Αρχείο

Posts Tagged ‘ανθρωπολογία’

Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα (Διάλεξη στη Νομική Βιβλιοθήκη, 12/02/2016)

27 Νοεμβρίου, 2016 4 Σχόλια

Την Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016 πραγματοποιήθηκε διάλεξη του γράφοντος στην Νομική Βιβλιοθήκη με θέμα «Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα». Η διάλεξη έλαβε χώρα στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού βραχίονα της Νομικής Βιβλιοθήκης, στο μάθημα Γενικής Παιδείας του τμήματος προετοιμασίας για τις εξετάσεις στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Θα ήθελα από την θέση αυτή να ευχαριστήσω τον διδάσκοντα του μαθήματος Γενικής Παιδείας, Δρ. Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και εκλεκτό φίλο Κώστα Τσίνα για την πρόσκληση. Θα ήθελα, επίσης, να ευχαριστήσω όσους παρευρέθησαν στην διάλεξη για το εξαιρετικό ενδιαφέρον τους για τα θέματα που αναπτύχθηκαν και για την γόνιμη και ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε.

Σκοπός της διάλεξης ήταν να διερευνήσει την ποιότητα του δημοσίου λόγου στην Ελλάδα, ιδίως κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, υπό το πρίσμα ορισμένων πολύ βασικών πτυχών ιστορικής και κοινωνικής θεωρίας. Μεταξύ των θεμάτων της διάλεξης ανήκουν και πολλά σημεία που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο άρθρων του παρόντος ιστολογίου. Αυτό που κυρίως τονίστηκε είναι ο ιδιαίτερα προβληματικός χαρακτήρας της διαρκούς και ταυτόχρονα αμιγώς εμπειροτεχνικής δημόσιας ενασχόλησης με την κοινωνία. Της ενασχόλησης, δηλαδή, εκείνης, η οποία, σε μια εποχή προϊούσας εξειδίκευσης των γνώσης, συνήθως στερείται ακόμη και του πιο βασικού, εγκυκλοπαιδικού γνωστικού υποβάθρου όσον αφορά την επιστημονική μελέτη των κοινωνιών. Σαν αποτέλεσμα, η συχνά ακραία οξύτητα των χαρακτηρισμών και των αξιολογικών κρίσεων που διακρίνει τον δημόσιο λόγο στην Ελλάδα βασίζεται ενίοτε σε ιστορικές και θεωρητικές αντιλήψεις προηγούμενων αιώνων, π.χ. σε απλουστευτικές εκδοχές εξελικτισμού και θετικισμού. Κατά συνέπεια, εμφανίζεται ως επιτακτική ανάγκη η πιο στενή αναστροφή των εκφραστών του δημοσίου λόγου με την ευρύτερη κοινωνική θεωρία. Με δεδομένη, τέλος, την παραδοσιακά στενή σύνδεση μεταξύ νομικής και πολιτικής, η μεγαλύτερη προσέγγιση των δύο αυτών χώρων με την επιστημονική μελέτη της κοινωνίας θα μπορούσε να αποφέρει στο μέλλον ιδιαίτερα σημαντικούς καρπούς προς όφελος όλων. Ακολουθεί το βίντεο της διάλεξης, την οποία μπορεί κανείς να παρακολουθήσει σε συνδυασμό με τις διαφάνειες.

Φρικτόν άστυ

5 Οκτωβρίου, 2016 Σχολιάστε

Οι μήνες του φθινοπώρου, και ιδίως ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος, είναι για πολλούς στην Ελ­λάδα συνώνυμοι μιας συγκεκριμένης μορφής μετακαλοκαιρινής κατάθλιψης. Σε μια συνήθως υπέροχη εποχή του χρόνου, όπου η θερινή καλοκαιρία ουσιαστικά συνεχίζεται σε κλιματικά και τουριστικά πιο ήπιους και ήρεμους ρυθμούς, η επαφή με την φύση, τον ήλιο και την θάλασσα δια­κόπτεται βίαια λόγω της επιστροφής στο συνήθως αποκρουστικό αστικό περιβάλλον των νεοελλη­νικών πόλεων. Σε χειρότερη μοίρα βρίσκονται αναμφίβολα όσοι κατοικοεδρεύουν στο άλλοτε «κλεινόν άστυ» των Αθηνών και σε ακόμα χειρότερη όσοι επιστρέφουν σε αυτό μετά από μια κάπως μακρά καλοκαιρινή απουσία. Όσο πιο μακρά η απουσία τόσο μεγαλύτερη και η αποτοξίνω­ση από την αστική ζούγκλα και, κατά συνέπεια, τόσο πιο τραυματική εμπειρία η επιστροφή σε αυ­τήν. Σε στιγμές όπως αυτές γεννώνται ίσως σε διάφορες μορφές και τα αντίστοιχα ερωτήματα: Πώς σε μια τόσο όμορφη χώρα, όπου στις πεδινές και παραθαλάσσιες ζώνες της περίπου τον μισό χρόνο επικρατούν υπέροχες κλιματικές συνθήκες, καταφέραμε να στοιβάξουμε σχεδόν το ήμισυ του πλη­θυσμού σε ένα δυσλειτουργικό, γκρίζο και ανυπόφορο αστικό μόρφωμα; Πώς και γιατί η επαφή με το φυσικό περιβάλλον, την ανθρώπινη κλίμακα των αποστάσεων και τους φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής έχει τον χαρακτήρα εξαίρεσης και όχι αυτονόητου κανόνα; Πώς καταφέραμε να θεωρούμε φυ­σιολογικό το να ζει κανείς σε μια πόλη, την οποία λαχταρά να εγκαταλείπει σε όλες τις διαθέσιμες περιστάσεις, όπως προδίδει εύγλωττα κάθε «μεγάλη έξοδος» των Αθηναίων; Γιατί το φθινόπωρο να σημαίνει το απότομο και καταθλιπτικό τέλος του καλοκαιριού, με την (ορεσίβιων κλιματικών και ανθρωπολογικών καταβολών) ευχή-κατάρα «καλό χειμώνα!», και όχι την φυσιολογική συνέχισή του;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά περνά σίγουρα μέσα από ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία αποτυχίας του νεοελληνικού κράτους. Αυτό δεν είναι άλλο από την δραματική ασυμμετρία ανάμε­σα στην πρωτεύουσα και την «επαρχία». Η ασυμμετρία δεν αφορά τόσο ή μόνο τα πληθυσμιακά μεγέθη, αλλά τις πιο ουσιαστικές πτυχές της αστικοποίη­σης. Πρόκειται ουσιαστικά για την ανισο­μέρεια ανάμεσα στο κατά βάσιν ένα και μόνο κέντρο, στο οποίο έχουν αναπτυχθεί ουσιαστικοί θύλακες αστικής κουλτούρας, και στις πάμπολλες επαρχιακές πόλεις και χωριά, όπου κινδυνεύει να κατακυριευθεί κανείς από αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «σύν­δρομο του Μιχαήλ Χωνιάτη». Όταν ο λόγιος Μικρασιάτης κληρικός έφτασε στην Αθήνα το φθι­νόπωρο του 1182 για να αναλάβει καθήκοντα μη­τροπολίτη, σύντομα διαπίστωσε ότι η Αθήνα της εποχής του ελάχιστη σχέση είχε με το «κλεινόν άστυ» που είχε γνωρίσει μέσα από τις κλασικές του σπουδές. Μεγάλη ήταν η απογοήτευσή του όταν άρχισε να συνειδητοποιεί το χάσμα του με τον ντόπιο, κατά βάσιν αγροτικό πληθυσμό, με τον οποίον μιλούσε διαφορετική γλώσσα, όχι μόνο κυ­ριολεκτικά, καθώς η αρχαΐζουσα ελληνική του Χωνιάτη ήταν σε μεγάλο βαθμό ακατανόητη στο ποίμνιό του, αλλά και μεταφορικά, δηλαδή σε επί­πεδο μόρφωσης, πνευματικών οριζόντων και εν­διαφερόντων. Στην εποχή του Χωνιάτη η Αθήνα ήταν ό,τι είναι σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της νεοελληνικής επαρχίας: ένας τόπος κοινωνικά αφι­λόξενος για όποιον καλώς ή κακώς, δυστυχώς ή ευτυχώς, έτυχε να έχει ενδιαφέροντα και έναν τρόπο ζωής με πιο αστικά χαρακτηριστικά.

ag-paraskevi

Μια χαρακτηριστική ζώνη «αγεωμέτρητης» πολεοδομίας στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής.

Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, για την Ελλάδα της εποχής μας είναι ότι, αν στην μία πλευρά του διπόλου βρίσκεται η πιο ανθρώπινη, αλλά μη αστικοποιημένη επαρχία, στην άλλη πλευρά του βρίσκεται η φρικτά αστικοποιημένη πρωτεύουσα. Δηλαδή μια πόλη, όπου το αντίτιμο για την ύπαρ­ξη λίγων έστω οάσεων αστικής κουλτούρας (π.χ. ιδρυμάτων, φορέων και κοινωνικών ομάδων ασχολούμενων με την επιστήμη, την τέχνη και τον πολιτισμό) είναι η ανυπόφορη οικιστική δυσλει­τουργία και υποβάθμιση. Είναι η ζωή στο μεγάλο και διαρκές hot spot της μεταπολεμικής Ελλάδας, (προχειρο)στημένο μέσα σε λίγες δεκαετίες για τους πρόσφυγες όχι από την Μέση Ανατολή ή την Αφρική, αλλά από την ελληνική επαρχία. Ο «βίος αβίωτος» στην τσιμεντένια θάλασσα του λεκανο­πεδίου έχει πολλές και διάφορες πτυχές: η ημέρα που γίνεται πιο μικρή λόγω της βασανιστικής κλί­μακας των αποστάσεων και των χαμένων ωρών στα μέσα μαζικής μεταφοράς, το διαρκές άγχος και ο υπεράνθρωπος αγώνας να φτάσει κανείς εγκαίρως και ψυχοσωματικά στραπατσαρισμένος στην δουλειά ή στο ραντεβού του, ο συνωστισμός και η ψυχολογία της διαρκούς «επιφυλακής» στους δημόσιους χώρους και στα μέσα μεταφοράς, η καθημερινή αλλοφροσύνη του παρκαρίσματος, η αν­θυγιεινή τοξικότητα και παραζάλη της οδήγησης, των βασανιστικών μποτιλιαρισμάτων και των βάρβαρων κορναρισμάτων, το συνεχές μπρος-πίσω (από το σταμάτα-ξεκίνα) και πάνω-κάτω (από τα απανωτά χτυπήματα του αυτοκινήτου στις λακκούβες του οδοστρώματος) ή αλλιώς η επιτομή της αποτυχίας μιας πόλης που συνίσταται στο να σε κάνει συχνά να αποδιώχνεις ως ενοχλητική σκέψη την προοπτική να βγεις από το σπίτι, αναγκάζοντάς σε ενίοτε ακόμη και να «ομαδοποιείς» τις εξωτερικές εργασίες, ώστε να γίνουν όλες μαζί την ίδια ημέρα για να μην αναγκαστείς να ξανα­βγείς.

Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η κατάσταση αν κανείς δεν εστιάσει μόνο στο μαρτυρικό και φρικτά τσιμεντοποιημένο κέντρο της Αθήνας, αλλά στρέψει την προσοχή του και σε πιο αναβαθμισμένες περιοχές του λεκανοπεδίου. Σε περιοχές π.χ. των κατά τα άλλα ευυπόληπτων βορείων προαστίων, όπως η Αγία Παρασκευή, μπορεί να δει κανείς ανάγλυφα τις δομικές παθογένειες μιας κατ΄ όνομα μόνο «αστικής» συνύπαρξης. Κατά πρώτον, μπορεί κανείς να διαπιστώσει (και να υποστεί) την χα­ρακτηριστική ρυμοτομία ορει­νού χωριού και την απουσία ορθολογικού, αστικού πολεοδομικού σχεδιασμού. Το αποτέλεσμα είναι να δυσχεραίνεται αποφασιστικά η σύνδεση των συνοικιών τόσο μεταξύ τους όσο π.χ. και με τους κεντρικούς οδικούς-εμπορικούς άξονες (π.χ. την οδό Αγίου Ιωάν­νου). Αν κανείς θέλει να κατανοή­σει την σημασία του ιπποδάμειου πολεοδομικού συστήματος της αρχαιότητας δεν έχει παρά να προσπαθήσει να διεκπεραιώσει δυο-τρεις απλές δουλειές μέσα σε μια ακτίνα δυο-τριών χιλιο­μέτρων και σε έναν γόρδιο δεσμό κακοσχεδιασμένης ρυμοτομίας, δυσλει­τουργικής συγκοινωνιακής διασύνδεσης και πεζοδρομίων κεντρικών λεωφόρων που έχουν μετα­τραπεί σε άναρχα πάρκινγκ (π.χ. οι δύο πλευρές της Μεσογείων στα σημεία κοντά στην πλατεία Αγίας Παρασκευής). Κι αν κάποτε έξω από την Ακαδημία του Πλάτωνα υπήρχε η επιγραφή «ἀγεω­μέτρητος μηδεὶς εἰσίτω», οι σύγχρονοι, πολεοδομικά «αγεωμέτρητοι» οικιστές πολλών περιοχών της Αθήνας (αλλά και της υπόλοιπης χώρας) δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μεταφέρουν μηχανι­στικά στην πρωτεύουσα τα χωροταξικά πρότυπα οικισμών του (ορεινού συνήθως) μη αστικού χώρου, από τους οποίους συχνά προέρχονται. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες αναδεικνύεται η νε­όπλουτη υπανάπτυξη των βορείων προαστίων, όπου πολύ συχνά, με όποιον τρόπο κι αν επιλέξεις να κινηθείς, μπορεί να χρειαστείς μιάμιση ή δύο ώρες για να κάνεις μερικές απλές καθημερινές δουλειές στην άμεση γειτονιά σου.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναρωτηθεί κανείς αν έχουν τεθεί με την δέουσα έμφαση και συστη­ματικότητα μερικά γενικότερα ερωτήματα σε σχέση με την ζωή στην πρωτεύουσα. Κατά πόσο π.χ. επιδρά στην παραγωγικότητα και γενικότερη κατάσταση της χώρας το γεγονός ότι ένα μεγάλο και σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της ζει σε ένα εργαστήριο παραγωγής ταλαιπωρίας, έντασης, άγ­χους και καθημερινής αλλοφροσύνης; Κατά πόσο επιδρά στην γενικότερη κατάσταση της χώρας το γεγονός ότι ένα μεγάλο και σημαντικό μέρος των πολιτών της εκτίθεται καθημερινά σε απαγορευτι­κά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης και ηχορύπανσης; Πόσες ασθένειες και αιτίες θανάτων μπο­ρούν να αναχθούν άμεσα ή έμμεσα στις συνθήκες ζωής του λεκανοπεδίου;

Παρά τις όποιες γενικότερες, κοινές διαπιστώσεις, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι οικιστι­κές συνθήκες της πρωτεύουσας δεν προσλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο από όλους. Για όσους έχουν μεγαλώσει στην Αθήνα από μικρή ηλικία, το αστικό της περιβάλλον, η κλίμακα και οι ρυθμοί της είναι αυτονόητα δεδομένα, στα οποία έχουν συνηθίσει να ζουν. Και, αν κανείς έχει γνωρίσει ως φυσιολογική κατάσταση το να θέλει π.χ. μία ώρα και δύο-τρία μεταφορικά μέσα για να μεταβεί στο σημείο ενός ραντεβού με φίλους, τότε λογικά δεν προκύπτει η ίδια δυσφορία με κάποιον που έχει αυτονόητα συνηθίσει να κάνει το ίδιο σε 10-15 λεπτά και με τα πόδια. Ως φυσιολογικό «αναγκαίο κακό» μπορεί επίσης να εκλαμβάνεται και η μικρότερη ή μεγαλύτερη αποξένωση των σχέσεων λόγω της μεγάλης κλίμακας. Μέσα στην παραζάλη των καθημερινών ρυθμών της πρωτεύουσας μπορεί, δηλαδή, κανείς να μην συνειδητοποιεί πάντα πλήρως σε ποιον βαθμό μια πόλη όπως η Αθήνα δυσχεραίνει την μεσογειακή κοινωνικότητα, κάνοντας πιο δύσκολες και αραιές τις συναντή­σεις με συγγενείς, φίλους και γνωστούς και δημιουργώντας ενίοτε και πλασματικές εντυπώσεις για την φύση των σχέσεων. Δεν είναι π.χ. λίγες οι φορές που όσοι προσπαθούν να συναντιούνται κάπως τακτικά στην Αθήνα είναι άνθρωποι που έχουν ήδη προηγουμένως δεθεί στην μικρότερη κλίμακα μιας άλλης πόλης (της Ελλάδας ή του εξωτερικού). Αντιθέτως, στο οικιστικό χάος της πρωτεύου­σας συχνά η επαφή με φίλους ή συγγενείς χωρίς προϋπάρχοντες δεσμούς «μικρής κλίμακας» κατα­λήγει να μην είναι ιδιαίτερα πιο συχνή απ΄ ό,τι θα ήταν αν οι εμπλεκόμενοι κατοικούσαν σε διαφο­ρετικές πόλεις.

Το βασικότερο πρόβλημα, όμως, είναι ότι στο πλαίσιο του παραδοσιακού νεοελληνικού δομι­σμού, δηλαδή της μηχανιστικής αναπαραγωγής των καθιερωμένων δομών, κανένας κομματικός ή ιδεολογικός χώρος δεν μοιάζει να ασχολήθηκε ποτέ σοβαρά με την αστική μοίρα της Αθήνας, προ­κειμένου να χαράξει στρατηγικές βελτίωσης των συνθηκών. Χαρακτηριστικό είναι το πρόσφατο παράδειγμα με την αξιοποίηση του παλαιού αεροδρομίου του Ελληνικού. Σε αυτή την περίπτωση μοιάζει να προκρίνεται δυστυχώς η απλή «συγκόλληση» ενός τεράστιου πάρκου σε μια εν πολλοίς αβίωτη πόλη και όχι η αναβάθμιση της βιωσιμότητας της ίδιας της πόλης, με άξονα προτάσεις, όπως π.χ. αυτή του Στέφανου Μάνου. Με τον ίδιο τρόπο, δεν φαίνεται στον ορίζοντα καμία πρωτο­βουλία ουσιαστικής αποκέντρωσης, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι συνώνυμη με διαδικασίες πιο ουσιαστικού εξαστισμού πόλεων της επαρχίας. Με τον όρο «διαδικασίες εξαστισμού», ας φαντα­στεί κανείς οτιδήποτε μπορεί να εμπλουτίσει με διαφορετικά πρότυπα το συνήθως κυρίαρχο αν­θρωπολογικό «πακέτο» της επαρχιακής πόλης (σουβλάκι, μηχανάκι, βωμολόχος σεξισμός, στείρος βιοπορισμός, κομφορμισμός, ψυχοπνευματική καθήλωση σε γυμνασιακού τύπου συμπεριφορές buylling, κουτσομπολιού, «πιάτσας», αδιακρισίας και ποδοσφαιροποιημένης υποκουλτούρας). Κάτι τέτοιο, φυσικά, είναι ιδιαίτερα δύσκολο, αφού θα προϋπέθετε «αστικό πλεόνασμα» στην ίδια στην πρωτεύουσα, το οποίο θα μπορούσε ίσως ακολούθως να εξαχθεί προς την επαρχία. Τέτοιο πλεόνασμα, όμως, όχι μόνο δεν υπάρχει, αλλά οι όποιοι αστικοί θύλακες υπάρχουν στην Αθήνα δεν είναι αρκετοί ούτε καν για την ίδια. Και αυτό διότι και η ίδια η προσφάτως αστικοποιημένη Αθήνα κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από το ανωτέρω «πακέτο» της επαρχιακής πόλης, πτυχές του οποίου, όπως είναι λογικό, διεισδύουν ενίοτε και στους αστικούς της θύλακες. Κατά συνέπεια, σε ό,τι αφορά την ελληνική επαρ­χία, θα έπρεπε να στραφεί κανείς στην προσέλκυση «επενδύσεων εξαστισμού» από το εξωτερικό, οι οποίες, έχοντας σχέση με την επιστήμη, την τεχνολογική καινοτομία, την τέχνη και τον πολιτι­σμό θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν εποικοδομητικά τα παραδοσιακά της πρότυπα.

Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα προς το παρόν μοιάζει επ΄ αόριστον παραδομένη στον μιθριδατισμό, στον δο­μισμό και στην άχαρη μοίρα της αποτυχημένης εκείνης πόλης που οι περισσότεροι κάτοικοί της θα λαχταρούν για πολύ ακόμα να την εγκαταλείπουν σε πρώτη ευκαιρία. Ακούγοντας, μάλιστα, κανείς στις ειδήσεις για τα προβλήματα στις δομές φιλοξενίας των μεταναστών και προσφύγων, όπου «σε έναν χώρο που χωράει 2000 άτομα έχουν στοιβαχθεί 4000 ή 5000 άνθρωποι», δύσκολα μπορεί να αποφύγει ένα πικρό μειδίαμα. Διότι η περιγραφή αυτή, τουλάχιστον στο αμιγώς αριθμητικό της σκέλος, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ήπια μικρογραφία των συνθηκών ζωής στην ίδια την Αθή­να, όπου 4.000.000 άνθρωποι στοιβάχθηκαν άναρχα μέσα σε λίγες δεκαετίες σε έναν αστικό χώρο που σχεδιάστηκε κάποτε για 400.000. Κι αν, για να συνεχίσουμε τον ίδιο συλλογισμό, ορισμένοι εξ ημών αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες και μετανάστες σαν ενοχλητικούς ξένους σε αυτό τον τόπο, πόσο άραγε «γηγενείς» σε αυτόν είμαστε τελικά όλοι εμείς που στον αστικό μας χώρο ακυρώνουμε την φυσική και κλιματολογική του ομορφιά, συντομεύουμε το καλοκαίρι του, μικραίνουμε την μέρα του και ευχόμαστε (στην Ελλάδα) «καλό χειμώνα» από τον Σεπτέμβριο; Από τις παρατηρήσεις αυτές ίσως διαφαίνεται ότι το «φρικτόν άστυ» της σύγχρονης Αθήνας δεν προέκυψε μόνο μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές ή οικονομικές συνθήκες, αλλά και μέσα από βαθύτερα ζητήματα ανθρωπολογικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων. Διότι καμιά φορά ο λόγος που μοιάζουμε τόσο ξένοι με τον τόπο μας είναι επειδή απλούστατα είμαστε πράγματι ξένοι, τουλάχιστον περισσότερο από όσο υποψιαζόμαστε. Για αυτό, άλλωστε, είναι και τόσο δύσκολο να αλλάξουν τα πράγματα…

Στόουνχεντζ, Ουρούκ και ελληνική κοινωνία

21 Ιουνίου, 2016 20 Σχόλια

Βλέποντας κανείς μια εικόνα του Στόουνχεντζ, του διάσημου νεολιθικού κτίσματος της νότιας Αγγλί­ας, δύσκολα ίσως φαντάζεται ότι το συγκεκριμένο μνημείο ανή­κει σε έναν χρονολογικό και πολιτιστι­κό ορίζοντα με ιδιαίτερη σημασία για τα διαδραματι­ζόμενα στην Ελ­λάδα της εποχής μας. Η περίοδος των μεγαλιθικών μνημείων στην δυτική Ευρώπη συνδέεται με τις ύστερες φάσεις της Νεολιθικής επο­χής στις περιοχές αυτές. Κατά την διάρκεια της Νεολιθικής εποχής, από το 6500 π.Χ. και εξής, εξα­πλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη η γεωργία και η κτηνοτροφία, οι επαναστατικές εκείνες και­νοτομίες που μετά από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, επρόκειτο να πυροδοτή­σουν μια αλυσίδα ραγδαίων πολιτιστικών μετασχηματισμών. Πρόκειται για τις εξελίξεις των τελευταί­ων περί­που 10.000 ετών, οι οποίες άλλαξαν εκ βάθρων την μορφή του ανθρώπινου πολιτι­σμού. Μια επι­μέρους πτυχή των εξελίξεων αυτών υπήρξε και η κατά καιρούς εντεινόμενη διαδικασία απόκλισης με­ταξύ των κοινωνιών. Τι σημαίνει αυτό; Στα τέλη της 4ης χιλιετίας π.Χ., περί το 3300-3100 π.Χ., λαμ­βάνει χώρα στην νότια Μεσοποταμία αυτό που ο μεγάλος αρχαιολόγος Gordon Childe απο­κάλεσε «Αστική Επα­νάσταση». Χαρακτηριστικά της υπήρξαν η εμφάνιση των πρώτων μεγάλων αστι­κών κέντρων, της εξε­λιγμένης κοινωνικής διαστρωμάτωσης, της οργανωμένης γραφειοκρατικής διοί­κησης, της πολύ πιο έντονης επαγγελματικής εξειδίκευσης ως αποτέλεσμα της αστικής ποικιλομορφί­ας, αλλά και της γραφής. Με αρχαιολογικούς όρους, οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με την ύστερη φάση του πο­λιτισμού Ουρούκ και είχαν ως επίκεντρο την ομώνυμη πόλη της νότιας Μεσοποταμίας. Το κρίσιμο ση­μείο εδώ είναι να συνειδητοποιήσει κα­νείς ότι την ίδια ακριβώς περίοδο, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα δυτικότερα, συνέχι­ζαν να υφίστανται οι παραδοσιακές, νεολιθικές, αγροτικές κοινότητες, στις πολιτι­στικές εκ­φράσεις των οποίων ανήκαν και τα μεγαλιθικά μνημεία. Την εποχή που στη νότια Μεσοπο­ταμία χα­ράζονταν σε πινακίδες τα πρώτα σύμβολα ενός εξελιγμένου συστήματος γραφής, στην δυτι­κή Ευ­ρώπη συνεχι­ζόταν απρόσκοπτα ο νεολιθικός βίος και στην νότια Αγγλία διαμορφώνονταν οι πρώτες φάσεις του συγκρο­τήματος που επρόκειτο αργότερα να πάρει την μορφή του γνωστού μας Στόουν­χεντζ.

