Αρχείο

Posts Tagged ‘Αγανακτισμένοι’

Ελληνική κρίση: ελιτισμός εναντίον λαϊκισμού

Νοέμβριος 21, 2011 2 Σχόλια

Είναι γνωστό ότι το 1453, τις παραμονές της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, ορισμένοι κύκλοι εντός των πολιορκημένων διέδιδαν ότι ήταν γραφτό να καταληφθεί η Πόλη από τον κατακτητή, αφού αυτή θεωρούσαν πως ήταν η δίκαιη τιμωρία του Θεού για τις αμαρτίες των τότε Ελλήνων. Δεν είναι γνωστό, πάντως, εάν οι κύκλοι αυτοί αισθάν­θηκαν ένα αίσθημα δικαίωσης, όταν συντελέστηκε αυτό που η ηθικιστική τους διάθεση (στην πιο αθώα εκδοχή των πραγμάτων) τους προέτρεπε να κηρύττουν.

Περίπου 560 χρόνια μετά, με αφορμή την τρέχουσα οικονομική κρίση, τις κοινωνικές αντιδράσεις, το κίνημα των Αγανακτισμένων και γενικώς των αγανακτισμένων πολιτών, ένα παρόμοιο φαινόμενο έκανε από την πρώτη στιγμή την εμφάνισή του. Ένας σεβαστός αριθμός διανοουμένων, πολιτικών και γενικώς ελιτιζόντων αναλυτών της κατάστασης έσπευσε να διατυπώσει μια εντυπωσιακά όμοια επιχειρηματολογία κατά των λαϊκών αντιδράσεων. Σύμφωνα με αυτήν, οι περισσότεροι από τους εξεγειρόμενους και τους πάσης φύσεως Αγανακτισμένους δεν δικαιούνται να ομιλούν, διότι ευθύνονται και οι ίδιοι για την παρούσα δραματική κατάσταση. Οι «αμαρτίες» τους αυτή την φορά συνίστανται π.χ. στο ότι επί χρόνια ψήφιζαν πολιτικούς γνωστής ανικανότητας και φαυλότη­τας, στην συμμετοχή τους στο πελατειακό σύστημα ή στην «υπανάπτυκτη», αντιευρωπαϊκή τους νοοτρο­πία (π.χ. φοροδιαφυγή). Με δεδομένο, μάλιστα, πως αρκετοί αντιδρώντες είναι άτομα νεα­ρής ηλικίας που βαρύνονται ελάχιστα ή καθόλου από το ανωτέρω «ποινικό μητρώο», κάποιοι σπεύδουν ενίοτε να επεκτείνουν τον ηθικισμό, καταλογίζοντας και σε αυτά τα πρόσωπα «ευ­θύνες», όπως είναι π.χ. η επί μακρόν εξάρτηση από την οικογένεια ή η υπό το πρίσμα της επαγγελματι­κής αποκατάστασης λανθασμένη επι­λογή αντικειμένου σπου­δών που είχε ως αποτέλεσμα την ανεργία.

Αγανακτισμένοι: Ξερά ή χλωρά; Θύτες ή θύματα; Ή μήπως δεν έχει σημασία;

Σε αντίθεση με την ανωτέρω τάση, η οποία λόγω της μονόπλευρα ηθικιστικής της διά­θεσης (στην πιο αθώα εκδοχή των πραγμάτων) απενοχοποιεί σαφώς την πολιτική, οικονομική και πνευματική ελίτ, προκειμένου να ενοχο­ποιήσει όσους δεν ανήκουν σε αυτήν, εμφανίστηκε, φυσικά, εξαρχής και το αντίπαλον δέος: ο λαϊκι­σμός, ο οποίος αντιστρέφει τα πράγματα απενοχοποιώντας πλήρως τους πολίτες και ενοχοποιώντας αποκλειστικά την εξουσία, κυρίως την πολιτική. Πρόκειται σαφώς για εκείνο το είδος των ακραίων τάσεων, το οποίο δημιουργεί την βάσιμη αίσθηση ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου στην μέση. Επειδή, όμως, η αλήθεια βρίσκεται κάπου και όχι ακριβώς στην μέση, είναι χρήσιμο να δούμε ποια τάση μπορεί να βρίσκεται εγγύτερα στην πλευρά του δικαίου. Ποιοι προσεγγίζουν εν τέλει πιο πολύ την πραγματι­κότητα, αυτοί που στρέφουν την κριτική προς τα πάνω ή αυτοί που την κατευθύνουν προς τα κάτω; Δυστυχώς για τους ελιτίζοντες φαίνεται ότι υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα που υποσκάπτουν σε σημαντικό βαθμό την πολεμική κατά των πολιτών. Μερικά από αυτά είναι:

