Archive

Posts Tagged ‘Δύση’

Πάσχα με Παναγία Αθηνιώτισσα (;)

Απρίλιος 12, 2017 4 Σχόλια

Σε μια ανοιξιάτικη απογευματινή βόλτα στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, κάποια από τις Παρασκευές πριν το Πάσχα, ίσως φθάσουν στο αυτί οι ψαλμοί των Χαιρετισμών από τον ναό του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη, δίπλα στον λόφο του Φιλοπάππου και στην Πνύκα. Ταυ­τόχρονα, η υπέροχη θέα προς τον βράχο της Ακρόπολης θα μπορούσε ίσως να φέρει στο μυαλό μια «αιρετική» σκέψη για την εποχή μας: πώς θα ήταν άραγε η ίδια θέα το βράδυ της Μεγάλης Παρα­σκευής, αν επάνω στον βράχο λάμβανε χώρα η ακολουθία και περιφορά του επιταφίου; Πώς θα ήταν η εικόνα της Ακρόπολης και των μνημείων της με εκατοντάδες ανθρώπους να κρατούν μέσα στην νύχτα τις αναμμένες λαμπάδες τους και να συμμετέχουν στην τελετή; Μια πρώτη απάντηση μπορεί να έρθει μέσα από μια παραπλήσια εικόνα στην γειτονική Ιταλία. Στην Ρώμη την Μεγάλη Παρασκευή ένα σημαντικό κομμάτι του αρχαίου ιστορικού κέντρου, ο Παλατίνος, η ευρύτερη πε­ριοχή του Φόρουμ και το Κολοσσαίο, μετατρέπονται στο σκηνικό της Via Crucis, της καθολικής λειτουργίας του επιταφίου, χοροστατούντος του ίδιου του Πάπα. Είναι αλήθεια πως η τελετή αυτή, όπως και άλλες ανάλογες παπικές εκδηλώσεις, χαρακτηρίζεται από μια έντονα «συναυλιακή» αι­σθητική, η οποία δεν αποτελεί οπωσδήποτε παράδειγμα προς μίμηση. Αυτή καθαυτή, ωστόσο, η εν­σωμάτωση των αρχαίων μνημείων σε μια σύγχρονη θρησκευτική τελετή δημιουργεί μια διόλου ευ­καταφρόνητη αίσθηση «αναζωογόνησής» τους.

Στην περίπτωση της Ακρόπολης των Αθηνών, βέβαια, ακόμα και η πρόταση να γίνει κάτι ανάλο­γο δεν είναι εύκολο πράγμα. Αντιθέτως, πρόκειται για εκείνες τις περιπτώσεις, όπου αναδεικνύεται ξεκάθαρα ότι –για να παραφράσουμε μια γνωστή φράση– «ακόμη κι ένα γραμμάριο δράσης προϋποθέτει έναν τόνο θεωρίας». Καθίσταται, επίσης, σαφής για άλλη μια φορά ο κρίσιμος ρόλος των θεωρητικών ή ανθρωπιστικών επιστημών, αφού αυτές είναι που καλούνται σε τέτοιες περιστάσεις να αναλύσουν πολύ ευαίσθητα ζητήματα ταυτότητας. Το πόσο ευαίσθητα είναι αυτά προκύπτει αβίαστα και μόνο στην σκέψη των αντιδράσεων, θετικών και αρνητικών, απέναντι στην προοπτική μιας ορθόδοξης Via Crucis στην Ακρόπολη. Η προοπτική αυτή, συνεπώς, θα έπρεπε να τύχει μιας ιδιαίτερα ενδελεχούς θεωρητικής ανάλυσης, το πρώτο βήμα της οποίας είναι πάντα η σα­φής διευκρίνιση της θεωρητικής τοποθέτησης του κάθε εμπλεκομένου σε αυτήν. Σε αυτό το πλαί­σιο, η ιδέα του γράφοντος δεν πηγάζει από κάποια ιδιαίτερη θρησκευτική θέρμη, αλλά από δύο άλλες θεωρητικές αφετηρίες: η πρώτη είναι η διάσταση του πολιτισμικού τουρισμού και η δεύτερη είναι η κριτική ματιά απέναντι στον νεοελληνικό κλασικισμό. Ως προς το πρώτο σημείο, η ενσωμάτωση της Ακρόπολης και του Παρθενώνα σε ένα σύγχρονο θρησκευτικό δρώμενο θα μπορούσε να εξελι­χθεί σε ένα ετήσιο σημείο αναφοράς για τουρίστες από όλο τον κόσμο, χριστιανούς και μη. Για να γίνει αυτό, βέβαια, θα έπρεπε η σχετική τελετή να διακρίνεται και από μια ενδεδειγμένη αισθητική και εδώ ήδη προκύπτουν βάσιμες επιφυλάξεις για τις ρεαλιστικές προοπτικές υλοποίησης μιας τέτοιας πρότασης (βλ. πιο κάτω).

Η δεύτερη θεωρητική αφετηρία συνδέεται με μια ευρύτερη και πολυσύνθετη συζήτηση. Ήδη την περίοδο που εγκαινιάστηκε το νέο Μουσείο της Ακρόπολης είχαμε προσθέσει την φωνή μας στις κριτικές για τον μονοδιάστατα κλασικιστικό χαρακτήρα του. Το νέο μουσείο ήταν και είναι ουσια­στικά ένα μουσείο της αρχαίας, κλασικής Ακρόπολης, το οποίο δεν έθεσε ποτέ ως στόχο την πα­ρουσίαση της ιστορίας και αρχαιολογίας του «ιερού βράχου» μέσα από μια πιο διαχρονική και ανα­στοχαστική ματιά. Σαν αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, δεν γίνεται επαρκώς αντιληπτό ότι ο χώρος της Ακρόπολης ήταν ιερός ήδη πολύ πριν την Κλασική Εποχή και παρέμεινε ιερός και πολύ μετά από αυτήν. Σε αυ­τόν στεγάστηκαν διαδοχικά η κρητομυκηναϊκή θρησκεία της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (πιθανότατα στο μυκηναϊκό ανάκτορο της Ακρόπολης), η ελληνική θρησκεία των ιστορι­κών χρόνων της αρχαιότητας, η χριστιανική θρησκεία (από τα μέσα της 1ης χιλιετίας μ.Χ.) και ακο­λούθως ο ανατολικός χριστιανισμός, ο δυτικός χριστια­νισμός (κατά την Φραγκοκρατία) και το ισλάμ (κατά την Τουρκοκρατία). Από τον 5ο αιώνα π.Χ. και εξής κεντρικό λατρευτικό ρόλο παίζει ο Παρθενώνας, ο οποίος μετατρέπεται διαδοχικά σε Πα­ναγία Αθηνιώτισσα, Santa Maria di Atene και μουσουλμανικό τέμενος, ιδιότητα υπό την οποία και καταστράφηκε το 1687. Μετά την απελευ­θέρωση και την συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους τον 19ο αιώνα παύει πλέον η ως τότε θρη­σκευτική χρήση του χώρου. Η Ακρόπολη διαμορφώνεται τώρα ως αρχαιολογικός χώρος, αποκαθαί­ρεται από τα μη κλασικά της κατάλοιπα και γίνεται σύμ­βολο του δυτικού, κλασικιστικού προσανα­τολισμού της χώρας.

Η αλλαγή αυτή των συνθηκών δεν συνεπάγεται, ωστόσο, ότι έλαβε τέλος και η ευρύτερα θρη­σκευτική πρόσληψη του χώρου. Όπως ορθά τονίζει ο Γ. Χαμηλάκης στο βιβλίο του Το έθνος και τα ερείπιά του, στο πλαίσιο του νεοελληνικού κράτους η αρχαιότητα έχει προ πολλού προσλάβει τον χαρακτήρα ενός είδους εθνικής «κοσμικής θρησκείας», με τις αρχαιότητες γενικότερα, αλλά και τόπους όπως η Ακρόπολη και ο Παρθενώνας ειδικότερα να αντιμετωπίζονται με έναν έκδηλα θρησκευτικό τρόπο. Οι έννοιες π.χ. του «ιερού» και του «προσκυνήματος» είναι τόσο συνυφασμένες με συγκεκριμένες αρχαιότητες όσο και οι λέξεις-κλειδιά που θα ακούγονταν από αρκετούς συμπολίτες μας στο άκουσμα και μόνον της πρότασης να γίνεται κάθε χρόνο στην Ακρόπολη ακολουθία της Μ. Παρασκευής: «βεβήλωση», «ιεροσυλία», «προσβολή του χώρου», «ντροπή», κ.ά. Λέξεις που παραπέμπουν ξεκάθαρα σε μια θρησκευτική αντίληψη της αρχαιότητας και των αρχαιολογικών χώρων. Αν, όμως, η Ακρόπολη παραμένει ναός, ένας ιδιότυπος ναός του κλασικισμού, τότε γιατί δεν θα μπορούσε μια-δυο μέρες ίσως τον χρόνο να παραχω­ρείται προς χρήση και σε άλλες θρησκείες που έχουν συνδεθεί αποδεδειγμένα και στενά με την ιστορική της διαδρο­μή;

Η χρήση του πληθυντικού («θρησκείες») παραπέμπει στο ότι, αν η Ακρόπολη παραχωρούνταν π.χ. ένα απόγευμα τον χρόνο στην ορθόδοξη εκκλησία, τότε ενδεχομένως το ίδιο θα διεκδικούσαν και άλλες θρησκευτικές ομάδες. Για παράδειγμα, αρκετοί οξύθυμοι συμπολίτες μας που συμμε­τέχουν σε δρώμενα αναβίωσης της αρχαιοελληνικής θρησκείας θα διεκδικούσαν με πολύ πιο έντο­νο ίσως τρόπο την δυνατότητα χρήσης του χώρου για κάποιες δικές τους τελετές. Και είναι αλήθεια ότι μια τυχόν προνομιακή μεταχείριση της ελλαδικής εκκλησίας στο θέμα αυτό, ακόμη και νομότυ­πη, δεν θα εξαγρίωνε μόνο τους συμπολίτες μας εκείνους που θεωρούν ότι ζουν στην Ύστερη Αρ­χαιότητα (την περίοδο της ποικιλόμορφης συμβίωσης του πρώιμου χριστιανισμού με τον ύστερο ελληνορω­μαϊκό πολιτισμό), αλλά θα ερχόταν σε αντίθεση και με ένα πιο σύγχρονο αισθητήριο περί ισοτι­μίας. Τι θα συνέβαινε, περαιτέρω, αν το ίδιο δικαίωμα διεκδικούσαν και οι εν Ελλάδι μουσουλ­μάνοι ή κάποιοι εξ αυτών; Ο Παρθενώνας λειτούργησε για αρκετούς αιώνες ως τζαμί, ήταν μάλιστα «το ομορφότερο τζαμί του κόσμου» σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπή. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο σύγχρονος κλασικισμός θα μπορούσε θεωρητικά να καταλήξει σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις. Από την μια μεριά θα μπορούσε να απορρίψει μετά βδελυγμίας την προοπτική αυτή, θεωρώντας την βάναυση προσβολή του δυτικού κόσμου (και της κλασικιστικής του αναγωγής). Από την άλλη μεριά θα μπορούσε να προσεγγίσει το ζήτημα υπό το πρίσμα της «ανυπέρβλητης ανωτερότητας» και «του μεγαλείου» του κλασικού πολιτισμού, από την λάμψη του οποίου επιζη­τούν να φωτιστούν όλες οι μεταγενέστερες θρησκευτικές-πολιτισμικές εκφάνσεις. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη αμ­φιβολία ότι στην εποχή μας θα κυριαρχούσε η πρώτη προσέγγιση, καταδεικνύοντας εύγλωττα τον ρόλο του εκάστοτε ιστορικού πλαισίου όσον αφορά τις σχετικές απόψεις και επιλογές.

