Archive

Posts Tagged ‘αστικοποίηση’

Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα (Διάλεξη στη Νομική Βιβλιοθήκη, 12/02/2016)

Νοέμβριος 27, 2016 4 Σχόλια

Την Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016 πραγματοποιήθηκε διάλεξη του γράφοντος στην Νομική Βιβλιοθήκη με θέμα «Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα». Η διάλεξη έλαβε χώρα στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού βραχίονα της Νομικής Βιβλιοθήκης, στο μάθημα Γενικής Παιδείας του τμήματος προετοιμασίας για τις εξετάσεις στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Θα ήθελα από την θέση αυτή να ευχαριστήσω τον διδάσκοντα του μαθήματος Γενικής Παιδείας, Δρ. Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και εκλεκτό φίλο Κώστα Τσίνα για την πρόσκληση. Θα ήθελα, επίσης, να ευχαριστήσω όσους παρευρέθησαν στην διάλεξη για το εξαιρετικό ενδιαφέρον τους για τα θέματα που αναπτύχθηκαν και για την γόνιμη και ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε.

Σκοπός της διάλεξης ήταν να διερευνήσει την ποιότητα του δημοσίου λόγου στην Ελλάδα, ιδίως κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, υπό το πρίσμα ορισμένων πολύ βασικών πτυχών ιστορικής και κοινωνικής θεωρίας. Μεταξύ των θεμάτων της διάλεξης ανήκουν και πολλά σημεία που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο άρθρων του παρόντος ιστολογίου. Αυτό που κυρίως τονίστηκε είναι ο ιδιαίτερα προβληματικός χαρακτήρας της διαρκούς και ταυτόχρονα αμιγώς εμπειροτεχνικής δημόσιας ενασχόλησης με την κοινωνία. Της ενασχόλησης, δηλαδή, εκείνης, η οποία, σε μια εποχή προϊούσας εξειδίκευσης των γνώσης, συνήθως στερείται ακόμη και του πιο βασικού, εγκυκλοπαιδικού γνωστικού υποβάθρου όσον αφορά την επιστημονική μελέτη των κοινωνιών. Σαν αποτέλεσμα, η συχνά ακραία οξύτητα των χαρακτηρισμών και των αξιολογικών κρίσεων που διακρίνει τον δημόσιο λόγο στην Ελλάδα βασίζεται ενίοτε σε ιστορικές και θεωρητικές αντιλήψεις προηγούμενων αιώνων, π.χ. σε απλουστευτικές εκδοχές εξελικτισμού και θετικισμού. Κατά συνέπεια, εμφανίζεται ως επιτακτική ανάγκη η πιο στενή αναστροφή των εκφραστών του δημοσίου λόγου με την ευρύτερη κοινωνική θεωρία. Με δεδομένη, τέλος, την παραδοσιακά στενή σύνδεση μεταξύ νομικής και πολιτικής, η μεγαλύτερη προσέγγιση των δύο αυτών χώρων με την επιστημονική μελέτη της κοινωνίας θα μπορούσε να αποφέρει στο μέλλον ιδιαίτερα σημαντικούς καρπούς προς όφελος όλων. Ακολουθεί το βίντεο της διάλεξης, την οποία μπορεί κανείς να παρακολουθήσει σε συνδυασμό με τις διαφάνειες.

Φρικτόν άστυ

Οκτώβριος 5, 2016 Σχολιάστε

Οι μήνες του φθινοπώρου, και ιδίως ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος, είναι για πολλούς στην Ελ­λάδα συνώνυμοι μιας συγκεκριμένης μορφής μετακαλοκαιρινής κατάθλιψης. Σε μια συνήθως υπέροχη εποχή του χρόνου, όπου η θερινή καλοκαιρία ουσιαστικά συνεχίζεται σε κλιματικά και τουριστικά πιο ήπιους και ήρεμους ρυθμούς, η επαφή με την φύση, τον ήλιο και την θάλασσα δια­κόπτεται βίαια λόγω της επιστροφής στο συνήθως αποκρουστικό αστικό περιβάλλον των νεοελλη­νικών πόλεων. Σε χειρότερη μοίρα βρίσκονται αναμφίβολα όσοι κατοικοεδρεύουν στο άλλοτε «κλεινόν άστυ» των Αθηνών και σε ακόμα χειρότερη όσοι επιστρέφουν σε αυτό μετά από μια κάπως μακρά καλοκαιρινή απουσία. Όσο πιο μακρά η απουσία τόσο μεγαλύτερη και η αποτοξίνω­ση από την αστική ζούγκλα και, κατά συνέπεια, τόσο πιο τραυματική εμπειρία η επιστροφή σε αυ­τήν. Σε στιγμές όπως αυτές γεννώνται ίσως σε διάφορες μορφές και τα αντίστοιχα ερωτήματα: Πώς σε μια τόσο όμορφη χώρα, όπου στις πεδινές και παραθαλάσσιες ζώνες της περίπου τον μισό χρόνο επικρατούν υπέροχες κλιματικές συνθήκες, καταφέραμε να στοιβάξουμε σχεδόν το ήμισυ του πλη­θυσμού σε ένα δυσλειτουργικό, γκρίζο και ανυπόφορο αστικό μόρφωμα; Πώς και γιατί η επαφή με το φυσικό περιβάλλον, την ανθρώπινη κλίμακα των αποστάσεων και τους φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής έχει τον χαρακτήρα εξαίρεσης και όχι αυτονόητου κανόνα; Πώς καταφέραμε να θεωρούμε φυ­σιολογικό το να ζει κανείς σε μια πόλη, την οποία λαχταρά να εγκαταλείπει σε όλες τις διαθέσιμες περιστάσεις, όπως προδίδει εύγλωττα κάθε «μεγάλη έξοδος» των Αθηναίων; Γιατί το φθινόπωρο να σημαίνει το απότομο και καταθλιπτικό τέλος του καλοκαιριού, με την (ορεσίβιων κλιματικών και ανθρωπολογικών καταβολών) ευχή-κατάρα «καλό χειμώνα!», και όχι την φυσιολογική συνέχισή του;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά περνά σίγουρα μέσα από ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία αποτυχίας του νεοελληνικού κράτους. Αυτό δεν είναι άλλο από την δραματική ασυμμετρία ανάμε­σα στην πρωτεύουσα και την «επαρχία». Η ασυμμετρία δεν αφορά τόσο ή μόνο τα πληθυσμιακά μεγέθη, αλλά τις πιο ουσιαστικές πτυχές της αστικοποίη­σης. Πρόκειται ουσιαστικά για την ανισο­μέρεια ανάμεσα στο κατά βάσιν ένα και μόνο κέντρο, στο οποίο έχουν αναπτυχθεί ουσιαστικοί θύλακες αστικής κουλτούρας, και στις πάμπολλες επαρχιακές πόλεις και χωριά, όπου κινδυνεύει να κατακυριευθεί κανείς από αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «σύν­δρομο του Μιχαήλ Χωνιάτη». Όταν ο λόγιος Μικρασιάτης κληρικός έφτασε στην Αθήνα το φθι­νόπωρο του 1182 για να αναλάβει καθήκοντα μη­τροπολίτη, σύντομα διαπίστωσε ότι η Αθήνα της εποχής του ελάχιστη σχέση είχε με το «κλεινόν άστυ» που είχε γνωρίσει μέσα από τις κλασικές του σπουδές. Μεγάλη ήταν η απογοήτευσή του όταν άρχισε να συνειδητοποιεί το χάσμα του με τον ντόπιο, κατά βάσιν αγροτικό πληθυσμό, με τον οποίον μιλούσε διαφορετική γλώσσα, όχι μόνο κυ­ριολεκτικά, καθώς η αρχαΐζουσα ελληνική του Χωνιάτη ήταν σε μεγάλο βαθμό ακατανόητη στο ποίμνιό του, αλλά και μεταφορικά, δηλαδή σε επί­πεδο μόρφωσης, πνευματικών οριζόντων και εν­διαφερόντων. Στην εποχή του Χωνιάτη η Αθήνα ήταν ό,τι είναι σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της νεοελληνικής επαρχίας: ένας τόπος κοινωνικά αφι­λόξενος για όποιον καλώς ή κακώς, δυστυχώς ή ευτυχώς, έτυχε να έχει ενδιαφέροντα και έναν τρόπο ζωής με πιο αστικά χαρακτηριστικά.

ag-paraskevi

Μια χαρακτηριστική ζώνη «αγεωμέτρητης» πολεοδομίας στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής.

Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, για την Ελλάδα της εποχής μας είναι ότι, αν στην μία πλευρά του διπόλου βρίσκεται η πιο ανθρώπινη, αλλά μη αστικοποιημένη επαρχία, στην άλλη πλευρά του βρίσκεται η φρικτά αστικοποιημένη πρωτεύουσα. Δηλαδή μια πόλη, όπου το αντίτιμο για την ύπαρ­ξη λίγων έστω οάσεων αστικής κουλτούρας (π.χ. ιδρυμάτων, φορέων και κοινωνικών ομάδων ασχολούμενων με την επιστήμη, την τέχνη και τον πολιτισμό) είναι η ανυπόφορη οικιστική δυσλει­τουργία και υποβάθμιση. Είναι η ζωή στο μεγάλο και διαρκές hot spot της μεταπολεμικής Ελλάδας, (προχειρο)στημένο μέσα σε λίγες δεκαετίες για τους πρόσφυγες όχι από την Μέση Ανατολή ή την Αφρική, αλλά από την ελληνική επαρχία. Ο «βίος αβίωτος» στην τσιμεντένια θάλασσα του λεκανο­πεδίου έχει πολλές και διάφορες πτυχές: η ημέρα που γίνεται πιο μικρή λόγω της βασανιστικής κλί­μακας των αποστάσεων και των χαμένων ωρών στα μέσα μαζικής μεταφοράς, το διαρκές άγχος και ο υπεράνθρωπος αγώνας να φτάσει κανείς εγκαίρως και ψυχοσωματικά στραπατσαρισμένος στην δουλειά ή στο ραντεβού του, ο συνωστισμός και η ψυχολογία της διαρκούς «επιφυλακής» στους δημόσιους χώρους και στα μέσα μεταφοράς, η καθημερινή αλλοφροσύνη του παρκαρίσματος, η αν­θυγιεινή τοξικότητα και παραζάλη της οδήγησης, των βασανιστικών μποτιλιαρισμάτων και των βάρβαρων κορναρισμάτων, το συνεχές μπρος-πίσω (από το σταμάτα-ξεκίνα) και πάνω-κάτω (από τα απανωτά χτυπήματα του αυτοκινήτου στις λακκούβες του οδοστρώματος) ή αλλιώς η επιτομή της αποτυχίας μιας πόλης που συνίσταται στο να σε κάνει συχνά να αποδιώχνεις ως ενοχλητική σκέψη την προοπτική να βγεις από το σπίτι, αναγκάζοντάς σε ενίοτε ακόμη και να «ομαδοποιείς» τις εξωτερικές εργασίες, ώστε να γίνουν όλες μαζί την ίδια ημέρα για να μην αναγκαστείς να ξανα­βγείς.

Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η κατάσταση αν κανείς δεν εστιάσει μόνο στο μαρτυρικό και φρικτά τσιμεντοποιημένο κέντρο της Αθήνας, αλλά στρέψει την προσοχή του και σε πιο αναβαθμισμένες περιοχές του λεκανοπεδίου. Σε περιοχές π.χ. των κατά τα άλλα ευυπόληπτων βορείων προαστίων, όπως η Αγία Παρασκευή, μπορεί να δει κανείς ανάγλυφα τις δομικές παθογένειες μιας κατ΄ όνομα μόνο «αστικής» συνύπαρξης. Κατά πρώτον, μπορεί κανείς να διαπιστώσει (και να υποστεί) την χα­ρακτηριστική ρυμοτομία ορει­νού χωριού και την απουσία ορθολογικού, αστικού πολεοδομικού σχεδιασμού. Το αποτέλεσμα είναι να δυσχεραίνεται αποφασιστικά η σύνδεση των συνοικιών τόσο μεταξύ τους όσο π.χ. και με τους κεντρικούς οδικούς-εμπορικούς άξονες (π.χ. την οδό Αγίου Ιωάν­νου). Αν κανείς θέλει να κατανοή­σει την σημασία του ιπποδάμειου πολεοδομικού συστήματος της αρχαιότητας δεν έχει παρά να προσπαθήσει να διεκπεραιώσει δυο-τρεις απλές δουλειές μέσα σε μια ακτίνα δυο-τριών χιλιο­μέτρων και σε έναν γόρδιο δεσμό κακοσχεδιασμένης ρυμοτομίας, δυσλει­τουργικής συγκοινωνιακής διασύνδεσης και πεζοδρομίων κεντρικών λεωφόρων που έχουν μετα­τραπεί σε άναρχα πάρκινγκ (π.χ. οι δύο πλευρές της Μεσογείων στα σημεία κοντά στην πλατεία Αγίας Παρασκευής). Κι αν κάποτε έξω από την Ακαδημία του Πλάτωνα υπήρχε η επιγραφή «ἀγεω­μέτρητος μηδεὶς εἰσίτω», οι σύγχρονοι, πολεοδομικά «αγεωμέτρητοι» οικιστές πολλών περιοχών της Αθήνας (αλλά και της υπόλοιπης χώρας) δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μεταφέρουν μηχανι­στικά στην πρωτεύουσα τα χωροταξικά πρότυπα οικισμών του (ορεινού συνήθως) μη αστικού χώρου, από τους οποίους συχνά προέρχονται. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες αναδεικνύεται η νε­όπλουτη υπανάπτυξη των βορείων προαστίων, όπου πολύ συχνά, με όποιον τρόπο κι αν επιλέξεις να κινηθείς, μπορεί να χρειαστείς μιάμιση ή δύο ώρες για να κάνεις μερικές απλές καθημερινές δουλειές στην άμεση γειτονιά σου.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναρωτηθεί κανείς αν έχουν τεθεί με την δέουσα έμφαση και συστη­ματικότητα μερικά γενικότερα ερωτήματα σε σχέση με την ζωή στην πρωτεύουσα. Κατά πόσο π.χ. επιδρά στην παραγωγικότητα και γενικότερη κατάσταση της χώρας το γεγονός ότι ένα μεγάλο και σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της ζει σε ένα εργαστήριο παραγωγής ταλαιπωρίας, έντασης, άγ­χους και καθημερινής αλλοφροσύνης; Κατά πόσο επιδρά στην γενικότερη κατάσταση της χώρας το γεγονός ότι ένα μεγάλο και σημαντικό μέρος των πολιτών της εκτίθεται καθημερινά σε απαγορευτι­κά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης και ηχορύπανσης; Πόσες ασθένειες και αιτίες θανάτων μπο­ρούν να αναχθούν άμεσα ή έμμεσα στις συνθήκες ζωής του λεκανοπεδίου;

Παρά τις όποιες γενικότερες, κοινές διαπιστώσεις, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι οικιστι­κές συνθήκες της πρωτεύουσας δεν προσλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο από όλους. Για όσους έχουν μεγαλώσει στην Αθήνα από μικρή ηλικία, το αστικό της περιβάλλον, η κλίμακα και οι ρυθμοί της είναι αυτονόητα δεδομένα, στα οποία έχουν συνηθίσει να ζουν. Και, αν κανείς έχει γνωρίσει ως φυσιολογική κατάσταση το να θέλει π.χ. μία ώρα και δύο-τρία μεταφορικά μέσα για να μεταβεί στο σημείο ενός ραντεβού με φίλους, τότε λογικά δεν προκύπτει η ίδια δυσφορία με κάποιον που έχει αυτονόητα συνηθίσει να κάνει το ίδιο σε 10-15 λεπτά και με τα πόδια. Ως φυσιολογικό «αναγκαίο κακό» μπορεί επίσης να εκλαμβάνεται και η μικρότερη ή μεγαλύτερη αποξένωση των σχέσεων λόγω της μεγάλης κλίμακας. Μέσα στην παραζάλη των καθημερινών ρυθμών της πρωτεύουσας μπορεί, δηλαδή, κανείς να μην συνειδητοποιεί πάντα πλήρως σε ποιον βαθμό μια πόλη όπως η Αθήνα δυσχεραίνει την μεσογειακή κοινωνικότητα, κάνοντας πιο δύσκολες και αραιές τις συναντή­σεις με συγγενείς, φίλους και γνωστούς και δημιουργώντας ενίοτε και πλασματικές εντυπώσεις για την φύση των σχέσεων. Δεν είναι π.χ. λίγες οι φορές που όσοι προσπαθούν να συναντιούνται κάπως τακτικά στην Αθήνα είναι άνθρωποι που έχουν ήδη προηγουμένως δεθεί στην μικρότερη κλίμακα μιας άλλης πόλης (της Ελλάδας ή του εξωτερικού). Αντιθέτως, στο οικιστικό χάος της πρωτεύου­σας συχνά η επαφή με φίλους ή συγγενείς χωρίς προϋπάρχοντες δεσμούς «μικρής κλίμακας» κατα­λήγει να μην είναι ιδιαίτερα πιο συχνή απ΄ ό,τι θα ήταν αν οι εμπλεκόμενοι κατοικούσαν σε διαφο­ρετικές πόλεις.

Το βασικότερο πρόβλημα, όμως, είναι ότι στο πλαίσιο του παραδοσιακού νεοελληνικού δομι­σμού, δηλαδή της μηχανιστικής αναπαραγωγής των καθιερωμένων δομών, κανένας κομματικός ή ιδεολογικός χώρος δεν μοιάζει να ασχολήθηκε ποτέ σοβαρά με την αστική μοίρα της Αθήνας, προ­κειμένου να χαράξει στρατηγικές βελτίωσης των συνθηκών. Χαρακτηριστικό είναι το πρόσφατο παράδειγμα με την αξιοποίηση του παλαιού αεροδρομίου του Ελληνικού. Σε αυτή την περίπτωση μοιάζει να προκρίνεται δυστυχώς η απλή «συγκόλληση» ενός τεράστιου πάρκου σε μια εν πολλοίς αβίωτη πόλη και όχι η αναβάθμιση της βιωσιμότητας της ίδιας της πόλης, με άξονα προτάσεις, όπως π.χ. αυτή του Στέφανου Μάνου. Με τον ίδιο τρόπο, δεν φαίνεται στον ορίζοντα καμία πρωτο­βουλία ουσιαστικής αποκέντρωσης, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι συνώνυμη με διαδικασίες πιο ουσιαστικού εξαστισμού πόλεων της επαρχίας. Με τον όρο «διαδικασίες εξαστισμού», ας φαντα­στεί κανείς οτιδήποτε μπορεί να εμπλουτίσει με διαφορετικά πρότυπα το συνήθως κυρίαρχο αν­θρωπολογικό «πακέτο» της επαρχιακής πόλης (σουβλάκι, μηχανάκι, βωμολόχος σεξισμός, στείρος βιοπορισμός, κομφορμισμός, ψυχοπνευματική καθήλωση σε γυμνασιακού τύπου συμπεριφορές buylling, κουτσομπολιού, «πιάτσας», αδιακρισίας και ποδοσφαιροποιημένης υποκουλτούρας). Κάτι τέτοιο, φυσικά, είναι ιδιαίτερα δύσκολο, αφού θα προϋπέθετε «αστικό πλεόνασμα» στην ίδια στην πρωτεύουσα, το οποίο θα μπορούσε ίσως ακολούθως να εξαχθεί προς την επαρχία. Τέτοιο πλεόνασμα, όμως, όχι μόνο δεν υπάρχει, αλλά οι όποιοι αστικοί θύλακες υπάρχουν στην Αθήνα δεν είναι αρκετοί ούτε καν για την ίδια. Και αυτό διότι και η ίδια η προσφάτως αστικοποιημένη Αθήνα κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από το ανωτέρω «πακέτο» της επαρχιακής πόλης, πτυχές του οποίου, όπως είναι λογικό, διεισδύουν ενίοτε και στους αστικούς της θύλακες. Κατά συνέπεια, σε ό,τι αφορά την ελληνική επαρ­χία, θα έπρεπε να στραφεί κανείς στην προσέλκυση «επενδύσεων εξαστισμού» από το εξωτερικό, οι οποίες, έχοντας σχέση με την επιστήμη, την τεχνολογική καινοτομία, την τέχνη και τον πολιτι­σμό θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν εποικοδομητικά τα παραδοσιακά της πρότυπα.

Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα προς το παρόν μοιάζει επ΄ αόριστον παραδομένη στον μιθριδατισμό, στον δο­μισμό και στην άχαρη μοίρα της αποτυχημένης εκείνης πόλης που οι περισσότεροι κάτοικοί της θα λαχταρούν για πολύ ακόμα να την εγκαταλείπουν σε πρώτη ευκαιρία. Ακούγοντας, μάλιστα, κανείς στις ειδήσεις για τα προβλήματα στις δομές φιλοξενίας των μεταναστών και προσφύγων, όπου «σε έναν χώρο που χωράει 2000 άτομα έχουν στοιβαχθεί 4000 ή 5000 άνθρωποι», δύσκολα μπορεί να αποφύγει ένα πικρό μειδίαμα. Διότι η περιγραφή αυτή, τουλάχιστον στο αμιγώς αριθμητικό της σκέλος, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ήπια μικρογραφία των συνθηκών ζωής στην ίδια την Αθή­να, όπου 4.000.000 άνθρωποι στοιβάχθηκαν άναρχα μέσα σε λίγες δεκαετίες σε έναν αστικό χώρο που σχεδιάστηκε κάποτε για 400.000. Κι αν, για να συνεχίσουμε τον ίδιο συλλογισμό, ορισμένοι εξ ημών αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες και μετανάστες σαν ενοχλητικούς ξένους σε αυτό τον τόπο, πόσο άραγε «γηγενείς» σε αυτόν είμαστε τελικά όλοι εμείς που στον αστικό μας χώρο ακυρώνουμε την φυσική και κλιματολογική του ομορφιά, συντομεύουμε το καλοκαίρι του, μικραίνουμε την μέρα του και ευχόμαστε (στην Ελλάδα) «καλό χειμώνα» από τον Σεπτέμβριο; Από τις παρατηρήσεις αυτές ίσως διαφαίνεται ότι το «φρικτόν άστυ» της σύγχρονης Αθήνας δεν προέκυψε μόνο μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές ή οικονομικές συνθήκες, αλλά και μέσα από βαθύτερα ζητήματα ανθρωπολογικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων. Διότι καμιά φορά ο λόγος που μοιάζουμε τόσο ξένοι με τον τόπο μας είναι επειδή απλούστατα είμαστε πράγματι ξένοι, τουλάχιστον περισσότερο από όσο υποψιαζόμαστε. Για αυτό, άλλωστε, είναι και τόσο δύσκολο να αλλάξουν τα πράγματα…

Στόουνχεντζ, Ουρούκ και ελληνική κοινωνία

Ιουνίου 21, 2016 20 Σχόλια

Βλέποντας κανείς μια εικόνα του Στόουνχεντζ, του διάσημου νεολιθικού κτίσματος της νότιας Αγγλί­ας, δύσκολα ίσως φαντάζεται ότι το συγκεκριμένο μνημείο ανή­κει σε έναν χρονολογικό και πολιτιστι­κό ορίζοντα με ιδιαίτερη σημασία για τα διαδραματι­ζόμενα στην Ελ­λάδα της εποχής μας. Η περίοδος των μεγαλιθικών μνημείων στην δυτική Ευρώπη συνδέεται με τις ύστερες φάσεις της Νεολιθικής επο­χής στις περιοχές αυτές. Κατά την διάρκεια της Νεολιθικής εποχής, από το 6500 π.Χ. και εξής, εξα­πλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη η γεωργία και η κτηνοτροφία, οι επαναστατικές εκείνες και­νοτομίες που μετά από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, επρόκειτο να πυροδοτή­σουν μια αλυσίδα ραγδαίων πολιτιστικών μετασχηματισμών. Πρόκειται για τις εξελίξεις των τελευταί­ων περί­που 10.000 ετών, οι οποίες άλλαξαν εκ βάθρων την μορφή του ανθρώπινου πολιτι­σμού. Μια επι­μέρους πτυχή των εξελίξεων αυτών υπήρξε και η κατά καιρούς εντεινόμενη διαδικασία απόκλισης με­ταξύ των κοινωνιών. Τι σημαίνει αυτό; Στα τέλη της 4ης χιλιετίας π.Χ., περί το 3300-3100 π.Χ., λαμ­βάνει χώρα στην νότια Μεσοποταμία αυτό που ο μεγάλος αρχαιολόγος Gordon Childe απο­κάλεσε «Αστική Επα­νάσταση». Χαρακτηριστικά της υπήρξαν η εμφάνιση των πρώτων μεγάλων αστι­κών κέντρων, της εξε­λιγμένης κοινωνικής διαστρωμάτωσης, της οργανωμένης γραφειοκρατικής διοί­κησης, της πολύ πιο έντονης επαγγελματικής εξειδίκευσης ως αποτέλεσμα της αστικής ποικιλομορφί­ας, αλλά και της γραφής. Με αρχαιολογικούς όρους, οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με την ύστερη φάση του πο­λιτισμού Ουρούκ και είχαν ως επίκεντρο την ομώνυμη πόλη της νότιας Μεσοποταμίας. Το κρίσιμο ση­μείο εδώ είναι να συνειδητοποιήσει κα­νείς ότι την ίδια ακριβώς περίοδο, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα δυτικότερα, συνέχι­ζαν να υφίστανται οι παραδοσιακές, νεολιθικές, αγροτικές κοινότητες, στις πολιτι­στικές εκ­φράσεις των οποίων ανήκαν και τα μεγαλιθικά μνημεία. Την εποχή που στη νότια Μεσοπο­ταμία χα­ράζονταν σε πινακίδες τα πρώτα σύμβολα ενός εξελιγμένου συστήματος γραφής, στην δυτι­κή Ευ­ρώπη συνεχι­ζόταν απρόσκοπτα ο νεολιθικός βίος και στην νότια Αγγλία διαμορφώνονταν οι πρώτες φάσεις του συγκρο­τήματος που επρόκειτο αργότερα να πάρει την μορφή του γνωστού μας Στόουν­χεντζ.

Stonehenge-Uruk

Τα δύο πρόσωπα της ελληνικής κοινωνίας…

Σαν αποτέλεσμα, δύο διαφορετικοί κόσμοι, δύο διαφορετικοί κοινωνικοί χρόνοι, ο καθένας με τα δικά του πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, άρχισαν να συνυπάρχουν την ίδια περίοδο, εγκαινιάζο­ντας την αναφερθείσα διαδι­κασία απόκλισης μεταξύ κατά τα άλλα σύγχρονων κοινωνιών. Τα με­τέπειτα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας μας είναι γνωστά και, αν σταθούμε στα λιγότερο ζοφε­ρά, ένα από αυτά υπήρξε η ίδια η εμφάνιση της κοινωνικής ή πολιτιστικής ανθρωπολογίας. Δη­λαδή του επιστημονικού πλαισίου, μέσω του οποίου οι κάποτε αστικοποιηθείσες δυτικές κοινωνίες προ­σπάθησαν να μελετήσουν τις «πρωτόγονες» ή «εξωτικές» μη αστικοποιημένες κοινωνίες στην περι­φέρειά τους. Κι αν η συνύπαρξη κοινωνιών που μπορούν να στείλουν ανθρώπους στην Σελήνη με κοι­νωνίες που δια­τηρούν ακόμα σχεδόν παλαιολιθι­κά χαρακτηριστικά αποτελεί το αποκορύφωμα αυτής της διαδικασί­ας απόκλισης, δεν είναι πάντα τόσο ξεκάθαρο ότι η συνύπαρξη των διαφορετικών κόσμων μπορεί ενίο­τε να λαμβάνει χώρα και εντός της ίδιας κοινωνίας. Δεν είναι, δηλαδή, εκ πρώτης όψεως ευδιάκρι­το ότι, για παράδειγμα, σε μια αστι­κοποιούμενη (και όχι αστικοποιημένη) κοινωνία, όπως η νεοελληνι­κή, η Ουρούκ και το Στόουνχεντζ, οι Ρωμαίοι και οι Γαλάτες, οι Ισπανοί κονκιστα­δόρες και οι Αζ­τέκοι, οι καουμπόηδες και οι Ινδιάνοι μπορεί να συνυπάρχουν ακόμη και εντός της ίδιας οικογένειας, της ίδιας παρέας, του ίδιου εργασιακού χώρου. Μετά από λίγες μόνο δεκαετίες «αστυφιλίας», δηλαδή ουσιαστικά συγκέντρωσης ενός σε μεγάλο βαθμό αγροτικού πληθυσμού σε πόλεις, συνυπάρχουν αναπόφευκτα στην νεοελληνική κοινωνία εντε­λώς διαφορετικοί κοινωνικοί χρόνοι και τρόποι. Σε αστικοποιούμενες κοινωνίες, για παράδειγμα, η ηλικιακή δια­φορά των 25-30 ετών μπορεί να αντιστοιχεί σε διαφορά 150-200 ετών όσον αφορά τις νοοτροπίες και αντι­λήψεις. Η αστικοποιητική διαδικασία μπορεί να επιταχύνει δραματικά τις απο­κλίσεις και να καταστή­σει εντελώς σχετικές τις εκάστοτε χωροχρονικές συντεταγμένες. Το αποτέλεσμα είναι ουκ ολίγες τρα­γικές διαγενεαλογικές και κοινωνικοανθρωπολο­γικές ασυμβατότητες, περιπλοκές, εντάσεις και συγκρού­σεις.

