Αρχείο

Posts Tagged ‘δημοσιονομική πειθαρχία’

Vae victis: (επανα)διαπραγμάτευση με την ψευδαίσθηση

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μαΐου 2012 αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν το πλαίσιο, η συνάφεια (ή το context) των πραγμάτων αλλάζει ριζικά. Πολιτι­κές παρατάξεις, των οποίων οι θέσεις και γενικότερες συμπεριφορές σε άλλες εποχές ήταν συ­νυφα­σμένες με το «ακραίο», το «ανεύθυνο», το «επικίνδυνο» ή το «θέατρο του παραλόγου» βρέ­θηκαν ξαφνικά μέσα σε μια συνάφεια πολύ πιο ακραία και επικίνδυνη, πολύ πιο παράλογη και από το πιο παράλογο θέατρο του παραλόγου: στην γερμανικής κοπής ευρωζώνη και στην επί­σης γερ­μανικής εμπνεύσεως «στρατηγική» αντιμετώπισης της κρίσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κόμ­ματα, όπως ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, όχι μόνον εκμεταλλεύτηκαν την δίκαιη καταβαράθρωση των δύο παλαιών κομμάτων εξουσίας, αλλά κατέληξαν αναπάντεχα να γί­νουν και οι φορείς των όποιων ελπίδων διατηρεί ακόμα ένα μεγάλο μέρος των πολιτών. Όσο για την Χρυσή Αυγή, παρά τον αναμφισβήτητο συσχετισμό της ανόδου της με το οξύ ζήτημα της λαθρομετανάστευσης, δύσκολα θα μπορούσε να μην σχολιάσει κανείς την χρονική σύμπτωση της δυναμικής της εμφάνισης με το απόγειο της γερμανικής ηγεμονίας στην ευρωζώνη. Σε πολλά πρόσωπα Γερμανών, και σίγουρα σε αυτό της Α. Μέρκελ, μπορεί κανείς να φανταστεί τις γκριμάτσες αμηχανίας –ανάλογες με αυτές ενός μικρού παιδιού που δεν έχει συναίσθηση των συνεπειών των πράξεών του– που ακολούθησαν την διαπίστωση ότι για κάποιον περίεργο λόγο η Γερμανία μοιάζει να προκαλεί και πάλι ό,τι νόμισε πως είχε αφήσει πίσω της για πάντα.

Ο πρόεδρος του Eurogroup με κουστούμι εποχής επαναδιαπραγματεύεται το μνημόνιο με τους μεσογειακούς υποτελείς του…

Εντούτοις, η πολύ χαρακτηριστική αυτή στρέβλωση των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα –κάτι σαν τις αλλοιώσεις που παθαίνει ένα άστρο όταν πλησιάζει μια μαύρη τρύπα– φαίνεται ότι δεν ήταν αρκετή για να διαλύσει τις ψευδαισθήσεις των βασικών πολιτικών δυνάμεων. Η γερμανική διδαχή της εμμονικής λιτότητας (αλληλένδετη, πάντοτε, και με την σχεδόν μηχανιστική εφαρ­μογή του δόγματος «τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου») θεωρείται ακόμα ως μια πολιτική ή στρατηγική (μία ανάμεσα σε άλλες προφανώς), ως μια τρέχουσα επιλογή και κατεύ­θυνση ή έστω ως μια «εμμονή» της γερμα­νικής ηγεσίας. Δύσκολα περνά από το μυαλό η υπο­ψία ότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται ούτε για μια πολιτική ούτε για μια στρατηγική, αλλά για έναν πολιτισμό, για έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Έναν πολιτισμό που η μεταφύτευσή του στην Μεσόγειο έχει ίσως τόσες πιθανότητες επι­τυχίας όσο και η εφαρμογή του προγράμματος «Ήλιος» στο Schleswig-Holstein…