Μια ανάλογη θεωρητική διχοτομία θα μπορούσε να προκύψει και στους κόλπους των εκφραστών του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας. Από την μια μεριά η Ακρόπολη αποτελεί το αναμφι­σβήτητο σύμβολο του προσανατολισμού αυτού, καθώς δεν παραπέμπει μόνο ή τόσο στην ίδια την κλασική αρχαιότητα όσο στην δυτική της πρόσληψη. Συνεπώς, λειτουργεί ως αντιπρόσωπος ουσια­στικά της ίδιας της Δύσης στο νεοελληνικό κράτος, το οποίο συγκλίνοντας με την κλασική αρ­χαιότητα θεωρεί πως συγκλίνει αυτόματα και με την Δύση. Από την άλλη μεριά, από ορισμένους εκφρα­στές της ίδιας τάσης τονίζεται συχνά ο αντιπαραγωγικός χαρακτήρας του νεοελληνικού ατα­βισμού, δη­λαδή της στείρας προγονολατρικής προσκόλλησης στο μακρινό κλασικό παρελθόν. Μιας προ­σκόλλησης, που καταλήγει στο να μην δίνεται η δέουσα έμφαση στις πιο πρόσφατες πολιτισμι­κές καταβολές, οι οποίες σχετίζονται πολύ περισσότερο με τα φαινόμενα του παρόντος και δυσχε­ραίνουν την ουσιαστική σύγκλιση με την Δύση. Υπό αυτό το πρίσμα, επομένως, η «διατάραξη» του κλασικιστικού προτύπου στην ίδια την καρδιά του, την Ακρόπολη των Αθηνών, θα μπορούσε, έστω και έμμεσα, να διασαλεύσει κάποια στοιχεία του ατα­βισμού αυτού και να εμπλουτίσει την συλλογική συνείδηση με μια πιο διαχρονική διάσταση για την πολιτισμική ταυτότητα.

Τα ζητήματα όμως δεν σταματούν εδώ. Αναφέραμε και πιο πάνω ότι μια ενδεχόμενη ορθόδοξη Via Crucis επάνω στην Ακρόπολη θα προϋπέθετε και μια συγκεκριμένη αισθητική. Κάναμε ήδη αναφορά στις αμφιβόλου αισθητικής πινελιές της παπικής εκκλησίας σε πολλές ανάλογες εκδηλώσεις. Αντίστοιχες, σοβαρές αμφιβολίες εγείρονται και σε σχέση με την ελλαδική εκκλησία, η οποία ως αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας, στην οποία ανήκει, μοιράζεται ενίοτε με αυτήν αρκετές εκφάνσεις προβληματικής αισθητικής. Οι ασύδοτα εκκωφαντικές κωδωνοκρουσίες στον πυκνοκατοικημένο αστικό χώρο, η αντίληψη νυχτερινού κέντρου όσον αφορά τα ντεσιμπέλ εντός και εκτός των εκκλησιών, οι περιπτώσεις τοποθέτησης μικροφωνικών εγκαταστάσεων ακόμα και σε ναούς-μνημεία σχετικά μικρού μεγέθους, όπως η Παναγία Γοργοεπήκοος, ή οι κιτς φωτεινοί σταυροί συνιστούν δείγματα μιας αισθητικής κουλτούρας που δύσκολα θα επιθυμούσε κανείς να την δει να ξετυλίγεται επάνω στην Ακρόπολη. Το ίδιο ισχύει και για την πιθανότητα η εκκλησιαστική ακολουθία να συνοδευτεί από κηρύγματα γνωστής θεολογικής κενότητας και συνακόλουθης εθνικοπατριωτικής έξαρσης ή ακόμη και κηρύγματα μίσους προς άλλες ομάδες ανθρώπων. Από την άλλη μεριά, τα περισσότερα από αυτά φαντάζουν ομολογουμένως απλά πταίσματα μπροστά στην αισθητική προσέγγιση των διαφόρων σύγχρονων δωδεκαθεϊστικών δρωμένων.

Υπό το πρίσμα αυτό, το κλασικιστικό μονοπώλιο επί των μνημείων της Ακρόπολης προσφέρει τουλάχιστον μια διευθέτηση των πραγμάτων που ίσως να μην είναι η καλύτερη δυνατή, αλλά πιθανώς να είναι η επί του παρόντος λιγότερο κακή. Από ιδεολογικής πλευράς, αποτρέπει έναν ακόμα γύρο οξείας μανιχαϊστικής αντιπαράθεσης μεταξύ φιλοχριστιανών και αντιχριστιανών, ευρωπαϊστών και αντιευρωπαϊστών, κλασικιστών και αντικλασικιστών και άλλων πολλών. Από αισθητικής πλευράς, στην άχρωμη κλασικιστική τους υπόσταση, τα μνημεία της Ακρόπολης είναι τουλάχιστον προστατευμένα από συγκεκριμένες πτυχές της νεοελληνικής αισθητικής. Πτυχές, ωστόσο, που, όσο κι αν για ορισμένους εξ ημών είναι ανυπόφορες και εκτός κλασικιστικής συνάφειας, η αντίθεση προς αυτές συνιστά ως έναν βαθμό κυκλικό συλλογισμό: πηγάζει, δηλαδή, μέσα από την ίδια την σύγχρονη κλασικιστική αντίληψη. Αν, παρόλα αυτά, στα παραπάνω προσθέσει κανείς και τις διάφορες πρακτικές δυσχέρειες εξαιτίας των διαρκών αναστηλωτικών εργασιών στα μνημεία της Ακρόπολης, είναι σαφές ότι οι σκέψεις που εκτέθηκαν εδώ μοιάζουν για την ώρα με απλό θεωρητικό γύμνασμα. Και η εικόνα μιας λιτής, κατανυκτικής ακολουθίας της Μ. Παρασκευής επάνω στην Ακρόπολη, υπό το φυσικό φως των λαμπάδων και το βάρος των αιώνων, θα συνιστά μάλλον για καιρό ακόμα όνειρο εαρινής νυκτός. Άλλωστε, είναι αλήθεια πως η ίδια η μακραίωνη ιστορία της Ακρόπολης διδάσκει ότι σε αυτήν υπήρχε κάθε φορά χώρος για μία μόνο θρησκεία…

Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα (Διάλεξη στη Νομική Βιβλιοθήκη, 12/02/2016)

Νοέμβριος 27, 2016 4 Σχόλια

Την Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016 πραγματοποιήθηκε διάλεξη του γράφοντος στην Νομική Βιβλιοθήκη με θέμα «Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα». Η διάλεξη έλαβε χώρα στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού βραχίονα της Νομικής Βιβλιοθήκης, στο μάθημα Γενικής Παιδείας του τμήματος προετοιμασίας για τις εξετάσεις στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Θα ήθελα από την θέση αυτή να ευχαριστήσω τον διδάσκοντα του μαθήματος Γενικής Παιδείας, Δρ. Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και εκλεκτό φίλο Κώστα Τσίνα για την πρόσκληση. Θα ήθελα, επίσης, να ευχαριστήσω όσους παρευρέθησαν στην διάλεξη για το εξαιρετικό ενδιαφέρον τους για τα θέματα που αναπτύχθηκαν και για την γόνιμη και ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε.

Σκοπός της διάλεξης ήταν να διερευνήσει την ποιότητα του δημοσίου λόγου στην Ελλάδα, ιδίως κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, υπό το πρίσμα ορισμένων πολύ βασικών πτυχών ιστορικής και κοινωνικής θεωρίας. Μεταξύ των θεμάτων της διάλεξης ανήκουν και πολλά σημεία που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο άρθρων του παρόντος ιστολογίου. Αυτό που κυρίως τονίστηκε είναι ο ιδιαίτερα προβληματικός χαρακτήρας της διαρκούς και ταυτόχρονα αμιγώς εμπειροτεχνικής δημόσιας ενασχόλησης με την κοινωνία. Της ενασχόλησης, δηλαδή, εκείνης, η οποία, σε μια εποχή προϊούσας εξειδίκευσης των γνώσης, συνήθως στερείται ακόμη και του πιο βασικού, εγκυκλοπαιδικού γνωστικού υποβάθρου όσον αφορά την επιστημονική μελέτη των κοινωνιών. Σαν αποτέλεσμα, η συχνά ακραία οξύτητα των χαρακτηρισμών και των αξιολογικών κρίσεων που διακρίνει τον δημόσιο λόγο στην Ελλάδα βασίζεται ενίοτε σε ιστορικές και θεωρητικές αντιλήψεις προηγούμενων αιώνων, π.χ. σε απλουστευτικές εκδοχές εξελικτισμού και θετικισμού. Κατά συνέπεια, εμφανίζεται ως επιτακτική ανάγκη η πιο στενή αναστροφή των εκφραστών του δημοσίου λόγου με την ευρύτερη κοινωνική θεωρία. Με δεδομένη, τέλος, την παραδοσιακά στενή σύνδεση μεταξύ νομικής και πολιτικής, η μεγαλύτερη προσέγγιση των δύο αυτών χώρων με την επιστημονική μελέτη της κοινωνίας θα μπορούσε να αποφέρει στο μέλλον ιδιαίτερα σημαντικούς καρπούς προς όφελος όλων. Ακολουθεί το βίντεο της διάλεξης, την οποία μπορεί κανείς να παρακολουθήσει σε συνδυασμό με τις διαφάνειες.

Δημοκρατία χωρίς λίκνο: το «έλλειμμα ανταγωνιστικότητας» του αρχαιολογικού πλούτου

Απρίλιος 28, 2013 2 Σχόλια

Η λέξη «ανταγωνιστικότητα» ανήκει αναμφίβολα σε αυτές που έχουν κυριαρχήσει στα χρόνια της κρίσης. Και το «έλλειμμα ανταγωνιστικότητας» των Ελλήνων και γενικότερα των Νοτίων της Ευρώπης έχει γίνει μόνιμη επωδός στις αναλύσεις των κύκλων που είτε εκπροσωπούν πρωτογε­νώς είτε αναπαράγουν δευτερογενώς το όραμα μιας Ενωμένης Ευρώπης κατασκευαστών πλυ­ντηρίων, ψυγείων, «βιώσιμων» τραπεζικών τομέων και πρωτογενών πλεονασμά­των. Μιας Ευ­ρώπης, όπου οι πάντοτε χρήσιμες και καθ΄ όλα σεβαστές ηλεκτρικές σκούπες και κουζίνες, τα συμπαθή black & decker και ηλεκτρικά κατσαβίδια, καθώς και όλα τα άλλα τεχνικά μέσα διευ­κόλυνσης της καθημερινότητας θα έχουν εκτοπίσει κάθε άλλη διά­σταση της ανθρώπινης ζωής. Οτιδήποτε ξεπερνά την τεχνική και πρακτική πλευρά της ζωής, ό,τι έχει να κάνει με την πιο πνευματική υπόσταση του ανθρώπου, όπως η παιδεία, η φιλοσοφία, το θέατρο, η μελέτη της ανθρώπινης κοινωνίας, της ιστορίας, του κόσμου των ιδεών, μοιάζει να βρίσκεται εκτός οποιασδήποτε «αναπτυξιακής» προοπτικής, μοιάζει να βρίσκεται προ πολλού εκτός Ευρώπης και εκτός ευρώ…

Pnyka-1

Για το γεγονός αυτό, όμως, δεν ευθύνονται αποκλειστικά όσοι προσπαθούν να εξαγάγουν τον «βαθύ» πολιτισμό τους ως τον κανόνα για την οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας σε όλη την Ευρώπη – με τα ήδη γνωστά αποτελέσματα. Δεν είναι εξολοκλήρου υπεύθυνοι αυτοί που ακόμη και στο πλαίσιο της ίδιας της μελέτης του ανθρώπινου παρελθόντος (ιδίως του προϊ­στορικού) μετατρέπουν συχνά το μέσον σε αυτοσκοπό, επιδιδόμενοι σε μια απρόσωπη και φετι­χιστικά μονο­διάσταστη ενασχόληση με υπολεπτομέρειες των υλικών καταλοίπων, ερήμην του ίδιου του αν­θρώπου. Ευθύνονται πρωτίστως όσοι μέσα στην αγωνία τους να υιοθετήσουν άκριτα το οποιο­δήποτε επείσακτο και γενικευτικό μοντέλο ερμηνείας και «θεραπείας» της δικής τους κοινωνίας απεμπο­λούν σε βαθμό αυτοχει­ριασμού τα δικά τους ανταγωνιστικά πλεονεκτή­ματα.