1. Σε κάθε πολυπληθές κίνημα ή ρεύμα αντίδρασης υπάρχουν ξερά και χλωρά, δίκαιοι και άδικοι. Δεν έχει υπάρξει ποτέ ευρείας έκτασης κινητοποίηση, στην οποία να μην συμμετέχουν και άνθρωποι που έχουν λιγότερο από άλλους δίκιο να διαμαρτύρονται. Αν εξ αυτού του λόγου είχε πάψει να υφίσταται και να δρα κάθε κίνηση διαμαρτυρίας στην ιστορία, τότε θα βρισκόμασταν ακόμα στην Παλαιο­λιθική εποχή.

2. Το ψάρι (και αυτής της κρίσης) βρωμάει απ΄ το κεφάλι. Όποιες κι αν είναι οι ευθύνες των πολιτών, ο (φανταστικός φυσικά) δικαστής θα δίκαζε αυτούς που άσκησαν εξουσία, πήραν αποφάσεις και έβαλαν υπο­γραφές. Όχι αυτούς που τους ψήφισαν, δικαίως ή αδίκως, έχοντας κρατηθεί, μάλιστα, επί μακρόν στο σκοτάδι για οτιδήποτε έχει να κάνει με το ζήτημα του κρατικού δανεισμού. Η κεφαλή είναι, επίσης, πάντοτε αυτή που δίνει το παράδειγμα και τον ρυθμό στην κοινωνία. Ένα νοσηρό σύστημα εξουσίας μπορεί να εκμαυλίσει και να διαβρώσει τόσο τους θεσμούς όσο και τα ήθη ενός μεγάλου τμή­ματος της κοινωνίας.

3. Οι πολίτες – ή τουλάχιστον πολλοί από αυτούς – είναι που υφίστανται τις συνέπειες της κρίσης. Αντιθέτως, αρκετοί πολιτικοί του συστήματος εξουσίας (πόσο μάλλον κάποιοι επιχειρηματίες) συνεχίζουν να σιτίζονται στο πρυτανείο, ενώ πολλοί εξ αυτών έχουν δημιουργήσει ήδη επαρκές «κομπόδεμα», ώστε να μην ανησυχούν ιδιαιτέρως ούτε για το ενδεχόμενο καταψήφισής τους ούτε για αυτό μιας πλήρους οικονομικής κατάρρευσης της χώρας. Το πόσο, άλλωστε, αποκομμένοι είναι από τις αγωνίες της κοινωνίας αποδείχθηκε και από τις αντιδράσεις τους σε ό,τι εκτυλίχθηκε κατά τις πρόσφατες παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου. Η πολιτική και επικοινωνιακή αυτοχειρία της ΝΔ ήταν, επί παραδείγματι, σχεδόν πιο χαρακτηριστική ακόμη και από ό,τι εκστομίστηκε από τις πιο ειδεχθείς φιγούρες της κυβέρνησης των δανειστών.

4. Οι πολίτες σαφώς ψηφίζουν, μέσω, όμως, ενός παραμορφωτικού φακού. Οι καλπονοθευτικοί εκλογικοί νόμοι που σχεδόν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες «παράγουν» αυτονόητα μονοκομματικές κυβερνήσεις, οι περιπτώσεις εκλογής ως βουλευτών υποψηφίων με λιγότερες ψήφους από άλλους, απλώς επειδή πολιτεύονται με το «σωστό» κόμμα (αυτό με το υψηλότερο ποσοστό) ή τα ψηφοδέλτια «επικρατείας» είναι λίγα μόνο παραδείγματα νόθευσης του εκλογικού αποτελέσματος από τις σχετικές ραδιουργίες των κομμάτων εξουσίας. Η αλλοίωση της λαϊκής βούλησης είναι, άλλωστε, πολύ εύκολη σε ένα έμμεσο και απρόσωπο σύστημα, όπου αυτοί που πραγματικά βρίσκονται πίσω από τα πράγματα, συνήθως δεν έχουν εκλεγεί από κανέναν.