Η διαπολιτισμική αυτή παρεξήγηση βρίσκεται στη βάση των δύο βασικών θέσεων-ψευδαισθή­σεων, στις οποίες τείνει να μοιραστεί το ελληνικό πολιτικό σύστημα: από την μια μεριά το «φιλο­ευρωπαϊκό» (και φιλομνημονιακό) μέτωπο, αποτελούμενο από την Ν.Δ., το ΠΑ.ΣΟ.Κ., την ΔΗΜ.ΑΡ. και τον εκτός Βουλής φιλελεύθερο χώρο, το οποίο θεωρεί ότι στόχος πρέπει να είναι η σταδιακή επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου εντός του ευρώ και εντός του ίδιου του μνημο­νιακού πλαισίου, όταν οι συνθήκες και οι συσχετισμοί στην Ευρώπη αλλάξουν κάπως επί το ευνοϊκώτερο. Από την άλλη μεριά υπάρχει το –σύμφωνα με τους προηγούμενους «αντιευρω­παϊκό»– μέτωπο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, οι οποίοι φαίνεται να πιστεύ­ουν πραγματικά ότι η Ελλάδα μπορεί να μείνει στο ευρώ αποκηρύσσοντας περίπου μονομερώς την δανειακή σύμβαση και το μνημόνιο. Δικαιολογημένα το πρώτο μέτωπο, το «φιλοευρω­παϊκό», αναρωτιέται τι θα συμβεί όταν οι αντιμνημονιακοί προσκρούσουν στον «τοίχο» των εταίρων, για τους οποίους η παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ χωρίς το μνημόνιο δεν συζητείται ούτε ως αστείο. Δεν φαίνε­ται, ωστόσο, να συνειδητοποιούν ότι το ίδιο ερώτημα αφορά και τους ίδιους (τους «φιλοευ­ρωπαίους»): τι θα γίνει, δηλαδή, όταν αρχίσει να διαφαίνεται ότι οι συνθή­κες στην Ευρώπη δεν γίνονται ευνοϊκότερες; Τι θα γίνει όταν η Γερμανία απλά θα επιμένει επ΄ αόρι­στον στην συνέχιση της λιτότητας, ίσως με εντελώς ήσσονος σημασίας μικροτροποποιή­σεις; Τι θα γίνει όταν, ακόμη κι αν τα πράγματα φθάσουν στο απροχώρητο, με την Ισπανία και την Ιτα­λία να χρήζουν πλέον κι αυτές διάσωσης, η Γερμανία απλά θα αποφασίσει ότι την συμ­φέρει πε­ρισσότερο να αποχω­ρήσει η ίδια από την ευρωζώνη από το να δώσει ιλιγγιώδη ποσά για την σωτηρία των χωρών αυτών;

Απαντήσεις δεν είναι, φυσικά, δυνατόν να δοθούν, όταν τα ίδια τα ερωτήματα δεν τίθενται καν. Κατά πάσα πιθανότητα, η ελπίδα των «φιλοευρωπαϊκών» δυνάμεων για την σταδιακή αλλαγή του ευρωπαϊκού τοπίου είναι το ίδιο ουτοπική και φρούδα με την «αντιμνημονιακή» ψευδαί­σθηση της παρα­μονής της Ελλάδας στο ευρώ χωρίς το μνημόνιο. Εάν αυτό ισχύει, τότε αντί για τις διάφορες κυβερνήσεις «συνεργασίας», «εθνικής ενότητας», «οικουμενικές», κλπ. που συζη­τούνται, η πιο ενδεδειγμένη – πιθανώς η μοναδική – λύση για την Ελλάδα αυτή την στιγμή θα ήταν η συγκρότηση κυβέρνησης προσωπικοτήτων (κατά βάσιν εξωκοινοβουλευτικών) με συ­γκεκριμένα χαρακτηριστικά και συγκεκριμένο σκοπό. Ως προς τα χαρακτηριστικά τους, είναι αναγκαίο μεταξύ των προσωπικοτήτων να υπάρχουν α) οικονομολόγοι εγνωσμένης αξίας και διεθνούς κύρους (όχι κατ΄ ανάγκην αποκλειστικά Έλληνες), που να έχουν εξαρχής εκφράσει κριτική στάση απέναντι γενικότερα στην ευρωπαϊκή «πολιτική» διάσωσης και να έχουν εμπειρία μελέτης/διαχείρισης κρίσεων, β) τόσο οικονομολόγοι όσο και λοιπές προσωπικότητες, που να μην είχαν ως τώρα στενές σχέσεις με το ελληνικό κομματικό κράτος και το παλαιό σύστημα εξουσίας και γ) προσωπικότητες εγνωσμένης εμπειρίας, αξίας και ικανότητας στην διαχείριση θεμάτων εξωτερικής πολιτικής, διπλωματίας και άμυνας.

