Αρχείο

Posts Tagged ‘Δύση’

Διαπολιτισμικός εγκυκλοπαιδισμός

Δεκέμβριος 4, 2011 3 Σχόλια

Ζούμε σε μια εποχή έντονης εξειδίκευσης των επιστημών και γενικότερα των ανθρώπινων δρα­στηριοτήτων. Σε μια εποχή, που σε πολλές περιστάσεις έχουμε μάθει να εκτιμούμε, λιγότερο ή περισσότερο δικαιολογημένα, την εξειδικευμένη γνώση και να αντιμετωπίζουμε με επιφύλαξη την επιφανειακή κατάρτιση και τον κακώς εννοούμενο εγκυκλοπαιδισμό. Την τάση, δηλαδή, να αποφαίνεται κανείς ελαφρά τη καρδία για θέματα που χρήζουν βαθύτερης μελέτης βασισμένος απλώς στην επιφανειακή εικόνα που έχει από μια σειρά πραγμάτων. Όπως γνωρίζει, φυσικά, κάθε αρχαιο­λόγος, τόσο η επιφανειακή έρευνα (survey) όσο και η ανασκαφή έχουν την χρησι­μότητά τους. Προσφέρουν, όμως, απαντήσεις σε διαφορετικές ερωτήσεις. Και, δυστυχώς, υπάρχει στις μέρες μας ένα συγκεκριμένο πεδίο, όπου – χρησιμοποιώντας την μεταφορά των αρχαιολογικών μεθό­δων – αρκετοί συμπατριώτες μας (και όχι μόνο) θεωρούν ότι οι ερωτήσεις που απαντά μια ανα­σκαφή, μπορούν να απαντηθούν εφαρμόζοντας την μέθοδο του survey, και μάλιστα ούτε καν με την συστηματική της μορφή. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, αφού φορείς αυτής της τά­σης είναι πολύ συχνά νέοι επιστήμονες, δηλαδή άνθρωποι της εξειδίκευσης. Και το πεδίο, στο οποίο αναφερόμαστε, είναι οι εμπειρίες από την κουλτούρα ξένων λαών.

Τις τελευταίες δεκαετίες ένας μεγάλος αριθμός νέων κυρίως Ελλήνων έχει περάσει ένα διάστημα της επιστημονικής του εκπαίδευσης στο εξωτερικό. Σαν αποτέλεσμα, έχει έρθει σε επαφή με τον τρόπο ζωής σε χώρες του δυτικού κόσμου και έχει περάσει κάποιο χρόνο με τους κατοίκους τους. Αναπόφευκτα, έχει συλ­λέξει έναν αριθμό εμπειριών, οι οποίες συχνά του δημιουργούν την εντύπωση ότι έχει πλέον γνωρίσει σε επαρκή βαθμό τα ήθη, τις νοοτροπίες και την ιδιοσυγκρα­σία των εκάστοτε άλλων λαών. Κι όμως, ενίοτε παρατηρείται το φαινόμενο, άνθρωποι που έχουν ζήσει σε παρόμοιο ξένο περιβάλλον να έχουν καταλήξει σε ριζικά διαφορετικά συμπερά­σματα. Ιδίως το γερμανόφωνο περιβάλλον της κεντρικής Ευρώπης φαίνεται ότι έχει προσληφθεί ως τώρα με εκ διαμέτρου αντί­θετο τρόπο από αρκετούς Έλληνες. Πού οφείλεται αυτό το φαινόμενο; Είναι αποτέλεσμα δια­φορετι­κής ατομικής ικανότητας αντίληψης του κοινωνικού περιβάλλοντος; Ή μήπως υπάρχουν στο ζή­τημα κάποιες άλλες παράμετροι που πρέπει κάποια στιγμή να επισημάνουμε; Για να το θέσουμε διαφορετικά: τι χρόνος, τι πλαίσιο και τι διαδικασίες ή συνθήκες χρειάζονται προκειμέ­νου να μπορεί κανείς να διατηρεί την βεβαιότητα ότι έχει σχηματίσει μια αντιπροσωπευτική ει­κόνα της βαθύτερης κουλτούρας του ξένου λαού;

Καταρχάς, κάτι το οποίο δεν συνειδητοποιείται επαρκώς είναι ότι η μελέτη των ηθών, της ιδιοσυγκρασίας και της κοσμοαντίληψης συγκεκριμένων ανθρώπινων ομάδων αποτελεί προ πολλού ξεχωριστή επιστήμη. Λέγεται πολιτιστική ανθρωπολογία ή εθνολογία. Και, όπως κάθε επιστήμη, έχει κι αυτή τις μεθόδους της. Ένας εθνολόγος θα περάσει συνήθως ένα χρονικό διάστημα μαζί με την ομάδα ανθρώπων (συνήθως εκτός του ανεπτυγμέ­νου, δυτικού πολιτισμού), την οποία επιθυμεί να μελετήσει. Θα ζήσει μαζί της, όχι για να μάθει μια τέχνη (π.χ. παραδοσιακή καλαθοπλεκτική) και μετά να φύγει, αλλά με σκοπό την μελέτη της κουλτούρας της. Αυτό δεν αποκλείει, φυσικά, ότι και κάποιος άλλος, ο οποίος έζησε για ένα διάστημα με την ίδια ομάδα για διαφορετικό, όμως, λόγο (π.χ. για να μάθει καλαθοπλεκτική), συνέλεξε «ακουσίως» μερικά από τα ίδια εμπειρικά δεδομένα που κατέγραψε και ο εθνολόγος. Οι δικές του παρατηρήσεις, όμως, δεν θα έχουν τον συστηματικό χαρακτήρα που έχουν αυτές του επιστήμονα, άρα δεν θα υπόσχονται και εξίσου αξιόπιστα συμπεράσματα.

Θα αναρωτηθεί ίσως κανείς: μα καλά, πού είναι η αναλογία; Οι περισσότεροι νέοι Έλληνες που φεύγουν στο εξωτερικό δεν βρίσκονται στην θέση του εθνολόγου, αλλά μάλλον σε αυτή του σπουδαστή της εκάστοτε «καλαθοπλεκτικής». Όντως. Μόνο που σε μερικές περιπτώσεις τα πράγματα έρχονται έτσι, ώστε κάποιοι να περιέλθουν τελικά στην ερευνητική αφετηρία του εθνολόγου και ασυνείδητα να κάνουν την δουλειά του. Ποιες είναι οι συνθήκες που οδηγούν σε μια τέτοια εξέλιξη;

Ως γνωστόν, ο έρωτας είναι τυφλός...

α) Η δυνατότητα πραγματικής σύγκρισης. Για να συγκρίνει κανείς την δική του κουλτούρα με κάποια άλλη, πρέπει ο ίδιος πρώτα να είναι ώριμος φορέας της…δικής του κουλτούρας. Όσο αυτο­νόητο κι αν ακούγεται, κάτι τέτοιο δεν ισχύει πάντοτε σε περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν φύ­γει από την πατρίδα τους πολύ νέοι (π.χ. με το που τέλειωσαν το σχολείο ή και νωρί­τερα) ή έχουν μεγαλώσει σε πολιτιστικά μεικτό περιβάλλον με μια ενίοτε επιφανειακή μόνο, φολκλορικού τύπου πρόσληψη των διαφορετικών πολιτι­σμών.

β) Το πρίσμα της μονιμότητας. Κάποιοι πηγαίνουν στο εξωτερικό ξέροντας ότι θα γυρίσουν στην Ελλάδα. Δεν έχουν την πρόθεση να μείνουν στην ξένη χώρα πέρα από όσο θα χρειαστεί για να ολοκληρώσουν τον συγκεκριμένο σκοπό τους (π.χ. MA, PhD). Αντιθέτως, υπάρχουν άλ­λοι που από την πρώτη στιγμή θέλουν να διερευνήσουν την προοπτική μιας μονι­μότερης παρα­μονής στον ξένο τόπο. Σαν αποτέλεσμα, λογικά σκεπτόμενοι, μαθαίνουν όσο το δυνατόν καλύτερα την ξένη γλώσσα, επιζητούν την επαφή με τους κατοίκους της χώρας και οι εμπειρίες τους μαζί τους συλλέγονται και αξιολογούνται υπό το πρίσμα της πιθα­νής, μόνιμης αναστροφής με αυτούς. Ο συνειδητός και σχεδόν συστηματικός χα­ρακτήρας της συλλογής των εμπειρικών δεδομένων σε αυτή την περίπτωση δημιουργεί μια εμ­φανή αναλογία με την δουλειά του εθνολόγου.

γ) Η μακροχρόνια παραμονή. Κάποιος που έχει ζήσει λίγο σε πολλές χώρες και κάποιος άλλος που έχει ζήσει πολύ σε λίγες δεν έχουν τις ίδιες πιθανότητες να καταλήξουν σε αξιόπιστα συ­μπεράσματα περί της κουλτού­ρας των εν λόγω χωρών. Περισσότερες πιθανότητες έχει σαφώς η δεύτερη κατηγορία ανθρώ­πων. Αν και είναι δύσκολο να ορίσει κανείς έναν συγκεκριμένο χρόνο, μια κατά το δυνατόν συ­νεχής παραμονή σε έναν ξένο τόπο για τουλάχιστον 3-4 χρόνια είναι, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα σημεία, απαραίτητη για να διαμορφώσει κανείς μια κάπως έγκυρη εικόνα κά­ποιων πραγμάτων.

