Αρχείο

Posts Tagged ‘ελιτισμός’

Το λόμπι του ευρώ

Οκτώβριος 7, 2012 4 Σχόλια

Η δήλωση που έκανε προ ημερών ο πρώην Γερμανός καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ, ότι μέχρι σή­μερα «δεν έχει δοθεί στην Ελλάδα ούτε σεντ από τον γερμανικό προϋπολογισμό», ίσως έφερε στο μυαλό πολλών εδώ στην Ελλάδα μια χαρακτηριστική τηλεοπτική εικόνα: διάφορους κορυ­φαίους εκπροσώπους της ελληνικής πολιτικής ζωής, της οικονομίας και της δημοσιογραφίας να κάνουν διαρκώς λόγο για «τα λεφτά που μας δίνουν οι Ευρωπαίοι», για «τα πακέτα βοήθειας που θα μας σώσουν» ή για την καταστροφή που θα συμβεί «αν δεν έρθει η επόμενη δόση», κλπ. Η δήλωση αυτή του Χ. Σμιτ φέρνει σε εξαιρετικά δύσκολη θέση πρό­σωπα, όπως π.χ. ο Γ. Παπακωνσταντίνου, η Ντ. Μπακογιάννη, ο Λ. Παπαδήμος ή ο Γ. Στουρ­νάρας. Και αυτό γιατί τους τοποθετεί αυτόματα στον ρόλο εκείνων που αποδεικνύεται πως γίνονται «βασιλι­κότεροι του βασιλέως», όταν επιδεικνύουν υπερβάλλοντα ζήλο στην προώ­θηση των πολιτικών που έχουν αναλάβει να διεκπεραιώσουν. Φυσικά, δεν χρειαζόταν καν η δήλωση του Σμιτ για να αποκαλύψει το τι είδους διαδικασία συντελείται τα τελευταία τρία χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Ίσως μόνον στην Γερμανία να έχουν απομείνει ελάχιστοι που δεν έχουν ακόμη πληροφορηθεί ότι το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλά­δας είναι στην ουσία πρό­γραμμα διάσωσης των δανειστών της. Μια γιγαντιαία επιχείρηση με­ταφοράς χρημάτων από τους λογαριασμούς των Ευρωπαίων φορολογουμένων σε αυτούς των τραπεζών των αξιότιμων κυρίων Ackermann, Weidmann, Blessing, κλπ. Την ίδια στιγμή, το αντίτιμο που κλήθηκε να πληρώσει η Ελλάδα για την σωτηρία των δανειστών της, ήταν αυτό που συνήθως πληρώνουν οι χώρες με ηγεσίες ανεπαρκείς, συμπλεγματικές ή και εξαρτημένες: η σχεδόν πλήρης κατα­στροφή της οικονομίας μέσω της υποταγής στην γερμανική νεύρωση της λιτότητας, καθώς και η υποθήκευση στους δανειστές της χώρας και του όποιου πλούτου της, δημόσιου και ιδιωτικού, τωρινού και ενδεχόμενου μελλοντικού.

