Αρχείο

Archive for the ‘Πολιτικά’ Category

ΜΠΣ «ΠΝΥΚΑ»: Δημόσιος λόγος – Ρητορική & Επιχείρημα (βίντεο διαδικτυακής εκδήλωσης, 30/04/2020)

Σε εποχές κρίσεων (οικονομικών, υγειονομικών, κλπ.) η ποιότητα του δημοσίου λόγου αποκτά καί­ρια σημασία για την πολιτική διαδικασία. Η αξία της υπεύθυνης, έλλογης και ποιοτικής επιχειρημα­τολογίας γίνεται ακόμα μεγαλύτερη στη σύγχρονη κοινωνία του διαδικτύου και των μέσων κοινω­νικής δικτύωσης, όπου σχεδόν κάθε πολίτης δύναται να μετατραπεί σε φορέα δημοσίου λόγου. Στις συνθήκες αυτές η διαφορά ανάμεσα στην πεπαιδευμένη και μη δημόσια εκφορά πολιτικών ή επι­στημονικών θέσεων είναι ενίοτε η διαφορά ανάμεσα στην καταλλαγή και τη σύγκρουση, τη μετριο­πάθεια και τον διχασμό, τη σύνθεση και την πόλωση. Κατά συνέπεια, στις μέρες μας καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ η ανάγκη μιας συστηματικής εκπαίδευσης στη ρητορική και την επιχειρηματο­λογία, ιδίως μάλιστα σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, όπου η ενασχόληση με τα εν λόγω πε­δία εμπνέεται ούτως ή άλλως πάντοτε και από μια πλούσια αρχαία παράδοση. Την ανάγκη αυτή υπηρετεί και η διδασκαλία της ρητορικής στο πρόγραμμα της ΠΝΥΚΑΣ, του νέου Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών στην Πολιτική Ιστορία, Θεωρία και Πράξη του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου.

Επιθυμώντας να προσφέρει μια πρόγευση αυτής της διδασκαλίας, το ΜΠΣ της ΠΝΥΚΑΣ διοργάνωσε την Πέμπτη 30 Απριλίου 2020 (18:00-21:00) δημόσια διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα: Δημόσιος Λόγος – Ρητορική & Επιχείρημα. Ομιλητές της εκδήλωσης, την οποία προλόγισε ο γράφων με την ιδιότητα του Ακαδημαϊκού Υπευθύνου της ΠΝΥΚΑΣ, ήταν ο Κωνσταντίνος Π. Τσίνας (Λέκτορας Ποινικής Δικονομίας στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου), που ανέπτυξε το θέμα «Επιχείρημα, προσωπικότητα και ειλικρίνεια στον δημόσιο λόγο», και ο Ανδρέας Σεραφείμ (Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης & Ακαδημία Αθηνών) με θέμα «Η πιο γνωστή μας άγνωστη ρητορική: Τεχνικές πει­θούς στην αρχαία και σύγχρονη πολιτική και δικαστική επικοινωνία».

Χάρη στο υψηλότατο επίπεδο, την εμβρίθεια, γλαφυρότητα και διαδραστικότητα των ομιλιών, η εκδήλωση εξελίχθηκε σε μια απολαυστική και άκρως διδακτική εμπειρία. Οι δύο ομιλητές όχι μόνο ξεδίπλωσαν ένα ευρύτατο φάσμα εννοιών, ορισμών και δεδομένων σχετικά με τη θεωρία της επιχειρηματολογίας και τη ρητορική, αλλά συμπύκνωσαν κατά τον καλύτερο τρόπο και δύο από τους βασικούς άξονες του ΜΠΣ της ΠΝΥΚΑΣ: την άρρηκτη διασύνδεση ανάμεσα σε θεωρία και πράξη (π.χ. μέσω της επεξήγησης δύσκολων θεωρητικών εννοιών με τη βοήθεια εύστοχων παραδειγμάτων από τον τρέχοντα δημόσιο λόγο), αλλά και τον ζωντανό, διαδραστικό και συμμετοχικό χαρακτήρα της εξ αποστάσεως ψηφιακής εκπαίδευσης στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΑΠΚΥ). Με αυτό τον τρόπο κατέστη σαφές ότι, σε καιρούς που έκτακτες περιστάσεις φέρνουν στο προσκήνιο την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, στο ΑΠΚΥ αυτή δεν συνίσταται απλώς στη χρήση ψηφιακών εργαλείων τηλεκπαίδευσης. Το συγκριτικό πλεονέκτημα του ΑΠΚΥ είναι η μακρά εμπειρία και κουλτούρα χρήσης της ψηφιακής εκπαιδευτικής τεχνολογίας, η θεωρία και μέθοδος της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (ιδίως ενηλίκων), η γνώση των ιδιαιτεροτήτων της, το ποιος και πώς διδάσκει. Για του λόγου το αληθές, ακολουθεί το βιντεοσκοπημένο αρχείο της διαδικτυακής εκδήλωσης, με τις θερμότερες ευχαριστίες σε όλους τους συντελεστές και συμμετέχοντες.

 

Κατηγορίες:ΠΝΥΚΑ, Πολιτικά

«ΠΝΥΚΑ: Πολιτική Ιστορία, Θεωρία και Πράξη»: Βίντεο της δημόσιας διαδικτυακής παρουσίασης του ΜΠΣ (26/03/2020)

27 Μαρτίου, 2020 Σχολιάστε

Το απόγευμα της Πέμπτης 26 Μαρτίου 2020 πραγματοποιήθηκε η πρώτη δημόσια διαδικτυακή παρουσίαση της ΠΝΥΚΑΣ, του νέου μεταπτυχιακού προγράμματος στην Πολιτική Ιστορία, Θεωρία και Πράξη του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου. Η εκδήλωση είχε τη μορφή ημερίδας, η οποία, πέραν της αναλυτικής παρουσίασης του νέου προγράμματος από τον γράφοντα, αφιερώθηκε στο φλέγον ζήτημα του μεταναστευτικού-προσφυγικού και των ελληνοτουρκικών. Πιο συγκεκριμένα, ο Αθανάσιος Γραμμένος, Δρ. Διεθνών Σχέσεων και Library Fellow 2019-2020 στο Sacramento State University, ανέπτυξε το θέμα «Ιδεολογία, πολιτική και περιφερειακός ανταγωνισμός: η μεταναστευτική κρίση μεταξύ σφύ­ρας και άκμονος». Στη διάλεξή του αυτή ο ομιλητής έκανε μια κριτική επισκόπηση της ανάφλεξης του μεταναστευτικού κατά τα τέλη του 2019 και τις αρχές του 2020, καθώς και της εξέλιξης του πολιτικού λόγου στην Ελλάδα, την Τουρκία και την ΕΕ, χρησιμοποιώντας πρωτογενείς πηγές και προβάλλοντας βίντεο από την πρόσφατη αυτοψία του εκατέρωθεν του Έβρου και στη Λέσβο. Περαιτέρω, ο Ανδρέας Σταματίου, Δρ. Διπλωματικής Ιστορίας και επί σειρά ετών Σύμβουλος Τύπου στην ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα και στο ελληνικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, παρουσίασε μια ανατομία της τουρκικής κοινωνίας, επιχειρώντας μια ρεαλιστική απεικόνιση της σύγχρονης Τουρκίας, πέρα από τα στερεότυπα και τις γενικεύσεις.

Στην εκδήλωση, την οποία συντόνισε εξαιρετικά ο Πρόεδρος του Σωματείου Φοιτητών και Αποφοίτων Ελληνικού Πολιτισμού του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου Γιάννος Χαμάλης, παρενέβησαν με χαιρετισμούς ο Κοσμήτορας της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, Αναπληρωτής Καθηγητής Αντώνης Πετρίδης και ο Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος του πτυχιακού προγράμματος «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμός», Αναπληρωτής Καθηγητής Γιώργος Δεληγιαννάκης. Την εκδήλωση τίμησαν με την αθρόα τηλε-παρουσία τους άνω των 90 συμμετεχόντων από την Ελλάδα, την Κύπρο και το εξωτερικό, οι οποίοι με τα ερωτήματα και τις παρεμβάσεις τους συνέβαλαν όχι μόνο στη διεξαγωγή μιας άκρως εποικοδομητικής συζήτησης, αλλά και στην άμβλυνση των πρωτόγνωρων συνθηκών κατ’ οίκον διαπροσωπικής απομόνωσης λόγω της τρέχουσας επιδημίας του COVID-19. Η εκδήλωση βιντεοσκοπήθηκε και το βίντεο που ακολουθεί είναι ήδη διαθέσιμο και στην πλατφόρμα του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου.

Κατηγορίες:ΠΝΥΚΑ, Πολιτικά

ΠΝΥΚΑ: Το νέο Μεταπτυχιακό στην Πολιτική Ιστορία, Θεωρία και Πράξη

28 Φεβρουαρίου, 2020 Σχολιάστε

Το έτος 2021 συμπληρώνονται 200 χρόνια ελεύθερου εθνικού βίου. Η σημαντι­κή αυτή επέτειος θα βρει την Ελλάδα βαθιά τραυματισμένη από μια πολύχρονη και πολυδιάστατη κρίση. Πέραν των οικονομικών της επι­πτώσεων, η μεγάλη οικονομική κρίση που ξεκίνησε στα τέλη του 2009 συνοδεύτηκε από φαινόμενα έντονης υποβάθμισης της πολιτικής ζωής, των θεσμών και της ποιότητας του δημο­σίου λόγου και δια­λόγου. Εξίσου αρνητική υπήρξε και η αδυναμία ουσιαστικής ανανέωσης των πολιτικών αντιλήψεων και πραγμάτων σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο. Στο κατώφλι της τρίτης εκατονταε­τίας του νέου ελληνικού κράτους ένα σημαντικό τμήμα της ελλη­νικής κοινωνίας μοιάζει να διακα­τέχεται από ένα αίσθημα διαρκούς αθυμίας όσον αφορά την εγ­χώρια πο­λιτική και τις προο­πτικές της. Όσο για την ίδια την επερχόμενη επέτειο των 200 ετών από την Επανάσταση του 1821, διαφαίνεται ήδη ότι θα αποτελέσει αφορμή πιο πολύ για έναν επιστημονικά και αισθητικά αμφιλεγόμενο διάλογο με το παρελθόν παρά για ουσιαστικές κινήσεις με σκοπό τη θεμελίωση ενός πιο ευοίωνου μέλλοντος. Εντούτοις, μια σημαντική επέτειος μπορεί να αποτελέσει έναυσμα και για πρωτοβουλίες εντελώς διαφορετικής φύσεως. Μπορεί να καταστεί η αφετηρία για μια δύσκολη προσπάθεια αναδιαμόρφωσης των βαθύτερων και δομικών εκείνων προϋποθέσεων που είναι απαραίτητες για τη χάραξη μιας διαφορετικής μελλοντικής πορείας. Μια τέτοιου είδους δομική προεργασία είναι κατά την άποψή μας σημαντικό να λάβει καταρχάς χώρα σε δύο κρίσιμα επίπεδα: στο εκπαιδευτικό και το συγγραφικό. Και αν το δεύτερο σκέλος, δηλαδή η θεωρητική επεξεργασία νέων τρόπων αντίληψης της ελληνικής κοινωνίας, θα μας απασχολήσει εκτενέστερα σε λίγο μεταγενέστερο χρόνο, το πρώτο σκέλος βρίσκεται ήδη στο σημείο εκκίνησης.