δ) Ο συνδυασμός όλων των ανωτέρω σημείων είναι ίσως ο μόνος που μπορεί να διαλύσει έναν καθοριστικής σημασίας παραμορφωτικό φακό που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε εμάς και στον ξένο πολιτισμό: τις πανίσχυρες προκαταλήψεις μας. Αρκετοί Έλληνες π.χ. που φεύγουν στην κεντρική και δυτική Ευρώπη κουβαλούν στις βαλίτσες τους την βαθιά ριζωμένη παραδοχή ότι υπάρχει ένας ενιαίος ευρωπαϊκός πολιτισμός, και ότι εμείς «ανήκωμεν» σε αυτόν. Ως αποτέ­λε­σμα θεωρούν ότι επισκέπτονται απλώς τις πιο ανεπτυγμένες ή βελτιωμένες εκδοχές του ίδιου πολιτισμού. Με άλλα λόγια, πηγαίνουν σε «Ελλάδες» με οργανωμένο κράτος, καλύτερη οικονο­μία, ανώτερη νοοτροπία των πολιτών, κ.ο.κ. Σε χώρες, όπου συχνά νιώθουν ότι πρέπει να «αναβαπτισθούν» πολιτισμικά αυτομαστιγωνόμενοι ευχαρίστως ενώπιον των ξένων ή αρχικά σπεύδουν να δικαιολογούν τα όποια κακώς κείμενα της ξένης χώρας πιο γεναιόδωρα από ό,τι κι οι ίδιοι οι κάτοικοί της. Προφανώς ξέ­ρουν και βλέπουν ότι υπάρχουν και κάποιες διαφορές μεταξύ των Ευρωπαίων (δεν πίνουν όλοι φραπέ, κάποιοι είναι λίγο πιο «ψυχροί» από άλλους, μερικοί πίνουν πιο πολύ αλκοόλ, κλπ.), όμως ως εκεί. Αν ο παραμορφωτικός φακός δεν σπάσει ή ωσότου σπάσει, το «δεδομένο» στην ρίζα της προκατάληψης θα καταλήξει να επανεπιβεβαιώ­νεται «ανεξάρτητα» στο πλαίσιο ενός χαρακτηριστικού κυκλικού συλλογισμού. Αν, δηλαδή, υπάρχει κοινός ευρωπαϊκός πολιτισμός, τότε η ελληνική κακοδαιμονία δεν οφείλεται σε τίποτα άλλο παρά στις αποκλίσεις (π.χ. λάθος νοοτροπίες) των Ελλήνων από τον «κανόνα», η ύπαρξη του οποίου επαναβεβαιώνεται έτσι κυ­κλικά εδραιώνοντας ακόμη περισσότερο την αρχική προκατάληψη.

Εάν οι ανωτέρω παρατηρήσεις έχουν κάποια βάση, τότε αναδεικνύουν ίσως ότι σε μια εποχή έντονης εξειδίκευσης της ανθρώπινης γνώσης ένα μείζον θέμα, όπως η σχέση της Ελλάδας (και της κάθε Ελλάδας) με άλλους λαούς της Ευρώπης, μπορεί ανύποπτα να καταλήξει να συζητεί­ται με όρους κακώς εννοούμενου διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδισμού, ανάμεικτου, μάλιστα, με μια ισχυρή δόση προκαταλήψεων. Συνεπώς είναι σημαντικό, ιδίως στην κρίσιμη φάση που δια­νύουμε, να αναρωτηθούμε πόσο πραγματικά καλά γνωρίζουμε τους διαφόρους «εταίρους», με τους οποίους (επιθυμούμε να) συνταυτιζόμαστε. Και, γιατί όχι, για πρώτη φορά να διερευνήσουμε, εφαρμό­ζοντας το «φίλτρο» των ανωτέρω ενδεικτικών σημείων, πόσο καλά τους γνώριζαν και διάφοροι επιφανείς εκ­πρόσωποι της ευρωπαΐζουσας πολιτικής και πνευματικής ελίτ στην Ελλάδα, από τον Ε. Βενιζέλο και τον Κ. Καραμανλή ως τον Α. Κοραή και τον Π. Καννελόπουλο. Και ίσως τότε αρχίσουμε να βλέπουμε με λίγο διαφορετικό μάτι την αξιοπιστία των πληροφοριών που κομίζει κάθε ένας, ο οποίος «πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον [οὐκ] ἔγνω»…

Η επιστροφή των Αποτυχημένων

Νοέμβριος 9, 2011 Σχολιάστε

Η αντιπαράθεση μεταξύ συνωμοσιολάγνων και αντισυνωμοσιολόγων, την οποία εξετάσαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, δεν είναι το μοναδικό πεδίο εκτόνωσης ακραίων τάσεων, το οποίο άνοιξε στη χώρα μας με αφορμή την οικονομική κατάρρευση του δημοσίου. Μια ανάλογη διχογνωμία αφορά και το εξίσου δημοφιλές ζήτημα του ρόλου των ξένων στα εν Ελλάδι κακώς κείμενα. Αυτή την φορά, στην μία πλευρά βρίσκονται όσοι αρέσκονται να ισχυρίζονται ότι για όλα (ή σχεδόν για όλα) τα δεινά της χώρας ευθύνονται κατά βάσιν οι ξένοι. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι δα­νειστές-τοκογλύφοι, οι μεγαλόσχημοι Ευρωπαίοι πολιτικοί παράγοντες, το Δ΄ οικονομικό ράιχ των Γερμανών, τα σκοτεινά συμφέροντα των Αμερικανών, κλπ. είναι οι απο­κλειστικοί υπαίτιοι για την θέση, στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα. Πρόκειται για μια προσέγ­γιση που δεν χρήζει ιδιαίτερης κριτικής, αφού συνήθως ακόμη και οι ίδιοι οι εκφραστές της μετά από λίγα λεπτά συ­ζήτησης παραδέχονται ότι σαφώς «εμείς τους δώσαμε το δικαίωμα». Για τα άθλια άθλα ιδίως των τελευταίων 30 ετών την βασική ευθύνη έχει προφανώς η ελληνική πολιτική ηγεσία και τα ήθη της, σε αγαστή αλληλεπίδραση, φυσικά, με αρκετές κατηγορίες διαπλεκομέ­νων κοινωνικών ομάδων. Άλλωστε, η ελληνική κρίση είναι σαφώς πιο πολύπλευρη από αυτή των άλλων «προ­βληματικών» χωρών: είναι κρίση δημοσιονομική, κρίση της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό, ακόμη και κρίση της πρωτεύουσας της χώρας (ή τουλάχιστον του μαρτυρικού κέντρου της). Και αυτό μαρτυρά για άλλη μια φορά ξεκάθαρα την αστοχία της γνωστής επωδού «για όλα φταίνε οι ξένοι».

Υπάρχει, όμως, στο θέμα αυτό και η εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη. Αρκετοί, δηλαδή, αναλυτές εκφράζουν πλέον ανοιχτά την πεποίθηση ότι η μόνη σωτηρία για την χώρα είναι να έρθουν να την κυβερνήσουν οι ξένοι. Η θέση αυτή διαφέρει σαφώς από τις πιο μετριοπαθείς φωνές που με εύλογα επιχειρήματα επισημαίνουν τις πιθανώς θετικές επιπτώσεις που θα είχε μια λελογισμένη παρέμβαση ξένων ειδικών στην ελληνική διοίκηση. Και διαφέρει διότι έχει υπόβαθρο όχι τόσο πραγματιστικό, αλλά σαφώς ιδεολογικό: αποτελεί μια ακραία απόληξη του δόγματος «ανήκω­μεν εις την Δύσιν». Εάν, δηλαδή, ανήκουμε στον πολιτισμό της Δύσης, τον οποίο η συγκεκριμένη άποψη εκλαμβάνει παραδοσιακά ως ενιαίο, τότε είμαστε απλώς μια προβληματική επαρχία του. Δεν είμαστε μια από τις πολιτιστικά πολλές «Ευρώπες» που, όπως και οι πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, υπάρχουν στην γηραιά ήπειρο. Είμαστε μια απλή «διάλεκτος» μιας ευρύτερης κοινής «γλώσσας». Έτσι, η λύση του ελληνικού προβλήματος είναι απλή: να έρθουν και να επιληφθούν του προβληματικού «νομού» της Ευρώπης οι «κεντρικοί κυβερνήτες», προφανώς στο πλαίσιο κάποιας εκδοχής της πλήρους ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Από τον Maurer στον Reichenbach: 180 χρόνια επιτυχίες...

Δυστυχώς για την οπτική αυτή, υπάρχει μια μάλλον μοιραία λεπτομέρεια που δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψιν: οι ξένοι, οι εταίροι μας, οι «κεντρικοί κυβερνήτες» ή όπως αλλιώς θέλουμε να τους ονομάσουμε, αυτοί είναι που τον 19ο αιώνα έδωσαν μορφή στο νεοελληνικό κράτος. Αυτοί είναι οι αρχιτέκτονες του κρατικού μας κτίσματος, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους βασικούς του άξονες. Κατά ενδιαφέρουσα σύμπτωση, μάλιστα, η μοίρα το έφερε έτσι, ώστε οι νυν φορείς της ξένης επιτροπείας (η αποστολή υπό τον H. Reichenbach) να έχουν την ίδια γλωσσική και εν γένει πολιτιστική ταυτότητα με τον Όθωνα και την τρι­μελή του αντιβασιλεία.