Κι όμως, ακόμα και σήμερα οι ίδιοι οι υπεύθυνοι για την κατάσταση συνεχίζουν να προπαγαν­δίζουν την ανάγκη να συνεχιστεί ο θανατηφόρος εναγκαλισμός της χώρας με τους Εμπόρους των Εθνών, μέσω της «πάση θυσία» παραμονής της στο κοινό νόμισμα. Καταγγέλλονται όσοι δεν θεωρούν «ταμπού» (!) το ευρώ, ενώ όσοι έχουν διαφορετική άποψη επί του θέματος στιγμα­τίζονται συχνά ως ανήκοντες στο «λόμπι της δραχμής». Και είναι σίγουρα αλήθεια ότι υπάρχουν –πάντα υπάρχουν– κάποιοι που έχοντας επενδύσει με δόλιους τρόπους στην προοπτική επι­στροφής σε εθνικό νόμισμα θα ωφελούνταν αθέμιτα από μια τέτοια εξέλιξη. Όπως, όμως, κατα­νοεί κάθε απροκατάληπτος νους, το ίδιο ακριβώς ισχύει και με το ευρώ. Και σε αυτό έχουν επενδύσει διάφοροι κύκλοι (πρώτοι και καλύτεροι οι ίδιοι οι δανειστές), ελπίζοντας ότι μέσω της «πάση θυσία» παραμονής της χώρας σε αυτό θα ευοδωθούν τα δικά τους σχέδια. Κάθε δράση, μη δράση ή αντίδραση στην ζωή και στην οικονομία αναγκαστικά ωφελεί ή ζημιώνει συγκεκρι­μένους ανθρώπους ή ομάδες συμφερόντων. Άρα, είναι προφανές ότι η φιλολογία περί του «λό­μπι της δραχμής» δεν αποτελεί σοβαρό επιχείρημα, αλλά συνιστά μια μάλλον σκόπιμη τακτική αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης. Μια τακτική, που, όπως και αυτή της τραγε­λαφικής καταστροφολογικής φρενίτιδας (των…σεισμών, λιμών και καταποντισμών που υποτί­θεται θα ενσκήψουν, αν η χώρα εγκαταλείψει την ευρωζώνη), προδίδει στην καλύτερη περί­πτωση το αδιέξοδο και την αμηχανία, και στην χειρότερη τον σκοτεινό ρόλο των εμπνευστών της. Πράγματι, αν αποπειραθεί κανείς να κατηγοριοποιήσει τα μέλη του «λόμπι του ευρώ», θα διαπιστώσει ότι σε μεγάλο βαθμό τα κίνητρά τους κάθε άλλο παρά έχουν να κάνουν με την προοπτική της χώρας.

Περίοπτη θέση στην προπαγάνδα υπέρ του ευρώ κατέχουν π.χ. όσοι κύκλοι της ελληνικής πολι­τικής και οικονομικής ζωής προσδοκούν συγκεκριμένες απολαβές, υλικής και άλλης φύσεως από την διαπλοκή τους με συγκεκριμένους παράγοντες στην Ευρώπη. Ο λόγος είναι εδώ για αμαρτωλούς πολιτικούς, οι οποίοι είναι εδώ και χρόνια εταίροι ξένων, κυρίως γερμανικών συμφερόντων και που η ενδεχόμενη αποκάλυψη του ρόλου τους, μέσω π.χ. της υπόθεσης της Siemens, θα μπορούσε να τους οδηγήσει στην δικαιοσύνη. Στην πρώτη γραμμή της υπεράσπισης του ευρώ βρίσκονται, επίσης, και παράγοντες της οικονομίας, οι οποίοι μέσω π.χ. της «απελευθέρωσης» της αγοράς εργασίας που επιτυγχάνεται με το μνημόνιο νιώ­θουν ίσως την γλυκιά γεύση «απελευθέρωσης» και των βαθύτερων φυσικών ορμεμφύτων του τυφλού κέρδους. Οι ιδιοτελείς και αθέμιτες αιτίες της υποστήριξης του ευρώ προδί­δονται συχνά με χαρα­κτηριστικό τρόπο και από τις αντιστοίχως αθέμιτες, σπασμωδικές κινή­σεις τρομοκράτησης της κοινωνίας από παραδοσιακούς μεγαλοπαράγοντες του ελληνικού τύπου.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι το τμήμα εκείνο του «λόμπι του ευρώ», το οποίο μέσα από την ζηλωτική υποστήριξη του κοινού νομίσματος μοιάζει να αποκομίζει (και) ψυχολογικά οφέλη. Στο «μετερίζι» αυτό συναντώνται ετερόκλητες κατηγορίες ανθρώπων: ορισμένοι παραδοσιακοί, δυτικό­στροφοι διανοούμενοι που ως έναν βαθμό πάντα ονειρεύονταν την Ελλάδα ως αποικία ή επαρχία της «Δύσης», ελιτίζοντες αντιλαϊκιστές που θέλουν να δουν τον λαό να τιμωρείται για τις μη δυτικο­πρεπείς νοοτροπίες του, άτομα που στην νεότητά τους υπήρξαν αριστερών πεποι­θήσεων και αργότερα κατέληξαν στο άλλο άκρο, υποστηρίζοντας πλέον ακόμα και τις πιο ακραίες εκφράσεις αντικρατισμού και νεοφιλελευθερισμού (βλ. Γ. Στουρνάρας), μερι­κοί Έλληνες επιστή­μονες του εξωτερικού που σαν τον Λ. Παπαδήμο αισθάνονται πλέον ως «πατρίδα» τους τον κύκλο των ξένων συναδέλφων τους και τα κοινά τους «πρότζεκτ», ορισμένοι άλ­λοι, επιστή­μονες συνήθως και αυτοί στο εξωτερικό, των οποίων η χαρακτηριστική προσπάθεια απα­ξίωσης συλλήβδην της χώρας και συνολικά των κατοίκων της μοιάζει να λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο ενός ψυχολο­γικού μηχανισμού που θα μπορούσε να ονομαστεί «σκοτώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία», καθώς και ορισμέ­νοι κακώς εννο­ούμενοι κοσμοπολίτες και γυρολόγοι του εξωτερικού (π.χ. σαν τον ΓΑΠ) που, μη έχοντας ποτέ την εμπειρία μιας συμπαγούς κουλτούρας αναφοράς, κατέλη­ξαν να βλέπουν την Ελλάδα από την σκοπιά των προβληματικών γενικεύσεων ενός ανερμάτιστου, πο­λυπολιτι­σμικού «χυλού».

