Αρχείο

Posts Tagged ‘αμοιβαιοποίηση’

Τα βιογραφικά της κρίσης

Ιουνίου 5, 2013 8 Σχόλια

Σε προηγούμενες αναρτήσεις, και κυρίως σε αυτήν με τίτλο «Ποια είναι η εναλλακτική λύση;» αναφερθήκαμε στο φαινόμενο που θα μπορούσε να ονομαστεί μνημονιακός εμπειρισμός. Πρό­κειται για την άποψη που εκφράζουν ακόμα και σήμερα οι πιο ένθερμοι θιασώτες του άκριτου «ευρωπαϊκού προσανατολισμού» της χώρας, ότι, δηλαδή, οι αποφάσεις για την πορεία της τα τελευταία τρία χρόνια ελήφθησαν με σχεδόν αποκλειστικό γνώμονα τα «αντικειμενικά» δεδο­μένα της κατάστασης, π.χ. τα στοιχεία, τα νούμερα, τους συσχετισμούς δυνάμεων, κλπ. Όπως, όμως, προσπαθήσαμε να καταδείξουμε, πίσω από την κάθε πράξη υπάρχει πάντοτε μια θεωρία. Όσοι π.χ. θεώρησαν ότι η χώρα έπρεπε να μπει στον «γύψο» μιας τόσο σκληρής προσαρμογής χωρίς νομισματική υποστήριξη (χωρίς, δηλαδή, ούτε να έχει δικό της νόμισμα ούτε να είναι μέ­λος μιας «κανονικής» νομισματικής ένωσης), δεν το έκαναν επειδή αυτό τους υπέδειξαν τα αντι­κειμενικά δεδομένα. Το έκαναν με βάση την υποκειμενική τους πεποίθηση ότι η ευρωζώνη μπο­ρεί και σύντομα θα λειτουργήσει σαν κανονική νομισματική ένωση, π.χ. με αμοιβαιοποίηση χρέ­ους (ευρωομόλογα) και μια Κεντρική Τράπεζα που θα λειτουργεί όπως αυτές άλλων νομισματι­κών χώρων. Συνεπώς, θα ήταν καταστροφικό για την χώρα να είναι τότε «στην απ΄ έξω», όπως είχε πει προ καιρού ο Α. Σαμαράς, με την ποιότητα των ελληνικών να ανταγωνίζεται μόνον αυτή των προβλέψεών του.

Terra incognita

Terra incognita…

Και η ανωτέρω άποψη δεν είναι παρά μια επιμέρους πτυχή μιας πολύ ευρύτερης θεωρητικής και ιδεολογικής αντίληψης της Ευρώπης, αυτής που θέλει την τελευταία να είναι μια ζώνη πολιτιστι­κής «κοινότητας», περίπου καταδικασμένης στην ενοποίηση ή ολοκλήρωση. Πρόκειται για μια υπο­κειμενική (και καθόλου εμπειριστική) άποψη τόσο βαθιά εδραιωμένη, ώστε να λειτουργεί εν τέλει ως παραμορφωτικός φακός μιας πραγματικότητας που μπορεί να αναγνωστεί τελείως διαφορε­τικά. Έτσι, η Γερμανία (και η ξεκάθαρη ηγεμονική της θέση) βαφτίζεται «Ευρώπη», η νέα εκδοχή του πάλαι ποτέ γερ­μανικού μείζονος ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου (Europäischer Großwirtschaftsraum) καλείται «ευρωζώνη», ο γερμανικός πολιτισμός του Sparen (Sparkultur) γίνεται αντιληπτός ως «πολιτική της λιτότητας», η μεταφορά χρημάτων από τους λογαριασμούς των Ευρωπαίων φορολογουμένων σε αυτούς των τραπεζών-δανει­στών του ελληνικού κράτους χαρακτηρίζεται μονίμως ως «βοήθεια προς την Ελ­λάδα», κλπ. Μία από τις βασικές θέσεις που υποστηρίζουμε σε αυτό το ιστολόγιο είναι ότι η πα­ραπάνω αντίληψη –στην αθώα της εκδοχή– δεν συνιστά απλά μια εντελώς υποκειμενική αφετη­ρία που συχνά, μά­λιστα, παίρνει την μορφή της ιδεοληψίας, της αυθυποβολής και της ψευδαί­σθησης («success story»). Συνιστά πολύ περισσότερο μια πρώτης τάξεως απόδειξη για το ότι αρ­κετοί από τους φο­ρείς αυτής της άποψης καθοδηγούν την χώρα, έχοντας τραγική άγνοια συ­γκεκριμένων συνθηκών εντός της Ευρώπης και κυρίως του πολιτισμού της γερμανόφωνης κε­ντρικής Ευρώπης. Η ρομαντική αντί­ληψή τους περί της Ευρώπης και της προοπτικής της όχι μόνον είναι καθαρά υποκειμενική, αλλά, το χειρό­τερο, δεν στηρίζεται πουθενά.