Το πεδίο, στο οποίο θα εστιάσουμε σε αυτό το κείμενο, είναι αυτό της αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε συγκεκριμένα πρότυπα διαχείρισης της προσωπικής και επαγγελματικής αποκατάστασης. Κατά πρώτον, η προσωπική αποκατάσταση είναι ένα πεδίο, στο οποίο οι αστικοποιητικές διαδικασίες επέφεραν πολύ σημαντικές μεταβολές. Ο μέσος όρος της ηλικίας γάμου, για παράδειγμα, ανέβηκε σταδιακά, ακολουθώντας και τον γενικότερο μέσο όρο ηλικίας του πληθυσμού. Παράλληλα, ένα ση­μαντικό ποσοστό ανθρώπων άρχισε να εμπλέκε­ται σε αστικού τύπου διαδικασίες επαγγελματικής και μορφωτικής εξειδίκευσης (π.χ. πανεπιστημιακή εκπαίδευση), οι οποίες εκτείνονται χρονικά στην ίδια περίοδο της ζωής που άλλοτε είχε κανείς ήδη πα­ντρευτεί και κάνει τα πρώτα του παιδιά. Εντός πολ­λών νεοελληνικών οικογενειών και κοινωνικών κύκλων οι εξελίξεις αυτές, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως φαντάζουν αυτονόητες, δεν προσλαμβάνονται πάντα ως φυσιολογικές, αλλά, αντιθέτως, ως εν μέρει αναγκαίες μεν, αλλά και κάπως ενοχλητι­κές αποκλίσεις από έναν παραδοσιακό κανόνα. Και αυτό διότι εντός των οικογενειών από την μια με­ριά υπάρχει το Στόουνχεντζ των γονέων που συχνά συνε­χίζουν να εκπροσωπούν (ο ένας ή και οι δύο) την ανθρωπολογία συγκεκριμένων εκδοχών του μη αστικού, αγροτοποιμενικού χώρου και από την άλλη μεριά η Ουρούκ των πιο αστικοποιημένων νέων γενεών που μεγαλώνουν από την πρώτη στιγμή στις πόλεις. Η διάσταση αυτή μεταφέρεται και εντός των ευρύτερων κοινωνικών ή εργασιακών κύκλων, όπου το Στόουνχεντζ εκπροσωπείται από όσους, ανεξαρτήτως ηλικίας, συνειδητά ή ασυνείδητα, αναπαράγουν την παραδοσιακή δομή και η Ουρούκ από όσους, επίσης συνειδητά ή ασυνείδητα, εκπροσωπούν την απόκλιση από αυτήν. Η σύγκρουση των δύο κόσμων εκφράζεται στις περιπτώσεις αυ­τές με πολλούς χαρακτηριστικούς τρόπους.

Δεν είναι, δηλαδή, λίγες οι φορές, που ένας νέος π.χ. 30-35 ετών που εστιάζει σε αυτή την φάση της ζωής του πιο πολύ στην επιστημονική του δρα­στηριότητα, αρχίζει να αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση για την προσωπική του αποκατάστα­ση, η οποία θεωρείται ότι έχει ήδη «καθυστερήσει». Αν, μάλιστα, μιλάμε για γυναίκα, τότε η πίεση αυτή αρχίζει να οξύνεται και μέσω επίκλησης των βιολογικών περιο­ρισμών. Πρόκειται, δηλαδή, για την πίεση ενός οικογενειακού ή κοινωνικού περιβάλλοντος, το οποίο στην ουσία αναπαράγει με κεκτημένη ανθρωπο­λογική ταχύτητα πρότυπα και αντιλήψεις εποχών, όταν ο μέσος όρος ζωής στους άντρες ήταν 30 και στις γυναίκες 35 χρόνια και δεν υπήρχε, φυσικά, τε­χνολογία υποβοηθούμενης ανα­παραγωγής (π.χ. εξωσωματική γονιμοποίηση, κατάψυξη ωαρίων). Δύσκολα θα ήταν τα πράγματα και για κάποιον/α που π.χ. δεν επιθυμεί να παντρευτεί ή διατηρεί σχέση, όπου υπάρχει δια­φορά ηλικίας (ιδίως στις περι­πτώσεις που ο άντρας είναι μικρότερος) ή σχέση που για οποιοδήποτε λόγο μπορεί να μην υπόσχεται καλές προοπτικές τε­κνοποίησης. Η παραδοσιακή κοινωνία, λειτουρ­γώντας ως τυφλός εντολοδόχος της «άγριας φύσης» των διάφορων φυσικών δεδο­μένων και βιολογι­κών περιορισμών, θα ασκήσει σε αυτές τις περιπτώσεις ασφυκτική και εμμονική πίε­ση προς την κα­τεύθυνση της κάθε είδους αναπαρα­γωγής (φυσικής και κοινωνικής). Όπως κάθε εκτε­λεστής που εκτε­λεί ψυχρά χωρίς να σκέφτεται πολύ τα πράγματα, η πα­ραδοσιακή κοινωνία και οι νοο­τροπίες της δια­τηρούν ενίοτε σημαντικά πλεονεκτή­ματα σε σχέση με όσους έχουν την τάση να σκέφτονται υπερβολι­κά.

Εντούτοις, ο λογαριασμός πιθα­νότατα θα έρθει λίγο αργότερα. Όταν π.χ. νέοι και έξυπνοι άνθρωποι διαπιστώσουν ότι σχεδόν μηχα­νικά (και όχι πλήρως συνειδητά) αναπαρήγαγαν το παραδοσιακό μο­ντέλο, κάνοντας οικογένεια και παιδιά ήδη από τα 25 ή τα 30 τους και αρχίσουν σιγά σιγά να συνυ­πάρχουν στον κοινωνικό, αλλά και εργασιακό τους χώρο με ανθρώπους που στις δεκαετίες των 20 και των 30 επένδυσαν στην επιστημονική και επαγγελματική εξειδίκευση. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι, αναπαράγοντας κανείς αυτόματα τα πρότυπα ζωής γονέων και παππούδων, δεν προειδοποιή­θηκε από κανέναν ότι στην εποχή των τελευταίων το Στόουνχεντζ δεν ήταν ακόμα εκτεθειμένο στην συνύπαρξη και διαρκή σύγκριση με την Ουρούκ. Και το ακόμα σημαντικότερο ζήτημα είναι ότι η επι­κίνδυνη αυτή συνύπαρξη καταλήγει να βρίσκεται στον πυρήνα μιας επαγγελματικής-παραγωγικής δυ­σλειτουργίας, η οποία, μεταξύ άλλων, υποσκάπτει εδώ και πολύ καιρό την ίδια την διοικητική υπόσταση μιας χώρας όπως η Ελλάδα. Ας προσπαθήσουμε π.χ. να μπούμε στην ψυχολογία αν­θρώπων που σε πολύ νεαρή ηλικία εισήλθαν χωρίς πτυχία σε διάφορες περιοχές της δημόσιας διοίκη­σης. Εκείνη την περίοδο όλα φάνταζαν απόλυτα φυσιολογικά. Φυσιολογικό ήταν το να αντιλαμβάνε­ται κανείς την δουλειά με όρους στείρου βιοπορισμού, ως απλό μέσο για την δημιουργία οικογένειας. Φυσιολογικό φάνταζε (και ενίοτε ακόμα φαντάζει) να μετατρέπεται ο εργασιακός χώρος σε πρωινό καφέ διαρκούς επανεπιβεβαίω­σης (μέσω ατέρμονων συζητήσεων για την οικογένεια, τα παιδιά, το σχολείο, κλπ.) της κοινωνικής αποδοχής που η παραδοσιακή κοινωνία εξασφαλίζει σε όσους ακολου­θούν πιστά τους κανόνες της. Φυσιολογικό φάνταζε το χαρακτηριστικό αίσθημα εκπλήρωσης της κοι­νωνικής «απο­στολής», μόλις γινόταν ο μόνιμος διορισμός στο δημόσιο και ακολουθούσε η δημιουρ­γία οικογένειας, με εξίσου αυτονόητη την παραμέληση της ίδιας της εργασιακής διάστασης. Φυσιολογικό φάνταζε, τέλος, το να ιεραρχείται κανείς στην δουλειά του αποκλειστικά με όρους επετηρίδας και αρ­χαιότητας, με τον μονολιθικό και αρχέγονο, δηλαδή, τρόπο που η παραδοσιακή κοινωνία διακρίνει τα μέλη της.

Και εκεί που όλα φάνταζαν αρμονικά, άρχισε να ενσκήπτει η Ουρούκ… Προϊστάμε­νοι χωρίς πτυχία βρέθηκαν να έχουν υφισταμένους με πτυχία και μεταπτυχιακά, γυναίκες 40-45 χρόνων με παιδιά 20 ετών άρχισαν να συνειδητοποιούν πως υπάρχουν άλλες γυναίκες που στην ίδια ηλικία περιέργως δεν έχουν ακόμη παντρευτεί, αλλά έχουν πλούσια επαγγελματική, επιστημονική και κοινωνική εμπειρία, άνθρωποι που θεωρούσαν ότι η δουλειά είναι απλώς το μέσον για την δημιουργία (και την επίδειξη) της οικογένειας γνωρίζουν εργαζομένους που δουλεύουν για να παράγουν έργο, επιδεικνύοντας δυ­σθεώρητα μεγαλύτερες δυνατότητες διαχείρισης της αστικής πολυπλοκότητας. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το για ποιον λόγο πολύ συχνά το εργασιακό περιβάλλον της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα μετατρέπεται σε έναν τεράστιο πυρηνικό αντιδρα­στήρα παραγωγής κόμπλεξ. Γιατί σε ουκ ολίγες περιπτώσεις το Στόουνχεντζ αισθάνεται την ανάγκη να απωθήσει μέσα του ή να αφανίσει με διάφορους τρόπους από το οπτικό του πεδίο την Ουρούκ, όταν για κακή του τύχη την συναντά μπροστά του.