Philipp von Foltz, 1860. Ο Περικλής αγορεύων στην Πνύκα.

Το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου είναι στην ευχάριστη θέση να παρουσιάσει την ΠΝΥΚΑ, το πρώτο ψηφιακό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών (ΜΠΣ) στην Πολιτική Ιστορία, Θεωρία και Πράξη, το οποίο ξεκινά το ακαδημαϊκό έτος 2020-2021. Συνδυάζοντας στοιχεία από τους επιστημονικούς κλάδους των πολι­τικών επιστημών, της ιστορίας, της ευρύτερης κοινωνικής θεωρίας, της νομικής, της ρητορικής, των οικονομικών και των διε­θνών σχέσεων, η ΠΝΥΚΑ έχει σαν σκοπό να αποτελέσει μια καινοτόμο και σύγχρονη σχολή πολιτικής. Με άλλα λόγια, να προσφέρει μια πολυδιάστατη, ου­σιαστική και συστη­ματική παιδεία σε κάθε πολίτη που ενδια­φέρεται σοβαρά για την πολι­τική. Το πρόγραμμα απευθύ­νεται, συ­νεπώς, σε ένα ευρύτατο φάσμα ανθρώπων: σε υποψη­φίους ή ήδη ενεργούς πολιτικούς, σε δημοσιο­γράφους ή δημο­σιολόγους που ασχολούνται επαγγελματικά με ζητήματα πολιτικής, σε επαγγελμα­τίες της πολιτικής επικοινωνίας, σε στελέχη πολιτικών, νομικών και οικονομικών οργανισμών και, το κυριότερο, σε όλους τους απλούς πολίτες. Στους πολίτες, δηλαδή, εκείνους που επιθυ­μούν να αποκτήσουν το ανα­γκαίο γνωστικό υπόβαθρο, το οποίο θα τους επιτρέψει να προ­σεγγίζουν το πολιτικό γίγνε­σθαι με την ωριμότητα και την αυτοπε­ποίθηση ενός καταρτι­σμένου, εν δυνάμει πολιτικού. Παράλληλα, λόγω του διεπιστημονικού της χαρακτήρα η ΠΝΥΚΑ προσφέρει πολλές δεξιότητες και δυνατότητες μεταπτυχιακής ειδίκευσης σε εκπαιδευτικούς, πτυχιούχους Ελληνικού και Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, Ευρωπαϊκών Σπουδών, Φιλοσοφικών και Παιδαγωγικών Σχολών, Τμημάτων Ιστορίας, Πολιτικής Επιστήμης, Νομικών και Οικονομικών Επιστημών, Κοινωνιολογίας, Διεθνών Σχέσεων και άλλων συναφών Σχολών και Τμημάτων.

Η ονομασία του ΜΠΣ παραπέμπει φυσικά στην Πνύκα της αρ­χαίας Αθήνας, δηλαδή στη θέση, όπου με­ταξύ του 6ου και του 4ου αιώνα π.Χ. συγκαλού­νταν η Εκκλη­σία του Δήμου. Πρόκειται για τη συνέλευση των Αθηναίων πολιτών, μέσα από την οποία πραγματώθηκε το ιδανικό της δημοκρατίας υπό την μορφή της ενερ­γού συμμετοχής στα κοινά πολιτικά πε­παιδευμένων πολιτών. Πολιτών, δηλαδή, που μέσω της ενεργού δημοκρατικής συμμετοχής τους στην πολιτική διαδικασία εξοικειώνονταν με θεωρητικές και πρακτικές παραμέτρους ενάσκησης της πολιτικής. Σκοπός της ΠΝΥΚΑΣ είναι να παράσχει σε εκπαιδευτικό πλέον πλαίσιο μια παρόμοια πολιτική παιδεία, η σημασία της οποίας για την Ελλάδα και την Κύπρο έχει αναδειχθεί με δραματικό τρόπο στο πλαίσιο της βαθιάς πολιτικής, οικονομικής και γενικότερης κρίσης των τελευταίων ετών. Η αρχαία Πνύκα αποτελεί όμως έμπνευση και για έναν άλλο λόγο: εξαιτίας της ετυμολο­γικής της διασύνδεσης με την έννοια της πυκνότητας (Πνύξ > πυκνός). Σκοπός, δηλα­δή, της ΠΝΥΚΑΣ είναι να προ­σφέρει με συστηματικό τρόπο συμπυκνωμένη γνώση μέσα σε ένα σχετικά περιορισμένο χρο­νικό διάστημα. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για ένα εντατι­κό, διεπιστημονι­κό ΜΠΣ, το οποίο είναι όμως ταυτόχρο­να και ειδικά σχεδια­σμένο για αν­θρώπους με πολλές επαγ­γελματικές και οικογενειακές υπο­χρεώσεις. Καταλυ­τικός είναι εδώ ο ρόλος της ψηφιακής εξ αποστάσε­ως εκπαίδευσης, η οποία μέσω της τεχνολογίας καταργεί τους γεωγρα­φικούς και χρονικούς περιορισμούς.

Με τον τρόπο αυτό η ΠΝΥΚΑ φιλοδοξεί να αναβιώσει σε ένα σύγχρονο πλαίσιο το αρ­χαίο της πρότυ­πο. Στην Πνύκα της αρχαίας Αθήνας λάμβανε κάποτε χώρα η διαδικασία εκ­δημοκρατισμού της πο­λιτικής εξουσίας και η μεταβίβασή της από τους «ολίγους» στους «πλείο­νας». Η σύγχρονη ΠΝΥ­ΚΑ στοχεύει στο να συμβάλει στην διαδικασία περαιτέρω εκ­δημοκρατισμού της πολιτικής γνώσης και στην με­ταβίβασή της από τους σύγχρονους «ολί­γους» στους σύγχρονους «πλείονας». Έχει, δη­λαδή, σαν σκοπό να προσφέρει σε έναν με­γάλο αριθμό πολιτών την πρόσβαση σε ένα σώμα γνώσε­ων και δε­ξιοτήτων που, ακόμη και στις προηγμένες δημοκρατίες της εποχής μας, αποτελεί ή καταλή­γει συνή­θως κτή­μα επιμέρους επιστη­μονικών και πολιτικών ομάδων. Περαιτέρω, σκοπός του ΜΠΣ είναι να προσφέρει μια πολιτική παιδεία όχι αμιγώς ακαδημαϊκά προσανατολισμένη, αλλά δυναμι­κά στοχευ­μένη στην διαρκώς εξελισσόμενη πολιτική διαδικασία και επικαιρότητα. Με άλλα λόγια, η ΠΝΥΚΑ δεν στοχεύει στην ανάδειξη αποκλειστικά μελλοντικών πολιτικών επιστη­μόνων, καθώς δεν αποτελεί ένα συμβατικό πρόγραμμα πολιτικών επιστημών. Συνιστά πιο πολύ μια καινοτόμο, διεπιστημονική προσέγγιση του φαινομένου της πολιτικής, με στόχο τη διαμόρφωση μιας νέας γενιάς πολι­τικά πεπαιδευμένων πολιτών. Σε αυτό το πλαίσιο, το πρόγραμμα επενδύει ιδιαίτερα σε έναν συγκεκριμένου τύπου εκπαιδευτικό ντετερμινισμό, όπου η διδακτική έμφαση σε στοιχεία θεωρίας, φιλοσοφίας και λογικής αποσκοπεί όχι μόνο στον εμπλουτισμό των γνώσεων, αλλά στη διάπλαση της ίδιας της σκέψης του φοιτητή.

Πέραν του αρχαίου προτύπου, η ΠΝΥΚΑ εμπνέεται και από μια πιο πρόσφατη περίστα­ση: την ελληνική κρίση της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Η κρίση αυτή απέδειξε με δραμα­τικό τρόπο ότι στον εξαιρετικά πολύπλοκο κόσμο που ζούμε δεν αρκούν απλώς οι καλές προ­θέσεις, οι οξυδερκείς κρίσεις, οι αμιγώς εμπειροτεχνικές προσεγγίσεις και οι κάθε λογής ιδεολογικές στρα­τεύσεις. Αυτό που κυρίως απαιτείται είναι ένα βαθύτε­ρο υπόβαθρο ουσιαστικής γνώσης, συστημα­τικής κατάρτισης και αντιπροσωπευτικής αντί­ληψης σε ένα ευρύ φάσμα σύνθετων παραμέτρων της σύγχρονης πολιτικής (π.χ. θεωρία, ιστορία, νομική υπόσταση μιας συντεταγμένης πολι­τείας, διε­θνείς συσχετισμοί, λειτουργία διεθνούς οικονομικού συ­στήματος, κ.ο.κ.). Υπό το πρίσμα αυτό, το ΜΠΣ της ΠΝΥΚΑΣ απευθύνεται σε όλους τους πολί­τες που οραματίζονται την άνοδο του επιπέδου της πολιτικής και της ποιότη­τας του δημοσίου λόγου στην Ελλάδα, την Κύπρο και ευρύ­τερα. Απευ­θύνεται επίσης σε όλους όσους θα επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στον περαιτέρω εκδη­μοκρατισμό της πολιτικής διαδικασίας μέσω μιας νέας (και ταυτοχρόνως πολύ πα­λαιάς) μορφής πολιτικής παι­δείας. Μιας παιδείας που φιλοδοξεί να συνδυάσει τις πιο σύγ­χρονες μεθόδους πανεπι­στημιακής εκ­παίδευσης με κάτι από την πα­ράδοση των μεγάλων ρητοροδιδασκάλων (κατ’ ουσίαν δασκάλων πο­λιτικής) της αρχαιότη­τας, όπως π.χ. του Ισο­κράτη, του Ισαίου, κ.ά. Μιας παιδείας, τέλος, που αξιοποιώντας την ψηφιακή τεχνολογία, αλλά και την κουλτούρα της κυπριακής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης σκοπεύει να απευθυνθεί όχι μόνο στους εκάστοτε εγγεγραμμένους φοιτητές του προγράμματος, αλλά και στο ευρύτερο κοινό μέσω ανοιχτών τηλεδιαλέξεων και λοιπών δραστηριοτήτων.