5. Οι κακώς εννοούμενοι ευρωπαΐζοντες ηθικολόγοι παραβλέπουν χαρακτηριστικά ότι κακές νοοτροπίες και συ­μπεριφορές απαντούν και σε πληθυσμούς της δυτικής Ευρώπης (βλ. νοσηρή τσιγκουνιά, αλκοο­λισμός, συμπεριφορές Λαγανά, κλπ.). Εκεί, όμως, δεν υπονομεύουν την ποιότητα του κρά­τους. Με αυτό τον τρόπο αποδεικνύεται εύγλωττα ότι ο λόγος για την κακοδαιμονία ενός κρά­τους δεν βρίσκεται τόσο στις νοοτροπίες, αλλά στην αλληλεπίδρασή τους με τους κατάλληλους (ή μη) για αυτές θεσμούς.

6. Η κρίσιμη έννοια της συνάφειας. Χάνοντας εξαρχής την ευρύτερη εικόνα των εξελίξεων μερικοί ελιτίζοντες ηθικιστές δεν αντελήφθησαν ότι η παρούσα συνάφεια είναι μία από αυτές, όπου αναπόφευκτα καταλήγει κανείς να υποστηρίζει το ένα εκ των αντιμαχομένων στρατοπέδων. Και εδώ η διαπάλη είναι μεταξύ της πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας και των δυνάμεων που απειλούν να την συνθλίψουν: του κομματικού κράτους και των άλλοτε αποικιοκρατών και νυν δανειστών-τοκογλύφων. Ή, λοιπόν, θα ταχθεί κανείς «εκτάκτως» υπέρ της κοινωνίας – και όταν περάσει η θύελλα μπορεί να την ξαναεπικρίνει, αν το επιθυμεί, για τα «τακτικά» της ατοπήματα – ή θα επιλέξει να επιτεθεί στους συνθλιβομένους και από ένα τρίτο μετερίζι. Το τελευταίο, όμως, στο πλαίσιο της παρούσας περίστασης καταλήγει, φυσικά, να συγχωνεύεται με τα άλλα δύο…

Τα ανωτέρω ενδεικτικά σημεία δεν σημαίνουν ότι η απόλυτη αλήθεια βρίσκεται στην πλευρά του λαϊκισμού. Καταδεικνύουν απλώς ότι, όποιος αυτή την εποχή κατευθύνει την κριτική του περισσό­τερο προς τα κάτω από ό,τι προς τα πάνω, παίζει έναν μάλλον αντιπαραγωγικό και ατυχή ιστορικό ρόλο. Τόσο ατυχή όσο και των κύκλων εκείνων που τις παραμονές της Άλωσης προ­παγάνδιζαν την δίκαιη τιμωρία των αμαρτιών των Ελλήνων από τις ορδές των Οθωμανών.

Advertisements

Μεθοδολογικά της κρίσης

Οκτώβριος 9, 2011 2 Σχόλια

Η ουσιαστική χρεοκοπία της ελληνικής οικονομίας, ως ένα επιμέρους επεισόδιο της διεθνούς οικονομικής κρίσης και αυτής της ευρωζώνης, αποτελεί ένα ιδιαίτερα πολύπλευρο και σύν­θετο πρόβλημα. Ως εκ τούτου, θα ανέμενε κανείς ότι αυτοί που θα ήταν εξαρχής σε θέση να αντιλη­φθούν την φύση του προβλήματος θα ήταν οι λεγόμενοι «ειδικοί»: οι ειδήμονες επί των οικονομι­κών, οι καλοί γνώστες των πολιτικών διεργασιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ορι­σμένοι έμπειροι πολιτικοί και αναλυτές, κ.ο.κ. Κι όμως, φαίνεται ότι από την πρώτη στιγμή ήταν μάλλον ο απλός κόσμος – Αγανακτισμένος η μη – αυτός που κατάφερε να αφουγκραστεί τις πιο κρίσι­μες παραμέτρους της κατάστασης. Περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά και μακριά από επιστημο­νικές ή μη εξειδικεύσεις που οδηγούν συχνά στο να χάνεται η εποπτεία της ευρύτερης εικόνας, πολλοί απλοί πολίτες συνέλαβαν σωστά εκείνα τα στοιχεία της που θα μπορούσαν να ονομα­στούν μεθοδολογικά της κρίσης. Αυτά είναι κατά βάσιν τα εξής:

Δύσκολοι καιροί για ειδικούς...

