεν θα βρισκόταν φυσικά αντιμέτωπη με το υπόλοιπο ευρώ, αλλά με το νέο μάρκο, το νέο φράγκο, κ.ο.κ. Περιττό, βεβαίως, να τονιστεί ότι ακόμη και στην απευκταία περίπτωση της επιβίωσης του ευρώ μετά την έξοδο της Ελλάδας από αυτό, τα καταστροφολογικά σενάρια δεν εξηγούν ποτέ με αναλυτικό και εμπεριστατωμένο τρόπο για ποιον λόγο π.χ. θα προέκυπταν ανυπέρβλητα προβλήματα στις εισαγωγές βασικών αγαθών ή σε άλλους τομείς της οικονομίας.

Σκέψεις και ερωτήματα, όπως τα ανωτέρω, όχι μόνον δεν εξετάζονται σοβαρά από τους φανατικότερους θιασώτες των μνημονίων, αλλά απαξιώνονται συνήθως με συνοπτικές διαδικασίες, περίπου ως έωλες σκέψεις που υπονομεύουν ανεπίτρεπτα την «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας. Μια προοπτική, που η επίκλησή της προϋποθέτει, βεβαίως, να τίθεται διαρκώς υπεράνω κριτικής το ίδιο το εγχείρημα –ή μάλλον δόγμα– του κοινού νομίσματος. Σε αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζει κανείς να υποψιάζεται ότι συχνά απέναντί του δεν βρίσκονται απλώς οι υποστηρικτές μιας συγκεκριμένης άποψης, αλλά πολύ περισσότερο οι οπαδοί ενός δόγματος ή μιας θρησκείας: της θρησκείας μιας συγκεκριμένης εκδοχής ευρωπαϊσμού. Πράγματι, ήδη σε προηγούμενες αναρτήσεις κάναμε λόγο για δύο παράγοντες που κατά ειρωνικό τρόπο αποκαλύπτουν ότι στα θεμέλια του οικοδομήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης κρύβονται στοιχεία, τα οποία παρουσιάζουν μια μάλλον αναπάντεχη διασύνδεση με την βιβλική, παλαιοδιαθηκική σφαίρα των προεπιστημονικών χρόνων της δυτικής Ευρώπης.

Ο ένας παράγοντας είναι η βιβλική χρονολογία του κόσμου, η κεκτημένη ταχύτητα της οποίας μοιάζει να βρίσκεται στην ρίζα της ιδιαίτερα προσφιλούς διαπολιτισμικής και ιδεολογικής γενίκευσης. Της αντίληψης, δηλαδή, ότι οι πολιτισμικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων πληθυσμών της Ευρώπης είναι μεν υπαρκτές, αλλά ήσσονος σημασίας, όσο μικρές θα ήταν αν το χρονικό βάθος της παρουσίας και εξέλιξης των πληθυσμών αυτών και των γλωσσών τους επί ευρωπαϊκού εδάφους περιοριζόταν σε λίγες μόνον χιλιάδες χρόνια. Και σίγουρα τόσο μικρές, ώστε να ασχολούμαστε μόνον με τις «οριζόντιες», οικονομικές ή ταξικές κατατμήσεις σε πανευρωπαϊκή (ή και παγκόσμια) κλίμακα και σχεδόν ποτέ με τις πιο «κάθετες», σαν κι αυτές π.χ. που αναδεικνύονται μέσα από τις γερμανικές ιδιαιτερότητες στην αντίληψη της κρίσης. Και ενώ η πραγματική ηλικία των ευρωπαϊκών γλωσσών και πολιτισμών είναι η προβληματική εκείνη, στην οποία θα επανέλθουμε σύντομα παρουσιάζοντας πολύ πιο αναλυτικά επιστημονικά δεδομένα, οι αναφερθείσες γερμανικές ιδιαιτερότητες αναδεικνύουν τον άλλο «βιβλικό» δάκτυλο που διεκδικεί γενικευτική ισχύ επί όλης της ευρωζώνης: τις κάποτε εκχριστιανισθείσες εκείνες αντιλήψεις περί της σχέσης του ανθρώπου με το χρήμα και την εργασία, που κάνουν την εμφάνισή τους στην εποχή μας υπό την μορφή του κεντροευρωπαϊκού κηρύγματος περί της «σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας». Είναι η συγκεκριμένη αντίληψη υπέρβασης της τρέχουσας ευρωπαϊκής κρίσης, την οποία χαρακτηρίσαμε ως «Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης».