Stonehenge-Uruk

Τα δύο πρόσωπα της ελληνικής κοινωνίας…

Σαν αποτέλεσμα, δύο διαφορετικοί κόσμοι, δύο διαφορετικοί κοινωνικοί χρόνοι, ο καθένας με τα δικά του πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, άρχισαν να συνυπάρχουν την ίδια περίοδο, εγκαινιάζο­ντας την αναφερθείσα διαδι­κασία απόκλισης μεταξύ κατά τα άλλα σύγχρονων κοινωνιών. Τα με­τέπειτα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας μας είναι γνωστά και, αν σταθούμε στα λιγότερο ζοφε­ρά, ένα από αυτά υπήρξε η ίδια η εμφάνιση της κοινωνικής ή πολιτιστικής ανθρωπολογίας. Δη­λαδή του επιστημονικού πλαισίου, μέσω του οποίου οι κάποτε αστικοποιηθείσες δυτικές κοινωνίες προ­σπάθησαν να μελετήσουν τις «πρωτόγονες» ή «εξωτικές» μη αστικοποιημένες κοινωνίες στην περι­φέρειά τους. Κι αν η συνύπαρξη κοινωνιών που μπορούν να στείλουν ανθρώπους στην Σελήνη με κοι­νωνίες που δια­τηρούν ακόμα σχεδόν παλαιολιθι­κά χαρακτηριστικά αποτελεί το αποκορύφωμα αυτής της διαδικασί­ας απόκλισης, δεν είναι πάντα τόσο ξεκάθαρο ότι η συνύπαρξη των διαφορετικών κόσμων μπορεί ενίο­τε να λαμβάνει χώρα και εντός της ίδιας κοινωνίας. Δεν είναι, δηλαδή, εκ πρώτης όψεως ευδιάκρι­το ότι, για παράδειγμα, σε μια αστι­κοποιούμενη (και όχι αστικοποιημένη) κοινωνία, όπως η νεοελληνι­κή, η Ουρούκ και το Στόουνχεντζ, οι Ρωμαίοι και οι Γαλάτες, οι Ισπανοί κονκιστα­δόρες και οι Αζ­τέκοι, οι καουμπόηδες και οι Ινδιάνοι μπορεί να συνυπάρχουν ακόμη και εντός της ίδιας οικογένειας, της ίδιας παρέας, του ίδιου εργασιακού χώρου. Μετά από λίγες μόνο δεκαετίες «αστυφιλίας», δηλαδή ουσιαστικά συγκέντρωσης ενός σε μεγάλο βαθμό αγροτικού πληθυσμού σε πόλεις, συνυπάρχουν αναπόφευκτα στην νεοελληνική κοινωνία εντε­λώς διαφορετικοί κοινωνικοί χρόνοι και τρόποι. Σε αστικοποιούμενες κοινωνίες, για παράδειγμα, η ηλικιακή δια­φορά των 25-30 ετών μπορεί να αντιστοιχεί σε διαφορά 150-200 ετών όσον αφορά τις νοοτροπίες και αντι­λήψεις. Η αστικοποιητική διαδικασία μπορεί να επιταχύνει δραματικά τις απο­κλίσεις και να καταστή­σει εντελώς σχετικές τις εκάστοτε χωροχρονικές συντεταγμένες. Το αποτέλεσμα είναι ουκ ολίγες τρα­γικές διαγενεαλογικές και κοινωνικοανθρωπολο­γικές ασυμβατότητες, περιπλοκές, εντάσεις και συγκρού­σεις.

Το πεδίο, στο οποίο θα εστιάσουμε σε αυτό το κείμενο, είναι αυτό της αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε συγκεκριμένα πρότυπα διαχείρισης της προσωπικής και επαγγελματικής αποκατάστασης. Κατά πρώτον, η προσωπική αποκατάσταση είναι ένα πεδίο, στο οποίο οι αστικοποιητικές διαδικασίες επέφεραν πολύ σημαντικές μεταβολές. Ο μέσος όρος της ηλικίας γάμου, για παράδειγμα, ανέβηκε σταδιακά, ακολουθώντας και τον γενικότερο μέσο όρο ηλικίας του πληθυσμού. Παράλληλα, ένα ση­μαντικό ποσοστό ανθρώπων άρχισε να εμπλέκε­ται σε αστικού τύπου διαδικασίες επαγγελματικής και μορφωτικής εξειδίκευσης (π.χ. πανεπιστημιακή εκπαίδευση), οι οποίες εκτείνονται χρονικά στην ίδια περίοδο της ζωής που άλλοτε είχε κανείς ήδη πα­ντρευτεί και κάνει τα πρώτα του παιδιά. Εντός πολ­λών νεοελληνικών οικογενειών και κοινωνικών κύκλων οι εξελίξεις αυτές, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως φαντάζουν αυτονόητες, δεν προσλαμβάνονται πάντα ως φυσιολογικές, αλλά, αντιθέτως, ως εν μέρει αναγκαίες μεν, αλλά και κάπως ενοχλητι­κές αποκλίσεις από έναν παραδοσιακό κανόνα. Και αυτό διότι εντός των οικογενειών από την μια με­ριά υπάρχει το Στόουνχεντζ των γονέων που συχνά συνε­χίζουν να εκπροσωπούν (ο ένας ή και οι δύο) την ανθρωπολογία συγκεκριμένων εκδοχών του μη αστικού, αγροτοποιμενικού χώρου και από την άλλη μεριά η Ουρούκ των πιο αστικοποιημένων νέων γενεών που μεγαλώνουν από την πρώτη στιγμή στις πόλεις. Η διάσταση αυτή μεταφέρεται και εντός των ευρύτερων κοινωνικών ή εργασιακών κύκλων, όπου το Στόουνχεντζ εκπροσωπείται από όσους, ανεξαρτήτως ηλικίας, συνειδητά ή ασυνείδητα, αναπαράγουν την παραδοσιακή δομή και η Ουρούκ από όσους, επίσης συνειδητά ή ασυνείδητα, εκπροσωπούν την απόκλιση από αυτήν. Η σύγκρουση των δύο κόσμων εκφράζεται στις περιπτώσεις αυ­τές με πολλούς χαρακτηριστικούς τρόπους.

Δεν είναι, δηλαδή, λίγες οι φορές, που ένας νέος π.χ. 30-35 ετών που εστιάζει σε αυτή την φάση της ζωής του πιο πολύ στην επιστημονική του δρα­στηριότητα, αρχίζει να αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση για την προσωπική του αποκατάστα­ση, η οποία θεωρείται ότι έχει ήδη «καθυστερήσει». Αν, μάλιστα, μιλάμε για γυναίκα, τότε η πίεση αυτή αρχίζει να οξύνεται και μέσω επίκλησης των βιολογικών περιο­ρισμών. Πρόκειται, δηλαδή, για την πίεση ενός οικογενειακού ή κοινωνικού περιβάλλοντος, το οποίο στην ουσία αναπαράγει με κεκτημένη ανθρωπο­λογική ταχύτητα πρότυπα και αντιλήψεις εποχών, όταν ο μέσος όρος ζωής στους άντρες ήταν 30 και στις γυναίκες 35 χρόνια και δεν υπήρχε, φυσικά, τε­χνολογία υποβοηθούμενης ανα­παραγωγής (π.χ. εξωσωματική γονιμοποίηση, κατάψυξη ωαρίων). Δύσκολα θα ήταν τα πράγματα και για κάποιον/α που π.χ. δεν επιθυμεί να παντρευτεί ή διατηρεί σχέση, όπου υπάρχει δια­φορά ηλικίας (ιδίως στις περι­πτώσεις που ο άντρας είναι μικρότερος) ή σχέση που για οποιοδήποτε λόγο μπορεί να μην υπόσχεται καλές προοπτικές τε­κνοποίησης. Η παραδοσιακή κοινωνία, λειτουρ­γώντας ως τυφλός εντολοδόχος της «άγριας φύσης» των διάφορων φυσικών δεδο­μένων και βιολογι­κών περιορισμών, θα ασκήσει σε αυτές τις περιπτώσεις ασφυκτική και εμμονική πίε­ση προς την κα­τεύθυνση της κάθε είδους αναπαρα­γωγής (φυσικής και κοινωνικής). Όπως κάθε εκτε­λεστής που εκτε­λεί ψυχρά χωρίς να σκέφτεται πολύ τα πράγματα, η πα­ραδοσιακή κοινωνία και οι νοο­τροπίες της δια­τηρούν ενίοτε σημαντικά πλεονεκτή­ματα σε σχέση με όσους έχουν την τάση να σκέφτονται υπερβολι­κά.

Εντούτοις, ο λογαριασμός πιθα­νότατα θα έρθει λίγο αργότερα. Όταν π.χ. νέοι και έξυπνοι άνθρωποι διαπιστώσουν ότι σχεδόν μηχα­νικά (και όχι πλήρως συνειδητά) αναπαρήγαγαν το παραδοσιακό μο­ντέλο, κάνοντας οικογένεια και παιδιά ήδη από τα 25 ή τα 30 τους και αρχίσουν σιγά σιγά να συνυ­πάρχουν στον κοινωνικό, αλλά και εργασιακό τους χώρο με ανθρώπους που στις δεκαετίες των 20 και των 30 επένδυσαν στην επιστημονική και επαγγελματική εξειδίκευση. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι, αναπαράγοντας κανείς αυτόματα τα πρότυπα ζωής γονέων και παππούδων, δεν προειδοποιή­θηκε από κανέναν ότι στην εποχή των τελευταίων το Στόουνχεντζ δεν ήταν ακόμα εκτεθειμένο στην συνύπαρξη και διαρκή σύγκριση με την Ουρούκ. Και το ακόμα σημαντικότερο ζήτημα είναι ότι η επι­κίνδυνη αυτή συνύπαρξη καταλήγει να βρίσκεται στον πυρήνα μιας επαγγελματικής-παραγωγικής δυ­σλειτουργίας, η οποία, μεταξύ άλλων, υποσκάπτει εδώ και πολύ καιρό την ίδια την διοικητική υπόσταση μιας χώρας όπως η Ελλάδα. Ας προσπαθήσουμε π.χ. να μπούμε στην ψυχολογία αν­θρώπων που σε πολύ νεαρή ηλικία εισήλθαν χωρίς πτυχία σε διάφορες περιοχές της δημόσιας διοίκη­σης. Εκείνη την περίοδο όλα φάνταζαν απόλυτα φυσιολογικά. Φυσιολογικό ήταν το να αντιλαμβάνε­ται κανείς την δουλειά με όρους στείρου βιοπορισμού, ως απλό μέσο για την δημιουργία οικογένειας. Φυσιολογικό φάνταζε (και ενίοτε ακόμα φαντάζει) να μετατρέπεται ο εργασιακός χώρος σε πρωινό καφέ διαρκούς επανεπιβεβαίω­σης (μέσω ατέρμονων συζητήσεων για την οικογένεια, τα παιδιά, το σχολείο, κλπ.) της κοινωνικής αποδοχής που η παραδοσιακή κοινωνία εξασφαλίζει σε όσους ακολου­θούν πιστά τους κανόνες της. Φυσιολογικό φάνταζε το χαρακτηριστικό αίσθημα εκπλήρωσης της κοι­νωνικής «απο­στολής», μόλις γινόταν ο μόνιμος διορισμός στο δημόσιο και ακολουθούσε η δημιουρ­γία οικογένειας, με εξίσου αυτονόητη την παραμέληση της ίδιας της εργασιακής διάστασης. Φυσιολογικό φάνταζε, τέλος, το να ιεραρχείται κανείς στην δουλειά του αποκλειστικά με όρους επετηρίδας και αρ­χαιότητας, με τον μονολιθικό και αρχέγονο, δηλαδή, τρόπο που η παραδοσιακή κοινωνία διακρίνει τα μέλη της.

Και εκεί που όλα φάνταζαν αρμονικά, άρχισε να ενσκήπτει η Ουρούκ… Προϊστάμε­νοι χωρίς πτυχία βρέθηκαν να έχουν υφισταμένους με πτυχία και μεταπτυχιακά, γυναίκες 40-45 χρόνων με παιδιά 20 ετών άρχισαν να συνειδητοποιούν πως υπάρχουν άλλες γυναίκες που στην ίδια ηλικία περιέργως δεν έχουν ακόμη παντρευτεί, αλλά έχουν πλούσια επαγγελματική, επιστημονική και κοινωνική εμπειρία, άνθρωποι που θεωρούσαν ότι η δουλειά είναι απλώς το μέσον για την δημιουργία (και την επίδειξη) της οικογένειας γνωρίζουν εργαζομένους που δουλεύουν για να παράγουν έργο, επιδεικνύοντας δυ­σθεώρητα μεγαλύτερες δυνατότητες διαχείρισης της αστικής πολυπλοκότητας. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το για ποιον λόγο πολύ συχνά το εργασιακό περιβάλλον της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα μετατρέπεται σε έναν τεράστιο πυρηνικό αντιδρα­στήρα παραγωγής κόμπλεξ. Γιατί σε ουκ ολίγες περιπτώσεις το Στόουνχεντζ αισθάνεται την ανάγκη να απωθήσει μέσα του ή να αφανίσει με διάφορους τρόπους από το οπτικό του πεδίο την Ουρούκ, όταν για κακή του τύχη την συναντά μπροστά του.

Καθόλου σπάνιες δεν είναι, για παράδειγμα, οι περιπτώσεις υποκαταρτισμένων, με­γαλύτερης ηλικί­ας υπαλλήλων, οι οποίοι επιδεικνύουν χαρακτηριστική μυστικοπάθεια ως προς το αντικείμενο της κα­θημερινής δουλειάς τους, αρνούμενοι να αποκαλύψουν το τι κάνουν ιδίως σε νεώτερης ηλικίας, πιο καταρτισμένους υπαλλήλους. Η άρνηση αυτή αποσκο­πεί στο να συγκαλύψει καταστάσεις ουσιαστι­κής αργομισθίας ή μιας απασχόλησης που υπο­λείπεται δραματικά του βαθμού πολυπλοκότητας και κατάρτισης που απαιτεί μια σύγχρονη υπηρεσία. Στις περιπτώσεις αυτές η μυστικοπάθεια συνδυάζε­ται συχνά και με συμπλεγματικά επιθετική συμπεριφορά έναντι όσων αντιπροσωπεύουν μια διαφορε­τική ταχύτητα κατάρτισης και πολυπλοκότητας, διεκπε­ραιώνοντας με άνεση και αποτελεσματικότητα μεγαλύτερο όγκο δουλειάς. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκεται η βίαιη εξίσωση προς τα κάτω, εις βάρος όσων «χαλούν την πιάτσα» ή απειλούν την κυρίαρχη παραδοσιακή δομή του υποκαταρτισμένου, στεί­ρου βιοπο­ρισμού. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι μαφιόζικου τύπου «παρεμβάσεις» του κακώς εννοούμενου συνδικαλισμού προκειμένου τα «ήμερα», π.χ. αξιοκρατικά λειτουργούντες προϊστάμενοι, να μην αναδείξουν με αρνητικές αξιολογήσεις τις προκλητικές αργομισθίες και αντιπαραγωγικές συ­μπεριφορές των κάθε είδους «αγρίων». Πολύ συχνές είναι, επίσης, οι καταστάσεις ποικιλόμορφου bullying σχολικού τύπου στον εργασιακό χώρο, το οποίο υφίστανται εκπρόσωποι της Ουρούκ από εκπροσώπους του Στόουνχεντζ, και έναντι του οποίου είναι στην Ελλάδα και νομικά απροστάτευτοι. Σε τέτοιες περιπτώσεις αναδεικνύεται ξεκάθαρα και η ψυχοπνευματική καθήλωση ορισμένων εκ των εκπροσώπων του Στόουνχεντζ στην σχολική ηλικία ή, με άλλα λόγια, η απουσία αισθητής κοινωνικής και συ­μπεριφορικής εξέλιξης με την πάροδο των χρόνων. Το φαινόμενο αυτό μπορεί επίσης να ανα­χθεί στην ελλιπή αστικοποιητική διαδικασία, δηλαδή στην ανεπαρκή επαφή με την κοινωνική ποικιλο­μορφία. Περαιτέρω, χαρακτηριστικές είναι και οι περιπτώσεις ενσυνείδητης δολιοφθοράς των νόμιμων δικαιω­μάτων εργαζομένων-εκπροσώπων της Ουρούκ και γενικά η δημιουργία μιας τοξικής ατμόσφαιρας ασφυξίας και παράλυσης κάθε έννοιας συναδελφικότητας, δεοντολογίας και παραγω­γικής λειτουργίας των υπηρεσιών.

Παρατηρήσεις, όπως οι ανωτέρω, δεν αφορούν, φυσικά, σε καμία περίπτωση το σύνολον των εμπλεκομένων στην πειραματική συνύπαρξη του Στόουνχεντζ και της Ουρούκ στην Ελλάδα. Ούτε το Στόουνχεντζ της νεοελληνικής κοινωνίας πρέπει να ταυτιστεί γενικευτικά με αντικοινωνικές συμπερι­φορές, λυσ­σώδη συμπλέγματα και άκριτες υπερπαραδοσιακές νοοτροπίες ούτε και η Ουρούκ με κάποια πάντοτε υπερπροηγμένη και εντελώς διαφοροποιημένη προς το Στόουνχεντζ υπόσταση. Ένας τέτοιου είδους απλουστευτικός εξελικτισμός θα παρέβλεπε σίγουρα και τις πάντα σημαντικές εξατομι­κευμένες χαρακτηριολογικές παραμέτρους, τις διαφορετικές προσωπικές ιστορίες, καθώς και καταγωγικής φύσεως ζητήματα κοινωνικοαν­θρωπολογικής ποικιλομορφίας εντός του νεοελληνικού κράτους. Εντούτοις, το πεδίο της πολύ συχνά επικίνδυνης και τοξικής αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα υπό συζήτησιν πρότυπα προ­σωπικής και επαγγελματικής αποκατάστασης μοιάζει να προσφέρει πειστικές κοινωνικοανθρωπολο­γικές ερμηνείες για ένα πλήθος νεοελληνικών παθογενειών. Δίνει, επίσης, και μια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια μεταρρύθμιση στην ελληνική δημόσια διοίκηση, όπου είναι επιτακτική ανάγκη ο εξορθολο­γισμός της σχέσης των δύο κόσμων. Αν, για παράδειγμα εκλάβει κανείς ένα κομ­μάτι της δημόσιας διοίκησης ως το εργασιακό, βιοποριστικό εποικοδόμημα της παραδοσιακής κοινω­νίας προς το σκοπό της δημιουργίας οικογένειας, τότε μια μεταρρύθμιση θα πρέπει να αντικρούσει τις υπερπαραδοσιακές δομές με μία ισχυρή δόση συγκεκριμένων αντιπαραδοσιακών προτύπων.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι αναγκαία μια ριζική αναδιάρθρωση της ιεραρχίας με προνομιακή μοριο­δότηση όσων είναι κάτω από 45 ετών, επιστημονικά εξειδικευμένοι (με πτυχιακούς-μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών), ανύπαντροι και άτεκνοι. Αυτό δεν σημαίνει πως όσοι συμβαίνει να έχουν οικογένεια πρέπει να εκβάλλονται από το σύστημα, απλώς ότι θα ιεραρχούνται σε μια βαθμίδα μοριοδότησης χαμηλότε­ρη από όσους δεν έχουν. Η αντίληψη αυτή συνιστά σαφώς πλήρη ανατροπή της παραδοσιακής αντί­ληψης περί «κοινωνικών κριτηρίων». Είναι, όμως, απολύτως συμβατή με μια πολιτική λογική «αστικο­ποιητικού άλματος». Δηλαδή μια πολιτική που έχει σαν στόχο όχι απλώς οι πολίτες μιας χώρας να κάνουν οικογένεια και παιδιά, αλλά τα παιδιά αυτά να μην χαθούν αργότερα για την χώρα, μετανα­στεύοντας μαζικά στο εξωτερικό, ακριβώς επειδή η πατρίδα τους δυσλειτουργεί λόγω των υπερπαρα­δοσιακών δομών της. Παράλληλα, η κατάργηση της αρ­χαιότητας ως βασικού κριτηρίου ιεράρχησης των υπαλλήλων μιας διοικητικής δομής, με άλλα λόγια το να πάψουν να υπάρχουν προϊστάμενοι με απολυτήριο λυκείου και υφιστάμενοι με πτυχία και μετα­πτυχιακά, είναι ένα από τα ζητήματα που εν έτει 2016 κρίνουν την συνολική υπόστα­ση ολόκληρων κομμάτων και πολιτικών. Και, επειδή ο ξαφνι­κός και ταπεινωτικός υποβιβασμός στην ιεραρχία αν­θρώπων που, έστω για λάθος λόγους, κατέχουν επί χρόνια θέσεις προϊσταμένων σίγουρα δεν συνιστά την βέλτιστη διευθέτηση (μεταξύ άλλων διότι παραπέμπει και στις μέρες του πρώιμου κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980), ευκταίες θα ήταν εδώ οι λύσεις πρόωρης εφεδρείας. Υπάλληλοι π.χ. χωρίς πτυχία ή διορισμό μέσω ΑΣΕΠ και με μισθούς άνω των 1200-1300 ευρώ μπορούν να οδηγηθούν στην εφεδρεία με το 40% του μισθού, με το υπόλοιπο 60% να μετα­τρέπεται στον μισθό νεοδιόριστων καταρτισμένων πτυχιούχων.

Προφανώς, τέτοιες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως, άλλωστε, και κάθε άλλο μέτρο, θα αδικού­σαν σε εξατομικευμένο επίπεδο αρκετούς ανθρώπους, την ίδια στιγμή, όμως, θα απέδιδαν δικαιοσύνη σε πολύ περισσότερους. Κυρίως, θα συνιστούσαν ίσως την μοναδική οδό προκειμένου να καταμερίσει κανείς τους δύο υπό διερεύνησιν κόσμους με τρόπο που δεν θα οδηγεί στην παγκυριαρχία του Στόουν­χεντζ εντός Ελλάδος και στην εξορία της Ουρούκ εκτός Ελλάδος. Παρά ταύτα, όσο οι πολιτι­κοί και ιδεολογικοί χώροι στην Ελλάδα θα συ­νεχίζουν να δίνουν, ακριβώς σε θέματα όπως αυτά, την εντύπω­ση ότι διαφέρουν μόνο ως προς την «επιφαινόμενη» ιδεολογία, αλλά ομοιάζουν απόλυτα ως προς την βαθύτερη κοινωνική τους ανθρωπο­λογία, τόσο πρέπει να θυμάται κανείς ότι στην εξέλιξη της ανθρω­πότητας χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια για να οδηγη­θούμε από το Στόουνχεντζ στην Ουρούκ. Συνε­πώς, είναι θέμα του καθενός από εμάς να απο­φανθεί αν θεωρεί ότι η Ελλάδα της εποχής μας έχει το περιθώριο να περι­μένει τόσο πολύ…

Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου: Μια εκπαιδευτική επανάσταση στην διάθεση όλων

23 Νοεμβρίου, 2014 7 Σχόλια

Τι είναι αυτό που εδρεύει μεν στην Κύπρο, δρα όμως πλήρως και στην Ελλάδα; Τι μπορεί να ονο­μάζεται «εξ αποστάσεως», αλλά να βρίσκεται κάθε στιγμή μέσα στο ίδιο μας το σπίτι; Η απάντηση στο μικρό αυτό αίνιγμα θα μπορούσε να δοθεί με πολύ σύντομο τρόπο: το πτυχιακό Πρόγραμμα «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό» του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου. Στην πραγματικότητα, όμως, η σύντομη αυτή απάντηση δεν εξηγεί επαρκώς για τι πράγμα μιλάμε. Το κυριότερο: δεν αρ­κεί για να τεκμηριώσει τον χαρακτηρισμό «επανάσταση» στον τίτλο του κειμένου. Για τον σκοπό αυτό χρειάζεται μια λίγο πιο αναλυτική απάντηση, την οποία, όμως, αξίζει τον κόπο να προσπαθή­σουμε να δώσουμε.