Ένα τέτοιο πλεο­νέκτημα συνιστά για τμήματα του μεσογειακού νότου και ιδίως για την Ελλάδα ο πολιτισμός και ειδικά ο αρχαιολο­γικός πλούτος. Η παραγωγική του αξιοποίηση δεν εξαρτάται από την κήρυξη κάποιας Α.Ο.Ζ. ή τις επενδυτικές ορέξεις εμίρηδων και σεΐχηδων, ούτε συναρ­τάται από την πη­γαία γοητεία του Φούχτελ και την απαράμιλλη ευφυΐα του Μα­ζούχ. Δεν απει­λείται επίσης από την άνοδο των B.R.I.C.S. ή την κυκλοθυμικότητα των «αγορών». Θα μπο­ρούσε και θα έπρεπε να αποτελεί από χρόνια μία από τις βασικές επενδύσεις και αναπτυξιακές στρα­τηγικές της ελληνικής οικονομίας. Το ότι αυτό δεν συμβαίνει μαρτυρεί εύ­γλωττα τόσο την έλ­λειψη οποιασδήποτε σοβαρής παιδείας και ουσιαστικής επαφής με τον πολι­τισμό του μεγαλύ­τερου μέρους του πολιτικού προσωπικού στην Ελλάδα όσο, δυστυχώς, και την αδυναμία ή απροθυμία αρκετών εκ των όντως εμπλεκομένων με την μελέτη και φροντίδα του πολιτι­σμού στη χώρα μας να δουν τον αρχαιολογικό πλούτο με ένα πιο «αναπτυξιακό» (με­ρικοί θα έλεγαν επιχειρηματικό) μάτι.

Ως αναπτυξιακή ή ανταγωνιστική προσέγγιση του αρχαι­ολογικού πλού­του δεν νοείται, όμως, εδώ η ψυχρή, εργαλειακή εκμετάλλευσή του με στόχο το τυφλό κέρ­δος, συνειρμό που θα μπο­ρούσε να υποβάλλει ο όρος που χρησιμοποιείται στα οικονομικά για τα εξαγώγιμα αγαθά ή υπηρεσίες («εμπορεύσιμος» [tradable]). Νοείται η παραγωγική αξιοποίηση της αρχαιολογικής κληρονομιάς με στόχο την δημιουργία υγιών οικονομι­κών προϋ­ποθέσεων, οι οποίες θα επιτρέ­πουν την διαρκή, περαιτέρω ανάδειξη του ελληνικού πολιτισμού στα εκατομμύ­ρια των ανθρώ­πων σε όλο τον κόσμο που ενδιαφέρονται για αυτόν. Και, φυσικά των προϋπο­θέσεων εκείνων που θα επιτρέπουν την απασχόληση ενός πολύ μεγα­λύτερου μέ­ρους του εγχώ­ριου ανθρώπινου δυναμικού της χώρας μας σε εργασίες σχετικές με την παραγω­γική και εξω­στρεφή αυτή διαχεί­ριση του αρχαιολογικού πλούτου. Διότι ανάμεσα στο ένα άκρο της κιτς εμπορευματοποίησης του πολιτισμού και στο άλλο άκρο ενός ολόκληρου πολιτιστικού θησαυ­ρού που σε μεγάλο βαθμό βρίσκεται περίπου στην ίδια κατάσταση που απεικονίζουν γκραβούρες περιηγητών πε­ρασμένων αιώνων υπάρχουν πολλές ενδιάμεσες βαθμίδες, αυτές που συνήθως προσπερνούμε στην Ελλάδα. Αυτή είναι η πρώτη μιας σειράς μελλο­ντι­κών αναρ­τή­σεων, στις οποίες θα προ­σπαθήσουμε να αναδείξουμε το φαινόμενο του «ελλείμ­ματος ανταγω­νιστικότητας» του αρχαιο­λογικού πλούτου στην Ελλάδα, αλλά και να προτεί­νουμε τρό­πους για την υπέρβασή του.

Pnyka-2

 

Κι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, από το οποίο αξίζει κανείς να ξεκινήσει, είναι αυτό της δη­μοκρατίας. Ενός πολιτι­στικού επιτεύγματος του μεσογειακού και ειδικότερα του ελληνικού κό­σμου, το οποίο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έγινε παγκόσμιο κτήμα. Ας αναλογιστούμε απλώς σε πόσες γλώσσες απα­ντούν η λέξη «δημοκρατία» και τα κάθε είδους παράγωγά της, ας σκε­φτούμε τι ρόλο έχει παίξει η δημοκρατία και η επιδίωξή της στον σύγχρονο κόσμο και σε πόσες εξελίξεις της νεότερης ιστορίας πρωταγωνίστησε ως κεντρικός άξονας. Θα μπορούσαμε, επίσης, να σκεφτούμε και το πώς η δημοκρατία μοιάζει σήμερα να αντιμετωπίζεται ως ενοχλητικό ξένο σώμα από την «ανταγωνιστική» Ευρώπη των…29 κατασκευαστών πλυντηρίων και των «αντι­λαϊκιστών» επηρ­μένων τεχνοκρατών. Κάτι που προδίδει χαρακτηριστικά για άλλη μια φορά πόσο μικρή σχέση με την Ευρώπη που νομίζαμε ότι ξέρουμε έχει το τρέχον πολιτιστικό πρότυπο, το οποίο καλούμαστε να αφομοιώσουμε, κάνοντας όλες μας τις «σχολικές εργασίες» (Hausauf­gaben).

Κατά συνέπεια, σε πλήρη και σχεδόν ποιητική αρμονία με το πνεύμα της εποχής, δεν πρέπει να ξενίζει το γεγονός ότι, ειδικά αυτή την περίοδο, αν κανείς –Έλληνας ή ξένος τουρίστας– προ­σπαθήσει να αναζητήσει το λίκνο της δημοκρατίας, το μέρος, όπου αυτή ξεκίνησε και πρωτο­πραγματώθηκε, είτε απλώς θα χαθεί είτε θα αναρωτηθεί αν το μέρος που ανακάλυψε (σχεδόν τυχαία) είναι πράγματι αυτό που έψα­χνε: η Πνύκα της αρχαίας Αθήνας, το σημείο που συνερ­χόταν η Εκκλησία του Δήμου από τα τέλη του 6ου ως τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. (βλ. εικόνα πάνω). Μια σχεδόν αθέατη, μικρή και μισοσβησμένη επιγραφή στη γωνία των οδών Αποστόλου Παύλου και Δημητρίου Αιγινήτου (βλ. μεσαία εικόνα, αριστερά), δίπλα σε κάδους απορριμμά­των, είναι η μοναδική ελπίδα του επισκέπτη να ανακαλύψει τον αρχαιολογικό χώρο από αυτό το σημείο. Αν, τώρα, ο τουρίστας δεν δει την πινακίδα αυτή και ανέβει κι άλλο την Αποστόλου Παύλου, ως τον Ναό του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη και το σημείο εισόδου στον λόφο του Φιλοπάππου, εκεί θα πρέπει να διαθέτει περισσότερο ισχυρή όσφρηση παρά όραση για να εντοπίσει την άλλη μικρή και χαμηλή πινακίδα που δείχνει τον δρόμο για την Πνύκα (βλ. μεσαία εικόνα, δεξιά). Για έναν χώρο, με την εικόνα του οποίου ο τουρίστας θα μπορούσε να εξοικειώ­νεται ήδη κατά την άφιξή του στην Ελλάδα, με προσεκτικά επιλεγμένες και κατάλληλα τοποθε­τημένες εικόνες σε αεροδρόμια, σταθμούς λεωφορείων και σιδηροδρομι­κούς σταθμούς. Και ενός χώρου, που η διαδρομή προσέγγισής του από τα πιο βασικά σημεία της ίδιας της Αθήνας θα μπορούσε να σημαίνεται μέσω κάποιας έξυπνης καμπάνιας, π.χ. μιας «οδού Δημοκρατίας», με εικόνες προσωπικοτήτων της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας (π.χ. του Περικλή, του Αριστείδη και του Δημοσθένη) και αποσπασμάτων από τους λόγους που είχαν εκφωνήσει στην Πνύκα να εμφανίζονται ανά τα­κτά διαστήματα κατά μήκος της κάθε διαδρομής προσέγγισης.

Pnyka-3

Ακόμα, όμως, κι αν κανείς ανακαλύψει τελικά τον χώρο, υπάρχει πράγματι πιθανότητα να ανα­ρωτηθεί αν βρίσκεται στο σωστό μέρος. Τελικά θα βεβαι­ωθεί από τις βασικές πληροφορίες, οι οποίες παρέχονται από τις λίγες και αρκετά ταλαιπωρημένες πλέον πινακίδες που υπάρχουν στον χώρο (βλ. εικόνα κάτω). Και αυτό για να αναρωτηθεί στην συνέχεια πόσο τεράστιο είναι το περιθώριο περαιτέρω ανάδειξης και διαμόρφωσης αυτού του χώρου ή αλλιώς, ποια μορφή θα είχε ο χώρος αν βρισκόταν στα χέρια άλλων, «ανταγωνιστικών» εταίρων και μη. Η ανέγερση π.χ. ενός μουσείου αρχαίας ελληνικής δημο­κρατίας, κατάλληλα προσαρμοσμένου στον χώρο, θα μπορούσε να έχει αποτελέσει θέμα διεθνών διαγωνι­σμών. Το υλικό προς παρουσίαση σε αυτό το μουσείο απέραντο: από την ίδια την αθηναϊκή δημοκρατία με τα πλούσια ιστορικά και αρ­χαιολογικά της τεκμήρια, τις ιδεολογικές και πρακτικές της παραμέτρους, ως την ιστορία της πρόσληψης της δημοκρατίας από την Δύση. Και όλα αυτά στο πλαίσιο μιας σύγχρονης παρου­σίασης, συνοδευόμενης από έναν καλαίσθητο τόμο-κατάλογο. Ανάλογη πρόκληση για αρχιτέ­κτονες, αρχαιολόγους και μουσειολόγους θα αποτελούσε σίγουρα και η διαμόρφωση του ίδιου του υπαίθριου χώρου της Πνύκας. Από τον απλό εξωραϊσμό του χώρου και την τοποθέτηση σύγχρονων πληροφοριακών κειμένων με ελκυ­στικές, έγχρωμες αναπαραστάσεις, μέχρι το πιο ευφάνταστο κέντρισμα του ενδιαφέροντος του επισκέπτη μέσω π.χ. της πρόσβασής του στα αυ­θεντικά (πρωτότυπα και μεταφρασμένα) κεί­μενα ή αποσπάσματά τους που εκφωνήθηκαν στην Πνύκα από τις μεγάλες προσωπικότητες της αρχαίας Αθήνας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια διαμόρφωση και ανάδειξη του χώρου αντάξια τόσο της ιστορικής του σημασίας όσο και του σεβασμού προς τον επισκέπτη θα είχε σαν αποτέλεσμα ο τουρίστας να προσφέρει ευχαρίστως ένα επίσης σεβαστό αντίτιμο για την είσοδο του στον χώρο και για την αγορά του κα­ταλόγου του μουσείου. Σαν αποτέλεσμα, σε άμεση γειτνίαση με την Ακρόπολη και το νέο μου­σείο της θα μπορούσε να δη­μιουργηθεί ένας δεύτερος και σχεδόν εφάμιλλος πόλος έλξης, πολ­λαπλασιάζο­ντας τα οφέλη (πολιτιστικά, επικοινωνιακά, οικονομικά, κλπ.) για την Αθήνα και την χώρα μας γενικότερα.

Ο λόγος που αυτό δεν έχει γίνει δεν είναι μονοδιάστατα οικονομικός, όπως δεν είναι ποτέ άλλω­στε. Της οικονομίας προηγούνται πάντοτε οι ιδέες, στην υπηρεσία των οποίων τίθενται, αναζη­τούνται και ανευρίσκονται αργά ή γρήγορα οι εκάστοτε οικονομικοί πόροι. Και με δεδομένο ότι τόσο η δυτική –όταν δεν έχουμε οικονομική κρίση– δημοκρατία όσο και το ελ­ληνικό φαύλο και παρεφθαρμένο αντιδάνειό της ελάχιστη σχέση έχουν με την αρχαία δημοκρα­τία της Πνύκας και της Εκκλησίας του Δήμου, δεν θα αποτελέσει έκπληξη αν τελικά ο αρχαιο­λογικός χώρος της Πνύκας είναι ο τελευταίος που θα αναπλασθεί ποτέ στην Ελλάδα…

Fior d’ Occidente

Δεκέμβριος 30, 2012 Σχολιάστε

Στο εναρκτήριο κείμενο αυτού του ιστολογίου αναπτύξαμε με την μορφή μιας γενικής εισαγωγής τον κύριο άξονα του διαδικτυακού αυτού εγχειρήματος, δηλαδή την προβληματική εκείνη που αποτελεί το βασικό του θέμα και σε ένα λίγο πιο προχωρημένο στάδιο θα κάνει δυναμικότερα την εμφάνισή της στο πλαίσιο των αναρτήσεων. Πρόκειται για την αναθεώρηση του τρό­που, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε ό,τι μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ελληνική ταυτότητα», ιδίως σε σχέση με το παλαιό υπαρξιακό ερώτημα, το γνωστό και ακόμη επίκαιρο δίλημμα περί του πού ανήκει ο ελληνικός κόσμος: στην  Ανατολή ή στη Δύση; Στο αρχικό εκείνο κείμενο πα­ραθέσαμε ένα χρονολογικό παράδειγμα για να καταδείξουμε, εν είδει ενός πρώτου υπαινιγμού, την εγγενή αστοχία του συγκεκριμένου διλήμματος: παραπέμψαμε σε μια τυχαία ιστορική περί­οδο, στην Ύστερη Αρχαιότητα, και καλέσαμε τον αναγνώστη να αναλογιστεί αν το νεοελληνικό υπαρ­ξιακό δίλημμα περί της «Ανατολής» και της «Δύσης» θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε εφαρ­μογή ή οποιοδήποτε νόημα σε αυτή την περίπτωση. Επισημάναμε, επίσης, ότι εάν η συγκε­κρι­μένη, συχνά σχε­δόν γηπεδικού τύπου διχογνωμία αποδεικνυόταν ως μια εντελώς εσφαλμένη βάση για την με­λέτη της πολιτιστικής ταυτότητας, τότε θα έπαιρνε μαζί της και μια ολόκληρη σχολή σκέψης περί του «ελληνικού προβλήματος» και των κατευθύνσεων που θα πρέπει να ακο­λουθή­σει η σύγ­χρονη Ελλάδα ως προς την φιλοσοφία της κρατικής της θεμελίωσης και υπόστα­σης.