Το περίεργο είναι ότι εκτός από τους ανωτέρω παράγοντες, την ίδια προεπιστημονική, θρησκευτική οσμή φαίνεται τώρα να αναδίδει και το τσουνάμι της καταστροφολογίας, για το οποίο κάναμε λόγο. Υπάρχει, δηλαδή, μια αξιοσημείωτη παραλληλία ανάμεσα σε αυτή την καταστροφολογία και το ρεύμα του καταστροφισμού (Catastrophism) που αναπτύχθηκε τον 19ο αιώνα ως αντίδραση στις πρωτοποριακές τότε επιστημονικές ανακαλύψεις, οι οποίες έριχναν φως στην πραγματική αρχαιότητα του φυσικού κόσμου και του ανθρώπου. Προσπαθώντας να αποκρούσουν τις ανακαλύψεις αυτές (κυρίως στο πεδίο της γεωλογίας και παλαιοντολογίας), οι οποίες άρχιζαν να αναιρούν την βιβλική χρονολόγηση, οι φορείς του καταστροφισμού έσπευδαν να ερμηνεύουν τα υπό διερεύνηση φαινόμενα ως το αποτέλεσμα μεμονωμένων καταστροφικών γεγονότων και θεομηνιών. Η ύπαρξη π.χ. γεωλογικών αποθέσεων που σήμερα γνωρίζουμε ότι χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστούν αποδιδόταν σε στιγμιαίες, καταστρεπτικές θεομηνίες, όπως π.χ. ο κατακλυσμός του Νώε, ούτως ώστε ο σχηματισμός τους να «χωρέσει» στο παραδοσιακό, βιβλικό χρονολογικό περίγραμμα. Κατά έναν παραπλήσιο τρόπο, οι σύγχρονοι, εγχώριοι καταστροφολόγοι αποκρούουν κάθε ερμηνεία της κρίσης της νότιας Ευρώπης και της Ελλάδας που θα μπορούσε να λάβει υπόψη το χρονικό βάθος των ευρωπαϊκών πολιτισμών και τις μεταξύ τους διαφορές. Κατά συνέπεια, αντιμετωπίζουν την ενδεχόμενη απόσχιση της Ελλάδας από την ευρωζώνη με όρους βιβλικού κατακλυσμού και θεομηνίας, οι οποίοι, φυσικά, πόρω απέχουν από τον επιστημονικό ορθολογισμό και την κάπως πιο απροκατάληπτη, ερευνητική νηφαλιότητα.

Το αποτέλεσμα αυτού του παρωχημένα θρησκόληπτου ευρωδογματισμού θα είναι να οδηγήσει εν τέλει την Ελλάδα και άλλες χώρες της ομάδας των PIIGS σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «υπαρκτός ευρωπαϊσμός»: σε ένα ακόμα ιστορικό επεισόδιο πολιτιστικής διάχυσης (diffusion) από την κεντρική Ευρώπη προς άλλα σημεία της ηπείρου, σαν αυτό που οδήγησε στην τραγική μοίρα της ανατολικής –κυρίως σλαβόφωνης– Ευρώπης, όταν αυτή θέλησε να εφαρμόσει τον γερμανικής προελεύσεως κομμουνισμό. Τώρα φαίνεται ότι είναι η σειρά της νότιας Ευρώπης να βιώσει μια πιθανώς παρεμφερή στην ζοφερότητά της περιπέτεια. Εκτός κι αν αυτή την φορά η επιστήμη προλάβει να πει εγκαίρως κάποια σύγχρονη εκδοχή του eppur si muove