Καθόλου σπάνιες δεν είναι, για παράδειγμα, οι περιπτώσεις υποκαταρτισμένων, με­γαλύτερης ηλικί­ας υπαλλήλων, οι οποίοι επιδεικνύουν χαρακτηριστική μυστικοπάθεια ως προς το αντικείμενο της κα­θημερινής δουλειάς τους, αρνούμενοι να αποκαλύψουν το τι κάνουν ιδίως σε νεώτερης ηλικίας, πιο καταρτισμένους υπαλλήλους. Η άρνηση αυτή αποσκο­πεί στο να συγκαλύψει καταστάσεις ουσιαστι­κής αργομισθίας ή μιας απασχόλησης που υπο­λείπεται δραματικά του βαθμού πολυπλοκότητας και κατάρτισης που απαιτεί μια σύγχρονη υπηρεσία. Στις περιπτώσεις αυτές η μυστικοπάθεια συνδυάζε­ται συχνά και με συμπλεγματικά επιθετική συμπεριφορά έναντι όσων αντιπροσωπεύουν μια διαφορε­τική ταχύτητα κατάρτισης και πολυπλοκότητας, διεκπε­ραιώνοντας με άνεση και αποτελεσματικότητα μεγαλύτερο όγκο δουλειάς. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκεται η βίαιη εξίσωση προς τα κάτω, εις βάρος όσων «χαλούν την πιάτσα» ή απειλούν την κυρίαρχη παραδοσιακή δομή του υποκαταρτισμένου, στεί­ρου βιοπο­ρισμού. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι μαφιόζικου τύπου «παρεμβάσεις» του κακώς εννοούμενου συνδικαλισμού προκειμένου τα «ήμερα», π.χ. αξιοκρατικά λειτουργούντες προϊστάμενοι, να μην αναδείξουν με αρνητικές αξιολογήσεις τις προκλητικές αργομισθίες και αντιπαραγωγικές συ­μπεριφορές των κάθε είδους «αγρίων». Πολύ συχνές είναι, επίσης, οι καταστάσεις ποικιλόμορφου bullying σχολικού τύπου στον εργασιακό χώρο, το οποίο υφίστανται εκπρόσωποι της Ουρούκ από εκπροσώπους του Στόουνχεντζ, και έναντι του οποίου είναι στην Ελλάδα και νομικά απροστάτευτοι. Σε τέτοιες περιπτώσεις αναδεικνύεται ξεκάθαρα και η ψυχοπνευματική καθήλωση ορισμένων εκ των εκπροσώπων του Στόουνχεντζ στην σχολική ηλικία ή, με άλλα λόγια, η απουσία αισθητής κοινωνικής και συ­μπεριφορικής εξέλιξης με την πάροδο των χρόνων. Το φαινόμενο αυτό μπορεί επίσης να ανα­χθεί στην ελλιπή αστικοποιητική διαδικασία, δηλαδή στην ανεπαρκή επαφή με την κοινωνική ποικιλο­μορφία. Περαιτέρω, χαρακτηριστικές είναι και οι περιπτώσεις ενσυνείδητης δολιοφθοράς των νόμιμων δικαιω­μάτων εργαζομένων-εκπροσώπων της Ουρούκ και γενικά η δημιουργία μιας τοξικής ατμόσφαιρας ασφυξίας και παράλυσης κάθε έννοιας συναδελφικότητας, δεοντολογίας και παραγω­γικής λειτουργίας των υπηρεσιών.

Παρατηρήσεις, όπως οι ανωτέρω, δεν αφορούν, φυσικά, σε καμία περίπτωση το σύνολον των εμπλεκομένων στην πειραματική συνύπαρξη του Στόουνχεντζ και της Ουρούκ στην Ελλάδα. Ούτε το Στόουνχεντζ της νεοελληνικής κοινωνίας πρέπει να ταυτιστεί γενικευτικά με αντικοινωνικές συμπερι­φορές, λυσ­σώδη συμπλέγματα και άκριτες υπερπαραδοσιακές νοοτροπίες ούτε και η Ουρούκ με κάποια πάντοτε υπερπροηγμένη και εντελώς διαφοροποιημένη προς το Στόουνχεντζ υπόσταση. Ένας τέτοιου είδους απλουστευτικός εξελικτισμός θα παρέβλεπε σίγουρα και τις πάντα σημαντικές εξατομι­κευμένες χαρακτηριολογικές παραμέτρους, τις διαφορετικές προσωπικές ιστορίες, καθώς και καταγωγικής φύσεως ζητήματα κοινωνικοαν­θρωπολογικής ποικιλομορφίας εντός του νεοελληνικού κράτους. Εντούτοις, το πεδίο της πολύ συχνά επικίνδυνης και τοξικής αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα υπό συζήτησιν πρότυπα προ­σωπικής και επαγγελματικής αποκατάστασης μοιάζει να προσφέρει πειστικές κοινωνικοανθρωπολο­γικές ερμηνείες για ένα πλήθος νεοελληνικών παθογενειών. Δίνει, επίσης, και μια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια μεταρρύθμιση στην ελληνική δημόσια διοίκηση, όπου είναι επιτακτική ανάγκη ο εξορθολο­γισμός της σχέσης των δύο κόσμων. Αν, για παράδειγμα εκλάβει κανείς ένα κομ­μάτι της δημόσιας διοίκησης ως το εργασιακό, βιοποριστικό εποικοδόμημα της παραδοσιακής κοινω­νίας προς το σκοπό της δημιουργίας οικογένειας, τότε μια μεταρρύθμιση θα πρέπει να αντικρούσει τις υπερπαραδοσιακές δομές με μία ισχυρή δόση συγκεκριμένων αντιπαραδοσιακών προτύπων.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι αναγκαία μια ριζική αναδιάρθρωση της ιεραρχίας με προνομιακή μοριο­δότηση όσων είναι κάτω από 45 ετών, επιστημονικά εξειδικευμένοι (με πτυχιακούς-μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών), ανύπαντροι και άτεκνοι. Αυτό δεν σημαίνει πως όσοι συμβαίνει να έχουν οικογένεια πρέπει να εκβάλλονται από το σύστημα, απλώς ότι θα ιεραρχούνται σε μια βαθμίδα μοριοδότησης χαμηλότε­ρη από όσους δεν έχουν. Η αντίληψη αυτή συνιστά σαφώς πλήρη ανατροπή της παραδοσιακής αντί­ληψης περί «κοινωνικών κριτηρίων». Είναι, όμως, απολύτως συμβατή με μια πολιτική λογική «αστικο­ποιητικού άλματος». Δηλαδή μια πολιτική που έχει σαν στόχο όχι απλώς οι πολίτες μιας χώρας να κάνουν οικογένεια και παιδιά, αλλά τα παιδιά αυτά να μην χαθούν αργότερα για την χώρα, μετανα­στεύοντας μαζικά στο εξωτερικό, ακριβώς επειδή η πατρίδα τους δυσλειτουργεί λόγω των υπερπαρα­δοσιακών δομών της. Παράλληλα, η κατάργηση της αρ­χαιότητας ως βασικού κριτηρίου ιεράρχησης των υπαλλήλων μιας διοικητικής δομής, με άλλα λόγια το να πάψουν να υπάρχουν προϊστάμενοι με απολυτήριο λυκείου και υφιστάμενοι με πτυχία και μετα­πτυχιακά, είναι ένα από τα ζητήματα που εν έτει 2016 κρίνουν την συνολική υπόστα­ση ολόκληρων κομμάτων και πολιτικών. Και, επειδή ο ξαφνι­κός και ταπεινωτικός υποβιβασμός στην ιεραρχία αν­θρώπων που, έστω για λάθος λόγους, κατέχουν επί χρόνια θέσεις προϊσταμένων σίγουρα δεν συνιστά την βέλτιστη διευθέτηση (μεταξύ άλλων διότι παραπέμπει και στις μέρες του πρώιμου κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980), ευκταίες θα ήταν εδώ οι λύσεις πρόωρης εφεδρείας. Υπάλληλοι π.χ. χωρίς πτυχία ή διορισμό μέσω ΑΣΕΠ και με μισθούς άνω των 1200-1300 ευρώ μπορούν να οδηγηθούν στην εφεδρεία με το 40% του μισθού, με το υπόλοιπο 60% να μετα­τρέπεται στον μισθό νεοδιόριστων καταρτισμένων πτυχιούχων.

Προφανώς, τέτοιες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως, άλλωστε, και κάθε άλλο μέτρο, θα αδικού­σαν σε εξατομικευμένο επίπεδο αρκετούς ανθρώπους, την ίδια στιγμή, όμως, θα απέδιδαν δικαιοσύνη σε πολύ περισσότερους. Κυρίως, θα συνιστούσαν ίσως την μοναδική οδό προκειμένου να καταμερίσει κανείς τους δύο υπό διερεύνησιν κόσμους με τρόπο που δεν θα οδηγεί στην παγκυριαρχία του Στόουν­χεντζ εντός Ελλάδος και στην εξορία της Ουρούκ εκτός Ελλάδος. Παρά ταύτα, όσο οι πολιτι­κοί και ιδεολογικοί χώροι στην Ελλάδα θα συ­νεχίζουν να δίνουν, ακριβώς σε θέματα όπως αυτά, την εντύπω­ση ότι διαφέρουν μόνο ως προς την «επιφαινόμενη» ιδεολογία, αλλά ομοιάζουν απόλυτα ως προς την βαθύτερη κοινωνική τους ανθρωπο­λογία, τόσο πρέπει να θυμάται κανείς ότι στην εξέλιξη της ανθρω­πότητας χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια για να οδηγη­θούμε από το Στόουνχεντζ στην Ουρούκ. Συνε­πώς, είναι θέμα του καθενός από εμάς να απο­φανθεί αν θεωρεί ότι η Ελλάδα της εποχής μας έχει το περιθώριο να περι­μένει τόσο πολύ…

Malanthropus Patrensis

OlpeΤον 7ο αιώνα π.Χ., κατά την λεγόμενη Πρώιμη Αρχαϊκή ή Ανατολίζουσα περίοδο, παρατηρείται στην αρχαία ελληνική αγγειογραφία μια χαρακτηριστική τάση διακόσμησης των αγγείων με ζω­φόρους. Σειρές άγριων ζώων περιτρέχουν συχνά τα αγγεία, ιδίως αυτά της πρωτοκορινθια­κής κεραμεικής παράδοσης (π.χ. αρύβαλλοι, οινοχόες, κλπ.). Τα τελευταία χρόνια η διακοσμητι­κή αυτή τάση έχει ερμηνευτεί στην έρευνα με έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο. Έχει, δηλαδή, θεω­ρηθεί ότι η έντονη αυτή παρουσία ζωφόρων στα αγγεία της Αρχαϊκής Εποχής σχετίζεται με τις διαδικασίες αστικοποίησης που λάμβαναν χώρα την περίοδο εκείνη στον ελλα­δικό χώρο. Η επαναλαμβανόμενη παρουσία άγριων ζώων στα αγγεία συμβολίζει την αντιδια­στολή ανάμεσα στον μη αστικό χώρο της άγριας φύσης από την μια μεριά και στον σταδιακά διαμορφούμενο αστικό κόσμο της πόλεως από την άλλη.

