Αρχείο

Posts Tagged ‘αλλαγή νοοτροπιών’

Στόουνχεντζ, Ουρούκ και ελληνική κοινωνία

Ιουνίου 21, 2016 20 Σχόλια

Βλέποντας κανείς μια εικόνα του Στόουνχεντζ, του διάσημου νεολιθικού κτίσματος της νότιας Αγγλί­ας, δύσκολα ίσως φαντάζεται ότι το συγκεκριμένο μνημείο ανή­κει σε έναν χρονολογικό και πολιτιστι­κό ορίζοντα με ιδιαίτερη σημασία για τα διαδραματι­ζόμενα στην Ελ­λάδα της εποχής μας. Η περίοδος των μεγαλιθικών μνημείων στην δυτική Ευρώπη συνδέεται με τις ύστερες φάσεις της Νεολιθικής επο­χής στις περιοχές αυτές. Κατά την διάρκεια της Νεολιθικής εποχής, από το 6500 π.Χ. και εξής, εξα­πλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη η γεωργία και η κτηνοτροφία, οι επαναστατικές εκείνες και­νοτομίες που μετά από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, επρόκειτο να πυροδοτή­σουν μια αλυσίδα ραγδαίων πολιτιστικών μετασχηματισμών. Πρόκειται για τις εξελίξεις των τελευταί­ων περί­που 10.000 ετών, οι οποίες άλλαξαν εκ βάθρων την μορφή του ανθρώπινου πολιτι­σμού. Μια επι­μέρους πτυχή των εξελίξεων αυτών υπήρξε και η κατά καιρούς εντεινόμενη διαδικασία απόκλισης με­ταξύ των κοινωνιών. Τι σημαίνει αυτό; Στα τέλη της 4ης χιλιετίας π.Χ., περί το 3300-3100 π.Χ., λαμ­βάνει χώρα στην νότια Μεσοποταμία αυτό που ο μεγάλος αρχαιολόγος Gordon Childe απο­κάλεσε «Αστική Επα­νάσταση». Χαρακτηριστικά της υπήρξαν η εμφάνιση των πρώτων μεγάλων αστι­κών κέντρων, της εξε­λιγμένης κοινωνικής διαστρωμάτωσης, της οργανωμένης γραφειοκρατικής διοί­κησης, της πολύ πιο έντονης επαγγελματικής εξειδίκευσης ως αποτέλεσμα της αστικής ποικιλομορφί­ας, αλλά και της γραφής. Με αρχαιολογικούς όρους, οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με την ύστερη φάση του πο­λιτισμού Ουρούκ και είχαν ως επίκεντρο την ομώνυμη πόλη της νότιας Μεσοποταμίας. Το κρίσιμο ση­μείο εδώ είναι να συνειδητοποιήσει κα­νείς ότι την ίδια ακριβώς περίοδο, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα δυτικότερα, συνέχι­ζαν να υφίστανται οι παραδοσιακές, νεολιθικές, αγροτικές κοινότητες, στις πολιτι­στικές εκ­φράσεις των οποίων ανήκαν και τα μεγαλιθικά μνημεία. Την εποχή που στη νότια Μεσοπο­ταμία χα­ράζονταν σε πινακίδες τα πρώτα σύμβολα ενός εξελιγμένου συστήματος γραφής, στην δυτι­κή Ευ­ρώπη συνεχι­ζόταν απρόσκοπτα ο νεολιθικός βίος και στην νότια Αγγλία διαμορφώνονταν οι πρώτες φάσεις του συγκρο­τήματος που επρόκειτο αργότερα να πάρει την μορφή του γνωστού μας Στόουν­χεντζ.

Stonehenge-Uruk

Τα δύο πρόσωπα της ελληνικής κοινωνίας…

Σαν αποτέλεσμα, δύο διαφορετικοί κόσμοι, δύο διαφορετικοί κοινωνικοί χρόνοι, ο καθένας με τα δικά του πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, άρχισαν να συνυπάρχουν την ίδια περίοδο, εγκαινιάζο­ντας την αναφερθείσα διαδι­κασία απόκλισης μεταξύ κατά τα άλλα σύγχρονων κοινωνιών. Τα με­τέπειτα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας μας είναι γνωστά και, αν σταθούμε στα λιγότερο ζοφε­ρά, ένα από αυτά υπήρξε η ίδια η εμφάνιση της κοινωνικής ή πολιτιστικής ανθρωπολογίας. Δη­λαδή του επιστημονικού πλαισίου, μέσω του οποίου οι κάποτε αστικοποιηθείσες δυτικές κοινωνίες προ­σπάθησαν να μελετήσουν τις «πρωτόγονες» ή «εξωτικές» μη αστικοποιημένες κοινωνίες στην περι­φέρειά τους. Κι αν η συνύπαρξη κοινωνιών που μπορούν να στείλουν ανθρώπους στην Σελήνη με κοι­νωνίες που δια­τηρούν ακόμα σχεδόν παλαιολιθι­κά χαρακτηριστικά αποτελεί το αποκορύφωμα αυτής της διαδικασί­ας απόκλισης, δεν είναι πάντα τόσο ξεκάθαρο ότι η συνύπαρξη των διαφορετικών κόσμων μπορεί ενίο­τε να λαμβάνει χώρα και εντός της ίδιας κοινωνίας. Δεν είναι, δηλαδή, εκ πρώτης όψεως ευδιάκρι­το ότι, για παράδειγμα, σε μια αστι­κοποιούμενη (και όχι αστικοποιημένη) κοινωνία, όπως η νεοελληνι­κή, η Ουρούκ και το Στόουνχεντζ, οι Ρωμαίοι και οι Γαλάτες, οι Ισπανοί κονκιστα­δόρες και οι Αζ­τέκοι, οι καουμπόηδες και οι Ινδιάνοι μπορεί να συνυπάρχουν ακόμη και εντός της ίδιας οικογένειας, της ίδιας παρέας, του ίδιου εργασιακού χώρου. Μετά από λίγες μόνο δεκαετίες «αστυφιλίας», δηλαδή ουσιαστικά συγκέντρωσης ενός σε μεγάλο βαθμό αγροτικού πληθυσμού σε πόλεις, συνυπάρχουν αναπόφευκτα στην νεοελληνική κοινωνία εντε­λώς διαφορετικοί κοινωνικοί χρόνοι και τρόποι. Σε αστικοποιούμενες κοινωνίες, για παράδειγμα, η ηλικιακή δια­φορά των 25-30 ετών μπορεί να αντιστοιχεί σε διαφορά 150-200 ετών όσον αφορά τις νοοτροπίες και αντι­λήψεις. Η αστικοποιητική διαδικασία μπορεί να επιταχύνει δραματικά τις απο­κλίσεις και να καταστή­σει εντελώς σχετικές τις εκάστοτε χωροχρονικές συντεταγμένες. Το αποτέλεσμα είναι ουκ ολίγες τρα­γικές διαγενεαλογικές και κοινωνικοανθρωπολο­γικές ασυμβατότητες, περιπλοκές, εντάσεις και συγκρού­σεις.