ΑΠΚΥ-Εικ

Ήδη πολύ πριν ξεσπάσει στην Ελλάδα η οικονομική κρίση, η πανεπιστημιακή τριτοβάθμια εκπαί­δευση θεωρούνταν ένας από τους μεγάλους ασθενείς της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότη­τας και γενικότερα της ελληνικής κοινωνίας. Ο λόγος για αυτό δεν ήταν τόσο η έλλειψη αξιόλογων επιστημόνων στα ελληνικά πανεπιστήμια, αλλά κυρίως η γενικότερη δομή, εντός της οποίας αυτοί ήταν αναγκασμένοι να δρουν. Χαρακτηριστικά της δομής αυτής δεν υπήρξαν μόνο συγκεκριμένες εκφάνσεις παρωχημένων εκπαιδευτικών συνθηκών και νοοτροπιών, ιδίως στις θεωρητικές επιστήμες (π.χ. απρόσωπη διδασκαλία σε απέραντα αμφιθέατρα, λογική του ενός συγγράμματος, αντιπαραγωγική ακολουθία παραδόσεων-εξεταστικών, μη συστηματική διάρθρωση του διδακτικού υλικού, εγκυκλοπαιδισμός και έλλειψη έμφασης στην εκπόνηση επιστημονικών εργασιών, κλπ.). Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι στο πλαίσιο της ίδιας δομής το πανεπιστήμιο, ένα από τα κατεξοχήν προϊόντα του αστικού πολιτισμού, κατέληξε να αποτελεί οργανικό υποσύστημα ενός κοινωνικού συστήματος με έκδηλα τα σημάδια της ανθρωπολογίας του μη αστικού χώρου. Φαινόμενα, όπως π.χ. η ίδια η ίδρυση πανεπιστημίων ή πανεπιστημιακών τμημάτων για την εξυπηρέτηση των πελατειακών διευθετήσεων κομμάτων και πολιτευτών, οι υπόλοιπες εκφάνσεις της έλλειψης κουλτούρας διάκρισης δημοσίου και ιδιωτικού (καταλήψεις, οικογενειοκρατία, φατριασμοί, κλπ.), η ανθρωπολογία της βεντέτας, της σύγκρουσης και της βίας (κομματικές νεο­λαίες), καθώς και η διαρκής, άκριτη αναπαραγωγή της δομής αυτής κατέστησαν το ελληνικό πανε­πιστήμιο μέρος του ευρύτε­ρου προβλήματος της ελληνικής κοινωνίας και όχι της λύσης του.

Όλα αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι ότι, όσο κι αν ακούγεται πα­ράξενο, εδώ και λίγα χρόνια το άλλο εκείνο ελληνικό πανεπιστήμιο, αυτό που πολλοί από εμάς οραματιστήκαμε, ονειρευτήκαμε και θεωρήσαμε ότι ποτέ δεν θα υπάρξει στην Ελλάδα, υπάρχει στ΄ αλήθεια και είναι δίπλα μας. Το πρώτο βήμα για να το γνωρίσουμε είναι να λύσουμε το αίνιγμα που τέθηκε στην αρχή αυτού του κειμένου. Να συνειδητοποιήσουμε, δηλαδή, ότι, όπως ακριβώς και τα φαινόμενα, έτσι και οι ονομασίες συχνά απατούν. Το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, λοιπόν, δεν είναι κάποιο «μακρινό» ίδρυμα, που αφορά αποκλειστικά τους Κυπρίους και την Κύπρο. Στην πραγματικότητα είναι ένα ελληνοκυπριακό πανεπιστήμιο, το οποίο εδρεύει μεν διοικητι­κά στην Κύπρο, απευθύνεται, όμως, εξίσου και σε όλους τους Έλληνες της Ελλάδας και του εξωτε­ρικού. Οι Έλληνες της Ελλάδας, μάλιστα, αποτελούν ήδη την πλειονότητα των φοιτητών του. Ση­μαντικό εί­ναι, επίσης, να λύσουμε και το άλλο σκέλος του αινίγματος, δηλαδή να κατανοήσουμε τι πραγματι­κά σημαίνει «εξ αποστάσεως εκπαίδευση». Ο συγκεκριμένος όρος αποδίδει μεν καταρχάς τον αγ­γλικό αντίστοιχο «distance learning», εισαγόμενος, ωστόσο, στα συμφραζόμενα της ελληνι­κής εκ­παιδευτικής και πανεπιστημιακής πραγματικότητας προσλαμβάνει έναν λίγο διαφορετικό χαρακτή­ρα. Ο λόγος είναι ότι όσοι έχουν την εμπειρία του συμβατικού πανεπιστημίου στην Ελλάδα κατα­νοούν ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη «εξ αποστάσεως εκπαίδευση» από το να είσαι σε ένα αμφιθέα­τρο μαζί με άλλους 200 ανθρώπους, των οποίων τα ονόματα και τα πρόσωπα δεν θα μάθει ποτέ κα­νείς διδάσκων, από το να μην έχεις συναντήσει ποτέ προσωπικά τους καθηγητές σου, από το να μην σε πληροφορεί κανείς γιατί πήρες 7 και όχι 8 στις εξετάσεις (και να περιορίζεσαι απλά στο να ψάχνεις το όνομα και την βαθμολογία σου σε λίστες με εκατοντάδες ονόματα) ή από το να μην έχεις τακτική και προσωπική καθοδήγηση όσον αφορά τις απορίες, τον τρόπο μελέτης και γενικά την διαδικασία της μάθησης και της εισαγωγής στην επιστήμη.

Σε αντίθεση με αυτή την αρνητικά εννοούμενη, πραγματική εξ αποστάσεως εκπαίδευση, η «εξ αποστάσεως εκπαίδευση» στο Πρόγραμμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό του Ανοικτού Πανε­πιστημίου Κύπρου συνιστά ίσως την πιο άμεση, προσωπική και εξατομικευμένη μορφή πανεπιστη­μιακής εκπαίδευσης. Αυτή επιτυγχάνεται καταρχάς χάρη στα ολιγομελή τμήματα συνήθως 20-30 φοιτητών, στα οποία ο διδάσκων αναπτύσσει ουσιαστική προσωπική επικοινωνία με κάθε φοιτητή ξεχωριστά. Η επικοινωνία αυτή λαμβάνει χώρα τόσο στις δια ζώσης Ομαδικές Συμβουλευτικές Συ­ναντήσεις όσο και διαδικτυακά, χάρη στον προηγμένο τεχνολογικό εξοπλισμό του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου. Χρησιμοποιώντας τεχνολογικά άρτιες πλατφόρμες τηλεκπαίδευσης και τηλεδιάσκεψης, διεξάγοντας συχνές τηλεσυνα­ντήσεις τμήματος και διατμηματικά τηλεσεμινάρια, το σύστημα σπουδών στο Ανοικτό Πανεπιστή­μιο Κύπρου δημιουργεί τις προϋποθέσεις διαρκούς διαπροσωπικής επαφής και επικοινωνίας μεταξύ φοιτητών και διδασκόντων. Ακόμη και οι ίδιες οι Ομαδικές Συμβουλευτικές Συ­ναντήσεις (ΟΣΣ) με­ταδίδονται ζωντανά διαδικτυακά (γίνονται, δηλαδή, «υβριδικά» στην γλώσσα του προγράμματος) και μπορεί κανείς να τις παρακολουθήσει από το σπίτι του είτε ζωντα­νά είτε μαγνητοσκοπημένες σε μεταγενέστερο χρόνο. Σαν αποτέλεσμα, το Πρόγραμμα Σπουδών είναι ιδανικό για σπουδαστές κάθε ηλικίας, παρέχοντας την απαιτούμενη ευελιξία ιδίως σε όσους έχουν φορτωμένο πρόγραμμα επαγγελματικών και οικογενειακών υποχρεώσεων.

Μία από τις πιο σημαντικές παραμέτρους της επικοινωνίας μεταξύ διδασκόντων και φοιτητών εί­ναι η σχέση μεταξύ γρα­πτών εργασιών και εξατομικευμένων δελτίων βαθμολόγησης. Σε αντίθεση, δηλαδή, με το συμβατι­κό πανεπιστήμιο, όπου σε προπτυχιακό επίπεδο η συγγραφή γραπτών εργα­σιών αποτελεί την εξαί­ρεση, στο πτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό του Ανοικτού Πανε­πιστημίου Κύπρου η συγγραφή εργασιών αποτελεί την ραχοκοκκαλιά των σπουδών. Με αυτό τον τρόπο οι φοιτητές όχι μόνο εισάγονται από την πρώτη μέρα στην πεμπτουσία της επι­στημονικής διαδικασίας που είναι η συγγραφή επιστημονικών κειμένων και η ορθή χρήση και πα­ρουσίαση των βιβλιογρα­φικών δεδομένων, αλλά η πρόοδός τους σε αυτό το πεδίο ελέγχεται μέσω εξατομικευμένων δελτίων βαθμολόγησης. Σε αυτά δεν αναφέρεται μόνον ο βαθμός, αλλά και συ­γκεκριμένα κριτήρια βαθμο­λόγησης (δομή, βιβλιογραφική παρουσίαση, γλώσσα, έρευνα), με ανα­λυτικό σχολιασμό και επιση­μάνσεις. Παράλληλα, ο κάθε φοιτητής παραλαμβάνει, φυσικά, διορθω­μένη και την ίδια την εργα­σία του, έχοντας την δυνατότητα να δει αναλυτικά τις διορθωτικές παρεμβάσεις και επάνω στο κείμενο.

Οι επαναστατικές πρακτικές επεκτείνονται, όμως, και στην ίδια την βιβλιογραφική βάση των ερ­γασιών και της μελέτης. Απορρίπτοντας την αντιεπιστημονική πρακτική του ενός συγγράμματος, του ενός καθηγητή και της μίας αλήθειας (επιστημονικής, ιδεολογικής, κλπ.), η πλατφόρμα τηλεκ­παίδευσης του Ανοικτού Πανε­πιστημίου Κύπρου περιλαμβάνει ποικιλία συγγραμμάτων πολλών διαφορετικών επιστημόνων, Ελλήνων και ξένων. Με αυτό τον τρόπο οι φοιτητές εξοικειώνονται με τον πλουραλισμό και με τις πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις στο κάθε αντικείμενο, αναπτύσσο­ντας την κριτική τους σκέψη. Η επιστημονική αυτή πολυφωνία συνδέεται στενά και με μία ακόμη τομή του προγράμματος, η οποία είναι ίσως η πιο επαναστατική από όλες. Το Πρόγραμμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό του Ανοικτού Πανε­πιστημίου Κύπρου είναι ίσως ο μοναδικός εκπαιδευτι­κός και επιστημονικός οργανισμός στον ελληνικό χώρο που επενδύει δυναμικά στην δεξαμενή των νέων επιστημόνων. Σε χαρακτηριστική αντίθεση με άλλα ημεδαπά ιδρύματα, στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου και ειδικά στο Πρόγραμμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό υλοποιείται αυτό που θα έπρεπε να είναι η επίσημη πολιτική ενός ολόκληρου κράτους: προσφέρεται η δυνατότητα εργασίας σε νέους επιστήμονες με νέες νοοτροπίες, εξαιρετικά βιογραφικά, όρεξη για δουλειά και ως επί το πλείστον χωρίς άλλες ενασχολήσεις και θέσεις. Σαν αποτέλεσμα, όσο κι αν ακούγεται περίεργο, κάθε φοιτητής που αποφασίζει να φοιτήσει στο Πρόγραμμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό όχι μόνο απολαμβάνει τις υψηλότερου επιπέδου εκπαιδευτικές υπηρεσίες, αλλά στηρίζει έμπρακτα ένα κομμάτι της γενιάς εκείνης των νέων επιστη­μόνων, την οποία οι κάθε είδους παθογένειες, πολυθεσίες και κλειστές καταστάσεις της ελληνικής κοινωνίας καταδικάζουν στην ανεργία και την μετανάστευση. Στηρίζει την γενιά, την οποία το ελ­ληνικό κράτος, πιστό στην βαθύτερη ανθρωπολογία του ως προς τις παραδοσιακές σχέσεις μεταξύ των γενεών, θέτει σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τους συνταξιούχους του.

Το έμπρακτο αυτό ενδιαφέρον του προγράμματος για την ανανέωση και πρόοδο της κοινωνίας εκφράζεται και με μια άλλη καινοτομία του, τις λεγόμενες αυτοτελείς Θεματικές Ενότητες. Οι Θεματικές Ενότητες αποτελούν τον άξονα των σπουδών στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, εί­ναι αυτό που στο συμβατικό πανεπιστήμιο θα λέγαμε «τα μαθήματα». Εκτός, τώρα, από την κανονική φοίτηση στο πρόγραμμα, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει κανείς να αποφοιτήσει από 20 εξαμηνιαίες Θεματικές Ενότητες (επί συνόλου 36), υπάρχουν και οι λεγόμενες αυτοτελείς Θεματικές Ενότη­τες. Αν, για παράδειγμα, κάποιος δεν θέλει να φοιτήσει εξ ολοκλήρου στο πρόγραμμα, αλλά έχει έντονο ενδιαφέρον για συγκεκριμένες μόνο πτυχές του ελληνικού πολιτι­σμού, μπορεί να παρακο­λουθήσει αυτοτελώς μία έως τρεις Θεματικές Ενότητες. Η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι ιδανική για κάποιον που επιθυμεί π.χ. να μάθει αρχαία ελληνικά σε μη σχολικό πλαίσιο, αφού μπορεί να φοιτήσει αυτοτελώς στις δύο αντίστοιχες Θεματικές Ενότητες (Αρχαία Ελληνικά Ι και ΙΙ) και να αποκομίσει υπεύθυνες και σοβαρές γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου. Με αυτό τον τρόπο, οι αυτο­τελείς Θεματικές Ενότη­τες δίνουν την ευκαιρία στον καθένα να ανοίξει ένα παράθυρο στην επιστη­μονική γνώση πτυχών του ελληνικού πολιτισμού, χωρίς μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις σε χρόνο και χρή­μα.

Τέλος, το άνοιγμα του προγράμματος στην κοινωνία εκφράζεται και με μια σειρά άλλων αξιόλογων πρωτοβουλιών. Σε αυτές ανήκει π.χ. ο θεσμός των επισκέψεων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους (όπως π.χ. αυτή), αλλά και αυτός των επίσης ανοιχτών τηλεσεμιναρίων. Στο πλαίσιο των τελευταίων, συγκεκριμένες, ζωντανές διαλέξεις των διδασκόντων πάνω σε ποικίλα θέματα ελληνικού πολιτισμού γίνονται προσιτές σε όλους μέσα από την οθόνη του υπολογιστή τους. Μέσω συγκεκριμένου ηλεκτρονικού συνδέσμου που κοινοποιείται εν όψει της εκάστοτε διάλεξης, ο καθένας μπορεί από το σπίτι του να εισέλθει στην πλατφόρμα τηλεκπαίδευσης του προγράμματος, να παρακολουθήσει την τηλεδιάλεξη, ακόμα και να συμμετάσχει στην συζήτηση που πάντα ακολουθεί. Με αυτό τον απλό, αλλά ταυτόχρονα και πρωτοποριακό τρόπο καταργούνται οι γεωγραφικές αποστάσεις και ανοίγονται νέες, συναρπαστικές δυνατότητες. Σαν αποτέλεσμα, ιδίως άνθρωποι που κατοικούν μακριά από τα σημεία εκείνα της χώρας (κυρίως Αθήνα και Θεσσαλονίκη), όπου λαμβάνουν χώρα οι περισσότερες σχετικές εκδηλώσεις (διαλέξεις, σεμινάρια, συνέδρια), αποκτούν τώρα δωρεάν πρόσβαση σε ένα ψηφιακό πλέον πρόγραμμα δραστηριοτήτων για τον ελληνικό πολιτισμό. Το γενικότερο επακόλουθο της γενικότερης αυτής δραστηριότητας είναι η δημιουργία μιας πραγματικής και ενεργού κοινότητας ανθρώπων, φοιτητών, αποφοίτων και διδασκόντων, η οποία στηρίζει ένα πρόγραμμα σπουδών που το θεωρεί πλέον οικογένειά της.

Συνοψίζοντας, χωρίς απεργίες, καταλήψεις, αφισοκολλήσεις, χωρίς κομματικούς στρατούς, προ­πηλακισμούς, εντοιχισμούς, με σεβασμό στους συνταξιούχους, αλλά επενδύοντας δυναμικά στην γενιά εκείνη των νέων επιστημόνων, για την οποία σχεδόν κανείς άλλος δεν ενδιαφέρεται, το πτυ­χιακό Πρόγραμμα «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό» του Ανοικτού Πανε­πιστημίου Κύπρου δι­δάσκει στην πράξη τι σημαίνει (εκπαιδευτική) επανάσταση. Αποδεικνύει ότι επανάσταση δεν κάνεις αναπαράγοντας διαρκώς την δομή (την κουλτούρα εξομοίωσης δημοσίου και ιδιωτικού, την οικογενειακή ιδεολογία, τα πατροπα­ράδοτα πρότυπα συμπεριφοράς και συγκρότησης σχέσεων, τον ανθρωπολογικό κύκλο της ιδεολογικής σύγκρουσης και βεντέτας), αλλά υιοθετώντας κριτική στάση απέναντί της και αναλαμβάνοντας ενεργό δράση για την ουσιαστική αλλαγή της. Στο τέλος του κύκλου της με­ταπολίτευσης το πτυ­χιακό Πρόγραμμα «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό» του Ανοικτού Πανεπι­στημίου Κύπρου συνιστά για πρώτη φορά μια τέτοια ουσιαστική επανάσταση. Μια εκπαιδευτική επανάσταση διαθέσιμη σε όλους τους Έλληνες της Ελλάδας, της Κύπρου και του εξωτερικού.

Ανασκαφικός τουρισμός: συζήτηση ή σύγκρουση;

7 Αυγούστου, 2014 5 Σχόλια

Κάθε καλοκαίρι διεξάγεται στην Ελλάδα ένα πλήθος αρχαιολογικών ανασκαφών. Το φετινό καλοκαίρι, ωστόσο, έμελλε να μην περιλαμβάνει μόνο ανασκαφές, αλλά και πολύ λόγο περί των ανασκαφών. Αιτία το πρόγραμμα «Γίνε αρχαιολόγος για μία μέρα», το οποίο επιχείρησαν να υλοποιήσουν το ξενοδοχειακό συ­γκρότημα Costa Navarino σε συνεργασία με τους υπευθύνους της ανασκαφής στην αρχαία Μεσσήνη. Στο πλαίσιο του τουριστικού αυτού πακέτου, τουρίστες θα είχαν την δυνατότητα της συμμετοχής έναντι πληρω­μής (120 ευρώ την ημέρα) στις ανασκαφές για μια ημέρα ή μια εβδομάδα. Το εγχείρημα που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ προκάλεσε έντονη δημόσια αντιπαράθεση, καθώς προσδέθηκε γρήγορα στο υφι­στάμενο συγκρουσιακό πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης: από την μια μεριά μέσα και πρόσωπα φίλα προσκείμενα στην λεγόμενη μεταρρυθμιστική και (νεο)φιλελεύθερη πτέρυγα της ελληνικής πολιτικής (βλ. π.χ. τα τρία άρθρα της Μ. Κατσουνάκη στην εφημερίδα Καθημερινή [09/0713/0720/07/2014]) και από την άλλη οι σχετικές παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του κατά βάσιν επίσης αριστερών προσανατολισμών Συλ­λόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (ΣΕΑ). Η συγκεκριμένη αντιπαράθεση ανέδειξε για άλλη μια φορά ένα σημα­ντικό πρόβλημα της δημόσιας συζήτησης στην Ελλάδα που δεν είναι άλλο από το ότι σε περιπτώσεις σαν και αυτή μοιάζει να ενδιαφέρει περισσότερο η σύγκρουση παρά η (όποια) συζήτηση. Η έμφαση στην σύ­γκρουση δεν είναι φυσικά παράλογη αν ληφθεί υπόψιν ο σημαντικός ρόλος του συγκεκριμένου φαινομένου στο πλαίσιο των παραδοσιακών, μη αστικών καταβολών της ελληνικής κοινωνίας. Πράγματι, ο ανθρωπολο­γικός αναγω­γισμός των ιδεολογικών «επιφαινομένων», η ροπή περισσότερο στην βεντέτα και λιγότερο στον «σασμό», μοιάζει να ενισχύεται από ένα χαρακτηριστικό κομμάτι σε ένα από τα άρθρα της Κατσουνάκη. Εί­ναι το ση­μείο, όπου απορρίπτεται όχι μόνο το «όχι», αλλά και το «ναι μεν, αλλά» της άλλης άποψης, καθι­στώντας σαφές ότι αυτό που ενδιαφέρει εδώ δεν είναι η συζήτηση, αλλά η απόλυτη υποταγή της αντίθετης γνώμης, πιθανώς και η άνευ όρων συνθηκολόγηση του εχθρού πάνω στο USS Missouri…Αντίστοιχα φαι­νόμενα αδιαλλαξίας απαντώνται, όμως, συχνά και στην άλλη πλευρά. Ως «άλλη πλευρά» δεν νοείται εδώ συλλήβδην κάθε άν­θρωπος που εξέφρασε αμφιβολίες και αντιρρήσεις για πτυχές του ευρύτερου ζητήματος των ανοι­χτών ανα­σκαφών (στην κατηγορία αυτή, άλλωστε, αυτή δηλαδή όσων εκφράζουν τέτοιες αμφιβο­λίες, ανή­κει και ο γράφων, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια). Νοείται κυρίως η πλευρά εκείνη που δίνει την εντύ­πωση ότι εί­ναι εντελώς κλειστή στην προοπτική να συζητήσει, όχι αναγκαστικά με τους ακραίους και επιθε­τικούς εκ­προσώπους της άλλης άποψης (που είναι λογικό), αλλά ακόμη και με όσους θα ψέλλιζαν με διαλ­λακτική διάθεση κάποιο δικό τους «ναι μεν, αλλά» στα επιχειρήματά της.

Anaskafes

Ανασκαφές: δημόσιες ιδιωτικές ή και ιδιωτικές ιδιωτικές…;

Σαν αποτέλεσμα, η περίπτωση της αρχαίας Μεσσήνης, η οποία λόγω της εμπλοκής της ιδιωτικής πρωτο­βουλίας προσέφερε μια εξαιρετική αφορμή για σύγκρουση, απομονώθηκε από το ευρύτερο θέμα, στο οποίο εντάσσεται: το ζήτημα του ανασκαφικού τουρισμού ως μορφής εναλλακτικού τουρισμού. Είναι μάλλον βέβαιο ότι χωρίς την εμπλοκή του Costa Navarino το ζήτημα δεν θα είχε γίνει αντικείμενο θορυβώδους δη­μόσιας αντιπαράθεσης, όπως, άλλωστε, δεν έγινε η αναλυτική πρόταση των αρχαιολόγων Α. Τσαραβόπου­λου και Γκ. Φράγκου για τον ανασκαφικό τουρισμό. Βασικό θέμα της συζήτησης αυτής, όπως τουλάχιστον το αντιλαμβανόμαστε εμείς, είναι το αν πρέπει αν υπάρξει στην χώρα μας συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο που να επιτρέπει και να ρυθμίζει την επί πληρωμή συμμετοχή τουριστών σε αρχαιολογικές ανασκαφές. Διότι χω­ρίς προϋπάρχουσα, σχετική νομική ρύθμιση και νόμιμη αδειοδότηση, απλά και μόνο κάνοντας έφοδο με την σημαία των μεταρρυθμίσεων και του αφρι­κανικής κοπής ευρωπαϊσμού (αυτού με τα φετίχ), δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι συντρέχουν ακριβώς οι βέλτιστες συνθήκες για την υλοποίηση μιας τέτοιας πρωτοβουλίας. Στην ουσία του το ζήτημα μπορεί να δια­κριθεί σε τέσσερα υποζη­τήματα: το θέμα του ερασιτεχνισμού (αν, δηλαδή, δεχόμαστε γενικά να συμμε­τέχουν αρχαιολογικά ανειδί­κευτοι ιδιώτες-τουρίστες σε μια εξειδικευ­μένη επιστημο­νική δραστηριότητα, όπως η αρχαιολογική ανα­σκαφή), το θέμα του τρόπου συμμετοχής των ιδιωτών στις ανασκαφές (για πόσο χρόνο θα συμμετέχουν, τι εργασίες θα επιτραπεί να εκτελούν, κλπ.), το θέμα του αντιτίμου (αν, δηλαδή, δε­χόμαστε οι τουρίστες να πληρώνουν για την συμμετοχή τους αυτή) και, τέλος, το θέμα του φορέα (το ποιος θα δικαιούται να είναι ο αποδέκτης και διαχειριστής του αντιτίμου για την συμμετοχή).