Σήμερα, λοιπόν, θα δώσουμε την ευκαιρία στον αναγνώστη να διαπιστώσει με τρόμο τι σημαίνει αυτό το «πουθενά». Θα παράσχουμε τα αποδεικτικά στοιχεία που μοιάζουν να επιβεβαιώνουν με δραματικό τρόπο τις εκτιμήσεις που έχουμε κάνει από αυτή την θέση για τον βαθμό γνώσης της Ευρώπης εκ μέρους όσων θεωρούν ότι μονοπωλιακά γνωρίζουν τι είναι η Ευρώπη. Πιστοί, μάλιστα, στον εμπειρισμό και θετικισμό που οι ίδιοι οι υπέρ το δέον ένθερμοι μνημονιακοί ευρωπαϊστές διεκδι­κούν για τις δικές τους θέσεις, θα παρουσιάσουμε στον αναγνώστη στοιχεία όχι μόνο «αντικει­μενικά», όχι μόνο επαληθεύσιμα ανεξάρτητα από τα δικά μας λεγόμενα, αλλά και προερχόμενα από τους ίδιους. Θα δούμε, δηλαδή, τι πληροφορίες μας δίνουν ορισμένοι από τους μνημονιακούς ευρωπαϊ­στές για τον εαυτό τους, τι γνώσεις ισχυρίζονται οι ίδιοι δημοσίως ότι έχουν περί της Ευρώπης. Στους παρακάτω συνδέσμους, λοιπόν, ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει τα βιογραφικά μερικών εκ των πιο ση­μαντικών προσωπικοτήτων της χώρας που από τον χώρο της πολιτικής, της οικονομίας, της διανόησης και της δημοσιογραφίας έχουν προωθήσει ως διαχειριστές της εξουσίας ή έχουν υποστηρίξει ένθερμα ως απλοί σχολιαστές τον άνευ όρων «ευρωπαϊκό προσανατολισμό», τον μνημονιακό «μονόδρομο» και την «πάση θυσία» παραμονή της χώρας στο ευρώ. Στις προσωπικότητες αυτές ανήκουν π.χ. ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ο Φίλιππος Σαχινίδης, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, η Άννα Διαμαντοπούλου, ο Ανδρέας Λοβέρδος, ο Χρήστος Παπουτσής, ο Αντώνης Σαμαράς, ο Γιάννης Στουρνάρας, ο Χρήστος Σταϊκούρας, ο Κωστής Χατζηδάκης, ο Σίμος Κεδίκογλου, ο Μάκης Βορίδης, ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Λουκάς Παπαδήμος, ο Φώτης Κουβέλης, ο Αντώνης Μανιτάκης, ο Γιώργος Προβόπουλος, ο Λουκάς Τσούκαλης, ο Γιώργος Παγουλάτος, ο Γκίκας Χαρδούβελης, ο Πάσχος Μανδραβέλης, ο Παντε­λής Καψής, ο Αλέξης Παπαχελάς, ο Μπάμπης Παπαδημητρίου.

Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, στα βιογραφικά των ανωτέρω προσώπων απαντά ένα αναπάντεχο κοινό σημείο που στην καλύτερη περίπτωση προβληματίζει και στην χειρότερη τρομάζει: από κανένα, δηλαδή, εκ των ανωτέρω βιογραφικών δεν προκύπτει η παραμικρή γνώση για την Γερμανία ή γενικότερα για την γερμανόφωνη κεντρική Ευρώπη. Τα εν λόγω πρόσωπα δεν γνωρίζουν γερμανικά, δεν προκύπτει να έχουν μείνει έστω ένα μικρό χρονικό διάστημα στην Γερμανία, π.χ. να έχουν περάσει εκεί κάποιο τμήμα των σπουδών ή της επαγγελματικής τους διαδρομής. Όσοι, μάλιστα, εξ αυτών έχουν επιστημονική ιδιότητα και αρχείο ακαδημαϊκών δη­μοσιεύσεων (π.χ. Λ. Παπαδήμος, Γ. Στουρνάρας) δεν φαίνεται να έχουν δημοσιεύσει ποτέ ούτε ένα (1) άρθρο στην γερμανική γλώσσα. Ελάχιστες εξαιρέσεις στον ανωτέρω κανόνα μπορούν να εντοπι­στούν μόνον αν ο κύκλος των προσώπων διευρυνθεί και σε αυτά που ναι μεν δεν διαχει­ρίστη­καν εξουσία τα τελευταία τρία χρόνια, είναι γνωστό, όμως, πως υποστηρίζουν παρόμοιες θέ­σεις. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, ωστόσο, π.χ. σε προσωπικότητες, όπως ο Κ. Σημίτης και η Ντ. Μπακογιάννη, είναι αμφίβολο αν η εμπειρία της Γερμανίας έφθασε σε βαθμό υπέρβασης του «διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδι­σμού» βάσει των ενδεικτικών κριτηρίων που έχουμε παραθέσει στο παρελθόν.

Περαιτέρω, ιδιαίτερη εντύπωση κάνει η ομάδα αυτών που θα μπορούσαν να ονομαστούν  αμε­ρικανοτραφείς ευρωπαϊστές. Σε αυτούς ανήκουν πρόσωπα, όπως π.χ. ο Γ. Παπανδρέου, ο Α. Σαμαράς, ο Λ. Παπαδήμος, ο Γκ. Χαρδούβελης και ο Α. Παπαχελάς, οι οποίοι εκφράζουν βα­ρύνουσα άποψη για τα της Ευρώπης, έχοντας πλούσιες γνώσεις, εμπειρίες και παραστάσεις από έναν άλλο γεωγρα­φικό και πολιτιστικό χώρο, αυτόν των Η.Π.Α. Και είναι σίγουρο ότι, αν το ζητούμενο για την χώρα ήταν η συμμετοχή της ή όχι στην NAFTA (North American Free Trade Agreement), τότε άνθρωποι σαν τον Λ. Παπαδήμο θα μπορούσαν να προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες. Αντιθέ­τως, το τι υπηρεσίες προσφέρουν στην υπόθεση της Ευρώπης έχει καταστεί σαφές προ πολλού. Το αμερικανικό υπόβαθρο, μάλιστα, πολλών ευρωπαϊστών έρχεται να εξη­γήσει εύγλωττα και τις ανεδαφικές συγκρίσεις μεταξύ της Ε.Ε. και των Η.Π.Α., με την γνωστή επωδό περί των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Αν, τώρα, στην ενδιαφέρουσα κατηγορία των αμερικα­νοτραφών ευρωπαϊστών, όσων, δηλαδή, ομνύουν στο όνομα της Ευρώ­πης γνωρίζοντας άριστα την…Αμερική, προστεθούν και όσοι προκύπτει να γνωρίζουν την Ευ­ρώπη από την σκοπιά του Ηνωμένου Βασιλείου, έχοντας σπουδές, επαγγελματικές εμπειρίες και παραστάσεις κυρίως από την Αγγλία (π.χ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Γ. Στουρνάρας, Χρ. Σταϊκού­ρας, Γ. Προβόπουλος, Γ. Παγουλάτος, κ.α.), τότε τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα. Διότι με αυτό τον τρόπο έχουμε ουσιαστικά χαρτογραφήσει την μεγάλη πλειοψηφία των ένθερμων ευρωπαϊστών της πο­λιτικής και του δημόσιου λόγου, οι οποίοι αποδεικνύονται παντελώς «άκα­πνοι» σε ό,τι αφορά την ουσιαστική εμπειρία της ζωής στην ηπειρωτική Ευρώπη και κυρίως στην Γερμανία.