Αισθητά λιγότερες είναι, αντιθέτως, οι κατηγορίες των ανθρώπων που υποστηρίζουν ακόμα την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ για λόγους φαινομενικά ή πραγματικά ανιδιο­τελείς. Όσοι θε­ώρησαν χρήσιμη ολίγη ξένη επικυριαρχία, με το πρακτικό επιχείρημα ότι υπό τον ζυγό της τρόικας το κομματικό κράτος θα πιεζόταν να κάνει όσα από μόνο του δεν θα έκανε ποτέ, μάλ­λον θα αισθάνονται ότι εν τέλει κάτι δεν πήγε καλά στους υπολογισμούς τους. Σημα­ντική είναι και η κατηγορία των ρομαντικών εκείνων που συνδυάζουν τον ευρωπαϊσμό με τον αριστερής κοπής διεθνισμό και, συνεπώς, θεωρούν ακόμη εφικτή την Ευρώπη –και προφανώς και το ευρώ– «των λαών». Στην πραγματικότητα, ίσως είναι μόνον δύο οι ρεαλιστι­κές φωνές υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει όσους θεω­ρούν την όσο το δυνατόν στενό­τερη πρόσδεση της Ελλάδας στα (όποια) ευρωπαϊκά πράγ­ματα ως την καλύτερη εγγύηση για την ασφάλειά της στην προβληματική βαλκανική γειτονιά μας. Η δεύτερη ομάδα, ολι­γάριθμη ακόμα στην Ελλάδα (αλλά με υποστη­ρικτές στο εξωτερικό), θα μπορούσε κάλλιστα να συνδυαστεί αρμονικά με την πρώτη. Πρόκειται για την άποψη ότι η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να μείνει στο ευρώ, σε ένα ευρώ, όμως, που δεν θα περιλαμβάνει την Γερμανία. Διαπιστώνοντας την έντονη πολιτισμική ασυμβατότητα που υπάρχει εντός της Ευρώπης και υιοθετώντας την οπτική των χωριστών «ευ­ρωπαϊκών ενώσεων», η άποψη αυτή ταυτίζεται σε με­γάλο βαθμό με αυτήν που έχουμε εκφράσει και εδώ στο παρελθόν.

Η δυναμική επιδίωξη μιας ευρωζώνης χωρίς την Γερμανία θα μπορούσε, πράγματι, να αποτελέ­σει την μοναδική ρεαλιστική εναλλακτική της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, τόσο για εμάς όσο και για άλλες χώρες της Μεσογείου. Και η επιστροφή, όμως, στο εθνικό νόμισμα θα έπρεπε να αποτελεί ένα διαρκώς ανοιχτό σενάριο – μέσο πίεσης για κάθε πολι­τική τάξη που θέτει το συμφέ­ρον του λαού της πάνω από αυτό των εκάστοτε εξωτερικών συμφερόντων. Πόσω μάλλον που μέσω της πρόσφα­της ιστορίας με τους μεγαλοκαταθέτες σε ξένες τράπεζες αποκαλύπτεται ότι υπάρχουν τρόποι βρα­χυπρόθεσμης στήριξης της οικονομίας κατά την δύσκολη περίοδο μετάβασης στην δραχμή μέσω άμεσης εισροής αρκετών δισεκατομμυρίων, αρκεί φυ­σικά να υπάρχει η σχετική βούληση και αποφασιστικότητα. Δυστυχώς για την Ελλάδα, όμως, η υπόθεση της οικονομικής της επιβίωσης, δεν καθορίζεται από τις ανιδιοτελείς και πιο ρεαλιστικές αυτές προ­σεγγίσεις, αλλά συνεχίζει να αποτελεί έρμαιο αυτού που περιγράψαμε ως «λόμπι του ευρώ» και των ιδιοτελών κινήτρων του, υλικών και ψυχολογικών. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Α. Σαμαράς θα υπο­δεχτεί σε λίγες μέρες την Α. Μέρκελ όχι για να τις αναπτύξει θέσεις, όπως οι παραπάνω, αλλά με την ανεδαφικά καλή προαίρεση που τον έκανε δυστυχώς ήδη να διακηρύξει δημοσίως, ελαφρώς παραφρασμένη, την γνωστή κινημα­τογραφική ατάκα «οι Γερμα­νοί είναι φίλοι μας»

Advertisements

Ελληνική κρίση: ελιτισμός εναντίον λαϊκισμού

Νοέμβριος 21, 2011 2 Σχόλια

Είναι γνωστό ότι το 1453, τις παραμονές της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, ορισμένοι κύκλοι εντός των πολιορκημένων διέδιδαν ότι ήταν γραφτό να καταληφθεί η Πόλη από τον κατακτητή, αφού αυτή θεωρούσαν πως ήταν η δίκαιη τιμωρία του Θεού για τις αμαρτίες των τότε Ελλήνων. Δεν είναι γνωστό, πάντως, εάν οι κύκλοι αυτοί αισθάν­θηκαν ένα αίσθημα δικαίωσης, όταν συντελέστηκε αυτό που η ηθικιστική τους διάθεση (στην πιο αθώα εκδοχή των πραγμάτων) τους προέτρεπε να κηρύττουν.

Περίπου 560 χρόνια μετά, με αφορμή την τρέχουσα οικονομική κρίση, τις κοινωνικές αντιδράσεις, το κίνημα των Αγανακτισμένων και γενικώς των αγανακτισμένων πολιτών, ένα παρόμοιο φαινόμενο έκανε από την πρώτη στιγμή την εμφάνισή του. Ένας σεβαστός αριθμός διανοουμένων, πολιτικών και γενικώς ελιτιζόντων αναλυτών της κατάστασης έσπευσε να διατυπώσει μια εντυπωσιακά όμοια επιχειρηματολογία κατά των λαϊκών αντιδράσεων. Σύμφωνα με αυτήν, οι περισσότεροι από τους εξεγειρόμενους και τους πάσης φύσεως Αγανακτισμένους δεν δικαιούνται να ομιλούν, διότι ευθύνονται και οι ίδιοι για την παρούσα δραματική κατάσταση. Οι «αμαρτίες» τους αυτή την φορά συνίστανται π.χ. στο ότι επί χρόνια ψήφιζαν πολιτικούς γνωστής ανικανότητας και φαυλότη­τας, στην συμμετοχή τους στο πελατειακό σύστημα ή στην «υπανάπτυκτη», αντιευρωπαϊκή τους νοοτρο­πία (π.χ. φοροδιαφυγή). Με δεδομένο, μάλιστα, πως αρκετοί αντιδρώντες είναι άτομα νεα­ρής ηλικίας που βαρύνονται ελάχιστα ή καθόλου από το ανωτέρω «ποινικό μητρώο», κάποιοι σπεύδουν ενίοτε να επεκτείνουν τον ηθικισμό, καταλογίζοντας και σε αυτά τα πρόσωπα «ευ­θύνες», όπως είναι π.χ. η επί μακρόν εξάρτηση από την οικογένεια ή η υπό το πρίσμα της επαγγελματι­κής αποκατάστασης λανθασμένη επι­λογή αντικειμένου σπου­δών που είχε ως αποτέλεσμα την ανεργία.