Θα ήθελα και από τη θέση αυτή να ευχαριστήσω το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΑΠΚΥ) και τον Φορέα Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας της Ανώτερης Εκπαίδευσης στην Κύπρο για το γεγονός ότι στο πλαίσιο του κυπριακού πανεπιστημιακού συστήματος μια ιδέα που, υπό άλλες συνθήκες, θα παρέμενε απλώς σε κάποιο συρτάρι στο γραφείο του γράφοντος, μετουσιώθηκε σε επίσημο, εγκεκριμένο μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Για να γίνει αυτό, ωστόσο, χρειάστηκε και σε ειδικότερο επίπεδο η πολυδιάστατη στήριξη της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του ΑΠΚΥ, του Σωματείου Φοιτητών και Αποφοίτων του πτυχιακού Προγράμματος «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό», το οποίο είναι η μήτρα της ΠΝΥΚΑΣ, καθώς επίσης και η καίρια συμβολή στο εγχείρημα δύο πολύτιμων φίλων και συναδέλφων: του Κωνσταντίνου Τσίνα, Λέκτορα στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, και του Λυκούργου Κουρκουβέλα, επί χρόνια συναδέλφου και συνοδοιπόρου στο ΑΠΚΥ. Όλες οι λεπτομέρειες σχετικά με τη δομή, τις Θεματικές Ενότητες και γενικότερα τις διαδικασίες του ΜΠΣ της ΠΝΥΚΑΣ (καθώς και για την επικείμενη έναρξη των αιτήσεων φοιτητών και διδακτικού προσωπικού στις αρχές Μαρτίου) είναι ήδη διαθέσιμες στην ιστοσελίδα του στον νέο και σύγχρονο ιστότοπο του ΑΠΚΥ. Παράλληλα, μέσω της ομάδας του προγράμματος στο Facebook μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος να ενημερώνεται για τις δράσεις του, να συμμετέχει στις δημόσιες εκδηλώσεις του και κυρίως να ανακαλύπτει ποια έννοια ελληνικού πανεπιστημίου υπηρετούν σε περιπτώσεις όπως αυτή όσοι η (ακαδημαϊκή) τύχη ἐθέσπισεν οἰκεῖν ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον.

Κατηγορίες:ΠΝΥΚΑ, Πολιτικά

Οι Κύπριοι «ανταγωνιστές μας»; Η ακαδημαϊκή εκδοχή του «κείται μακράν»

1 Αυγούστου, 2019 3 Σχόλια

«Για εξηγήστε μου, τι ακριβώς προστατεύετε με το να μην αλλάξετε το άρθρο 16;» ήταν το ερώτημα που απηύθυνε στις 13/02/2019 στη Βουλή ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκος Μητσοτάκης στον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα. Αναπτύσσοντας μια σειρά επιχειρημάτων, ο Κ. Μητσοτάκης κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: «Το μόνο που προστατεύετε είναι τους ανταγωνιστές μας. Τις άλλες χώρες, δηλαδή, οι οποίες έχουν αναπτύξει μια δυναμική αγορά ιδιωτικής παιδείας που εσείς δεν επιτρέπετε. Ναι, την Κύπρο την προστατεύετε, τη Βουλγαρία την προστατεύετε, τη Ρουμανία την προστατεύετε…». Λίγες μέρες αργότερα, στις 28/02/2019, σε τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ, η Νίκη Κεραμέως δήλωνε (24:14-24:32 στο βίντεο) ότι «το βράδυ που ψηφιζόταν η συνταγματική αναθεώρηση […] όταν η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για να αναθεωρηθεί το άρθρο 16 που αφορά στα μη κρατικά και ιδιωτικά [ενν. πανεπιστήμια] συγκέντρωσε μόλις 93 από τις 300 ψήφους του ελληνικού κοινοβουλίου, μία χώρα πανηγύριζε, και αυτή η χώρα ήταν η Κύπρος». Περίπου ένα έτος πριν τις συγκεκριμένες δηλώσεις, επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ και υπουργίας Κώστα Γαβρόγλου, το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ) καλούσε τα υποψήφια μέλη Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΣΕΠ) να υπογράψουν υπεύθυνη δήλωση, με το τρίτο σημείο της οποίας οι υποψήφιοι διαβεβαίωναν ότι δεν είναι «μέλη Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι., μόνιμοι Δημόσιοι Υπάλληλοι και υπάλληλοι ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, ΔΕΚΟ, Τραπεζικών Ιδρυμάτων, και Ιδιωτικού τομέα που έχουν αναλάβει έργο μέλους Σ.Ε.Π. στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΑΠΚΥ) και στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας».

Terra incognita;

Η «υπερκομματική» αυτή αντίληψη της Κύπρου ως ανταγωνιστικής χώρας, εξομοιούμενης μάλιστα στην ομιλία Μητσοτάκη με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, μοιάζει τόσο αυτονόητη, ώστε περνά εντελώς απαρατήρητη στο πλαίσιο του εν Ελλάδι δημοσίου λόγου. Και δεν υπάρχει βεβαίως αμφιβολία ότι από μια αμιγώς οικονομική σκοπιά ανταγωνισμός υπάρχει πάντοτε εντός και μεταξύ των κοινωνιών. Θα άξιζε, ωστόσο, να διερωτηθούμε: Θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε τον πρόεδρο Ερντογάν, απευθυνόμενο σε πολιτικό του αντίπαλο, να σκιαγραφεί δημοσίως ως ανταγωνιστές της Τουρκίας τους Τουρκοκυπρίους; Υποβλέπουν άραγε το τουρκικό υπουργείο παιδείας ή τα τουρκικά πανεπιστήμια ως ανταγωνιστικά τα τουρκοκυπριακά πανεπιστήμια και αντιστρόφως; Με άλλα λόγια, από γεωστρατηγική πλέον άποψη, τι είδους αντίληψη είναι αυτή που αντιμετωπίζει ανταγωνιστικά τη μοναδική, μετά από χιλιάδες χρόνια, εναπομείνασα ελληνική κρατική οντότητα πλην του νεοελληνικού κράτους; Πόσο τραγικά εσωστρεφής μπορεί να είναι η ελλαδική, ως συνήθως μανιχαϊστική δημόσια συζήτηση περί της ανώτατης εκπαίδευσης, όταν καταλήγει να υποβλέπει ως ανταγωνιστή ένα πανάρχαιο κομμάτι ελληνισμού, στις δομές μάλιστα του οποίου δραστηριοποιείται τα τελευταία χρόνια ένα πλήθος Ελλαδιτών διδασκόντων και φοιτητών;

Στο ζήτημα που εξετάζουμε οι δηλώσεις Μητσοτάκη και Κεραμέως, καθώς και η υπεύθυνη δήλωση του ΕΑΠ μοιάζουν να αποτελούν ακαδημαϊκά επιφαινόμενα του ίδιου βαθύτερου «παραδείγματος», που είναι το γνωστό «η Κύπρος κείται μακράν». Ενός παραδείγματος που όσο κι αν «ξορκίζεται» στις εθιμοτυπικές, περί εξωτερικής πολιτικής δημόσιες δηλώσεις, συνεχίζει να υφίσταται σε ανώτερο (και υπερκομματικό) πολιτικό επίπεδο επειδή, μεταξύ άλλων, έχει πολύ συγκεκριμένες, βαθύτερες ρίζες στην πλειονότητα του ελλαδικού πληθυσμού. Οι ρίζες αυτές μπορούν να διαφανούν αν θέσει κανείς μερικά απλά ερωτήματα: Είναι αλήθεια ή όχι ότι ως Ελλαδίτες γνωρίζουμε συχνά περισσότερα πράγματα για την Αγγλία, τις ΗΠΑ ή άλλες χώρες του εξωτερικού απ’ ό,τι για την Κύπρο; Τι βαθμό θα παίρναμε αν μας υπέβαλλαν σε ένα σύντομο τεστ με ερωτήσεις για σημαντικά δημόσια πρόσωπα, πολιτικά κόμματα, πολιτιστικά μνημεία, γεωγραφικά δεδομένα και ιστορικά γεγονότα της Κύπρου; Υπάρχουν ή όχι συμπολίτες μας στην Ελλάδα που, αν και γενικώς πολυταξιδεμένοι εντός και εκτός συνόρων, δεν έχουν επισκεφτεί ποτέ την Κύπρο; Αν οι απαντήσεις στα προηγούμενα ερωτήματα είναι αυτές που φανταζόμαστε, τότε δεν θα πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι για την πλειονότητα των εν Ελλάδι Ελλήνων η Κύπρος παραμένει σε σημαντικό βαθμό terra incognita και στο πεδίο της ανώτατης εκπαίδευσης.

Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι και μια άλλη δήλωση της Νίκης Κεραμέως στην τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω (28:33-28:45 στο βίντεο). «Θεωρώ λάθος», είπε η νυν υπουργός παιδείας, «το υπουργείο παιδείας να έχει άποψη για το κάθε προπτυχιακό και κάθε μεταπτυχιακό πρόγραμμα του κάθε πανεπιστημίου της χώρας. Το θεωρώ λάθος και δεν ξέρω να γίνεται πουθενά αλλού στον κόσμο». Στην Κύπρο, ωστόσο, το κάθε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα όλων των πανεπιστημίων της χώρας (δηλαδή δημοσίων και ιδιωτικών) αξιολογείται από τον λεγόμενο Φορέα Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας της Ανώτερης Εκπαίδευσης (ΔΙΠΑΕ). Η αξιολόγηση αυτή αφορά και την ίδια την εκκίνηση ενός νέου προγράμματος, το οποίο δεν επιτρέπεται να προσφερθεί αν δεν έχει πρώτα αδειοδοτηθεί από τον ΔΙΠΑΕ. Ο τρόπος, με τον οποίο λαμβάνει χώρα η αξιολόγηση και αδειοδότηση αυτή, αν ήταν πιο γνωστός στην Ελλάδα, θα απασχολούσε ίσως όχι μόνο τη δημόσια συζήτηση, αλλά και αρκετούς επιστήμονες που καταπιάνονται με ζητήματα πολιτισμικής ταυτότητας του νεώτερου ελληνισμού.