Το πεδίο, στο οποίο θα εστιάσουμε σε αυτό το κείμενο, είναι αυτό της αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε συγκεκριμένα πρότυπα διαχείρισης της προσωπικής και επαγγελματικής αποκατάστασης. Κατά πρώτον, η προσωπική αποκατάσταση είναι ένα πεδίο, στο οποίο οι αστικοποιητικές διαδικασίες επέφεραν πολύ σημαντικές μεταβολές. Ο μέσος όρος της ηλικίας γάμου, για παράδειγμα, ανέβηκε σταδιακά, ακολουθώντας και τον γενικότερο μέσο όρο ηλικίας του πληθυσμού. Παράλληλα, ένα ση­μαντικό ποσοστό ανθρώπων άρχισε να εμπλέκε­ται σε αστικού τύπου διαδικασίες επαγγελματικής και μορφωτικής εξειδίκευσης (π.χ. πανεπιστημιακή εκπαίδευση), οι οποίες εκτείνονται χρονικά στην ίδια περίοδο της ζωής που άλλοτε είχε κανείς ήδη πα­ντρευτεί και κάνει τα πρώτα του παιδιά. Εντός πολ­λών νεοελληνικών οικογενειών και κοινωνικών κύκλων οι εξελίξεις αυτές, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως φαντάζουν αυτονόητες, δεν προσλαμβάνονται πάντα ως φυσιολογικές, αλλά, αντιθέτως, ως εν μέρει αναγκαίες μεν, αλλά και κάπως ενοχλητι­κές αποκλίσεις από έναν παραδοσιακό κανόνα. Και αυτό διότι εντός των οικογενειών από την μια με­ριά υπάρχει το Στόουνχεντζ των γονέων που συχνά συνε­χίζουν να εκπροσωπούν (ο ένας ή και οι δύο) την ανθρωπολογία συγκεκριμένων εκδοχών του μη αστικού, αγροτοποιμενικού χώρου και από την άλλη μεριά η Ουρούκ των πιο αστικοποιημένων νέων γενεών που μεγαλώνουν από την πρώτη στιγμή στις πόλεις. Η διάσταση αυτή μεταφέρεται και εντός των ευρύτερων κοινωνικών ή εργασιακών κύκλων, όπου το Στόουνχεντζ εκπροσωπείται από όσους, ανεξαρτήτως ηλικίας, συνειδητά ή ασυνείδητα, αναπαράγουν την παραδοσιακή δομή και η Ουρούκ από όσους, επίσης συνειδητά ή ασυνείδητα, εκπροσωπούν την απόκλιση από αυτήν. Η σύγκρουση των δύο κόσμων εκφράζεται στις περιπτώσεις αυ­τές με πολλούς χαρακτηριστικούς τρόπους.

Δεν είναι, δηλαδή, λίγες οι φορές, που ένας νέος π.χ. 30-35 ετών που εστιάζει σε αυτή την φάση της ζωής του πιο πολύ στην επιστημονική του δρα­στηριότητα, αρχίζει να αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση για την προσωπική του αποκατάστα­ση, η οποία θεωρείται ότι έχει ήδη «καθυστερήσει». Αν, μάλιστα, μιλάμε για γυναίκα, τότε η πίεση αυτή αρχίζει να οξύνεται και μέσω επίκλησης των βιολογικών περιο­ρισμών. Πρόκειται, δηλαδή, για την πίεση ενός οικογενειακού ή κοινωνικού περιβάλλοντος, το οποίο στην ουσία αναπαράγει με κεκτημένη ανθρωπο­λογική ταχύτητα πρότυπα και αντιλήψεις εποχών, όταν ο μέσος όρος ζωής στους άντρες ήταν 30 και στις γυναίκες 35 χρόνια και δεν υπήρχε, φυσικά, τε­χνολογία υποβοηθούμενης ανα­παραγωγής (π.χ. εξωσωματική γονιμοποίηση, κατάψυξη ωαρίων). Δύσκολα θα ήταν τα πράγματα και για κάποιον/α που π.χ. δεν επιθυμεί να παντρευτεί ή διατηρεί σχέση, όπου υπάρχει δια­φορά ηλικίας (ιδίως στις περι­πτώσεις που ο άντρας είναι μικρότερος) ή σχέση που για οποιοδήποτε λόγο μπορεί να μην υπόσχεται καλές προοπτικές τε­κνοποίησης. Η παραδοσιακή κοινωνία, λειτουρ­γώντας ως τυφλός εντολοδόχος της «άγριας φύσης» των διάφορων φυσικών δεδο­μένων και βιολογι­κών περιορισμών, θα ασκήσει σε αυτές τις περιπτώσεις ασφυκτική και εμμονική πίε­ση προς την κα­τεύθυνση της κάθε είδους αναπαρα­γωγής (φυσικής και κοινωνικής). Όπως κάθε εκτε­λεστής που εκτε­λεί ψυχρά χωρίς να σκέφτεται πολύ τα πράγματα, η πα­ραδοσιακή κοινωνία και οι νοο­τροπίες της δια­τηρούν ενίοτε σημαντικά πλεονεκτή­ματα σε σχέση με όσους έχουν την τάση να σκέφτονται υπερβολι­κά.