Εδώ ο όρος «αστικός» δεν έχει, φυσικά, την ταξική έννοια, με την οποία φορτίστηκε στο πλαί­σιο της γερμανόφωνης κοινωνιολογίας και πολιτικής θεωρίας του 19ου αιώνα. Σε αυτή την περί­πτωση αναφέρεται κυρίως στις αλλαγές στον τρόπο και στην αντίληψη της ζωής, καθώς και στον βαθμό κοινωνικής πολυπλοκότητας που επέφερε η αστικοποίηση, δηλαδή η συνύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων εντός των τειχών του αστικού περιβάλλοντος. Μια εξέλιξη, η οποία σε ό,τι αφορά την ηπειρωτική και νη­σιωτική Ελλάδα είχε πάντοτε ιδιαίτερη σημασία, αφού εδώ η δια­χρονικά τυπική συγκρότηση σχετικά μικρών οικισμών δεν υπαγορευόταν μόνον από δημογραφικούς ή γενικότερα πολιτιστικούς λόγους, αλλά και από την χαρακτηριστική γεω­μορφολογία του τόπου. Συνεπώς, με αυτή του την έννοια ο όρος «αστικός» μοιάζει να αποκτά πολύ μεγαλύτερη συνάφεια με σημαντικά ζητήματα της ιστορικής και πολιτιστικής εξέλιξης στην Ελλάδα απ’ ό,τι με την κεντροευρωπαϊκή του νοηματοδότηση.

Και αυτό διότι είναι ενδιαφέρον να προσπαθήσει κανείς να διερευνήσει σε τι συνίσταται η «άγρια φύση» των αρχαϊκών αγγείων στο πλαίσιο μιας πιο βαθιάς, ανθρωπολογικής προσέγγι­σης. Ποια είναι τα «άγρια ζώα» των ζωφόρων που αντιπαρατίθενται στον αστικό κόσμο; Η προσπάθεια απάντησης του ερωτήματος περνά σίγουρα μέσα από την μελέτη των βασικών αν­θρωπολογικών χαρακτηριστικών του μη αστικού χώρου, ένα από τα οποία είναι ο χαμηλότερος βαθμός κοινωνικών διαφοροποιήσεων. Το φάσμα π.χ. των βιοποριστικών και λοιπών ενασχο­λήσεων είναι σε αυτόν πολύ μικρότερο απ’ ό,τι η διαρκώς αυξανόμενη ποικιλομορφία επαγγελ­ματικών εξειδικεύσεων και ειδικών ενδιαφερόντων που απαντά στον ανεπτυγμένο αστικό χώρο. Σαν αποτέλεσμα, αντίστοιχος είναι και ο βαθμός διαφοροποίησης όσον αφορά την πνευ­ματική συγκρότηση και την κουλτούρα της συμπεριφοράς. Στην μη αστική, παραδο­σιακή κοι­νωνία η πάροδος του χρόνου και η ηλικία συχνά δεν διαφοροποιούν σχεδόν καθόλου την κα­τάσταση εκείνη κοινών παραστάσεων, παρόμοιων εμπειριών και κοινού πνευματικού ορίζοντα που χα­ρακτηρίζει τα μέλη της. Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται και ένα ιδιαίτερα σαφές πλαί­σιο ανταγωνισμού για το ποιος είναι κάθε φορά πιο μπροστά πάνω στην ίδια λίγο-πολύ «γραμ­μή». Στον αστικό χώρο, αντιθέτως, το κοινό αυτό έδαφος μοιάζει να διατηρείται μόνο μέχρι τις τελευ­ταίες τάξεις του σχολείου, αφού λίγο μετά θα αρχίσει η έντονη απόκλιση ενασχολήσεων, ενδια­φερόντων και αντιστοίχως διαφορετικών κοινωνικοποιητικών διαδικασιών που λαμβάνει χώρα μέσα στο πλαίσιο της αστικής ποικιλομορφίας.

Στον μη αστικό χώρο, ο μικρός πληθυσμός, οι μικρές αποκλίσεις του και οι έντονα φυσικές κα­ταβολές του ανθρωπολογικού του υποβάθρου καθορίζουν μερικούς κύριους άξονες αντίληψης της ζωής και της κοινωνίας. Χαρακτηριστική είναι συχνά μια κουλτούρα συμπεριφοράς που έχει ως διαρκές σημείο αναφοράς, αλλά και αντα­γωνισμού τις πιο βασικές λει­τουργίες ενός πρωτεύο­ντος θηλαστικού (όπως το γένος Homo), δη­λαδή την γενετήσια ορμή και την εξασφάλι­ση και απόλαυση της τροφής. Μέσα από την καλή επίδοση στο θέμα της προσωπικής και επαγ­γελματικής ή οικονομικής αποκατάστασης, όπως θα λέγαμε σήμερα, επιτυγχάνεται η κοινωνική αποδοχή και η εναρμόνιση με τα παραδοσιακά πρότυπα. Αντιθέτως, σαφώς δακτυλοδεικτούμε­νοι είναι όσοι εκφράζουν έναν αποκλίνοντα τρόπο ζωής και μια διαφορετική κουλτούρα συμπε­ριφοράς, όσοι π.χ. «καθυστερούν» την προσωπική τους αποκατάσταση για χάρη άλλων προ­σωπικών στόχων, όσοι δεν αρέσκονται στους διαρκείς, σε­ξιστικής φύσεως αστεϊσμούς ή όσοι δεν μπαίνουν στην διαδικα­σία απλουστευτικού ανταγωνι­σμού ως προς τις διάφορες «αποκατα­στάσεις» και επιδόσεις, αμ­φισβητώντας έτσι de facto το «κοινό έδαφος», επί του οποί­ου ο αντα­γωνισμός αυτός αναπτύσ­σεται. Ο αρνητισμός, η καχυ­ποψία και η συμπλεγματική ζη­λοφθονία ή και επιθετικότητα απένα­ντι σε κάθε τρόπο ζωής που αποκλίνει από τις απλές αυτές αντιλήψεις κομφορμισμού (ομοιο­μορφίας) συνδέονται άρρηκτα και με γενικότερες τάσεις συντη­ρητισμού και εσωστρέφειας. Πα­ράλληλα, τα βασικά αγροτοποι­μενικά ορμέμφυτα ανταγωνι­σμού και κυ­ριαρχίας εκδηλώνονται συχνά και μέσα από διάφορες μορφές αγρικότητας στην συμπεριφορά. Σε αυτές ανήκουν π.χ. η λεκτική σκαιότητα με διαρκείς, έντο­νες φωνές και επι­πλήξεις, η γενι­κότερα θορυβώδης συμπεριφορά, η ψυχολογική βία ή ακόμη και η φυσική βία στο πλαί­σιο «αν­δρικών» και πατριαρχικών αντιλήψεων για τις σχέσεις φύλων και γενεών.

Arvanitika choria Achaias

Οι αρβανίτικοι οικισμοί στην βορειοδυτική Πελοπόννησο (τέλη 19ου-αρχές 20ού αι. [πηγή])

Ο λόγος, ωστόσο, που ο αγγειογράφος της Αρχαϊκής περιόδου αισθανόταν την ανάγκη ανα­φοράς στην «άγρια φύση» του μη αστικού χώρου ήταν ίσως η εμπειρία ότι η αντίληψη ζωής του τελευταίου δεν περιοριζόταν πάντα εκτός των τειχών της πρώιμης πόλεως. Αντιθέτως, όπως ήδη υπονοήθηκε, σε πρώιμες ή στρεβλές αστικοποιητικές διαδικασίες η μη αστική κουλτούρα και νοοτροπία μπορεί να είναι παρούσα και σε έναν χώρο με φαινομενικώς αστικά χαρακτηρι­στικά, ενίοτε και με σεβαστό μέγεθος. Περίπου εκατό χιλιόμετρα πιο δυτικά από το άλλοτε κέντρο της πρωτοκορινθιακής αγγειογραφίας και λίγες χιλιάδες χρόνια μετά την εποχή του μπο­ρεί κανείς να συναντήσει ένα από τα πολλά παραδείγματα στην Ελλάδα ενός τέτοιου, φαινομε­νικά αστικού χώρου. Ή δια­φορετικά, ενός χώρου με άριστες αστικές προϋποθέσεις, οι οποίες επρόκειτο, όμως, να εξαλει­φθούν από στοιχεία της «άγριας φύσης» που κάποτε απλώς τον πε­ριέβαλλε και τελικά σε μεγάλο βαθμό τον κατέλαβε. Στην Πάτρα των αρχών του 21ου αιώνα, ακόμη και η ίδια η χωροταξία της πόλης μαρτυρεί την κατάπνιξη ενός αρχικά αστικού πυρήνα από τα μη αστικά στοιχεία. Ο κε­ντρικός πολεοδομικός ιστός του Στ. Βούλγαρη με το ορθογωνι­σμένο σύστημα δρόμων και οικο­δομικών νησίδων περι­βάλλεται πλέον από τις επεκτάσεις του αρχικού σχεδίου πόλεως που πα­ρουσιάζουν την χαρακτηριστική, άναρχη χωροταξία χω­ριού. Η εσωστρέφεια συγκεκριμένων μορφών του μη αστικού χώρου εκφράζεται και σε πιο μακροσκο­πικό επίπεδο, με την έλλει­ψη σύγχρονης διασύνδεσης της πόλης με τον έξω κόσμο (μέχρι πρότι­νος το μοναδικό κομμάτι κανονικού αυτοκινητοδρόμου από τα Γιάννενα ως την Κόρινθο ήταν το οδόστρωμα της γέφυ­ρας Ρίου-Αντιρρίου). Και εντός της πόλης, όμως, η σε μεγάλο βαθμό εγκατάλειψη του μοναδικής ομορφιάς παραλιακού με­τώπου μοιάζει να προδίδει τις ορεσίβιες αγροτοποιμενικές καταβολές ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Καταβολές άσχετες με την ιστορία και κουλτούρα μιας πόλης-λιμανιού με πα­ράδοση εξωστρέφειας και επαφών με τον έξω κόσμο. Κα­ταβολές, άλλω­στε, πληθυσμιακών ομάδων που εν μέρει, παρά τον γλωσσικό και εθνικό εξελ­ληνισμό τους, η παρουσία τους στον γεωγρα­φικό και πολιτιστικό αυτό χώρο έχει σχετικά μικρό χρονικό βάθος. Διόλου τυ­χαία, ο πιο πολυ­σύχναστος πεζόδρομος της πόλης (αυ­τός της οδού Ρ. Φεραί­ου) βρίσκεται στο εσωτερικό του αστικού ιστού και όχι στο παραλιακό τμήμα, όπως θα ανέμενε κανείς.