Ο λόγος είναι ότι ο κυπριακός ΔΙΠΑΕ βασίζει τις αξιολογήσεις του σε επιτροπές, τα μέλη των οποίων είναι πανεπιστημιακοί όχι από την Κύπρο, αλλά από το εξωτερικό, από διαφορετικές χώρες, διαφορετικά πανεπιστήμια και ενίοτε διαφορετικές επιστημονικές ειδικότητες. Συχνά στις επιτροπές αυτές συμμετέχει και ένας τουλάχιστον Ελλαδίτης πανεπιστημιακός, ο οποίος όμως, ακόμα κι αν προσέρχεται με «ανταγωνιστικά» ως προς την Κύπρο αντανακλαστικά, αναγκαστικά μειοψηφεί μεταξύ των συνήθως τριών άλλων ξένων συναδέλφων του. Στην εκάστοτε επιτροπή του ΔΙΠΑΕ υποβάλλεται κάθε φορά ένας ογκώδης φάκελος που περιλαμβάνει μια αρτιότατη, εκτενή και αναλυτική περιγραφή όχι μόνο του εκάστοτε προγράμματος γενικώς, αλλά και όλων των επιμέρους μαθημάτων ή θεματικών ενοτήτων του. Βάσει συγκεκριμένου προτύπου, παρατίθενται για κάθε μάθημα ή θεματική ενότητα σκοποί, στόχοι, προσδοκώμενα μαθησιακά αποτε­λέσματα, περιεχόμενο, μεθοδολογία, σχολιασμένη βιβλιογραφία και αναλυτική εβδο­μαδιαία διάρθρωση σε έκταση αρκετών δεκάδων σελίδων. Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, κάθε τέτοιος φάκελος αποτελείται συνήθως συνολικά από εκατοντάδες σελίδες και απαιτεί εμπειρία και σοβαρό ακαδημαϊκό υπόβαθρο. Σαν αποτέλεσμα, για την προετοιμασία του φακέλου κάθε προγράμματος τα κυπριακά πανεπιστήμια ωθούνται να συμβληθούν με εγνωσμένης αξίας διδακτικό προσωπικό, να εκταμιεύσουν σχετικά κονδύλια για την αμοιβή του και να επενδύσουν έτσι από την πρώτη στιγμή στην αξιοκρατία και στην υψηλή ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Δεν είναι, επίσης, μυστικό ότι τα προγράμματα των ιδιωτικών πανεπιστημίων της Κύπρου αντιμετωπίζονται συχνά με μεγαλύτερη αυστηρότητα απ’ ό,τι τα αντίστοιχα των δημοσίων. Με αυτό τον τρόπο η Κύπρος υλοποιεί στην ανώτατη εκπαίδευση μια ιδιαίτερα λειτουργική εκδοχή αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί «κοινωνικός φιλελευθερισμός»: ένα σύστημα φιλελεύθερο μεν, ώστε να επιτρέπει την ιδιωτική πανεπιστημιακή εκπαίδευση, αλλά ταυτόχρονα και αυστηρά ελεγχόμενο ως προς την ποιότητά του προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.

Πώς κατάφερε η Κύπρος να έχει ένα τέτοιο σύστημα; Πώς και υπό ποιες συνθήκες θεσμοθετήθηκε και έγινε αποδεκτή η ουσιαστική γνωμοδοτική εξουσία επιτροπών με σοβαρούς ξένους πανεπιστημιακούς, οι οποίοι ενίοτε συναντώνται για πρώτη φορά στη ζωή τους στο πλαίσιο της επιτροπής του ΔΙΠΑΕ; Γιατί τα κυπριακά πανεπιστήμια, δημόσια και ιδιωτικά, δεν αφέθηκαν απλώς ελεύθερα να πράττουν κατά το δοκούν και να εισάγουν εική και ως έτυχε όποιο πρόγραμμα επιθυμούν; Τα ερωτήματα αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν αντικατοπτρισμοί του ερωτήματος γιατί δεν έχει και η Ελλάδα ένα παρόμοιο σύστημα. Και η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι καθόλου εύκολη ή αυτονόητη, αλλά συνδέεται με ζητήματα ιστορίας και πολιτισμικής ταυτότητας που ελάχιστα έχουν ως τώρα αποτελέσει αντικείμενο της εν Ελλάδι δημόσιας ή και επιστημονικής συζήτησης. Αν, ωστόσο, η Κύπρος δεν «έκειτο μακράν», αν δεν αντιμετωπιζόταν στην Ελλάδα απλώς ως επιχαίρων ακαδημαϊκός ανταγωνιστής, θα μπορούσαμε ίσως να αντλήσουμε από αυτήν διδάγματα αποφασιστικής σημασίας για πτυχές της πολιτισμικής μας ταυτότητας και της κρατικής μας υπόστασης.

Θα μπορούσαμε, επίσης, εν μέσω της χαλαρής ατμόσφαιρας του καλοκαιριού, της υπέροχης εκείνης εποχής του έτους που επεφύλαξε δυστυχώς κάποτε δραματικές εξελίξεις για την Κύπρο, να κάνουμε ένα περαιτέρω βήμα. Να αναλογιστούμε, δηλαδή, μήπως το ζήτημα της ανώτατης εκπαίδευσης προσφέρει μια ευκαιρία όχι απλώς να προσεγγίσουμε την Κύπρο διαφορετικά, αλλά και να αρχίσουμε να αναθεωρούμε στην πράξη το δόγμα «κείται μακράν». Μήπως αντί να θηριομαχούμε (από όποια πλευρά κι αν στεκόμαστε) για το άρθρο 16, την ύπαρξη ή μη ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα ή το άσυλο, θα ήταν απλώς καλύτερο να οραματιστούμε την υπαγωγή του συνολικού συστήματος των ελλαδικών ΑΕΙ (δημοσίων ή και των όποιων μελλοντικών ιδιωτικών) στη δικαιοδοσία του κυπριακού ΔΙΠΑΕ; Αν υπάρχει ένας ελληνισμός και ένα ελληνικό κράτος με δομές πιο προηγμένες από αυτές των Αθηνών, μήπως θα πρέπει, ίσως για πρώτη φορά, να σκεφτούμε το ιστορικό σενάριο μιας λελογισμένης μεταφοράς κρατικών αρμοδιοτήτων στην άλλη αυτή ελληνική κρατική οντότητα; Το νέο ελληνικό κράτος δεν ευτύχησε να έχει πρωτεύουσα τη Σμύρνη, το σημαντικότερο ίσως ελληνικό αστικό κέντρο κατά τον 19ο και πρώιμο 20ό αιώνα, τοποθετημένο γεωγραφικά κατά ιδανικό τρόπο περίπου στο μέσον μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου. Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να διέπεται ως προς την κρατική της υπόσταση μέχρι σήμερα από τις πιο παραδοσιακές πολιτισμικές (και εθνοτικές) δομές του νότιου ελλαδικού χώρου. Ο ελληνισμός της Ανατολής όμως, στην προκειμένη περίπτωση της ανατολικής Μεσογείου, δεν έπαψε να υπάρχει μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Συνεχίζει να υφίσταται, έστω και «κείμενος μακράν», έχοντας μάλιστα να επιδείξει σε συγκεκριμένες πτυχές της κρατικής του οργάνωσης μια σαφώς πιο επιτυχημένη μεταοθωμανική ιστορία. Μήπως είναι αυτή η ιστορία, στην οποία πρέπει ως Ελλάδα να στρέψουμε περισσότερο την προσοχή μας, αντί να αναζητούμε τους από μηχανής θεούς του εκσυγχρονισμού μας μόνο στις Βρυξέλλες ή το Βερολίνο; Μήπως το «κείται μακράν» πρέπει να δώσει τη θέση του στο «κείται εντός»;

Αν ναι, τότε θα μπορούσαμε ίσως, στις αρχές του 21ου αιώνα, να επιχειρήσουμε την επικαιροποίηση και ουσιαστική τροποποίηση του οράματος της ΕΟΚΑ για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Να οραματιστούμε, δηλαδή, όχι πλέον την ενσωμάτωση της Κύπρου στο ελλαδικό κράτος, αλλά ένα μοντέλο «συνδιοίκησης» των δύο ελληνικών κρατών με τον διαμοιρασμό κρατικών αρμοδιοτήτων μεταξύ Αθηνών και Λευκωσίας, αρχής γενομένης από το πεδίο της ανώτατης εκπαίδευσης. Η υπαγωγή των ελλαδικών, όπως και κυπριακών ΑΕΙ στη δικαιοδοσία του κυπριακού ΔΙΠΑΕ, η εκλογή νέων μελών ΔΕΠ σε Ελλάδα και Κύπρο με βάση τα κυπριακά πρότυπα και η κατάργηση του ΔΟΑΤΑΠ σε ό,τι αφορά πτυχία κυπριακών πανεπιστημίων θα μπορούσαν να είναι ορισμένες μόνο από τις πτυχές ενός νέου εκπαιδευτικού, αλλά και γεωστρατηγικού παραδείγματος. Η συγκρότηση ενός «ενιαίου εκπαιδευτικού χώρου» μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου θα μπορούσε, φυσικά, να επεκταθεί και σε άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Η αναίρεση του «κείται μακράν» δεν θα είναι ποτέ ουσιαστική και μακρόπνοη, αν δεν ξεκινά από την πρώτη τάξη του δημοτικού, με τους μαθητές του κάθε ελληνικού κράτους να εξοικειώνονται ήδη από νωρίς συστηματικά με την ιστορία, τη γεωγραφία και τον πολιτισμό του άλλου.

Δεν υπάρχει, τέλος, αμφιβολία ότι η εγκατάλειψη της λογικής του «κείται μακράν» με τρόπους σαν αυτούς που σκιαγραφούμε περνά ως έναν βαθμό και μέσα από μια αντίστοιχη προσέγγιση του κυπριακού ζητήματος. Παρότι το θέμα αυτό δεν μπορεί να αναπτυχθεί στο πλαίσιο του παρόντος κειμένου, η περιγραφόμενη εδώ αλλαγή παραδείγματος θα προϋπέθετε να μην περιορίζεται πλέον η Ελλάδα στην μακρόθεν συμπαράσταση, αλλά να προσεγγίζει πιο ενεργά το ζήτημα υπό το πρίσμα της ουσιαστικής σύσφιξης των σχέσεων μεταξύ του ελληνισμού Ελλάδος και Κύπρου. Σε κάθε περίπτωση, αν κάτι προσπαθήσαμε να καταδείξουμε σε αυτό το κείμενο, είναι το γιατί οι ελλαδικές πολιτικές κορώνες περί της Κύπρου ως «ανταγωνιστή μας» συνιστούν όχι μόνο μια λυπηρή πραγματικότητα, αλλά και την γεωστρατηγική εκδοχή της γνωστής ρήσης «μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι». 45 καλοκαίρια μετά τα τραγικά γεγονότα του 1974 όσοι κολυμπάμε στον Πρωταρά, στο Πόρτο Κατσίκι και στο Ναυάγιο δεν κολυμπάμε σε «ανταγωνιστικές» θάλασσες, αλλά σε κομμάτια του ίδιου εκείνου ελληνικού καλοκαιριού, του οποίου οι οδυνηρές εκκρεμότητες θα κλείσουν μόνο όταν κάποια στιγμή, με κάπως μεγαλύτερο πλεόνασμα σοβαρότητας και οράματος, θα κολυμπήσουμε και πάλι στην Αμμόχωστο.