Εντούτοις, ο λογαριασμός πιθα­νότατα θα έρθει λίγο αργότερα. Όταν π.χ. νέοι και έξυπνοι άνθρωποι διαπιστώσουν ότι σχεδόν μηχα­νικά (και όχι πλήρως συνειδητά) αναπαρήγαγαν το παραδοσιακό μο­ντέλο, κάνοντας οικογένεια και παιδιά ήδη από τα 25 ή τα 30 τους και αρχίσουν σιγά σιγά να συνυ­πάρχουν στον κοινωνικό, αλλά και εργασιακό τους χώρο με ανθρώπους που στις δεκαετίες των 20 και των 30 επένδυσαν στην επιστημονική και επαγγελματική εξειδίκευση. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι, αναπαράγοντας κανείς αυτόματα τα πρότυπα ζωής γονέων και παππούδων, δεν προειδοποιή­θηκε από κανέναν ότι στην εποχή των τελευταίων το Στόουνχεντζ δεν ήταν ακόμα εκτεθειμένο στην συνύπαρξη και διαρκή σύγκριση με την Ουρούκ. Και το ακόμα σημαντικότερο ζήτημα είναι ότι η επι­κίνδυνη αυτή συνύπαρξη καταλήγει να βρίσκεται στον πυρήνα μιας επαγγελματικής-παραγωγικής δυ­σλειτουργίας, η οποία, μεταξύ άλλων, υποσκάπτει εδώ και πολύ καιρό την ίδια την διοικητική υπόσταση μιας χώρας όπως η Ελλάδα. Ας προσπαθήσουμε π.χ. να μπούμε στην ψυχολογία αν­θρώπων που σε πολύ νεαρή ηλικία εισήλθαν χωρίς πτυχία σε διάφορες περιοχές της δημόσιας διοίκη­σης. Εκείνη την περίοδο όλα φάνταζαν απόλυτα φυσιολογικά. Φυσιολογικό ήταν το να αντιλαμβάνε­ται κανείς την δουλειά με όρους στείρου βιοπορισμού, ως απλό μέσο για την δημιουργία οικογένειας. Φυσιολογικό φάνταζε (και ενίοτε ακόμα φαντάζει) να μετατρέπεται ο εργασιακός χώρος σε πρωινό καφέ διαρκούς επανεπιβεβαίω­σης (μέσω ατέρμονων συζητήσεων για την οικογένεια, τα παιδιά, το σχολείο, κλπ.) της κοινωνικής αποδοχής που η παραδοσιακή κοινωνία εξασφαλίζει σε όσους ακολου­θούν πιστά τους κανόνες της. Φυσιολογικό φάνταζε το χαρακτηριστικό αίσθημα εκπλήρωσης της κοι­νωνικής «απο­στολής», μόλις γινόταν ο μόνιμος διορισμός στο δημόσιο και ακολουθούσε η δημιουρ­γία οικογένειας, με εξίσου αυτονόητη την παραμέληση της ίδιας της εργασιακής διάστασης. Φυσιολογικό φάνταζε, τέλος, το να ιεραρχείται κανείς στην δουλειά του αποκλειστικά με όρους επετηρίδας και αρ­χαιότητας, με τον μονολιθικό και αρχέγονο, δηλαδή, τρόπο που η παραδοσιακή κοινωνία διακρίνει τα μέλη της.

Και εκεί που όλα φάνταζαν αρμονικά, άρχισε να ενσκήπτει η Ουρούκ… Προϊστάμε­νοι χωρίς πτυχία βρέθηκαν να έχουν υφισταμένους με πτυχία και μεταπτυχιακά, γυναίκες 40-45 χρόνων με παιδιά 20 ετών άρχισαν να συνειδητοποιούν πως υπάρχουν άλλες γυναίκες που στην ίδια ηλικία περιέργως δεν έχουν ακόμη παντρευτεί, αλλά έχουν πλούσια επαγγελματική, επιστημονική και κοινωνική εμπειρία, άνθρωποι που θεωρούσαν ότι η δουλειά είναι απλώς το μέσον για την δημιουργία (και την επίδειξη) της οικογένειας γνωρίζουν εργαζομένους που δουλεύουν για να παράγουν έργο, επιδεικνύοντας δυ­σθεώρητα μεγαλύτερες δυνατότητες διαχείρισης της αστικής πολυπλοκότητας. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το για ποιον λόγο πολύ συχνά το εργασιακό περιβάλλον της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα μετατρέπεται σε έναν τεράστιο πυρηνικό αντιδρα­στήρα παραγωγής κόμπλεξ. Γιατί σε ουκ ολίγες περιπτώσεις το Στόουνχεντζ αισθάνεται την ανάγκη να απωθήσει μέσα του ή να αφανίσει με διάφορους τρόπους από το οπτικό του πεδίο την Ουρούκ, όταν για κακή του τύχη την συναντά μπροστά του.

Καθόλου σπάνιες δεν είναι, για παράδειγμα, οι περιπτώσεις υποκαταρτισμένων, με­γαλύτερης ηλικί­ας υπαλλήλων, οι οποίοι επιδεικνύουν χαρακτηριστική μυστικοπάθεια ως προς το αντικείμενο της κα­θημερινής δουλειάς τους, αρνούμενοι να αποκαλύψουν το τι κάνουν ιδίως σε νεώτερης ηλικίας, πιο καταρτισμένους υπαλλήλους. Η άρνηση αυτή αποσκο­πεί στο να συγκαλύψει καταστάσεις ουσιαστι­κής αργομισθίας ή μιας απασχόλησης που υπο­λείπεται δραματικά του βαθμού πολυπλοκότητας και κατάρτισης που απαιτεί μια σύγχρονη υπηρεσία. Στις περιπτώσεις αυτές η μυστικοπάθεια συνδυάζε­ται συχνά και με συμπλεγματικά επιθετική συμπεριφορά έναντι όσων αντιπροσωπεύουν μια διαφορε­τική ταχύτητα κατάρτισης και πολυπλοκότητας, διεκπε­ραιώνοντας με άνεση και αποτελεσματικότητα μεγαλύτερο όγκο δουλειάς. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκεται η βίαιη εξίσωση προς τα κάτω, εις βάρος όσων «χαλούν την πιάτσα» ή απειλούν την κυρίαρχη παραδοσιακή δομή του υποκαταρτισμένου, στεί­ρου βιοπο­ρισμού. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι μαφιόζικου τύπου «παρεμβάσεις» του κακώς εννοούμενου συνδικαλισμού προκειμένου τα «ήμερα», π.χ. αξιοκρατικά λειτουργούντες προϊστάμενοι, να μην αναδείξουν με αρνητικές αξιολογήσεις τις προκλητικές αργομισθίες και αντιπαραγωγικές συ­μπεριφορές των κάθε είδους «αγρίων». Πολύ συχνές είναι, επίσης, οι καταστάσεις ποικιλόμορφου bullying σχολικού τύπου στον εργασιακό χώρο, το οποίο υφίστανται εκπρόσωποι της Ουρούκ από εκπροσώπους του Στόουνχεντζ, και έναντι του οποίου είναι στην Ελλάδα και νομικά απροστάτευτοι. Σε τέτοιες περιπτώσεις αναδεικνύεται ξεκάθαρα και η ψυχοπνευματική καθήλωση ορισμένων εκ των εκπροσώπων του Στόουνχεντζ στην σχολική ηλικία ή, με άλλα λόγια, η απουσία αισθητής κοινωνικής και συ­μπεριφορικής εξέλιξης με την πάροδο των χρόνων. Το φαινόμενο αυτό μπορεί επίσης να ανα­χθεί στην ελλιπή αστικοποιητική διαδικασία, δηλαδή στην ανεπαρκή επαφή με την κοινωνική ποικιλο­μορφία. Περαιτέρω, χαρακτηριστικές είναι και οι περιπτώσεις ενσυνείδητης δολιοφθοράς των νόμιμων δικαιω­μάτων εργαζομένων-εκπροσώπων της Ουρούκ και γενικά η δημιουργία μιας τοξικής ατμόσφαιρας ασφυξίας και παράλυσης κάθε έννοιας συναδελφικότητας, δεοντολογίας και παραγω­γικής λειτουργίας των υπηρεσιών.

