Αρχείο

Posts Tagged ‘αντιλαϊκισμός’

Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα (Διάλεξη στη Νομική Βιβλιοθήκη, 12/02/2016)

Νοέμβριος 27, 2016 4 Σχόλια

Την Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016 πραγματοποιήθηκε διάλεξη του γράφοντος στην Νομική Βιβλιοθήκη με θέμα «Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα». Η διάλεξη έλαβε χώρα στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού βραχίονα της Νομικής Βιβλιοθήκης, στο μάθημα Γενικής Παιδείας του τμήματος προετοιμασίας για τις εξετάσεις στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Θα ήθελα από την θέση αυτή να ευχαριστήσω τον διδάσκοντα του μαθήματος Γενικής Παιδείας, Δρ. Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και εκλεκτό φίλο Κώστα Τσίνα για την πρόσκληση. Θα ήθελα, επίσης, να ευχαριστήσω όσους παρευρέθησαν στην διάλεξη για το εξαιρετικό ενδιαφέρον τους για τα θέματα που αναπτύχθηκαν και για την γόνιμη και ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε.

Σκοπός της διάλεξης ήταν να διερευνήσει την ποιότητα του δημοσίου λόγου στην Ελλάδα, ιδίως κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, υπό το πρίσμα ορισμένων πολύ βασικών πτυχών ιστορικής και κοινωνικής θεωρίας. Μεταξύ των θεμάτων της διάλεξης ανήκουν και πολλά σημεία που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο άρθρων του παρόντος ιστολογίου. Αυτό που κυρίως τονίστηκε είναι ο ιδιαίτερα προβληματικός χαρακτήρας της διαρκούς και ταυτόχρονα αμιγώς εμπειροτεχνικής δημόσιας ενασχόλησης με την κοινωνία. Της ενασχόλησης, δηλαδή, εκείνης, η οποία, σε μια εποχή προϊούσας εξειδίκευσης των γνώσης, συνήθως στερείται ακόμη και του πιο βασικού, εγκυκλοπαιδικού γνωστικού υποβάθρου όσον αφορά την επιστημονική μελέτη των κοινωνιών. Σαν αποτέλεσμα, η συχνά ακραία οξύτητα των χαρακτηρισμών και των αξιολογικών κρίσεων που διακρίνει τον δημόσιο λόγο στην Ελλάδα βασίζεται ενίοτε σε ιστορικές και θεωρητικές αντιλήψεις προηγούμενων αιώνων, π.χ. σε απλουστευτικές εκδοχές εξελικτισμού και θετικισμού. Κατά συνέπεια, εμφανίζεται ως επιτακτική ανάγκη η πιο στενή αναστροφή των εκφραστών του δημοσίου λόγου με την ευρύτερη κοινωνική θεωρία. Με δεδομένη, τέλος, την παραδοσιακά στενή σύνδεση μεταξύ νομικής και πολιτικής, η μεγαλύτερη προσέγγιση των δύο αυτών χώρων με την επιστημονική μελέτη της κοινωνίας θα μπορούσε να αποφέρει στο μέλλον ιδιαίτερα σημαντικούς καρπούς προς όφελος όλων. Ακολουθεί το βίντεο της διάλεξης, την οποία μπορεί κανείς να παρακολουθήσει σε συνδυασμό με τις διαφάνειες.