Περνώντας στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων, ιδιαίτερα συχνά είναι τα στοιχεία αρνητικής και εμπαθούς αντιμετώπισης των αντικομφορμιστικών τάσεων και γενικότερα της απόκλισης από το «κοινό έδαφος» αντίληψης της ζωής, της εξωτερικής εμφάνισης, των συ­μπεριφορών και ενδιαφερόντων. Σε μικρότερες ηλικίες, η κυριαρχία συγκεκριμένων προτύπων συμπεριφοράς (π.χ. κουλτούρας γηπέδου, αυτονόητης χυδαιότητας, κραιπάλης και σεξισμού) δημιουργεί τις προϋποθέσεις παρενοχλήσεων και εκφοβισμών (bullying) της μειονότη­τας όσων εμφανίζουν συνειδητά ή ασυνείδητα τάσεις διαφοροποίησης από αυτά. Σε μεγα­λύτερες ηλικίες, παρόμοια φαινόμενα κάνουν συχνά την εμφάνισή τους σε πιο συ­γκαλυμμένη μορφή, για παράδειγ­μα ως διαρκές, κακόβουλο κουτσομπολιό και δήθεν χιουμοριστικές, έντεχνες σεξιστικές νύξεις έναντι όσων εκφράζουν ένα προφίλ χαμηλών τόνων, διακριτικότητας και λεπτότητας. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η σοβαρή ενασχόληση με την επιστήμη, η οποία συνιστά ένα από τα κα­τεξοχήν προϊόντα του αστι­κού πολι­τισμού. Αυτή γίνεται συνήθως αποδεκτή μόνο όταν προσαρ­μόζεται σε συγκεκριμένες, μη αστικές αντιλήψεις περί βιοποριστικής και κοινωνικής αποκα­τάστασης (αν υπάρ­χει π.χ. μια μόνιμη θέση σε ένα δη­μόσιο ίδρυμα). Αν όχι, τότε η ίδια ενα­σχόληση μπορεί να προ­καλεί αντιδράσεις που ξε­κινούν από απλά ειρωνικούς χαρακτηρισμούς («χόμπι», «φοιτηταριά», «τεμπέληδες») για να φτάνουν ενίοτε σε συστηματική προσπάθεια απα­ξίωσης ή και επιθετικής παρενόχλησης (π.χ. με σχόλια για την εικα­ζόμενη οικο­νομική δυνατότη­τα των ασχολούμενων με την έρευνα, με συχνή υπόμνηση των σημείων, στα οποία θεω­ρούνται ότι αυ­τοί «έχουν μείνει πίσω», με εσκεμμένη παραφθορά ακόμη και των ονομάτων τους επί το «λαϊκότερο», κ.ο.κ.). Σε χαρακτηριστική αντίφαση με τις ανωτέρω τάσεις, αρκετοί από τους εκ­φραστές τους επιδεικνύουν συχνά έναν σχεδόν παιδι­κό εντυπω­σιασμό ως προς στοιχεία της σύγχρονης τε­χνολογίας (π.χ. αυτοκίνητα, μηχανές, τη­λεοράσεις, υπολογιστές), που η κατα­σκευή ακόμα και μεμονωμένων εξαρτημάτων τους προ­ϋποθέτει, φυσι­κά, άπειρες ώρες έρευνας και αναρίθμητες επιστημονικές εργασίες. Δεν είναι, βε­βαίως, τυχαίο ότι όσο κινούμαστε προς το μη αστικό περι­βάλλον τόσο πε­ρισσότερο ακόμα και τα προϊόντα αυτά της σύγχρονης τεχνολο­γίας προσαρ­μόζονται στο πλαί­σιο των γνωστών ορ­μεμφύτων ανταγωνι­σμού και αγρι­κότητας (π.χ. υπερβο­λική ταχύτητα, εκκωφαντικός θόρυ­βος εξατμήσεων, επικίνδυνες φιγούρες με τις μη­χανές, καταναλωτικός νεοπλουτισμός, κλπ.).

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι εδώ και η ειδικότερη ανθρωπολογία της οδικής συμπεριφοράς. Οι μη αστικές καταβολές προδίδονται και πάλι εύγλωττα από την μαζική έκταση φαινομένων ιδιοποίησης του αστικού χώρου, όπως π.χ. το συστηματικό διπλο(ή τριπλο)παρκάρισμα, συχνά ακόμη και με ανοιχτούς καθρέφτες ή και πόρτες. Τίποτα, ωστόσο, δεν συγκρίνεται με την σο­καριστική εμπειρία της εθνικής οδού Πα­τρών-Πύργου, καθώς και της παλαιάς οδού Πα­τρών-Αράξου. Στο πλαίσιο αυτής της λίγο παράξενης, πλην όμως λίαν αποκαλυπτικής επι­τόπιας ανθρωπολογικής έρευνας μπο­ρεί κανείς να δει να περνούν μπροστά στα μάτια του όλα τα δομικά στοιχεία του τοπικού, μη αστικού αν­θρωπολογικού περιβάλλοντος. Αυτό αντανα­κλάται π.χ. στα συνεχή και βίαια προσπε­ράσματα, τα οποία παρα­πέμπουν ευθέως στην αντίλη­ψη της μίας και μοναδικής «γραμμής» και στο ένστικτο αντα­γωνισμού ως προς το ποιος θα βρε­θεί πιο «μπροστά» πάνω σε αυτήν, στις συχνές επιθετικές πα­ρενοχλήσεις («κολλήματα», χειρονο­μίες και κορναρίσματα) απέναντι σε όποιον οδηγεί «αντισυμ­βατικά» (με ήπια οδηγική συμπερι­φορά, σε φυσιολογικές ταχύτητες, κλπ.), στον ακατέργαστο εντυπωσιασμό από τα έντονα στοι­χεία της τεχνολογίας (θόρυβος, τα­χύτητα, κλπ.), κ.ο.κ. Περιτ­τό, φυσικά, να αναφερθεί το πλή­θος των «ατυχημάτων», στα οποία έχει οδηγήσει η διαχείρι­ση ενός επιστημονικού επιτεύγμα­τος-προϊόντος του αστικού πολιτισμού με όρους ακριβώς αντί­στροφους από αυτούς που το δη­μιούργησαν.

Patras

Να εύχεσαι να μην είναι μακρύς ο δρόμος για την πόλη…

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ευρύτερης αυτής προβληματικής είναι το γεγονός ότι οι ανωτέρω συμπεριφορές και τάσεις δεν αφορούν, όπως ίσως θα υπέθετε κανείς, μόνον αν­θρώπους με πλήρη έλλειψη παιδείας ή παραστάσεων αστικής ζωής. Πολύ συχνά τα συγκεκρι­μένα φαινόμενα αναπαράγονται και από ανθρώπους με φαινομενικά πολύ διαφορετικό προφίλ: αποφοίτους σχολίων και πανεπιστήμιων, κατόχους μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων, ενίοτε και με εμπειρίες ζωής στο εξωτερικό, συχνά και από ανθρώπους υψηλά ταξινομημένους στο πλαίσιο της ταξικής ανάλυσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται σαφές πόσο ισχυρή είναι η δομή των ανθρωπολογικών χαρακτηριστικών που αυτονόητα και ανύποπτα μεταδίδονται από γενιά σε γενιά. Ακόμη και η ανώτατη πανεπιστημιακή παιδεία μοιάζει να μην έχει την παραμι­κρή επίδραση επάνω στις συμπαγείς προαστικές νοοτροπίες ανταγωνισμού και προκρούστειου εξισωτισμού. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η στάση μερικών φορέων των εν λόγω τάσεων ως προς ένα ιδιάζον στοιχείο της νεοελληνικής κρατικής ορ­γάνωσης που δεν είναι άλλο από τον ελληνι­κό στρατό και την θητεία σε αυτόν. Η σουρεαλιστικών διαστάσεων, διαχρονικά παροιμιώδης δυσλειτουργία του συγκεκριμένου συ­στήματος, η κριτική ανάλυση της οποίας υπό άλλες συνθή­κες θα έπρεπε να κυριαρχεί επί οποιασδήποτε άλλης προσέγγισης, δίνει συχνά την θέση της σε μια χαρακτηριστικά διαφορετική στάση. Στο πλαίσιο της τελευταίας η αναφορά στο θέμα επιτε­λεί ενίοτε λειτουργία κοινωνικού ανταγωνισμού και «τιμής», με την εμμονική επίκληση του ποιος έκανε την «δυσκολότερη» θητεία, ποιος χρησιμοποίησε ή όχι «βύσμα», ποιος υπηρέτησε πραγμα­τικά και ποιος όχι, κλπ. Η έντονη απροθυμία ανάλυσης των συστημικών παθογενειών που θα μπορούσαν να εξηγήσουν με άλλους όρους τις διάφορες δυσλειτουργίες και ανισότητες συνδέε­ται στενά με μια στρεβλή πρόσληψη του εξισωτι­κού χαρακτήρα της θητείας. Η βίαιη αναίρεση των διαφοροποιήσεων, μεταξύ αυτών και της διάκρισης μη αστικού και αστικού χώρου, που δυνητικά λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της θητεί­ας, γίνεται ασμένως αποδεκτή όχι για λόγους ισότητας απέναντι στην ευθύνη υπεράσπισης της πατρίδας (λόγους που συνήθως προβάλλονται υπο­κριτικά), αλλά καθαρά στο πλαίσιο μη αστικού τύπου κοινωνικού και διαπροσωπικού ανταγω­νισμού. Η στρατιωτική (επαν)επιβολή του κομφορμισμού που έχει πάψει να υφίσταται εκτός στρατοπέδου προσφέρει, δηλαδή, μια μοναδική ευκαιρία ξεκαθαρίσματος κοινωνικών και ανθρωπολογικών λογαριασμών. Σαν απο­τέλεσμα, παγιώνεται η κατάσταση αδράνειας του κοι­νωνικού συστήματος, αφού εκτοπίζεται αυτόματα ως κοινωνικά «μη λειτουργική» κάθε σοβαρή συζήτηση για τις τρα­γικές παθογένειες της θητείας στον ελληνικό στρατό και τις προοπτικές μεταρρύθμισής της.