Ως προς το πρώτο ζήτημα, το αν, δηλαδή, πρέπει να συμμετέχουν ανειδίκευτοι σε αρχαιολογικές ανασκα­φές, μπορεί καταρχάς να αναφερθεί το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει ήδη, πολύ συχνά και σε διάφορες μορφές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Θεωρητικά δεν είναι, φυσικά, λάθος η παρατήρηση του ΣΕΑ ότι υπάρχουν «κίνδυνοι που συνεπάγεται η συμμετοχή ανθρώπων άσχετων με την αρχαιολογία στη διαδικασία της ανασκαφής, της αναστήλωσης ή της συντήρησης». Στην πράξη, όμως, έχει αποδειχθεί ότι είναι η ίδια η φύση της ανασκαφής, η οποία περιλαμβάνει και δραστηριότητες αμιγώς εργατοτεχνικού ή καθαρά επικουρι­κού χαρακτήρα, που καθιστά εφικτή την συμμετοχή σε αυτήν και ανειδίκευτου προσωπικού. Αυτό αναγνω­ρίζεται, άλλωστε, και επίσημα από το ελληνικό κράτος και το υπουργείο πολιτισμού, το οποίο προκηρύσσει συνεχώς θέσεις για εργατοτεχνικό προσωπικό ΥΕ και ΔΕ. Σαφώς πολλοί από τους εργάτες αυτούς, ιδίως κάποιοι από τους αρχιτεχνίτες που δουλεύουν μέσα στα σκάμματα, έχουν συγκεντρώσει με τον καιρό με­γάλη ανασκαφική εμπειρία. Τυπικά, ωστόσο, δεν διαθέτουν ούτε αυτοί εξειδίκευση ΠΕ στην αρχαιολογία. Διαθέτουν απλώς (πέραν της εμπειρίας) την νομική κάλυψη και το πλαίσιο που ρυθμίζει την απασχόλησή τους σε συγκεκριμένες ανασκαφικές εργασίες, δηλαδή σε επιμέρους πτυχές μιας κατά τα άλλα εξειδικευμένης επιστημονικής δραστηριότητας, όπως είναι η αρχαιολογική ανασκαφή και γενικότερα η αρχαιολογία.

Εκτός αυτού, σε ό,τι αφορά το ζήτημα του ερασιτεχνισμού στην αρχαιολογία (πτυχές, του οποίου έχει θίξει και ο γράφων από άλλη θέση), συντρέχουν στην Ελλάδα συνθήκες που υπαγορεύουν μια κάποια μετριο­πάθεια στην προσέγγισή του. Όπως, δηλαδή, έχει αναλύσει σε άρθρο της το 2009 η Κ. Φουσέκη, στην Ελ­λάδα είναι συχνά οι ίδιοι οι αρχαιολόγοι που είναι επιφορτισμένοι, και μάλιστα δια νόμου, με το καθήκον του ερασιτε­χνισμού. Στο πλαίσιο, δηλαδή, μιας παρωχημένης αντίληψης για το ευρύτερο και σύνθετο πεδίο της πολιτι­σμικής κληρονομιάς ανατίθεται στους αρχαιολόγους η ευθύνη για πτυχές πολιτισμικής διαχείρισης που ανή­κουν (και) σε άλλες ειδικότητες. Ένα από τα παραδείγματα που αναφέρει η Φουσέκη αφορά το Κε­ντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ), ένα όργανο που παρά το ότι καλείται να διευθετεί ζητήματα στο ση­μείο επαφής μεταξύ της αρχαιολογικής δραστηριότητας και της κοινωνίας αποτελείται κατά βάσιν από αρ­χαιολόγους, οι οποίοι καλούνται να κάνουν και την δουλειά κοινωνιολόγων, ανθρωπολόγων ή κοινωνικών ψυχο­λόγων. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα που θα μπορούσαμε να προσθέσουμε αφορά τις περι­πτώσεις, όπου αρχαιολόγοι αναλαμβάνουν να κάνουν την δουλειά μουσειολόγων. Η διαμόρφωση π.χ. των εκθέσεων σε δύο από τα πιο σημαντικά νέα μουσεία της χώρας, το νέο Μουσείο της Ακρόπολης και το νέο Μουσείο Πα­τρών, ανατέθηκε σε δύο έμπειρους μεν αρχαιολόγους της παλαιότερης γενιάς, χωρίς όμως μου­σειολογική κατάρτιση και εξειδίκευση. Αρχαιολόγοι χωρίς ανάλογη ειδίκευση υπηρετούν, επίσης, συχνά και ως τμημα­τάρχες μουσείων στο πλαίσιο των τοπικών εφορειών αρχαιοτήτων. Και αυτό την ίδια στιγμή που υπάρχουν αξιόλογοι νέοι Έλληνες μουσειολόγοι με εξειδικευμένες σπουδές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το γεγο­νός, φυσικά, ότι αρχαιολόγοι νομιμοποιού­νται να λειτουργούν ενίοτε ως ερασιτέχνες κοινωνιολόγοι ή μου­σειολόγοι δεν σημαίνει από μόνο του ότι πρέπει να γίνουν και όλοι οι υπόλοιποι ερασιτέχνες αρχαιο­λόγοι. Είναι, όμως, ένα γεγονός που μπορεί ίσως να αμβλύνει λίγο τον αντιπαραγωγικά απόλυτο χαρακτήρα που ενίοτε προσλαμ­βάνει η σχετική επιχειρηματολο­γία.

Περνώντας π.χ. στο δεύτερο σημείο, δηλαδή το θέμα του τρόπου συμμετοχής των ιδιωτών στις ανασκαφές, θα μπορούσε να οριοθετηθεί μέσα από σχετική συζήτηση το πεδίο δραστηριοποίησης τους. Είναι χαρακτηρι­στικό ότι ως τώρα οι σχετικές παρεμβάσεις δεν εξειδικεύουν όσο θα έπρεπε το συγκεκριμένο σημαντικό σημείο, παρά το ότι υπάρχουν αρκετές και συγκεκριμένες πτυχές μιας ανασκαφής, στις οποίες μπορεί να απα­σχοληθεί το μη εξειδικευμένο προσωπικό. Σε αυτές ανήκουν π.χ. ο έλεγχος των αφαιρούμενων επιχώσε­ων για τυχόν ευρήματα που έχουν διαφύγει της προσοχής, το κοσκίνισμα του χώματος, το ξεχώρισμα –με κα­τάλληλες οδηγίες και επίβλεψη– των διαφορετικών κατηγοριών κεραμεικής (π.χ. κεραμίδες από όστρακα αγγείων), η βοήθεια κατά την πραγματοποίηση των ανασκαφικών μετρήσεων, η βοήθεια στο γράψιμο των ανασκαφικών πινακίδων-καρτελών, η βοήθεια στην φωτογράφηση της ανασκαφής (τοποθέτηση κλίμακας, του βέλους του βορρά, του πίνακα των ανασκαφικών στοιχείων), το πλύσιμο οστράκων αγγείων υπό την επί­βλεψη συντηρητή, καθώς και η τακτοποίηση των ευρημάτων στις αποθήκες. Επίσης, όσοι από τους συμμε­τέχοντες τουρίστες μπορούν, είναι δυνατό να συνεισφέρουν στην δημιουργία σκαριφημάτων για το ανασκα­φικό ημερολόγιο και να προσφέρουν πρακτική βοήθεια στις μετρήσεις που χρειάζονται οι αρχιτέκτονες και σχεδιαστές της ανασκαφής για την δημιουργία των ανασκαφικών σχεδίων. Με αυτό τον τρόπο οι συμμε­τέχοντες τουρίστες απασχολούνται σε ένα οριοθετημένο φάσμα πρακτικών επικουρικών δραστηριοτήτων της ανασκαφής, χωρίς να εμπλέκονται ούτε στις πιο εξειδικευμένες αρχαιολογικές παραμέτρους της, αλλά ούτε και να περιορίζονται αποκλειστικά στις όχι και τόσο ελκυστικές, αμιγώς χειρωνακτικές εργασίες.

Το γεγονός ότι οι ανωτέρω εργασίες είναι επικουρικές δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι προσφέρονται οπωσδή­ποτε και για εμπειρία της «μιας ημέρας». Σε μία μόνο ημέρα ούτε ο ίδιος ο τουρίστας θα αποκομίσει πολλά πράγματα από την συμμετοχή του στην ανασκαφή, αλλά ούτε και η ανασκαφή μπορεί να λειτουργήσει ικα­νοποιητικά αν το επιστημονικό της προσωπικό πρέπει κάθε πρωί να εξηγεί τα ίδια πράγματα σε διαφορετι­κούς ανθρώπους. Αντιθέτως, αν η ίδια ομάδα τουριστών συμμετέχει στην ανασκαφή για μεγαλύτερο διάστημα, ας πούμε ενδεικτικά για τουλάχιστον δύο εβδομάδες, τότε μπορεί ήδη από την δεύτερη-τρίτη μέρα να αρχίσει να εξοικειώνεται με την διαδικασία και την ροή της ανασκαφής. Δύο τουλάχιστον εβδο­μάδες συμμετοχής είναι κατά την γνώμη μας απαραίτητες για να αναπτυχθεί και ένας λίγο πιο ισχυρός δεσμός με την αρχαιολογική θέση και το φυσικό της περιβάλλον. Εκτός αυτού, ένας τουρίστας που θα ξέρει εκ των προτέρων ότι θα απασχοληθεί για ένα διάστημα τουλάχιστον δύο εβδομάδων στην ανασκαφή, είναι πιθανό ότι θα πηγαίνει σε αυτήν πιο συνειδητοποιημένος και με μεγαλύτερη σοβαρότητα ως προς τα κίνητρα και την διάθεση συνεργασίας με το επιστημονικό προσωπικό της ανασκαφής. Μια τέτοια προσέγγιση είναι συμ­βατή με την πρόταση των Τσαραβόπουλου-Φράγκου, όπου γίνεται λόγος για ανασκαφικές διακοπές διαρκεί­ας τουλάχιστον ενός μηνός. Δεν εναρμονίζεται, αντιθέτως, με την οπτική της βραχυπρόθεσμης συμ­μετοχής των τουριστών (π.χ. για μία ή δύο ημέρες), στο πλαίσιο της οποίας δίνεται σαφώς η εντύπωση πως η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της εμπορευματοποίησης της ανασκαφής, άσχετα με το ποιος είναι ο αποδέκτης και διαχειριστής του αντιτίμου συμμετοχής.

Γιατί, όμως, να δεχθούμε γενικά το να πληρώνουν ιδιώτες για να συμμετέχουν σε αρχαιολογικές ανασκα­φές; Γιατί να μην συμμετέχουν σε αυτές εθελοντικά, χωρίς χρηματικό αντίτιμο, όπως γίνεται ήδη σε πολλές περιπτώσεις (χωρίς συνήθως να διατυπώνεται και η ένσταση περί ανειδίκευτων ή ερασιτεχνών); Κατά την άποψή μας, η προοπτική αποδοχής μιας τέτοιας άποψης συνδέεται με το κατά πόσο αποδεχόμαστε την ιδέα του ανασκαφικού τουρισμού ως μορφής εναλλακτικού τουρισμού. Χιλιάδες τουρίστες πληρώνουν κάθε χρόνο χρηματικό αντίτιμο για υπηρεσίες πολιτιστικού τουρισμού, π.χ. επισκέψεις και μουσεία και αρχαιολο­γικούς χώρους, στις οποίες, ειδικά στην Ελλάδα, λίγες φορές τους παρέχεται η δυνατότητα μιας πιο βιωμα­τικής, συμμετοχικής και κονστρουκτιβιστικής εμπειρίας, όπως π.χ. υπαγορεύουν οι σύγχρονες θεωρητικές προ­σεγγίσεις στην μουσειολογία. Αν υποτεθεί, συνεπώς, ότι αφήνουμε κατά μέρος το ζήτημα του ερασιτε­χνισμού (είτε με την μορφή της ένστασης για την συμμετοχή ανειδίκευτων ιδιωτών στις ανασκαφές είτε με αυτή της απόφανσης με αμιγώς αρχαιολογικά, και ως εκ τούτου εν μέρει ερασιτεχνικά κριτήρια για ένα ζή­τημα ευρύτε­ρης πολιτισμικής διαχείρισης, όπως είναι ο ρόλος της ανασκαφής), τότε η πρόταση των Τσαρα­βόπουλου-Φράγκου μπορεί να αποτελέσει μια καλή βάση συζήτησης για την ενσωμάτωση των ανασκαφών στην σφαίρα του εναλλακτικού τουρισμού. Η πρότασή τους για την δημιουργία ζωντανών αρχαιολογικών πάρκων, στην διαμόρφωση των οποίων θα με­τέχουν ενεργά οι ίδιοι οι τουρίστες, η μετατροπή των τελευταί­ων από παθητικούς επισκέπτες σε δρώντα υποκείμενα, η ανάληψη εκ μέρους του επιστημονικού προσωπι­κού ενεργού διδακτικού ρόλου (με σεμινάρια και μαθήματα πάνω σε πτυχές της ιστορίας και της αρχαιο­λογίας), καθώς και η παράλληλη επαφή και με τα πιο σύγχρονα στοιχεία του εκάστοτε τόπου (π.χ. τα τοπικά προϊόντα, τους παρα­γωγούς της περιοχής, κλπ.) έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας αξιόλογης υπηρεσίας εναλ­λακτικού τουρισμού, για την οποία κάθε άλλο παρά παράλογο μπορεί να θεωρηθεί το χρηματικό αντίτιμο εκ μέρους των συμμετεχόντων τουρι­στών.

Ποιος φορέας, όμως, θα πρέπει να δικαιούται να διοργανώνει τέτοιου είδους προγράμματα ανασκαφικού τουρισμού και να εισπράττει, φυσικά, το σχετικό αντίτιμο; Η πρόταση των Τσαρα­βόπουλου-Φράγκου προ­κρίνει την συγκρότηση συνεταιριστικών επιχειρηματικών ομάδων που θα περιλαμβάνουν τους εργαζομένους στον χώρο (αρχαιολόγους, συντηρητές, σχεδιαστές, εργάτες, λογιστές, κ.ά.) σε συνεργασία με τοπικές επαγ­γελματικές ενώσεις (ξενοδόχων, εστιατόρων, ταξιδιωτικών πρακτόρων και όλων των εμπλεκομένων στον τουρισμό), καθώς και με τους πολιτιστικούς συλλόγους της εκάστοτε περιοχής, όπου θα βρίσκεται η ανα­σκαπτόμενη αρχαιολογική θέση. Η δική μας άποψη είναι ότι, αν και σαφώς μια πρόταση, όπως η ανω­τέρω, μπορεί να αποτελέσει βάση συζήτησης, η υλοποίηση τέτοιων προγραμμάτων ανασκαφικού τουρισμού είναι καλύτερα να λαμβάνει χώρα σε ένα πιο αμιγώς αρχαιολογικό-ερευνητικό πλαίσιο. Προτεραιότητα πρέπει να είναι το να διασφαλίζονται κάθε φορά οι όσο το δυνατόν καλύτεροι όροι διεξαγωγής της ανασκαφής, κάτι που σημαίνει ότι επικεφαλής του κάθε προγράμματος πρέπει να είναι το επιστημονικό προσωπικό της. Η εν­σωμάτωση στην εκάστοτε συνεταιριστική ομάδα με όρους ισοτιμίας και μη επιστημονικού προσωπικού (π.χ. ξενοδόχων, ταξιδιωτικών πρακτόρων) δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για τους κινδύνους νόθευσης της ανα­σκαφικής και αρχαιολογικής διαδικασίας με προτεραιότητες άσχετες με αυτήν. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι π.χ. η χρήση φρασεολογίας του τύπου «γίνε αρχαιολόγος για μια μέρα», η οποία μπορεί να θεω­ρείται επικοινωνιακά θεμιτή από έναν ιδιώτη του ξενοδοχειακού κλάδου, από την σκοπιά του επιστήμονα, όμως, συνιστά όχι μόνο έμπρακτη εξαπάτηση του τουρίστα (αφού στην πραγματικότητα δεν γίνεται αρ­χαιολόγος, αλλά απλώς βοηθά τους αρχαιολόγους), αλλά και στοιχείο ευτελισμού της ίδιας της επιστήμης (αφού καλλιεργείται έτσι η αίσθηση ότι η αρχαιολογία είναι επιστήμη που την μαθαίνεις σε μια μέρα ή μια εβδομάδα). Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι σε ανάλογα προγράμματα στο εξωτερικό συναντά κανείς τον πιο με­τριοπαθή τίτλο «ανασκαφή για μια μέρα» (dig for a day). Αντιθέτως, οι κίνδυνοι αυτοί ελαχιστοποιούνται αν το δικαίωμα δημιουργίας και προσφοράς των προγραμμάτων ανασκαφικού τουρισμού επιφυλάσσεται σε ομάδες επιστημονικού αρχαιολογικού προσωπικού. Του προσωπικού, δηλαδή, το οποίο σε αντίθεση με άλ­λους απασχολούμενους στον χώρο του ευρύτερου τουρι­σμού (π.χ. ξενοδόχους) αντιμετωπίζει οξύτατα προ­βλήματα ανεργίας (αρχαιολόγοι, συντηρητές, αρχι­τέκτονες, σχεδιαστές).

Ακόμα, όμως, κι αν φανταστούμε τις συνεταιριστικές αυτές ομάδες ως αμιγώς επιστημονικές ως προς την σύνθεση, δεν αναιρείται το γεγονός ότι τα μέλη τους θα ασκούν μια δραστηριότητα με χαρακτηριστικά (και) ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Μπορεί να τεθεί, επομένως, το ερώτημα αν είμαστε υπέρ του αρχαιολόγου, ο οποίος συμμετέχει σε διαδικασίες που, όπως λέει ο ΣΕΑ, «ιδιωτικοποιούν την επιστημονική έρευνα». Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι κατά πρώτον ότι για να επιμένουμε στο θέμα της ιδιωτικοποίησης πρέπει από την άλλη πλευρά να υπάρχει –ουσιαστικά και όχι μόνο τυπικά– δημόσιος χαρακτήρας. Όποιος, όμως, ζει στην Ελλάδα γνωρίζει καλά ότι η διάκριση ιδιωτικού και δημοσίου είναι πολύ συχνά ρευστή. Και αυτό διότι είναι το ίδιο το «δημόσιο» που πολλές φορές λειτουργεί με όρους προσωπικών, ιδιωτικών μονοπωλιακών συμφερόντων, προσώπων ή ομάδων. Για παράδειγμα, εθιμικού ή παραδοσιακού τύπου ιδιωτικοποίηση των αρχαιοτήτων έχουμε κάθε φορά που ένας αρχαιολόγος διατηρεί de facto επ΄ αόριστον τα δικαιώματα μελέτης και δημοσίευσης ενός συνόλου αρχαιολογικού υλικού. Ιδιωτικοποίηση της αρχαιολογικής κληρονομιάς έχουμε όταν σύνολα ευρη­μάτων ταξιδεύουν ενίοτε ακόμη και ολόκληρους νομούς για να ασφαλιστούν στις «προσωπι­κές» αποθήκες του ιδιοκτήτη των δικαιωμάτων μελέτης τους. Ιδιωτικοποίηση πόρων του δημοσίου έχουμε κάθε φορά που ένας αρχαιολόγος βάζει υφισταμένους του να κάνουν δουλειά για αυτόν, ακόμα και να συγγράφουν επιστη­μονικές δημο­σιεύσεις, χωρίς να αναφέρονται μετά πουθενά τα ονόματά τους. Ιδιωτικοποίηση του δημοσίου έχουμε κάθε φορά που αρχαιολόγοι, σε αγαστή συνεργασία με ιδιωτικές εταιρείες, προσλαμβάνουν χωρίς ή με φωτογρα­φικές προκηρύξεις προσωπικό για σωστικές ανασκαφές. Ιδιωτικοποίηση του δημοσίου συνιστά η ιταμή φράση «θα σε βάλω εγώ στην Χ ανασκαφή», η οποία έχει ακουστεί πολλές φορές από χείλη αρ­χαιολόγων, οι οποίοι παίζουν στην «κατηγορία ΠΕ» το ίδιο παιχνίδι που συνήθως οι πολιτευτές κάθε πε­ριοχής παίζουν στις «κατηγορίες ΥΕ και ΔΕ» (συχνά το εργατοτεχνικό προσωπικό των ανασκαφών «απο­καθίσταται» από τοπι­κούς πολιτευτές, ενώ το αρχαιολογικό προσωπικό από αρχαιολόγους της υπηρεσίας). Εννοείται, φυσικά, ότι τέτοια κρούσματα «παραδοσιακού τύπου» ιδιωτικοποίησης του δημοσίου δεν απαντούν μόνο στην αρχαιο­λογική υπηρεσία, αλλά και σε πολλές άλλες πτυχές του (ένας υψηλά ιστάμε­νος αρχαιολόγος που π.χ. βάζει τους εργάτες της υπηρεσίας να κάνουν δουλειές στο κτήμα του δεν διαφέρει από έναν στρατιωτικό που ως διοικητής τάγματος βάζει τους φαντάρους με πτυχία να κάνουν δωρε­άν ιδιαίτερα μαθήματα στα παιδιά του).

Κατά συνέπεια, και με δεδομένο ότι φαινόμενα, όπως τα ανωτέρω, ουδέποτε έχουν προκαλέσει αντι­δράσεις σαν αυτές που προκαλεί η κεφαλαιοκρατικού τύπου ιδιωτικοποίηση, γεννάται το ερώτημα γιατί όσοι είναι εκτός του δημοσίου πρέπει να στερηθούν το δικαίωμα να κάνουν ό,τι πολύ συχνά κάνουν οι εντός αυ­τού: να επιχειρήσουν, νόμιμα και υπό συγκεκριμένους όρους, να «στεγάσουν» το δικό τους δίκτυο διαπροσωπικών σχέσεων σε αυτοχρηματοδοτούμενα σχήματα ανα­σκαφικού τουρισμού, τα οποία θα δίνουν την δυνατότητα της αρχαιολογικής έρευνας κυρίως σε όσους πιθα­νώς να μην βρουν ποτέ πλέον πρόσβαση στο ελληνικό δημόσιο (αρχαιολογική υπηρεσία ή πανεπιστήμιο). Εδώ μπορεί, φυσικά, κανείς να διερωτηθεί: το ότι υπάρχουν ιδιωτικά «μαγαζιά» εντός του δημοσίου σημαίνει ότι πρέπει αυτά να νομιμοποιηθούν και εκτός αυτού; Πιο ορθή λύση δεν είναι απλά να προσπαθήσουμε να εξαλειφθούν τα φαινόμενα ιδιωτικοποίησης εντός του δημοσίου; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι μια τέτοια προσέγγιση ξεκινά από ορισμούς του «δημοσίου» και του «ιδιωτικού» που δεν μοιάζουν να έχουν ιδιαίτερη σχέση με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας. Στην Ελλάδα τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό (υπό την δυτική έννοια) προσλαμβάνονται και πραγματώνονται σε μεγάλο βαθμό με τους όρους της ίδιας ανθρωπολογίας διαπροσωπικών σχέσεων και δικτυώσεων.

Συνεπώς, η λύση δεν είναι η διαρκής και πρακτικά ανώφελη καταγγελία της συγκεκριμένης «νοοτροπίας», αλλά η αποδοχή της ως δεδομένου και η δημιουργία κατάλληλων συνθηκών, ώστε να μην έχει μόνο το δημόσιο το μονοπώλιο του ιδιωτικού…Μέσα σε σαφές νομικό πλαίσιο, υπό την διεύθυνση αποκλειστικά επιστημονικού αρχαιολογικού προσωπι­κού και απασχολώντας ομάδες του­ριστών επί πληρωμή για διάστημα τουλάχιστον δύο εβδομάδων, σε συ­γκεκριμένο φάσμα επικουρικών ανα­σκαφικών εργασιών και χωρίς εμπορικά απατηλές υποσχέσεις για την μεταμόρφωσή των τουριστών σε «αρ­χαιολόγους για μια μέρα», τα προγράμματα ανασκαφικού τουρισμού που εξετάσαμε θα μπορούσαν πράγματι να προα­γάγουν και την αρχαιολογική έρευνα και την τουριστική ανάπτυξη στην Ελλάδα. Για να γίνει, όμως, κάτι τέτοιο πρέπει να περάσουμε από την σύγκρουση στην συζή­τηση και από την βεντέτα μεταξύ των ιδεο­λογικών «επιφαινομένων» να αναχθούμε στα υποκείμενα στοιχεία μιας ανθρωπολογίας που στην Ελλάδα υπάρχει εξίσου ως «δημόσιο» και ως «ιδιωτικό».