1) Η έννοια της συνάφειας, του πλαισίου ή του context. Επί δεκαετίες σοβούν στην Ελλάδα βα­ριές πολιτικές και οικονομικές παθογένειες που κάθε σοβαρός πολίτης θα ήθελε να έχουν εξα­λειφθεί. Σε πλαίσιο, όμως, δημοκρατίας και εθνικής κυριαρχίας και όχι υπό οποιεσδήποτε συν­θήκες. Όχι περιερχόμενοι σε καθεστώς αναγκαστικής διαχείρισης από τους δανειστές, υπογράφοντας δανειακές συμβάσεις υποτέλειας, κυβερνώντας με εξωκοινοβουλευτι­κές «επικαιροποιήσεις» μνημονίων ή εκποιώντας τα πάντα σε τιμές ξεπουλήματος. Αν δεν μας ενδιαφέρει η συνάφεια, αν είμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε το λά­θος πλαίσιο για να ληφθούν κάποια σωστά μέτρα, τότε θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε και σε καθεστώς χούντας. Άλλω­στε, πολλοί διατείνονται ότι οι εκλογές αποτελούν δοκιμασία για την οικονομία (οπότε ας μην τις κάνουμε ούτε το 2013), ενώ σύμφωνα με κάποιους άλλους κύκλους ο Μακαρέζος υπήρξε…άριστος διαχειριστής των οικονομικών.

2) Η διάκριση αιτίας και αφορμής. Ο καλύτερος τρόπος να πει κανείς ένα ψέμα είναι να το ανα­μείξει με αλήθειες. Είναι η Ελλάδα ένα άκρως προβληματικό κράτος; Σαφώς. Υπάρχουν στην Ελλάδα χρόνιες δυσλειτουργίες, στρεβλώσεις, ιδεολογικές αγκυλώσεις και γενικώς απαράδεκτες καταστάσεις; Προφανώς. Είναι αυτές η αιτία για τα μνημόνια και τις τρόικες; Εν μέρει μόνον. Το γεγονός ότι στην δίνη της κρίσης βρίσκονται και άλλα κράτη με εν πολλοίς καλύτερο κράτος από την Ελλάδα (Πορτογαλία, Ιρλανδία, ακόμη και Ιταλία) αποδεικνύει αυτομάτως ότι η πραγματική αιτία της συγκεκριμένης κρίσης βρίσκεται (και) εκτός Ελλάδος. Και οι διάφορες εξυ­πναδίστικες «επε­ξηγήσεις» του ελληνικού προβλήματος, όπως π.χ. αυτή εδώ, χάνουν σε αξία ακριβώς επειδή…ισχύουν ως έναν βαθμό και για τις άλλες αυτές χώρες, τόσο συγχρονικά όσο και διαχρονικά. Τα όποια προβλήματα των χωρών αυτών δεν είναι τόσο η αιτία της τρέχουσας κρίσης τους όσο η αφορμή για το μονοψήφιο εκείνο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού που προσπαθεί να εξαναγκάσει τους πολίτες να πληρώσουν τα σπα­σμένα του δικού του «θριάμβου της απληστίας» (κατά Γ. Στίγκλιτς). Ο Έλληνας φορο­φυγάς ή κηφήνας της εξουσίας, όμως, οφείλει να λογοδοτήσει για αυτές τις συγκεκριμένες αμαρ­τίες του, και όχι για τις αντίστοιχες της κάθε Lehman Brothers.