Εκτός του στρατού, κατά την είσοδό τους στον αστι­κό χώρο οι μη αστικές νοοτροπίες τυγ­χάνουν, όμως, υποδοχής και από άλλες δομές. Ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς π.χ. να συνα­ντήσει καταστάσεις που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να συνδέονται αποκλειστικά με στοιχεία θρησκευτικού συντη­ρητισμού ή και σκοταδισμού. Παρά ταύτα, σε κεί­μενα π.χ. όπως αυτό (προερχόμενο από εκ­κλησιαστικό παράγοντα της πόλης) βλέπει κανείς ότι είναι μάλ­λον η μη αστική ανθρωπολογική βάση φοβικής εσω­στρέφειας και ομοιομορφί­ας αυτή που προ­σλαμβάνει μορφή θρησκευτικού «εποικοδομήματος» (π.χ. η έμ­φαση στον αμι­γώς «ομολογιακό» χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών και στην θεία τιμωρία της απόκλισης [«αμαρτίας»]). Εκτός αυτού, με αφορμή το ζήτημα αυτό αξίζει να ση­μειωθεί ότι σε περιοχές όπως η Πάτρα, στον αστικό χώρο η εκκλησία έγινε συχνά και χώρος υποδοχής συγκε­κριμένων ιδιαιτεροτήτων σε ό,τι αφορά τις γενετήσιες συμπεριφορές, οι οποίες επίσης παρα­πέμπουν σε περιοδικές καταστάσεις, δημο­γραφικής κυρίως φύσεως, που αναπτύσ­σονταν πα­λαιότερα εντός του μη αστικού ανθρω­πολογικού περιβάλλοντος. Σε τέτοιες περι­πτώσεις, η έντε­χνα καμουφλα­ρισμένη, πλην όμως απολύ­τως υπαρκτή και καταπιεσμένη ιδιαιτε­ρότητα καταλή­γει να εξάγεται στο αστικό περιβάλ­λον με ένα πλήθος αποκλινουσών αντικοινω­νικών συμπερι­φορών. Σε αυτό το πλαίσιο, όχι μόνο η επα­φή με την εκκλησία, αλλά και συγκε­κριμένες κοινωνι­κές πτυχές, όπως π.χ. οι σχέσεις με το άλλο φύλο, ο γάμος, κλπ., επιτε­λούν λει­τουργίες άσχετες με την πρωτογενή ουσία τους. Σε αυτές ανήκουν η αγωνιώδης προσπάθεια συγκάλυ­ψης ιδιαι­τεροτήτων –που σε μια πραγματικά αστι­κή και ανοιχτή κοινωνία θα έπρεπε να εκδη­λώνονται ελεύ­θερα–, ο ανταγω­νισμός και η «έξωθεν καλή μαρτυρία» της κοινωνίας. Το απο­τέλεσμα είναι και πάλι η κοινωνική αποτελμάτω­ση και η μη παραδοχή και διαιώνιση εξόχως αντικοινωνικών ή και βαρέως ψυχο­παθολογικών συμπεριφο­ρών.

Ιδιαίτερα σημαντικό για την τοπική ιστορία είναι, επίσης, και το γεγονός ότι σε περιπτώσεις όπως οι ανωτέρω η εν λόγω νοοτροπία εσωστρέφειας κάνει την εμφάνισή της και ως εχθρική στάση έναντι «των ετεροδόξων και των αλλοθρήσκων». Το πρόβλημα εδώ δεν είναι μόνο ότι για άλλη μια φορά τοπικοί παράγοντες «πιάνονται» να δείχνουν χαρακτηριστικά ξένοι προς την κο­σμοπολίτικη, αστική εξωστρέφεια μιας πόλης με ιστορία συνύπαρξης Ορθοδόξων και Καθολι­κών, καθώς και μακρά παράδοση επαφών με την Δύση. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι δύ­σκολα μπορεί κανείς να αποσυνδέσει τόσο τις τάσεις αυτές όσο και όλα τα φαινόμενα που περι­γράφηκαν ως τώρα με τον καλύτερα κρυμμένο σκελετό στην ντουλάπα της σύγχρονης ιστορίας των Πατρών: το πογκρόμ κατά των Ιταλοπατρινών* κατά την δεκαετία του 1940. Με αφορμή με­μονωμένες περιπτώσεις συνεργασίας με το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας, μια ολόκληρη κοινότητα που αριθμούσε άλλοτε έως και 15000 ανθρώπους διώχθηκε μετά τον πόλεμο, οι περιουσίες της λεηλατήθηκαν και η συνεισφορά της στην αστική κουλτούρα της πόλης εξαλείφθηκε. Πρόκειται για ένα καλό παράδειγμα που δείχνει ότι ανθρω­πολογικά χαρακτηριστικά σαν αυτά που αναφέρθηκαν σε αυτό το κείμενο δεν είναι απλώς γρα­φικές εκδηλώσεις κακώς εννοούμενης «λαϊκότητας», ανωριμότητας ή απαιδευσίας, αλλά η αν­θρωπολογική «πρώτη ύλη» για ένα δυνητικά πολύ πιο ζοφερό προϊόν. Για την διαδι­κασία συ­μπαράταξης όλων των επιμέρους ανταγωνισμών, παρενοχλήσεων, εκφοβισμών, «κατά αλλοθρήσκων» πολεμικών, συμπλεγ­μάτων, καταπιεσμένων ιδιαιτεροτήτων και λεκτικών βιαιο­τήτων, καθώς και λοιπών ανθρωπο­λογικών και εθνολογικών περιπλοκών στην ενιαία ζωφόρο των «άγριων ζώων» που αντιστρα­τεύονται τον αστικό πολιτισμό.

Συνοψίζοντας, ο «κακός Πατρινός» των διηγήσεων και των θρύλων είναι στην πραγματικότη­τα ο μη Πατρινός, δηλαδή ο κάτοικος εκείνος ενός –για τα ελληνικά δεδομένα– μεγάλου αστικού κέντρου, ο οποίος στερείται, όμως, πραγματικής αστικής νοοτροπίας. Ένας άνθρωπος που, όπως έχει συχνά τονιστεί, δεν αγαπά την πόλη του, γιατί απλούστατα δεν είναι πόλη του, αφού σε αρκετές περιπτώσεις το χρονικό βάθος της παρουσίας του σε αυτή είναι τόσο μικρό όσο και αυτό της αστικής του κουλτούρας. Και ένας άνθρωπος που τα συντηρητικά, μη αστικά χαρα­κτηριστικά του ξεχύθη­καν κάποτε στον αστικό χώρο, καθυστερώντας την αστική ανάπτυξη, δη­λητηριάζοντας την κοινωνική ζωή και αναζητώντας κάλυψη μέσα σε συγκεκριμένες δομές (με­ταξύ αυτών, διόλου τυχαία, και στην κατά τα άλλα «προοδευτική» παράταξη της μεταπολί­τευσης). Είναι, φυ­σικά, προφανές ότι όσα προηγήθηκαν δεν θα μπορούσαν ποτέ να αναφέρο­νται γενικευτικά στο σύνο­λο των πολιτών μιας πόλης. Μιας πόλης που έχει κι αυτή εντός των κόλπων της την δική της ποικιλομορφία και τους δικούς της αξιόλογους ανθρώπους, τους δικούς της «καλούς Πατρινούς». Αντιθέτως, σκοπός των προαναφερθέντων είναι ακριβώς να στηρίξουν όσους υπέστη­σαν και υφίστανται τις διάφορες πτυχές της ανθρωπολογίας του «κακού Πατρινού», ενθαρρύνοντας παράλληλα και όσους εκ των φο­ρέων της θα ήθελαν να κάνουν το βήμα προς τα εμπρός, μέσα από αναστο­χασμό, αυτοκριτι­κή και αποστασιοποίηση από τα αρνητικά πρότυπα. Διότι, όσο πανίσχυρη κι αν φαντάζει πράγ­ματι η «δομή» σε όσους νιώθουμε να συνθλιβόμαστε από αυτή, η πόλη αυτή δεν παύει να είναι και δική μας.

Ο αγγειογράφος των Αρχαϊκών χρόνων διέκρινε ανάμεσα στον κόσμο της πόλεως και στην «άγρια φύση», ανάμεσα στην πολιτιστική και κοινωνική πολυπλοκότητα της αστικής ζωής από την μια μεριά και την τραχιά ομοιομορφία της προαστικής, παραδο­σιακής κοινωνίας από την άλλη. Υπό το πρίσμα, λοιπόν, όσων προηγήθηκαν ίσως να είναι τελι­κά η δική του προσέγγιση αυτή που πρέπει να υιοθετήσουμε για να κατανοήσουμε μερικές ση­μαντικές πτυχές της σύγχρο­νης ελληνικής πραγματι­κότητας. Μάλλον λιγότερο κατάλληλες μοιάζουν, αντίθετα, κάποιες άλ­λες μορ­φές κατα­νόησης της έννοιας του «αστικού», προερχόμε­νες γεωγραφικά και πολιτιστικά από την κάποτε…ευρύτερη «άγρια φύση» του ελληνικού κόσμου της 1ης χιλιετίας π.Χ.

* Για μια πρόσφατη μελέτη επί του θέματος βλ. εδώ (σελ. 250-265).