Οθωμανική «Ανατολή» χωρίς Οθωμανούς...

Οθωμανική «Ανατολή» χωρίς Οθωμανούς…

Αξίζει εδώ να τονίσουμε ότι ο εν λόγω προβληματισμός δεν χαρακτηρίζει μόνον Νεοέλληνες διανοουμένους, αλλά και ορισμένους μεγαλόσχημους οραματιστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, το ερώτημα «Ανατολή ή Δύση;» επανήλθε πριν από κάποιον καιρό στο στόμα του βετεράνου Γάλλου ευρωπαϊστή πολιτικού Βαλερύ Ζισκάρ ντ΄ Εστέν. «Η Ελλάδα είναι χώρα της Ανατολής και δεν έπρεπε να την δεχθούμε στην Ευρώπη» δήλωσε ο Ζι­σκάρ ντ΄ Εστέν, ο οποίος καταφεύγοντας στην επιφανειακή και ρηχή συνθηματολογία περί «Δύσης» και «Ανα­τολής» έκανε κάτι παραπάνω από το να μεταθέσει φοβικά τις δικές του ιστο­ρικές ευθύνες για την ευρωκρίση σε άλλους παράγοντες: ενίσχυσε την ανησυχητική υποψία ότι τα θεμέλια της Ενωμένης Ευρώπης ήταν εξαρχής εξίσου σαθρά με αυτά του νεοελληνικού κρά­τους. Και καθώς η έννοια της «Ανατολής» στην περίπτωση της Ελλάδας έχει συνήθως ως στόχο να συ­σχετίσει τις νεοελληνικές παθογένειες με το οθωμανικό παρελθόν της Βαλκανικής, αξίζει να αφιερώσουμε στον κ. ντ΄ Εστέν και στους εν Ελλάδι ένθερμους θιασώτες της αντικατάστα­σης της «φουστανέλας» από το «φράκο» έναν δεύ­τερο υπαινιγμό, αυτή την φορά γεωγραφικό παρά χρονολογικό, για την προβληματική φύση του διπόλου Ανατολή-Δύση.

Την φορά αυτή, λοιπόν, δεν θα μεταφερθούμε σε μια άλλη εποχή, όπως με το παράδειγμα της Ύστερης Αρχαιότητας, αλλά σε μια γεωγραφική περιοχή. Πρόκειται για το Ιόνιο πέλαγος και το νοτιότερο (πλην Κυθήρων) νησί του, την Ζάκυνθο. Το νησί αυτό βρέθηκε πριν λίγους μήνες στο επίκε­ντρο της δημοσιότητας με αφορμή την σκανδαλώδη υπόθεση των ψευδών προνοιακών επιδο­μάτων. Όπως και σε άλλες περιοχές της χώρας, έτσι και στην Ζάκυνθο, «αποκαλύφθηκε» το κοινό μυστικό, ότι, δηλαδή, ένας μεγάλος αριθμός συμπολιτών μας λάμβανε κρατικά επιδό­ματα για παθήσεις που υπήρχαν μόνον στα χαρτιά. Το ιδιαίτερο στοιχείο στην περίπτωση της Ζακύν­θου αφορούσε το επίδομα τυφλότητας. Από τους περίπου 400 ανθρώπους που είχαν δη­λώσει τυφλοί, ώστε να δικαιούνται το σχετικό επίδομα, αποδείχθηκε ότι μόνον…34 ήταν πραγ­ματικά αόμματοι. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των «τυφλών», άνω του 80%, δεν είχε στην πραγματι­κότητα κανένα σοβαρό πρόβλημα όρασης. Το πρόβλημα των πολιτών αυτών, τουλά­χιστον σύμφωνα με την συνήθη προσέγγιση του θέματος, δεν ήταν στα μάτια, αλλά στην νοο­τροπία. Όπως και σε άλλες περιοχές τις χώρες, έτσι και στο νησί αυτό του Ιονίου ένας μεγάλος αριθμός πολιτών δεν δίστασε να διαπλακεί με διεφθαρμένους υπαλλήλους και τοπικούς άρχο­ντες προ­κειμένου όλοι μαζί να εξαπατήσουν το κεντρικό ταμείο του κράτους, περίπου 300 χλμ. πιο ανα­τολικά. Μάλλον δεν αμφιβάλει κανείς ότι τον άξονα αυτής της διαδικασίας αποτέλεσε η πελα­τειακή συναλλαγή μεταξύ των πολιτών και ορισμένων υποψηφίων πολιτευτών του νησιού, η πρακτική, δηλαδή, που είναι γνωστή με την (μάλλον αραβικής προελεύσεως) τουρκική λέξη «ρουσφέτι» (rüşvet). Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη κλασικό πα­ράδειγμα που μοιάζει να επιβεβαιώνει το ερμηνευτικό σχήμα «Ανατολή-Δύση». Οι πολίτες της Ζακύνθου επέδειξαν την γνωστή εκείνη «ανατολίτικη» συμπεριφορά έναντι του κράτους που, σύμφωνα με την δυτικόφρονα διανόηση στην χώρα μας (ή τον κ. Ζισκάρ ντ΄ Εστέν), είναι η αι­τία της νεοελληνικής κρατικής κακοδαιμονίας. Το οθωμανικό αυτό κατάλοιπο πρέπει, κατά την άποψη αυτή, να αποβληθεί το ταχύτερο και να αντικατασταθεί από μια εξευρωπαϊσμένη ατο­μική νοοτροπία σεβασμού των νόμων, του κρατικού ταμείου και του ευρύτερου κοινωνικού συ­νόλου.

Η αντίληψη αυτή μάς είναι πια τόσο οικεία, ξεκάθαρη και πειστική, ώστε δύσκολα φαντάζεται κανείς πως, ειδικά σε περιπτώσεις όπως αυτή της Ζακύνθου, αρκούν μερικά εντελώς απλά, εγκυκλοπαιδικής φύσεως δεδομένα για να υποσκάψουν καίρια την ισχύ της. Το πρόβλημα, δη­λαδή, στο παράδειγμά μας είναι μια πολύ βασική, ιστορικού χα­ρακτήρα περιπλοκή: η Ζάκυνθος δεν υπήρξε ποτέ κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου (με εξαίρεση την Λευκάδα που βρέθηκε υπό τουρκική κατοχή επί περίπου 200 χρόνια, 1479-1684). Για την ακρίβεια, η Ζά­κυνθος όχι μόνον δεν γνώρισε Τουρ­κο­κρατία, αλλά για ένα μακρότατο χρονικό διάστημα, που ξεκινά αρκετά πριν την Τουρκοκρα­τία στις άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου, βρέθηκε υπό την κυριαρχία δυτικών δυνάμεων. Από το 1185, όταν αποσπάστηκε από την Βυζαντινή Αυτο­κρατορία, έως και το 1864, όταν έγινε η ένωση των Επτανήσων με το νεοελληνικό κράτος, δη­λαδή επί σχεδόν 7 αιώνες, η Ζάκυνθος βρέθηκε υπό την κατοχή, επικυριαρχία ή «προστασία» των Νορμανδών της Σικελίας, γαλλικών οίκων (d’ An­jou), ιταλικών οίκων (Orsini και Tocco), των Ενετών, των Γάλλων (1797-1799), κα­θώς και των Άγγλων (1815-1864). Από την περίοδο της Ενετοκρατίας προέρχεται και το γνωστό προσωνύμιο του νησιού ως Fior di Levante («Άνθος της Aνατολής»).

Όπως, βέβαια, δείχνει η ιστορική πορεία της Ζακύνθου και άλλων νησιών του Ιονίου, εδώ ο όρος «Ανατολή» δεν είχε ποτέ το οθωμανικό-βαλκανικό σημαινόμενο, με το οποίο γίνεται αντι­ληπτός στο πλαίσιο του διπόλου «Ανατολή-Δύση». Αντιθέτως, την εποχή που σε άλλες περιοχές της Ελλάδας άρχιζε η οθωμανική «Ανατολή», τόποι όπως η Ζάκυνθος είχαν ήδη προ πολλού περιέλθει στην ευρύτερη επικράτεια της «Δύσης», στην οποία και παρέμειναν ως την ενσωμά­τωσή τους στο σύγχρονο ελληνικό κράτος. Με αυτό τον τρόπο διέγραψαν μια ιστορική δια­δρομή που κα­νονικά θα έπρεπε να προκαλεί…ενθουσιασμό σε πολλούς ένθερμους ευρωπαϊστές και δυτικι­στές στην Ελλάδα. Ιδίως σε όσους πάντοτε –και ειδικά σε περιόδους σαν αυτή που ζούμε σήμερα– καλοβλέπουν την ιδέα «να έρθουν να μας κυβερνήσουν οι ξένοι», όταν, βεβαίως, ως «ξένοι» νοούνται οι Δυτικοευρωπαίοι. Στην περίπτωση της Ζακύνθου, λοιπόν, έχουμε να κά­νουμε με μια περιοχή της χώρας που την κυβέρνησαν πραγματικά οι ξένοι –ή τουλάχιστον οι ξένοι της αρεσκείας μας– και μάλιστα επί επτά ολόκληρους αιώνες. Κι όμως, καθώς φαίνεται, άνθρακες ο θησαυρός… Η ιστορία των επιδομάτων τυφλότητας στους εκατοντάδες Ζακύνθιους ψευδοτυφλούς δείχνει ότι, όπως και σε άλλα σημεία της επικράτειας του ελληνικού κράτους, έτσι και στο εν λόγω Fior dOccidente, στο «Άνθος της Δύσεως», κυριαρχούν τα ήθη της «Ανατο­λής». Πώς συνέβη αυτό; Τι…πήγε τόσο στραβά σε αυτή την περίπτωση ως προς την σχέση του δόγματος «Δύση-Ανατολή» με την πραγματικότητα;