Αγανακτισμένοι: Ξερά ή χλωρά; Θύτες ή θύματα; Ή μήπως δεν έχει σημασία;

Σε αντίθεση με την ανωτέρω τάση, η οποία λόγω της μονόπλευρα ηθικιστικής της διά­θεσης (στην πιο αθώα εκδοχή των πραγμάτων) απενοχοποιεί σαφώς την πολιτική, οικονομική και πνευματική ελίτ, προκειμένου να ενοχο­ποιήσει όσους δεν ανήκουν σε αυτήν, εμφανίστηκε, φυσικά, εξαρχής και το αντίπαλον δέος: ο λαϊκι­σμός, ο οποίος αντιστρέφει τα πράγματα απενοχοποιώντας πλήρως τους πολίτες και ενοχοποιώντας αποκλειστικά την εξουσία, κυρίως την πολιτική. Πρόκειται σαφώς για εκείνο το είδος των ακραίων τάσεων, το οποίο δημιουργεί την βάσιμη αίσθηση ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου στην μέση. Επειδή, όμως, η αλήθεια βρίσκεται κάπου και όχι ακριβώς στην μέση, είναι χρήσιμο να δούμε ποια τάση μπορεί να βρίσκεται εγγύτερα στην πλευρά του δικαίου. Ποιοι προσεγγίζουν εν τέλει πιο πολύ την πραγματι­κότητα, αυτοί που στρέφουν την κριτική προς τα πάνω ή αυτοί που την κατευθύνουν προς τα κάτω; Δυστυχώς για τους ελιτίζοντες φαίνεται ότι υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα που υποσκάπτουν σε σημαντικό βαθμό την πολεμική κατά των πολιτών. Μερικά από αυτά είναι:

1. Σε κάθε πολυπληθές κίνημα ή ρεύμα αντίδρασης υπάρχουν ξερά και χλωρά, δίκαιοι και άδικοι. Δεν έχει υπάρξει ποτέ ευρείας έκτασης κινητοποίηση, στην οποία να μην συμμετέχουν και άνθρωποι που έχουν λιγότερο από άλλους δίκιο να διαμαρτύρονται. Αν εξ αυτού του λόγου είχε πάψει να υφίσταται και να δρα κάθε κίνηση διαμαρτυρίας στην ιστορία, τότε θα βρισκόμασταν ακόμα στην Παλαιο­λιθική εποχή.

2. Το ψάρι (και αυτής της κρίσης) βρωμάει απ΄ το κεφάλι. Όποιες κι αν είναι οι ευθύνες των πολιτών, ο (φανταστικός φυσικά) δικαστής θα δίκαζε αυτούς που άσκησαν εξουσία, πήραν αποφάσεις και έβαλαν υπο­γραφές. Όχι αυτούς που τους ψήφισαν, δικαίως ή αδίκως, έχοντας κρατηθεί, μάλιστα, επί μακρόν στο σκοτάδι για οτιδήποτε έχει να κάνει με το ζήτημα του κρατικού δανεισμού. Η κεφαλή είναι, επίσης, πάντοτε αυτή που δίνει το παράδειγμα και τον ρυθμό στην κοινωνία. Ένα νοσηρό σύστημα εξουσίας μπορεί να εκμαυλίσει και να διαβρώσει τόσο τους θεσμούς όσο και τα ήθη ενός μεγάλου τμή­ματος της κοινωνίας.

3. Οι πολίτες – ή τουλάχιστον πολλοί από αυτούς – είναι που υφίστανται τις συνέπειες της κρίσης. Αντιθέτως, αρκετοί πολιτικοί του συστήματος εξουσίας (πόσο μάλλον κάποιοι επιχειρηματίες) συνεχίζουν να σιτίζονται στο πρυτανείο, ενώ πολλοί εξ αυτών έχουν δημιουργήσει ήδη επαρκές «κομπόδεμα», ώστε να μην ανησυχούν ιδιαιτέρως ούτε για το ενδεχόμενο καταψήφισής τους ούτε για αυτό μιας πλήρους οικονομικής κατάρρευσης της χώρας. Το πόσο, άλλωστε, αποκομμένοι είναι από τις αγωνίες της κοινωνίας αποδείχθηκε και από τις αντιδράσεις τους σε ό,τι εκτυλίχθηκε κατά τις πρόσφατες παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου. Η πολιτική και επικοινωνιακή αυτοχειρία της ΝΔ ήταν, επί παραδείγματι, σχεδόν πιο χαρακτηριστική ακόμη και από ό,τι εκστομίστηκε από τις πιο ειδεχθείς φιγούρες της κυβέρνησης των δανειστών.