Κατηγορίες:Ιστορικά, Πολιτικά

Μακεδονομαχώντας

17 Ιουνίου, 2018 6 Σχόλια

Οι πρόσφατες, ραγδαίες εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημο­κρατίας της Μακεδονίας έχουν ήδη αναζωπυρώσει στην χώρας μας το γνωστό εκείνο κλίμα έντα­σης, πάθους και οξείας αντιπαράθεσης που έχει κατά καιρούς κυριαρχήσει και σε άλλες περιόδους της πολιτικής μας ζωής. Σε αυτό το πλαίσιο, όσοι έχουν ως βασική ενασχόλησή τους την ιστορία και τον πολιτισμό, θα πρέπει, κατά την γνώμη μας, να κρούσουν έναν θεμελιώδη κώδωνα κιν­δύνου: το μακεδονικό ή σκοπιανό ζήτημα είναι ένα ζήτημα δυσχερέστατο και εξαιρετικά σύνθετο. Είναι ένα από τα θέματα εκείνα που όσο περισσότερο τα μελετά κανείς ιστορικά τόσο πιο πολύ χάνεται σε έναν κυκεώνα ιστορικών, εθνολογικών, γλωσσικών, ταυτοτικών και εν γένει πολιτισμι­κών περι­πλοκών. Το μακεδονικό είναι ένας αληθινός «γόρδιος δεσμός», κάτι που έχει εξαρχής μια πολύ συ­γκεκριμένη συνέπεια: όποιος το προσεγγίζει με όρους φανατισμού, γηπεδισμού, ύβρεων, προσβο­λών και τάσεων πλήρους ισοπέδωσης της κάθε είδους διαφορετικής άποψης δεν κάνει τίπο­τε άλλο από το να προδίδει το έλλειμμα πολυπλοκότητας που διακρίνει την δική του κατανόηση του ζητήμα­τος. Σε αυτό το κείμενο θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε λίγα σημεία που κατά την γνώμη μας καταδεικνύουν τον σύνθετο χαρακτήρα του ζητήματος, για να καταλήξουμε παίρνοντας θέση ανα­φορικά με την συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ των δύο πρωθυπουργών Α. Τσίπρα και Ζ. Ζάεφ.

1. Το σύνθημα «η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική», διατυπωμένο με αυτό τον τρόπο, ισχύει μόνο αν κανείς δεν έχει ως τώρα μελετήσει καθόλου την ιστορία της Μακεδονίας. Η Μακεδονία δεν υπήρξε στην πορεία της ιστορί­ας «μία», υπό την έννοια ότι τα διοικητικά της όρια άλλαζαν. Η ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας έφθανε π.χ. ώς την Στερεά Ελλάδα, ενώ το βυζαντινό θέμα Μα­κεδονίας ήταν γεωγραφικά μετατοπι­σμένο προς την Θράκη. Η Μακεδονία επίσης δεν είναι μόνο ελληνι­κή. Όσο κι αν το ελληνικό στοι­χείο υπήρξε πάντα παρόν και σημαντικό, στα εδάφη της Μα­κεδονίας έζησαν στο διάβα των αιώνων και πολλοί άλλοι πληθυσμοί, π.χ. σλαβικής, βλαχικής, τουρκικής καταγωγής. «Εντοπίους» ονομάζουν, μάλιστα, ακόμη και σήμερα οι ελληνικοί προσφυ­γικοί πληθυ­σμοί τους σλαβικής καταγωγής γείτονές τους σε αρκετές περιοχές της Μακεδονίας. Αψευδείς μάρ­τυρές των πληθυσμών αυτών αποτελούν και τα μη ελληνικά τοπωνύμια, πολλά από τα οποία είναι ακόμα εν χρήσει (π.χ. Κο­ζάνη, Γρεβενά, Σιάτιστα, Πρέσπα, Πόζαρ, Προσοτσάνη, κλπ.), ενώ πολλά άλλα εξελλη­νίστηκαν κατά τον 20ό αιώνα, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, στον τοπωνυμιακό εξελληνι­σμό περιοχών της Μακεδονίας ενεπλάκη­σαν και τα ονόματα στρατηγών και διαδόχων του Μ. Αλε­ξάνδρου, π.χ. με τα άλλοτε Καϊλάρια να μετονομάζονται σε Πτολεμαΐδα, το χωριό Ναλμπάν Κιοΐ σε Περδίκκα, κ.ο.κ. Σε μία τουλάχιστον τέτοια περίπτωση, αυτή του Κλείτου Κοζάνης, η σημασία του τοπωνυμίου δεν γίνεται ενίοτε αντι­ληπτή ούτε από τους σύγχρονους Έλ­ληνες κατοίκους της πε­ριοχής, όπως προδίδει η χρήση του σε ουδέτερο γένος («το Κλείτος»). Ανάλογες περιπτώσεις απο­τυχημένου εξελληνισμού έχουμε φυσικά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως π.χ. στην περίπτωση της μετονομασίας του άλλοτε αρβανίτι­κου χωριού Λαλι­κώστα στην Αχαΐα, όπου λόγω της τοπικής γλωσσικής ασυνέχειας το αρχαίο τοπω­νύμιο Φαραί (σε πληθυντικό αριθμό, κατά το «Αθήναι») χρησιμοποιείται πλέον και αυτό ανύποπτα σε ουδέτερο γένος («το Φα­ραί»).

2. Είναι σαφές πως οποιοσδήποτε γλωσσικός και εθνικός συσχετισμός των σύγχρονων σλαβόφω­νων κάτοικων της ΠΓΔΜ με το αρχαίο ελληνικό μακεδονικό βασίλειο συνιστά ιστορική μυθοπλα­σία. Όπως είχε παραδεχθεί κάποτε ο Κίρο Γκλιγκόροφ, οι συμπατριώτες του είναι Σλάβοι που έφθασαν στον γεωγραφικό αυτό χώρο τον 6ο αιώνα μ.Χ. Εδώ όμως υπάρχει ένα σημείο που χρήζει προσοχής: Ο λόγος που ως Έλληνες διαμαρτυρόμαστε για την οικειοποίηση της αρ­χαίας ελληνικής μακεδονικής κληρονομιάς εκ μέρους των σλαβοφώνων της ΠΓΔΜ δεν είναι μόνο αυτός. Η χρονολόγηση της «έλευσης των Σλάβων» στα εδάφη της Μακεδονίας δεν θα απασχολούσε κα­νέναν μας, αν αυτοί είχε συμβεί να προσδεθούν κάποια στιγμή στο σώμα της νεοελληνικής γλωσσικής και εθνικής ταυτότητας. Αν αυτό είχε γίνει, θα είχαν κι αυτοί ενταχθεί στο «τρίσημο» της ιστορίας του ελληνικού έθνους κατά τον Παπαρρηγόπουλο, θα τους δεχόμασταν, επομένως, ως απογόνους των αρχαίων και βυζαντινών Ελλήνων. Θα κάναμε, δηλαδή, ό,τι κάνουμε και με τις άλλοτε αρβανι­τόφωνες και βλαχόφωνες πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες έφθασαν στον ελλαδικό χώρο πολύ αρ­γότερα από τους σλαβόφωνους και κατέληξαν να ενσωματωθούν στον νεοελληνικό εθνικό και γλωσσικό κορμό. Ανάλογες προσπάθειες ενσωμάτωσης έγιναν φυσικά και με τους σλαβόφωνους. Δεν είναι τυχαίο ότι στις αρχές του 20ού αιώνα η ιστορική μυθοπλασία περί του Μεγάλου Αλεξάν­δρου ως προγόνου των Σλαβομακεδόνων προωθήθηκε κατά καιρούς και από ελληνικούς προπαγαν­διστικούς κύκλους. Ήταν τότε που η σύνδεση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας/ες» με τους σλαβόφωνους πληθυσμούς του γεωγραφικού αυτού χώρου ήταν συμβατή με τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, ως στρατηγική αποβουλγαρισμού τους, δηλαδή απόσπασής τους από την βουλγαρική επιρροή.

3. Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτή η διάκριση ανάμεσα στις αντικειμενιστικές και υποκειμενι­στικές προσεγγίσεις της ταυτότητας. Οι αντικειμενιστικές προσεγγίσεις είναι αυτές του εξωτερικού παρατηρητή. Ο εξωτερικός παρατηρητής μπορεί π.χ. να ισχυριστεί ότι οι Γερμανοί και οι Αυστρια­κοί έχουν κοινή γλωσσική και εν πολλοίς πολιτισμική ταυτότητα. Αυτό όμως δεν έχει ιδιαίτερη ση­μασία για τον υποκειμενιστικό αυτοπροσδιορισμό τους: οι ίδιοι (Γερμανοί και Αυστριακοί) αισθάνονται ότι σε επίπεδο εθνικής ταυτότητας διαφέρουν, ασχέτως των όποιων ομοιοτήτων. Η αντικειμενιστική και η υποκειμενιστική προσέγγιση δεν αποκλείουν σε αυτές τις περιπτώσεις η μία την άλλη: μπορούμε να επιστρατεύσουμε είτε την μία είτε την άλλη είτε αμφότερες, ανάλογα με το τι ερευνούμε ή περιγράφουμε (ή επιδιώκουμε) κάθε φορά. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη ή όχι «μακεδο­νικού έθνους» ή «μακεδονικής γλώσσας» δεν θα κριθεί αποκλειστικά με αντικειμενιστικούς όρους. Θα καθοριστεί και με όρους υποκειμενιστικού αυτοπροσδιορισμού, συνεπώς αυτό που μπορεί να τεθεί υπό κρίσιν είναι τα όρια του τελευταίου: αν κανείς π.χ. αυτοπροσδιοριστεί ως «ιδιοκτήτης του σπιτιού μας», τότε είναι σαφές ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα.