Η πιο πιθανή απάντηση που ίσως θα λάμβανε κανείς είναι ότι «ναι, εντάξει, ήταν επτά αιώνες υπό δυτική κατοχή, αλλά εδώ και σχεδόν 150 χρόνια η Ζάκυνθος είναι ενσω­ματωμένη στο ελληνικό κράτος». Κάτι που με άλλα λόγια σημαίνει ότι στο χρονικό αυτό διά­στημα τα «ανατολίτικα» ήθη προφανώς παρεισέφρησαν και στα άλλοτε δυτικίζοντα Ιόνια νη­σιά, αλλοτριώνοντάς τα με τις γνωστές εκείνες παθογένειες-εκφάνσεις της «οθωμανικής» ή «βαλκανικής» μιζέριας. Το πρόβλημα, ωστόσο, με αυτή την άποψη είναι ότι ακυρώνει την ίδια την αφετηρία της θέσης, την οποία προσπαθεί να «σώσει». Και τούτο διότι η αρχική αυτή θέση επενδύει σε μια ξεκάθαρα μακροϊστορική προσέγγιση, επικαλούμενη το μεγάλο χρονικό διάστημα των «αιώνων της Τουρκοκρατίας» και την μακροχρόνια και βαθιά επίδραση που αυτοί άσκησαν στους ελληνικούς πληθυσμούς. Συνεπώς, αν τώρα ισχυριστεί κανείς ότι 100-150 χρό­νια είναι αρκετά ώστε να αλλάξουν άρδην κάποια βασικά στοιχεία των νοοτροπιών και των προτύπων συμπεριφοράς σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, τότε θέτει σε αμφισβήτηση την διακηρυχθείσα μακροϊστορική φύση του φαινομένου. Ή ομολογεί εμμέσως ότι δεν υπήρξε ποτέ μια συστημα­τική μελέτη του που να προηγήθηκε της διατύπωσης των συγκεκριμένων απόψεων. Εκτός αυ­τού, αν τα 150 αυτά χρόνια ήταν αρκετά για να εξαλείψουν τα «δυτικά ήθη» στην περί­πτωση της Ζακύνθου, τότε πώς το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα δεν στάθηκε αρκετό για να εξα­λείψει τα «ανατολικά ήθη» στην περίπτωση π.χ. της ηπειρωτικής Ελλάδας, η οποία ήδη από το 1830 και εφεξής προσπαθεί να διοικηθεί βάσει δυτικοευρωπαϊκής προελεύσεως κρατικών δο­μών, θεσμών, πολιτικών θεωριών, ιδεολογικών τάσεων, δυτικοτραφέντων πολιτικών και διανο­ουμένων και –για ένα σημαντικό διάστημα– και κεντροευρωπαϊκών βασιλικών δυναστειών; Γιατί εδώ το δυτι­κοευρωπαϊκό αυτό υπέρστρωμα (superstratum) όχι μόνον δεν εξάλειψε το υπο­τιθέμενο «ανατο­λικό» υπόστρωμα, αλλά το τελευταίο κατάφερε να…μολύνει ακόμη και περιοχές του ίδιου κρά­τους με προϋπάρχουσες δυτικίζουσες καταβολές;

Όπως ίσως αντιλαμβάνεται κανείς, το πρόβλημα με αυτά τα ζητήματα δεν είναι τόσο η δυσκο­λία των απαντήσεων που αναζητούνται, αλλά μάλλον ο προβληματικός χαρακτήρας των ερω­τήσεων που έχουν προηγηθεί. Σε αυτές τις πε­ριπτώσεις ο ορθός τρόπος για να προσεγγίσει κα­νείς τα φαινόμενα είναι μάλλον να επιδιώξει μια τελείως διαφορετική βάση για την μελέτη τους. Μια βάση, η οποία να επιτρέπει την διερεύνηση της πραγματικής προέλευσης της πολιτιστικής ταυτότητας ενός πληθυσμού και όχι απλώς της μετα­γενέστερης, εφήμερης αλληλεπίδρασης κά­ποιων στοιχείων της με άλλες πολιτιστικές σφαίρες. Αν και λόγω απρόβλεπτων, ανθρωπογενών παραγόντων η νέα αυτή ερευνητική αφετηρία δεν μπόρεσε να δρομολογηθεί εντός του 2012, οι διαχειριστές της ελληνικής και της ευρωπαϊκής χρεοκοπίας φρόντισαν να μην χάσει τίποτα από την επικαι­ρότητά της. Διότι, καθώς η προφητεία των Μάγια για το τέλος του κόσμου αποδείχθηκε πλέον εξίσου ακριβής με την πρόβλεψη ενός…άλλου προφήτη περί της εξόδου της χώρας στις αγορές την ίδια περίπου περίοδο, η κρίση θα μας συνοδεύσει αδιάκοπη και το νέο έτος. Αυτή την φορά, όμως, ίσως μπορέσουμε να την προσεγγίσουμε μέσα από ένα νέο επιστημονικό πρίσμα.

Ε.Ε. και (αν)ιστορικές προκλήσεις

Δεκέμβριος 2, 2012 2 Σχόλια

Η πρόσφατη, σαφής ομολογία του W. Schäuble από του βήματος της γερμανικής βουλής ότι μια έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα μπορούσε να προκαλέσει την κατάρρευση της ευρωζώνης μάλλον δεν θα απασχολήσει ιδιαίτερα το εν Ελλάδι ένθερμο μνημονιακό μπλοκ. Είναι, άλλωστε, σα­φές πλέον ότι ακόμη και ο ίδιος ο Θεός να εμφανιζόταν και να επαναλάμβανε την δήλωση του Schäuble, διαβεβαιώνοντας για την ορθότητά της και για τις προφανείς διαπραγματευτικές δυ­νατότητες που θα σήμαινε αυτό για την Ελλάδα και γενικότερα τον μεσογειακό νότο, το πιθανό­τερο είναι να εγκαλούσαν και Αυτόν για διαπλοκή με το «λόμπι της δραχμής». Ίσως, μάλιστα, να Του χρέωναν και μυωπική αντίληψη της ιστορίας και των προκλήσεών της. Και αυτό διότι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επιχειρήματα που ακούμε συνήθως από αρκετούς ευρωπαΐζοντες δια­νοούμενους ή πανεπιστημιακούς είναι η βαθιά τους πεποίθηση ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι περίπου η μοίρα και η ιστορική νομοτέλεια της Ευρώπης. Είναι το φωτεινό μέλ­λον της ηπείρου, στο οποίο πρέπει αναντίρρητα να προσδεθεί και η Ελλάδα, και το οποίο οι μύ­ωπες του ευρωσκεπτικισμού δεν αντιλαμβάνονται, εμμένοντας στις –κατά τους σχολιαστές αυ­τούς– σχεδόν παλαιοημερολογητικού στιλ απόψεις τους. Η ελαφρώς μεσσιανική αυτή προσέγ­γιση της ευρωπαϊκής ιστορίας έχει σαν αποτέλεσμα να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της διάφο­ρες πτυχές του εγχειρήματος της Ενωμένης Ευρώπης. Και, όπως συμβαίνει συνήθως στις περι­πτώσεις που η ιστορία οράται από την σκοπιά τάσεων περίπου θρησκευτικού χαρακτήρα, η αντίληψη της ιστορίας, των εξελί­ξεων και των προκλήσεών της κινδυνεύει να υποστεί βα­ριές στρεβλώσεις. Αξίζει να δούμε τρία ενδεικτικά παραδείγματα αυ­τού του είδους των ερμηνευτικών στρεβλώ­σεων της ιστορίας.

Ευρώπη: εικόνα από το παρελθόν ή από το μέλλον;

Ευρώπη: εικόνα από το παρελθόν ή από το μέλλον;

Το πρώτο παράδειγμα είναι ο ρόλος της Ε.Ε. στην εδραίωση της ειρήνης στην μεταπολεμική Ευ­ρώπη. Η πρόσφατη απονομή του νόμπελ ειρήνης στην Ε.Ε. για την θεωρούμενη ως αναμφισβή­τητη συνεισφορά της στον τομέα αυτό ήρθε να επιβεβαιώσει την αντίστοιχη άποψη των ένθερ­μων υποστηρικτών της Ενωμένης Ευρώπης: οι περίπου επτά δεκαετίες ειρήνης που ακο­λούθη­σαν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τουλάχιστον στην δυτική Ευρώπη, οφείλονται στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το συμπέρασμα μοιάζει εντελώς λογικό, σχεδόν αναμ­φι­σβήτητο. Κι όμως, εκκινώντας από μια λίγο πιο απροκατάληπτη βάση σκέψης, τα ίδια ιστο­ρικά δεδομένα μπορούν να ερμηνευθούν πολύ διαφορετικά. Όποιος έχει δει τις εικόνες με τα ερείπια των γερμανικών πόλεων στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (π.χ. της Δρέσδης ή της Νυρεμ­βέργης), καταλαβαίνει αμέσως ότι οι δεκαετίες της ειρήνης που ακολούθησαν ήταν ου­σιαστικά προδιαγεγραμμένες. H βασική υπαίτιος των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, η Γερμανία, είχε μετα­βληθεί πλέον σε έναν κατεχόμενο σωρό ερειπίων, με αποδεκατισμένο τον μάχιμο πλη­θυσμό της. Οι «Γυναίκες των Ερειπίων», οι Trümmerfrauen, δεν θα μπορούσαν να έχουν ποτέ στο μυαλό τους την προετοιμασία κάποιας νέας πολεμικής αναμέτρησης. Αν μετά τον Α΄ Πα­γκόσμιο Πό­λεμο η Γερμανία είχε ακόμη δυνάμεις για να ανασυγκροτήσει, μετά τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μαζί κάτι τέτοιο ήταν εντελώς αδύνατον. Εκτός αυτού, είναι κοινός τόπος στην ιστορία ότι περίοδοι ιδιαίτερα καταστρεπτικών πολεμικών συρράξεων ακολουθούνται σχε­δόν νομο­τε­λειακά από περιόδους ειρήνης και ειρηνιστικών ιδεολογικών τάσεων από τις με­ταπο­λεμικές γε­νεές. Υπό το πρίσμα αυτό αντιλαμβάνεται κανείς ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ολο­κλήρωσης υπήρξε περισσότερο το αποτέλεσμα της αναπόφευκτης μεταπολεμικής περιόδου ει­ρήνης και όχι η αιτία της. Το γεγονός ότι αυτή η μάλλον προφανής ερμηνευτική οπτική απου­σιάζει πλήρως στον λόγο πολλών ευρωπαϊστών διανοουμένων στην Ελλάδα προδί­δει χαρα­κτηριστικά ότι η προσέγγισή τους ξεκινά περισσότερο από συχνά καλώς εννοούμενο, πλην όμως άκριτο φιλοευ­ρωπαϊσμό και λιγότερο από ψυχρή αποτίμηση των δεδομένων.

Το δεύτερο παράδειγμα προκατειλημμένης ιστορικής προσέγγισης αφορά ειδικότερα το σκέλος της οικο­νομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης. Πρόκειται για την μάλλον ρομα­ντική άποψη ότι η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης είναι η φυσική απόληξη του μεταπολεμικού οράματος της γενικότερης ευρωπαϊκής ενο­ποίησης. Έχει, δηλαδή, ως χρονική της αφετηρία την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στοχεύει στην ισότιμη συνένωση των οικονομιών μιας σειράς επιμέρους κρατών, τα οποία υποτίθεται ότι δεν έχουν καμιά άλλη «ατζέντα» πλην του οράματος της Ενωμένης Ευρώπης. Στο σημείο αυτό, θα ανέμενε κανείς του­λάχιστον από ορισμένους ακαδημαϊκούς σχολιαστές, προερχόμενους ενίοτε από χώρους με κάποια επαφή προς την ιστορική, πολιτική και οικονομική ιστορία, να είναι ίσως λίγο πιο προσεκτικοί στην έκφραση τέτοιου είδους, ελαφρώς αστόχαστων ευρωπαϊστικών απόψεων. Ο λόγος είναι πως μια έστω και φευγαλέα ματιά στην ιστορία του 19ου και 20ού αιώνα προσφέρει με­ρι­κά ενδιαφέροντα διδάγματα. Σε αυτά ανήκει π.χ. το γεγονός ότι ο επονομαζόμενος «Μείζων Ευ­ρω­παϊκός Οικονομικός Χώρος» (Europäischer Grossraum/Europäische Grossraum­wirtschaft) αποτέ­λεσε την μεγαλύτερη γεωοικονομική και στρατιωτική επιδίωξη της Γερμανίας ήδη πολύ πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για την ακρίβεια πρόκειται για έναν σχεδιασμό που ανάγεται στους χρόνους του Γερμανικού Τελωνειακού Ομίλου κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα (Deutscher Zollverein, 1834).