Η κυβέρνηση αυτή, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τύπου Μόντι, αλλά με μάλλον αντίθετο σκοπό από αυτήν, πρέπει να επιφορτιστεί με μία συν μία αποστολές. Πρώτον, να ισοσκελίσει το συντομότερο το πρωτογενές έλλειμμα του προϋπολογισμού (περίπου 4, 5 δις) με τρόπο που θα αφήσει κατά το δυνατόν ανέγγιχτα τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα. Εδώ θα παίξει ρόλο τόσο η γνώση και ικανότητα των οικονομολόγων όσο και το γεγονός ότι θα είναι αδέσμευτοι από τις διαπλοκές του κομματικού κράτους και θα μπορούν να χτυπήσουν και ψηλά, όχι μόνο χαμηλά. Με ισοσκελισμένο τον προϋπολογισμό η κυβέρνηση θα μπορούσε τότε να αρνηθεί, όπως πρότεινε πρόσφατα ο Γ. Βαρουφάκης, να λάβει οποιαδήποτε επιπλέον δόση του πακέτου διάσωσης, αν δεν γίνει ριζική αναθεώρηση –υπό ευρωπαϊκό πρίσμα, όχι μόνον υπό ελληνικό– της ευρωπαϊκής διαχείρισης της κρίσης. Σε αντίθεση, όμως, με ό,τι δείχνει να πι­στεύει και ο ίδιος ο Γ. Βαρουφάκης, είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι το ευρωπαϊκό (δηλ. το γερμα­νικό) τοπίο θα αλλάξει προς θετική κατεύθυνση. Μπορεί κανείς να αλλάξει κάτι που κάνει ή κάτι που λέει, δεν είναι, όμως, εύκολο να αλλάξει κάτι που είναι…Συνεπώς, η Ελ­λάδα πρέπει ήδη να προετοι­μάζεται για αυτό που είναι το πιθανότερο να συμβεί: την εθελου­σία έξοδο της Γερμανίας από την ζώνη του ευρώ, όταν καταρρεύσει και ο υπόλοιπος ευρωπαϊ­κός νότος. Πάλι εδώ θα παίξει κρίσιμο ρόλο η ικανότητα των προσωπικοτήτων, καθώς και η γνώση και εμπειρία τους σε θέματα νομισματικών κρίσεων, μέσω της οποίας θα μπορούσε να επιτευ­χθεί μια όσο το δυνατόν ομαλότερη μετάβαση στο νέο εθνικό νόμισμα. Την ίδια στιγμή, οι διαθέ­σεις όσων εκτός των τει­χών θα έβλεπαν με καλό μάτι το να περάσει η Ελλάδα μια περίοδο από­λυτης κατάρρευσης και χάους θα μπορούσαν να αποθαρρυνθούν από την παρουσία προ­σωπι­κοτήτων υψηλού βεληνε­κούς, εμπειρίας κι αποφασιστικότητας στα υπουργεία εξωτερικών και άμυνας.

Το σενάριο που περιγράψαμε θυμίζει λίγο το ευαγγελικό «και οι έσχατοι έσονται πρώτοι». Όταν ο Αρμαγεδδώνας της διάλυσης του ευρώ χτυπήσει την γερμανόπληκτη νότια Ευρώπη, καθώς και την Γαλλία, η χώρα εκείνη, όπου κατεξοχήν θα περίμενε κανείς να συναντήσει μοιραίους πολιτικάντη­δες του χειρίστου είδους, θα είναι η καλύτερα προετοιμασμένη για να αντιμετωπίσει τις περιστά­σεις. Καλύτερα ίσως ακόμη και από αυτούς που δεν διστάζουν να διακηρύσσουν με την βαρβαρική θρασύτητα του Γαλάτη Βρέννου πόσο καλά προετοιμάζονταν οι ίδιοι όλον αυτό τον καιρό – προφανώς στο πλαίσιο της ευ­ρωπαϊκής «αλληλεγγύης» – για την πιθανότητα εξό­δου της Ελλάδας από την ζώνη του ευρώ…