4. Απόρροια του προηγούμενου σημείου είναι ότι το ονοματολογικό σημαίνον (δηλαδή η σύνδεση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας/ες» με τους εν λόγω σλαβόφωνους πληθυσμούς, την οποία, όπως είδαμε, ενθάρρυνε κάποτε και η ίδια η Ελλάδα) αποτελεί πρόβλημα στον βαθμό που συναρτάται με το αλυτρωτικό σημαινόμενο. Αυτό σίγουρα ισχύει σε σημαντικό βαθμό: ο συγκεκρι­μένος αλυτρωτισμός σαφώς συνδέεται στενά με το όνομα, δεν ταυτίζεται όμως πλήρως με αυτό. Και αυτό διότι, αν η άποψη ότι «το όνομα [ενν. Μακεδονία] είναι το όχημα του αλυτρωτισμού» ίσχυε απολύτως, τότε θα ήταν σαν να ισχυριζόμασταν ότι τα ιστορικά πάθη, οι εθνικισμοί, τα μίση, οι υπαρκτές ιστορίες καταπίεσης και γενικότερα οι μνήμες ενός εν μέρει ζοφερού παρελθόντος, δη­λαδή οι παράγοντες που βρίσκονται στην βάση του αλυτρω­τισμού, εξαρτώνται αποκλειστικά και μόνο από ένα όνομα και θα πάψουν να υπάρχουν, αν αυτό εξαλειφθεί ή τροποποιηθεί. Και αυτό μάλλον δεν το ισχυριζόμαστε, όπως απέδειξαν οι ελληνικές αντιδράσεις στην πρόταση των Σκοπί­ων περί «Δημοκρατίας της Μακεδονί­ας του Ίλιντεν». Κανείς π.χ. δεν αντιπρότεινε εδώ την ονομα­σία «Δημοκρατία του Ίλιντεν» (χωρίς το «Μακεδονία»), αφού θεωρήθηκε ότι η επίκληση της εξέγερσης του Ίλιντεν αποτελεί από μόνη της τον «αλυτρωτισμό αυ­τοπροσώπως». Κατά συνέπεια, έστω και κάπως ανεπεξέργαστα, παραδε­χόμαστε ότι το όνομα «Μακεδονία» είναι μεν το σημαντικό επιφαινόμενο του αλυτρωτισμού όχι όμως και η βαθύτερη βάση του.

5. Ο εθνικισμός δεν είναι μόνο θέμα ιδεολογίας, ιστορίας, πολιτικής ή διεθνών σχέσεων. Είναι και ζήτημα κοινωνικής δομής. Στο πεδίο αυτό, θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ορισμένα χαρακτη­ριστικά κοινά στοιχεία στην κοι­νωνική ανθρωπολογία ενός μέρους του λαού της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ. Η απόλυτη διεκδίκηση π.χ. αποκλειστικότητας ως προς την έννοια της Μακεδονίας μοιάζει να αντα­νακλά μια κοσμοαντίληψη μικρής οικιστικής κλίμακας, περιορισμένων εξωτερικών επαφών και γεωγραφικής περιχαράκωσης στο πλαί­σιο του μη αστικού χώρου, η οποία ανάγεται πι­θανότατα σε οικιστικά και δημογραφικά δε­δομένα των προηγούμενων αιώνων. Στην περίπτωση της Ελλάδας, μάλι­στα, αντιπαρα­γωγική υπήρ­ξε κάπο­τε η μαξιμαλιστική άποψη του «ούτε Μακεδονία ούτε παράγω­γα». Και αυτό διότι στο δού­ναι και λαβείν της διαπραγμάτευσης, η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να δώσει το επίθετο, το οποίο έχει μια πιο ξεκάθαρα γεωγραφική-επιμεριστική διάσταση, προκει­μένου να αποφύγει το ου­σιαστικό. Να διατυπώσει δηλαδή (αντι)προτάσεις, όπως π.χ. «μα­κεδονική Δημοκρατία των Σκοπί­ων» ή ακόμη και «μακεδονική Δη­μοκρατία του Ίλιντεν», αν οι γεί­τονες έδει­χναν ουσια­στική διάθε­ση για μια σύγχρονη, μη αλυτρωτι­κή ανάγνωση και νοη­ματοδότηση του ιστορικού αυ­τού κεφαλαί­ου. Υπό το ίδιο ανθρωπολογικό πρίσμα μπορεί να ερμη­νευθεί και η χαρακτηριστική λο­γική «μικρο­κόσμου» όσον αφορά την αντίληψη στοιχείων του ζητή­ματος: στην μεν ΠΓΔΜ πολλοί αδιαφορούν για το ότι η φανατική διασύνδεση ενός σύγχρονου σλα­βόφωνου πληθυσμού με την αρ­χαία ελληνι­κή Μακεδο­νία θεωρείται έωλη από κάθε εγγράμματο πολίτη στον υπόλοιπο κόσμο, ενώ στην Ελ­λάδα ένα κομμάτι του πληθυσμού υποβαθμίζει χαρακτη­ριστικά το διεθνές τετελε­σμένο της ανα­γνώρισης της γειτονικής χώρας με το όνομα «Μακεδονία» από τις περισσότερες χώρες της υφηλί­ου, στον τύπο, την καθημερινή γλώσσα, κλπ.

Τα ανωτέρω σημεία απλώς υποψιάζουν ακροθιγώς για τον εξαιρετικά σύνθετο χαρακτήρα του συ­γκεκριμένου ζητήματος. Στον κυκεώνα της ιστορικής αυτής ακολουθίας έρχεται να προστεθεί πλέον και η συμφωνία Α. Τσίπρα και Ζ. Ζάεφ. Το σαφώς θετικό της στοιχείο είναι η πρόθεση επίλυ­σης του χρόνιου αυτού ζητήματος, έστω και υπό το κράτος εξωτερικών πιέσεων. Η πρόθεση αυτή αποκτά αξία κυρίως διότι μοιάζει να διέπεται από μια ειλικρινή διάθεση προσέγγισης των μετριο­παθών τμημάτων των δύο λαών, η οποία είναι ο πιο ουσιαστικός τρόπος μακροπρόθεσμης άμβλυν­σης της βάσης του αλυτρωτισμού και όχι απλώς του όποιου ονοματολογικού της επιφαινομένου. Σαφώς θετική είναι και η προοπτική τροποποίη­σης της συνταγματικής ονομασίας της ΠΓΔΜ, αν και το «Βόρεια Μακεδονία» για πολλούς και διάφορους λόγους δεν συνιστά ίσως την βέλτιστη λύση. Προκειμένου να αποσπάσει την συγκεκριμένη τροποποιημένη ονομασία, η ελληνική πλευρά διαχει­ρίστηκε, ωστόσο, με αμφιλεγόμενο τρόπο το θέμα της γλώσσας και της ιθαγένειας. Κατά την δική μας άποψη, η Ελλάδα θα μπορούσε στο θέμα αυτό να αποδεχθεί την εισαγωγή του όρου «ελ­ληνομακεδονικός», που χρησιμοποίησε ο Α. Τσίπρας, για τις ανα­φορές στην ελληνική Μα­κεδονία, προκειμένου η άλλη πλευρά να δεσμευτεί στη χρήση του όρου «σλαβομακεδονικός» ή «μακεδονι­κός σλαβικός» όσον αφορά τη γλώσσα και «βορειομακεδονικός» όσον αφορά την ιθα­γένεια (ούτως ώστε να ενσω­ματώνει και τον αλβανόφωνο πληθυσμό). Υπό το πρίσμα προσεγγίσε­ων στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, η συγκεκριμένη πρόταση μπορεί να μοιάζει επισφαλής ή και επικίνδυνη για την Ελλάδα. Αν, ωστόσο, θεωρήσουμε ότι στην βάση των μονοπω­λιακών αξιώσεων ως προς την έννοια της Μακεδονίας υποκρύπτονται και δομικοί παράγοντες κοινωνικοανθρωπολο­γικής φύσεως, τότε η πρόταση αυτή είναι ίσως η μόνη που μπορεί να λειτουργή­σει ντετερμινιστικά, «αναδιαρ­θρώνοντας» μεσομακροπρόθεσμα την βαθύτερη νοητική δομή της συγκεκριμένης, «μονο­πωλιακής» κοσμοαντί­ληψης και στις δύο πλευρές των συνόρων.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, η διαπραγματευτική διαχείριση του θέματος της γλώσσας και της ιθαγένειας συνιστά ένα σημαντικό πρόβλημα της συμφωνίας. Αν σε αυτό προσθέσει κανείς και το θεσμικό ζήτημα της παράκαμψης της Βουλής κατά την διαδικασία σύναψης της συμφωνίας, τότε η γενική μας άποψη για αυτήν είναι έστω και οριακά αρνητική. Η ευθύνη, εντούτοις, για την κάθε εξέλιξη σε αυτές τις περι­πτώσεις δεν βαρύνει εξ ολοκλήρου την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά καταμερίζεται και στις υπόλοι­πες πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες διαμορφώνουν κι αυτές με την στάση τους το γενι­κότερο κλίμα και πλαίσιο της διαπραγμάτευσης. Αν η άποψή μας για την συμφωνία είναι οριακά αρνητική, κάθε­τα αρνητική είναι η στάση μας απέναντι σε κάθε ακραία, μονόπλευρη και γηπεδι­κή προσέγγιση ενός τόσο σύνθετου ζητήματος. Προδίδοντας εύγλωττα ότι τα προβλήματα πολιτισμι­κής ταυτότη­τας δεν αφορούν μόνο τους σλαβόφωνους της ΠΓΔΜ, οι εκτροπές αυτές του δημο­σίου λόγου υπονομεύουν το μέλλον της Ελλάδας τουλάχιστον εξίσου με τους λιγότερο ή περισ­σότερο επικίνδυνους αλυτρωτισμούς άλλων χωρών.

Κατηγορίες:Ιστορικά, Πολιτικά

Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα (Διάλεξη στη Νομική Βιβλιοθήκη, 12/02/2016)

27 Νοεμβρίου, 2016 4 Σχόλια

Την Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016 πραγματοποιήθηκε διάλεξη του γράφοντος στην Νομική Βιβλιοθήκη με θέμα «Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα». Η διάλεξη έλαβε χώρα στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού βραχίονα της Νομικής Βιβλιοθήκης, στο μάθημα Γενικής Παιδείας του τμήματος προετοιμασίας για τις εξετάσεις στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Θα ήθελα από την θέση αυτή να ευχαριστήσω τον διδάσκοντα του μαθήματος Γενικής Παιδείας, Δρ. Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και εκλεκτό φίλο Κώστα Τσίνα για την πρόσκληση. Θα ήθελα, επίσης, να ευχαριστήσω όσους παρευρέθησαν στην διάλεξη για το εξαιρετικό ενδιαφέρον τους για τα θέματα που αναπτύχθηκαν και για την γόνιμη και ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε.