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, το γενικότερο αυτό δόγμα με το αξιο­σημείωτο ιστορικό βάθος όχι μόνον διατρέχει το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα με τις γνωστές γερμανικές στοχεύ­σεις κατά την διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, αλλά επανεμφανίζε­ται με χαρακτηρι­στική ομοιότητα σε άλλη μορφή και στην παρούσα συνάφεια, δηλαδή στο πλαίσιο της ευρωζώ­νης. Το γεγονός αυτό υπονομεύει καταρχάς καίρια την ανωτέρω αναφερ­θείσα οπτική, η οποία θεωρεί ότι η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένω­σης της Ευρώπης ξεπήδησε μόνον μέσα από το μεταπολεμικό εγχείρημα της Ε.Ε. Από την άλλη μεριά, μέσα από την ίδια κατάσταση πραγμάτων αναδεικνύεται και η αστοχία όσων επιμένουν να κάνουν μονοδιάστατους παραλ­ληλισμούς της σημερινής Γερμανίας αποκλειστικά και μόνον με την περίοδο του ναζισμού. Είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με πιο μακροϊστορικές έξεις, αλληλένδετες με τις ιστορικές και πο­λιτισμικές ιδιαιτερότητες στις διάφορες περιοχές της Ευρώ­πης. Στοιχείο των ιδιαιτεροτήτων αυ­τών είναι και το γεγονός ότι η παρούσα γερμανική ηγεσία πιθανόν θα απέκρουε με ειλικρινή έκ­πληξη και απορία την μακροϊστορική αυτή οπτική. Και τούτο διότι στο πλαίσιο ενός πολιτισμού «αψυχολόγητου» (κατά το «ασυλλόγιστος» ή «αφιλο­σόφητος»), δηλαδή με χαρακτηριστική αλ­λεργία στην αυτό-ψυχολόγηση είτε σε επίπεδο ατομι­κής ψυχολογίας είτε στο πεδίο της εθνικής πολιτικής, μπορεί κανείς κάλλιστα να πιστεύει ότι εμ­φορείται από το ιδεώδες της Ενωμένης Ευ­ρώπης την ίδια στιγμή που μεταφέρει σχεδόν μηχανι­στικά και ασυνείδητα τις βαθύτερες κατα­βολές και αντιλήψεις του. Η περίπτωση των πολύ δια­φορετικών αυτών μορφών ιστορικής ερμη­νείας της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης καταδεικνύει και πάλι ότι αρ­κετοί υποστηρικτές του οράματος αυτού ίσως δεν έχουν εντοπίσει και τόσο σωστά το «ίχνος» της ιστορίας όσο ακράδαντα πιστεύουν.

Το τρίτο σχετικό παράδειγμα έχει να κάνει με τον ρόλο της Ε.Ε. στο πλαίσιο του διεθνούς αντα­γωνι­σμού. Ένα ευρύ φάσμα ευρωπαϊστών ακαδημαϊκών αναλυτών, κυρίως από τους χώρους των οικονομικών, των διεθνών σχέσεων και των πολιτικών επιστημών, συνηθίζει να παρουσιά­ζει την ενοποίηση της Ευρώπης ως μια ιστορική αναγκαιότητα, απαραίτητη για να μπορέσει η ήπειρος να επιβιώσει μέσα στον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια μάλλον απλουστευτική αντίληψη των πραγμά­των. Ο λόγος είναι ότι, όπως (θα έπρεπε να) γνωρίζουν καλά τουλάχιστον οι προερχό­μενοι από τον χώρο των οικονομικών, το συγκρι­τικό πλεονέκτημα σε περιόδους έντονου αντα­γωνισμού δεν έγκειται στην απλή συνένωση μι­κρότερων οικονομικών ενοτήτων σε μία μεγαλύ­τερη. Δεν συνίσταται επίσης απλώς στην ύπαρξη μιας βιομηχανίας καλών εξαγωγικών προϊό­ντων, όπως είναι η γερμανική. Ούτε σίγουρα στο…ταλέντο να δελεάζει κανείς τους άλλους με την μονότονη επίκληση της φτήνιας (βλ. π.χ. την νέα σειρά διαφημιστικών εμετικής αισθητικής της Media Markt). Στην πραγματικότητα, από καταβολής κόσμου η λέξη-κλειδί στο πεδίο του οικονομικού ανταγωνισμού είναι άλλη: καινοτο­μία. Στον κρίσιμο αυτό τομέα εύκολα συνειδητο­ποιεί κανείς ότι η Ευρώπη και η κύρια οικονομία της, η γερμανική, υπολείπονται αισθητά άλλων οικονομικών χώρων. Εταιρείες-κολοσσοί στην τεχνολο­γική πρωτοπορία και ιδίως στην αιχμή του δόρα­τος που είναι ο χώρος της πληροφορικής, όπως π.χ. η Google, η Apple, η Microsoft, η Samsung, καθώς και ευ­φυείς επιχειρηματικές ιδέες, όπως αυτή του Facebook, δεν έχουν ως σημείο αφετη­ρίας την Ευ­ρώπη.

Ο λόγος για αυτή την εξέλιξη είναι απλός: η πιο ακμαία οικονομία της ηπείρου, η γερμανική, έχει ως βάση συγκεκριμένα πολιτιστικά χαρακτηρι­στικά του πληθυσμού της. Σε αυτά ανήκουν π.χ. η εργατικότητα, η ακρίβεια, η συνέπεια, η ορ­γάνωση, η πειθαρχία, η ευθυνοφοβία. Αυτά αρκούν μεν για την δημιουργία μιας επιτυχημένης εθνικής οικονομίας με άξονα τον εξαγωγικό τομέα, δεν αρκούν, όμως, για να προσδώσουν στην Γερμανία και στην οικονομική σφαίρα επιρροής της, δηλαδή την ευρωζώνη, το συγκριτικό πλεο­νέκτημα της καινοτομίας. Και τούτο διότι η και­νοτομία απαιτεί κάποια άλλα πολιτιστικά χαρα­κτηριστικά: την εξωστρέφεια, την φαντασία, την ευελιξία, την ευστροφία, την τόλμη, την αισθη­τική. Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν βρίσκονται στην Γερμανία, αλλά σε μια άλλη γεωγραφική και πολιτιστική ζώνη της ηπείρου: την Μεσόγειο. Κατά συνέπεια, αυτό που πραγματικά θα μπο­ρούσε να εκτοξεύσει την Ευρώπη στο πλαίσιο του διε­θνούς ανταγωνισμού δεν είναι η απλή «πρόσθεση» των ευρωπαϊκών οικονομιών, με τις ασθενέ­στερες εξ αυτών να περιέρχονται σε κα­τάσταση οικονομικής, πολιτικής ή και πολιτιστικής υπο­τέλειας ως προς την πιο ισχυρή. Είναι ο επιτυχημένος και λειτουργικός συνδυασμός των πολιτι­στικών χαρακτηριστικών στις διάφορες περιοχές της. Ένας τέτοιος συνδυασμός, όμως, είναι εξαιρετικά δύ­σκολο να γίνει με δεδομένη την κατάσταση άρνησης ή μη νηφάλιας προσέγγισης της πολιτιστικής διαφοροποίησης που χα­ρακτηρίζει το εγχείρημα της Ε.Ε. Από την μια μεριά, ο γερ­μανόφωνος κόσμος της κεντρικής Ευ­ρώπης αντιμετωπίζει με συμπλεγματική αποστροφή το «μεσογειακό ταμπεραμέ­ντο» των Νοτίων, το οποίο στο πλαίσιο του γνωστού μονολιθικού ηθικι­σμού πρέπει απλά να…πάψει να υπάρχει, προκειμένου οι χώρες αυτές να βρουν τον δρόμο της (γερμανικής) αρετής. Από την άλλη μεριά, σε χώρες σαν την Ελλάδα η παραδοσιακή ευρώ­στροφη διανόηση συχνά «βραχυκυκλώνει» στην ιδέα ότι χρειάζεται ενίοτε και μια πιο τολμηρή κριτική ματιά στα της Ευρώπης. Και τούτο διότι αν καταδειχθεί ότι ούτε οι άλλοι έχουν μόνον προτερήματα ούτε εμείς μόνον ελατ­τώματα, τότε ο εύκολος επαρχιωτισμός πρέπει να δώσει την θέση του στην κριτική κοινωνιολογική και ανθρωπολογική ανάλυση. Και τότε τα πράγματα γίνονται δύσκολα…

Το πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της νοοτροπίας είναι να θεωρεί κανείς ότι θα προσελκύσει την «ανάπτυξη» και τα κεφάλαια της κεντρικής Ευρώπης αποκλειστικά μέσω της προσφοράς κινε­ζικού τύπου εργασιακών συνθηκών. Ούτε κουβέντα για τον δυναμικό ρόλο που θα μπορούσε να παίξει το εργατικό (π.χ. επιστημονικό) δυναμικό της Ελλάδας και των άλλων χωρών του Νό­του στο πλαίσιο ευρωπαϊκών επενδύσεων σχεδιασμένων να αξιοποιήσουν δημιουργικά, με στόχο την καινοτομία, τόσο τα μεσογειακά όσο και τα κεντροευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Απελπιστικά παραδομένη στις πιο συμπλεγματικές εκδοχές του δόγματος «ανήκωμεν εις την Δύσιν», η πολι­τική ηγεσία της χώρας κατέληξε τελικά στις πρώτες φάσεις της κρίσης να δυσφημεί συλλήβδην την χώρα και τους ανθρώπους της στο εξωτερικό. Συνοψίζοντας, επομένως, είναι ενδεχόμενο ότι η τάση ενός σημαντικού μέρους της ευρω­παϊκής-μνημονιακής διανόησης στην χώρα μας να μιλά με στόμφο, πλην όμως ρομαντικά προκατειλημμένη και συχνά ιστορικά αφελή διάθεση για την ιστορική προοπτική της Ευρώπης ίσως συ­νεισφέρει και αυτή ένα λιθαράκι στο να χάσει πιθανώς η γηραιά ήπειρος όλες τις (αν)ιστορικές της προκλήσεις: και της ειρήνης και της οικονομικής της ενοποίησης και της επιβί­ωσής της στον διεθνή ανταγωνι­σμό.

* Για μία πρόσφατη αναφορά στο θέμα του γερμανικού «Μείζονος Ευ­ρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου» στην ελληνική γλώσσα βλ. Η. Ηλιόπουλος, Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Μία ερ­μηνευτική προ­σέγγιση της συμπερι­φοράς των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στην Ελ­λάδα, στο: Ι. Γεμε­νετζής – Η. Ηλιόπου­λος (επιμ.), Επιχείρηση Καλάβρυτα. Η δράση της 117 Με­ραρχίας Κυνηγών μέσα από τα γερμα­νικά αρχεία (Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστο­ρίας Στρατού, Αθήνα 2012), σελ. 1, με βιβλιογραφικές παραπομπές 1-2.

Ευρωπαϊκή Ένωση ή Ευρωπαϊκές Ενώσεις; Προλαβαίνοντας την ακροδεξιά

Απρίλιος 29, 2012 4 Σχόλια

Οι εκλογές που θα γίνουν την 6 Μαΐου 2012, δηλαδή σε μια εβδομάδα από σήμερα, σε Ελλάδα και Γαλλία, καθώς και το ιρλανδικό δημοψήφισμα για το δημοσιονομικό σύμφωνο στα τέλη του μήνα, ενδέχεται να δώσουν ένα μήνυμα για την τύχη της ευρωζώνης και εν γένει της Ευ­ρωπαϊκής Ένωσης. Ήδη η άνοδος των ποσοστών της ακροδεξιάς στην Γαλλία, με την ηγέ­τιδά της να μιλά πλέον ανοιχτά υπέρ της διάλυσης της ευρωζώνης και «μιας κοινά αποδεκτής επι­στροφής στα εθνικά νομίσματα», αλλά και οι ανάλογες δηλώσεις του Ολλανδού ομοϊδεάτη της περί των συνταξιούχων της χώρας του που δεν πρέπει να υποφέρουν «για χάρη των δικτα­τό­ρων στις Βρυξέλλες» θέτουν μια μείζονα πρόκληση σε όλους τους πιο μετριοπαθείς και νηφά­λιους πολιτικούς σχηματισμούς, αναλυτές και απλούς πολίτες: να μην αφεθεί η ακροδεξιά να διαβλέψει, να «δει» τις μέλλουσες εξελίξεις στην ευρωζώνη πιο έγκαιρα και με μεγαλύτερη επιτυ­χία σε σχέση με τους πιο κεντρικούς φορείς της πολιτικής στην Ευρώπη. Η προβληματική αυτή αφορά σίγουρα και την Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι τα αυξημένα ποσοστά της Χρυσής Αυγής εδώ σχετίζονται προς το παρόν λιγότερο με κάποια αντιευρωπαϊκή ρητορική και περισσότερο με το ακραίων πλέον διαστάσεων πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης και της εγκληματικότητας στο κέντρο της Αθήνας. Η ενσωμάτωση στην ιδεολογικοπολιτική σφαίρα οργανώσεων, όπως η αναφερ­θείσα, και μιας δυναμικής αντιευρωπαϊκής πτυχής τύπου Μ. Λεπέν δεν θα είναι ιδιαίτερο πρό­βλημα στο εγγύς μέλλον, ιδίως όταν η εν λόγω ρητορική θα φθάσει – σύντομα πιθανόν – να υπόσχεται ανάλογα εκλογικά οφέλη με την πολεμική κατά των μεταναστών.