Παρότι τα τελευταία 180 χρόνια μάθαμε να πιστεύουμε ότι δεν είναι στραβός ο γιαλός (του «δυ­τικού» τύπου κράτους που συγκρότησε η αντιβασιλεία), αλλά εμείς ως λαός αρμενίζουμε στραβά (με τις νοοτροπίες και τις κακές έξεις μας), στην πραγματικότητα μια απροκατάληπτη ματιά πείθει ότι κατά την οθωνική περίοδο, όταν δηλαδή οι ξένοι διοίκησαν την Ελλάδα, έλαβε χώρα μία από τις πιο αποτυχημένες «επιχειρή­σεις» δη­μιουργίας κράτους που έχουν υπάρξει, ένα αληθινό φιάσκο της ιστορίας. Φθάνοντας οι Βαυαροί στην Ελλάδα ήξεραν ήδη τότε κάποια βασικά πράγματα για αυτήν. Ήξεραν π.χ. ότι ήταν η χώρα που κάποτε γέννησε την δημοκρατία και εντούτοις – δεσμευόμενοι, βεβαίως, και από τις τότε συμφωνίες των ευρωπαϊκών δυνάμεων – θέλησαν να την κυβερνήσουν με πολίτευμα την βασι­λεία. Ήξεραν (κι αν δεν το ήξεραν μπορούσαν να ρωτήσουν τους εξαίρετους γεωγρά­φους τους) ότι ήταν μια χώρα με κύριο χαρακτηριστικό τον κατακερματισμό του γεωγραφικού της αναγλύ­φου, σαν αποτέλεσμα του οποίου διάφοροι «θύλακες» πολλών διαφορετικών μικροκλιματι­κών συνθη­κών, ποικίλων πλουτοπαραγωγικών πηγών, αισθητά διαφορετικών μεταξύ τους πα­ραγω­γικών προϋποθέσεων και, φυσικά, πληθυσμού, ηθών και εθίμων είναι διαμοιρασμένοι σε επί μέ­ρους τόπους ή τοπία (Landschaften). Και παρόλα αυτά, έκριναν ότι η συγκεκριμένη χώρα έπρεπε να διοικείται από ένα και μόνον διοικητικό και δημοσιονομικό κέντρο. Ήξεραν, επίσης, και, αν όχι, μπορούσαν ακόμη και τον 19ο αιώνα να το διαπιστώσουν, ότι η μικρή κλίμακα είχε ως αναπό­φευκτη συνέπεια τον άμεσο, διαπροσωπικό και σαφώς και τοπικιστικό χαρακτήρα της πολιτικής και οικονομικής συ­γκρότησης. Κι όμως, οι Βαυαροί κυβερνήτες έκριναν ότι οι πολί­τες της συγκεκριμένης χώρας έπρεπε τώρα να λειτουργήσουν με τους όρους ενός έμμεσου και απρόσωπου «κοι­νωνικού συμ­βολαίου». Και να πειθαρχήσουν μηχανικά στις πολιτικές, νομι­κές και οικονομικές επιταγές ενός μοναδικού διοικητικού κέντρου που βρισκόταν εκατοντάδες χιλιό­μετρα μακριά από τις πε­ρισσό­τερες περιοχές της χώρας.

Τα χρόνια που ακολούθησαν η ελληνική πολιτική και πνευματική ελίτ διαφύλαξε το κράτος των Βαυαρών περίπου σαν την «σκοπιά στο παγκάκι» του γνωστού ανεκδότου. Αντικατέστησε μεν την βασιλεία με την – εν τέλει προεδρευομένη – κοινοβουλευτική δημοκρατία, διατηρώντας, όμως, την δυναστική διαδοχή στο πλαίσιο ισχυρών πολιτικών οικογενειών. Συνήθισε να συζητά αποκλειστικά για το μέγεθος τους κράτους και ποτέ για την κλίμακά του. Παρακολούθησε την δημογραφική «εκδίκηση» της μικρής κλίμακας, η οποία ξανασυγκροτήθηκε (ως τέρας) γύρω από το μοναδικό και πληθυσμιακά υδροκέφαλο πλέον πολιτικό-δημοσιονομικό κέντρο. Για τις διαχρονικές δυσλειτουργίες του εξαρχής στρεβλού κράτους η ανωτέρω ελίτ έμαθε να κατηγορεί διαρκώς τους ενοίκους του «κτίσματος» και ποτέ τους δημιουργούς του.