Σκοπός της διάλεξης ήταν να διερευνήσει την ποιότητα του δημοσίου λόγου στην Ελλάδα, ιδίως κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, υπό το πρίσμα ορισμένων πολύ βασικών πτυχών ιστορικής και κοινωνικής θεωρίας. Μεταξύ των θεμάτων της διάλεξης ανήκουν και πολλά σημεία που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο άρθρων του παρόντος ιστολογίου. Αυτό που κυρίως τονίστηκε είναι ο ιδιαίτερα προβληματικός χαρακτήρας της διαρκούς και ταυτόχρονα αμιγώς εμπειροτεχνικής δημόσιας ενασχόλησης με την κοινωνία. Της ενασχόλησης, δηλαδή, εκείνης, η οποία, σε μια εποχή προϊούσας εξειδίκευσης των γνώσης, συνήθως στερείται ακόμη και του πιο βασικού, εγκυκλοπαιδικού γνωστικού υποβάθρου όσον αφορά την επιστημονική μελέτη των κοινωνιών. Σαν αποτέλεσμα, η συχνά ακραία οξύτητα των χαρακτηρισμών και των αξιολογικών κρίσεων που διακρίνει τον δημόσιο λόγο στην Ελλάδα βασίζεται ενίοτε σε ιστορικές και θεωρητικές αντιλήψεις προηγούμενων αιώνων, π.χ. σε απλουστευτικές εκδοχές εξελικτισμού και θετικισμού. Κατά συνέπεια, εμφανίζεται ως επιτακτική ανάγκη η πιο στενή αναστροφή των εκφραστών του δημοσίου λόγου με την ευρύτερη κοινωνική θεωρία. Με δεδομένη, τέλος, την παραδοσιακά στενή σύνδεση μεταξύ νομικής και πολιτικής, η μεγαλύτερη προσέγγιση των δύο αυτών χώρων με την επιστημονική μελέτη της κοινωνίας θα μπορούσε να αποφέρει στο μέλλον ιδιαίτερα σημαντικούς καρπούς προς όφελος όλων. Ακολουθεί το βίντεο της διάλεξης, την οποία μπορεί κανείς να παρακολουθήσει σε συνδυασμό με τις διαφάνειες.

Φρικτόν άστυ

5 Οκτωβρίου, 2016 Σχολιάστε

Οι μήνες του φθινοπώρου, και ιδίως ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος, είναι για πολλούς στην Ελ­λάδα συνώνυμοι μιας συγκεκριμένης μορφής μετακαλοκαιρινής κατάθλιψης. Σε μια συνήθως υπέροχη εποχή του χρόνου, όπου η θερινή καλοκαιρία ουσιαστικά συνεχίζεται σε κλιματικά και τουριστικά πιο ήπιους και ήρεμους ρυθμούς, η επαφή με την φύση, τον ήλιο και την θάλασσα δια­κόπτεται βίαια λόγω της επιστροφής στο συνήθως αποκρουστικό αστικό περιβάλλον των νεοελλη­νικών πόλεων. Σε χειρότερη μοίρα βρίσκονται αναμφίβολα όσοι κατοικοεδρεύουν στο άλλοτε «κλεινόν άστυ» των Αθηνών και σε ακόμα χειρότερη όσοι επιστρέφουν σε αυτό μετά από μια κάπως μακρά καλοκαιρινή απουσία. Όσο πιο μακρά η απουσία τόσο μεγαλύτερη και η αποτοξίνω­ση από την αστική ζούγκλα και, κατά συνέπεια, τόσο πιο τραυματική εμπειρία η επιστροφή σε αυ­τήν. Σε στιγμές όπως αυτές γεννώνται ίσως σε διάφορες μορφές και τα αντίστοιχα ερωτήματα: Πώς σε μια τόσο όμορφη χώρα, όπου στις πεδινές και παραθαλάσσιες ζώνες της περίπου τον μισό χρόνο επικρατούν υπέροχες κλιματικές συνθήκες, καταφέραμε να στοιβάξουμε σχεδόν το ήμισυ του πλη­θυσμού σε ένα δυσλειτουργικό, γκρίζο και ανυπόφορο αστικό μόρφωμα; Πώς και γιατί η επαφή με το φυσικό περιβάλλον, την ανθρώπινη κλίμακα των αποστάσεων και τους φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής έχει τον χαρακτήρα εξαίρεσης και όχι αυτονόητου κανόνα; Πώς καταφέραμε να θεωρούμε φυ­σιολογικό το να ζει κανείς σε μια πόλη, την οποία λαχταρά να εγκαταλείπει σε όλες τις διαθέσιμες περιστάσεις, όπως προδίδει εύγλωττα κάθε «μεγάλη έξοδος» των Αθηναίων; Γιατί το φθινόπωρο να σημαίνει το απότομο και καταθλιπτικό τέλος του καλοκαιριού, με την (ορεσίβιων κλιματικών και ανθρωπολογικών καταβολών) ευχή-κατάρα «καλό χειμώνα!», και όχι την φυσιολογική συνέχισή του;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά περνά σίγουρα μέσα από ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία αποτυχίας του νεοελληνικού κράτους. Αυτό δεν είναι άλλο από την δραματική ασυμμετρία ανάμε­σα στην πρωτεύουσα και την «επαρχία». Η ασυμμετρία δεν αφορά τόσο ή μόνο τα πληθυσμιακά μεγέθη, αλλά τις πιο ουσιαστικές πτυχές της αστικοποίη­σης. Πρόκειται ουσιαστικά για την ανισο­μέρεια ανάμεσα στο κατά βάσιν ένα και μόνο κέντρο, στο οποίο έχουν αναπτυχθεί ουσιαστικοί θύλακες αστικής κουλτούρας, και στις πάμπολλες επαρχιακές πόλεις και χωριά, όπου κινδυνεύει να κατακυριευθεί κανείς από αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «σύν­δρομο του Μιχαήλ Χωνιάτη». Όταν ο λόγιος Μικρασιάτης κληρικός έφτασε στην Αθήνα το φθι­νόπωρο του 1182 για να αναλάβει καθήκοντα μη­τροπολίτη, σύντομα διαπίστωσε ότι η Αθήνα της εποχής του ελάχιστη σχέση είχε με το «κλεινόν άστυ» που είχε γνωρίσει μέσα από τις κλασικές του σπουδές. Μεγάλη ήταν η απογοήτευσή του όταν άρχισε να συνειδητοποιεί το χάσμα του με τον ντόπιο, κατά βάσιν αγροτικό πληθυσμό, με τον οποίον μιλούσε διαφορετική γλώσσα, όχι μόνο κυ­ριολεκτικά, καθώς η αρχαΐζουσα ελληνική του Χωνιάτη ήταν σε μεγάλο βαθμό ακατανόητη στο ποίμνιό του, αλλά και μεταφορικά, δηλαδή σε επί­πεδο μόρφωσης, πνευματικών οριζόντων και εν­διαφερόντων. Στην εποχή του Χωνιάτη η Αθήνα ήταν ό,τι είναι σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της νεοελληνικής επαρχίας: ένας τόπος κοινωνικά αφι­λόξενος για όποιον καλώς ή κακώς, δυστυχώς ή ευτυχώς, έτυχε να έχει ενδιαφέροντα και έναν τρόπο ζωής με πιο αστικά χαρακτηριστικά.

ag-paraskevi

Μια χαρακτηριστική ζώνη «αγεωμέτρητης» πολεοδομίας στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής.

Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, για την Ελλάδα της εποχής μας είναι ότι, αν στην μία πλευρά του διπόλου βρίσκεται η πιο ανθρώπινη, αλλά μη αστικοποιημένη επαρχία, στην άλλη πλευρά του βρίσκεται η φρικτά αστικοποιημένη πρωτεύουσα. Δηλαδή μια πόλη, όπου το αντίτιμο για την ύπαρ­ξη λίγων έστω οάσεων αστικής κουλτούρας (π.χ. ιδρυμάτων, φορέων και κοινωνικών ομάδων ασχολούμενων με την επιστήμη, την τέχνη και τον πολιτισμό) είναι η ανυπόφορη οικιστική δυσλει­τουργία και υποβάθμιση. Είναι η ζωή στο μεγάλο και διαρκές hot spot της μεταπολεμικής Ελλάδας, (προχειρο)στημένο μέσα σε λίγες δεκαετίες για τους πρόσφυγες όχι από την Μέση Ανατολή ή την Αφρική, αλλά από την ελληνική επαρχία. Ο «βίος αβίωτος» στην τσιμεντένια θάλασσα του λεκανο­πεδίου έχει πολλές και διάφορες πτυχές: η ημέρα που γίνεται πιο μικρή λόγω της βασανιστικής κλί­μακας των αποστάσεων και των χαμένων ωρών στα μέσα μαζικής μεταφοράς, το διαρκές άγχος και ο υπεράνθρωπος αγώνας να φτάσει κανείς εγκαίρως και ψυχοσωματικά στραπατσαρισμένος στην δουλειά ή στο ραντεβού του, ο συνωστισμός και η ψυχολογία της διαρκούς «επιφυλακής» στους δημόσιους χώρους και στα μέσα μεταφοράς, η καθημερινή αλλοφροσύνη του παρκαρίσματος, η αν­θυγιεινή τοξικότητα και παραζάλη της οδήγησης, των βασανιστικών μποτιλιαρισμάτων και των βάρβαρων κορναρισμάτων, το συνεχές μπρος-πίσω (από το σταμάτα-ξεκίνα) και πάνω-κάτω (από τα απανωτά χτυπήματα του αυτοκινήτου στις λακκούβες του οδοστρώματος) ή αλλιώς η επιτομή της αποτυχίας μιας πόλης που συνίσταται στο να σε κάνει συχνά να αποδιώχνεις ως ενοχλητική σκέψη την προοπτική να βγεις από το σπίτι, αναγκάζοντάς σε ενίοτε ακόμη και να «ομαδοποιείς» τις εξωτερικές εργασίες, ώστε να γίνουν όλες μαζί την ίδια ημέρα για να μην αναγκαστείς να ξανα­βγείς.

Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η κατάσταση αν κανείς δεν εστιάσει μόνο στο μαρτυρικό και φρικτά τσιμεντοποιημένο κέντρο της Αθήνας, αλλά στρέψει την προσοχή του και σε πιο αναβαθμισμένες περιοχές του λεκανοπεδίου. Σε περιοχές π.χ. των κατά τα άλλα ευυπόληπτων βορείων προαστίων, όπως η Αγία Παρασκευή, μπορεί να δει κανείς ανάγλυφα τις δομικές παθογένειες μιας κατ΄ όνομα μόνο «αστικής» συνύπαρξης. Κατά πρώτον, μπορεί κανείς να διαπιστώσει (και να υποστεί) την χα­ρακτηριστική ρυμοτομία ορει­νού χωριού και την απουσία ορθολογικού, αστικού πολεοδομικού σχεδιασμού. Το αποτέλεσμα είναι να δυσχεραίνεται αποφασιστικά η σύνδεση των συνοικιών τόσο μεταξύ τους όσο π.χ. και με τους κεντρικούς οδικούς-εμπορικούς άξονες (π.χ. την οδό Αγίου Ιωάν­νου). Αν κανείς θέλει να κατανοή­σει την σημασία του ιπποδάμειου πολεοδομικού συστήματος της αρχαιότητας δεν έχει παρά να προσπαθήσει να διεκπεραιώσει δυο-τρεις απλές δουλειές μέσα σε μια ακτίνα δυο-τριών χιλιο­μέτρων και σε έναν γόρδιο δεσμό κακοσχεδιασμένης ρυμοτομίας, δυσλει­τουργικής συγκοινωνιακής διασύνδεσης και πεζοδρομίων κεντρικών λεωφόρων που έχουν μετα­τραπεί σε άναρχα πάρκινγκ (π.χ. οι δύο πλευρές της Μεσογείων στα σημεία κοντά στην πλατεία Αγίας Παρασκευής). Κι αν κάποτε έξω από την Ακαδημία του Πλάτωνα υπήρχε η επιγραφή «ἀγεω­μέτρητος μηδεὶς εἰσίτω», οι σύγχρονοι, πολεοδομικά «αγεωμέτρητοι» οικιστές πολλών περιοχών της Αθήνας (αλλά και της υπόλοιπης χώρας) δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μεταφέρουν μηχανι­στικά στην πρωτεύουσα τα χωροταξικά πρότυπα οικισμών του (ορεινού συνήθως) μη αστικού χώρου, από τους οποίους συχνά προέρχονται. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες αναδεικνύεται η νε­όπλουτη υπανάπτυξη των βορείων προαστίων, όπου πολύ συχνά, με όποιον τρόπο κι αν επιλέξεις να κινηθείς, μπορεί να χρειαστείς μιάμιση ή δύο ώρες για να κάνεις μερικές απλές καθημερινές δουλειές στην άμεση γειτονιά σου.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναρωτηθεί κανείς αν έχουν τεθεί με την δέουσα έμφαση και συστη­ματικότητα μερικά γενικότερα ερωτήματα σε σχέση με την ζωή στην πρωτεύουσα. Κατά πόσο π.χ. επιδρά στην παραγωγικότητα και γενικότερη κατάσταση της χώρας το γεγονός ότι ένα μεγάλο και σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της ζει σε ένα εργαστήριο παραγωγής ταλαιπωρίας, έντασης, άγ­χους και καθημερινής αλλοφροσύνης; Κατά πόσο επιδρά στην γενικότερη κατάσταση της χώρας το γεγονός ότι ένα μεγάλο και σημαντικό μέρος των πολιτών της εκτίθεται καθημερινά σε απαγορευτι­κά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης και ηχορύπανσης; Πόσες ασθένειες και αιτίες θανάτων μπο­ρούν να αναχθούν άμεσα ή έμμεσα στις συνθήκες ζωής του λεκανοπεδίου;

Παρά τις όποιες γενικότερες, κοινές διαπιστώσεις, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι οικιστι­κές συνθήκες της πρωτεύουσας δεν προσλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο από όλους. Για όσους έχουν μεγαλώσει στην Αθήνα από μικρή ηλικία, το αστικό της περιβάλλον, η κλίμακα και οι ρυθμοί της είναι αυτονόητα δεδομένα, στα οποία έχουν συνηθίσει να ζουν. Και, αν κανείς έχει γνωρίσει ως φυσιολογική κατάσταση το να θέλει π.χ. μία ώρα και δύο-τρία μεταφορικά μέσα για να μεταβεί στο σημείο ενός ραντεβού με φίλους, τότε λογικά δεν προκύπτει η ίδια δυσφορία με κάποιον που έχει αυτονόητα συνηθίσει να κάνει το ίδιο σε 10-15 λεπτά και με τα πόδια. Ως φυσιολογικό «αναγκαίο κακό» μπορεί επίσης να εκλαμβάνεται και η μικρότερη ή μεγαλύτερη αποξένωση των σχέσεων λόγω της μεγάλης κλίμακας. Μέσα στην παραζάλη των καθημερινών ρυθμών της πρωτεύουσας μπορεί, δηλαδή, κανείς να μην συνειδητοποιεί πάντα πλήρως σε ποιον βαθμό μια πόλη όπως η Αθήνα δυσχεραίνει την μεσογειακή κοινωνικότητα, κάνοντας πιο δύσκολες και αραιές τις συναντή­σεις με συγγενείς, φίλους και γνωστούς και δημιουργώντας ενίοτε και πλασματικές εντυπώσεις για την φύση των σχέσεων. Δεν είναι π.χ. λίγες οι φορές που όσοι προσπαθούν να συναντιούνται κάπως τακτικά στην Αθήνα είναι άνθρωποι που έχουν ήδη προηγουμένως δεθεί στην μικρότερη κλίμακα μιας άλλης πόλης (της Ελλάδας ή του εξωτερικού). Αντιθέτως, στο οικιστικό χάος της πρωτεύου­σας συχνά η επαφή με φίλους ή συγγενείς χωρίς προϋπάρχοντες δεσμούς «μικρής κλίμακας» κατα­λήγει να μην είναι ιδιαίτερα πιο συχνή απ΄ ό,τι θα ήταν αν οι εμπλεκόμενοι κατοικούσαν σε διαφο­ρετικές πόλεις.

Το βασικότερο πρόβλημα, όμως, είναι ότι στο πλαίσιο του παραδοσιακού νεοελληνικού δομι­σμού, δηλαδή της μηχανιστικής αναπαραγωγής των καθιερωμένων δομών, κανένας κομματικός ή ιδεολογικός χώρος δεν μοιάζει να ασχολήθηκε ποτέ σοβαρά με την αστική μοίρα της Αθήνας, προ­κειμένου να χαράξει στρατηγικές βελτίωσης των συνθηκών. Χαρακτηριστικό είναι το πρόσφατο παράδειγμα με την αξιοποίηση του παλαιού αεροδρομίου του Ελληνικού. Σε αυτή την περίπτωση μοιάζει να προκρίνεται δυστυχώς η απλή «συγκόλληση» ενός τεράστιου πάρκου σε μια εν πολλοίς αβίωτη πόλη και όχι η αναβάθμιση της βιωσιμότητας της ίδιας της πόλης, με άξονα προτάσεις, όπως π.χ. αυτή του Στέφανου Μάνου. Με τον ίδιο τρόπο, δεν φαίνεται στον ορίζοντα καμία πρωτο­βουλία ουσιαστικής αποκέντρωσης, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι συνώνυμη με διαδικασίες πιο ουσιαστικού εξαστισμού πόλεων της επαρχίας. Με τον όρο «διαδικασίες εξαστισμού», ας φαντα­στεί κανείς οτιδήποτε μπορεί να εμπλουτίσει με διαφορετικά πρότυπα το συνήθως κυρίαρχο αν­θρωπολογικό «πακέτο» της επαρχιακής πόλης (σουβλάκι, μηχανάκι, βωμολόχος σεξισμός, στείρος βιοπορισμός, κομφορμισμός, ψυχοπνευματική καθήλωση σε γυμνασιακού τύπου συμπεριφορές buylling, κουτσομπολιού, «πιάτσας», αδιακρισίας και ποδοσφαιροποιημένης υποκουλτούρας). Κάτι τέτοιο, φυσικά, είναι ιδιαίτερα δύσκολο, αφού θα προϋπέθετε «αστικό πλεόνασμα» στην ίδια στην πρωτεύουσα, το οποίο θα μπορούσε ίσως ακολούθως να εξαχθεί προς την επαρχία. Τέτοιο πλεόνασμα, όμως, όχι μόνο δεν υπάρχει, αλλά οι όποιοι αστικοί θύλακες υπάρχουν στην Αθήνα δεν είναι αρκετοί ούτε καν για την ίδια. Και αυτό διότι και η ίδια η προσφάτως αστικοποιημένη Αθήνα κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από το ανωτέρω «πακέτο» της επαρχιακής πόλης, πτυχές του οποίου, όπως είναι λογικό, διεισδύουν ενίοτε και στους αστικούς της θύλακες. Κατά συνέπεια, σε ό,τι αφορά την ελληνική επαρ­χία, θα έπρεπε να στραφεί κανείς στην προσέλκυση «επενδύσεων εξαστισμού» από το εξωτερικό, οι οποίες, έχοντας σχέση με την επιστήμη, την τεχνολογική καινοτομία, την τέχνη και τον πολιτι­σμό θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν εποικοδομητικά τα παραδοσιακά της πρότυπα.

Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα προς το παρόν μοιάζει επ΄ αόριστον παραδομένη στον μιθριδατισμό, στον δο­μισμό και στην άχαρη μοίρα της αποτυχημένης εκείνης πόλης που οι περισσότεροι κάτοικοί της θα λαχταρούν για πολύ ακόμα να την εγκαταλείπουν σε πρώτη ευκαιρία. Ακούγοντας, μάλιστα, κανείς στις ειδήσεις για τα προβλήματα στις δομές φιλοξενίας των μεταναστών και προσφύγων, όπου «σε έναν χώρο που χωράει 2000 άτομα έχουν στοιβαχθεί 4000 ή 5000 άνθρωποι», δύσκολα μπορεί να αποφύγει ένα πικρό μειδίαμα. Διότι η περιγραφή αυτή, τουλάχιστον στο αμιγώς αριθμητικό της σκέλος, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ήπια μικρογραφία των συνθηκών ζωής στην ίδια την Αθή­να, όπου 4.000.000 άνθρωποι στοιβάχθηκαν άναρχα μέσα σε λίγες δεκαετίες σε έναν αστικό χώρο που σχεδιάστηκε κάποτε για 400.000. Κι αν, για να συνεχίσουμε τον ίδιο συλλογισμό, ορισμένοι εξ ημών αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες και μετανάστες σαν ενοχλητικούς ξένους σε αυτό τον τόπο, πόσο άραγε «γηγενείς» σε αυτόν είμαστε τελικά όλοι εμείς που στον αστικό μας χώρο ακυρώνουμε την φυσική και κλιματολογική του ομορφιά, συντομεύουμε το καλοκαίρι του, μικραίνουμε την μέρα του και ευχόμαστε (στην Ελλάδα) «καλό χειμώνα» από τον Σεπτέμβριο; Από τις παρατηρήσεις αυτές ίσως διαφαίνεται ότι το «φρικτόν άστυ» της σύγχρονης Αθήνας δεν προέκυψε μόνο μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές ή οικονομικές συνθήκες, αλλά και μέσα από βαθύτερα ζητήματα ανθρωπολογικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων. Διότι καμιά φορά ο λόγος που μοιάζουμε τόσο ξένοι με τον τόπο μας είναι επειδή απλούστατα είμαστε πράγματι ξένοι, τουλάχιστον περισσότερο από όσο υποψιαζόμαστε. Για αυτό, άλλωστε, είναι και τόσο δύσκολο να αλλάξουν τα πράγματα…