Υπό το φως των ανωτέρω «βιογραφικών της κρίσης» αντιλαμβάνεται κανείς με τρόμο ότι το τι­μόνι της χώρας βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στα χέρια τυφλών οδηγών. Ανθρώπων που ορί­ζουν τις τύχες της χώρες με αποκλειστικά εφόδια τις βαθιές τους ιδεοληψίες, τους ευσεβείς τους πόθους, τα απλοϊκά γενικευτικά μοντέλα και την εικονική πραγματικότητα της Ευρώπης που δημιουργεί αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «σύνδρομο του Μαγγελάνου». Όπως, δη­λαδή, ο Πορτογάλος θαλασσοπόρος ονόμασε «Ειρηνικό» τον ωκεανό, του οποίου είχε δει μόνον ένα τμήμα και σε συγκεκριμένες συνθήκες, έτσι και πολλοί ρομαντικοί ευρωπαϊστές αντιλαμβά­νο­νται την «Ευρώπη» υπό το απατηλό πρίσμα των εμπειριών σε συγκεκριμένα μόνο τμή­ματα του ευρύτερου δυτικού κόσμου, άσχετα με την ευρωζώνη και τις ιδιαιτερότητές της.

Αυτοί είναι, λοι­πόν, οι άνθρωποι με το «λάθος βιογραφικό» που επιστρατεύτηκαν για να οδηγήσουν την χώρα στον όλεθρο. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που δεν θα καταλάβουν ποτέ τι εννοούσε ακόμη και ο Ζ.-Κ. Γιουνκέρ όταν, σκιαγραφώντας υπαινικτικά το αληθινό πνεύμα της «διάσωσης» της Ελλάδας, αλλά και την πραγματικότητα που κρύβεται από πίσω της, δήλωνε: «Έχουμε γίνει αλαζόνες. Δε γνωρίζουμε ιστορία. Δε συμπαθούμε αυτούς που δεν είναι σαν εμάς, αγνοούμε όσα προσέφερε η Ελληνική Δημοκρατία και οι Έλληνες στην Ευρώπη». Αυτοί είναι, τέλος, οι άνθρωποι που μάλ­λον δεν θα αντιληφθούν παρά μόνον όταν είναι ήδη πολύ αργά ότι το δί­λημμα ευρώ ή δραχμή ήταν ευθύς εξαρχής άνευ αντικειμένου. Και τούτο διότι στην πραγματικό­τητα δεν υπάρχει πιο σίγουρος δρόμος για την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα από την παρα­μονή στην ευρω­ζώνη…

Advertisements

Αμοιβαιοποίηση πολιτισμού

Ιουλίου 11, 2012 Σχολιάστε

Είναι πιθανόν ότι στο μέλλον, όχι το πολύ μακρινό, θα έρθει μια εποχή, όπου τόσο ο ιστορικός όσο και ο ανθρωπολόγος του μέλλοντος θα διασκεδάζουν αφάνταστα μελετώντας την εποχή μας. Κοιτώντας πίσω στον χρόνο θα αντιμετωπίζουν τους Ευρωπαίους πολιτικούς του καιρού μας, ιδίως τους πιστούς θιασώτες του οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ως μια όχι ιδιαιτέρως βελτιωμένη εκδοχή του αλήστου μνήμης Βρετανού πρωθυπουργού Νέβιλ Τσάμπερ­λεν. Κεντρικής σημασίας σε αυτή την πιθανή αξιολόγηση ενδέχεται να παίξει ένα από κυρίαρχα θέματα συζήτησης στο πλαίσιο της κρίσης της ευρώ, αυτό της λεγόμενης αμοιβαιοποίησης του χρέους των χωρών της ευρωζώνης. Το γεγονός, δηλαδή, πως υπάρχουν στην Ευρώπη άνθρω­ποι, πολιτικοί, επιστήμονες (π.χ. οικονομολόγοι) και διανοητές, που πραγματικά πιστεύουν ότι θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει αμοιβαιοποίηση οποιουδήποτε χρέους ανάμεσα στην γερμανό­φωνη κεντρική Ευρώπη και οποιονδήποτε άλλον στον μικρό μας πλανήτη, ενδέχεται να αξιολο­γηθεί στο εγγύς μέλλον ως μια σχεδόν τσαμπερλένιων διαστάσεων διαπολιτισμική αφέλεια.