Malanthropus Patrensis

OlpeΤον 7ο αιώνα π.Χ., κατά την λεγόμενη Πρώιμη Αρχαϊκή ή Ανατολίζουσα περίοδο, παρατηρείται στην αρχαία ελληνική αγγειογραφία μια χαρακτηριστική τάση διακόσμησης των αγγείων με ζω­φόρους. Σειρές άγριων ζώων περιτρέχουν συχνά τα αγγεία, ιδίως αυτά της πρωτοκορινθια­κής κεραμεικής παράδοσης (π.χ. αρύβαλλοι, οινοχόες, κλπ.). Τα τελευταία χρόνια η διακοσμητι­κή αυτή τάση έχει ερμηνευτεί στην έρευνα με έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο. Έχει, δηλαδή, θεω­ρηθεί ότι η έντονη αυτή παρουσία ζωφόρων στα αγγεία της Αρχαϊκής Εποχής σχετίζεται με τις διαδικασίες αστικοποίησης που λάμβαναν χώρα την περίοδο εκείνη στον ελλα­δικό χώρο. Η επαναλαμβανόμενη παρουσία άγριων ζώων στα αγγεία συμβολίζει την αντιδια­στολή ανάμεσα στον μη αστικό χώρο της άγριας φύσης από την μια μεριά και στον σταδιακά διαμορφούμενο αστικό κόσμο της πόλεως από την άλλη.

Εδώ ο όρος «αστικός» δεν έχει, φυσικά, την ταξική έννοια, με την οποία φορτίστηκε στο πλαί­σιο της γερμανόφωνης κοινωνιολογίας και πολιτικής θεωρίας του 19ου αιώνα. Σε αυτή την περί­πτωση αναφέρεται κυρίως στις αλλαγές στον τρόπο και στην αντίληψη της ζωής, καθώς και στον βαθμό κοινωνικής πολυπλοκότητας που επέφερε η αστικοποίηση, δηλαδή η συνύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων εντός των τειχών του αστικού περιβάλλοντος. Μια εξέλιξη, η οποία σε ό,τι αφορά την ηπειρωτική και νη­σιωτική Ελλάδα είχε πάντοτε ιδιαίτερη σημασία, αφού εδώ η δια­χρονικά τυπική συγκρότηση σχετικά μικρών οικισμών δεν υπαγορευόταν μόνον από δημογραφικούς ή γενικότερα πολιτιστικούς λόγους, αλλά και από την χαρακτηριστική γεω­μορφολογία του τόπου. Συνεπώς, με αυτή του την έννοια ο όρος «αστικός» μοιάζει να αποκτά πολύ μεγαλύτερη συνάφεια με σημαντικά ζητήματα της ιστορικής και πολιτιστικής εξέλιξης στην Ελλάδα απ’ ό,τι με την κεντροευρωπαϊκή του νοηματοδότηση.

Και αυτό διότι είναι ενδιαφέρον να προσπαθήσει κανείς να διερευνήσει σε τι συνίσταται η «άγρια φύση» των αρχαϊκών αγγείων στο πλαίσιο μιας πιο βαθιάς, ανθρωπολογικής προσέγγι­σης. Ποια είναι τα «άγρια ζώα» των ζωφόρων που αντιπαρατίθενται στον αστικό κόσμο; Η προσπάθεια απάντησης του ερωτήματος περνά σίγουρα μέσα από την μελέτη των βασικών αν­θρωπολογικών χαρακτηριστικών του μη αστικού χώρου, ένα από τα οποία είναι ο χαμηλότερος βαθμός κοινωνικών διαφοροποιήσεων. Το φάσμα π.χ. των βιοποριστικών και λοιπών ενασχο­λήσεων είναι σε αυτόν πολύ μικρότερο απ’ ό,τι η διαρκώς αυξανόμενη ποικιλομορφία επαγγελ­ματικών εξειδικεύσεων και ειδικών ενδιαφερόντων που απαντά στον ανεπτυγμένο αστικό χώρο. Σαν αποτέλεσμα, αντίστοιχος είναι και ο βαθμός διαφοροποίησης όσον αφορά την πνευ­ματική συγκρότηση και την κουλτούρα της συμπεριφοράς. Στην μη αστική, παραδο­σιακή κοι­νωνία η πάροδος του χρόνου και η ηλικία συχνά δεν διαφοροποιούν σχεδόν καθόλου την κα­τάσταση εκείνη κοινών παραστάσεων, παρόμοιων εμπειριών και κοινού πνευματικού ορίζοντα που χα­ρακτηρίζει τα μέλη της. Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται και ένα ιδιαίτερα σαφές πλαί­σιο ανταγωνισμού για το ποιος είναι κάθε φορά πιο μπροστά πάνω στην ίδια λίγο-πολύ «γραμ­μή». Στον αστικό χώρο, αντιθέτως, το κοινό αυτό έδαφος μοιάζει να διατηρείται μόνο μέχρι τις τελευ­ταίες τάξεις του σχολείου, αφού λίγο μετά θα αρχίσει η έντονη απόκλιση ενασχολήσεων, ενδια­φερόντων και αντιστοίχως διαφορετικών κοινωνικοποιητικών διαδικασιών που λαμβάνει χώρα μέσα στο πλαίσιο της αστικής ποικιλομορφίας.

Στον μη αστικό χώρο, ο μικρός πληθυσμός, οι μικρές αποκλίσεις του και οι έντονα φυσικές κα­ταβολές του ανθρωπολογικού του υποβάθρου καθορίζουν μερικούς κύριους άξονες αντίληψης της ζωής και της κοινωνίας. Χαρακτηριστική είναι συχνά μια κουλτούρα συμπεριφοράς που έχει ως διαρκές σημείο αναφοράς, αλλά και αντα­γωνισμού τις πιο βασικές λει­τουργίες ενός πρωτεύο­ντος θηλαστικού (όπως το γένος Homo), δη­λαδή την γενετήσια ορμή και την εξασφάλι­ση και απόλαυση της τροφής. Μέσα από την καλή επίδοση στο θέμα της προσωπικής και επαγ­γελματικής ή οικονομικής αποκατάστασης, όπως θα λέγαμε σήμερα, επιτυγχάνεται η κοινωνική αποδοχή και η εναρμόνιση με τα παραδοσιακά πρότυπα. Αντιθέτως, σαφώς δακτυλοδεικτούμε­νοι είναι όσοι εκφράζουν έναν αποκλίνοντα τρόπο ζωής και μια διαφορετική κουλτούρα συμπε­ριφοράς, όσοι π.χ. «καθυστερούν» την προσωπική τους αποκατάσταση για χάρη άλλων προ­σωπικών στόχων, όσοι δεν αρέσκονται στους διαρκείς, σε­ξιστικής φύσεως αστεϊσμούς ή όσοι δεν μπαίνουν στην διαδικα­σία απλουστευτικού ανταγωνι­σμού ως προς τις διάφορες «αποκατα­στάσεις» και επιδόσεις, αμ­φισβητώντας έτσι de facto το «κοινό έδαφος», επί του οποί­ου ο αντα­γωνισμός αυτός αναπτύσ­σεται. Ο αρνητισμός, η καχυ­ποψία και η συμπλεγματική ζη­λοφθονία ή και επιθετικότητα απένα­ντι σε κάθε τρόπο ζωής που αποκλίνει από τις απλές αυτές αντιλήψεις κομφορμισμού (ομοιο­μορφίας) συνδέονται άρρηκτα και με γενικότερες τάσεις συντη­ρητισμού και εσωστρέφειας. Πα­ράλληλα, τα βασικά αγροτοποι­μενικά ορμέμφυτα ανταγωνι­σμού και κυ­ριαρχίας εκδηλώνονται συχνά και μέσα από διάφορες μορφές αγρικότητας στην συμπεριφορά. Σε αυτές ανήκουν π.χ. η λεκτική σκαιότητα με διαρκείς, έντο­νες φωνές και επι­πλήξεις, η γενι­κότερα θορυβώδης συμπεριφορά, η ψυχολογική βία ή ακόμη και η φυσική βία στο πλαί­σιο «αν­δρικών» και πατριαρχικών αντιλήψεων για τις σχέσεις φύλων και γενεών.

Arvanitika choria Achaias

Οι αρβανίτικοι οικισμοί στην βορειοδυτική Πελοπόννησο (τέλη 19ου-αρχές 20ού αι. [πηγή])

Ο λόγος, ωστόσο, που ο αγγειογράφος της Αρχαϊκής περιόδου αισθανόταν την ανάγκη ανα­φοράς στην «άγρια φύση» του μη αστικού χώρου ήταν ίσως η εμπειρία ότι η αντίληψη ζωής του τελευταίου δεν περιοριζόταν πάντα εκτός των τειχών της πρώιμης πόλεως. Αντιθέτως, όπως ήδη υπονοήθηκε, σε πρώιμες ή στρεβλές αστικοποιητικές διαδικασίες η μη αστική κουλτούρα και νοοτροπία μπορεί να είναι παρούσα και σε έναν χώρο με φαινομενικώς αστικά χαρακτηρι­στικά, ενίοτε και με σεβαστό μέγεθος. Περίπου εκατό χιλιόμετρα πιο δυτικά από το άλλοτε κέντρο της πρωτοκορινθιακής αγγειογραφίας και λίγες χιλιάδες χρόνια μετά την εποχή του μπο­ρεί κανείς να συναντήσει ένα από τα πολλά παραδείγματα στην Ελλάδα ενός τέτοιου, φαινομε­νικά αστικού χώρου. Ή δια­φορετικά, ενός χώρου με άριστες αστικές προϋποθέσεις, οι οποίες επρόκειτο, όμως, να εξαλει­φθούν από στοιχεία της «άγριας φύσης» που κάποτε απλώς τον πε­ριέβαλλε και τελικά σε μεγάλο βαθμό τον κατέλαβε. Στην Πάτρα των αρχών του 21ου αιώνα, ακόμη και η ίδια η χωροταξία της πόλης μαρτυρεί την κατάπνιξη ενός αρχικά αστικού πυρήνα από τα μη αστικά στοιχεία. Ο κε­ντρικός πολεοδομικός ιστός του Στ. Βούλγαρη με το ορθογωνι­σμένο σύστημα δρόμων και οικο­δομικών νησίδων περι­βάλλεται πλέον από τις επεκτάσεις του αρχικού σχεδίου πόλεως που πα­ρουσιάζουν την χαρακτηριστική, άναρχη χωροταξία χω­ριού. Η εσωστρέφεια συγκεκριμένων μορφών του μη αστικού χώρου εκφράζεται και σε πιο μακροσκο­πικό επίπεδο, με την έλλει­ψη σύγχρονης διασύνδεσης της πόλης με τον έξω κόσμο (μέχρι πρότι­νος το μοναδικό κομμάτι κανονικού αυτοκινητοδρόμου από τα Γιάννενα ως την Κόρινθο ήταν το οδόστρωμα της γέφυ­ρας Ρίου-Αντιρρίου). Και εντός της πόλης, όμως, η σε μεγάλο βαθμό εγκατάλειψη του μοναδικής ομορφιάς παραλιακού με­τώπου μοιάζει να προδίδει τις ορεσίβιες αγροτοποιμενικές καταβολές ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Καταβολές άσχετες με την ιστορία και κουλτούρα μιας πόλης-λιμανιού με πα­ράδοση εξωστρέφειας και επαφών με τον έξω κόσμο. Κα­ταβολές, άλλω­στε, πληθυσμιακών ομάδων που εν μέρει, παρά τον γλωσσικό και εθνικό εξελ­ληνισμό τους, η παρουσία τους στον γεωγρα­φικό και πολιτιστικό αυτό χώρο έχει σχετικά μικρό χρονικό βάθος. Διόλου τυ­χαία, ο πιο πολυ­σύχναστος πεζόδρομος της πόλης (αυ­τός της οδού Ρ. Φεραί­ου) βρίσκεται στο εσωτερικό του αστικού ιστού και όχι στο παραλιακό τμήμα, όπως θα ανέμενε κανείς.

Περνώντας στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων, ιδιαίτερα συχνά είναι τα στοιχεία αρνητικής και εμπαθούς αντιμετώπισης των αντικομφορμιστικών τάσεων και γενικότερα της απόκλισης από το «κοινό έδαφος» αντίληψης της ζωής, της εξωτερικής εμφάνισης, των συ­μπεριφορών και ενδιαφερόντων. Σε μικρότερες ηλικίες, η κυριαρχία συγκεκριμένων προτύπων συμπεριφοράς (π.χ. κουλτούρας γηπέδου, αυτονόητης χυδαιότητας, κραιπάλης και σεξισμού) δημιουργεί τις προϋποθέσεις παρενοχλήσεων και εκφοβισμών (bullying) της μειονότη­τας όσων εμφανίζουν συνειδητά ή ασυνείδητα τάσεις διαφοροποίησης από αυτά. Σε μεγα­λύτερες ηλικίες, παρόμοια φαινόμενα κάνουν συχνά την εμφάνισή τους σε πιο συ­γκαλυμμένη μορφή, για παράδειγ­μα ως διαρκές, κακόβουλο κουτσομπολιό και δήθεν χιουμοριστικές, έντεχνες σεξιστικές νύξεις έναντι όσων εκφράζουν ένα προφίλ χαμηλών τόνων, διακριτικότητας και λεπτότητας. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η σοβαρή ενασχόληση με την επιστήμη, η οποία συνιστά ένα από τα κα­τεξοχήν προϊόντα του αστι­κού πολι­τισμού. Αυτή γίνεται συνήθως αποδεκτή μόνο όταν προσαρ­μόζεται σε συγκεκριμένες, μη αστικές αντιλήψεις περί βιοποριστικής και κοινωνικής αποκα­τάστασης (αν υπάρ­χει π.χ. μια μόνιμη θέση σε ένα δη­μόσιο ίδρυμα). Αν όχι, τότε η ίδια ενα­σχόληση μπορεί να προ­καλεί αντιδράσεις που ξε­κινούν από απλά ειρωνικούς χαρακτηρισμούς («χόμπι», «φοιτηταριά», «τεμπέληδες») για να φτάνουν ενίοτε σε συστηματική προσπάθεια απα­ξίωσης ή και επιθετικής παρενόχλησης (π.χ. με σχόλια για την εικα­ζόμενη οικο­νομική δυνατότη­τα των ασχολούμενων με την έρευνα, με συχνή υπόμνηση των σημείων, στα οποία θεω­ρούνται ότι αυ­τοί «έχουν μείνει πίσω», με εσκεμμένη παραφθορά ακόμη και των ονομάτων τους επί το «λαϊκότερο», κ.ο.κ.). Σε χαρακτηριστική αντίφαση με τις ανωτέρω τάσεις, αρκετοί από τους εκ­φραστές τους επιδεικνύουν συχνά έναν σχεδόν παιδι­κό εντυπω­σιασμό ως προς στοιχεία της σύγχρονης τε­χνολογίας (π.χ. αυτοκίνητα, μηχανές, τη­λεοράσεις, υπολογιστές), που η κατα­σκευή ακόμα και μεμονωμένων εξαρτημάτων τους προ­ϋποθέτει, φυσι­κά, άπειρες ώρες έρευνας και αναρίθμητες επιστημονικές εργασίες. Δεν είναι, βε­βαίως, τυχαίο ότι όσο κινούμαστε προς το μη αστικό περι­βάλλον τόσο πε­ρισσότερο ακόμα και τα προϊόντα αυτά της σύγχρονης τεχνολο­γίας προσαρ­μόζονται στο πλαί­σιο των γνωστών ορ­μεμφύτων ανταγωνι­σμού και αγρι­κότητας (π.χ. υπερβο­λική ταχύτητα, εκκωφαντικός θόρυ­βος εξατμήσεων, επικίνδυνες φιγούρες με τις μη­χανές, καταναλωτικός νεοπλουτισμός, κλπ.).

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι εδώ και η ειδικότερη ανθρωπολογία της οδικής συμπεριφοράς. Οι μη αστικές καταβολές προδίδονται και πάλι εύγλωττα από την μαζική έκταση φαινομένων ιδιοποίησης του αστικού χώρου, όπως π.χ. το συστηματικό διπλο(ή τριπλο)παρκάρισμα, συχνά ακόμη και με ανοιχτούς καθρέφτες ή και πόρτες. Τίποτα, ωστόσο, δεν συγκρίνεται με την σο­καριστική εμπειρία της εθνικής οδού Πα­τρών-Πύργου, καθώς και της παλαιάς οδού Πα­τρών-Αράξου. Στο πλαίσιο αυτής της λίγο παράξενης, πλην όμως λίαν αποκαλυπτικής επι­τόπιας ανθρωπολογικής έρευνας μπο­ρεί κανείς να δει να περνούν μπροστά στα μάτια του όλα τα δομικά στοιχεία του τοπικού, μη αστικού αν­θρωπολογικού περιβάλλοντος. Αυτό αντανα­κλάται π.χ. στα συνεχή και βίαια προσπε­ράσματα, τα οποία παρα­πέμπουν ευθέως στην αντίλη­ψη της μίας και μοναδικής «γραμμής» και στο ένστικτο αντα­γωνισμού ως προς το ποιος θα βρε­θεί πιο «μπροστά» πάνω σε αυτήν, στις συχνές επιθετικές πα­ρενοχλήσεις («κολλήματα», χειρονο­μίες και κορναρίσματα) απέναντι σε όποιον οδηγεί «αντισυμ­βατικά» (με ήπια οδηγική συμπερι­φορά, σε φυσιολογικές ταχύτητες, κλπ.), στον ακατέργαστο εντυπωσιασμό από τα έντονα στοι­χεία της τεχνολογίας (θόρυβος, τα­χύτητα, κλπ.), κ.ο.κ. Περιτ­τό, φυσικά, να αναφερθεί το πλή­θος των «ατυχημάτων», στα οποία έχει οδηγήσει η διαχείρι­ση ενός επιστημονικού επιτεύγμα­τος-προϊόντος του αστικού πολιτισμού με όρους ακριβώς αντί­στροφους από αυτούς που το δη­μιούργησαν.

Patras

Να εύχεσαι να μην είναι μακρύς ο δρόμος για την πόλη…

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ευρύτερης αυτής προβληματικής είναι το γεγονός ότι οι ανωτέρω συμπεριφορές και τάσεις δεν αφορούν, όπως ίσως θα υπέθετε κανείς, μόνον αν­θρώπους με πλήρη έλλειψη παιδείας ή παραστάσεων αστικής ζωής. Πολύ συχνά τα συγκεκρι­μένα φαινόμενα αναπαράγονται και από ανθρώπους με φαινομενικά πολύ διαφορετικό προφίλ: αποφοίτους σχολίων και πανεπιστήμιων, κατόχους μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων, ενίοτε και με εμπειρίες ζωής στο εξωτερικό, συχνά και από ανθρώπους υψηλά ταξινομημένους στο πλαίσιο της ταξικής ανάλυσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται σαφές πόσο ισχυρή είναι η δομή των ανθρωπολογικών χαρακτηριστικών που αυτονόητα και ανύποπτα μεταδίδονται από γενιά σε γενιά. Ακόμη και η ανώτατη πανεπιστημιακή παιδεία μοιάζει να μην έχει την παραμι­κρή επίδραση επάνω στις συμπαγείς προαστικές νοοτροπίες ανταγωνισμού και προκρούστειου εξισωτισμού. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η στάση μερικών φορέων των εν λόγω τάσεων ως προς ένα ιδιάζον στοιχείο της νεοελληνικής κρατικής ορ­γάνωσης που δεν είναι άλλο από τον ελληνι­κό στρατό και την θητεία σε αυτόν. Η σουρεαλιστικών διαστάσεων, διαχρονικά παροιμιώδης δυσλειτουργία του συγκεκριμένου συ­στήματος, η κριτική ανάλυση της οποίας υπό άλλες συνθή­κες θα έπρεπε να κυριαρχεί επί οποιασδήποτε άλλης προσέγγισης, δίνει συχνά την θέση της σε μια χαρακτηριστικά διαφορετική στάση. Στο πλαίσιο της τελευταίας η αναφορά στο θέμα επιτε­λεί ενίοτε λειτουργία κοινωνικού ανταγωνισμού και «τιμής», με την εμμονική επίκληση του ποιος έκανε την «δυσκολότερη» θητεία, ποιος χρησιμοποίησε ή όχι «βύσμα», ποιος υπηρέτησε πραγμα­τικά και ποιος όχι, κλπ. Η έντονη απροθυμία ανάλυσης των συστημικών παθογενειών που θα μπορούσαν να εξηγήσουν με άλλους όρους τις διάφορες δυσλειτουργίες και ανισότητες συνδέε­ται στενά με μια στρεβλή πρόσληψη του εξισωτι­κού χαρακτήρα της θητείας. Η βίαιη αναίρεση των διαφοροποιήσεων, μεταξύ αυτών και της διάκρισης μη αστικού και αστικού χώρου, που δυνητικά λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της θητεί­ας, γίνεται ασμένως αποδεκτή όχι για λόγους ισότητας απέναντι στην ευθύνη υπεράσπισης της πατρίδας (λόγους που συνήθως προβάλλονται υπο­κριτικά), αλλά καθαρά στο πλαίσιο μη αστικού τύπου κοινωνικού και διαπροσωπικού ανταγω­νισμού. Η στρατιωτική (επαν)επιβολή του κομφορμισμού που έχει πάψει να υφίσταται εκτός στρατοπέδου προσφέρει, δηλαδή, μια μοναδική ευκαιρία ξεκαθαρίσματος κοινωνικών και ανθρωπολογικών λογαριασμών. Σαν απο­τέλεσμα, παγιώνεται η κατάσταση αδράνειας του κοι­νωνικού συστήματος, αφού εκτοπίζεται αυτόματα ως κοινωνικά «μη λειτουργική» κάθε σοβαρή συζήτηση για τις τρα­γικές παθογένειες της θητείας στον ελληνικό στρατό και τις προοπτικές μεταρρύθμισής της.

Εκτός του στρατού, κατά την είσοδό τους στον αστι­κό χώρο οι μη αστικές νοοτροπίες τυγ­χάνουν, όμως, υποδοχής και από άλλες δομές. Ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς π.χ. να συνα­ντήσει καταστάσεις που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να συνδέονται αποκλειστικά με στοιχεία θρησκευτικού συντη­ρητισμού ή και σκοταδισμού. Παρά ταύτα, σε κεί­μενα π.χ. όπως αυτό (προερχόμενο από εκ­κλησιαστικό παράγοντα της πόλης) βλέπει κανείς ότι είναι μάλ­λον η μη αστική ανθρωπολογική βάση φοβικής εσω­στρέφειας και ομοιομορφί­ας αυτή που προ­σλαμβάνει μορφή θρησκευτικού «εποικοδομήματος» (π.χ. η έμ­φαση στον αμι­γώς «ομολογιακό» χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών και στην θεία τιμωρία της απόκλισης [«αμαρτίας»]). Εκτός αυτού, με αφορμή το ζήτημα αυτό αξίζει να ση­μειωθεί ότι σε περιοχές όπως η Πάτρα, στον αστικό χώρο η εκκλησία έγινε συχνά και χώρος υποδοχής συγκε­κριμένων ιδιαιτεροτήτων σε ό,τι αφορά τις γενετήσιες συμπεριφορές, οι οποίες επίσης παρα­πέμπουν σε περιοδικές καταστάσεις, δημο­γραφικής κυρίως φύσεως, που αναπτύσ­σονταν πα­λαιότερα εντός του μη αστικού ανθρω­πολογικού περιβάλλοντος. Σε τέτοιες περι­πτώσεις, η έντε­χνα καμουφλα­ρισμένη, πλην όμως απολύ­τως υπαρκτή και καταπιεσμένη ιδιαιτε­ρότητα καταλή­γει να εξάγεται στο αστικό περιβάλ­λον με ένα πλήθος αποκλινουσών αντικοινω­νικών συμπερι­φορών. Σε αυτό το πλαίσιο, όχι μόνο η επα­φή με την εκκλησία, αλλά και συγκε­κριμένες κοινωνι­κές πτυχές, όπως π.χ. οι σχέσεις με το άλλο φύλο, ο γάμος, κλπ., επιτε­λούν λει­τουργίες άσχετες με την πρωτογενή ουσία τους. Σε αυτές ανήκουν η αγωνιώδης προσπάθεια συγκάλυ­ψης ιδιαι­τεροτήτων –που σε μια πραγματικά αστι­κή και ανοιχτή κοινωνία θα έπρεπε να εκδη­λώνονται ελεύ­θερα–, ο ανταγω­νισμός και η «έξωθεν καλή μαρτυρία» της κοινωνίας. Το απο­τέλεσμα είναι και πάλι η κοινωνική αποτελμάτω­ση και η μη παραδοχή και διαιώνιση εξόχως αντικοινωνικών ή και βαρέως ψυχο­παθολογικών συμπεριφο­ρών.