Advertisements

Η θρησκεία του (υπαρκτού) ευρωπαϊσμού

Φεβρουαρίου 13, 2012 Σχολιάστε

Οι ημέρες και ώρες που προηγήθηκαν της ψήφισης στην Βουλή του νέου προγράμματος δανειοδότησης της χώρας από την Τρόικα, κατέδειξαν ανάγλυφα ότι τα όποια προσχήματα ορθού λόγου συνόδευαν τα επιχειρήματα και την συμπεριφορά μερικών συγκεκριμένων υποστηρικτών του μνημονιακού (μονο)δρόμου οδηγήθηκαν σε καθεστώς άτακτης χρεοκοπίας. Κορυφαίος πολιτικός παράγοντας που σύμφωνα με το βιογραφικό του υπήρξε κάποτε επιστήμονας, κατέληξε να ωρύεται σαν βασιλικότερος «των διεθνών πολιτικών και οικονομικών θεσμών», την ίδια στιγμή που η γνωστή κουστωδία πολιτικών και αναλυτών επιδιδόταν πιο εντατικά από ποτέ στην υπερβολική και ατεκμηρίωτη προπαγανδιστική καταστροφολογία. Οι προφητείες των Ευρωνοστράδαμων για το τι θα συνέβαινε στην χώρα, αν αυτή αντιστεκόταν στους υψηλόβαθμους εγκεφάλους του ευρωδιευθυντηρίου, ξεπέρασαν κάθε φαντασία: άδεια ράφια στα σούπερ μάρκετ, δελτίο στα τρόφιμα, ελλείψεις σε γάλα, πετρέλαιο και άλλα βασικά είδη, σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί, πτώσεις αστεροειδών, μαζικές εξαφανίσεις ειδών, εκρήξεις υπερηφαιστείων, κλπ., κλπ.

Η λογική τεκμηρίωση της καταστροφολογίας αυτής δεν αντέχει σε ιδιαίτερη κριτική. Οι περισσότεροι από τους καταστροφολόγους (θέλουν να) θεωρούν αυθαίρετα δεδομένο ότι σε περίπτωση εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, αυτή θα βρεθεί να έχει επιστρέψει σε εθνικό νόμισμα, ενόσω τα άλλα μέλη της ευρωζώνης θα διατηρούν ακόμα το ευρώ. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι αμφισβητήσιμο με δεδομένη την υψηλή πιθανότητα αλυσιδωτής αντίδρασης και γενικής κατάρρευσης της ευρωζώνης σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από αυτήν. Μια πιθανότητα, η οποία όχι μόνον έχει περιγραφεί ήδη από πολλούς πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές, αλλά και που ενισχύεται από την ίδια την διάθεση των εταίρων να κρατήσουν την Ελλάδα εντός ευρώ. Αν η υπόλοιπη ευρωζώνη δεν κινδύνευε σοβαρά, τότε οι ευρωκαταστροφείς (Eurozerstörer), αμαρτωλόχρεοι (Schuldensünder) Έλληνες θα είχαν προ πολλού εκβληθεί από αυτήν. Κατά συνέπεια, το «όχι» στην νέα δανειακή σύμβαση δεν θα οδηγούσε οπωσδήποτε στον Αρμαγεδδώνα, αλλά ίσως σε μία από τις δύο ακόλουθες καταστάσεις: είτε σε μια αναδίπλωση των ως τώρα αδιάλλακτων δανειστών είτε στην εκκίνηση μιας επικίνδυνης διαδικασίας εξόδου της Ευρώπης, και όχι μόνον της Ελλάδας, από το ευρώ. Και σε αυτή την περίπτωση η νέα δραχμή δεν θα βρισκόταν φυσικά αντιμέτωπη με το υπόλοιπο ευρώ, αλλά με το νέο μάρκο, το νέο φράγκο, κ.ο.κ. Περιττό, βεβαίως, να τονιστεί ότι ακόμη και στην απευκταία περίπτωση της επιβίωσης του ευρώ μετά την έξοδο της Ελλάδας από αυτό, τα καταστροφολογικά σενάρια δεν εξηγούν ποτέ με αναλυτικό και εμπεριστατωμένο τρόπο για ποιον λόγο π.χ. θα προέκυπταν ανυπέρβλητα προβλήματα στις εισαγωγές βασικών αγαθών ή σε άλλους τομείς της οικονομίας.