Μια επιτυχημένη Ευρωπαϊκή Ένωση…

Την ίδια στιγμή που η ακροδεξιά με όπλα την εθνοκεντρική/εθνικιστική της αφετηρία και τον γνωστό αντιδραστικό κυνισμό της μοιάζει να ενσωματώνεται βαθμιαία και επικίνδυνα αρμονικά στο διαμορ­φούμενο πλαίσιο των ευρωπαϊκών περιστάσεων, οι πιο κεντρώες δυνάμεις της πολι­τικής στην Ευρώπη μοιάζουν ακόμη υπνωτισμένες από την γοητεία του οράματος της ευρωπαϊ­κής ολο­κλήρωσης. Οι διαφωνίες αφορούν συνήθως το ποια σχολή σκέψης θα πρέπει να επι­κρα­τήσει στην Ενωμένη Ευρώπη, το ποια γενική κατεύθυνση – «συντηρητική» ή πιο «προοδευ­τική» – θα πρέπει να ακολουθήσει η τελευταία, στην παρούσα της όμως μορφή. Εύλογοι ευρω­σκεπτικι­στι­κοί προβληματισμοί, σαν αυτούς που αναπτύξαμε πρόσφατα (π.χ. εδώ και εδώ) εκ­φρά­ζονται επί του παρόντος μόνο σποραδικά. Ιδίως στις δύο πιο «ιδιαίτερες» περιπτώσεις της Ευ­ρώπης, οι οποίες συνιστούν πιθανώς και τα δύο άκρα στο φάσμα της πολιτιστικής ανθρωπο­λο­γίας της ηπείρου, στην Γερμανία και την Ελλάδα, υπάρχουν ακόμα αρκετοί που επιμένουν να έχουν στραμμένη την προσοχή τους στο δέντρο (στην ελληνική κρίση και τις γραφικές παθογέ­νειες του ελληνικού κράτους) και όχι στο δάσος (στην απόπειρα πολιτιστικού εκγερμανισμού της Ευρώ­πης μέσω της εξαγωγής του δόγματος της εμμονικής λιτότητας). Θα ήταν ενδιαφέρον να μας εξηγήσουν τώρα, εάν φταίει πάλι η Ελλάδα π.χ. για την επαπειλούμενη κατάρρευση της Ισπανίας ή για το ότι ένας Ολλανδός κυβερνητικός εταίρος, προερχόμενος από τον σκληρό πυρήνα της ίδιας της γερμανοφωνης ζώνης της Ευρώπης, προ­βαίνει σε αντιευρωπαϊκές δηλώσεις, όπως αυ­τές που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Προτού λοιπόν το σπορ του απλοϊκού ηθικισμού αποδειχθεί για την Ευρώπη εκτός από ακριβό και ιδιαιτέρως επικίνδυνο, είναι απαραίτητο τα θέματα που αφορούν την γενικότερη αρχιτεκτο­νική της Ε.Ε. και της ευρωζώνης να αρχίσουν να συζητούνται πάνω σε εκείνη την βάση που η πλειονότητα των παραδοσιακών θιασωτών του ευρωοράματος δεν αρέσκεται να συζητεί: τις πολιτιστικές διαφοροποιήσεις εντός της ηπείρου. Προτού η ακροδεξιά ανά την Ευρώπη αρχίζει να τρέφεται επικίνδυνα από το αποτέλεσμα της υποβάθμισης (ή της μη συνειδητοποίησης) των πολιτιστικών διαφορών εντός της Ευρώπης, είναι αναγκαίο οι τελευταίες να εισέλθουν δυναμικά στο επίκεντρο του προβληματισμού. Όχι για να πυροδοτηθεί κάποιος νέος γύρος ενδοευρωπαϊ­κών αντιπαθειών και εντάσεων, αλλά προκειμένου ένα σύστημα που ήδη δυσλειτουργεί επί τη βάσει της «κοινότητας» να δώσει την θέση του σε ένα άλλο που θα προσπαθεί να λειτουργεί επί τη βάσει της νηφάλια συνειδητοποιημένης διαφοροποίησης.

Πώς θα μπορούσε να μοιάζει το τελευταίο; Μία χρήσιμη ιδέα μας δίνει η μοναδική ίσως τόσο επιτυχημένη πρόσφατη απόπειρα πολιτικής, δημοσιονομικής και νομισματικής ενοποίησης που έλαβε χώρα στην Ευρώπη: η ένωση των γερμανικών κρατών, αυτών που σήμερα αποτελούν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Με κοινό νόμισμα το μάρκο από το 1871 ως το 2002 η συγκεκριμένη ένωση ενός αριθμού κρατιδίων που σε εποχές προγενέστερες του 1871 περιό­δους λειτουργούσαν ως ανεξάρτητες πολιτικές και οικονομικές ενότητες αποτελεί ένα καλό πα­ράδειγμα μιας λειτουργικής και βιώσιμης ευρωπαϊκής ένωσης. Αυτό που κυρίως καταδεικνύει είναι ότι, όταν το εγχείρημα της πολιτικής και κυρίως οικονομικής ενοποίησης χτίζεται πάνω σε υπόβαθρο πολιτιστικής ομοιογένειας, έχει σίγουρα περισσότερες πιθανότητες μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας.

Εάν αυτό ισχύει, τότε ίσως προσφέρει το κλειδί για την κατεύθυνση που θα έπρεπε να ακολου­θήσει μια ενδεχόμενη μελλοντική αναδιάρθρωση της Ε.Ε. Και η κατεύθυνση αυτή είναι η διά­σπαση της ευρωζώνης σε μικρότερες, λειτουργικότερες και πιο ομοιογενείς πολιτιστικά υποενώ­σεις. Αν, δηλαδή, υποτεθεί ότι στο πλαίσιο του παγκόσμιου οικονομικοπολιτικού ανταγωνισμού η Ευρώπη θα πρέπει πράγματι να αναζητήσει καταφυγή στο δόγμα «η ισχύς εν τη ενώσει» προ­κειμένου να ανταγωνιστεί αναδυόμενες δυνάμεις, όπως η Κίνα, η Ινδία ή η Βραζιλία – και λέμε «αν υποτεθεί» διότι δεν έχει καταστεί εντελώς ξεκάθαρο αν ο εν λόγω «ανταγωνισμός» απειλεί όντως το μέσο, αξιοπρεπές επίπεδο οικονομικής ευμάρειας των κατοίκων της Ευρώπης ή αφορά μόνον τα παγκοσμιοποιημένα παιχνίδια απληστίας μιας οικονομικής ελίτ –, τότε το μο­ντέλο των υποενώσεων φαντάζει ως η μόνη βιώσιμη «μέση» λύση. Ως μια λύση, δηλαδή, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στο μάλλον ουτοπικό μάξιμουμ μια ένωσης ολόκληρης της Ευρώπης και στο πιθανώς επιζήμιο μίνιμουμ της πλήρους διάσπασης στα προ της Ε.Ε. εθνικά κράτη. Στο πλαίσιο του μοντέλου των υποενώσεων η γερμανόφωνη περιοχή της κεντρικής Ευρώπης (μαζί, δηλαδή, με Αυστρία, Ολλανδία, Σκανδιναβία και ίσως και την μη γερμανόφωνη Φινλανδία) θα μπορούσε να αποτελέσει μία υποένωση, την ίδια στιγμή που οι λατινογενείς χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Ιβη­ρική) θα μπορούσαν να συγκροτήσουν έναν δεύτερο, όχι τόσο ομοιογενή, αλλά παρόλα αυτά ισχυρό πόλο. Εάν η Αγγλία δεν επιμείνει στην αυτονομιστική της γραμμή, τότε τόσο οι ιστορικές και εθνικές της παράμε­τροι όσο και το κελτορομανικό της πολι­τιστικό υπόστρωμα την φέρνουν σί­γουρα πιο κοντά στην λατινογενή υποένωση και όχι στην γερμανική, όπως θα μπορούσε να υποβάλλει ο γερμα­νικός χαρακτήρας της γλώσσας των κατοίκων της. Στην ανατολική Ευρώπη συζητήσιμη θα ήταν η βιωσιμότητα μιας βαλτο-σλαβικής υποένωσης, με μέλη τις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία, την Ουκρανία, την πρώην Τσεχοσλοβακία και ίσως και την Λευκορω­σία (πιθανώς με άλλη ηγεσία κάποια στιγμή).

Και η Ελλάδα; Δυστυχώς κινούμενοι προς την νοτιοανατολική άκρη της Ευρώπη, στην Βαλκα­νική, είναι σαφές ότι η μακρά και ζωντανή παράδοση εθνικισμών και με­γαλοϊδεατισμών δεν αφήνει περιθώρια για μια βαλκανική υποένωση. Άλλωστε, οι υπερεθνικές ενώσεις στην περιοχή αυτή της Ευρώπης μοιάζουν να είναι μάλλον κομμάτι του παρελθόντος (π.χ. Βυζαντινή και Οθωμανική αυτοκρατορία) παρά του μέλλοντος. Εδώ η ελπίδα της ειρήνης και της ηρεμίας, αναμφισβήτητων προϋποθέσεων για την οικονομική ανάπτυξη, δείχνει να βρίσκεται πιο πολύ εν τη διασπάσει (σε συμπαγή εθνικά κράτη) και λιγότερο εν τη ενώσει. Κάτι που καταδεικνύει ότι το παρόν εγχείρημα της ευρωζώνης παραβλέπει ενίοτε όχι μόνον την πολιτιστική, αλλά και την «ιστορική» ανομοιο­γένεια στις διάφορες περιοχές της γηραιάς ηπείρου. Παρά ταύτα, ιδίως για την Ελλάδα θα ήταν θετική η διατήρηση μιας «ειδικής σχέσης» με την (όποια) υπόλοιπη, ευρύτερη Ε.Ε. Μιας σχέσης όχι τόσο στενής, ώστε να προκαλούνται μοιραίες διαπολιτισμικές περιπλοκές σαν τις τρέχουσες, αλλά ταυτόχρονα όχι και τόσο απόμακρης, ώστε να απειλείται ο – αν θέλουμε να είμαστε ειλι­κρινείς με τους εαυτούς μας – αρχικός, πραγματικός και βαθύτερος στόχος του δόγματος «ανή­κωμεν εις την Δύσιν»: η αποθάρρυνση της τουρκικής απειλής. Η παραμονή της Ελλάδας στην ευρύτερη ομπρέλα της Ε.Ε. βάσει αυτού του νέου δόγματος θα μπορούσε φυσικά να καταστεί λειτουργικότερη και επι­τυχέστερη, αν κάποια στιγμή ακολουθούσε και η ίδια η χώρα μας την αρχή της πολιτιστικής διαφοροποίησης, αυτή την φορά ως κριτηρίου για την συγκρότηση ενός (πιο) δικού της μοντέ­λου πολιτικής, διοικητικής και οικονομικής οργάνωσης. Εάν, δηλαδή, η «ει­δική της σχέση» με την δυτική Ευρώπη δεν αφορά μόνον την θέση της σε μια Ε.Ε. με διαφορετική αρχιτεκτονική, αλλά και τον τρόπο πρόσληψης των στοιχείων εκείνων του δυτικοευ­ρωπαϊκού κυρίως πολιτικού και οικονομικού γίγνεσθαι που η εποχή μας επιτάσσει να προσληφθούν. Περί (και) αυτού, όμως, εί­ναι σίγουρο ότι δεν θα ακούσει κανείς τίποτα στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο…

Προσχέδιο του 2012

Ιανουαρίου 2, 2012 2 Σχόλια

Όταν πριν ένα χρόνο ακουγόταν η ευχή «ευτυχισμένο το 2012», με την οποία εκφραζόταν η ματαιότητα οποιασδήποτε ευχής για το 2011, ήταν ήδη ξεκάθαρο ότι το έτος που μόλις τελείωσε θα ήταν για την χώρα ένα από τα χειρότερα των τελευταίων δεκαετιών. Πράγματι, με εξαίρεση ορισμένες παράλογες και παράταιρες φωνές, οι οποίες επί τη βάσει εξωπραγματικών ή και ευτράπελων επιχειρημάτων προσπάθησαν κατά καιρούς να καλλιεργήσουν ένα κλίμα ψευδαισθητικής αισιοδοξίας («Αρχές του 2012 θα βγούμε στις αγορές», «Θα τα καταφέρουμε», κλπ.), το μεγαλύτερο κομμάτι των Ελλήνων ήταν και είναι σε θέση να αντιληφθεί πόσο δραματική είναι η κατάσταση και πόσο δυσοίωνες οι προοπτικές για το άμεσο, τουλάχιστον, μέλλον.