3) Η «ενδογενής» διάκριση ανάμεσα στις πιο μακροϊστορικές παθογένειες του ελληνικού κρά­τους και την παρούσα κρίση. Το ότι πρόκειται για δύο καταστάσεις που σαφώς συνδέονται, αλλά προφανώς δεν ταυ­τίζονται δεν αποδεικνύεται, δη­λαδή, μόνον από την εμπλοκή στην κρίση και άλλων κρατών, αλλά και από το γεγονός ότι το ίδιο το ελληνικό κράτος έχει χρεοκοπήσει και ανανήψει ήδη τέσ­σερις φορές, αν και οι παθογένειές του έμειναν μάλλον ανέπαφες. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι μια κρίση, όπως η παρούσα, δεν θα πρέπει να γίνεται ευκαιρία προκει­μένου να διορθωθούν, έστω και υπό καθεστώς πίεσης, κά­ποια από τα κακώς κείμενα. Το να θέλει, όμως, κανείς να εξαφανίσει βαθιές και διαχρονικές παθογένειες – η πραγματική φύση των οποίων είναι ούτως ή άλλως εντελώς αμφίβολο αν γίνε­ται κατανοητή – σε ελάχιστο χρόνο είναι ένα απονενοημένο διάβημα που προϋποθέτει την θυσία μιας ολόκληρης γενιάς. Και η γενιά αυτή δεν πρόκειται, φυσικά, να κάτσει έτσι απλά να θυσια­στεί, ιδίως όταν το κεφάλι του ψαριού που βρωμάει ατενίζει ακόμα την Ακρόπολη από τα διάφορα νεοκλασικά του.

4) Η διάκριση ανάμεσα σε πολιτικό και δικαστή. Οι πολιτικοί – και ιδιαιτέρως όσοι έχουν οι ίδιοι εγκληματήσει κατά συρροήν κατά της χώρας – δεν βρίσκονται στην συγκεκριμένη θέση για να τιμωρήσουν τους πολίτες για τις αμαρτίες ή τις νοοτροπίες τους. Βρίσκονται εκεί για να μετριά­σουν τις συνέπειες της κρίσης για την κοινωνία και όχι να τις εκτραχύνουν για λογαριασμό του δανειστή-τιμωρού ή του ηθικίζοντος ευρωπαϊστή διανοουμένου.

5) Η παγίδα της μονομερούς καταστροφολογίας. Οι εκβιασμοί των δανειστών, όπως αυτοί αναπαράγονται στην Ελλάδα από την κυβέρνηση και τα φερέφωνά της, έχουν ως άξονα την…βιβλική κατα­στροφή που θα επέλθει στην Ελλάδα, εάν αποχωρήσει από την νομισματική ένωση. Εκτός του ότι στο σενάριο αυτό προϋποτίθεται αυθαίρετα ότι η Ελλάδα θα είναι εκτός ευρώ και όλοι οι άλ­λοι εντός (κάτι αμφίβολο δεδομένου του κινδύνου γενικής κατάρρευσης της ευρωζώνης, εάν εξέλθει η Ελλάδα), λίγους μόνον απασχολεί πρακτικά κατά πόσο η μνημονιόπληκτη και ευρώπληκτη Ελλάδα του 2030 θα είναι ιδιαίτερα καλύτερη από αυτήν της δραχμής του 1930. Σίγουρα, πάντως, θα είναι καλύ­τερα οι δανειστές της…

6) Η συνολική εποπτεία που απαιτεί ένα σύνθετο πρόβλημα, στο πλαίσιο του οποίου μικρότερες πτυχές του είναι ενσωματωμένες σε μεγαλύτερες. Ένα παράδειγμα εδώ είναι η συνήθως υπεράνω κριτικής προσήλωση στην γενικότερη ιδέα του ευρώ. Με το να μην θέτουμε σε επαρκή, απροκατάληπτη και ακομπλεξάριστη κρίση το ίδιο το εγχείρημα του ευρώ (υπό ευρωπαϊκό και όχι στενά ελληνικό πρίσμα) κινδυνεύουμε να εναποθέσουμε τις ελπίδες άρσης των ελληνικών στρεβλώσεων στην ενσωμάτωσή τους σε μια…ευρύτερη στρέβλωση.

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πολλές από τις ανωτέρω διαπιστώσεις έχουν εκφραστεί από ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών, το οποίο συνήθως λοιδορείται, συκοφαντείται ή απαξιώνεται ποικι­λο­τρόπως από αρκετούς πεφωτισμένους ειδικούς, πολιτικούς, δημοσιογράφους, αναλυτές, κλπ. Εντούτοις, όπως ίσως αναδεικνύεται από τις παρατηρήσεις που προηγήθηκαν, φαίνεται ότι είναι μάλλον οι τελευταίοι, αυτοί που ως τώρα έχασαν την ει­κόνα ολόκληρου του δάσους έχο­ντας εστιάσει ο καθένας σε διαφορετικό δέντρο. Είναι μάλλον η μικρή «επίπτωση» που έμελλε να υποστούν και αυτοί σε καιρούς κρίσης…