«Ελλείμματα» κατανόησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας

Ιανουαρίου 15, 2012 4 Σχόλια

Το φαινόμενο του διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδισμού, στο οποίο αναφερθήκαμε προ καιρού, είναι ένας γενικότερος παράγοντας που μπορεί ασυνείδητα να υπονομεύσει τον τρόπο σκέψης ανθρώπων με επιστημονική κατάρτιση. Ως ένα ευρύτερο πρόβλημα περιλαμβάνει και πολλές ειδικότερες καταστάσεις, όπου η άγνοια των πολιτιστικών διαφοροποιήσεων μεταξύ των λαών ή ο στρουθοκαμηλισμός απέναντί τους οδηγούν τον επιστημονικό τρόπο σκέψης στα βράχια της συχνά επικίνδυνης υπεραπλούστευσης ή της αφελούς αυτοπαγίδευσης σε μη επιστημονικές προσεγγίσεις.

Ένα ιδιαίτερα επίκαιρο παράδειγμα αποτελεί η συζήτηση περί των ελλειμμάτων των προβληματικών χωρών της ευρωζώνης και της σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας ως της ενδεδειγμένης λύσης για την εξυγίανση των εν λόγω οικονομιών. Σε μια περίοδο που πολυάριθμοι εγκέφαλοι των οικονομικών επιστημών καταπιάνονται εντατικά με την ανάλυση των διαφόρων παραμέτρων της κρίσης και σαφώς και με το πρόβλημα των ελλειμμάτων, ένα πολύ μεγαλύτερο έλλειμμα έχει προ πολλού κάνει την εμφάνισή του. Αφορά την κατανόηση του βαθύτερου πνεύματος της περιβόητης, γερμανικού τύπου σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ξεκινώντας από μια θεωρητική αφετηρία που έχει ως άξονα την απλουστευτική γενίκευση και όχι τον διαπολιτισμικό σχετικισμό, αρκετοί αναλυτές μοιάζουν να αποδέχονται την γερμανική αντίληψη των εννοιών του ελλείμματος και της δημοσιονομικής λιτότητας περίπου με όρους κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Ως αυτονόητες διεθνείς κανονιστικές (ή και ηθικές) σταθερές, όπως π.χ. το πράσινο και κόκκινο φανάρι στον σηματοδότη. Το έλλειμμα είναι το «κόκκινο φανάρι», στο οποίο κάθε μικρό παιδί μαθαίνει ότι πρέπει να σταματά, ενώ η δημοσιονομική πειθαρχία είναι κάτι σαν το «πράσινο φανάρι», που αναντίρρητα, χωρίς ανάλυση, συζήτηση ή αμφιβολία, μας δίνει το δικαίωμα σε όλες τις χώρες του κόσμου να συνεχίσουμε την πορεία μας. Σε αντιδιαστολή με την ελληνική λέξη «πειθ-αρχία» (υπακοή μέσω της πειθούς, όπως επισημαίνεται ορθά εδώ), ο εννοιολογικός συσχετισμός της γερμανικής λέξης «Disziplin» με την σφαίρα της σχολικής μάθησης (discipere=«προσλαμβάνω» [γνώση], discipulus=«μαθητής»), όπως αυτός έχει εκφραστεί και με την γνωστή γερμανική επωδό περί των «Hausaufgaben» («σχολικών εργασιών») που οφείλει να κάνει η Ελλάδα, μαρτυρά με την σειρά του ότι κάτι επικίνδυνα σχολικό ή παιδικό κρύβεται πίσω από τις αντιλήψεις που προσπαθούν να κυριαρχήσουν αυτή την περίοδο στην Ευρώπη.

Η Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης…

Δίνοντας στους όρους την απλουστευτικά απόλυτη αξία ενός σχολικού κανόνα, το επόμενο βήμα δεν απέχει πολύ. Είναι αυτό που έκανε πριν λίγο καιρό η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt δημοσιεύοντας τις 10 εντολές για την βιωσιμότητα της ευρωζώνης. Με αυτό τον τρόπο ο εξειδικευμένος επιστήμονας, ο φορέας της σύγχρονης και απροκατάληπτης ερευνητικής μεθοδολογίας, καταλήγει ανύποπτα και άδοξα να υποστηρίζει όχι μόνον την Ευρώπη-Δημοτικό σχολείο, αλλά και την Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης: ένα μοντέλο επίλυσης της οικονομικής κρίσης στην δεκαετία του 2010 μ.Χ. με εξόφθαλμες τις βιβλικές, παλαιοδιαθηκικές του καταβολές.

Για αρκετούς αναλυτές εδώ στην Ελλάδα η ανωτέρω ευτράπελη κατάσταση θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή αφορμή να πιάσουν το νήμα της έρευνας από την αρχή. Να θυμηθούν καταρχάς πόσες φορές συνέβη να βρεθούν σε μια κατάμεστη από κόσμο καφετέρια σε ένα τουριστικό μέρος της χώρας, όπου συχνά ένας και μόνος δύσμοιρος σερβιτόρος καλείται να εξυπηρετήσει 50 και 100 θαμώνες. Ακόμη και οι θιασώτες της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας θα δυσανασχετούσαν απέναντι στον ιδιοκτήτη του καταστήματος, που δεν προσέλαβε τουλάχιστον άλλον έναν υπάλληλο για την σωστότερη εξυπηρέτηση των πελατών. Κι όμως, ο εν λόγω επιχειρηματίας δεν κάνει τίποτε άλλο από το να τηρεί την αρχή της δημοσιονομικής αρετής. Απασχολώντας μικρότερο αριθμό υπαλλήλων αυξάνει την πιθανότητα τα έξοδά του να είναι λιγότερα από τα έσοδα. Εάν, μάλιστα, τα π.χ. δύο ή τρία γκαρσόνια που συνολικά απασχολεί (αντί για 5 ή 6) έχουν υψηλό βαθμό εμπειρίας και ικανότητας, θα καταφέρουν – ασθμαίνοντας μεν, αλλά ποιος νοιάζεται… – να σώσουν τα προσχήματα της σχετικά ικανοποιητικής εξυπηρέτησης των πελατών.

Το επόμενο βήμα του ερευνητή θα ήταν λογικά να διερευνήσει μεθοδικά ποιο είναι το ακριβές βιωματικό φορτίο των επίμαχων όρων, κυρίως της «δημοσιονομικής πειθαρχίας», μέσα στο context όχι μόνον της γλώσσας, αλλά και της καθημερινής πρακτικής του πολιτισμού που τον κηρύττει. Και αν η κεντρική Ευρώπη φαντάζει κάπως μακριά, ιδίως για κάποιον που δεν μιλά την γερμανική γλώσσα, τότε η έρευνα μπορεί να γίνει εξίσου καλά και εδώ στην Ελλάδα. Τα γερμανικά ιδρύματα που βρίσκονται στην χώρα μας, όπως π.χ. το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, η Γερμανική Σχολή Αθηνών, το ινστιτούτο Goethe, προσφέρουν την δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο ερευνητή να μελετήσει το πώς αντιλαμβάνονται την σχέση ελλειμμάτων και δημοσιονομικής λιτότητας αυτοί που επιθυμούν να εξαγάγουν την δική τους αυτή αντίληψη και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Θα μπορούσε π.χ. κανείς να διερευνήσει την αναλογία εργασιών και προσωπικού και να διαπιστώσει πόσοι είναι οι εργαζόμενοι, που χάρη στην εμπειρία και την αναμφίβολα υψηλού επιπέδου, συστηματική κατάρτισή τους καταφέρνουν – ασθμαίνοντας μεν, αλλά ποιος νοιάζεται… –  να διατηρούν σε ικανοποιητικό επίπεδο την λειτουργία των ιδρυμάτων. Άλλες παράμετροι, όπως η πιθανότητα πως ό,τι στον έναν πολιτισμό θεωρείται το μεμονωμένο «μικρόβιο» του χρήματος (π.χ. η νοοτροπία ενός εργοδότη) στον άλλο αποτελεί αυτονόητη, διαρκή «πανδημία» ή το ενδεχόμενο αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως μέσον για την επίτευξη ενός στόχου (σφιχτά δημοσιονομικά), στον πολιτισμό προέλευσής του να αποτελεί ηθικό και ψυχολογικό αυτοσκοπό, ανήκουν προφανώς σε πιο προχωρημένες φάσεις της ίδιας έρευνας, που μάλλον κανείς δεν θα κάνει.