Παρατηρήσεις, όπως οι ανωτέρω, δεν αφορούν, φυσικά, σε καμία περίπτωση το σύνολον των εμπλεκομένων στην πειραματική συνύπαρξη του Στόουνχεντζ και της Ουρούκ στην Ελλάδα. Ούτε το Στόουνχεντζ της νεοελληνικής κοινωνίας πρέπει να ταυτιστεί γενικευτικά με αντικοινωνικές συμπερι­φορές, λυσ­σώδη συμπλέγματα και άκριτες υπερπαραδοσιακές νοοτροπίες ούτε και η Ουρούκ με κάποια πάντοτε υπερπροηγμένη και εντελώς διαφοροποιημένη προς το Στόουνχεντζ υπόσταση. Ένας τέτοιου είδους απλουστευτικός εξελικτισμός θα παρέβλεπε σίγουρα και τις πάντα σημαντικές εξατομι­κευμένες χαρακτηριολογικές παραμέτρους, τις διαφορετικές προσωπικές ιστορίες, καθώς και καταγωγικής φύσεως ζητήματα κοινωνικοαν­θρωπολογικής ποικιλομορφίας εντός του νεοελληνικού κράτους. Εντούτοις, το πεδίο της πολύ συχνά επικίνδυνης και τοξικής αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα υπό συζήτησιν πρότυπα προ­σωπικής και επαγγελματικής αποκατάστασης μοιάζει να προσφέρει πειστικές κοινωνικοανθρωπολο­γικές ερμηνείες για ένα πλήθος νεοελληνικών παθογενειών. Δίνει, επίσης, και μια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια μεταρρύθμιση στην ελληνική δημόσια διοίκηση, όπου είναι επιτακτική ανάγκη ο εξορθολο­γισμός της σχέσης των δύο κόσμων. Αν, για παράδειγμα εκλάβει κανείς ένα κομ­μάτι της δημόσιας διοίκησης ως το εργασιακό, βιοποριστικό εποικοδόμημα της παραδοσιακής κοινω­νίας προς το σκοπό της δημιουργίας οικογένειας, τότε μια μεταρρύθμιση θα πρέπει να αντικρούσει τις υπερπαραδοσιακές δομές με μία ισχυρή δόση συγκεκριμένων αντιπαραδοσιακών προτύπων.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι αναγκαία μια ριζική αναδιάρθρωση της ιεραρχίας με προνομιακή μοριο­δότηση όσων είναι κάτω από 45 ετών, επιστημονικά εξειδικευμένοι (με πτυχιακούς-μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών), ανύπαντροι και άτεκνοι. Αυτό δεν σημαίνει πως όσοι συμβαίνει να έχουν οικογένεια πρέπει να εκβάλλονται από το σύστημα, απλώς ότι θα ιεραρχούνται σε μια βαθμίδα μοριοδότησης χαμηλότε­ρη από όσους δεν έχουν. Η αντίληψη αυτή συνιστά σαφώς πλήρη ανατροπή της παραδοσιακής αντί­ληψης περί «κοινωνικών κριτηρίων». Είναι, όμως, απολύτως συμβατή με μια πολιτική λογική «αστικο­ποιητικού άλματος». Δηλαδή μια πολιτική που έχει σαν στόχο όχι απλώς οι πολίτες μιας χώρας να κάνουν οικογένεια και παιδιά, αλλά τα παιδιά αυτά να μην χαθούν αργότερα για την χώρα, μετανα­στεύοντας μαζικά στο εξωτερικό, ακριβώς επειδή η πατρίδα τους δυσλειτουργεί λόγω των υπερπαρα­δοσιακών δομών της. Παράλληλα, η κατάργηση της αρ­χαιότητας ως βασικού κριτηρίου ιεράρχησης των υπαλλήλων μιας διοικητικής δομής, με άλλα λόγια το να πάψουν να υπάρχουν προϊστάμενοι με απολυτήριο λυκείου και υφιστάμενοι με πτυχία και μετα­πτυχιακά, είναι ένα από τα ζητήματα που εν έτει 2016 κρίνουν την συνολική υπόστα­ση ολόκληρων κομμάτων και πολιτικών. Και, επειδή ο ξαφνι­κός και ταπεινωτικός υποβιβασμός στην ιεραρχία αν­θρώπων που, έστω για λάθος λόγους, κατέχουν επί χρόνια θέσεις προϊσταμένων σίγουρα δεν συνιστά την βέλτιστη διευθέτηση (μεταξύ άλλων διότι παραπέμπει και στις μέρες του πρώιμου κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980), ευκταίες θα ήταν εδώ οι λύσεις πρόωρης εφεδρείας. Υπάλληλοι π.χ. χωρίς πτυχία ή διορισμό μέσω ΑΣΕΠ και με μισθούς άνω των 1200-1300 ευρώ μπορούν να οδηγηθούν στην εφεδρεία με το 40% του μισθού, με το υπόλοιπο 60% να μετα­τρέπεται στον μισθό νεοδιόριστων καταρτισμένων πτυχιούχων.

Προφανώς, τέτοιες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως, άλλωστε, και κάθε άλλο μέτρο, θα αδικού­σαν σε εξατομικευμένο επίπεδο αρκετούς ανθρώπους, την ίδια στιγμή, όμως, θα απέδιδαν δικαιοσύνη σε πολύ περισσότερους. Κυρίως, θα συνιστούσαν ίσως την μοναδική οδό προκειμένου να καταμερίσει κανείς τους δύο υπό διερεύνησιν κόσμους με τρόπο που δεν θα οδηγεί στην παγκυριαρχία του Στόουν­χεντζ εντός Ελλάδος και στην εξορία της Ουρούκ εκτός Ελλάδος. Παρά ταύτα, όσο οι πολιτι­κοί και ιδεολογικοί χώροι στην Ελλάδα θα συ­νεχίζουν να δίνουν, ακριβώς σε θέματα όπως αυτά, την εντύπω­ση ότι διαφέρουν μόνο ως προς την «επιφαινόμενη» ιδεολογία, αλλά ομοιάζουν απόλυτα ως προς την βαθύτερη κοινωνική τους ανθρωπο­λογία, τόσο πρέπει να θυμάται κανείς ότι στην εξέλιξη της ανθρω­πότητας χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια για να οδηγη­θούμε από το Στόουνχεντζ στην Ουρούκ. Συνε­πώς, είναι θέμα του καθενός από εμάς να απο­φανθεί αν θεωρεί ότι η Ελλάδα της εποχής μας έχει το περιθώριο να περι­μένει τόσο πολύ…

Advertisements

Fior d’ Occidente

Δεκέμβριος 30, 2012 Σχολιάστε

Στο εναρκτήριο κείμενο αυτού του ιστολογίου αναπτύξαμε με την μορφή μιας γενικής εισαγωγής τον κύριο άξονα του διαδικτυακού αυτού εγχειρήματος, δηλαδή την προβληματική εκείνη που αποτελεί το βασικό του θέμα και σε ένα λίγο πιο προχωρημένο στάδιο θα κάνει δυναμικότερα την εμφάνισή της στο πλαίσιο των αναρτήσεων. Πρόκειται για την αναθεώρηση του τρό­που, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε ό,τι μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ελληνική ταυτότητα», ιδίως σε σχέση με το παλαιό υπαρξιακό ερώτημα, το γνωστό και ακόμη επίκαιρο δίλημμα περί του πού ανήκει ο ελληνικός κόσμος: στην  Ανατολή ή στη Δύση; Στο αρχικό εκείνο κείμενο πα­ραθέσαμε ένα χρονολογικό παράδειγμα για να καταδείξουμε, εν είδει ενός πρώτου υπαινιγμού, την εγγενή αστοχία του συγκεκριμένου διλήμματος: παραπέμψαμε σε μια τυχαία ιστορική περί­οδο, στην Ύστερη Αρχαιότητα, και καλέσαμε τον αναγνώστη να αναλογιστεί αν το νεοελληνικό υπαρ­ξιακό δίλημμα περί της «Ανατολής» και της «Δύσης» θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε εφαρ­μογή ή οποιοδήποτε νόημα σε αυτή την περίπτωση. Επισημάναμε, επίσης, ότι εάν η συγκε­κρι­μένη, συχνά σχε­δόν γηπεδικού τύπου διχογνωμία αποδεικνυόταν ως μια εντελώς εσφαλμένη βάση για την με­λέτη της πολιτιστικής ταυτότητας, τότε θα έπαιρνε μαζί της και μια ολόκληρη σχολή σκέψης περί του «ελληνικού προβλήματος» και των κατευθύνσεων που θα πρέπει να ακο­λουθή­σει η σύγ­χρονη Ελλάδα ως προς την φιλοσοφία της κρατικής της θεμελίωσης και υπόστα­σης.

Οθωμανική «Ανατολή» χωρίς Οθωμανούς...

Οθωμανική «Ανατολή» χωρίς Οθωμανούς…

Αξίζει εδώ να τονίσουμε ότι ο εν λόγω προβληματισμός δεν χαρακτηρίζει μόνον Νεοέλληνες διανοουμένους, αλλά και ορισμένους μεγαλόσχημους οραματιστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, το ερώτημα «Ανατολή ή Δύση;» επανήλθε πριν από κάποιον καιρό στο στόμα του βετεράνου Γάλλου ευρωπαϊστή πολιτικού Βαλερύ Ζισκάρ ντ΄ Εστέν. «Η Ελλάδα είναι χώρα της Ανατολής και δεν έπρεπε να την δεχθούμε στην Ευρώπη» δήλωσε ο Ζι­σκάρ ντ΄ Εστέν, ο οποίος καταφεύγοντας στην επιφανειακή και ρηχή συνθηματολογία περί «Δύσης» και «Ανα­τολής» έκανε κάτι παραπάνω από το να μεταθέσει φοβικά τις δικές του ιστο­ρικές ευθύνες για την ευρωκρίση σε άλλους παράγοντες: ενίσχυσε την ανησυχητική υποψία ότι τα θεμέλια της Ενωμένης Ευρώπης ήταν εξαρχής εξίσου σαθρά με αυτά του νεοελληνικού κρά­τους. Και καθώς η έννοια της «Ανατολής» στην περίπτωση της Ελλάδας έχει συνήθως ως στόχο να συ­σχετίσει τις νεοελληνικές παθογένειες με το οθωμανικό παρελθόν της Βαλκανικής, αξίζει να αφιερώσουμε στον κ. ντ΄ Εστέν και στους εν Ελλάδι ένθερμους θιασώτες της αντικατάστα­σης της «φουστανέλας» από το «φράκο» έναν δεύ­τερο υπαινιγμό, αυτή την φορά γεωγραφικό παρά χρονολογικό, για την προβληματική φύση του διπόλου Ανατολή-Δύση.

Την φορά αυτή, λοιπόν, δεν θα μεταφερθούμε σε μια άλλη εποχή, όπως με το παράδειγμα της Ύστερης Αρχαιότητας, αλλά σε μια γεωγραφική περιοχή. Πρόκειται για το Ιόνιο πέλαγος και το νοτιότερο (πλην Κυθήρων) νησί του, την Ζάκυνθο. Το νησί αυτό βρέθηκε πριν λίγους μήνες στο επίκε­ντρο της δημοσιότητας με αφορμή την σκανδαλώδη υπόθεση των ψευδών προνοιακών επιδο­μάτων. Όπως και σε άλλες περιοχές της χώρας, έτσι και στην Ζάκυνθο, «αποκαλύφθηκε» το κοινό μυστικό, ότι, δηλαδή, ένας μεγάλος αριθμός συμπολιτών μας λάμβανε κρατικά επιδό­ματα για παθήσεις που υπήρχαν μόνον στα χαρτιά. Το ιδιαίτερο στοιχείο στην περίπτωση της Ζακύν­θου αφορούσε το επίδομα τυφλότητας. Από τους περίπου 400 ανθρώπους που είχαν δη­λώσει τυφλοί, ώστε να δικαιούνται το σχετικό επίδομα, αποδείχθηκε ότι μόνον…34 ήταν πραγ­ματικά αόμματοι. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των «τυφλών», άνω του 80%, δεν είχε στην πραγματι­κότητα κανένα σοβαρό πρόβλημα όρασης. Το πρόβλημα των πολιτών αυτών, τουλά­χιστον σύμφωνα με την συνήθη προσέγγιση του θέματος, δεν ήταν στα μάτια, αλλά στην νοο­τροπία. Όπως και σε άλλες περιοχές τις χώρες, έτσι και στο νησί αυτό του Ιονίου ένας μεγάλος αριθμός πολιτών δεν δίστασε να διαπλακεί με διεφθαρμένους υπαλλήλους και τοπικούς άρχο­ντες προ­κειμένου όλοι μαζί να εξαπατήσουν το κεντρικό ταμείο του κράτους, περίπου 300 χλμ. πιο ανα­τολικά. Μάλλον δεν αμφιβάλει κανείς ότι τον άξονα αυτής της διαδικασίας αποτέλεσε η πελα­τειακή συναλλαγή μεταξύ των πολιτών και ορισμένων υποψηφίων πολιτευτών του νησιού, η πρακτική, δηλαδή, που είναι γνωστή με την (μάλλον αραβικής προελεύσεως) τουρκική λέξη «ρουσφέτι» (rüşvet). Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη κλασικό πα­ράδειγμα που μοιάζει να επιβεβαιώνει το ερμηνευτικό σχήμα «Ανατολή-Δύση». Οι πολίτες της Ζακύνθου επέδειξαν την γνωστή εκείνη «ανατολίτικη» συμπεριφορά έναντι του κράτους που, σύμφωνα με την δυτικόφρονα διανόηση στην χώρα μας (ή τον κ. Ζισκάρ ντ΄ Εστέν), είναι η αι­τία της νεοελληνικής κρατικής κακοδαιμονίας. Το οθωμανικό αυτό κατάλοιπο πρέπει, κατά την άποψη αυτή, να αποβληθεί το ταχύτερο και να αντικατασταθεί από μια εξευρωπαϊσμένη ατο­μική νοοτροπία σεβασμού των νόμων, του κρατικού ταμείου και του ευρύτερου κοινωνικού συ­νόλου.

Η αντίληψη αυτή μάς είναι πια τόσο οικεία, ξεκάθαρη και πειστική, ώστε δύσκολα φαντάζεται κανείς πως, ειδικά σε περιπτώσεις όπως αυτή της Ζακύνθου, αρκούν μερικά εντελώς απλά, εγκυκλοπαιδικής φύσεως δεδομένα για να υποσκάψουν καίρια την ισχύ της. Το πρόβλημα, δη­λαδή, στο παράδειγμά μας είναι μια πολύ βασική, ιστορικού χα­ρακτήρα περιπλοκή: η Ζάκυνθος δεν υπήρξε ποτέ κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου (με εξαίρεση την Λευκάδα που βρέθηκε υπό τουρκική κατοχή επί περίπου 200 χρόνια, 1479-1684). Για την ακρίβεια, η Ζά­κυνθος όχι μόνον δεν γνώρισε Τουρ­κο­κρατία, αλλά για ένα μακρότατο χρονικό διάστημα, που ξεκινά αρκετά πριν την Τουρκοκρα­τία στις άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου, βρέθηκε υπό την κυριαρχία δυτικών δυνάμεων. Από το 1185, όταν αποσπάστηκε από την Βυζαντινή Αυτο­κρατορία, έως και το 1864, όταν έγινε η ένωση των Επτανήσων με το νεοελληνικό κράτος, δη­λαδή επί σχεδόν 7 αιώνες, η Ζάκυνθος βρέθηκε υπό την κατοχή, επικυριαρχία ή «προστασία» των Νορμανδών της Σικελίας, γαλλικών οίκων (d’ An­jou), ιταλικών οίκων (Orsini και Tocco), των Ενετών, των Γάλλων (1797-1799), κα­θώς και των Άγγλων (1815-1864). Από την περίοδο της Ενετοκρατίας προέρχεται και το γνωστό προσωνύμιο του νησιού ως Fior di Levante («Άνθος της Aνατολής»).

Όπως, βέβαια, δείχνει η ιστορική πορεία της Ζακύνθου και άλλων νησιών του Ιονίου, εδώ ο όρος «Ανατολή» δεν είχε ποτέ το οθωμανικό-βαλκανικό σημαινόμενο, με το οποίο γίνεται αντι­ληπτός στο πλαίσιο του διπόλου «Ανατολή-Δύση». Αντιθέτως, την εποχή που σε άλλες περιοχές της Ελλάδας άρχιζε η οθωμανική «Ανατολή», τόποι όπως η Ζάκυνθος είχαν ήδη προ πολλού περιέλθει στην ευρύτερη επικράτεια της «Δύσης», στην οποία και παρέμειναν ως την ενσωμά­τωσή τους στο σύγχρονο ελληνικό κράτος. Με αυτό τον τρόπο διέγραψαν μια ιστορική δια­δρομή που κα­νονικά θα έπρεπε να προκαλεί…ενθουσιασμό σε πολλούς ένθερμους ευρωπαϊστές και δυτικι­στές στην Ελλάδα. Ιδίως σε όσους πάντοτε –και ειδικά σε περιόδους σαν αυτή που ζούμε σήμερα– καλοβλέπουν την ιδέα «να έρθουν να μας κυβερνήσουν οι ξένοι», όταν, βεβαίως, ως «ξένοι» νοούνται οι Δυτικοευρωπαίοι. Στην περίπτωση της Ζακύνθου, λοιπόν, έχουμε να κά­νουμε με μια περιοχή της χώρας που την κυβέρνησαν πραγματικά οι ξένοι –ή τουλάχιστον οι ξένοι της αρεσκείας μας– και μάλιστα επί επτά ολόκληρους αιώνες. Κι όμως, καθώς φαίνεται, άνθρακες ο θησαυρός… Η ιστορία των επιδομάτων τυφλότητας στους εκατοντάδες Ζακύνθιους ψευδοτυφλούς δείχνει ότι, όπως και σε άλλα σημεία της επικράτειας του ελληνικού κράτους, έτσι και στο εν λόγω Fior dOccidente, στο «Άνθος της Δύσεως», κυριαρχούν τα ήθη της «Ανατο­λής». Πώς συνέβη αυτό; Τι…πήγε τόσο στραβά σε αυτή την περίπτωση ως προς την σχέση του δόγματος «Δύση-Ανατολή» με την πραγματικότητα;

Η πιο πιθανή απάντηση που ίσως θα λάμβανε κανείς είναι ότι «ναι, εντάξει, ήταν επτά αιώνες υπό δυτική κατοχή, αλλά εδώ και σχεδόν 150 χρόνια η Ζάκυνθος είναι ενσω­ματωμένη στο ελληνικό κράτος». Κάτι που με άλλα λόγια σημαίνει ότι στο χρονικό αυτό διά­στημα τα «ανατολίτικα» ήθη προφανώς παρεισέφρησαν και στα άλλοτε δυτικίζοντα Ιόνια νη­σιά, αλλοτριώνοντάς τα με τις γνωστές εκείνες παθογένειες-εκφάνσεις της «οθωμανικής» ή «βαλκανικής» μιζέριας. Το πρόβλημα, ωστόσο, με αυτή την άποψη είναι ότι ακυρώνει την ίδια την αφετηρία της θέσης, την οποία προσπαθεί να «σώσει». Και τούτο διότι η αρχική αυτή θέση επενδύει σε μια ξεκάθαρα μακροϊστορική προσέγγιση, επικαλούμενη το μεγάλο χρονικό διάστημα των «αιώνων της Τουρκοκρατίας» και την μακροχρόνια και βαθιά επίδραση που αυτοί άσκησαν στους ελληνικούς πληθυσμούς. Συνεπώς, αν τώρα ισχυριστεί κανείς ότι 100-150 χρό­νια είναι αρκετά ώστε να αλλάξουν άρδην κάποια βασικά στοιχεία των νοοτροπιών και των προτύπων συμπεριφοράς σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, τότε θέτει σε αμφισβήτηση την διακηρυχθείσα μακροϊστορική φύση του φαινομένου. Ή ομολογεί εμμέσως ότι δεν υπήρξε ποτέ μια συστημα­τική μελέτη του που να προηγήθηκε της διατύπωσης των συγκεκριμένων απόψεων. Εκτός αυ­τού, αν τα 150 αυτά χρόνια ήταν αρκετά για να εξαλείψουν τα «δυτικά ήθη» στην περί­πτωση της Ζακύνθου, τότε πώς το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα δεν στάθηκε αρκετό για να εξα­λείψει τα «ανατολικά ήθη» στην περίπτωση π.χ. της ηπειρωτικής Ελλάδας, η οποία ήδη από το 1830 και εφεξής προσπαθεί να διοικηθεί βάσει δυτικοευρωπαϊκής προελεύσεως κρατικών δο­μών, θεσμών, πολιτικών θεωριών, ιδεολογικών τάσεων, δυτικοτραφέντων πολιτικών και διανο­ουμένων και –για ένα σημαντικό διάστημα– και κεντροευρωπαϊκών βασιλικών δυναστειών; Γιατί εδώ το δυτι­κοευρωπαϊκό αυτό υπέρστρωμα (superstratum) όχι μόνον δεν εξάλειψε το υπο­τιθέμενο «ανατο­λικό» υπόστρωμα, αλλά το τελευταίο κατάφερε να…μολύνει ακόμη και περιοχές του ίδιου κρά­τους με προϋπάρχουσες δυτικίζουσες καταβολές;

Όπως ίσως αντιλαμβάνεται κανείς, το πρόβλημα με αυτά τα ζητήματα δεν είναι τόσο η δυσκο­λία των απαντήσεων που αναζητούνται, αλλά μάλλον ο προβληματικός χαρακτήρας των ερω­τήσεων που έχουν προηγηθεί. Σε αυτές τις πε­ριπτώσεις ο ορθός τρόπος για να προσεγγίσει κα­νείς τα φαινόμενα είναι μάλλον να επιδιώξει μια τελείως διαφορετική βάση για την μελέτη τους. Μια βάση, η οποία να επιτρέπει την διερεύνηση της πραγματικής προέλευσης της πολιτιστικής ταυτότητας ενός πληθυσμού και όχι απλώς της μετα­γενέστερης, εφήμερης αλληλεπίδρασης κά­ποιων στοιχείων της με άλλες πολιτιστικές σφαίρες. Αν και λόγω απρόβλεπτων, ανθρωπογενών παραγόντων η νέα αυτή ερευνητική αφετηρία δεν μπόρεσε να δρομολογηθεί εντός του 2012, οι διαχειριστές της ελληνικής και της ευρωπαϊκής χρεοκοπίας φρόντισαν να μην χάσει τίποτα από την επικαι­ρότητά της. Διότι, καθώς η προφητεία των Μάγια για το τέλος του κόσμου αποδείχθηκε πλέον εξίσου ακριβής με την πρόβλεψη ενός…άλλου προφήτη περί της εξόδου της χώρας στις αγορές την ίδια περίπου περίοδο, η κρίση θα μας συνοδεύσει αδιάκοπη και το νέο έτος. Αυτή την φορά, όμως, ίσως μπορέσουμε να την προσεγγίσουμε μέσα από ένα νέο επιστημονικό πρίσμα.

Μουσική της Ύδρας

Αύγουστος 24, 2012 Σχολιάστε

Η Ύδρα, ένα μικρό νησί του Αργοσαρωνικού με έκταση περίπου 50 τετραγωνικά χιλιό­μετρα και πληθυσμό λιγότερο από 3000 κατοίκους – αριθμοί δραματικά ασήμαντοι σε εποχές Ενωμένης Ευρώπης και παγκοσμιοποίησης – φαίνεται πως ενίοτε διεκδικεί στο πλαίσιο της νεοελληνικής ιστορίας έναν ρόλο δυσανάλογο του μεγέθους της. Η μικρή εξέγερση που σημειώθηκε πρόσφατα στο νησί εναντίον μερικών βασικών εκπροσώπων του (ας πούμε) συντεταγμένου κράτους, των μελών του ΣΔΟΕ, του τοπικού αστυνομι­κού τμήμα­τος και των αν­δρών των ΜΑΤ που κατέφθασαν εκτάκτως δια θαλάσσης, μετά την σύλ­ληψη ιδιοκτή­τριας εστιατορίου που φοροδιέφευγε δεν είναι φαινόμενο εντε­λώς ξένο για την ιστορία του νησιού. Το στασια­στικό κίνημα κατά της κεντρικής κυβέρ­νησης του Καποδίστρια που οργανώθηκε από τις μεγάλες ναυτικές οικογένειες της Ύδρας, τους Κουντουριώτη­δες και τους Μιαούληδες, στα τέλη της δεκαετίας του 1820 θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είχε ακριβώς την ίδια αιτία: την νοοτροπία ανυ­πακοής και απει­θαρχίας έναντι του κεντρικού κράτους, μια νοοτροπία, η οποία στο πλαίσιο της κυ­ρίαρχης, επείσα­κτης οπτικής για την νεο­ελληνική κρατική παθογένεια αποτελεί το βασικό εμπόδιο για την συ­γκρότηση ενός σοβαρού και αποτελεσματικού κράτους.

Για τους φο­ρείς αυτής της άποψης, τα πρόσφατα γεγονότα της Ύδρας αποτελούν βού­τυρο στο ψωμί κι ένα ακόμα διαφωτιστικό σκάνδαλο: ένας αριθμός «ασυνείδητων» κα­τοίκων σπεύδει με ανήκουστο θράσος να υπερα­σπιστεί δυνα­μικά έναν (μάλλον κατά συρροήν) παρανομούντα ιδιώτη έναντι της έννομης τάξης, του ευρύτερου «κοινού κα­λού» και βεβαίως του πολύπαθου κεντρικού ταμείου του κράτους, το οποίο πλήττεται παραδοσιακά από την φοροδιαφυγή. «Εμ, με τέ­τοια μυαλά και τέτοιον λαό πώς να μη φτάσουμε μετά εδώ που φτάσαμε;», είναι το συ­μπέρασμα, στο οποίο είναι προ­διαγε­γραμμένο να καταλήξει η συγκεκριμένη μορφή αντίληψης των ελληνικών παθογε­νειών. «Με τέτοιες νοοτροπίες πώς να υπάρξει κρά­τος;» είναι άλλη μια συνήθης κατακλείδα των σχετικών συζητή­σεων, η οποία αναπαρά­γει το βασικό δόγμα της κυρίαρχης αφή­γησης: μόνον αν αλλάξει και βελ­τιωθεί η ατομική νοοτροπία του κάθε πολίτη, αν «εσωτερικευθούν οι κανόνες» (κατά Στ. Ράμφο), θα καταστεί κάποτε δυνατή η σωστή λειτουργία του κρά­τους στην Ελλάδα.