Σκέψεις και ερωτήματα, όπως τα ανωτέρω, όχι μόνον δεν εξετάζονται σοβαρά από τους φανατικότερους θιασώτες των μνημονίων, αλλά απαξιώνονται συνήθως με συνοπτικές διαδικασίες, περίπου ως έωλες σκέψεις που υπονομεύουν ανεπίτρεπτα την «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας. Μια προοπτική, που η επίκλησή της προϋποθέτει, βεβαίως, να τίθεται διαρκώς υπεράνω κριτικής το ίδιο το εγχείρημα –ή μάλλον δόγμα– του κοινού νομίσματος. Σε αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζει κανείς να υποψιάζεται ότι συχνά απέναντί του δεν βρίσκονται απλώς οι υποστηρικτές μιας συγκεκριμένης άποψης, αλλά πολύ περισσότερο οι οπαδοί ενός δόγματος ή μιας θρησκείας: της θρησκείας μιας συγκεκριμένης εκδοχής ευρωπαϊσμού. Πράγματι, ήδη σε προηγούμενες αναρτήσεις κάναμε λόγο για δύο παράγοντες που κατά ειρωνικό τρόπο αποκαλύπτουν ότι στα θεμέλια του οικοδομήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης κρύβονται στοιχεία, τα οποία παρουσιάζουν μια μάλλον αναπάντεχη διασύνδεση με την βιβλική, παλαιοδιαθηκική σφαίρα των προεπιστημονικών χρόνων της δυτικής Ευρώπης.

Ο ένας παράγοντας είναι η βιβλική χρονολογία του κόσμου, η κεκτημένη ταχύτητα της οποίας μοιάζει να βρίσκεται στην ρίζα της ιδιαίτερα προσφιλούς διαπολιτισμικής και ιδεολογικής γενίκευσης. Της αντίληψης, δηλαδή, ότι οι πολιτισμικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων πληθυσμών της Ευρώπης είναι μεν υπαρκτές, αλλά ήσσονος σημασίας, όσο μικρές θα ήταν αν το χρονικό βάθος της παρουσίας και εξέλιξης των πληθυσμών αυτών και των γλωσσών τους επί ευρωπαϊκού εδάφους περιοριζόταν σε λίγες μόνον χιλιάδες χρόνια. Και σίγουρα τόσο μικρές, ώστε να ασχολούμαστε μόνον με τις «οριζόντιες», οικονομικές ή ταξικές κατατμήσεις σε πανευρωπαϊκή (ή και παγκόσμια) κλίμακα και σχεδόν ποτέ με τις πιο «κάθετες», σαν κι αυτές π.χ. που αναδεικνύονται μέσα από τις γερμανικές ιδιαιτερότητες στην αντίληψη της κρίσης. Και ενώ η πραγματική ηλικία των ευρωπαϊκών γλωσσών και πολιτισμών είναι η προβληματική εκείνη, στην οποία θα επανέλθουμε σύντομα παρουσιάζοντας πολύ πιο αναλυτικά επιστημονικά δεδομένα, οι αναφερθείσες γερμανικές ιδιαιτερότητες αναδεικνύουν τον άλλο «βιβλικό» δάκτυλο που διεκδικεί γενικευτική ισχύ επί όλης της ευρωζώνης: τις κάποτε εκχριστιανισθείσες εκείνες αντιλήψεις περί της σχέσης του ανθρώπου με το χρήμα και την εργασία, που κάνουν την εμφάνισή τους στην εποχή μας υπό την μορφή του κεντροευρωπαϊκού κηρύγματος περί της «σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας». Είναι η συγκεκριμένη αντίληψη υπέρβασης της τρέχουσας ευρωπαϊκής κρίσης, την οποία χαρακτηρίσαμε ως «Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης».