Και τώρα, 180 μετά, πολλοί από μας αρχίζουν να βλέπουν θετικά την προοπτική να αναλάβουν την εξυγίανση του προβληματικού κτίσματος οι ήδη αποτυχημέ­νοι αρχιτέκτονές του. Να έρθουν και να «αναλάβουν» την χώρα όχι πια χάριν εαυτής, αλλά προκειμένου τώρα η δική της στρέβλωση να συμπεριληφθεί σε μια νέα και μεγαλύτερη κακοτεχνία. Στο μοναδικό ίσως μορφωμα που, κτισμένο, εν τω μεταξύ, από τους ίδιους μοιραίους αρχιτέκτονες (μαζί και με άλλους Ευρωπαίους παράγοντες), υπερβαίνει θεαματικά τον πήχη της αποτυχίας που έθεσε η περίπτωση του νεοελληνικού κράτους: στο ήδη ετοι­μόρροπο, προκρούστειο πείραμα της ευρωζώνης. Το λάθος υπήρξε και τις δύο φορές το ίδιο: η δραματική υποτίμηση των πολιτιστικών διαφοροποιήσεων εντός της Ευρώ­πης. Εκτός, φυσικά, κι αν τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ο κύριος Reichenbach επιδεί­ξει σήμερα την ευελι­ξία που δεν επέδειξαν οι «πρόγονοί» του στην διοίκησή της. Δυστυχώς, όμως, η Flexibilität δεν υπήρξε ποτέ το δυνατό χαρτί του πολιτισμού των επιτρό­πων…

«Φράκο» ή «φουστανέλα»; Τίποτα απ’ τα δύο

Οκτώβριος 2, 2011 6 Σχόλια

Όταν κανείς χτίζει ένα κτίσμα, είθισται η ανέγερσή του να ξεκινά από τα θεμέλια και να προχω­ρά στην ανωδομή. Το αντίθετο, το να στήσει, δηλαδή, κανείς τις σκαλωσιές για να χτίσει πρώτα τους επάνω ορόφους, ώστε να «κατηφορίσει» εν συνεχεία προς το ισόγειο και τα θεμέλια, είναι κάτι που ίσως απαντά μόνο σε κάποιο ποντιακό ανέκδοτο. Κι όμως, συναντάται και σε μία ακόμη ιδιά­ζουσα περίπτωση: αυτήν του νέου ελληνικού κράτους. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό;

Με αφορμή την ελληνική οικονομική κρίση της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η οποία παράλληλα με τον διεθνή διασυρμό της χώρας οδήγησε ουσιαστικά στην πέμπτη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους από τον 19ο αιώνα ως σήμερα, ήρθε ξανά στην επιφάνεια ένα περίεργο δίλημμα. Ένα υπαρξιακό ερώτημα που εδώ και περίπου έξι αιώνες απασχολεί σε διάφορες μορφές και με έντονο τρόπο τους Έλληνες: παπική τιάρα ή τουρκικό φακιόλιο; Δύση ή Ανατολή; Φράκο ή Φουστανέλα; Ανά­λογα με τις περιστάσεις το ερώτημα αναδιατυπώνεται, αλλά μοιάζει να παραμένει ίδιο. Στις μέ­ρες μας, π.χ. θα μπορούσε να διατυπωθεί ως «Τρόικα, μνημόνιο και ευρώ ή βαλκά­νια υπανάπτυξη εκτός ευρωζώνης;». Οι ακραίες τάσεις υπήρξαν και πάλι παρούσες: οι πιο δογματικοί δυτι­κό­φρονες έδωσαν συχνά την αίσθηση ότι έβλεπαν στην τρόικα τους επιγόνους της (επίσης τριμελούς) αντι­βασιλείας του Όθωνα τον 19ο αιώνα, αυτούς, δηλαδή, που θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν ό,τι άρχισαν οι Βαυαροί, μετατρέποντας επιτέλους τους ευρωανώριμους Έλληνες σε σωστούς Δυτικοευρωπαίους. Οι αντιμνημονιακές φωνές, από την άλλη μεριά, αντιμετωπίστηκαν ενίοτε συλλήβδην σαν η έκφραση των νοοτροπιών εκείνων που κρατούν την χώρα στην βαλκανική (ή ίσως και οθωμανική) Ανατολή, μακριά από το αυτονόητα δυτικό της πεπρωμένο.