Θα μπορούσε κανείς να στοιχηματίσει άφοβα ότι οι περισσότεροι από τους εν Ελλάδι αναλυτές, οικονομολόγους ή και δημοσιογράφους, που σπεύδουν να προσχωρήσουν στην άποψη ότι «το πρόβλημα είναι τα ελλείμματα» και ότι «χρειαζόμαστε σφιχτή δημοσιονομική πολιτική», ενδεχομένως δεν γνωρίζουν καν σε ποιο σημείο της Αθήνας βρίσκονται τα ανωτέρω γερμανικά ιδρύματα. Και είναι λογικό. Η απλοϊκή γενίκευση, η επείσακτη ηθικολογία, η εσκεμμένη σύγχυση ανάμεσα στην καθημερινή «μικροοικονομική» σφαίρα και την διάσταση των (δια)κρατικών οικονομικών, το «πράσινο» και «κόκκινο φανάρι» στον σηματοδότη και οι «σχολικές εργασίες» του καλού μαθητή είναι πράγματα πολύ πιο εύκολα από την απροκατάληπτη επιστημονική έρευνα, την κριτική αμφισβήτηση των εκάστοτε θεσφάτων και τον έλεγχο της αυθεντίας του ισχυρού, ιδίως, μάλιστα, όταν πιστεύουμε ακράδαντα ότι πρέπει να «ανήκωμεν» και εμείς στην πλευρά του τελευταίου…

Προσχέδιο του 2012

Ιανουαρίου 2, 2012 2 Σχόλια

Όταν πριν ένα χρόνο ακουγόταν η ευχή «ευτυχισμένο το 2012», με την οποία εκφραζόταν η ματαιότητα οποιασδήποτε ευχής για το 2011, ήταν ήδη ξεκάθαρο ότι το έτος που μόλις τελείωσε θα ήταν για την χώρα ένα από τα χειρότερα των τελευταίων δεκαετιών. Πράγματι, με εξαίρεση ορισμένες παράλογες και παράταιρες φωνές, οι οποίες επί τη βάσει εξωπραγματικών ή και ευτράπελων επιχειρημάτων προσπάθησαν κατά καιρούς να καλλιεργήσουν ένα κλίμα ψευδαισθητικής αισιοδοξίας («Αρχές του 2012 θα βγούμε στις αγορές», «Θα τα καταφέρουμε», κλπ.), το μεγαλύτερο κομμάτι των Ελλήνων ήταν και είναι σε θέση να αντιληφθεί πόσο δραματική είναι η κατάσταση και πόσο δυσοίωνες οι προοπτικές για το άμεσο, τουλάχιστον, μέλλον.