Το περίεργο είναι ότι εκτός από τους ανωτέρω παράγοντες, την ίδια προεπιστημονική, θρησκευτική οσμή φαίνεται τώρα να αναδίδει και το τσουνάμι της καταστροφολογίας, για το οποίο κάναμε λόγο. Υπάρχει, δηλαδή, μια αξιοσημείωτη παραλληλία ανάμεσα σε αυτή την καταστροφολογία και το ρεύμα του καταστροφισμού (Catastrophism) που αναπτύχθηκε τον 19ο αιώνα ως αντίδραση στις πρωτοποριακές τότε επιστημονικές ανακαλύψεις, οι οποίες έριχναν φως στην πραγματική αρχαιότητα του φυσικού κόσμου και του ανθρώπου. Προσπαθώντας να αποκρούσουν τις ανακαλύψεις αυτές (κυρίως στο πεδίο της γεωλογίας και παλαιοντολογίας), οι οποίες άρχιζαν να αναιρούν την βιβλική χρονολόγηση, οι φορείς του καταστροφισμού έσπευδαν να ερμηνεύουν τα υπό διερεύνηση φαινόμενα ως το αποτέλεσμα μεμονωμένων καταστροφικών γεγονότων και θεομηνιών. Η ύπαρξη π.χ. γεωλογικών αποθέσεων που σήμερα γνωρίζουμε ότι χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστούν αποδιδόταν σε στιγμιαίες, καταστρεπτικές θεομηνίες, όπως π.χ. ο κατακλυσμός του Νώε, ούτως ώστε ο σχηματισμός τους να «χωρέσει» στο παραδοσιακό, βιβλικό χρονολογικό περίγραμμα. Κατά έναν παραπλήσιο τρόπο, οι σύγχρονοι, εγχώριοι καταστροφολόγοι αποκρούουν κάθε ερμηνεία της κρίσης της νότιας Ευρώπης και της Ελλάδας που θα μπορούσε να λάβει υπόψη το χρονικό βάθος των ευρωπαϊκών πολιτισμών και τις μεταξύ τους διαφορές. Κατά συνέπεια, αντιμετωπίζουν την ενδεχόμενη απόσχιση της Ελλάδας από την ευρωζώνη με όρους βιβλικού κατακλυσμού και θεομηνίας, οι οποίοι, φυσικά, πόρω απέχουν από τον επιστημονικό ορθολογισμό και την κάπως πιο απροκατάληπτη, ερευνητική νηφαλιότητα.

Το αποτέλεσμα αυτού του παρωχημένα θρησκόληπτου ευρωδογματισμού θα είναι να οδηγήσει εν τέλει την Ελλάδα και άλλες χώρες της ομάδας των PIIGS σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «υπαρκτός ευρωπαϊσμός»: σε ένα ακόμα ιστορικό επεισόδιο πολιτιστικής διάχυσης (diffusion) από την κεντρική Ευρώπη προς άλλα σημεία της ηπείρου, σαν αυτό που οδήγησε στην τραγική μοίρα της ανατολικής –κυρίως σλαβόφωνης– Ευρώπης, όταν αυτή θέλησε να εφαρμόσει τον γερμανικής προελεύσεως κομμουνισμό. Τώρα φαίνεται ότι είναι η σειρά της νότιας Ευρώπης να βιώσει μια πιθανώς παρεμφερή στην ζοφερότητά της περιπέτεια. Εκτός κι αν αυτή την φορά η επιστήμη προλάβει να πει εγκαίρως κάποια σύγχρονη εκδοχή του eppur si muove

«Ελλείμματα» κατανόησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας

Ιανουαρίου 15, 2012 4 Σχόλια

Το φαινόμενο του διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδισμού, στο οποίο αναφερθήκαμε προ καιρού, είναι ένας γενικότερος παράγοντας που μπορεί ασυνείδητα να υπονομεύσει τον τρόπο σκέψης ανθρώπων με επιστημονική κατάρτιση. Ως ένα ευρύτερο πρόβλημα περιλαμβάνει και πολλές ειδικότερες καταστάσεις, όπου η άγνοια των πολιτιστικών διαφοροποιήσεων μεταξύ των λαών ή ο στρουθοκαμηλισμός απέναντί τους οδηγούν τον επιστημονικό τρόπο σκέψης στα βράχια της συχνά επικίνδυνης υπεραπλούστευσης ή της αφελούς αυτοπαγίδευσης σε μη επιστημονικές προσεγγίσεις.