Φυσικά υπάρχουν και εκείνοι, οι οποίοι διατηρώντας μια μάλλον καλύτερη επαφή με την ελληνική πραγματικότητα επισημαίνουν ότι προϋπόθεση της τήρησης των κανόνων εί­ναι αυτοί να τηρούνται από όλους και ότι το ελληνικό κράτος είναι ο πρώτος διδάξας της διαφθοράς, της μεροληψίας υπέρ των ισχυρότερων και της κατασπατάλησης των χρημάτων των φορολογουμένων. Θα μπορούσε, μάλιστα, κανείς να τραβήξει το επιχεί­ρημα λίγο περισσότερο, ισχυριζόμενος ότι, αν όλοι οι Έλληνες πλήρωναν κανονικά τους φόρους τους, τότε δεν θα είχαμε καλύ­τερο κράτος, αλλά απλώς διπλάσιο δημόσιο το­μέα. Το κομματικό κράτος θα είχε, δη­λαδή, την δυνατότητα να διορίσει πολύ μεγαλύ­τερο αριθμό ψηφοφόρων-πελατών στο δημόσιο δημιουργώντας πιθανώς ακόμη μεγα­λύτερα ελλείμματα και χρέη. Εντούτοις, για τους θιασώτες της αλλαγής (ή του εξευ­ρωπαϊσμού) των νοο­τροπιών και αυτή η προβληματική καλύ­πτεται από την βασική θέση τους: αν οι νοοτρο­πίες ήταν καλύτερες, ο πολίτης δεν θα γινόταν τόσο εύκολα πε­λάτης του κομματικού κράτους και θα παρήγαγε μέσα από τους κόλπους του πιο σο­βαρούς διαχειριστές των υποθέσεών του και του κοινού ταμείου.

Η συστηματική αποδόμηση της κυρίαρχης αυτής θεώρησης, η οποία διατρέχει την νεο­ελληνική ιστορία ερμηνεύοντας ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο, μεταξύ άλλων, και τα δύο περιστατικά εξεγέρσεων στο νησί της Ύδρας, το μεγάλο στις αρχές του 19ου και το πολύ μικρότερο στις αρχές του 21ου αιώνα, θα αποτελέσει μία από τις βασικές κατευθύνσεις σε αυτό το ιστολόγιο στο εγγύς μέλλον. Προς το παρόν, και καθώς είναι ακόμα καλο­καίρι, θα αρκεστούμε σε κάτι δια­φορετικό: μια καλοκαιρινή μουσική αλληγορία. Ας φα­νταστούμε, λοιπόν, ότι βρισκόμα­στε ένα βράδυ σε μια γραφική παραλία της Ύδρας μαζί με μια παρέα, ένα μέλος της οποίας έχει φέρει μαζί του και μια κιθάρα. Ακόμη και κά­ποιος που δεν έχει γνώσεις κι­θάρας ή και μουσικής γενικότερα, μπορεί να κάνει κάτι απλό: να πάρει στα χέρια του την κιθάρα και με ένα δάχτυλο του δεξιού χεριού του (ή με μια πένα) να παίξει μία φορά τις έξι χορδές από πάνω προς τα κάτω. Το αριστερό χέρι, αυτό που έχει την ευθύνη να πατά τα σω­στά διαστήματα στο τάστο της κιθάρας προ­κειμένου να παρα­χθούν οι ήχοι, δεν χρειά­ζεται να κάνει απολύτως τίποτα. Το αποτέλε­σμα αυτού του «ελεύθερου» παιξίματος των χορδών θα είναι να παραχθεί ένας ήχος που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κα­κόφω­νος: δεν ευχα­ριστεί το αυτί, αφού δεν αντι­στοιχεί σε μια αρμονική μελωδία.

Θα ήταν εν­διαφέρον να παραλληλίζαμε αυτόν τον κα­κόφωνο ήχο με μια κακή νοοτροπία. Μια νο­οτροπία που, όπως ακριβώς και ο ήχος της κιθάρας, πρέπει να «στρώσει», να γί­νει πιο «ορθή» και αρ­μονική, κάτι σαν μια σαφή, ωραία και εύηχη μείζονα συγχορδία, π.χ. ένα σολ ή μι μα­τζόρε. Πατώντας κανείς τα κατάλληλα διαστήματα στα τάστα μπο­ρεί να παραγάγει τον ήχο μιας τέτοιας συγχορ­δίας ματζόρε (αυτής, δηλαδή, που ηχεί θετικά και ευχάριστα, σε αντίθεση με τον πιο λυ­πητερό ήχο μιας συγχορδίας μινόρε), όπως εί­ναι π.χ. αυτή με την οποία ξεκινά θριαμ­βευτικά το κομμάτι του Joseph Haydn, που είναι η μουσική του γερ­μανικού εθνικού ύμνου. Το συμπέρασμα μοιάζει ξεκάθαρο και αυτο­νόητο: μόνο με μια «σωστή» συγχορ­δία μπορεί να λειτουργήσει ορθά η μουσική σχέση των ήχων, κατά το ίδιο τρόπο που μόνο με μια «σωστή» νοοτροπία μπορεί να λει­τουρ­γήσει ένα κράτος.

Κι όμως, δυστυχώς για το ανωτέρω, ευλογοφανές συμπέρασμα, τουλάχιστον στην μου­σική υπάρχουν απτές αποδείξεις ότι η «κακοφωνία» είναι κάτι πολύ πιο σχετικό από όσο μπορεί να νομίσει κανείς εκ πρώτης όψεως. Ισχύει, δηλαδή, ότι μια συγχορδία δεν είναι με απόλυτα κριτήρια εύηχη ή κακόφωνη, αλλά ότι η ποιότητα του μουσικού ήχου που τελικά θα παραχθεί εξαρτάται κυρίως από την συνάφεια, στην οποία η συγχορδία αυτή θα τοποθετηθεί. Ένα πολύ ωραίο παρά­δειγμα για το φαινόμενο αυτό προσφέρει η εισαγωγή του τραγουδιού Nice Dream των Radiohead. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι η πρώτη συγχορδία του τραγου­διού, δηλαδή ο πρώτος-πρώτος ήχος που ακούγεται, αντιστοιχεί ηχητικά – ασχέτως του τόνου, στον οποίο είναι παιγμένος – στον «κακό­φωνο» εκείνο ήχο που παράγεται αν παίξει κανείς «ελεύθερα» (χωρίς συμμετοχή του αριστερού χεριού, δηλαδή του τάστου της κι­θάρας) τις έξι χορδές της κιθάρας. Δεν έχει παρά να ακούσει κάποιος στην συνέχεια του τραγουδιού το «νόημα» που αποκτά αυτή η ατομι­κώς κακόφωνη συγχορδία μέσα από τις επόμενες δύο συγχορδίες της εισαγωγής του τραγουδιού. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό ότι η εισαγωγή αυτή των τριών «κακόφω­νων» ακόρντων απολήγει σταδιακά – από τον δικό της, διαφορετικό δρόμο – στην βα­σική συγ­χορδία ματζόρε του τραγουδιού. Χωρίς η ατομική ευφωνία κάθε συγχορδίας να «βελ­τιωθεί», χωρίς να «εσω­τερικευθούν» μέσα της οι κανόνες του «ορθού» ή «στρωτού» ήχου, ο τελικός, μουσικός στόχος επετεύχθη. Πρόκειται για κάτι που θα μπορούσε να δώσει ίσως κάποια τροφή για σκέψη, ενόσω ο άλλος στόχος, αυτός της σωστής λει­τουργίας κράτους στην Ελλάδα μέσω της αλλαγής των νοοτροπιών, συνεχίζει να αποδεικνύεται όμορφο όνειρο («nice dream») θερι­νής νυκτός…