Η Ελλάδα το 2011…

Μια απλή ματιά στις ειδικότερες και ευρύτερες πτυχές της κρίσης αρκεί για να καταδείξει το μέγεθος και τον πιθανώς αδιέξοδο χαρακτήρα του προβλήματος: το ελληνικό δημόσιο έχει ουσιαστικά χρεοκοπήσει για πέμπτη φορά στην σχετικά βραχεία ιστορία του, τώρα, όμως, όντας ενταγμένο σε ένα ευρύτερο, και ακόμα πιο χρεοκοπημένο ενιαίο νομισματικό και γενικότερα οικονομικό σύστημα. Ένα σύστημα, που κατέληξε να έχει οδηγήσει ισχυρά κράτη, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, στο χείλος της δικής τους οικονομικής καταστροφής, που επιστρατεύει φτωχές χώρες, όπως π.χ. η Εσθονία, για να συνεισφέρουν οικονομικά υπέρ της «σωτηρίας» άλλων, πολύ πλουσιοτέρων κρατών-μελών, και του οποίου οι σπιθαμιαίοι αξιωματούχοι κατάντησαν να παρακολουθούν με…κομμένη την ανάσα το ελληνικό απεργιακό δελτίο.

Παράλληλα, η ανεγκέφαλη και άνανδρη πολιτική ηγεσία της χώρας τα τελευταία δύο χρόνια προσέθεσε στην κρίση ενός δημοσίου ταμείου και αυτήν της διεθνούς εικόνας ενός ολόκληρου λαού. Στην θλιβερή εκστρατεία του αυτοδυσφήμισης της χώρας στο εξωτερικό, ο «Έλληνας της διασποράς», πρώην πρωθυπουργός Γ.Α.Π. δεν έλαβε υπόψη του ούτε καν τους ομοίους του, δηλαδή τους άλλους Έλληνες της διασποράς, κυρίως της ευρωπαϊκής. Συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ενεργοποίηση όλων των απαξιωτικών κλισέ που συνοδεύουν τους νότιους Ευρωπαίους σε βορειότερα πλάτη της ίδιας ηπείρου, εξέθεσε τους Έλληνες που κατοικούν εκεί σε μια ευρεία γκάμα ρατσιστικών συμπεριφορών, που χαρακτηρίζουν την «βαθιά» κουλτούρα τμημάτων του εκεί πληθυσμού. Την ίδια περίοδο, στην πρωτεύουσα της χώρας, την Αθήνα, ο συνδυασμός ανικανότητας, δόλιων συμφερόντων και σκοτεινών μικροκομματικών και παρακρατικών σκοπιμοτήτων άφηνε το κέντρο έρμαιο μιας εκτός ελέγχου παράνομης μετανάστευσης και εγκληματικότητας ή το μετέτρεπε σε πεδίο μάχης πολιτών με «κουκουλοφόρους» αφήνοντας πίσω νεκρούς, κατεστραμμένες περιουσίες και αποκρουστικές σκηνές που έκαναν διαρκώς τον γύρο του κόσμου.