Advertisements

Το λόμπι του ευρώ

Οκτώβριος 7, 2012 2 Σχόλια

Η δήλωση που έκανε προ ημερών ο πρώην Γερμανός καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ, ότι μέχρι σή­μερα «δεν έχει δοθεί στην Ελλάδα ούτε σεντ από τον γερμανικό προϋπολογισμό», ίσως έφερε στο μυαλό πολλών εδώ στην Ελλάδα μια χαρακτηριστική τηλεοπτική εικόνα: διάφορους κορυ­φαίους εκπροσώπους της ελληνικής πολιτικής ζωής, της οικονομίας και της δημοσιογραφίας να κάνουν διαρκώς λόγο για «τα λεφτά που μας δίνουν οι Ευρωπαίοι», για «τα πακέτα βοήθειας που θα μας σώσουν» ή για την καταστροφή που θα συμβεί «αν δεν έρθει η επόμενη δόση», κλπ. Η δήλωση αυτή του Χ. Σμιτ ισοδυναμεί με τον πλήρη εξευτελισμό για πρό­σωπα, όπως π.χ. ο Γ. Παπακωνσταντίνου, η Ντ. Μπακογιάννη, ο Λ. Παπαδήμος ή ο Γ. Στουρ­νάρας. Και αυτό γιατί τους τοποθετεί αυτόματα στον θλιβερό ρόλο εκείνων που αποδεικνύεται πως γίνονται «βασιλι­κότεροι του βασιλέως», όταν επιδεικνύουν υπερβάλλοντα ζήλο στην προώ­θηση των υποθέσεων που έχουν αναλάβει να διεκπεραιώσουν. Φυσικά, δεν χρειαζόταν καν η δήλωση του Σμιτ για να αποκαλύψει το μέγεθος του εγκλήματος που συντελείται τα τελευταία τρία χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Ίσως μόνον στην Γερμανία να έχουν απομείνει ελάχιστοι που δεν έχουν ακόμη πληροφορηθεί ότι το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλά­δας είναι στην ουσία πρό­γραμμα διάσωσης των δανειστών της. Μια γιγαντιαία επιχείρηση με­ταφοράς χρημάτων από τους λογαριασμούς των Ευρωπαίων φορολογουμένων σε…αυτούς των αξιότιμων κυρίων Ackermann, Weidmann, Blessing, κλπ. Την ίδια στιγμή, το αντίτιμο που κλήθηκε να πληρώσει η Ελλάδα για την σωτηρία των…δανειστών της, ήταν αυτό που συνήθως πληρώνουν οι χώρες με ηγεσίες εξαρτημένες, δουλοπρεπείς, συμπλεγματικές ή και ανεγκέφαλες: η σχεδόν πλήρης κατα­στροφή της οικονομίας μέσω της άνευ όρων υποταγής στην γερμανική νεύρωση της λιτότητας, καθώς και η απροσχημάτιστη υποθήκευση στους δανειστές της χώρας και του όποιου πλούτου της, δημόσιου και ιδιωτικού, τωρινού και ενδεχόμενου μελλοντικού.

Κι όμως, ακόμα και σήμερα οι ίδιοι οι υπεύθυνοι για την κατάσταση συνεχίζουν να προπαγαν­δίζουν την ανάγκη να συνεχιστεί ο θανατηφόρος εναγκαλισμός της χώρας με τους Εμπόρους των Εθνών, μέσω της «πάση θυσία» παραμονής της στο κοινό νόμισμα. Καταγγέλλονται όσοι δεν θεωρούν «ταμπού» (!) το ευρώ, ενώ όσοι έχουν διαφορετική άποψη επί του θέματος στιγμα­τίζονται συχνά ως ανήκοντες στο «λόμπι της δραχμής». Και είναι σίγουρα αλήθεια ότι υπάρχουν –πάντα υπάρχουν– κάποιοι που έχοντας επενδύσει με δόλιους τρόπους στην προοπτική επι­στροφής σε εθνικό νόμισμα θα ωφελούνταν αθέμιτα από μια τέτοια εξέλιξη. Όπως, όμως, κατα­νοεί κάθε απροκατάληπτος νους, το ίδιο ακριβώς ισχύει και με το ευρώ. Και σε αυτό έχουν επενδύσει διάφοροι κύκλοι (πρώτοι και καλύτεροι οι ίδιοι οι δανειστές), ελπίζοντας ότι μέσω της «πάση θυσία» παραμονής της χώρας σε αυτό θα ευοδωθούν τα δικά τους σχέδια. Κάθε δράση, μη δράση ή αντίδραση στην ζωή και στην οικονομία αναγκαστικά ωφελεί ή ζημιώνει συγκεκρι­μένους ανθρώπους ή ομάδες συμφερόντων. Άρα, είναι προφανές ότι η φιλολογία περί του «λό­μπι της δραχμής» δεν αποτελεί σοβαρό επιχείρημα, αλλά συνιστά μια μικροπόνηρη και φοβική τακτική αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης. Μια τακτική, που, όπως και αυτή της τραγε­λαφικής καταστροφολογικής φρενίτιδας (των…σεισμών, λιμών και καταποντισμών που υποτί­θεται θα ενσκήψουν, αν η χώρα εγκαταλείψει την ευρωζώνη), προδίδει στην καλύτερη περί­πτωση το αδιέξοδο και την αμηχανία, και στην χειρότερη τον σκοτεινό ρόλο των εμπνευστών της. Πράγματι, αν αποπειραθεί κανείς να κατηγοριοποιήσει τα μέλη του «λόμπι του ευρώ», θα διαπιστώσει ότι σε μεγάλο βαθμό τα κίνητρά τους κάθε άλλο παρά έχουν να κάνουν με την προοπτική της χώρας.

Περίοπτη θέση στην προπαγάνδα υπέρ του ευρώ κατέχουν π.χ. όσοι κύκλοι της ελληνικής πολι­τικής και οικονομικής ζωής προσδοκούν συγκεκριμένες απολαβές, υλικής και άλλης φύσεως από την διαπλοκή τους με συγκεκριμένους παράγοντες στην Ευρώπη. Ο λόγος είναι εδώ για τους αμαρτωλούς και ξενοκίνητους εκείνους πολιτικούς, οι οποίοι είναι εδώ και χρόνια δέσμιοι ξένων, κυρίως γερμανικών συμφερόντων και που η ενδεχόμενη αποκάλυψη του ρόλου τους, μέσω π.χ. της υπόθεσης της Siemens, θα μπορούσε να τους οδηγήσει στην φυλακή. Στην πρώτη γραμμή της υπεράσπισης του ευρώ βρίσκονται, επίσης, και παράγοντες της οικονομίας, οι οποίοι μέσω π.χ. του εκβαρβαρι­σμού της αγοράς εργασίας που επιτυγχάνεται με το μνημόνιο νιώ­θουν την ίδια γλυκιά γεύση «απελευθέρωσης» των τυφλών φυσικών ορμεμφύτων (εδώ της αρ­ρώστιας του κέρδους), την οποία νιώθει συχνά κανείς σε κοινωνίες του δυτικού κόσμου και σε σχέση με τις γενετήσιες ορμές. Οι ιδιοτελείς και αθέμιτες αιτίες της υποστήριξης του ευρώ προδί­δονται συχνά με χαρα­κτηριστικό τρόπο και από τις αντιστοίχως αθέμιτες, σπασμωδικές κινή­σεις τρομοκράτησης της κοινωνίας από παραδοσιακούς μεγαλοπαράγοντες του διαπλεκό­μενου ελληνικού τύπου.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι το τμήμα εκείνο του «λόμπι του ευρώ», το οποίο μέσα από την ζηλωτική υποστήριξη του κοινού νομίσματος μοιάζει να αποκομίζει (και) ψυχολογικά οφέλη. Στο «μετερίζι» αυτό συναντώνται ετερόκλητες κατηγορίες ανθρώπων: οι παραδοσιακοί δυτικό­στροφοι διανοούμενοι που λίγο πολύ πάντα ονειρεύονταν την Ελλάδα ως αποικία ή επαρχία της «Δύσης», ελιτίζοντες αντιλαϊκιστές που θέλουν να δουν τον λαό να τιμωρείται για τις μη δυτικο­πρεπείς νοοτροπίες του, άτομα που στην νεότητά τους υπήρξαν αριστερών πεποι­θήσεων και αργότερα κατέληξαν στο άλλο άκρο, υποστηρίζοντας πλέον με φανατισμό ακόμα και τις πιο ακραίες εκφράσεις αντικρατισμού και νεοφιλελευθερισμού (βλ. Γ. Στουρνάρας), μερι­κοί Έλληνες επιστή­μονες του εξωτερικού που σαν τον Λ. Παπαδήμο αισθάνονται πλέον ως «πατρίδα» τους τον κύκλο των ξένων συναδέλφων τους και τα κοινά τους «πρότζεκτ», ορισμένοι άλ­λοι, επιστή­μονες συνήθως και αυτοί στο εξωτερικό, των οποίων η προκλητική προσπάθεια απα­ξίωσης συλλήβδην της χώρας και συνολικά των κατοίκων της λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο του ψυχολο­γικού μηχανισμού «σκοτώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία», καθώς και ορισμέ­νοι κακώς εννο­ούμενοι κοσμοπολίτες και γυρολόγοι του εξωτερικού (π.χ. σαν τον ΓΑΠ) που, μη έχοντας ποτέ συμπαγή και νηφάλια γνώση της δικής τους κουλτούρας, κατέλη­ξαν να βλέπουν την Ελλάδα από την σκοπιά των αφελών γενικεύσεων ενός ανερμάτιστου, πο­λυπολιτι­σμικού «χυλού». Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει, επίσης, και μερικούς γραφικούς προσωπο­λάτρες, οι οποίοι δεν θα άντεχαν το…ψυχολογικό βάρος να αποκλίνουν από την ευ­ρωπαϊκή πορεία της χώρας που χάραξε ο «Εθνάρχης» ή, τέλος, αυτούς που μετά από τόση εκ­στρατεία κατατρομο­κράτησης του πληθυσμού για τις υποτιθέμενες συνέπειες της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα έχουν απλώς καταληφθεί από τον φόβο εκείνο που παραλύει κάθε λογική σκέψη. Αιχμάλωτοι της στρέβλωσης που στρατεύθηκαν να υποστηρίζουν, ορισμένοι εκ των ανωτέρω εκπροσώπων του «λόμπι του ευρώ», κυρίως διανοούμενοι και επιστήμονες, κατέληξαν τελικά κατά τραγικό τρόπο θαυμαστές Γιωργάκηδων και Αντωνάκηδων ή καταδικασμένοι να…απολαμβάνουν την παρέα εκείνων που κανείς άλλος δεν θα ήθελε στο τραπέζι του.

Αισθητά λιγότερες είναι, αντιθέτως, οι κατηγορίες των ανθρώπων που υποστηρίζουν ακόμα την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ για λόγους φαινομενικά ή πραγματικά ανιδιο­τελείς. Όσοι θε­ώρησαν χρήσιμη…ολίγη ξένη επικυριαρχία, με το πρακτικό επιχείρημα ότι υπό τον ζυγό της τρόικας το κομματικό κράτος θα πιεζόταν να κάνει όσα από μόνο του δεν θα έκανε ποτέ, μάλ­λον θα αισθάνονται ότι κάτι πρέπει να πήγε πολύ στραβά στους υπολογισμούς τους…Σημα­ντική είναι και η κατηγορία των ρομαντικών εκείνων που συνδυάζουν τον ευρωπαϊσμό με τον αριστερής κοπής διεθνισμό και, συνεπώς, θεωρούν ακόμη εφικτή την Ευρώπη –και προφανώς και το ευρώ– «των λαών». Στην πραγματικότητα, ίσως είναι μόνον δύο οι ρεαλιστι­κές φωνές υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει όσους θεω­ρούν την όσο το δυνατόν στενό­τερη πρόσδεση της Ελλάδας στα (όποια) ευρωπαϊκά πράγ­ματα ως την καλύτερη εγγύηση για την ασφάλειά της στην προβληματική βαλκανική γειτονιά μας. Η δεύτερη ομάδα, δυστυχώς ολι­γάριθμη ακόμα στην Ελλάδα (αλλά με ολοένα και περισσό­τερους υποστη­ρικτές στο εξωτερικό), θα μπορούσε κάλλιστα να συνδυαστεί αρμονικά με την πρώτη. Πρόκειται για την άποψη ότι η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να μείνει στο ευρώ, σε ένα ευρώ, όμως, που δεν θα περιλαμβάνει την Γερμανία…Διαπιστώνοντας απροκατάληπτα την κραυγαλέα και κατα­στρεπτική πολιτισμική ασυμβατότητα που υπάρχει εντός της Ευρώπης και υιοθετώντας την οπτική των χωριστών «ευ­ρωπαϊκών ενώσεων», η άποψη αυτή ταυτίζεται σε με­γάλο βαθμό με αυτήν που έχουμε εκφράσει και εδώ στο παρελθόν.

Η δυναμική επιδίωξη μιας ευρωζώνης χωρίς την Γερμανία θα μπορούσε, πράγματι, να αποτελέ­σει την μοναδική ρεαλιστική εναλλακτική της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, τόσο για εμάς όσο και για τις άλλες χώρες της Μεσογείου. Και η επιστροφή, όμως, στο εθνικό νόμισμα θα έπρεπε να αποτελεί ένα διαρκώς ανοιχτό σενάριο-μέσο πίεσης για κάθε πολι­τική τάξη που θέτει το συμφέ­ρον του λαού της πάνω από αυτό των δανειστών. Πόσω μάλλον που μέσω της πρόσφα­της ιστορίας με τους μεγαλοκαταθέτες σε ξένες τράπεζες αποκαλύπτεται ότι υπάρχουν τρόποι βρα­χυπρόθεσμης στήριξης της οικονομίας κατά την δύσκολη περίοδο μετάβασης στην δραχμή μέσω άμεσης εισροής αρκετών –και μάλιστα ανατιμημένων τότε– δισεκατομμυρίων, αρκεί φυ­σικά να υπάρχει η σχετική βούληση και αποφασιστικότητα. Δυστυχώς για την Ελλάδα, όμως, η υπόθεση της οικονομικής της επιβίωσης, δεν καθορίζεται από τις ανιδιοτελείς και ρεαλιστικές αυτές προ­σεγγίσεις, αλλά συνεχίζει να αποτελεί έρμαιο του «λόμπι του ευρώ» και των ιδιοτελών κινήτρων του, υλικών και ψυχολογικών. Ως επιφα­νής εκπρόσωπός του, ο Α. Σαμαράς θα υπο­δεχτεί σε λίγες μέρες την Α. Μέρκελ όχι για να τις αναπτύξει θέσεις, όπως οι παραπάνω, αλλά έχοντας ήδη ανασύρει και διακηρύξει δημοσίως, ελαφρώς παραφρασμένη, την γνωστή κινημα­τογραφική ατάκα «οι Γερμα­νοί είναι φίλοι μας»

Μεθοδολογικά της κρίσης

Οκτώβριος 9, 2011 2 Σχόλια

Η ουσιαστική χρεοκοπία της ελληνικής οικονομίας, ως ένα επιμέρους επεισόδιο της διεθνούς οικονομικής κρίσης και αυτής της ευρωζώνης, αποτελεί ένα ιδιαίτερα πολύπλευρο και σύν­θετο πρόβλημα. Ως εκ τούτου, θα ανέμενε κανείς ότι αυτοί που θα ήταν εξαρχής σε θέση να αντιλη­φθούν την φύση του προβλήματος θα ήταν οι λεγόμενοι «ειδικοί»: οι ειδήμονες επί των οικονομι­κών, οι καλοί γνώστες των πολιτικών διεργασιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ορι­σμένοι έμπειροι πολιτικοί και αναλυτές, κ.ο.κ. Κι όμως, φαίνεται ότι από την πρώτη στιγμή ήταν μάλλον ο απλός κόσμος – Αγανακτισμένος η μη – αυτός που κατάφερε να αφουγκραστεί τις πιο κρίσι­μες παραμέτρους της κατάστασης. Περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά και μακριά από επιστημο­νικές ή μη εξειδικεύσεις που οδηγούν συχνά στο να χάνεται η εποπτεία της ευρύτερης εικόνας, πολλοί απλοί πολίτες συνέλαβαν σωστά εκείνα τα στοιχεία της που θα μπορούσαν να ονομα­στούν μεθοδολογικά της κρίσης. Αυτά είναι κατά βάσιν τα εξής:

Δύσκολοι καιροί για ειδικούς...

1) Η έννοια της συνάφειας, του πλαισίου ή του context. Επί δεκαετίες σοβούν στην Ελλάδα βα­ριές πολιτικές και οικονομικές παθογένειες που κάθε σοβαρός πολίτης θα ήθελε να έχουν εξα­λειφθεί. Σε πλαίσιο, όμως, δημοκρατίας και εθνικής κυριαρχίας και όχι υπό οποιεσδήποτε συν­θήκες. Όχι περιερχόμενοι σε καθεστώς αναγκαστικής διαχείρισης από τους δανειστές, υπογράφοντας δανειακές συμβάσεις υποτέλειας, κυβερνώντας με εξωκοινοβουλευτι­κές «επικαιροποιήσεις» μνημονίων ή εκποιώντας τα πάντα σε τιμές ξεπουλήματος. Αν δεν μας ενδιαφέρει η συνάφεια, αν είμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε το λά­θος πλαίσιο για να ληφθούν κάποια σωστά μέτρα, τότε θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε και σε καθεστώς χούντας. Άλλω­στε, πολλοί διατείνονται ότι οι εκλογές αποτελούν δοκιμασία για την οικονομία (οπότε ας μην τις κάνουμε ούτε το 2013), ενώ σύμφωνα με κάποιους άλλους κύκλους ο Μακαρέζος υπήρξε…άριστος διαχειριστής των οικονομικών.

2) Η διάκριση αιτίας και αφορμής. Ο καλύτερος τρόπος να πει κανείς ένα ψέμα είναι να το ανα­μείξει με αλήθειες. Είναι η Ελλάδα ένα άκρως προβληματικό κράτος; Σαφώς. Υπάρχουν στην Ελλάδα χρόνιες δυσλειτουργίες, στρεβλώσεις, ιδεολογικές αγκυλώσεις και γενικώς απαράδεκτες καταστάσεις; Προφανώς. Είναι αυτές η αιτία για τα μνημόνια και τις τρόικες; Εν μέρει μόνον. Το γεγονός ότι στην δίνη της κρίσης βρίσκονται και άλλα κράτη με εν πολλοίς καλύτερο κράτος από την Ελλάδα (Πορτογαλία, Ιρλανδία, ακόμη και Ιταλία) αποδεικνύει αυτομάτως ότι η πραγματική αιτία της συγκεκριμένης κρίσης βρίσκεται (και) εκτός Ελλάδος. Και οι διάφορες εξυ­πναδίστικες «επε­ξηγήσεις» του ελληνικού προβλήματος, όπως π.χ. αυτή εδώ, χάνουν σε αξία ακριβώς επειδή…ισχύουν ως έναν βαθμό και για τις άλλες αυτές χώρες, τόσο συγχρονικά όσο και διαχρονικά. Τα όποια προβλήματα των χωρών αυτών δεν είναι τόσο η αιτία της τρέχουσας κρίσης τους όσο η αφορμή για το μονοψήφιο εκείνο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού που προσπαθεί να εξαναγκάσει τους πολίτες να πληρώσουν τα σπα­σμένα του δικού του «θριάμβου της απληστίας» (κατά Γ. Στίγκλιτς). Ο Έλληνας φορο­φυγάς ή κηφήνας της εξουσίας, όμως, οφείλει να λογοδοτήσει για αυτές τις συγκεκριμένες αμαρ­τίες του, και όχι για τις αντίστοιχες της κάθε Lehman Brothers.

3) Η «ενδογενής» διάκριση ανάμεσα στις πιο μακροϊστορικές παθογένειες του ελληνικού κρά­τους και την παρούσα κρίση. Το ότι πρόκειται για δύο καταστάσεις που σαφώς συνδέονται, αλλά προφανώς δεν ταυ­τίζονται δεν αποδεικνύεται, δη­λαδή, μόνον από την εμπλοκή στην κρίση και άλλων κρατών, αλλά και από το γεγονός ότι το ίδιο το ελληνικό κράτος έχει χρεοκοπήσει και ανανήψει ήδη τέσ­σερις φορές, αν και οι παθογένειές του έμειναν μάλλον ανέπαφες. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι μια κρίση, όπως η παρούσα, δεν θα πρέπει να γίνεται ευκαιρία προκει­μένου να διορθωθούν, έστω και υπό καθεστώς πίεσης, κά­ποια από τα κακώς κείμενα. Το να θέλει, όμως, κανείς να εξαφανίσει βαθιές και διαχρονικές παθογένειες – η πραγματική φύση των οποίων είναι ούτως ή άλλως εντελώς αμφίβολο αν γίνε­ται κατανοητή – σε ελάχιστο χρόνο είναι ένα απονενοημένο διάβημα που προϋποθέτει την θυσία μιας ολόκληρης γενιάς. Και η γενιά αυτή δεν πρόκειται, φυσικά, να κάτσει έτσι απλά να θυσια­στεί, ιδίως όταν το κεφάλι του ψαριού που βρωμάει ατενίζει ακόμα την Ακρόπολη από τα διάφορα νεοκλασικά του.

4) Η διάκριση ανάμεσα σε πολιτικό και δικαστή. Οι πολιτικοί – και ιδιαιτέρως όσοι έχουν οι ίδιοι εγκληματήσει κατά συρροήν κατά της χώρας – δεν βρίσκονται στην συγκεκριμένη θέση για να τιμωρήσουν τους πολίτες για τις αμαρτίες ή τις νοοτροπίες τους. Βρίσκονται εκεί για να μετριά­σουν τις συνέπειες της κρίσης για την κοινωνία και όχι να τις εκτραχύνουν για λογαριασμό του δανειστή-τιμωρού ή του ηθικίζοντος ευρωπαϊστή διανοουμένου.

5) Η παγίδα της μονομερούς καταστροφολογίας. Οι εκβιασμοί των δανειστών, όπως αυτοί αναπαράγονται στην Ελλάδα από την κυβέρνηση και τα φερέφωνά της, έχουν ως άξονα την…βιβλική κατα­στροφή που θα επέλθει στην Ελλάδα, εάν αποχωρήσει από την νομισματική ένωση. Εκτός του ότι στο σενάριο αυτό προϋποτίθεται αυθαίρετα ότι η Ελλάδα θα είναι εκτός ευρώ και όλοι οι άλ­λοι εντός (κάτι αμφίβολο δεδομένου του κινδύνου γενικής κατάρρευσης της ευρωζώνης, εάν εξέλθει η Ελλάδα), λίγους μόνον απασχολεί πρακτικά κατά πόσο η μνημονιόπληκτη και ευρώπληκτη Ελλάδα του 2030 θα είναι ιδιαίτερα καλύτερη από αυτήν της δραχμής του 1930. Σίγουρα, πάντως, θα είναι καλύ­τερα οι δανειστές της…

6) Η συνολική εποπτεία που απαιτεί ένα σύνθετο πρόβλημα, στο πλαίσιο του οποίου μικρότερες πτυχές του είναι ενσωματωμένες σε μεγαλύτερες. Ένα παράδειγμα εδώ είναι η συνήθως υπεράνω κριτικής προσήλωση στην γενικότερη ιδέα του ευρώ. Με το να μην θέτουμε σε επαρκή, απροκατάληπτη και ακομπλεξάριστη κρίση το ίδιο το εγχείρημα του ευρώ (υπό ευρωπαϊκό και όχι στενά ελληνικό πρίσμα) κινδυνεύουμε να εναποθέσουμε τις ελπίδες άρσης των ελληνικών στρεβλώσεων στην ενσωμάτωσή τους σε μια…ευρύτερη στρέβλωση.

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πολλές από τις ανωτέρω διαπιστώσεις έχουν εκφραστεί από ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών, το οποίο συνήθως λοιδορείται, συκοφαντείται ή απαξιώνεται ποικι­λο­τρόπως από αρκετούς πεφωτισμένους ειδικούς, πολιτικούς, δημοσιογράφους, αναλυτές, κλπ. Εντούτοις, όπως ίσως αναδεικνύεται από τις παρατηρήσεις που προηγήθηκαν, φαίνεται ότι είναι μάλλον οι τελευταίοι, αυτοί που ως τώρα έχασαν την ει­κόνα ολόκληρου του δάσους έχο­ντας εστιάσει ο καθένας σε διαφορετικό δέντρο. Είναι μάλλον η μικρή «επίπτωση» που έμελλε να υποστούν και αυτοί σε καιρούς κρίσης…