Ένα ιδιαίτερα επίκαιρο παράδειγμα αποτελεί η συζήτηση περί των ελλειμμάτων των προβληματικών χωρών της ευρωζώνης και της σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας ως της ενδεδειγμένης λύσης για την εξυγίανση των εν λόγω οικονομιών. Σε μια περίοδο που πολυάριθμοι εγκέφαλοι των οικονομικών επιστημών καταπιάνονται εντατικά με την ανάλυση των διαφόρων παραμέτρων της κρίσης και σαφώς και με το πρόβλημα των ελλειμμάτων, ένα πολύ μεγαλύτερο έλλειμμα έχει προ πολλού κάνει την εμφάνισή του. Αφορά την κατανόηση του βαθύτερου πνεύματος της περιβόητης, γερμανικού τύπου σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ξεκινώντας από μια θεωρητική αφετηρία που έχει ως άξονα την απλουστευτική γενίκευση και όχι τον διαπολιτισμικό σχετικισμό, αρκετοί αναλυτές μοιάζουν να αποδέχονται την γερμανική αντίληψη των εννοιών του ελλείμματος και της δημοσιονομικής λιτότητας περίπου με όρους κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Ως αυτονόητες διεθνείς κανονιστικές (ή και ηθικές) σταθερές, όπως π.χ. το πράσινο και κόκκινο φανάρι στον σηματοδότη. Το έλλειμμα είναι το «κόκκινο φανάρι», στο οποίο κάθε μικρό παιδί μαθαίνει ότι πρέπει να σταματά, ενώ η δημοσιονομική πειθαρχία είναι κάτι σαν το «πράσινο φανάρι», που αναντίρρητα, χωρίς ανάλυση, συζήτηση ή αμφιβολία, μας δίνει το δικαίωμα σε όλες τις χώρες του κόσμου να συνεχίσουμε την πορεία μας. Σε αντιδιαστολή με την ελληνική λέξη «πειθ-αρχία» (υπακοή μέσω της πειθούς, όπως επισημαίνεται ορθά εδώ), ο εννοιολογικός συσχετισμός της γερμανικής λέξης «Disziplin» με την σφαίρα της σχολικής μάθησης (discipere=«προσλαμβάνω» [γνώση], discipulus=«μαθητής»), όπως αυτός έχει εκφραστεί και με την γνωστή γερμανική επωδό περί των «Hausaufgaben» («σχολικών εργασιών») που οφείλει να κάνει η Ελλάδα, μαρτυρά με την σειρά του ότι κάτι επικίνδυνα σχολικό ή παιδικό κρύβεται πίσω από τις αντιλήψεις που προσπαθούν να κυριαρχήσουν αυτή την περίοδο στην Ευρώπη.

Η Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης…

Δίνοντας στους όρους την απλουστευτικά απόλυτη αξία ενός σχολικού κανόνα, το επόμενο βήμα δεν απέχει πολύ. Είναι αυτό που έκανε πριν λίγο καιρό η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt δημοσιεύοντας τις 10 εντολές για την βιωσιμότητα της ευρωζώνης. Με αυτό τον τρόπο ο εξειδικευμένος επιστήμονας, ο φορέας της σύγχρονης και απροκατάληπτης ερευνητικής μεθοδολογίας, καταλήγει ανύποπτα και άδοξα να υποστηρίζει όχι μόνον την Ευρώπη-Δημοτικό σχολείο, αλλά και την Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης: ένα μοντέλο επίλυσης της οικονομικής κρίσης στην δεκαετία του 2010 μ.Χ. με εξόφθαλμες τις βιβλικές, παλαιοδιαθηκικές του καταβολές.

Για αρκετούς αναλυτές εδώ στην Ελλάδα η ανωτέρω ευτράπελη κατάσταση θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή αφορμή να πιάσουν το νήμα της έρευνας από την αρχή. Να θυμηθούν καταρχάς πόσες φορές συνέβη να βρεθούν σε μια κατάμεστη από κόσμο καφετέρια σε ένα τουριστικό μέρος της χώρας, όπου συχνά ένας και μόνος δύσμοιρος σερβιτόρος καλείται να εξυπηρετήσει 50 και 100 θαμώνες. Ακόμη και οι θιασώτες της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας θα δυσανασχετούσαν απέναντι στον ιδιοκτήτη του καταστήματος, που δεν προσέλαβε τουλάχιστον άλλον έναν υπάλληλο για την σωστότερη εξυπηρέτηση των πελατών. Κι όμως, ο εν λόγω επιχειρηματίας δεν κάνει τίποτε άλλο από το να τηρεί την αρχή της δημοσιονομικής αρετής. Απασχολώντας μικρότερο αριθμό υπαλλήλων αυξάνει την πιθανότητα τα έξοδά του να είναι λιγότερα από τα έσοδα. Εάν, μάλιστα, τα π.χ. δύο ή τρία γκαρσόνια που συνολικά απασχολεί (αντί για 5 ή 6) έχουν υψηλό βαθμό εμπειρίας και ικανότητας, θα καταφέρουν – ασθμαίνοντας μεν, αλλά ποιος νοιάζεται… – να σώσουν τα προσχήματα της σχετικά ικανοποιητικής εξυπηρέτησης των πελατών.