Σε ακόμα μεγαλύτερη απαισιοδοξία οδηγεί η αναζήτηση κάποιου έστω παράγοντα που θα μπορούσε να οδηγήσει τα πράγματα σε μια πιο θετική κατεύθυνση. Με εξαίρεση τους πιο δογματικούς ή ρομαντικούς ευρωπαϊστές, γίνονται διαρκώς όλο και λιγότεροι αυτοί που πιστεύουν ότι θα ορθοποδήσουμε πατώντας πάνω στο σαθρό έρεισμα της ευρωζώνης, το παραδομένο στις εμμονές της ίδιας «βαθιάς» κουλτούρας που αναφέρθηκε πιο πάνω. Επιεικώς δυσπιστία προκαλούν πλέον και πολλά μέλη της ελληνικής πνευματικής, επιστημονικής και γενικώς διανοούμενης ελίτ, που κατά την διάρκεια της κρίσης όχι απλώς επέδειξαν σοβαρά μεθοδολογικά ελλείμματα στις αναλύσεις τους, όχι μόνον ελίτισαν ανεπίτρεπτα, αλλά στην συνήθως άκρατη και άκριτη δυτικόστροφη ματιά τους έδειξαν να μην υποψιάζονται καν ότι η γενίκευση, δηλαδή η αντίληψη ότι υπάρχουν π.χ. πολιτικές και οικονομικές αρχές ή συνταγές αυτονόητα κατάλληλες για όλους τους λαούς, είναι μόνον ένας από τους τρόπους προσέγγισης της πραγματικότητας. Σε μια χώρα, όπου τόσο η αναφερθείσα ελίτ όσο και όλα τα σκέλη του πολιτικού της φάσματος (δεξιά και αριστερά) έχουν εθιστεί στην ιδεολογική γενίκευση, δεν είναι π.χ. περίεργο ότι υπήρξαν άνθρωποι που «εξεπλάγησαν» ή «απογοητεύτηκαν» από την γερμανική στάση, η οποία πηγάζοντας από βαθύτερες, ιδιοσυγκρατικές πολιτισμικές ροπές δεν μπορεί να ερμηνευτεί εύκολα με όρους γενικευτικών πολιτικοοικονομικών θεωριών (πόσο μάλλον «κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού»). Και σε αυτή την χώρα ήταν επόμενο να έρθουν τελικά τρεις μάλλον μέτριοι ξένοι τεχνοκράτες, που κάνοντας ένα εσπευσμένο ποτ πουρί των συνταγών που είχαν ως τότε ήδη εφαρμόσει σε άλλες χώρες, έδωσαν την χαριστική βολή στην ελληνική οικονομία. Μια χαριστική βολή που προωθήθηκε, φυσικά, με ακόμα πιο δραστικό τρόπο από τις στρατηγικές εφαρμογής των μνημονίων εκ μέρους του πανικόβλητου κομματικού κράτους, το οποίο επιλέγοντας ανάμεσα στην δική του επιβίωση και αυτήν του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, επέλεξε φυσικά να αφήσει στο απυρόβλητο όλες τις σκανδαλωδώς διαπλεκόμενες με αυτό ομάδες.

Μέσα σε αυτό το αδιέξοδο σκηνικό τι μπορεί να περιμένει κανείς από το 2012; Η απομάκρυνση από τον δημόσιο βίο μέσω των εκλογών (αν γίνουν) ενός μεγάλου μέρους των «δεινοσαύρων» εκείνων της πολιτικής, ιδίως των δύο μεγάλων κομμάτων και του ΛΑ.Ο.Σ., που έφεραν την χώρα ως εδώ, θα ήταν σίγουρα ένα βήμα προς τα εμπρός. Εντούτοις, ένα ακόμα πιο σημαντικό βήμα που θα μπορούσαμε να κάνουμε το νέο έτος είναι αυτό που επιτάσσει κάθε μεγάλη και βαθιά κρίση: να επανεξετάσουμε εξ αρχής όλα μας τα δεδομένα. Τα προβληματικά εκείνα στοιχεία της βασικής μας κρατικής και πολιτικής οργάνωσης, που μάθαμε να θεωρούμε αυτονόητα και να τα αναπαράγουμε σαν την «σκοπιά στο παγκάκι» του γνωστού ανεκδότου, και τα οποία δεν πρόκειται να διορθωθούν με απλές «διαρθρωτικές αλλαγές», όσο επιβεβλημένες και ωφέλιμες κι αν είναι κάποιες από τις τελευταίες.