Πολλά χρόνια zusammen, αλλά στα σημαντικά πάντα getrennt…

Ο απροκατάληπτος από τον υπερβάλλοντα ευρωπαϊσμό παρατηρητής θα μπορούσε, φυσικά, καταρχάς ήδη να «διαβάσει» τα δεδομένα (και) αυτού του ζητήματος με έναν διαφορετικό τρόπο, ο οποίος συμβαίνει να επιβεβαιώνει –δυστυχώς ή ευτυχώς– την βασική οπτική που έχουμε αναπτύξει σε αυτό το ιστολόγιο. Στο ζήτημα των ευρωομολόγων η Ευρώπη έχει διχαστεί με έναν τρόπο απο­λύτως σύμφωνο προς την εσωτερική και ιστορική γλωσσοπολιτισμική της διαφοροποίηση: από την μια μεριά οι λατινογενείς χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία), από την άλλη η γερμανόφωνη ζώνη. Θα είχε ίσως κάποια αξία να θυμίσει κανείς ότι η ίδια διαχωριστική γραμμή συναντάται σε πολλές περιπτώσεις και στο παρελθόν της Ευρώπης, π.χ. στην Ρωμαϊκή εποχή με τις περιοχές ανατολικώς του Ρήνου να μένουν κατ’ ουσίαν εκτός της δυτικότερης ζώ­νης εκρωμαϊσμού-εκλατινισμού, αλλά και αργότερα, με αρκετές από τις γερμανικές περιοχές να διαμορφώνουν μια διαφορετική εκδοχή του χριστιανισμού (προτεσταντισμό) σε σχέση με τις λατινογενείς (καθολικισμός). Θα ήταν επί του παρόντος αρ­κετά τολμηρό να παρα­τηρήσει κανείς ότι η χαρακτηριστική αυτή διαχωριστική γραμμή απαντά και σε πολύ παλαιότε­ρες εποχές, τόσο παλαιές που η επίκλησή τους θα σκανδάλιζε σίγουρα τον παραδοσιακό ιστο­ρικό: κατά την 3η χιλιετία π.Χ., για παράδειγμα, δηλαδή την περίοδο της Τελι­κής Νεολιθικής στην κεντρική Ευ­ρώπη, η χαρακτηριστική διαλεκτική αντίθεση μεταξύ των δύο λεγόμενων Πολιτι­σμών των Κυ­πέλλων, αυτόν της Σχοινοει­δούς Κε­ρα­μεικής (αγγλ. Corded Ware, γερμ. Schnur­kera­mik, περ. 2800-2200 π.Χ.), ο οποίος χαρακτηρίζει κυρίως την κε­ντρική και ανατο­λική Ευ­ρώπη, και αυτόν των Κω­δωνο­ειδών Κυπέλλων (αγγλ. Bell Beaker, γερμ. Glo­ckenbecher, περ. 2600-2200 π.Χ.), ο οποίος απαντά στο κεντρικό και δυ­τικό τμήμα της ηπείρου, μοιάζει να αντα­νακλά μια πολιτι­σμική διαφοροποίηση με ύποπτα παραπλήσιες γεωγραφικές συντεταγμένες.

Το πραγματικά τραγικό είναι, όμως, ότι οι ανωτέρω παρατηρήσεις –και ιδίως αυτή για τους Πολιτισμούς των Κυπέλλων, στους οποίους ίσως αναφερθούμε πιο αναλυτικά κάποια στιγμή στο μέλλον– δεν είναι καν αναγκαίες για την κατανόηση του ζητήματος. Είναι μεν πάντοτε χρήσιμο, αλλά όχι και απολύτως απαραίτητο να καταφεύγει κανείς στην μελέτη του παρελθόντος, προκει­μένου να αντιληφθεί πράγματα, τα οποία διδάσκει η άμεση, συστηματική και κυρίως όσο το δυνατόν απροκα­τάληπτη εμπειρία. Είναι προφανές ότι οι ευρωπαϊστές πολιτικοί και οικονομικοί ηγήτορες των νότιων χωρών της Ευρώπης –και σε κάθε περίπτωση της Ελλάδας– δεν έχουν συζητήσει ποτέ με μερικές κατηγορίες συνηθισμένων ανθρώπων, π.χ. με ξένους φοιτητές ή εργαζομένους που έχουν αρκετή εμπειρία της ζωής στην Γερμανία. Κατά συνέπεια, δεν έχουν ακούσει τίποτα για παντρε­μένα ζευγάρια Γερμανών, που μετά από πολλά χρόνια γάμου πληρώνουν χωριστά στο εστιατό­ριο, ή ύστερα από δεκαετίες αρμονικού έγγαμου βίου διατηρούν ακόμη χωριστούς τρα­πεζικούς λογαριασμούς. Θα άξιζε, μάλιστα, να παρατηρήσει κανείς την ίδια την Angela Kasner-Merkel-Sauer σε κάποια βραδινή έξοδο με τον σύζυγό της για να διαπιστώσει ποια ακριβώς εί­ναι η μέθοδος πληρωμής και αν τουλάχιστον σε αυτή την περίπτωση υπάρχει η τάση για…αμοιβαιοποίηση του πληρω­τέου λογαριασμού. Διότι, αν έντρομος διαπιστώσει κανείς ότι δεν υπάρχει ούτε εδώ, τότε θα αρχίζει να αντιλαμβάνεται πόσο ουτοπική είναι η προοπτική της αμοιβαιοποίησης των χρεών σε πα­νευρωπαϊκό επίπεδο.