Ιδιαίτερα σημαντικό για την τοπική ιστορία είναι, επίσης, και το γεγονός ότι σε περιπτώσεις όπως οι ανωτέρω η εν λόγω νοοτροπία εσωστρέφειας κάνει την εμφάνισή της και ως εχθρική στάση έναντι «των ετεροδόξων και των αλλοθρήσκων». Το πρόβλημα εδώ δεν είναι μόνο ότι για άλλη μια φορά τοπικοί παράγοντες «πιάνονται» να δείχνουν χαρακτηριστικά ξένοι προς την κο­σμοπολίτικη, αστική εξωστρέφεια μιας πόλης με ιστορία συνύπαρξης Ορθοδόξων και Καθολι­κών, καθώς και μακρά παράδοση επαφών με την Δύση. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι δύ­σκολα μπορεί κανείς να αποσυνδέσει τόσο τις τάσεις αυτές όσο και όλα τα φαινόμενα που περι­γράφηκαν ως τώρα με τον καλύτερα κρυμμένο σκελετό στην ντουλάπα της σύγχρονης ιστορίας των Πατρών: το πογκρόμ κατά των Ιταλοπατρινών* κατά την δεκαετία του 1940. Με αφορμή με­μονωμένες περιπτώσεις συνεργασίας με το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας, μια ολόκληρη κοινότητα που αριθμούσε άλλοτε έως και 15000 ανθρώπους διώχθηκε μετά τον πόλεμο, οι περιουσίες της λεηλατήθηκαν και η συνεισφορά της στην αστική κουλτούρα της πόλης εξαλείφθηκε. Πρόκειται για ένα καλό παράδειγμα που δείχνει ότι ανθρω­πολογικά χαρακτηριστικά σαν αυτά που αναφέρθηκαν σε αυτό το κείμενο δεν είναι απλώς γρα­φικές εκδηλώσεις κακώς εννοούμενης «λαϊκότητας», ανωριμότητας ή απαιδευσίας, αλλά η αν­θρωπολογική «πρώτη ύλη» για ένα δυνητικά πολύ πιο ζοφερό προϊόν. Για την διαδι­κασία συ­μπαράταξης όλων των επιμέρους ανταγωνισμών, παρενοχλήσεων, εκφοβισμών, «κατά αλλοθρήσκων» πολεμικών, συμπλεγ­μάτων, καταπιεσμένων ιδιαιτεροτήτων και λεκτικών βιαιο­τήτων, καθώς και λοιπών ανθρωπο­λογικών και εθνολογικών περιπλοκών στην ενιαία ζωφόρο των «άγριων ζώων» που αντιστρα­τεύονται τον αστικό πολιτισμό.

Συνοψίζοντας, ο «κακός Πατρινός» των διηγήσεων και των θρύλων είναι στην πραγματικότη­τα ο μη Πατρινός, δηλαδή ο κάτοικος εκείνος ενός –για τα ελληνικά δεδομένα– μεγάλου αστικού κέντρου, ο οποίος στερείται, όμως, πραγματικής αστικής νοοτροπίας. Ένας άνθρωπος που, όπως έχει συχνά τονιστεί, δεν αγαπά την πόλη του, γιατί απλούστατα δεν είναι πόλη του, αφού σε αρκετές περιπτώσεις το χρονικό βάθος της παρουσίας του σε αυτή είναι τόσο μικρό όσο και αυτό της αστικής του κουλτούρας. Και ένας άνθρωπος που τα συντηρητικά, μη αστικά χαρα­κτηριστικά του ξεχύθη­καν κάποτε στον αστικό χώρο, καθυστερώντας την αστική ανάπτυξη, δη­λητηριάζοντας την κοινωνική ζωή και αναζητώντας κάλυψη μέσα σε συγκεκριμένες δομές (με­ταξύ αυτών, διόλου τυχαία, και στην κατά τα άλλα «προοδευτική» παράταξη της μεταπολί­τευσης). Είναι, φυ­σικά, προφανές ότι όσα προηγήθηκαν δεν θα μπορούσαν ποτέ να αναφέρο­νται γενικευτικά στο σύνο­λο των πολιτών μιας πόλης. Μιας πόλης που έχει κι αυτή εντός των κόλπων της την δική της ποικιλομορφία και τους δικούς της αξιόλογους ανθρώπους, τους δικούς της «καλούς Πατρινούς». Αντιθέτως, σκοπός των προαναφερθέντων είναι ακριβώς να στηρίξουν όσους υπέστη­σαν και υφίστανται τις διάφορες πτυχές της ανθρωπολογίας του «κακού Πατρινού», ενθαρρύνοντας παράλληλα και όσους εκ των φο­ρέων της θα ήθελαν να κάνουν το βήμα προς τα εμπρός, μέσα από αναστο­χασμό, αυτοκριτι­κή και αποστασιοποίηση από τα αρνητικά πρότυπα. Διότι, όσο πανίσχυρη κι αν φαντάζει πράγ­ματι η «δομή» σε όσους νιώθουμε να συνθλιβόμαστε από αυτή, η πόλη αυτή δεν παύει να είναι και δική μας.

Ο αγγειογράφος των Αρχαϊκών χρόνων διέκρινε ανάμεσα στον κόσμο της πόλεως και στην «άγρια φύση», ανάμεσα στην πολιτιστική και κοινωνική πολυπλοκότητα της αστικής ζωής από την μια μεριά και την τραχιά ομοιομορφία της προαστικής, παραδο­σιακής κοινωνίας από την άλλη. Υπό το πρίσμα, λοιπόν, όσων προηγήθηκαν ίσως να είναι τελι­κά η δική του προσέγγιση αυτή που πρέπει να υιοθετήσουμε για να κατανοήσουμε μερικές ση­μαντικές πτυχές της σύγχρο­νης ελληνικής πραγματι­κότητας. Μάλλον λιγότερο κατάλληλες μοιάζουν, αντίθετα, κάποιες άλ­λες μορ­φές κατα­νόησης της έννοιας του «αστικού», προερχόμε­νες γεωγραφικά και πολιτιστικά από την κάποτε…ευρύτερη «άγρια φύση» του ελληνικού κόσμου της 1ης χιλιετίας π.Χ.

* Για μια πρόσφατη μελέτη επί του θέματος βλ. εδώ (σελ. 250-265).

Ευρώπη με απενεργοποιημένα τα σχόλια

30 Απριλίου, 2014 2 Σχόλια

«Οι Έλληνες είναι ντροπή για όλη την Ευρώπη». «Θα έπρεπε ήδη προ πολλού να έχουν τιμωρήσει πα­ραδειγματικά την Ελλάδα και μετά να την έχουν αφήσει να ψοφήσει!!! Μόνο έτσι καταλαβαίνουν τα κράτη της σπατάλης, της διαφθοράς, της ανικανότητας, του ψέματος και της απάτης». «Και συνεχί­ζουν να καίγονται εκατομμύρια των Γερμανών φορολογουμένων για αυτή την χώρα!». «Αν μετά τις εκλογές δοθεί έστω κι ένα σεντ στους Έλληνες, θέλω να τους δω όλους κάτω στους δρόμους, στα οδοφράγματα!». «Η Ελλάδα είναι χρεοκοπημένη, αλλά οι Έλληνες είναι πιο πλούσιοι από τους Γερμα­νούς. Έχετε ακόμα απορίες;». «Εάν η Ελλάδα διεκδικεί ακόμα για τον εαυτό της τον Μέγα Αλέξανδρο, τότε θα πρέπει ίσως να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις στην μισή Ασία!». «Γιατί η Ελλάδα να παραμένει κυρίαρχο κράτος, όταν ακόμα και οι ίδιοι οι Έλληνες θεωρούν το κράτος αυτό τόσο κακό;».

Bild-Kommentare

Κατά τα χρόνια της κρίσης, στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες του μεσογειακού νότου υπήρξαν και υπάρχουν ακόμη δύο κατηγορίες ανθρώπων: η μία είναι αυτή όσων, γνωρίζοντας γερμανικά, επιδίδο­νται συχνά στην ανάγνωση σχολίων αναγνωστών στις ηλεκτρονικές εκδόσεις των γερμανικών εφη­μερίδων. Η άλλη κατηγορία είναι των ανθρώπων που είτε δεν συμβαίνει να γνωρίζουν την γερμανική γλώσσα είτε την γνωρίζουν μεν, αλλά δεν επιδίδονται στο ανωτέρω ψυχοφθόρο σπορ. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών ανθρώπων υφίσταται μια αι­σθητή διαφορά στην γενικότερη πρόσληψη της κρίσης. Αναμφισβήτητα, η γνώση της γερμανικής γλώσσας δεν αποτελεί αναγκαστική προϋπόθεση για να αντιληφθεί κανείς σημαντικές παραμέτρους της γερμανικής αντίληψης για την κρίση. Δηλώσεις, σχόλια και πρωτοσέλιδα από την Γερμανία ανα­παράγονται διαρκώς μεταφρασμένα στην χώρα μας, ενώ τα βασικά χαρακτηριστικά της γερμανικής προσέγγισης στα της Ευρώπης είναι μια προ πολλού απτή πραγματικότητα για όλους, γερμανομαθείς και μη. Κι όμως, η αίσθηση που μένει σε όσους διαβάζουν τακτικά τα σχόλια για την Ελλάδα Γερμα­νών αναγνωστών (όχι μόνο στην ναυαρχίδα του ρατσιστικού μίσους εφημερίδα Bild, αλλά και σε υποτίθεται πολύ πιο σοβαρές εφημερίδες, όπως π.χ. η Frankfurter Allgemeine Zeitung [FAZ]) δύσκολα μπορεί να παραλληλιστεί με κάποιο άλλο πλαίσιο εμπειρικής πρόσληψης των τεκταινομένων στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Χαριτολογώντας ελαφρώς, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ένας από τους λόγους που η ευρω­ζώνη υπάρχει ακόμα είναι ακριβώς αυτός: ότι, δηλαδή, η τακτική επαφή με σχόλια, όπως αυτά στην αρχή του παρόντος κειμένου, αποτελεί διαστροφή λίγων και όχι συνήθεια ή δυνατότητα των πολλών.

Για όσους, λοιπόν, έχουν την δυστυχία να γνωρίζουν γερμανικά και να μοιράζονται την εν λόγω μα­ζοχιστική συνήθεια, τα τελευταία χρόνια αποτελούν μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής οδύνης. Στην οθόνη του υπολογιστή τους ανοίγεται τακτικά ένα «παράθυρο» όχι στο μέλλον της Ευρώπης, αλλά σε έναν νέο (γερμανικό) Μεσαίωνα: οι παβλοφικές αντιδράσεις πολλών Γερμανών σχολιαστών την στιγμή που στον τίτλο του ηλεκτρονικού άρθρου εντοπίζονται οι λέξεις-κλειδιά «Griechenland» ή «Griechen» εκ­φράζονται τόσο με τον αριθμό των σχολίων (παλαιότερα όχι σπάνια έως και χιλιάδες, τον τελευταίο καιρό έως και μερικές εκατοντάδες) όσο, φυσικά, και με το περιεχόμενό τους. Κύριο χαρακτηριστικό του ο αντανακλαστικός και εντελώς μονόπλευρος ηθικισμός, συνδυασμένος, ιδίως στις πρώτες φάσεις της κρίσης, με την έλλειψη ακόμα και στοιχειώδους ενημέρωσης για την πραγματική φύση των πακέτων «διάσωσης» της Ελλάδας και των πολιτικών που τα συνόδευσαν. Πολλοί από τους εν λόγω σχολιαστές δίνουν την βάσιμη εντύπωση ότι δεν έχουν αντιληφθεί πως η «διάσωση» της Ελλάδας είναι στην ουσία διάσωση των (εν μέρει Γερμανών) δανειστών του ελληνικού κράτους. Φαίνεται, επίσης, ότι δεν έχουν πληρο­φορηθεί για τα κέρδη της Γερμανίας από την κρίση, δηλαδή για το γεγονός ότι δεν χάνουν λεφτά δίνο­ντάς τα σε ένα «βαρέλι δίχως πάτο», αλλά αντιθέτως αντιπροσωπεύουν οι ίδιοι το βαρέλι δίχως πάτο του ήδη ομολογημένου αθέμιτου ανταγωνισμού και κέρδους εντός της Ε.Ε.

Ακόμα και τέσσερα χρόνια μετά αρκετοί από τους σχολιαστές αυτούς είναι σαν να μην έχουν ακούσει τίποτα για τον ρόλο των μεγάλων γερμανικών εταιριών στο όργιο της μεταπολιτευτικής διαφθοράς στην Ελ­λάδα ή για τις διαρ­κείς δικαστικές περιπέτειες των μεγαλύτερων τραπεζών τους (και δανειστών του ελληνικού κράτους), όπως η Deutsche Bank. Κυρίως φαίνεται σαν να μην έχουν σαφή συναίσθηση ότι στην χώρα τους ήταν που όχι στα «παλαιά» χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έλαβε χώρα το μεγαλύτερο ίσως οικονομικό σκάνδαλο στην πρόσφατη ιστορία της Ευρώπης, το σκάνδαλο Treuhand, με το ξεπούλημα της περιουσίας της πρώην Ανατολικής Γερμα­νίας (χαρακτηριστική εδώ ακόμη και η ηχητική ομοιότητα των λέξεων «Treuhand» και «Τρόικα»…). Όσοι, επί­σης, ειλικρινώς εξανίστανται με την αναίδεια των Ελλήνων να κάνουν λόγο για τις οφειλές της γερμα­νικής κατοχής κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (συχνά με το επιχείρημα ότι δεν έχουν καμία ευθύνη για ό,τι συνέβη πριν 70 χρόνια ή ότι η ΟΔΓ [BRD] δεν έχει σχέση ως κρατική οντότητα με το «Deutsches Reich» της εποχής εκείνης) είναι σαφές ότι δεν έχουν ενημερωθεί ότι η ΟΔΓ πλήρωσε την τελευταία δόση των επανορθώσεων του…Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 2010.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν, φυσικά, ότι είναι παράλογο ή αθέμιτο για έναν Γερμανό ή γενικότερα ξένο να ασκεί κριτική στις βαθιές παθογένειες και αναμφισβήτητες σκανδαλώδεις καταστάσεις του ελληνι­κού κράτους (π.χ. στην κατασπατάληση σημαντικού μέρους των κοινοτικών κονδυλίων από το 1981 και εξής). Εντούτοις, το γενικό πνεύμα των εν λόγω σχολίων, ιδίως ο συνδυασμός επιμονής, επιθετι­κότητας, ρατσιστικής γενίκευσης και παντελούς απροθυμίας αυτοκριτικής και στοιχειώδους διπλωμα­τικότητας ή διαλλακτικότητας, υποδηλώνει ξεκάθαρα κάτι που συχνά έχουμε τονίσει από την θέση αυτή: ότι οι ελληνικές παθογένειες δεν είναι η αιτία, αλλά η αφορμή για τις επιθέσεις αυτές. Έχουμε εδώ να κάνουμε με ένα πρωτοφανές ίσως στα χρονικά ιστορικό και ανθρωπολογικό φαινόμενο, όπου ένας λαός 80 εκατομμυρίων ασχολείται επί τέσσερα χρόνια με απίστευτη εμμονή και πάθος με το 2% της ευρωζώνης. Η ιδιαιτερότητα του φαινομένου αυτού καθίσταται, άλλωστε, σαφής και μέσα από μια απλή εμπειρική παρατήρηση. Από την αρχή της κρίσης υπήρξαν σε όλες τις χώρες του δυτικού κόσμου και της Ευρώπης αρνητικά δημοσιεύματα, σχόλια και αναλύσεις για τα κακώς κείμε­να στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει όμως ούτε μία (1) άλλη χώρα, μεταξύ της οποίας και της Ελλάδας, με­ταξύ του δικού της λαού και του ελληνικού, να δημιουργήθηκε ούτε κατά προσέγγιση μια τόσο αρνη­τική και εχθρική ατμόσφαιρα όσο αυτή μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Δεν είναι, επίσης, σίγουρο αν υπάρχει άλλο παράδειγμα χώρας-εξαγωγού που οι πολίτες της να επιτίθενται τόσο λυσσαλέα σε χώρα-καταναλωτή των προϊόντων της.

Η πνιγηρή αίσθηση βαθιάς διαπολιτισμικής εμπάθειας δεν δημιουργείται μόνο από την τάση «συλ­λογικής» τιμωρητικής διάθεσης και ηθικής εκμηδένισης (γενικευτικά οι Έλληνες εκλαμβάνονται ως «διεφθαρμένοι», «τεμπέληδες», «φοροφυγάδες», κλπ.). Προκύπτει, επίσης, και από χαρακτηριστικές πε­ριπτώσεις, όπου ακόμη και στοιχειώδεις εκδηλώσεις χαράς και ψυχαγωγίας που έχουν υποπέσει στην αντίληψη ορισμένων Γερμανών σχο­λιαστών, π.χ. η συνηθισμένη ατμόσφαιρα μιας ελληνικής παρέας σε ένα εστιατόριο ή καφέ, σκανδαλί­ζουν αφόρητα τους εν λόγω Γερμανούς παρατηρητές, οι οποίοι αυτόματα εκλαμβάνουν την ατμόσφαιρα αυτή (τα γέλια, τα πειράγματα, τις χειρονομίες, τα χαρούμε­να πρόσωπα) ως απόδειξη για το ότι «οι Έλληνες είναι πλούσιοι», ότι «δεν υπάρχει κρίση» ή ότι «συνε­χίζουν να τεμπελιάζουν με τα λεφτά μας». Χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου τυφλού ηθικιστικού αντανακλαστικού είναι και το ότι εκφράζεται διαρκώς ακόμη και σε πλαίσιο σύγχυσης ως προς την σχέση κράτους-πολίτη, με τους Έλληνες άλλοτε να εξομοιώνονται με την κατάσταση χρεωκοπίας της κρατικής τους οντότητας (Pleitegriechen, «Μπατιροέλληνες») και άλλοτε να διαχωρίζονται από αυτήν («φοροφυγάδες», «πιο πλούσιοι από τους Γερμανούς», κλπ.).

Σε όλα τα παραπάνω φαινόμενα διάχυτος είναι, φυσικά, ο ανθρωπολογικός εθνοκεντρισμός και αναλφαβητισμός, αφού ένας άλλος λαός κρίνεται με τα μέτρα και τα σταθμά του γερμανικού πολιτι­σμού (δεν λαμβάνεται π.χ. υπόψιν η πολύ διαφορετική σχέση με το χρήμα, η διαφορετική δομή της οι­κονομίας, η διαφορετική φύση των οι­κογενειακών σχέσεων, κλπ.). Κρίνεται, επίσης, και στο πλαίσιο ενός χαρακτηριστικού μηχανισμού ψυ­χολογικής «εξισορρόπησης («εμείς μεν δεν έχουμε ήλιο, θάλασ­σα, χιούμορ, ταμπεραμέντο, αλλά κι αυ­τοί δεν έχουν όσα έχουμε εμείς [εργασιακή ηθική, οργάνωση, πειθαρχία, κλπ.]»). Δεν είναι περίεργο, συνεπώς, που οποιαδήποτε προτροπή για αναλυτική και όχι αμιγώς ηθικι­στική προσέγγιση των φαι­νομένων, οποιαδήποτε ερμηνεία των ελληνικών παθογενειών δεν καταλήγει σε άνευ όρων τιμωρητικό (αυτο)μαστί­γωμα, αντιμετωπίζεται συνήθως με έντονη ειρω­νεία και επιθετι­κότητα, ως απόδειξη ότι «βρίσκετε ξανά δικαιολογίες», ότι «και πάλι σας φταίνε οι άλ­λοι», κλπ. Είναι σαφές ότι οι μάγισσες πρέπει οπωσδήποτε να καούν, με το λαϊκό αίσθημα να μην αφήνει περιθώρια για οποιεσδήποτε περιττές σκέψεις.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι, όμως, και οι περιπτώσεις που η συγκεκριμένη γερμανική διάθεση ένα­ντι της Ελλάδας εκφράζεται έμμεσα, δηλαδή όχι από τους ίδιους τους Γερμανούς, αλλά από ορι­σμένους Έλληνες που έχουν ζήσει ανάμεσά τους. Στις περιπτώσεις αυτές, μάλιστα, αίρεται η συνθήκη του γλωσσικού φραγμού και μπορεί κανείς να προσλάβει στην ελληνική γλώσσα το συγκεκριμένο πνεύμα. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό σχετικό παράδειγμα είναι τα γραφόμενα του συγγραφέα Νίκου Δήμου, ο οποίος σύμφωνα με το βιογραφικό του έχει ζήσει στο παρελθόν έξι ή επτά χρόνια στην Γερ­μανία. Η άποψη του Δήμου για την Ελλάδα και τους Έλληνες, άσχετα με το αν και σε ποιο βαθμό συμ­φωνεί ή διαφωνεί κανείς με αυτήν, παρουσιάζει χαρακτηριστικές ομοιότητες με την τυπικά γερμανική, καρικα­τουρίστικη αντίληψη της Ελλάδας. Παράλληλα, το συγγραφικό του ύφος θυμίζει έντονα τα αναλόγου πνεύ­ματος κείμενα Γερμανών σχολιαστών, όπως π.χ. του ανταποκριτή της FAZ στην «Rumelien» (όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει την Ελλάδα) M. Martens. Η ιδιαίτερη διάθεση του Δήμου για τα ελληνικά πράγμα­τα, καθώς και η χαρακτηριστική αίσθηση υπολανθάνουσας εμπάθειας και υπερβάλλουσας αποστα­σιοποίησης, είναι στοιχεία που έχουν προκαλέσει συχνά πολλές αντιδράσεις και απορίες. Στην πραγματικότητα, όμως, γίνονται αμέσως κατανοητά, ερμηνευόμενα υπό ένα συγκεκριμένο πρίσμα: ως η διαρκής προσπάθεια ενός Έλληνα να γίνει αποδεκτός από Γερμανούς που είναι φορείς των αντιλήψεων που περιγράφηκαν πιο πριν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσες φορές ο Ν. Δήμου βρέθηκε να κάθεται σε ένα τραπέζι μαζί με π.χ. πέντε ή έξι Γερμανούς της συγκεκριμένης νοοτροπίας, σίγουρα κέρδισε τα θετικά τους σχόλια, αφού η γενιτσαρικού στιλ αποστασιοποίηση του από την ιδιότητα του Έλληνα, το ηθικιστικό αυτομα­στίγωμα και η άνευ όρων προσχώρηση στις ηθικιστικές ορέξεις των συνδαιτημόνων τού εξασφάλισαν κάποια ψήγματα στοιχειώδους σεβασμού στην ανθρώπινη υπόστασή του, μαζί και με την ψευδαίσθη­ση της ενσωμάτωσής του στον πολιτισμό τους. Δεν είναι, συνεπώς, καθόλου τυχαίο ότι τα γραφόμενα του Δήμου χρησιμοποιούνται πολύ συχνά από Γερμανούς σχολιαστές ως δήθεν αποστομωτικό επιχεί­ρημα εναντίον Ελλήνων αντισχολιαστών, ως η απόδειξη ότι «να, υπάρχουν και κάποιοι Έλληνες που μπορείς να τους πάρεις στα σοβαρά» (σε αντίθεση, υπονοείται, με όλους εσάς που δεν δέχεστε να κα­είτε οικειοθελώς στην πυρά). Καθώς οι απόψεις του Δήμου έχουν ήδη καταγραφεί πολύ πριν την κρί­ση, ακόμη και πριν την συγκρότηση της ευρωζώνης, προσφέρουν μία έμμεση μεν, πλην όμως πρώτης τάξεως απόδειξη για το χρονικό βάθος της συγκεκριμένης διάθεσης αρκετών Γερμανών για την Ελ­λάδα.