Δυστυχώς αρκεί μόνο μια απλή ερώτηση για να καταδείξει ότι κάτι δεν πάει καλά σε αυτή την διαχρονική, γηπεδικού τύπου αντιπαράθεση: κατά την Ύστερη Αρχαιότητα – για να επιλέξουμε μια περίοδο στην τύχη – τι ήταν ο ελληνικός κόσμος, Ανατολή ή Δύση; Φράκο ή Φουστανέλα; Θα αντιτείνει ίσως κανείς ότι δεν μπορούμε να θέσουμε ένα τέτοιο ερώτημα, διότι έτσι υπερπη­δάμε τους έξι τελευταίους αιώνες, αυτούς, δηλαδή, στους οποίους ως αποτέλεσμα της τουρκι­κής προώθησης προς δυσμάς προέκυψε το όλο ζήτημα. Με αυτό τον τρόπο, ωστόσο, είναι σαν να θεωρούμε ότι κατά τους έξι αυτούς αιώνες συνέβησαν εξελίξεις, οι οποίες όχι μόνον οδήγη­σαν σε σημαντικές ανακατατάξεις (που είναι αναμφισβήτητο), αλλά και «έσβησαν» πλήρως την πολιτιστική υπόσταση του «προ της Ανατολής και της Δύσεως» ελληνικού κόσμου. Σαν αποτέλεσμα της Τουρκοκρατίας ο τελευταίος μετατράπηκε πλέον σε «Ανατολή» ή σε «φουστανέλα», μια ταυ­τότητα που κατά τους υποστηρικτές του «φράκου» πρέπει κάποια στιγμή να αποβάλλει εξ ολο­κλήρου, προκειμένου να γίνει «Δύση».

Φουστανέλα και «φράκο»: σουρεαλιστικός συνδυασμός ελληνικής παραδοσιακής ενδυμασίας και δυτικοευρωπαϊκών ασκήσεων ακριβείας.

Πού εδράζεται, όμως, η τόσο απόλυτη άποψη της εξαφάνισης του παλαιού πολιτιστικού υπο­βάθρου; Γιατί μοιάζουν να την συμμερίζονται ακόμη και μερικοί από τους γνωρίζοντες ότι κατά την Τουρκοκρατία στις περιοχές που παρέμειναν ελληνόφωνες και χριστιανικές (π.χ. τμήματα της ηπειρωτικής Ελλάδας) τα βασικά στοιχεία της προϋπάρχουσας πολιτιστικής ανθρωπολο­γίας (γλώσσα, σύστημα ηθών, εθίμων και παραδόσεων, κλίμακα των μονάδων οργάνωσης) συ­νέχισαν να υφίστανται, αν και αλληλεπιδρώντας με το αλταϊκό ή οθωμανικό πολιτιστικό υπέρ­στρωμα (superstratum); Εδώ το όλο ζήτημα αρχίζει να γίνεται πραγματικά ενδιαφέρον. Και αυτό γιατί φαίνεται ότι πίσω από την ανωτέρω παραδοχή κρύβεται μια παρωχημένη, για την ακρίβεια σχεδόν προεπιστημονική αντίληψη του χρονικού βάθους της πολιτιστικής εξέλιξης.

Ο υπερτονισμός των στοιχείων ασυνέχειας έναντι αυτών της συνέχειας έχει στην ρίζα της την ισχυρή εστίαση της προσοχής του ιστορικού στους τελευταίους πέντε-έξι αιώνες. Εξαιτίας αυτού του ιδιότυπου μικροϊστορισμού η απόσταση που χωρίζει π.χ. τον ελληνισμό του 17ου αιώνα από αυτόν του 4ου αιώνα μ.Χ. ή π.Χ. γίνεται αντιληπτή περίπου με γεωλογικούς όρους. Και ο λόγος, για τον οποίον αυτού του είδους η μικροϊστορική εστίαση φαντάζει αυτο­νόητη και καθόλου προβληματική, είναι διότι απλούστατα δεν εκλαμβάνεται ως τέτοια. Το πόσο μεγάλη ή μικρή είναι η εκάστοτε εστίαση είναι, δηλαδή, συνάρτηση του μεγέθους της ευρύτερης εικόνας. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο, στην «ευρύτερη εικόνα», κρύβεται η μοιραία περιπλοκή μιας ολόκληρης αλυσίδας υποθέσεων και παραδοχών, η οποία καταλήγει στο να αντιλαμβάνε­ται κανείς συχνά την Ελλάδα και τους Έλληνες με όρους «φράκου» και «φουστανέλας».