Το επόμενο βήμα του ερευνητή θα ήταν λογικά να διερευνήσει μεθοδικά ποιο είναι το ακριβές βιωματικό φορτίο των επίμαχων όρων, κυρίως της «δημοσιονομικής πειθαρχίας», μέσα στο context όχι μόνον της γλώσσας, αλλά και της καθημερινής πρακτικής του πολιτισμού που τον κηρύττει. Και αν η κεντρική Ευρώπη φαντάζει κάπως μακριά, ιδίως για κάποιον που δεν μιλά την γερμανική γλώσσα, τότε η έρευνα μπορεί να γίνει εξίσου καλά και εδώ στην Ελλάδα. Τα γερμανικά ιδρύματα που βρίσκονται στην χώρα μας, όπως π.χ. το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, η Γερμανική Σχολή Αθηνών, το ινστιτούτο Goethe, προσφέρουν την δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο ερευνητή να μελετήσει το πώς αντιλαμβάνονται την σχέση ελλειμμάτων και δημοσιονομικής λιτότητας αυτοί που επιθυμούν να εξαγάγουν την δική τους αυτή αντίληψη και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Θα μπορούσε π.χ. κανείς να διερευνήσει την αναλογία εργασιών και προσωπικού και να διαπιστώσει πόσοι είναι οι εργαζόμενοι, που χάρη στην εμπειρία και την αναμφίβολα υψηλού επιπέδου, συστηματική κατάρτισή τους καταφέρνουν – ασθμαίνοντας μεν, αλλά ποιος νοιάζεται… –  να διατηρούν σε ικανοποιητικό επίπεδο την λειτουργία των ιδρυμάτων. Άλλες παράμετροι, όπως η πιθανότητα πως ό,τι στον έναν πολιτισμό θεωρείται το μεμονωμένο «μικρόβιο» του χρήματος (π.χ. η νοοτροπία ενός εργοδότη) στον άλλο αποτελεί αυτονόητη, διαρκή «πανδημία» ή το ενδεχόμενο αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως μέσον για την επίτευξη ενός στόχου (σφιχτά δημοσιονομικά), στον πολιτισμό προέλευσής του να αποτελεί ηθικό και ψυχολογικό αυτοσκοπό, ανήκουν προφανώς σε πιο προχωρημένες φάσεις της ίδιας έρευνας, που μάλλον κανείς δεν θα κάνει.

Θα μπορούσε κανείς να στοιχηματίσει άφοβα ότι οι περισσότεροι από τους εν Ελλάδι αναλυτές, οικονομολόγους ή και δημοσιογράφους, που σπεύδουν να προσχωρήσουν στην άποψη ότι «το πρόβλημα είναι τα ελλείμματα» και ότι «χρειαζόμαστε σφιχτή δημοσιονομική πολιτική», ενδεχομένως δεν γνωρίζουν καν σε ποιο σημείο της Αθήνας βρίσκονται τα ανωτέρω γερμανικά ιδρύματα. Και είναι λογικό. Η απλοϊκή γενίκευση, η επείσακτη ηθικολογία, η εσκεμμένη σύγχυση ανάμεσα στην καθημερινή «μικροοικονομική» σφαίρα και την διάσταση των (δια)κρατικών οικονομικών, το «πράσινο» και «κόκκινο φανάρι» στον σηματοδότη και οι «σχολικές εργασίες» του καλού μαθητή είναι πράγματα πολύ πιο εύκολα από την απροκατάληπτη επιστημονική έρευνα, την κριτική αμφισβήτηση των εκάστοτε θεσφάτων και τον έλεγχο της αυθεντίας του ισχυρού, ιδίως, μάλιστα, όταν πιστεύουμε ακράδαντα ότι πρέπει να «ανήκωμεν» και εμείς στην πλευρά του τελευταίου…