Την ίδια έμμεση ένδειξη προσφέρουν, όμως, συχνά στο διαδίκτυο και άλλοι, νεώτεροι σε ηλικία Έλ­ληνες του εξωτερικού με παρελθόν ή και παρόν ζωής στην Γερμανία η στον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο. Κάποιοι από αυτούς εκδηλώνουν τα ίδια παβλοφικά αντανακλαστικά ως προς την Ελλάδα με τους γηγενείς Γερμανούς, αναπαράγοντας μια ατμόσφαιρα παρόμοια με αυτήν που απαντάται και στα γραφόμενα του Ν. Δήμου. Πολλά είναι τα παράδειγμα συζητήσεων και διαλόγων στο διαδίκτυο, όπου κάποιοι από τους εν λόγω γερμανοτραφείς σχολιαστές, συχνά με επιστημονική κιόλας ιδιότητα, εκδηλώνουν δηλητηριώδη εμπάθεια απέναντι σε οποιαδήποτε νύξη ότι η Ελλάδα δεν είναι αποκλειστι­κά και μόνο η χώρα που σκιαγραφείται στα σχόλια των γερμανικών εφημερίδων. Είναι σαφής εδώ η βαθιά ψυχολογική ανάγκη να εκμηδενιστεί κάθε ενοχλητική υπόμνηση ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι και άλλα πράγματα εκτός από τις γνωστές τις αρνητικές πτυχές. Δεν εκπλήσσει, επομένως, το γεγονός ότι όποιος ψελλίσει έστω κάτι προς την αντίθετη κατεύθυνση βρίσκει αμέσως απέναντί του τον ψυχολογικό μηχανισμό «σκο­τώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία». Κάτι που μοιάζει να αποδεικνύεται εύκολα, αφού πρόσωπα όπως αυτά δεν είναι συνήθως σε θέση να εξηγήσουν για ποιον λόγο (αν τα πράγματα είναι πράγματι τόσο καλύτερα στο περιβάλλον του εξωτερικού όπου ζουν) συνεχίζουν να ασχολού­νται τόσο εντατικά με την Ελλάδα, εκτοξεύοντας εμμονικά χολή και όξος εναντίον της.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πολλά και βαθιά προβλήματα, με χρόνιες παθογένειες σε δομές, υποδο­μές, νοοτροπίες και αντιλήψεις. Είναι, επίσης, μια χώρα με αναμφισβήτητες και τραγικές δυσλειτουργί­ες σε ό,τι αφορά την κρατική της οργάνωση και το πολιτικό της σύστημα. Υπάρχει, όμως, και κάτι που δεν είναι ή δεν θα έπρεπε να είναι η Ελλάδα: σάκος του μποξ για την πολιτισμική ψυχοθεραπεία που κάποιοι δεν έκαναν ποτέ ή για την απλή ψυχοθεραπεία όσων, συναγελαζόμενοι με τους πρώτους, βρέθηκαν κάποια στιγμή να επαιτούν τον σεβασμό για την ανθρώπινη ιδιότητά τους αποτασσόμενοι διαρκώς τον Σα­τανά της κάποτε ελληνικής τους προέλευσης. Ο τρόπος, επομένως, που αντιμετωπί­στηκε η Ελλάδα είτε από την πρωτότυπη γερμανική αντίληψη είτε από την κακέκτυπη απομίμησή της (τα σύνδρομα του «σκοτώνω την Ελλάδα για να σκοτώσω τον τρόπο ζωής που με σκανδαλίζει» και του «σκοτώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία») συνιστά μια πολύ σημαντική πτυχή της ευρωπαϊκής ιστορίας των τελευταίων χρόνων. Της ιστορίας των υπογείων εκείνων ρευμάτων της πραγματικής κοι­νωνίας, αυτής που συνεχίζει να υπάρχει κάτω από τα επιτόκια, τα τοκοχρεωλύσια, τα Eurogroup και τα spreads. Της ιστορίας, επίσης, μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας, οι τάσεις και εντάσεις της οποίας μπο­ρούν ίσως για πρώτη φορά να καταγραφούν σε πραγματικό χρόνο, μέσω της τεχνολο­γίας του διαδι­κτύου. Διότι, αντίθετα με ό,τι θα έπρεπε να έχουν ήδη προτείνει και υλοποιήσει οι πιο έν­θερμοι θια­σώτες του οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τα σχόλια στην Ευρώπη της κρίσης δεν απενερ­γοποιήθηκαν εγκαίρως…

 

Fior d’ Occidente

30 Δεκεμβρίου, 2012 Σχολιάστε

Στο εναρκτήριο κείμενο αυτού του ιστολογίου αναπτύξαμε με την μορφή μιας γενικής εισαγωγής τον κύριο άξονα του διαδικτυακού αυτού εγχειρήματος, δηλαδή την προβληματική εκείνη που αποτελεί το βασικό του θέμα και σε ένα λίγο πιο προχωρημένο στάδιο θα κάνει δυναμικότερα την εμφάνισή της στο πλαίσιο των αναρτήσεων. Πρόκειται για την αναθεώρηση του τρό­που, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε ό,τι μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ελληνική ταυτότητα», ιδίως σε σχέση με το παλαιό υπαρξιακό ερώτημα, το γνωστό και ακόμη επίκαιρο δίλημμα περί του πού ανήκει ο ελληνικός κόσμος: στην  Ανατολή ή στη Δύση; Στο αρχικό εκείνο κείμενο πα­ραθέσαμε ένα χρονολογικό παράδειγμα για να καταδείξουμε, εν είδει ενός πρώτου υπαινιγμού, την εγγενή αστοχία του συγκεκριμένου διλήμματος: παραπέμψαμε σε μια τυχαία ιστορική περί­οδο, στην Ύστερη Αρχαιότητα, και καλέσαμε τον αναγνώστη να αναλογιστεί αν το νεοελληνικό υπαρ­ξιακό δίλημμα περί της «Ανατολής» και της «Δύσης» θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε εφαρ­μογή ή οποιοδήποτε νόημα σε αυτή την περίπτωση. Επισημάναμε, επίσης, ότι εάν η συγκε­κρι­μένη, συχνά σχε­δόν γηπεδικού τύπου διχογνωμία αποδεικνυόταν ως μια εντελώς εσφαλμένη βάση για την με­λέτη της πολιτιστικής ταυτότητας, τότε θα έπαιρνε μαζί της και μια ολόκληρη σχολή σκέψης περί του «ελληνικού προβλήματος» και των κατευθύνσεων που θα πρέπει να ακο­λουθή­σει η σύγ­χρονη Ελλάδα ως προς την φιλοσοφία της κρατικής της θεμελίωσης και υπόστα­σης.

Οθωμανική «Ανατολή» χωρίς Οθωμανούς...

Οθωμανική «Ανατολή» χωρίς Οθωμανούς…

Αξίζει εδώ να τονίσουμε ότι ο εν λόγω προβληματισμός δεν χαρακτηρίζει μόνον Νεοέλληνες διανοουμένους, αλλά και ορισμένους μεγαλόσχημους οραματιστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, το ερώτημα «Ανατολή ή Δύση;» επανήλθε πριν από κάποιον καιρό στο στόμα του βετεράνου Γάλλου ευρωπαϊστή πολιτικού Βαλερύ Ζισκάρ ντ΄ Εστέν. «Η Ελλάδα είναι χώρα της Ανατολής και δεν έπρεπε να την δεχθούμε στην Ευρώπη» δήλωσε ο Ζι­σκάρ ντ΄ Εστέν, ο οποίος καταφεύγοντας στην επιφανειακή και ρηχή συνθηματολογία περί «Δύσης» και «Ανα­τολής» έκανε κάτι παραπάνω από το να μεταθέσει φοβικά τις δικές του ιστο­ρικές ευθύνες για την ευρωκρίση σε άλλους παράγοντες: ενίσχυσε την ανησυχητική υποψία ότι τα θεμέλια της Ενωμένης Ευρώπης ήταν εξαρχής εξίσου σαθρά με αυτά του νεοελληνικού κρά­τους. Και καθώς η έννοια της «Ανατολής» στην περίπτωση της Ελλάδας έχει συνήθως ως στόχο να συ­σχετίσει τις νεοελληνικές παθογένειες με το οθωμανικό παρελθόν της Βαλκανικής, αξίζει να αφιερώσουμε στον κ. ντ΄ Εστέν και στους εν Ελλάδι ένθερμους θιασώτες της αντικατάστα­σης της «φουστανέλας» από το «φράκο» έναν δεύ­τερο υπαινιγμό, αυτή την φορά γεωγραφικό παρά χρονολογικό, για την προβληματική φύση του διπόλου Ανατολή-Δύση.

Την φορά αυτή, λοιπόν, δεν θα μεταφερθούμε σε μια άλλη εποχή, όπως με το παράδειγμα της Ύστερης Αρχαιότητας, αλλά σε μια γεωγραφική περιοχή. Πρόκειται για το Ιόνιο πέλαγος και το νοτιότερο (πλην Κυθήρων) νησί του, την Ζάκυνθο. Το νησί αυτό βρέθηκε πριν λίγους μήνες στο επίκε­ντρο της δημοσιότητας με αφορμή την σκανδαλώδη υπόθεση των ψευδών προνοιακών επιδο­μάτων. Όπως και σε άλλες περιοχές της χώρας, έτσι και στην Ζάκυνθο, «αποκαλύφθηκε» το κοινό μυστικό, ότι, δηλαδή, ένας μεγάλος αριθμός συμπολιτών μας λάμβανε κρατικά επιδό­ματα για παθήσεις που υπήρχαν μόνον στα χαρτιά. Το ιδιαίτερο στοιχείο στην περίπτωση της Ζακύν­θου αφορούσε το επίδομα τυφλότητας. Από τους περίπου 400 ανθρώπους που είχαν δη­λώσει τυφλοί, ώστε να δικαιούνται το σχετικό επίδομα, αποδείχθηκε ότι μόνον…34 ήταν πραγ­ματικά αόμματοι. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των «τυφλών», άνω του 80%, δεν είχε στην πραγματι­κότητα κανένα σοβαρό πρόβλημα όρασης. Το πρόβλημα των πολιτών αυτών, τουλά­χιστον σύμφωνα με την συνήθη προσέγγιση του θέματος, δεν ήταν στα μάτια, αλλά στην νοο­τροπία. Όπως και σε άλλες περιοχές τις χώρες, έτσι και στο νησί αυτό του Ιονίου ένας μεγάλος αριθμός πολιτών δεν δίστασε να διαπλακεί με διεφθαρμένους υπαλλήλους και τοπικούς άρχο­ντες προ­κειμένου όλοι μαζί να εξαπατήσουν το κεντρικό ταμείο του κράτους, περίπου 300 χλμ. πιο ανα­τολικά. Μάλλον δεν αμφιβάλει κανείς ότι τον άξονα αυτής της διαδικασίας αποτέλεσε η πελα­τειακή συναλλαγή μεταξύ των πολιτών και ορισμένων υποψηφίων πολιτευτών του νησιού, η πρακτική, δηλαδή, που είναι γνωστή με την (μάλλον αραβικής προελεύσεως) τουρκική λέξη «ρουσφέτι» (rüşvet). Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη κλασικό πα­ράδειγμα που μοιάζει να επιβεβαιώνει το ερμηνευτικό σχήμα «Ανατολή-Δύση». Οι πολίτες της Ζακύνθου επέδειξαν την γνωστή εκείνη «ανατολίτικη» συμπεριφορά έναντι του κράτους που, σύμφωνα με την δυτικόφρονα διανόηση στην χώρα μας (ή τον κ. Ζισκάρ ντ΄ Εστέν), είναι η αι­τία της νεοελληνικής κρατικής κακοδαιμονίας. Το οθωμανικό αυτό κατάλοιπο πρέπει, κατά την άποψη αυτή, να αποβληθεί το ταχύτερο και να αντικατασταθεί από μια εξευρωπαϊσμένη ατο­μική νοοτροπία σεβασμού των νόμων, του κρατικού ταμείου και του ευρύτερου κοινωνικού συ­νόλου.

Η αντίληψη αυτή μάς είναι πια τόσο οικεία, ξεκάθαρη και πειστική, ώστε δύσκολα φαντάζεται κανείς πως, ειδικά σε περιπτώσεις όπως αυτή της Ζακύνθου, αρκούν μερικά εντελώς απλά, εγκυκλοπαιδικής φύσεως δεδομένα για να υποσκάψουν καίρια την ισχύ της. Το πρόβλημα, δη­λαδή, στο παράδειγμά μας είναι μια πολύ βασική, ιστορικού χα­ρακτήρα περιπλοκή: η Ζάκυνθος δεν υπήρξε ποτέ κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου (με εξαίρεση την Λευκάδα που βρέθηκε υπό τουρκική κατοχή επί περίπου 200 χρόνια, 1479-1684). Για την ακρίβεια, η Ζά­κυνθος όχι μόνον δεν γνώρισε Τουρ­κο­κρατία, αλλά για ένα μακρότατο χρονικό διάστημα, που ξεκινά αρκετά πριν την Τουρκοκρα­τία στις άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου, βρέθηκε υπό την κυριαρχία δυτικών δυνάμεων. Από το 1185, όταν αποσπάστηκε από την Βυζαντινή Αυτο­κρατορία, έως και το 1864, όταν έγινε η ένωση των Επτανήσων με το νεοελληνικό κράτος, δη­λαδή επί σχεδόν 7 αιώνες, η Ζάκυνθος βρέθηκε υπό την κατοχή, επικυριαρχία ή «προστασία» των Νορμανδών της Σικελίας, γαλλικών οίκων (d’ An­jou), ιταλικών οίκων (Orsini και Tocco), των Ενετών, των Γάλλων (1797-1799), κα­θώς και των Άγγλων (1815-1864). Από την περίοδο της Ενετοκρατίας προέρχεται και το γνωστό προσωνύμιο του νησιού ως Fior di Levante («Άνθος της Aνατολής»).

Όπως, βέβαια, δείχνει η ιστορική πορεία της Ζακύνθου και άλλων νησιών του Ιονίου, εδώ ο όρος «Ανατολή» δεν είχε ποτέ το οθωμανικό-βαλκανικό σημαινόμενο, με το οποίο γίνεται αντι­ληπτός στο πλαίσιο του διπόλου «Ανατολή-Δύση». Αντιθέτως, την εποχή που σε άλλες περιοχές της Ελλάδας άρχιζε η οθωμανική «Ανατολή», τόποι όπως η Ζάκυνθος είχαν ήδη προ πολλού περιέλθει στην ευρύτερη επικράτεια της «Δύσης», στην οποία και παρέμειναν ως την ενσωμά­τωσή τους στο σύγχρονο ελληνικό κράτος. Με αυτό τον τρόπο διέγραψαν μια ιστορική δια­δρομή που κα­νονικά θα έπρεπε να προκαλεί…ενθουσιασμό σε πολλούς ένθερμους ευρωπαϊστές και δυτικι­στές στην Ελλάδα. Ιδίως σε όσους πάντοτε –και ειδικά σε περιόδους σαν αυτή που ζούμε σήμερα– καλοβλέπουν την ιδέα «να έρθουν να μας κυβερνήσουν οι ξένοι», όταν, βεβαίως, ως «ξένοι» νοούνται οι Δυτικοευρωπαίοι. Στην περίπτωση της Ζακύνθου, λοιπόν, έχουμε να κά­νουμε με μια περιοχή της χώρας που την κυβέρνησαν πραγματικά οι ξένοι –ή τουλάχιστον οι ξένοι της αρεσκείας μας– και μάλιστα επί επτά ολόκληρους αιώνες. Κι όμως, καθώς φαίνεται, άνθρακες ο θησαυρός… Η ιστορία των επιδομάτων τυφλότητας στους εκατοντάδες Ζακύνθιους ψευδοτυφλούς δείχνει ότι, όπως και σε άλλα σημεία της επικράτειας του ελληνικού κράτους, έτσι και στο εν λόγω Fior dOccidente, στο «Άνθος της Δύσεως», κυριαρχούν τα ήθη της «Ανατο­λής». Πώς συνέβη αυτό; Τι…πήγε τόσο στραβά σε αυτή την περίπτωση ως προς την σχέση του δόγματος «Δύση-Ανατολή» με την πραγματικότητα;

Η πιο πιθανή απάντηση που ίσως θα λάμβανε κανείς είναι ότι «ναι, εντάξει, ήταν επτά αιώνες υπό δυτική κατοχή, αλλά εδώ και σχεδόν 150 χρόνια η Ζάκυνθος είναι ενσω­ματωμένη στο ελληνικό κράτος». Κάτι που με άλλα λόγια σημαίνει ότι στο χρονικό αυτό διά­στημα τα «ανατολίτικα» ήθη προφανώς παρεισέφρησαν και στα άλλοτε δυτικίζοντα Ιόνια νη­σιά, αλλοτριώνοντάς τα με τις γνωστές εκείνες παθογένειες-εκφάνσεις της «οθωμανικής» ή «βαλκανικής» μιζέριας. Το πρόβλημα, ωστόσο, με αυτή την άποψη είναι ότι ακυρώνει την ίδια την αφετηρία της θέσης, την οποία προσπαθεί να «σώσει». Και τούτο διότι η αρχική αυτή θέση επενδύει σε μια ξεκάθαρα μακροϊστορική προσέγγιση, επικαλούμενη το μεγάλο χρονικό διάστημα των «αιώνων της Τουρκοκρατίας» και την μακροχρόνια και βαθιά επίδραση που αυτοί άσκησαν στους ελληνικούς πληθυσμούς. Συνεπώς, αν τώρα ισχυριστεί κανείς ότι 100-150 χρό­νια είναι αρκετά ώστε να αλλάξουν άρδην κάποια βασικά στοιχεία των νοοτροπιών και των προτύπων συμπεριφοράς σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, τότε θέτει σε αμφισβήτηση την διακηρυχθείσα μακροϊστορική φύση του φαινομένου. Ή ομολογεί εμμέσως ότι δεν υπήρξε ποτέ μια συστημα­τική μελέτη του που να προηγήθηκε της διατύπωσης των συγκεκριμένων απόψεων. Εκτός αυ­τού, αν τα 150 αυτά χρόνια ήταν αρκετά για να εξαλείψουν τα «δυτικά ήθη» στην περί­πτωση της Ζακύνθου, τότε πώς το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα δεν στάθηκε αρκετό για να εξα­λείψει τα «ανατολικά ήθη» στην περίπτωση π.χ. της ηπειρωτικής Ελλάδας, η οποία ήδη από το 1830 και εφεξής προσπαθεί να διοικηθεί βάσει δυτικοευρωπαϊκής προελεύσεως κρατικών δο­μών, θεσμών, πολιτικών θεωριών, ιδεολογικών τάσεων, δυτικοτραφέντων πολιτικών και διανο­ουμένων και –για ένα σημαντικό διάστημα– και κεντροευρωπαϊκών βασιλικών δυναστειών; Γιατί εδώ το δυτι­κοευρωπαϊκό αυτό υπέρστρωμα (superstratum) όχι μόνον δεν εξάλειψε το υπο­τιθέμενο «ανατο­λικό» υπόστρωμα, αλλά το τελευταίο κατάφερε να…μολύνει ακόμη και περιοχές του ίδιου κρά­τους με προϋπάρχουσες δυτικίζουσες καταβολές;

Όπως ίσως αντιλαμβάνεται κανείς, το πρόβλημα με αυτά τα ζητήματα δεν είναι τόσο η δυσκο­λία των απαντήσεων που αναζητούνται, αλλά μάλλον ο προβληματικός χαρακτήρας των ερω­τήσεων που έχουν προηγηθεί. Σε αυτές τις πε­ριπτώσεις ο ορθός τρόπος για να προσεγγίσει κα­νείς τα φαινόμενα είναι μάλλον να επιδιώξει μια τελείως διαφορετική βάση για την μελέτη τους. Μια βάση, η οποία να επιτρέπει την διερεύνηση της πραγματικής προέλευσης της πολιτιστικής ταυτότητας ενός πληθυσμού και όχι απλώς της μετα­γενέστερης, εφήμερης αλληλεπίδρασης κά­ποιων στοιχείων της με άλλες πολιτιστικές σφαίρες. Αν και λόγω απρόβλεπτων, ανθρωπογενών παραγόντων η νέα αυτή ερευνητική αφετηρία δεν μπόρεσε να δρομολογηθεί εντός του 2012, οι διαχειριστές της ελληνικής και της ευρωπαϊκής χρεοκοπίας φρόντισαν να μην χάσει τίποτα από την επικαι­ρότητά της. Διότι, καθώς η προφητεία των Μάγια για το τέλος του κόσμου αποδείχθηκε πλέον εξίσου ακριβής με την πρόβλεψη ενός…άλλου προφήτη περί της εξόδου της χώρας στις αγορές την ίδια περίπου περίοδο, η κρίση θα μας συνοδεύσει αδιάκοπη και το νέο έτος. Αυτή την φορά, όμως, ίσως μπορέσουμε να την προσεγγίσουμε μέσα από ένα νέο επιστημονικό πρίσμα.

«Ποια είναι η εναλλακτική λύση;»

28 Οκτωβρίου, 2012 3 Σχόλια

Στο τμήμα Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Northwestern, στο Σικάγο των ΗΠΑ, κατέχει την έδρα του καθηγητή ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος. Πρόκειται για τον αρχαιολόγο Matthew Johnson που μέσα από έναν σκληρό αγώνα ζωής κατάφερε να κάνει μια σημαντική ακαδημαϊκή καριέρα. Ως ένας από τους καλύτερους γνώστες της αγγλο­σαξονικής αρχαιολογικής θεωρίας, ο Johnson πάντοτε είχε τον δικό του, ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο να μυεί τους φοιτητές του στα συχνά δύσβατα μονοπάτια της. Εξασκημένος να εντοπίζει την θεωρία πίσω από την εκάστοτε πράξη, συνηθίζει να λέει μια φράση που, όταν την είχα πρω­τοακούσει, δεν είχα καταλάβει εντελώς το νόημά της: «όταν κανείς σάς λέει ότι δεν έχει θεωρία για τα πράγματα, να τον ρωτάτε πάντα τι είναι αυτό που προσπαθεί να κρύψει». Στην πορεία συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν όντως πολλές περιστάσεις στην επιστήμη και την ζωή που φω­τίζουν το νόημα αυτής της ρήσης. Ένα από τα καλύτερα παραδείγματα, μάλιστα, για την κατα­νόησή της δεν είναι άλλο από την ελληνική κρίση και τον τρόπο, με τον οποίο ορισμένοι από τους υπερασπιστές των μνημονίων και της «πάση θυσία» παραμονής στο ευρώ προπαγαν­δίζουν τις θέσεις τους.

Όλοι μπορούμε να θυμηθούμε ότι, όταν κατά τους πρώ­τους μήνες της κυβέρνησης ΓΑΠ συντε­λέστηκε η (αυτο)υπονόμευση της δανειοληπτικής ικανότητας της χώρας και αυτή έφτασε στο χείλος της χρεοκοπίας, η προσφυγή στον μηχανισμό διάσωσης της τρόικας παρουσιάστηκε (και ακόμη παρουσιάζεται) ως η «μοναδική λύση», ως «η επιλογή της σωτηρίας έναντι της κατα­στροφής», ως μια πράξη που δεν είχε πίσω της μια συγκεκρι­μένη θεωρία, δηλαδή μια υποκειμε­νική θεωρη­τική προσέγγιση της ευρύτερης κατάστασης, αλλά συνιστούσε την αναγκαστική, «αντικειμενική» αντίδραση στις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί. Περαιτέρω, ένας από τους πιο προσφιλείς τρόπους υπογράμμισης του «αντικειμενικού» χαρα­κτήρα των κινήσεων που έγιναν υπήρξε από την αρχή η μεθοδευμένη επανάληψη εκ μέρους του μνημονιακού «λόμπι του ευρώ» του έντεχνου ερωτήματος «μα ποια είναι η εναλλακτική λύση;». Με αυτό τον τρόπο, οι διάφοροι υποστηρικτές της εν λόγω θέσης έγιναν κατά πρώτον κήρυκες επιστημονι­κού σκοτα­δισμού άλλων εποχών, δηλαδή της ιδέας ότι πίσω από την κάθε πράξη (πολιτική, οι­κονομική, επιστημονική, κλπ.) δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεωρία, αλλά μόνον «αντικειμενικές» συνθήκες και το «αλάθητο» των ειδημόνων που διαχειρίζονται την μία και μοναδική λύση. Κατά δεύτερον, το ενίοτε ύποπτο υπόβαθρο του ερω­τήματος «ποια είναι η εναλλακτική λύση;» αναδεικνύεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι εναλλα­κτικές λύ­σεις, πολλές μάλιστα, έχουν προταθεί ήδη από τις αρχές της ελληνικής κρί­σης και αυ­τής της ευ­ρωζώνης.

Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, ότι διακεκριμένοι οικονομολόγοι, όπως π.χ. ο Γ. Στίγκλιτς, ξεκι­νώντας από την δική τους θεωρητική αφετηρία έχουν εδώ και καιρό κάνει λόγο για την ανάγκη εξόδου όχι της Ελλάδας, αλλά της Γερμανίας από το ευρώ προκειμένου να επιλυθεί η ευρύτερη ευρωπαϊκή κρίση. Πρόκειται για μια άποψη που μέχρι σήμερα συνεχίζει να εκφράζεται με ενάρ­γεια και από άλλους σχολιαστές. Την ίδια στιγμή, συγκεκριμένες προτάσεις, εναλλακτικές ως προς τα προγράμματα διάσωσης, διατυπώνονται και από όσους εκκινούν θεωρητικά από την –ίσως ρομαντική– άποψη ότι η ευρωζώνη μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει στην παρούσα της σύνθεση, παρά τις έντονες εσωτερικές της προστριβές. Σε προτάσεις, όπως π.χ. αυτή των Γ. Βα­ρουφάκη-St. Hol­land, θεωρείται ότι είναι εφικτή μια συμβιβαστική, συστημική λύση της ευρωκρί­σης βάσει μιας τελικώς κοινής αντίληψης του προβλήματος εκ μέρους όλων των εμπλεκομένων χωρών. Σε άλλο μή­κος κύματος, πολλοί οικονομολόγοι με διεθνή απήχηση, όπως π.χ. ο Μ. Νόιμαν, ο Μ. Φέλντσταϊν, ο Ν. Ρου­μπινί και ο H. Werner-Sinn, έχουν συχνά εκφράσει την άποψη ότι η ανάκτηση της ανταγω­νιστικότητας της ελ­ληνικής οικονομίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με επιστροφή στο εθνικό της νόμισμα.  Ενίοτε, μάλιστα, μοιάζουν να υπονοούν ότι στο ίδιο συμπέρασμα θα κατέληγε ακόμη και ένας πρωτοετής των οικονομικών, κάτι που, όμως, δεν επιτρέπεται να…πολυακούγεται, αφού οι υπό κρίσιν χώρες πρέπει να μείνουν με κάθε τρόπο (π.χ. υπό το κράτος καταστροφολογικών σεναρίων) «κλειδωμένες» στην ευρωζώνη.