Η μικροϊστορική προσέγγιση που αναφέραμε δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά και την Ευ­ρώπη. Στηρίζεται στην άποψη ότι η ιστορία της πρώτης αρχίζει στην αρχαιότητα (αρχή, αρχ-αίος), δηλαδή στην 1η χιλιετία π.Χ., και της δεύτερης στην Αναγέννηση. Και στις δύο περιπτώ­σεις, βέβαια, έχει συνειδητοποιηθεί ότι υπήρξαν και κάποια «πρόδρομα» στάδια (Μυκηναϊκή εποχή και πρώιμοι ιστορικοί χρόνοι στην πρώτη περίπτωση, Μεσαίωνας στην δεύτερη). Όμως η συνήθης αντίληψη συμφωνεί ότι πριν από αυτά τα στάδια και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει το χάος: μια μάλλον νεφελώδης, προκατακλυσμιαία περίοδος, η οποία δεν χρειάζεται να μας απα­σχολεί πολύ, αφού σίγουρα δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σχέση με το παρόν και το κοντινό παρελθόν.

Ευρωπαϊκή Δύση (αριστερά) και αλταϊκή Ανατολή (δεξιά): πού «ανήκει» το ελληνικό τοπίο;

Όσο εύλογη κι αν ακούγεται, η ανωτέρω άποψη διασώζει μια αντίληψη περί ιστορικού χρόνου, όπως αυτή αναπτύχθηκε κατά τους προεπιστημονικούς χρόνους της δυτικής Ευρώπης. Τότε που η βιβλική, από Κτίσεως Κόσμου χρονολόγηση με αφετηρία το έτος 4004 π.Χ. αποτελούσε τον μοναδικό οδηγό ταξινόμησης του χάους της προϊστορίας. Από τα μέσα του 19ου αιώνα τα πράγματα, όμως, άλλαξαν δραματικά. Η γεωλογία και η αρχαιολογία άρχισαν να ανακαλύπτουν την πραγματική αρχαιότητα του φυσικού κόσμου και του ανθρώπου. Από τότε ως σήμερα η πολιτι­στική εξέλιξη στις διάφορες περιοχές της Ευρώπης έχει μελετηθεί σε ένα βάθος χρόνου που έχει διευρύνει ριζικά την «ευρύτερη εικόνα», εντός της οποίας εστιάζει ο ερευνητής της κάθε περιό­δου. Και, όπως γίνεται αντιληπτό, άλλη οντότητα αποκτούν τα εκάστοτε 500-600 χρόνια, εάν ο προϊστορικός και ιστορικός χρόνος έχει διάρκεια μόλις 6000 έτη, και τελείως διαφορετική, εάν ο χρόνος αυτός και μαζί με αυτόν η σχεδόν αδιάλειπτη πολιτιστική εξέλιξη σε συγκεκριμένες περιοχές εκτείνεται σε πενταπλάσιο ή δεκαπλάσιο χρονικό βάθος.

Στην πρώτη, βιβλική εκδοχή τα 6000 χρόνια αφήνουν ένα μάλλον περιορισμένο χρονικό περιθώριο για την ανάπτυξη πολιτιστικών διαφοροποιήσεων μεταξύ των κοινωνιών. Ενισχύουν, έτσι, την πεποίθηση ότι «όλοι κατά βάσιν ίδιοι είμαστε» (μπορούμε π.χ. να έχουμε το ίδιο νόμισμα, τους ίδιους θεσμούς, τις ίδιες πολιτικές θεωρίες, κλπ.), όσες διαφορές κι αν έχουμε. Αντιθέτως, η αποφασιστική διεύρυνση του χρονολογικού ορίζοντα οδηγεί σε μάλλον αντίθετα συμπεράσματα. Σαν αποτέλεσμα, η σχέση «θεμελίων» και «ανωδομής» ή αλλιώς του εκάστοτε πολιτιστικού υποστρώματος με τα πιο εφήμερα ιστορικά υπερστρώματα μπορεί πλέον να μελετηθεί εκ νέου σε τελείως διαφορετικές και σαφώς πιο μακροϊστορικές βάσεις. Με αυτό τον τρόπο μπορεί ίσως να αρχίσει να γίνεται κατανοητό το τι σημαίνει να χτίζεις ένα κράτος ξεκινώντας όχι από το υπόστρωμα, αλλά από το αποτέλεσμα της επιλογής («σωστής» ή «λανθασμένης») μεταξύ υπερστρωμάτων.

Πώς μεταφράζονται, όμως, ειδικότερα τα ανωτέρω στην περίπτωση του νεοελληνικού κράτους; Ποιο είναι το πραγματικό χρονικό βάθος της πολιτιστικής εξέλιξης στην γηραιά ήπειρο και ποιες συνέπειες μπορεί να έχει η συνειδητοποίησή του; Τι νόημα έχουν οι παρατηρήσεις αυτές στην παρούσα (οικονομική) κρίση της Ελλάδας και της Ενωμένης Ευρώπης εν γένει; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα, από κοινού με ζητήματα ευρύτερης πολιτισμικής ταυτότητας του ελληνικού κόσμου, τα οποία θα μας απασχολήσουν στο παρόν διαδικτυακό περιβάλλον.