4. Οι πολίτες σαφώς ψηφίζουν, μέσω, όμως, ενός παραμορφωτικού φακού. Οι καλπονοθευτικοί εκλογικοί νόμοι που σχεδόν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες «παράγουν» αυτονόητα μονοκομματικές κυβερνήσεις, οι περιπτώσεις εκλογής ως βουλευτών υποψηφίων με λιγότερες ψήφους από άλλους, απλώς επειδή πολιτεύονται με το «σωστό» κόμμα (αυτό με το υψηλότερο ποσοστό) ή τα ψηφοδέλτια «επικρατείας» είναι λίγα μόνο παραδείγματα νόθευσης του εκλογικού αποτελέσματος από τις σχετικές ραδιουργίες των κομμάτων εξουσίας. Η αλλοίωση της λαϊκής βούλησης είναι, άλλωστε, πολύ εύκολη σε ένα έμμεσο και απρόσωπο σύστημα, όπου αυτοί που πραγματικά βρίσκονται πίσω από τα πράγματα, συνήθως δεν έχουν εκλεγεί από κανέναν.

5. Οι κακώς εννοούμενοι ευρωπαΐζοντες ηθικολόγοι παραβλέπουν χαρακτηριστικά ότι κακές νοοτροπίες και συ­μπεριφορές απαντούν και σε πληθυσμούς της δυτικής Ευρώπης (βλ. νοσηρή τσιγκουνιά, αλκοο­λισμός, συμπεριφορές Λαγανά, κλπ.). Εκεί, όμως, δεν υπονομεύουν την ποιότητα του κρά­τους. Με αυτό τον τρόπο αποδεικνύεται εύγλωττα ότι ο λόγος για την κακοδαιμονία ενός κρά­τους δεν βρίσκεται τόσο στις νοοτροπίες, αλλά στην αλληλεπίδρασή τους με τους κατάλληλους (ή μη) για αυτές θεσμούς.

6. Η κρίσιμη έννοια της συνάφειας. Χάνοντας εξαρχής την ευρύτερη εικόνα των εξελίξεων μερικοί ελιτίζοντες ηθικιστές δεν αντελήφθησαν ότι η παρούσα συνάφεια είναι μία από αυτές, όπου αναπόφευκτα καταλήγει κανείς να υποστηρίζει το ένα εκ των αντιμαχομένων στρατοπέδων. Και εδώ η διαπάλη είναι μεταξύ της πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας και των δυνάμεων που απειλούν να την συνθλίψουν: του κομματικού κράτους και των άλλοτε αποικιοκρατών και νυν δανειστών-τοκογλύφων. Ή, λοιπόν, θα ταχθεί κανείς «εκτάκτως» υπέρ της κοινωνίας – και όταν περάσει η θύελλα μπορεί να την ξαναεπικρίνει, αν το επιθυμεί, για τα «τακτικά» της ατοπήματα – ή θα επιλέξει να επιτεθεί στους συνθλιβομένους και από ένα τρίτο μετερίζι. Το τελευταίο, όμως, στο πλαίσιο της παρούσας περίστασης καταλήγει, φυσικά, να συγχωνεύεται με τα άλλα δύο…

Τα ανωτέρω ενδεικτικά σημεία δεν σημαίνουν ότι η απόλυτη αλήθεια βρίσκεται στην πλευρά του λαϊκισμού. Καταδεικνύουν απλώς ότι, όποιος αυτή την εποχή κατευθύνει την κριτική του περισσό­τερο προς τα κάτω από ό,τι προς τα πάνω, παίζει έναν μάλλον αντιπαραγωγικό και ατυχή ιστορικό ρόλο. Τόσο ατυχή όσο και των κύκλων εκείνων που τις παραμονές της Άλωσης προ­παγάνδιζαν την δίκαιη τιμωρία των αμαρτιών των Ελλήνων από τις ορδές των Οθωμανών.