Και πράγματι, σε αντίθεση με ό,τι συστηματικά διατείνεται το μνημο­νιακό στρατόπεδο στην χώρα μας, έχουν υπάρξει δηλώ­σεις κάποιων άλλων σημαντικών στελε­χών της διεθνούς οικονομίας που αμβλύνουν τα σχετικά με την επιστροφή στην δραχμή σε­νάρια καταστροφής ή τουλάχιστον καταστροφής της Ελλάδας. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η δή­λωση του επικεφαλής του Διε­θνούς Χρημα­τοπιστωτικού Ινστιτούτου (IIF) Τ. Νταλάρα ότι σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ θα πτωχεύσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τρά­πεζα. Μια δήλωση που έγινε τον Μάιο του 2012 και που αυτόματα σημαίνει ότι, αν το εν λόγω σενάριο μεταφερθεί δύο χρόνια πριν, την περίοδο της υπογραφής του πρώτου ελληνικού μνημονίου, οι συνέπειες μιας ενδεχόμενης ελληνικής εξόδου θα ήταν τότε πιθανώς ακόμη πιο βαριές. Με δεδομένο ότι κανείς δεν θα άφηνε να συμβεί μια τέ­τοια καταστροφική εξέλιξη, γίνεται σαφές ότι η υπόθεση που κατά τις πρώτες φάσεις της κρίσης ήθελε την Ελλάδα εκτός ευρώ, με την υπόλοιπη ευρω­ζώνη ακόμη εντός του, δεν υπήρξε ποτέ ρεαλιστικό ενδεχόμενο. Αποτέλεσε απλώς το βασικό σενάριο κατα­στροφής που εξυπηρέ­τησε την όσο το δυνατόν πιο «ομαλή» υπαγωγή της χώρας στις επιταγές του μνημονίου. Αντιλαμβάνεται, επομένως, κανείς ότι, αν οι ελληνικές κυβερ­νήσεις αντί να παίξουν τον ρόλο διακινητή του φανταστικού αυτού σεναρίου αξιοποιούσαν την συγκεκριμένη κατά­σταση ως ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο, θα μπο­ρούσαν να ωθήσουν τα πράγματα σε δια­φορετική κατεύθυνση από αυτήν που οδήγησε την χώρα, αλλά ταυ­τόχρονα και την ίδια την ευ­ρωζώνη στην παρούσα κατάσταση. Ο λόγος που δεν το έκαναν δεν είναι οι «αντικειμενικές» συνθήκες, αλλά η δική τους «θεωρία» πίσω από τα πράγματα, την οποία αναπτύξαμε πρό­σφατα περιγράφοντας τα υλικά και ψυχολογικά κίνητρα του ελληνικού «λόμπι του ευρώ».

Το ποια είναι η εναλλακτική λύση για το πρόβλημα της ευρωζώνης κατά την άποψη που ανα­πτύσσουμε σε αυτό το ιστολόγιο έχει εν πολλοίς ήδη διατυπωθεί και, φυσικά, όπως κάθε πρό­ταση που θέλει να διεκδικεί στοιχειώδη ειλικρίνεια και σοβαρότητα, ξεκινά από την δική της εκ­πεφρασμένη θεωρητική αφετηρία. Σύμφωνα με αυτήν, στο πλαίσιο του οράματος της ευρωπαϊ­κής ενοποίησης μια ζώνη έντονης πολιτιστικής διαφοροποίησης, η Ευρώπη, εξελήφθη λανθα­σμένα ως μια ζώνη πολιτιστικής «κοινότητας». Σαν αποτέλεσμα, φαινόμενα που στην πραγμα­τικότητα αποτελούν ιδιοσυγκρατικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά συγκεκριμένων πληθυσμών της Ευρώπης, γίνονται αντιληπτά ως απλές «πολιτικές» ή «στρατηγικές». Κο­ρυφαίο παράδειγμα η «πολιτική» της λιτότητας, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πιστή αντανάκλαση του λαϊκού πολιτισμού της γερμανόφωνης κεντρικής Ευρώπης, του πολιτισμού του Sparen (δηλ. του διαρκούς εθισμού της αποταμίευσης, της πολιτιστικά…«σφιχτής» σχέσης με το χρήμα). Πρόκειται για μια πολιτιστική έκφανση που συνιστά τόσο λίγο «πολιτική» ή «ιδεο­λογική κατεύθυνση» όσο συνιστά π.χ. στον κόσμο της Μεσογείου η παραδο­σιακή οικονομική αλληλοϋποστήριξη εντός της κάθε οικογένειας.

Ακόμη και κάποιος που δεν έχει εμπειρία ή γνώση του γερμανικού πολιτισμού, αρκεί να δώσει την λέξη «sparen» ως λήμμα στο Google, για να εμφανιστούν αμέσως 140.000.000 (!) αποτελέ­σματα. Αν τώρα δώσει ως λήμματα τις ελληνικές μεταφράσεις της έννοιας (π.χ. εξοικονόμηση, αποταμίευση), των οποίων η παρουσία στην ελληνική γλώσσα δεν είναι ούτε κατά προσέγγιση τόσο ισχυρή, καθημερινή και πανταχού παρούσα (χαρακτηριστικό είναι εδώ ότι η ελληνική με­τάφραση της έννοιας διαμοιράζεται σε περισσότερες της μιας λέξεις και δεν συγχωνεύεται σε μία, κυρίαρχη λέξη), θα λάβει τα ακόλουθα αποτελέσματα: εξοικονόμηση (3.700.000), αποταμίευση (500.000), φειδώ (22.000). Ούτε εξ αποστάσεως δεν πλησιάζει την γερμα­νική…επίδοση και το ιταλικό «risparmio» με περίπου 32.000.000 αποτελέσματα. Αξίζει να ση­μειωθεί ότι ο χαρα­κτηρισμός «πολιτισμός του Sparen» (Sparkultur) αποτελεί μια μάλλον καλοπροαίρετη και νηφά­λια προσέγγιση, αν αναλογιστεί κανείς ότι το ίδιο φαινόμενο περιγράφεται από τον Μαξ Βέμπερ ως Zwang (Τσβανγκ=εμ­μονή, π.χ. Sparzwang), λέξη που χρησιμοποιείται στην γερμανική ιατρική ορολο­γία για να περι­γράψει εμμονικές διαταραχές ή νευρώσεις (π.χ. ο όρος Zwangsstörung [αγγλ. Obses­sive Compul­sive Disorder]). Είναι μάλλον το σημείο που μπορεί κανείς να θυμηθεί ορι­σμέ­νους ιδιαί­τερα…συνειδητοποιημένους μνημονιακούς, οι οποίοι από ένθερμοι τηλεκήρυκες του αρχαιοελ­ληνικού πολιτισμού κατέληξαν τελικά υπερασπιστές κεντροευρωπαϊκών νευρώ­σεων.

Υπό αυτό το πρίσμα γίνεται αντιληπτό ότι τα προβλήματα στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης είναι στην πραγματικότητα το εξής ένα: η προκρούστεια συνύπαρξη στο πλαίσιο της ίδιας οικο­νομικής ένωσης του γερμανόφωνου κόσμου της κεντρικής Ευρώπης με τις υπόλοιπες πολιτιστι­κές περιοχές της ηπείρου. Κατά συνέπεια, η λύση για το πρόβλημα της ευρωζώνης δεν βρίσκεται στην «μοναδική επιλογή» των καταστροφικών μνημονίων της λιτότητας, αλλά σε μια τελείως διαφορετική διάσταση: στην αναίρεση της πολιτιστικά ασύμβατης συνύπαρξης. Αυτή μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι η έξοδος της Γερμανίας από το ευρώ, η οποία μαζί και με τις βασικές, γερμανόφωνες δορυφόρους της (Αυστρία, Ολ­λανδία) θα μπορούσε να σχηματίσει μια χωριστή νομισματική υποένωση. Η αποχώρηση της Γερμανίας θα ήταν το «μαγικό ραβδί» για την απελευθέρωση της υπόλοιπης ευρωζώνης από τα δεσμά του πολιτισμού του Sparen, της αυτοκρατορίας της Εμμονής. Την επόμενη κιόλας μέρα η ΕΚΤ θα μπο­ρούσε να λειτουργήσει όπως οι κεντρικές τράπεζες άλλων νομισματικών χώρων (π.χ. ΗΠΑ, Βρετανίας, Ιαπωνίας) παίζοντας ρόλο δανειστή εσχάτου ανάγκης, εκδίδοντας ευρωομόλογα και εξουδετε­ρώνοντας οριστικά τις κερδοσκοπικές αγορές. Ο δεύτερος τρόπος είναι η λύση των «Ηνωμένων Εθνών της Ευρώ­πης», δηλαδή της συντεταγμένης εξόδου της Ευρώπης από το ευρώ και της επιστροφής σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση νομισματικά αυτοδύναμων κρατών.

Στα εύλογα ερωτήματα «μα πώς θα γίνουν αυτά;» και κυρίως «ποιος θα διώξει την Γερμανία από το ευρώ;», η απάντηση είναι απλή: η ίδια η Γερμανία. Αρκεί να βρει απέναντί της την δυνα­μική συσπείρωση της Γαλλίας και των PIGS (Πορτογαλίας, Ισπανίας, Ελλάδας και Ιταλίας), εκ­φρα­ζόμενη με την απειλή τους να επιστρέψουν σε εθνικά νομίσματα αν η Γερμανία δεν απελευ­θερώ­σει άμεσα την νομισματική ένωση από την «πολιτική» της. Σε αυτή την περίπτωση –και πά­ντα στο πλαίσιο του πολιτισμού του Sparen– η αυτό­βουλη επιστροφή της Γερμανίας στο μάρκο (ή στο νόμισμα μιας βόρειας υποένωσης) θα καταστεί μονόδρομος, με τους περισσότερους Γερμανούς πολίτες να μέμφονται την ηγεσία τους όχι για την αποχώρηση από την ευρωζώνη, αλλά για την αρχική προσχώρηση της χώρας τους σε αυτή. Αντιστοίχως, σε οποιοδήποτε άλλο σενάριο, μονόδρομος θα είναι για την νότια Ευρώπη η μετατροπή της σε μια μεταμοντέρνα εκ­δοχή της κομμουνιστικής Ανατολικής Ευρώ­πης: σε μια ζώνη οικονομικής καταστροφής, εξα­θλίωσης ή και εθνικής διάσπασης (βλ. Καταλω­νία), με την γερμανικής κοπής λιτότητα αυτή την φορά στον ρόλο του επίσης γερμανικής προε­λεύσεως κομμουνισμού. Όσο για την Ελ­λάδα, την μοναδική χώρα που απουσίασε εύγλωττα από την πρόσφατη σύνοδο των χωρών του Νότου στην Μάλτα, αυτή θα υποστεί ό,τι υφίσταται όποιος επιλέγει στον πόλεμο το λάθος στρατόπεδο. Διότι ιστορικά το στρατόπεδο της Γερμανίας είναι πάντα το στρατόπεδο της ήτ­τας…

Πώς να (μην) κάνετε φίλους

24 Σεπτεμβρίου, 2012 6 Σχόλια

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας που έγινε αρχές Σεπτεμβρίου στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τρά­πεζα για την έγκριση ή μη του σχεδίου προστασίας της ευρωζώνης που παρουσίασε ο πρόεδρός της Μ. Ντράγκι ήταν σίγουρα εντυπωσιακό: όχι τόσο διότι το σχέδιο εγκρίθηκε με ψήφους 22-1 (!), αλλά κυρίως επειδή δεν πρέπει να  υπήρξε στην Ευρώπη έστω και ένας που να μην ήταν σε θέση να μαντέψει αμέσως ποιος ήταν ο μοναδικός που μειοψήφισε. Το γε­γονός αυτό, μάλιστα, προξενεί ακόμα μεγαλύτερη αί­σθηση αν αναλογιστεί κανείς πόσο μελάνι, πόση ενέργεια, πόσος κόπος και φαιά ουσία αναλώ­θηκε τα τελευταία τρία χρόνια από συγκεκριμένους κύκλους στην Γερμα­νία για να δυσφημι­στούν οι λαοί του ευρωπαϊκού νότου και ιδιαίτερα οι Έλληνες ως τα «γουρούνια» (PIGS), τα «μαύρα πρό­βατα» και οι καταστροφείς της ευρωπαϊκής ιδέας. Κι όμως, όταν ήρθε η ώρα να λη­φθεί η μοναδική ως τώρα κάπως ουσιαστική απόφαση υπέρ της βιωσιμότητας και της προοπτι­κής της ευρωζώνης, πάλι οι Γερμανοί κατάφεραν να είναι αυτοί που έμειναν μόνοι τους…Θα έλεγε κανείς ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ιδιαίτερο «χάρισμα». Μια σπάνια δεξιότητα που κάνει ένα κομμάτι των γερμανόφωνων Κεντροευρωπαίων να ενσαρκώνουν υποδειγ­ματικά την αντίστροφη εκδοχή ενός παλιού και πολυμεταφρασμένου εγχει­ριδίου περί του «πώς μπορείτε να κάνετε φί­λους» (μεταφρασμένου και στα γερμανικά). Το «χάρισμα» αυτό το έχουμε περιγράψει σε αυτό το ιστολόγιο ως την βα­θιά εκείνη νοο­τροπία απόλυτου, εσωστρεφούς και τυφλού εγω­κεντρισμού, την οποία μπορεί να αποδώσει κα­νείς με την έκφραση «τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου». Μια νοο­τροπία που δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με όρους γενικευτικών ιδεολογιών ή πολιτικών θεω­ριών, αλλά μόνον επί τη βάσει των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων σε αυτή την περιοχή της Ευρώ­πης. Μια τέτοια εικόνα προκύπτει αν θυμηθεί κανείς μερικές πτυχές της συγκεκριμέ­νης νοοτροπίας, όπως εκφράστηκε ως τώρα στο πλαίσιο της κρίσης της ευρωζώ­νης.

Ως ένα πρώτο παράδειγμα, είναι πράγματι δύσκολο να κάνει κάποιος φίλους, όταν αρνείται να προ­σφέρει στους άλλους όσα έχουν προσφέρει εκείνοι σε αυτόν. Η οικονομική ανάκαμψη της Γερμα­νίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βασίστηκε στην οικονομική σωφροσύνη και μεγαθυ­μία των συμμάχων, στο γεγονός, δηλαδή, ότι, σε αντίθεση με τους διακανονισμούς που ακολού­θησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι νικητές έκριναν αυτή την φορά –και σωστά– ότι τίποτα καλό δεν επρόκειτο να προκύψει για την ειρήνη και την σταθερότητα στην Ευρώπη από τον οι­κονομικό στραγγαλισμό του ήδη ηττημένου και ταπεινωμένου γερμανικού πληθυσμού. Έτσι, χορηγήθηκε στην Γερμανία οικονομική βοήθεια για την ανασυγκρότησή της, ενώ πτυχή της οι­κονομικής της ανακούφισης υπήρξε και η ιδιότυπη…«αναδιάρθρωση» των γερμανικών πολεμι­κών αποζημιώ­σεων, η αποπληρωμή των οποίων μετατέθηκε στις καλένδες της ιστο­ρίας. 60 χρόνια αργότερα, και με τον τροχό της ιστορίας να έχει γυρίσει, η Γερμανία επιδεικνύει στους «ηττημέ­νους» της οικονομικής κρίσης όχι το πνεύμα του σχεδίου Μάρσαλ, αλλά αυτό των Βερσαλλιών. Επίσης, σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις, μπορεί, φυσικά, να κατανοήσει κανείς το γεγονός ότι οι περισσότεροι Γερμανοί θεωρούν λογικό να μην ισχύουν πλέον τα προ 60 ετών χρέη τους, κα­τάλοιπο μιας «μακρινής» εποχής που θέλουν να ξεχάσουν. Αν, όμως, κάποιος τους πρότεινε τώρα να διαγραφούν τα τρέχοντα ελληνικά χρέη σε 60 χρόνια από σήμερα, δεν είναι ακριβώς σίγουρο ότι θα έδειχναν την ίδια κατανόηση…

Περαιτέρω, δύσκολα δημιουργεί κανείς φίλους, όταν η αχαριστία του εκτός από υλική είναι και ηθική. Η ηθική επανενσωμάτωση των Γερμανών στο σώμα της Ευρώπης στηρίχθηκε στην απο­δοχή εκ μέρους των άλλων λαών της «πολιτικώς ορθής» διάκρισης ανάμεσα στους Ναζί και τον υπόλοιπο πληθυ­σμό. Με άλλα λόγια, οι υπόλοιποι λαοί επέδειξαν την καλή διάθεση να αποδε­χθούν ότι ο λόγος που η Γερμανία οδήγησε τον κόσμο στο φρικτό αιματοκύλισμα του Β΄ Πα­γκοσμίου Πολέμου, ήταν κατά βάσιν μια ιδεολογία, ο ναζισμός, και το καθεστώς που την εξέ­φρασε. Και ότι, συνεπώς, το μεγάλο μέρος του γερμανικού λαού, το οποίο «παρασύρθηκε» από την ναζιστική προπαγάνδα, θα μπορούσε πλέον αποτινάσσοντας την ιδεολογία αυτή να ξανα­γίνει αποδεκτό από τους υπόλοιπους  Ευρωπαίους. Φυσικά, η άποψη αυτή δεν άντεχε (ούτε αντέχει) σε λογική κριτική. Και είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν άν­θρωποι που την ασπάζονται, όταν όλοι γνωρίζουν ότι, μόλις 25 χρόνια πριν την έναρξη του Β΄ Πα­γκοσμίου Πολέμου, η ίδια χώρα  ξεκίνησε έναν άλλον μεγάλο πόλεμο στην Ευρώπη χωρίς να υπάρχει ο ναζισμός ως κινητήρια δύναμη. Κανένας ναζισμός δεν υπήρχε επίσης π.χ. στους πο­λέμους της γερμανικής ενοποίησης τον 19ο αιώνα, σε αυτούς του Μεγάλου Φρειδερίκου της Πρωσίας τον 18ο αιώνα ή κατά τον φρικώδη Τριακονταετή Πόλεμο του 17ου αιώνα, ο συνολικός αριθμός απωλειών του οποίου (περί τα 8 εκατομμύρια νεκροί) ξεπεράστηκε μόνο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι όμως, ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη και ο κόσμος είχαν την διάθεση να υπο­βαθμίσουν διακριτικά την κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στην ιδεολογία και την πολιτιστική ανθρω­πολογία, οι ίδιοι οι Γερμανοί σήμερα αρνούνται χαρακτηριστικά να εφαρμόσουν την ίδια διά­κριση στην περίπτωση των Νοτίων της Ευρώπης και ιδίως των Ελλήνων. Εδώ δεν μι­λούν/μιλούμε για τους Pleitis (από την γερμανική λέξη Pleite [πλάϊτε]=χρεωκοπία), κατ’ αντιστοιχίαν προς τους Nazis, δηλαδή απλώς για μια άφρονα και εγκληματική ηγεσία που υπήρξε υπεύθυνη για την οικονομική χρεωκοπία. Αντίθετα, προβάλλεται η συλλογική ευθύνη σχεδόν ολόκληρου του λαού, ο οποίος στιγματίζεται συλλήβδην ως «τεμπέλης», «απατεώνας», «σπάταλος», κλπ. Την ίδια στιγμή, μάλιστα, κάποιοι Γερμανοί –σίγουροι πια για την…εμπέδωση της πλήρους αποσύνδεσής τους από την περίοδο του ναζισμού– δεν έχουν πρόβλημα να προκαλούν με το να αξιοποιούν καταλλήλως τα…δυνατά «brand names» που τους κληροδότησε η εν λόγω ιστορική περίοδος. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η περίπτωση του ιδιαιτέρως ανθηρού αρχιτεκτονικού γραφείου του συνονόματου (!) γιου του διαβόητου αρχιτέκτονα του Χίτλερ Αlbert Speer.

Δύσκολα κάνεις επίσης φίλους όταν ισχυρίζεσαι ότι το να σε καλούν να «ηγηθείς» της Ευρώπης, σημαίνει στην πραγματικότητα ότι απλώς θέλουν να σε βάλουν να πληρώσεις. Και αυτό διότι την ίδια στιγμή δεν φαίνεται να σε απασχολεί ιδιαίτερα το ότι, όταν εσύ υποδεικνύεις στους άλ­λους ότι πρέπει να είναι «ανταγωνιστικοί», στην πραγματικότητα εννοείς ότι πρέπει να μεταβλη­θούν σε φτηνό εργατικό δυναμικό στην υπηρεσία σου.

Ακόμη, δύσκολα κάνεις φίλους όταν μετατρέπεις τον εαυτό σου σε «θρόμβο», εμποδίζοντας την κυκλο­φορία του «αίματος» που το χρειάζονται κι άλλοι. Οι Γερμανοί, ή ορθότερα, συγκε­κριμένοι εμπορικοί-βιομηχανικοί-τραπεζικοί παράγοντες εντός της Γερμανίας, εισπράττουν το αντίτιμο της ισχυρής εξαγωγικής τους οικονομίας. Αντί, όμως, να ξαναρίξουν στην αγορά ένα τμήμα αυτού του κέρδους, π.χ. με την μορφή της αύξησης των μισθών των Γερμανών εργαζομέ­νων, η οποία θα οδηγούσε σε (κάποια έστω) αύξηση της κατανάλωσης και των φορολογικών εσόδων τους κράτους, τα οποία με την σειρά τους θα μπορούσαν να «επανεπενδυθούν» για την οικονο­μική στήριξη των «προβληματικών» (αλλά πάντοτε εξωστρεφών και φιλικών στην κατα­νάλωση) νότιων χωρών της ευρωζώνης, η Γερμανία γίνεται μάλλον η πρώτη εξαγωγική οικονομία στην ιστορία των διεθνών οικονομικών, που προσπαθεί να καταστρέψει την αγοραστική δύναμη όσων αγο­ράζουν τα προϊόντα της…Το αντεπιχείρημα που προβάλουν ορισμένοι οικονομικοί αναλυτές, ότι δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος των γερμανικών εξαγωγών κατευθύνεται πλέον στις μεγάλες αγορές εκτός Ευρώπης (π.χ. Κίνα, Βραζιλία), και, άρα, «γιατί να ασχοληθούν με την μικρή ευ­ρωπαϊκή αγορά;», είναι τόσο αφελές όσο και απαράδεκτο. Αφελές, διότι όσοι γνωρί­ζουν την «συντηρητική» γερμανική νοοτροπία ξέρουν καλά ότι ο μόνος λόγος που οι Γερμανοί δεν επιβάλ­λουν και…στην Κίνα το δόγμα της εμμονικής λιτότητας, είναι επειδή απλά η τελευταία δεν είναι μέλος της ευρωζώνης. Απαράδεκτο, διότι η λογική που λέει ουσιαστικά ότι τώρα που αντλήσαμε ό,τι μπορούσαμε από τον (Νοτιο)ευρωπαίο καταναλωτή, τον αφήνουμε στην τύχη του και ανοί­γουμε τα πανιά μας για άλλες πολιτείες-αγορές, συνιστά την πεμπτουσία της βαθιάς εκείνης νο­οτροπίας που σκιαγραφούμε.

Τελειώνοντας, όλα αυτά μου φέρνουν στον νου ένα χαρακτηριστικό περιστατικό. Μετά την νίκη της Ιταλίας επί της Γερμανίας στο πρόσφατο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, έλαβα το εξής μή­νυμα από μια Ιταλίδα φίλη (αφού της είχα, βέβαια, εγώ πρώτα γράψει «Grazie Italia! Gra­zie!»): «Dovevamo vendicare i nostri fratelli Greci!», ήτοι «έπρεπε να εκδικηθούμε για τους αδελ­φούς μας τους Έλληνες!». Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει υπό το πρίσμα όσων ανα­φέρθηκαν, είναι ποιος άραγε στην Ευρώπη θα χαρακτήριζε ποτέ ως αδελφούς του τους Γερμα­νούς. Πρόκειται για το ερώτημα που, όσο κι αν ορισμένοι ένθερμοι ευρωπαϊστές θέλουν να το απωθήσουν, είναι στην ουσία αυτό που (θα) κρίνει την βιωσιμότητα της ευρωζώνης και ίσως και της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά. Ιδίως, μάλι­στα, όταν στο πλαίσιο αυτής της Ένωσης θεωρείται αυτονόητα λογικό να απαιτείται από κάποιους μια βίαιη οικονομική προσαρμογή, την ίδια στιγμή που θεωρείται αδιανόητο να ζητηθεί από κά­ποιους άλλους –ως αναγκαίο, λειτουρ­γικό αντιστάθμισμα– μια «πολιτιστική» προσαρμογή, σαν αυτή που υπονοούμε εδώ και περι­γράψαμε χιουμοριστικά και στο παρελθόν. Μια τέτοια απαίτηση θα μπορούσε, άλ­λωστε, να προκύψει ρεαλιστικά μόνον όταν αποκτήσουμε μια πολιτική και πνευματική ηγεσία, η οποία θα γνωρίζει για την γερμανική νοοτροπία και ψυχοσύνθεση έστω λίγα περισσότερα από όσα γνώριζε ο Κολόμβος για την Αμερική πριν την ανακαλύψει…