Η Ελλάδα το 2011...

Μια απλή ματιά στις ειδικότερες και ευρύτερες πτυχές της κρίσης αρκεί για να καταδείξει το μέγεθος και τον πιθανώς αδιέξοδο χαρακτήρα του προβλήματος: το ελληνικό δημόσιο έχει ουσιαστικά χρεοκοπήσει για πέμπτη φορά στην σχετικά βραχεία ιστορία του, τώρα, όμως, όντας ενταγμένο σε ένα ευρύτερο, και ακόμα πιο χρεοκοπημένο ενιαίο νομισματικό και γενικότερα οικονομικό σύστημα. Ένα σύστημα, που κατέληξε να έχει οδηγήσει ισχυρά κράτη, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, στο χείλος της δικής τους οικονομικής καταστροφής, που επιστρατεύει φτωχές χώρες, όπως π.χ. η Εσθονία, για να συνεισφέρουν οικονομικά υπέρ της «σωτηρίας» άλλων, πολύ πλουσιοτέρων κρατών-μελών, και του οποίου οι σπιθαμιαίοι αξιωματούχοι κατάντησαν να παρακολουθούν με…κομμένη την ανάσα το ελληνικό απεργιακό δελτίο.

Παράλληλα, η ανεγκέφαλη και άνανδρη πολιτική ηγεσία της χώρας τα τελευταία δύο χρόνια προσέθεσε στην κρίση ενός δημοσίου ταμείου και αυτήν της διεθνούς εικόνας ενός ολόκληρου λαού. Στην θλιβερή εκστρατεία του αυτοδυσφήμισης της χώρας στο εξωτερικό, ο «Έλληνας της διασποράς», πρώην πρωθυπουργός Γ.Α.Π. δεν έλαβε υπόψη του ούτε καν τους ομοίους του, δηλαδή τους άλλους Έλληνες της διασποράς, κυρίως της ευρωπαϊκής. Συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ενεργοποίηση όλων των απαξιωτικών κλισέ που συνοδεύουν τους νότιους Ευρωπαίους σε βορειότερα πλάτη της ίδιας ηπείρου, εξέθεσε τους Έλληνες που κατοικούν εκεί σε μια ευρεία γκάμα ρατσιστικών συμπεριφορών, που χαρακτηρίζουν την «βαθιά» κουλτούρα τμημάτων του εκεί πληθυσμού. Την ίδια περίοδο, στην πρωτεύουσα της χώρας, την Αθήνα, ο συνδυασμός ανικανότητας, δόλιων συμφερόντων και σκοτεινών μικροκομματικών και παρακρατικών σκοπιμοτήτων άφηνε το κέντρο έρμαιο μιας εκτός ελέγχου παράνομης μετανάστευσης και εγκληματικότητας ή το μετέτρεπε σε πεδίο μάχης πολιτών με «κουκουλοφόρους» αφήνοντας πίσω νεκρούς, κατεστραμμένες περιουσίες και αποκρουστικές σκηνές που έκαναν διαρκώς τον γύρο του κόσμου.

Σε ακόμα μεγαλύτερη απαισιοδοξία οδηγεί η αναζήτηση κάποιου έστω παράγοντα που θα μπορούσε να οδηγήσει τα πράγματα σε μια πιο θετική κατεύθυνση. Με εξαίρεση τους πιο δογματικούς ή ρομαντικούς ευρωπαϊστές, γίνονται διαρκώς όλο και λιγότεροι αυτοί που πιστεύουν ότι θα ορθοποδήσουμε πατώντας πάνω στο σαθρό έρεισμα της ευρωζώνης, το παραδομένο στις αυτιστικές εμμονές της ίδιας «βαθιάς» κουλτούρας που αναφέρθηκε πιο πάνω. Επιεικώς δυσπιστία προκαλούν πλέον και τα περισσότερα μέλη της ελληνικής πνευματικής, επιστημονικής και γενικώς διανοούμενης ελίτ, που κατά την διάρκεια της κρίσης όχι απλώς επέδειξε σοβαρά μεθοδολογικά ελλείμματα στις αναλύσεις της, όχι μόνον ελίτισε ανεπίτρεπτα, αλλά στην συνήθως άκρατη και άκριτη δυτικόστροφη ματιά της έδειξε να μην υποψιάζεται καν ότι η γενίκευση, δηλαδή η αντίληψη ότι υπάρχουν π.χ. πολιτικές και οικονομικές αρχές ή συνταγές αυτονόητα κατάλληλες για όλους τους λαούς (και αν δεν αποδίδουν τότε…φταίνε οι λαοί), είναι μόνον ένας από τους τρόπους προσέγγισης της πραγματικότητας. Σε μια χώρα, όπου τόσο η αναφερθείσα ελίτ όσο και όλα τα σκέλη του πολιτικού της φάσματος (δεξιά και αριστερά) έχουν εθιστεί στην ιδεολογική γενίκευση, δεν είναι π.χ. περίεργο ότι υπήρξαν άνθρωποι που «εξεπλάγησαν» ή «απογοητεύτηκαν» από την γερμανική στάση, η οποία πηγάζοντας από βαθύτερες, ιδιοσυγκρατικές πολιτισμικές ροπές δεν μπορεί να ερμηνευτεί εύκολα με όρους γενικευτικών πολιτικοοικονομικών θεωριών (πόσο μάλλον «κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού»). Και σε αυτή την χώρα ήταν επόμενο να έρθουν τελικά τρεις μάλλον μέτριοι ξένοι τεχνοκράτες, που κάνοντας ένα εσπευσμένο ποτ πουρί των συνταγών που είχαν ως τότε ήδη εφαρμόσει σε άλλες χώρες, ισοπέδωσαν την οικονομία και την κοινωνία. Μια ισοπέδωση που προωθήθηκε, φυσικά, με ακόμα πιο δραστικό τρόπο από τις στρατηγικές εφαρμογής των μνημονίων εκ μέρους του πανικόβλητου κομματικού κράτους, το οποίο επιλέγοντας ανάμεσα στην δική του επιβίωση και αυτήν της κοινωνίας, επέλεξε φυσικά να αφήσει στο απυρόβλητο όλες τις σκανδαλωδώς διαπλεκόμενες με αυτό ομάδες παρασίτων του δημοσίου χρήματος.

Μέσα σε αυτό το αδιέξοδο σκηνικό τι μπορεί να περιμένει κανείς από το 2012; Η απομάκρυνση από τον δημόσιο βίο μέσω των εκλογών (αν γίνουν) ενός μεγάλου μέρους των ανεκδιήγητων εκείνων ναρκομανών της πολιτικής, ιδίως των δύο μεγάλων κομμάτων και του ΛΑ.Ο.Σ., που έφεραν την χώρα ως εδώ, θα ήταν σίγουρα ένα βήμα προς τα εμπρός. Ειδικά αν όλοι μας πηγαίνοντας στην κάλπη έχουμε στο μυαλό μας ότι αυτοί που θα εκλεγούν ενδέχεται να διαχειριστούν την πιο δύσκολη φάση της κρίσης, αυτήν της διάλυσης της ευρωζώνης και της όσο το δυνατόν πιο συντεταγμένης επιστροφής στα εθνικά νομίσματα. Εντούτοις, ένα ακόμα πιο σημαντικό βήμα που θα μπορούσαμε να κάνουμε το νέο έτος είναι αυτό που επιτάσσει κάθε μεγάλη και βαθιά κρίση: να επανεξετάσουμε εξ αρχής όλα μας τα δεδομένα. Τα προβληματικά εκείνα στοιχεία της βασικής μας κρατικής και πολιτικής οργάνωσης, που μάθαμε να θεωρούμε αυτονόητα και να τα αναπαράγουμε σαν την «σκοπιά στο παγκάκι» του γνωστού ανεκδότου, και τα οποία δεν πρόκειται να διορθωθούν με απλές «διαρθρωτικές αλλαγές», όσο επιβεβλημένες και ωφέλιμες κι αν είναι κάποιες από τις τελευταίες.

Αν και λόγω της επικαιρότητας της κρίσης ξεκίνησε μερικούς μήνες πριν, το παρόν ιστολόγιο αποτελεί το συνοδευτικό μέρος ενός βιβλίου, το οποίο είναι προγραμματισμένο να κυκλοφορήσει στο πρώτο μισό του νέου έτους από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Βασικό του θέμα είναι η αναζήτηση της «πρώτης αρχής του ελληνικού πολιτισμού», της προέλευσης, με άλλα λόγια, του πολιτισμού εκείνου που επρόκειτο να αναπτυχθεί στην νοτιοανατολική Ευρώπη έχοντας ως φορέα την ελληνική γλώσσα. Το πραγματικά ενδιαφέρον, όμως, στο ζήτημα αυτό είναι ότι η προέλευση της ελληνικής γλώσσας είναι αλληλένδετη με την προέλευση και μιας ολόκληρης σειράς άλλων γλωσσών, με τις οποίες η ελληνική συναπαρτίζει την λεγόμενη ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Και οι καταβολές της τελευταίας αποτελούν τον πυρήνα ενός από τα πιο δισεπίλυτα προβλήματα στην ιστορία της επιστήμης: του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος, δηλαδή της διαλεύκανσης της προέλευσης, του μηχανισμού διασποράς, αλλά και του χρονικού βάθους (δηλ. της ηλικίας) των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Καθώς στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια ανήκουν οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, η προέλευση του ελληνικού πολιτισμού είναι, συνεπώς, άρρηκτα συνδεδεμένη με την προέλευση του ευρωπαϊκού πολιτισμού ή, ίσως ορθότερα, των ευρωπαϊκών πολιτισμών. Το σημείο που το βιβλίο τελειώνει, δηλαδή η διατύπωση μιας νέας πρότασης λύσης του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος μέσω της διεξοδικής εξέτασης όλων των διαθεσίμων επιστημονικών δεδομένων, είναι το σημείο που αυτό το ιστολόγιο ουσιαστικά αρχίζει. Έχοντας εκθέσει συστηματικά τα στοιχεία που προκύπτουν από την μακροχρόνια και διεθνή διεπιστημονική έρευνα ιδίως του χρονικού βάθους των γλωσσών και της πορείας στον χρόνο των ευρωπαϊκών πολιτισμών, μια εντελώς νέα προσέγγιση των πραγμάτων θα είναι δυνατή. Αυτή θα αφορά όχι μόνον το απώτερο παρελθόν της Ελλάδας και της Ευρώπης, αλλά πιθανώς θα έχει και ορισμένες ανατρεπτικές προεκτάσεις για το παρόν και το μέλλον τους.

Είναι ακριβώς οι προεκτάσεις αυτές, που θα εκτεθούν μέσα από το παρόν ιστολόγιο, όπου στην πορεία του νέου έτους, τους μήνες που θα ακολουθήσουν την έκδοση του βιβλίου, θα είναι δυνατόν να παρουσιαστεί σταδιακά μια πρόταση επαναθεμελίωσης της κρατικής και πολιτικής δομής της χώρας πάνω σε βάσεις λίγο διαφορετικές από αυτές που μας οδήγησαν (και πάλι) ως εδώ. Μια νέα οπτική κατά το δυνατόν απροκατάληπτη από μια σειρά εδραιωμένων μύθων και επιστημονικά παρωχημένων παραδοχών, που βρίσκονται στην ρίζα της ελληνικής και ευρωπαϊκής χρεοκοπίας, την οποία βιώνουμε. Ιδίως ως προς την Ελλάδα, η πρόκληση που θέτει κάθε μεγάλη κρίση, δηλαδή η ριζική (πραγματικά ριζική) και θαρραλέα αναθεώρηση όλων των «δεδομένων» και «αυτονοήτων», είναι εν τέλει ίσως το μοναδικό πραγματικό φως στο τούνελ του παρόντος αδιεξόδου. Η μοναδική ελπίδα να σταθούμε ξανά στα πόδια μας όχι ως εθελόδουλη αποικία της όποιας «Δύσης» ή «Ανατολής», αλλά ως κράτος με αυτοδύναμο τρόπο σκέψης και δράσης, το οποίο θα επιτρέψει κάποια στιγμή στους διαπρεπείς εκπροσώπους των «διεθνών πολιτικών και οικονομικών θεσμών» να επιστρέψουν αμέριμνοι στα ειρηνικά τους χόμπι