Αν και λόγω της επικαιρότητας της κρίσης ξεκίνησε μερικούς μήνες πριν, το παρόν ιστολόγιο αποτελεί το συνοδευτικό μέρος ενός βιβλίου, το οποίο είναι προγραμματισμένο να κυκλοφορήσει στο πρώτο μισό του νέου έτους από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Βασικό του θέμα είναι η αναζήτηση της «πρώτης αρχής του ελληνικού πολιτισμού», της προέλευσης, με άλλα λόγια, του πολιτισμού εκείνου που επρόκειτο να αναπτυχθεί στην νοτιοανατολική Ευρώπη έχοντας ως φορέα την ελληνική γλώσσα. Το πραγματικά ενδιαφέρον, όμως, στο ζήτημα αυτό είναι ότι η προέλευση της ελληνικής γλώσσας είναι αλληλένδετη με την προέλευση και μιας ολόκληρης σειράς άλλων γλωσσών, με τις οποίες η ελληνική συναπαρτίζει την λεγόμενη ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Και οι καταβολές της τελευταίας αποτελούν τον πυρήνα ενός από τα πιο δισεπίλυτα προβλήματα στην ιστορία της επιστήμης: του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος, δηλαδή της διαλεύκανσης της προέλευσης, του μηχανισμού διασποράς, αλλά και του χρονικού βάθους (δηλ. της ηλικίας) των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Καθώς στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια ανήκουν οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, η προέλευση του ελληνικού πολιτισμού είναι, συνεπώς, άρρηκτα συνδεδεμένη με την προέλευση του ευρωπαϊκού πολιτισμού ή, ίσως ορθότερα, των ευρωπαϊκών πολιτισμών. Το σημείο που το βιβλίο τελειώνει, δηλαδή η διατύπωση μιας νέας πρότασης λύσης του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος μέσω της διεξοδικής εξέτασης όλων των διαθεσίμων επιστημονικών δεδομένων, είναι το σημείο που αυτό το ιστολόγιο ουσιαστικά αρχίζει. Έχοντας εκθέσει συστηματικά τα στοιχεία που προκύπτουν από την μακροχρόνια και διεθνή διεπιστημονική έρευνα ιδίως του χρονικού βάθους των γλωσσών και της πορείας στον χρόνο των ευρωπαϊκών πολιτισμών, μια εντελώς νέα προσέγγιση των πραγμάτων θα είναι δυνατή. Αυτή θα αφορά όχι μόνον το απώτερο παρελθόν της Ελλάδας και της Ευρώπης, αλλά πιθανώς θα έχει και ορισμένες ανατρεπτικές προεκτάσεις για το παρόν και το μέλλον τους.

Είναι ακριβώς οι προεκτάσεις αυτές, που θα εκτίθενται σποραδικά μέσα από το παρόν ιστολόγιο, όπου στην πορεία του νέου έτους, τους μήνες που θα ακολουθήσουν την έκδοση του βιβλίου, θα είναι δυνατόν να παρουσιαστεί σταδιακά μια πρόταση επαναθεμελίωσης της κρατικής και πολιτικής δομής της χώρας πάνω σε βάσεις λίγο διαφορετικές από αυτές που μας οδήγησαν (και πάλι) ως εδώ. Μια νέα οπτική κατά το δυνατόν απροκατάληπτη από μια σειρά εδραιωμένων μύθων και επιστημονικά παρωχημένων παραδοχών, που βρίσκονται στην ρίζα της ελληνικής και ευρωπαϊκής χρεοκοπίας, την οποία βιώνουμε. Ιδίως ως προς την Ελλάδα, η πρόκληση που θέτει κάθε μεγάλη κρίση, δηλαδή η ριζική και θαρραλέα αναθεώρηση όλων των «δεδομένων» και «αυτονοήτων», είναι εν τέλει ίσως το μοναδικό πραγματικό φως στο τούνελ του παρόντος αδιεξόδου. Η μοναδική ελπίδα να σταθούμε ξανά στα πόδια μας όχι ως εθελόδουλη αποικία της όποιας «Δύσης» ή «Ανατολής», αλλά ως κράτος με αυτοδύναμο τρόπο σκέψης και δράσης, το οποίο θα επιτρέψει κάποια στιγμή στους διαπρεπείς εκπροσώπους των «διεθνών πολιτικών και οικονομικών θεσμών» να επιστρέψουν αμέριμνοι στα ειρηνικά τους χόμπι