Η κατάληξη της τραγικής πλάνης για τους υποστηρικτές του ευρωπαϊ­κού οράματος στην προ­κειμένη περίπτωση είναι να ενστερνιστούν εν τέλει τις γερμανικές εξηγήσεις περί του εν λόγω ζητήματος. Ακούγοντας, δηλαδή, τους Γερμανούς αξιωματούχους να επιμένουν στην άποψη ότι τα ευρωομόλογα είναι «δομικό και επικίνδυνο λάθος» ή «λανθασμένη στρατη­γική» για την Ευρώπη, να αναζητήσουν την λογική βάση του επιχειρήματος, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι, όπως και να το κάνουμε, η κατάσταση των οικονομικών στις νότιες χώρες εί­ναι τέτοια που ως έναν βαθμό δικαιολογημένα αποθαρρύνει τους Βορείους ως προς την ιδέα αμοιβαιοποίησης των χρεών. Στην επιστήμη υπάρχει, βεβαίως, μια μέθοδος που προστατεύει συνήθως από τέτοιου είδους πλάνες και θα άξιζε να εφαρμοστεί και εδώ: λέγεται κριτική πηγών (γερμ. Quellenkritik). Θα ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστικό αν ένας δημοσιογράφος –ανάλογης παρρησίας με τον Ιρλανδό δημοσιογράφο Vincent Browne, ο οποίος εξέθεσε πρόσφατα τον Klaus Masuch– έθετε σε έναν Γερμανό αξιωματούχο το εξής ερώτημα: «ο λό­γος που είστε αντίθετοι στα ευρωομόλογα είναι συγκεκρι­μένες οικονομοτεχνικές εκτιμήσεις, βά­σει των οποίων συμπεραίνετε ότι η λύση αυτή θα αποβεί λανθασμένη για την Ευρώπη, ή επειδή εκπροσωπείτε έναν πολιτισμό, στο πλαίσιο του οποίου η αμοιβαιοποίηση του (όποιου) χρέους είναι γε­νικά και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες μια απολύ­τως ανυπόφορη και απορριπτέα ιδέα;». Ή, με λίγο διαφορετική διατύπωση: «είναι τα οικονομο­τεχνικά σας μοντέλα αυτά που καθορίζουν την στάση σας απέναντι στα ευρωομόλογα ή ο βα­θύτερος πολιτισμός σας αυτός που καθορίζει τα οικονομοτεχνικά σας μοντέλα;». Η έκφραση που θα έπαιρνε το πρόσωπο του ερω­τώμε­νου μετά από μια τέτοια ερώτηση –ανάλογη πιθα­νώς με αυτήν του Masuch μετά από τις ερωτήσεις του Ιρλανδού δημοσιογράφου– θα έπειθε ότι δεν μπορεί να υπάρ­ξει ποτέ αμοιβαιοποίηση οικονομικού χρέους, αν δεν προηγείται πρώτα μια αμοιβαιοποίηση πο­λιτισμού: όταν, δηλαδή, κι εμείς στον ευρωπαϊκό νότο μετά από 30 χρόνια γά­μου πληρώνουμε χωριστά (γερμ. getrennt) στο εστιατό­ριο με χρήματα από τους επίσης χωριστούς μας τραπεζικούς λογαριασμούς, τότε θα έχουμε κά­νει σίγουρα ένα σημαντικό βήμα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση…