Αρχείο

Archive for the ‘Πολιτικά’ Category

Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα (Διάλεξη στη Νομική Βιβλιοθήκη, 12/02/2016)

Νοέμβριος 27, 2016 4 Σχόλια

Την Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016 πραγματοποιήθηκε διάλεξη του γράφοντος στην Νομική Βιβλιοθήκη με θέμα «Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα». Η διάλεξη έλαβε χώρα στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού βραχίονα της Νομικής Βιβλιοθήκης, στο μάθημα Γενικής Παιδείας του τμήματος προετοιμασίας για τις εξετάσεις στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Θα ήθελα από την θέση αυτή να ευχαριστήσω τον διδάσκοντα του μαθήματος Γενικής Παιδείας, Δρ. Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και εκλεκτό φίλο Κώστα Τσίνα για την πρόσκληση. Θα ήθελα, επίσης, να ευχαριστήσω όσους παρευρέθησαν στην διάλεξη για το εξαιρετικό ενδιαφέρον τους για τα θέματα που αναπτύχθηκαν και για την γόνιμη και ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε.

Σκοπός της διάλεξης ήταν να διερευνήσει την ποιότητα του δημοσίου λόγου στην Ελλάδα, ιδίως κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, υπό το πρίσμα ορισμένων πολύ βασικών πτυχών ιστορικής και κοινωνικής θεωρίας. Μεταξύ των θεμάτων της διάλεξης ανήκουν και πολλά σημεία που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο άρθρων του παρόντος ιστολογίου. Αυτό που κυρίως τονίστηκε είναι ο ιδιαίτερα προβληματικός χαρακτήρας της διαρκούς και ταυτόχρονα αμιγώς εμπειροτεχνικής δημόσιας ενασχόλησης με την κοινωνία. Της ενασχόλησης, δηλαδή, εκείνης, η οποία, σε μια εποχή προϊούσας εξειδίκευσης των γνώσης, συνήθως στερείται ακόμη και του πιο βασικού, εγκυκλοπαιδικού γνωστικού υποβάθρου όσον αφορά την επιστημονική μελέτη των κοινωνιών. Σαν αποτέλεσμα, η συχνά ακραία οξύτητα των χαρακτηρισμών και των αξιολογικών κρίσεων που διακρίνει τον δημόσιο λόγο στην Ελλάδα βασίζεται ενίοτε σε ιστορικές και θεωρητικές αντιλήψεις προηγούμενων αιώνων, π.χ. σε απλουστευτικές εκδοχές εξελικτισμού και θετικισμού. Κατά συνέπεια, εμφανίζεται ως επιτακτική ανάγκη η πιο στενή αναστροφή των εκφραστών του δημοσίου λόγου με την ευρύτερη κοινωνική θεωρία. Με δεδομένη, τέλος, την παραδοσιακά στενή σύνδεση μεταξύ νομικής και πολιτικής, η μεγαλύτερη προσέγγιση των δύο αυτών χώρων με την επιστημονική μελέτη της κοινωνίας θα μπορούσε να αποφέρει στο μέλλον ιδιαίτερα σημαντικούς καρπούς προς όφελος όλων. Ακολουθεί το βίντεο της διάλεξης, την οποία μπορεί κανείς να παρακολουθήσει σε συνδυασμό με τις διαφάνειες.

Advertisements

Φρικτόν άστυ

Οκτώβριος 5, 2016 Σχολιάστε

Οι μήνες του φθινοπώρου, και ιδίως ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος, είναι για πολλούς στην Ελ­λάδα συνώνυμοι μιας συγκεκριμένης μορφής μετακαλοκαιρινής κατάθλιψης. Σε μια συνήθως υπέροχη εποχή του χρόνου, όπου η θερινή καλοκαιρία ουσιαστικά συνεχίζεται σε κλιματικά και τουριστικά πιο ήπιους και ήρεμους ρυθμούς, η επαφή με την φύση, τον ήλιο και την θάλασσα δια­κόπτεται βίαια λόγω της επιστροφής στο συνήθως αποκρουστικό αστικό περιβάλλον των νεοελλη­νικών πόλεων. Σε χειρότερη μοίρα βρίσκονται αναμφίβολα όσοι κατοικοεδρεύουν στο άλλοτε «κλεινόν άστυ» των Αθηνών και σε ακόμα χειρότερη όσοι επιστρέφουν σε αυτό μετά από μια κάπως μακρά καλοκαιρινή απουσία. Όσο πιο μακρά η απουσία τόσο μεγαλύτερη και η αποτοξίνω­ση από την αστική ζούγκλα και, κατά συνέπεια, τόσο πιο τραυματική εμπειρία η επιστροφή σε αυ­τήν. Σε στιγμές όπως αυτές γεννώνται ίσως σε διάφορες μορφές και τα αντίστοιχα ερωτήματα: Πώς σε μια τόσο όμορφη χώρα, όπου στις πεδινές και παραθαλάσσιες ζώνες της περίπου τον μισό χρόνο επικρατούν υπέροχες κλιματικές συνθήκες, καταφέραμε να στοιβάξουμε σχεδόν το ήμισυ του πλη­θυσμού σε ένα δυσλειτουργικό, γκρίζο και ανυπόφορο αστικό μόρφωμα; Πώς και γιατί η επαφή με το φυσικό περιβάλλον, την ανθρώπινη κλίμακα των αποστάσεων και τους φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής έχει τον χαρακτήρα εξαίρεσης και όχι αυτονόητου κανόνα; Πώς καταφέραμε να θεωρούμε φυ­σιολογικό το να ζει κανείς σε μια πόλη, την οποία λαχταρά να εγκαταλείπει σε όλες τις διαθέσιμες περιστάσεις, όπως προδίδει εύγλωττα κάθε «μεγάλη έξοδος» των Αθηναίων; Γιατί το φθινόπωρο να σημαίνει το απότομο και καταθλιπτικό τέλος του καλοκαιριού, με την (ορεσίβιων κλιματικών και ανθρωπολογικών καταβολών) ευχή-κατάρα «καλό χειμώνα!», και όχι την φυσιολογική συνέχισή του;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά περνά σίγουρα μέσα από ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία αποτυχίας του νεοελληνικού κράτους. Αυτό δεν είναι άλλο από την δραματική ασυμμετρία ανάμε­σα στην πρωτεύουσα και την «επαρχία». Η ασυμμετρία δεν αφορά τόσο ή μόνο τα πληθυσμιακά μεγέθη, αλλά τις πιο ουσιαστικές πτυχές της αστικοποίη­σης. Πρόκειται ουσιαστικά για την ανισο­μέρεια ανάμεσα στο κατά βάσιν ένα και μόνο κέντρο, στο οποίο έχουν αναπτυχθεί ουσιαστικοί θύλακες αστικής κουλτούρας, και στις πάμπολλες επαρχιακές πόλεις και χωριά, όπου κινδυνεύει να κατακυριευθεί κανείς από αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «σύν­δρομο του Μιχαήλ Χωνιάτη». Όταν ο λόγιος Μικρασιάτης κληρικός έφτασε στην Αθήνα το φθι­νόπωρο του 1182 για να αναλάβει καθήκοντα μη­τροπολίτη, σύντομα διαπίστωσε ότι η Αθήνα της εποχής του ελάχιστη σχέση είχε με το «κλεινόν άστυ» που είχε γνωρίσει μέσα από τις κλασικές του σπουδές. Μεγάλη ήταν η απογοήτευσή του όταν άρχισε να συνειδητοποιεί το χάσμα του με τον ντόπιο, κατά βάσιν αγροτικό πληθυσμό, με τον οποίον μιλούσε διαφορετική γλώσσα, όχι μόνο κυ­ριολεκτικά, καθώς η αρχαΐζουσα ελληνική του Χωνιάτη ήταν σε μεγάλο βαθμό ακατανόητη στο ποίμνιό του, αλλά και μεταφορικά, δηλαδή σε επί­πεδο μόρφωσης, πνευματικών οριζόντων και εν­διαφερόντων. Στην εποχή του Χωνιάτη η Αθήνα ήταν ό,τι είναι σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της νεοελληνικής επαρχίας: ένας τόπος κοινωνικά αφι­λόξενος για όποιον καλώς ή κακώς, δυστυχώς ή ευτυχώς, έτυχε να έχει ενδιαφέροντα και έναν τρόπο ζωής με πιο αστικά χαρακτηριστικά.

ag-paraskevi

Μια χαρακτηριστική ζώνη «αγεωμέτρητης» πολεοδομίας στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής.

Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, για την Ελλάδα της εποχής μας είναι ότι, αν στην μία πλευρά του διπόλου βρίσκεται η πιο ανθρώπινη, αλλά μη αστικοποιημένη επαρχία, στην άλλη πλευρά του βρίσκεται η φρικτά αστικοποιημένη πρωτεύουσα. Δηλαδή μια πόλη, όπου το αντίτιμο για την ύπαρ­ξη λίγων έστω οάσεων αστικής κουλτούρας (π.χ. ιδρυμάτων, φορέων και κοινωνικών ομάδων ασχολούμενων με την επιστήμη, την τέχνη και τον πολιτισμό) είναι η ανυπόφορη οικιστική δυσλει­τουργία και υποβάθμιση. Είναι η ζωή στο μεγάλο και διαρκές hot spot της μεταπολεμικής Ελλάδας, (προχειρο)στημένο μέσα σε λίγες δεκαετίες για τους πρόσφυγες όχι από την Μέση Ανατολή ή την Αφρική, αλλά από την ελληνική επαρχία. Ο «βίος αβίωτος» στην τσιμεντένια θάλασσα του λεκανο­πεδίου έχει πολλές και διάφορες πτυχές: η ημέρα που γίνεται πιο μικρή λόγω της βασανιστικής κλί­μακας των αποστάσεων και των χαμένων ωρών στα μέσα μαζικής μεταφοράς, το διαρκές άγχος και ο υπεράνθρωπος αγώνας να φτάσει κανείς εγκαίρως και ψυχοσωματικά στραπατσαρισμένος στην δουλειά ή στο ραντεβού του, ο συνωστισμός και η ψυχολογία της διαρκούς «επιφυλακής» στους δημόσιους χώρους και στα μέσα μεταφοράς, η καθημερινή αλλοφροσύνη του παρκαρίσματος, η αν­θυγιεινή τοξικότητα και παραζάλη της οδήγησης, των βασανιστικών μποτιλιαρισμάτων και των βάρβαρων κορναρισμάτων, το συνεχές μπρος-πίσω (από το σταμάτα-ξεκίνα) και πάνω-κάτω (από τα απανωτά χτυπήματα του αυτοκινήτου στις λακκούβες του οδοστρώματος) ή αλλιώς η επιτομή της αποτυχίας μιας πόλης που συνίσταται στο να σε κάνει συχνά να αποδιώχνεις ως ενοχλητική σκέψη την προοπτική να βγεις από το σπίτι, αναγκάζοντάς σε ενίοτε ακόμη και να «ομαδοποιείς» τις εξωτερικές εργασίες, ώστε να γίνουν όλες μαζί την ίδια ημέρα για να μην αναγκαστείς να ξανα­βγείς.

Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η κατάσταση αν κανείς δεν εστιάσει μόνο στο μαρτυρικό και φρικτά τσιμεντοποιημένο κέντρο της Αθήνας, αλλά στρέψει την προσοχή του και σε πιο αναβαθμισμένες περιοχές του λεκανοπεδίου. Σε περιοχές π.χ. των κατά τα άλλα ευυπόληπτων βορείων προαστίων, όπως η Αγία Παρασκευή, μπορεί να δει κανείς ανάγλυφα τις δομικές παθογένειες μιας κατ΄ όνομα μόνο «αστικής» συνύπαρξης. Κατά πρώτον, μπορεί κανείς να διαπιστώσει (και να υποστεί) την χα­ρακτηριστική ρυμοτομία ορει­νού χωριού και την απουσία ορθολογικού, αστικού πολεοδομικού σχεδιασμού. Το αποτέλεσμα είναι να δυσχεραίνεται αποφασιστικά η σύνδεση των συνοικιών τόσο μεταξύ τους όσο π.χ. και με τους κεντρικούς οδικούς-εμπορικούς άξονες (π.χ. την οδό Αγίου Ιωάν­νου). Αν κανείς θέλει να κατανοή­σει την σημασία του ιπποδάμειου πολεοδομικού συστήματος της αρχαιότητας δεν έχει παρά να προσπαθήσει να διεκπεραιώσει δυο-τρεις απλές δουλειές μέσα σε μια ακτίνα δυο-τριών χιλιο­μέτρων και σε έναν γόρδιο δεσμό κακοσχεδιασμένης ρυμοτομίας, δυσλει­τουργικής συγκοινωνιακής διασύνδεσης και πεζοδρομίων κεντρικών λεωφόρων που έχουν μετα­τραπεί σε άναρχα πάρκινγκ (π.χ. οι δύο πλευρές της Μεσογείων στα σημεία κοντά στην πλατεία Αγίας Παρασκευής). Κι αν κάποτε έξω από την Ακαδημία του Πλάτωνα υπήρχε η επιγραφή «ἀγεω­μέτρητος μηδεὶς εἰσίτω», οι σύγχρονοι, πολεοδομικά «αγεωμέτρητοι» οικιστές πολλών περιοχών της Αθήνας (αλλά και της υπόλοιπης χώρας) δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μεταφέρουν μηχανι­στικά στην πρωτεύουσα τα χωροταξικά πρότυπα οικισμών του (ορεινού συνήθως) μη αστικού χώρου, από τους οποίους συχνά προέρχονται. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες αναδεικνύεται η νε­όπλουτη υπανάπτυξη των βορείων προαστίων, όπου πολύ συχνά, με όποιον τρόπο κι αν επιλέξεις να κινηθείς, μπορεί να χρειαστείς μιάμιση ή δύο ώρες για να κάνεις μερικές απλές καθημερινές δουλειές στην άμεση γειτονιά σου.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναρωτηθεί κανείς αν έχουν τεθεί με την δέουσα έμφαση και συστη­ματικότητα μερικά γενικότερα ερωτήματα σε σχέση με την ζωή στην πρωτεύουσα. Κατά πόσο π.χ. επιδρά στην παραγωγικότητα και γενικότερη κατάσταση της χώρας το γεγονός ότι ένα μεγάλο και σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της ζει σε ένα εργαστήριο παραγωγής ταλαιπωρίας, έντασης, άγ­χους και καθημερινής αλλοφροσύνης; Κατά πόσο επιδρά στην γενικότερη κατάσταση της χώρας το γεγονός ότι ένα μεγάλο και σημαντικό μέρος των πολιτών της εκτίθεται καθημερινά σε απαγορευτι­κά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης και ηχορύπανσης; Πόσες ασθένειες και αιτίες θανάτων μπο­ρούν να αναχθούν άμεσα ή έμμεσα στις συνθήκες ζωής του λεκανοπεδίου;

Παρά τις όποιες γενικότερες, κοινές διαπιστώσεις, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι οικιστι­κές συνθήκες της πρωτεύουσας δεν προσλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο από όλους. Για όσους έχουν μεγαλώσει στην Αθήνα από μικρή ηλικία, το αστικό της περιβάλλον, η κλίμακα και οι ρυθμοί της είναι αυτονόητα δεδομένα, στα οποία έχουν συνηθίσει να ζουν. Και, αν κανείς έχει γνωρίσει ως φυσιολογική κατάσταση το να θέλει π.χ. μία ώρα και δύο-τρία μεταφορικά μέσα για να μεταβεί στο σημείο ενός ραντεβού με φίλους, τότε λογικά δεν προκύπτει η ίδια δυσφορία με κάποιον που έχει αυτονόητα συνηθίσει να κάνει το ίδιο σε 10-15 λεπτά και με τα πόδια. Ως φυσιολογικό «αναγκαίο κακό» μπορεί επίσης να εκλαμβάνεται και η μικρότερη ή μεγαλύτερη αποξένωση των σχέσεων λόγω της μεγάλης κλίμακας. Μέσα στην παραζάλη των καθημερινών ρυθμών της πρωτεύουσας μπορεί, δηλαδή, κανείς να μην συνειδητοποιεί πάντα πλήρως σε ποιον βαθμό μια πόλη όπως η Αθήνα δυσχεραίνει την μεσογειακή κοινωνικότητα, κάνοντας πιο δύσκολες και αραιές τις συναντή­σεις με συγγενείς, φίλους και γνωστούς και δημιουργώντας ενίοτε και πλασματικές εντυπώσεις για την φύση των σχέσεων. Δεν είναι π.χ. λίγες οι φορές που όσοι προσπαθούν να συναντιούνται κάπως τακτικά στην Αθήνα είναι άνθρωποι που έχουν ήδη προηγουμένως δεθεί στην μικρότερη κλίμακα μιας άλλης πόλης (της Ελλάδας ή του εξωτερικού). Αντιθέτως, στο οικιστικό χάος της πρωτεύου­σας συχνά η επαφή με φίλους ή συγγενείς χωρίς προϋπάρχοντες δεσμούς «μικρής κλίμακας» κατα­λήγει να μην είναι ιδιαίτερα πιο συχνή απ΄ ό,τι θα ήταν αν οι εμπλεκόμενοι κατοικούσαν σε διαφο­ρετικές πόλεις.

Το βασικότερο πρόβλημα, όμως, είναι ότι στο πλαίσιο του παραδοσιακού νεοελληνικού δομι­σμού, δηλαδή της μηχανιστικής αναπαραγωγής των καθιερωμένων δομών, κανένας κομματικός ή ιδεολογικός χώρος δεν μοιάζει να ασχολήθηκε ποτέ σοβαρά με την αστική μοίρα της Αθήνας, προ­κειμένου να χαράξει στρατηγικές βελτίωσης των συνθηκών. Χαρακτηριστικό είναι το πρόσφατο παράδειγμα με την αξιοποίηση του παλαιού αεροδρομίου του Ελληνικού. Σε αυτή την περίπτωση μοιάζει να προκρίνεται δυστυχώς η απλή «συγκόλληση» ενός τεράστιου πάρκου σε μια εν πολλοίς αβίωτη πόλη και όχι η αναβάθμιση της βιωσιμότητας της ίδιας της πόλης, με άξονα προτάσεις, όπως π.χ. αυτή του Στέφανου Μάνου. Με τον ίδιο τρόπο, δεν φαίνεται στον ορίζοντα καμία πρωτο­βουλία ουσιαστικής αποκέντρωσης, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι συνώνυμη με διαδικασίες πιο ουσιαστικού εξαστισμού πόλεων της επαρχίας. Με τον όρο «διαδικασίες εξαστισμού», ας φαντα­στεί κανείς οτιδήποτε μπορεί να εμπλουτίσει με διαφορετικά πρότυπα το συνήθως κυρίαρχο αν­θρωπολογικό «πακέτο» της επαρχιακής πόλης (σουβλάκι, μηχανάκι, βωμολόχος σεξισμός, στείρος βιοπορισμός, κομφορμισμός, ψυχοπνευματική καθήλωση σε γυμνασιακού τύπου συμπεριφορές buylling, κουτσομπολιού, «πιάτσας», αδιακρισίας και ποδοσφαιροποιημένης υποκουλτούρας). Κάτι τέτοιο, φυσικά, είναι ιδιαίτερα δύσκολο, αφού θα προϋπέθετε «αστικό πλεόνασμα» στην ίδια στην πρωτεύουσα, το οποίο θα μπορούσε ίσως ακολούθως να εξαχθεί προς την επαρχία. Τέτοιο πλεόνασμα, όμως, όχι μόνο δεν υπάρχει, αλλά οι όποιοι αστικοί θύλακες υπάρχουν στην Αθήνα δεν είναι αρκετοί ούτε καν για την ίδια. Και αυτό διότι και η ίδια η προσφάτως αστικοποιημένη Αθήνα κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από το ανωτέρω «πακέτο» της επαρχιακής πόλης, πτυχές του οποίου, όπως είναι λογικό, διεισδύουν ενίοτε και στους αστικούς της θύλακες. Κατά συνέπεια, σε ό,τι αφορά την ελληνική επαρ­χία, θα έπρεπε να στραφεί κανείς στην προσέλκυση «επενδύσεων εξαστισμού» από το εξωτερικό, οι οποίες, έχοντας σχέση με την επιστήμη, την τεχνολογική καινοτομία, την τέχνη και τον πολιτι­σμό θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν εποικοδομητικά τα παραδοσιακά της πρότυπα.

Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα προς το παρόν μοιάζει επ΄ αόριστον παραδομένη στον μιθριδατισμό, στον δο­μισμό και στην άχαρη μοίρα της αποτυχημένης εκείνης πόλης που οι περισσότεροι κάτοικοί της θα λαχταρούν για πολύ ακόμα να την εγκαταλείπουν σε πρώτη ευκαιρία. Ακούγοντας, μάλιστα, κανείς στις ειδήσεις για τα προβλήματα στις δομές φιλοξενίας των μεταναστών και προσφύγων, όπου «σε έναν χώρο που χωράει 2000 άτομα έχουν στοιβαχθεί 4000 ή 5000 άνθρωποι», δύσκολα μπορεί να αποφύγει ένα πικρό μειδίαμα. Διότι η περιγραφή αυτή, τουλάχιστον στο αμιγώς αριθμητικό της σκέλος, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ήπια μικρογραφία των συνθηκών ζωής στην ίδια την Αθή­να, όπου 4.000.000 άνθρωποι στοιβάχθηκαν άναρχα μέσα σε λίγες δεκαετίες σε έναν αστικό χώρο που σχεδιάστηκε κάποτε για 400.000. Κι αν, για να συνεχίσουμε τον ίδιο συλλογισμό, ορισμένοι εξ ημών αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες και μετανάστες σαν ενοχλητικούς ξένους σε αυτό τον τόπο, πόσο άραγε «γηγενείς» σε αυτόν είμαστε τελικά όλοι εμείς που στον αστικό μας χώρο ακυρώνουμε την φυσική και κλιματολογική του ομορφιά, συντομεύουμε το καλοκαίρι του, μικραίνουμε την μέρα του και ευχόμαστε (στην Ελλάδα) «καλό χειμώνα» από τον Σεπτέμβριο; Από τις παρατηρήσεις αυτές ίσως διαφαίνεται ότι το «φρικτόν άστυ» της σύγχρονης Αθήνας δεν προέκυψε μόνο μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές ή οικονομικές συνθήκες, αλλά και μέσα από βαθύτερα ζητήματα ανθρωπολογικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων. Διότι καμιά φορά ο λόγος που μοιάζουμε τόσο ξένοι με τον τόπο μας είναι επειδή απλούστατα είμαστε πράγματι ξένοι, τουλάχιστον περισσότερο από όσο υποψιαζόμαστε. Για αυτό, άλλωστε, είναι και τόσο δύσκολο να αλλάξουν τα πράγματα…

Αποδομώντας τον διχασμό

Το διχαστικό δημοψήφισμα, στα πρόθυρα του οποίου βρισκόμαστε, μοιάζει να αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα της συγκρουσιακής διαδικασίας που γνώρισε η χώρα τα τελευταία πέντε χρόνια με αφορ­μή την οικονομική κρίση και την χρεωκοπία της. Στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους, άλ­λωστε, οι ακολουθίες των διχασμών και οι ακολουθίες των χρεωκοπιών έμοιαζαν πάντα με αλλη­λένδετους παράλλη­λους βίους. Και όχι άδικα. Διότι, αν κάθε δίλημμα μετατρέπεται σχεδόν αυτόμα­τα σε διχασμό, αν δεν αντιλαμβανόμαστε ότι, δυ­στυχώς ή ευτυχώς, τα πράγματα στην ζωή και στην κοινωνία είναι συνήθως υπερβολικά σύνθετα ώστε να μπορούν να απλουστευθούν σε ερωτήσεις ολικής αγνοίας τύπου άσπρου-μαύρου, αν δεν μπορούμε να διακρίνουμε την ιδεολογική από την στρατηγική ψήφο, αν ταυτίζουμε γηπεδικά και μονοδιάστατα το εκάστοτε ΝΑΙ ή ΟΧΙ με ένα και μόνο κί­νητρο, ώστε ο εχθρός να «ξεχωρίσει» με ευκολία και να μπει στο στόχαστρό μας (ως «υπη­ρέτης των δανειστών» ή «λόμπι της δραχμής»), αν θεω­ρούμε απίθανο να βλέπει κάποιος άλλος κάτι που δεν βλέπουμε εμείς, αν, τέλος, δυσκολευόμαστε να δούμε τον αντικατοπτρισμό των εκάστοτε ΟΧΙ που συνεπάγεται το κάθε ΝΑΙ και αντιστρόφως, τότε καθίσταται υπέρμετρα φιλόδοξη η επιθυ­μία να ανεβάσουμε το επίπεδο του κράτους και της οικονομίας μας.

saggarios_lefkada_03

Το σύνθημα «ΝΑΙ, ΣΑΓΓΑΡΙΟΣ» σε εξωτερικό τοίχο σπιτιού της Λευκάδας.

Υπάρχουν, όμως, και ορισμένοι άλλοι, λιγότερο εμφανείς παράγοντες, οι οποίοι υπονομεύουν βα­θιά την όποια αξία της διχόνοιας επί ενός δημοψηφίσματος. Αυτοί σχετίζονται με την επιστήμη εκείνη που είναι η κατεξοχήν αρμόδια για την αποτίμηση της σημασίας τέτοιων γεγονότων, δηλαδή την επιστήμη της ιστορίας. Ο πρώτος παράγοντας ξεκινά από την παραδοχή ότι και οι δύο πλευρές μιας διαμάχης, όπως αυτή επί του επικείμενου δημοψηφίσματος, μοιράζονται μια κοινή αφετηρία: θεωρούν αμφότερες ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος συνιστά μείζον γεγονός, από αυτά που καθορίζουν αποφασιστικά την ιστορική εξέλιξη. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος, για τον οποίον η εκάστοτε αντιπαράθεση οξύνεται τόσο πολύ. Κατά συνέπεια, είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι αυτή ακριβώς η παραδοχή, ότι δηλαδή ένα γε­γονός όπως ένα δημοψήφισμα συνιστά κρίσιμο δια­μορφωτή της ιστορίας, είχε αρχίσει να εγκατα­λείπεται από τους ιστορι­κούς, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Την περίοδο αυτή οι ιστορικοί ερευνητές άρχισαν να αμφι­σβητούν την παραδοσιακή γεγονοτολογική και προσωποκεντρική ιστορία. Με άλλα λόγια, είχαν αρχίσει να υποψιάζονται ότι η ιστορία μόνο φαινομενικά γράφεται από τα μεγάλα γεγονότα (π.χ. σημαντικές μάχες και πολέμους) ή από τις μεγάλες προσωπικότητες πολιτικών και στρατηγών. Αντιθέτως, άρχι­σε να κερδίζει έδαφος η ιδέα ότι τα ίδια αυτά τα πρόσωπα και τα γεγονότα δεν συ­νιστούν τίποτε άλλο παρά την κορυφή του παγόβουνου, δηλαδή την επιφανειακή, ορατή έκφανση πολύ βαθύτερων διαδικασιών. Το τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό έγινε σαφές, μεταξύ άλλων, μέσα από το έργο μιας από τις σημαντι­κότερες επιστη­μονικές σχολές του 20ού αιώνα, της ιστοριο­γραφικής Σχολής των Annales.

Στο πλαίσιο μιας αναγωγιστικής και δομιστικής προσέγγισης, δηλαδή μιας προσέγγισης που ανάγει τα ορατά «επιφαινόμενα» σε βαθύτερες και εκ πρώτης όψεως μη ορατές δομικές αιτίες, η Σχολή των Annales και ο πιο σημαντικός της εκπρόσωπος, ο Φερνάν Μπρωντέλ, εισηγήθηκαν μια τελείως διαφορετική αντίληψη του ιστορικού χρόνου. Στο πλαίσιο της τελευταίας σε κάθε ιστορική περίοδο θεωρείται ότι δρουν και αλληλεπιδρούν διαφορετικές διαδικασίες, οι οποίες λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικές χρονικές κλίμακες. Οι κλίμακες αυτές συνιστούν ένα είδος στρωματογραφί­ας του ιστορικού χρόνου, όπου τα απλά ιστορικά συμβάντα και πρόσωπα αποτελούν μόνο το ανώτερο στρώμα της, το σχεδόν χρονικογραφικό επίπεδο των απλών γεγονότων (événements). Κάτω από το βραχύχρονο αυτό επίπεδο βρίσκεται το μεσόχρονο στρώμα των συγκυριών (conjonctures), δηλαδή των πιο αργά εξελισσόμενων πραγματικοτήτων ή κύκλων της κοινωνικής, οικονομικής και δημογραφικής εξέλιξης. Σε αντίθεση με τα γεγονότα, οι συγκυρίες αυτές αρχίζουν να ξεφεύγουν πλέον από την χρονική κλίμακα της ζωής ενός ανθρώπου ή μερικών γενεών αν­θρώπων και ως εκ τούτου αρχίζουν να γίνονται δυσκολότερα αντιληπτές. Τέλος, κάτω και από το επίπεδο των συγκυριών βρίσκεται αυτό της λεγόμενης μακράς διάρκειας (longue durée). Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον και πιο σημαντικό από όλα, αφού θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει τις βαθύτε­ρες εκείνες δομές των πολιτισμών, όπως αυτές προκύπτουν από διαχρονικά χαρακτηριστικά του γεω­γραφικού τους χώρου και των βαθύτερων συλλογικών νοοτροπιών τους.

Δεχόμενος κανείς αυτήν την ιστορική αντίληψη, την οποία εδώ ακροθιγώς μόνο περιγράψαμε, μπορεί να δει γεγονότα όπως το επικείμενο δημοψήφισμα ή και γενικότερα τις εξελίξεις των τελευ­ταίων μηνών υπό ένα διαφορετικό πρίσμα. Να τα δει ως το βραχύχρονο επίπεδο (événements) μιας πολύ βαθύτερης στρωματογραφίας διαδικασιών. Γίνεται, δηλαδή, συχνά σαφές ότι η μία ή η άλλη άποψη ή πρόθεση που μπορεί να έχει κανείς, συνιστά ένα μόνο και ίσως ούτε καν το σημαντικότε­ρο συστατικό στοιχείο μιας εξέλιξης. Ποια είναι τα υπόλοιπα στοιχεία; Καταρχάς, ένα πολύ κρισι­μότερο κομμάτι του ίδιου παζλ αποτελεί το πώς θα υποστηρίξεις την εκάστοτε άποψη, το ποιο είναι το γενικότερο και υποκείμενο υπόβαθρο σοβαρότητας, κατάρτι­σης, εμπειρίας, οργάνωσης, συστη­ματικότητας και γενικότερης αντίληψης της πολυπλοκότητας των προβλημάτων που διαθέτεις. Το αν είσαι σε θέση να διακρίνεις ποικιλοτρόπως (π.χ. και με τον εν­δυματολογικό σου κώδικα) τα διάφορα επίπεδα των θεσμικών περιστάσεων και την κουλτούρα της ιδιω­τικής από την δημόσια συ­μπεριφορά. Το αν η βαθύτερη νοοτροπία ή κοινωνικοανθρωπολογική δομή σου επιτρέπει να διακρί­νεις αποχρώσεις στα πράγματα και στις συμπεριφορές, στον τρόπο, στον χώρο και τον χρόνο που πρέπει να γίνει και να λεχθεί ή όχι το καθετί. Το αν είσαι σε θέση να χαρτογραφήσεις την εκάστοτε κοινωνική δομή, από την οποία έχεις κι εσύ προέλθει, ώστε να οδηγηθείς από την συνειδητή ή όχι αναπαραγωγή στην δυναμική μεταρρύθμιση και αναδόμησή της. Στο πλαίσιο όλων των ανωτέρω, επομένως, η άλφα ή η βήτα πρόθεση, άποψη ή πολιτική που θα υποστηριχθεί ή θα ακο­λουθηθεί συ­νιστά το βραχύχρονο επίπεδο των γεγονότων. Αντιθέτως, όλο το υποκεί­μενο σύστημα των βαθύτερων νοο­τροπιών ή κοινωνικοανθρωπολογικών δομικών χαρακτηριστικών συνιστά μέρος των πιο μακρόχρο­νων επιπέδων του ιστορικού χρόνου. Κάτι που διακρίνεται, άλλω­στε, καθαρά από το ότι το βαθύτε­ρο αυτό σύστημα υπάρχει συνήθως ήδη πριν και συνεχίζει να υπάρχει και μετά το πέρας των εκάστοτε γεγονότων.

Θέτοντάς το διαφορετικά, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι στην περίπτωση της Ελλάδας ένας μετριοπαθής ευρωσκεπτικιστής με τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν (σοβαρότητα, κα­τάρτιση, εμπειρία, κουλτούρα θεσμικής συμπεριφοράς) θα μπορούσε να στηρίξει πολύ καλύτερα την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας από έναν φανατικό ευρωπαϊστή χωρίς τα γνωρίσματα αυτά. Αλλά κι ένας μετριοπαθής ευρωπαϊστής με σύνεση και κατάρτιση θα μπορούσε κι αυτός να υπο­στηρίξει, αν χρειαζόταν, την όσο τον δυνατόν πιο συντεταγμένη μετάβαση σε ένα εθνικό νόμισμα πολύ καλύτερα απ΄ ό,τι ένας αντιευρωπαϊστής στερούμενος κάθε έννοιας σοβαρότητας, γνώσης και εμπειρίας. Αντιθέτως, συνιστά μέγιστη πλάνη να θεωρεί κανείς ότι αρκούν και μόνο οι ειλικρινείς και ενθουσιώδεις προθέσεις υπέρ της μιας ή της άλλης πολιτικής. Δεν αρκεί να θέλεις κάτι, πρέπει και να μπορείς. Σε διαφορετική περίπτωση, τα όρια ανάμεσα στο ΝΑΙ και στο ΟΧΙ γίνονται τόσο ρευστά που σχεδόν χάνουν την αξία τους. Για παράδειγμα, όλα τα ΝΑΙ των προηγούμενων κυβερ­νήσεων, ο τρόπος που ελέχθησαν και το πολιτικό προσωπικό που τα υποστήριξε, είναι αυτά που έχουν οδηγήσει ένα μεγάλο μέρος των πολιτών να συντάσσεται στην παρούσα περίσταση με το ΟΧΙ. Αλλά και το ΟΧΙ, με τον –«παντός καιρού» και ανεξαρτήτως νομίσματος– ανεύθυνο και τρα­γικό τρόπο που έτυχε διαχείρισης και υποστήριξης από την παρούσα κυβέρνηση, ωθεί ένα επίσης σημαντικό μέρος των πολιτών να προσανατολιστεί, έστω και δύσθυμα, με το ΝΑΙ.

Ανάλογους προβληματισμούς υποβάλλει και μία άλλη μεγάλη θεωρητική κατεύθυνση της ιστο­ριογραφίας, ο λεγόμενος ιστορικισμός. Σύμφωνα με αυτόν, κάθε ιστορική εξέλιξη είναι μοναδική, αφού μοναδικό είναι το κάθε ιστορικό context, μοναδική είναι κάθε κοινωνία, μοναδικοί και οι άν­θρωποι που την αποτελούν. Άνευ σημασίας είναι, ως εκ τούτου, οι διαχρονικές και υπερτοπικές συ­γκρίσεις. Ιστορικοί παραλληλισμοί («ΟΧΙ του ΄40», «Κούγκι», «Μικρασιατική Καταστροφή») και πιο συγχρονικές αναλογίες με άλλα κράτη (π.χ. Αργεντινή, Βενεζουέλα, Ισλανδία) συνιστούν ένα μεθοδολογικά έωλο κυνήγι μαγισσών. Περιττό να αναφερθεί ότι τέτοιου είδους συγκρίσεις και ανα­λογίες επιστρατεύθηκαν ως τώρα και από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, ως μέσο επικοινωνια­κής ενίσχυσης των θέσεών τους. Το να παρασυρθεί, επομένως, κανείς να εκτιμήσει κατά πόσον ευ­σταθεί η μία ή η άλλη ιστορική σύγκριση παραβλέπει την πιθανότητα να είναι ευθύς εξαρχής προ­βληματική η συγκεκριμένη διαδικασία. Θα ήταν σίγουρα μια κάποια λύση να υπήρχαν θετικιστικοί ιστορικοί νόμοι με διαχρονική και υπερτοπική ισχύ, ώστε να λειτουργούσαν ως εγχειρίδιο για το τι πρέπει να κάνουμε (και τι πρέπει να υποδείξουμε στους άλλους να κάνουν…) σε κρίσιμες περι­στάσεις. Ας είμαστε, ωστόσο, ανοιχτοί στην πιθανότητα ότι τέτοιου εί­δους νόμοι ενδέχεται να μην υπάρχουν και ότι πρέπει να αναλαμβάνουμε κάθε φορά τις όποιες ευ­θύνες μας αναλογούν χωρίς να αναζητούμε τους από μηχανής θεούς του ιστορικού θετικισμού.

Συνεπώς, όσο σφοδρή και αν είναι η επιθυμία μας να σηκώσουμε κι εμείς το γάντι της σύγκρου­σης εν μέσω της οξείας διχαστικής περίστασης των ημερών, είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε ότι η ίδια η επιστημονική μελέτη της ιστορίας έχει δημιουργήσει πολύ σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την αξία του διχασμού με αφορμή συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα. Η όποια έκβαση μιας κρίσιμης εκλογικής ή δημοψηφισματικής αναμέτρησης μπορεί να οραθεί ως απλώς το αποτέλεσμα διεργα­σιών και διαδικασιών που συνδέονται πιο πολύ με την διάρκεια και λιγότερο με την στιγμή, πιο πολύ με το μοναδικό πλέγμα γεγονότων της κάθε εποχής και κοινωνίας και λιγότερο με νομοτελεια­κούς ιστορικούς νόμους «καταστροφής» ή «σωτηρίας». Σε αυτό το πλαίσιο, τόσο το ουσιαστικό ΝΑΙ όσο και το ουσιαστικό ΟΧΙ ενδέχεται να περνούν από τον ίδιο δρόμο. Περνούν μόνο μέσα από την γενικότερη και συνολική ισχυροποίησή της χώρας, την βαθιά εξυγί­ανση και ενδυνάμωση της οικονο­μίας, την μεταρρύθμιση του δημοσίου και της σχέσης δημοσίου-ιδιωτικού, την επαναφορά της στοιχειώδους σο­βαρότητας και του στοιχειώδους πολιτισμού στον δημόσιο λόγο. Τόσο το ουσιαστικό ΝΑΙ όσο και το ου­σιαστικό ΟΧΙ προ­ϋποθέτουν ανθρώπους με κατάρτιση, γνώση, εμπειρία, μετριοπάθεια και κουλ­τούρα θεσμικής συμπε­ριφοράς, οι οποίοι να εμπνέουν εμπι­στοσύνη τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό. Προϋπο­θέτουν ανθρώπους με εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία των κοινωνιών και των πολιτιστικών ταυτο­τήτων της γερμανόφωνης και γαλ­λόφωνης κεντρικής Ευρώπης. Προϋπο­θέτουν μια οικονομία που θα είναι και θα φαίνεται αρκετά ισχυρή ώστε να μπορεί είτε να επιβιώσει καλύτερα σε μια δύσκολη και προβληματική νομισματική ένωση είτε να απορροφήσει πιο συντε­ταγμένα απ΄ ό,τι τώρα τους κραδασμούς μιας εν­δεχόμενης επιστροφής σε εθνικό νόμισμα. Με λίγα λόγια, τόσο το ουσιαστικό ΟΧΙ όσο και το ουσιαστικό ΝΑΙ προϋποθέτουν τον συγκριτικά υψηλότερο εκείνο μέσο όρο σοβαρότητας και ικανότητας του πολιτικού προσωπικού που έκανε άλλες χώρες (π.χ. Ιρλανδία, Πορτογαλία) να βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από την Ελλάδα, παρά την έκθεσή τους στις ίδιες περίπου τοξικές και προβληματικές πολιτικές «διάσωσης».

Σαν αποτέλεσμα, όσοι δυσφορούν βλέποντας τον γερμανικό αετό στο καθημερινό τους νόμισμα, όσοι δυ­σκολεύονται να αναγνωρίσουν «το σπίτι τους» στο πρόσωπο και στις γκριμάτσες του Σόι­μπλε, όσοι έχουν ζήσει τι σημαίνει να σε αντιπαθούν για αυτό που είσαι, όσοι ξέρουν την διαφορά του Βολταίρου από τον Χέρντερ, όσοι γνωρίζουν ότι η λιτότητα (Sparen) είναι ένας ολόκληρος πολιτισμός και όχι απλώς μια πολιτική, όσοι αποστρέφονται τους Μεφιστοφελείς ευρωκράτες τύπου Ντάι­σελμπλουμ, όσοι, τέλος, έχουν σοβαρούς λόγους να θεωρούν ούτως ή άλλως θνησιγενές το όρα­μα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχουν την ίδια αποστολή και μοίρα με τους φαινομενικά απέναντί τους. Όσους θεωρούν την Ευρώπη ως σπίτι τους, όσους κρούουν τον κώδωνα του κινδύ­νου για τους γεωπολιτικούς κινδύνους της αποκοπής της χώρας από το ευρωπαϊκό πλαίσιο, όσους είναι πεπεισμένοι για τον ρεαλισμό του οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ακόμη και όσους έχουν αναπτύξει υπέρ το δέον έντονο σύνδρομο εθνικής ταυτοποίησης με την «Δύση», τον «Δια­φωτισμό» και τον «ορθολογισμό». Η κοινή αποστολή είναι να αναζητήσουμε κυβερνήσεις όχι οπωσδήποτε Εθνικής Ενότητας, αλλά Εθνικής Σοβαρότητας, της πιο δυσεύρετης πρώτης ύλης που μπορεί να οδηγήσει σε μια εποι­κοδομητική, δύσκολη, αργή, αλλά σταθερή πορεία προς τα εμπρός. Χωρίς στοιχειώδη Εθνική Σοβαρότητα, ακόμη και ένα πρόσκαιρο ΝΑΙ μπορεί σύντομα να καταλή­ξει σε ένα νέο ΟΧΙ, αλλά και ένα ΟΧΙ μπορεί γρήγορα να μετατραπεί στο ΝΑΙ μιας κακήν κακώς προ­σπάθειας επανασύνδεσης με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Κατά συνέπεια, ας έχουμε στο μυαλό μας ότι ο διχασμός για το τι κατεύθυνση θα πάρει πρόσκαιρα ένα σαπιοκάραβο μπορεί να στρέφει προσωρινά όλα τα μάτια στην γέφυρα του πλοίου, αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, η πολύ δύσκολη προσπάθεια της εν πλω επισκευής του λαμβάνει πάντα χώρα στα βα­θύτερα επίπεδά του.

Βικτωριανή ανθρωπολογία, (εξ)ευρωπαϊσμός και βεντέτα

«Οι Έλληνες έχουν ωριμάσει ως άτομα, έχουν συσχετίσει τις δαπάνες της κυβέρνησης με τους φόρους τους. Ξέρουν πλέον ότι πρέπει να πληρώνουν για τις δαπάνες της κυβέρνησής τους». Η δήλωση αυτή του τέως Υπουργού Οικονομικών Γκίκα Χαρδούβελη, η οποία έγινε στην αγγλική γλώσσα, σε προ­φορική του συνέντευξη στο δίκτυο CNBC τον Σεπτέμβριο του 2014, είναι μία από αυτές, στις οποί­ες θα άξιζε να εστιάσει την προσοχή του ο ιστορικός του μέλλοντος, ιδίως αυτός που ίσως μελετή­σει κάποια στιγμή τους λόγους που οδήγησαν τελικά στην συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Θα ήταν, ωστόσο, δύσκολο για τον ιστορικό να αξιοποιήσει ερευνητικά την ανωτέρω δήλωση χωρίς ορισμένες βασικές γνώσεις κοινωνικής ανθρωπολογίας. Και αυτό διότι η εν λόγω δήλωση Χαρδού­βελη αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα βικτωριανής ανθρωπολογίας. Ως «βικτωριανή ανθρωπο­λογία» ορίζεται συνήθως η πρώιμη εκείνη περίοδος της επιστήμης της κοινωνικής ανθρω­πολογίας, αυτή που συμπίπτει χρονικά με την Βικτωριανή εποχή, δηλαδή με ένα μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα. Χαρακτηριστικό της υπήρξε η βαθιά πίστη στην κοινωνική εξέλιξη, με την θεωρία του εξε­λικτισμού να τοποθετεί τις διάφορες κοινωνίες σε μια σειρά από εξελικτικά στάδια. Τα στάδια αυτά ξεκινούσαν συνήθως από την «βαρβαρότητα» για να φτάσουν στον «πολιτισμό». Και όπου «πολιτι­σμός», δεν νοούνταν, φυσικά, άλλος από τον δυτικό πολιτισμό. Με αυτό τον τρόπο, οι διάφορες «πρωτόγονες» ή «εξωτικές» κοινωνίες στην περιφέρεια του δυτικού κόσμου εκλαμβάνονταν ουσιαστικά ως το παρελθόν του τελευταίου και αντιστρόφως, ο δυτικός κόσμος γινόταν αντιληπτός ως το εξελικτικό μέλλον των θεωρούμενων ως λιγότερο προηγμένων αυτών κοινωνιών. Δεν είναι, φυσικά, τυχαίο ότι η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται πλέον συχνά ως η «αποικιακή φάση» της αν­θρωπολογίας, καθώς οι ανθρωπολογικές αυτές θεωρίες κατέληξαν να αποτελέσουν άλλοθι της δυτι­κής αποικιοκρατίας.

Chardouvelis-Theodorakis

Παραδοσιακές εκδοχές (εξ)ευρωπαϊσμού…

Και αν ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα η επιστήμη της ανθρωπολογίας γύρισε σελίδα, επι­διώκοντας την υπέρβαση του βικτωριανού της παρελθόντος, η ισχυρή παράδοση του εξελικτισμού, ή ορθότερα, της επιστράτευσής του στο πλαίσιο συγκεκριμένων κοινωνικών διεργασιών, δεν επρόκειτο, φυσικά, να εξαλειφθεί εντελώς. Στην ανωτέρω δήλωση ο Γκίκας Χαρδούβελης αποφαί­νεται ότι οι Έλληνες έχουν ωριμάσει ως άτομα, αφού έχουν συνειδητοποιήσει την σχέση κρατικών δαπανών και φορολογίας. Συνεπώς, υπονοείται αφενός μεν ότι ο λόγος που υπάρχει στην Ελλάδα φοροδιαφυγή είναι η έλλειψη αντίληψης για την σχέση φόρων και κρατικών δαπανών και αφετέρου ότι η συνειδητοποίηση του συσχετισμού αυτού συνιστά «ωρίμανση», δηλαδή μετάβαση από ένα λι­γότερο προς ένα περισσότερο προηγμένο εξελικτικό στάδιο. Όπως αναφέρθηκε, η δήλωση αυτή έγινε στην αγγλική γλώσσα, σε αμερικανικό ειδησεογραφικό δίκτυο. Είναι, συνεπώς, σαφές ότι ο τέως Υπουργός Οικονομικών νιώθει ότι ενημερώνει εκείνη την στιγμή όσους θεωρεί εκπροσώπους της ανώτερης εξελικτικής βαθμίδας ότι οι ευρισκόμενοι σε χαμηλότερο ως προς αυτούς εξελικτικό στάδιο κάνουν βήματα σύγκλισης με αυτούς. Ταυτόχρονα, διαχωρίζει ο ίδιος την θέση του από τους πολίτες της χώρας του, παρουσιαζόμενος να εκτελεί ουσιαστικά διπλό ρόλο, δυτικού ανθρωπο­λόγου και πολιτικού, δηλαδή παρατηρητή των «εξωτικών» ηθών και εθίμων και πολιτικού αναμορ­φωτή-εκπολιτιστή. Δεν μοιάζει στο σημείο αυτό να υφίσταται οποιοσδήποτε εν­δοιασμός εκ μέρους του τέως υπουργού στο να μεταφέρει αυτές του τις αντιλήψεις στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων, δηλαδή σε μια σκακιέρα ανελέητης αντιπαράθεσης και ανταγωνισμών. Δεν μοιάζει να ανησυχεί ο τέως υπουργός μήπως έτσι κλείνει το μάτι στα αποικιοκρατικά αντανακλα­στικά ορισμένων εκ των συνομιλητών του, παλαιόθεν συνηθισμένων στο να αναλαμβάνουν αυ­τόκλητα το καθήκον «εκπολι­τισμού» των εκάστοτε «εξωτικών λαών». Δεν μοιάζει ούτε καν να ανησυχεί για το αν ο αρχικός του συλλογισμός έχει βάση: δηλαδή για το αν το σύνθετο φαινόμενο της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα έχει μία και μόνη αιτία και το ότι αυτή είναι η «ανωριμότητα» του πληθυσμού ως προς την κατα­νόηση της σχέσης των φόρων με τις κρατικές δαπάνες. Μια άλλη εξή­γηση, π.χ., αυτή που ξεκινά από το πλεόνασμα (και όχι το έλλειμμα) κατανόησης της σχέσης κρατι­κών και κομματικών δαπα­νών θα μπορούσε κι αυτή να διεκδικήσει ένα μερίδιο στην ανάλυση του ίδιου προβλήματος, δεν θα προσφερόταν, όμως, τόσο εύκολα για προσεγγίσεις εξελικτιστικού ηθι­κισμού.

Ο λόγος, για τον οποίον κάνουμε αναφορά στην συγκεκριμένη δήλωση Χαρδούβελη, είναι διότι στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει ένα μόνο παράδειγμα ενός ευρύτερου φαινομένου. Με την εν λόγω δήλωση ο τέως υπουργός δεν κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που έκανε π.χ. στο αλήστου μνήμης γράμμα του προς την καγκελάριο Μέρκελ ο Θ. Τζήμερος. Εκθέτει, δηλαδή, ανοιχτά ό,τι θεω­ρεί ως κακώς κείμενα της δικής του χώρας στους εκπροσώπους ξένων χωρών, με τους οποίους προφανώς πιστεύει πως οι πολίτες της χώρας του έχουν απλώς σχέση «καλύτερης» ή «χειρότερης», λιγότερο ή περισσότερο εξελιγμένης νοοτροπίας. Νιώθει ότι η χώρα του είναι απλώς μια «Γερμανία χωρίς κράτος» και ότι απευθύνεται σε μια «Ελ­λάδα με κράτος», σε συνομιλητές που φιλτράρουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όσα τους λένε και τα αξιολογούν με βάση τους ίδιους κώδικες αντίληψης και κατανόησης. Η ίδια τάση απλουστευτικού εξελικτισμού, ανάμεικτη με μια μάλλον όχι και τόσο εξελιγμένη αντίληψη περί διεθνών σχέσεων, κυ­ριαρχεί και σε όλες τις συναφείς απόψεις, όπως π.χ. αυτής του «να μας ανα­λάβουν οι εταίροι μας, όπως μια κυβέρνηση αναλαμβάνει μια προβληματική επαρχία της χώρας», η οποία εκφράζεται συ­χνά από εκπροσώπους του ίδιου ευρύτερου ιδεολογικού χώρου.

Το ενδεχόμενο, ωστόσο, ότι οι διαφορές με άλλες χώρες, άλλους λαούς και πολιτισμούς δεν είναι αποκλειστικά διαφορές εξελικτικών σταδίων ενισχύεται και από την διαφορετική πρόσληψη του ίδιου του εξελικτισμού ως ευρύτερης θεωρίας. Αν, δηλαδή, σε χώρες του δυτικού κόσμου ο εξελι­κτισμός της βικτωριανής ανθρωπολογίας διαμορφώθηκε μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της αποικιο­κρατίας, καταλήγοντας να την υπηρετήσει, εντός των νεοελληνικών συμφραζομένων η ίδια θεωρη­τική αφετηρία μοιάζει συχνά να προσλαμβάνεται ως «επιφαινόμενο» ενός διαφορετικού μηχανι­σμού. Αυτός δεν είναι άλλος από την παραδοσιακή ανθρωπολογία της σύγκρουσης και της βε­ντέτας. Με αφορμή και την τρέχουσα κρίση, είναι γεγονός ότι τα κρούσματα συγκρουσιακής αντί­ληψης διαφόρων πτυχών των σχέσεων Ελλάδας και Ευρώπης αυξήθηκαν αισθητά. Παράλληλα, εί­ναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι οι φορείς των αντιλήψεων αυτών δεν προέρχονται μόνο από το αντι­μνημονιακό ή αντιευρωπαϊκό κομμάτι του πολιτικού φάσματος, αλλά και από το φιλοευρωπαϊκό. Οι ήδη αναφερθείσες περιπτώσεις Χαρδούβελη και Τζήμερου δεν είναι οι μοναδικές, όπου ο ευρω­παϊσμός εμφανίζεται με την μορφή επιθετικού και συγκρουσιακού εξελικτισμού. Χαρακτηριστικοί υπήρξαν π.χ. και οι γηπεδισμοί στελέχους του Ποταμιού κατά την επίσκεψη Νταϊσελμπλουμ προ καιρού, ενώ τα απλουστευτικά και συγκρουσιακά δίπολα άσπρου-μαύρου (π.χ. «Διαφωτισμός» και «βαλ­κανική Ανατολή», «ορθολογισμός» ή «κοινή λογική» και «ανορθολογικότητα») έχουν γίνει σχεδόν κοινός τόπος σε πολλές σχετικές συζητήσεις. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλούν και οι περι­πτώσεις, όπου επιστημολογικά και ιστορικά παρωχημένες αντιλήψεις περί «ορθολογικότητας» και «Διαφωτι­σμού» επιστρατεύονται ακόμη και από ορισμένους νέους Έλληνες επιστήμονες του εξω­τερικού, προκειμένου να υποστηριχθούν επιστημονιστικές, συγκρουσιακά ελιτιστικές και καθόλα βικτωριανές οπτικές εις βάρος ενός ολόκληρου λαού. Με αυτό τον τρόπο, ο εξελικτισμός μοιάζει να προστί­θεται στην λί­στα εκεί­νη των δυτικής προελεύσεως θεωριών και ιδεολογημάτων (π.χ. μαρ­ξιστική πάλη των τάξε­ων, φασι­σμός, ναζισμός), που ενίοτε μοιάζουν να προσλαμβάνονται στην Ελ­λάδα ως το ενδεδειγ­μένο «εποικο­δόμημα» για την στέγαση και εκτόνωση της προϋπάρχουσας, πα­ραδοσιακής ανθρω­πολογίας της σύγκρου­σης και της βεντέτας.

Η άποψη ότι ο ευρωπαϊσμός αυτού του τύπου συνιστά όχι ενεργό δράση (agency) για την αλλαγή της κοινωνίας, αλλά, αντιθέτως, στοιχείο της παραδοσιακής δομής ενισχύεται και από άλλα σημεία διασύνδεσης με την ανθρωπολογία του εν Ελλάδι μη αστικού χώρου. Ο ίδιος απλουστευτικός εξελι­κτισμός, για παράδειγμα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντανακλά και τον άξονα κομφορμιστικού ανταγωνισμού της παραδοσιακής κοινωνίας. Μοιάζει, δηλαδή, να προδίδει την τάση να ερμηνευτεί ο κόσμος με βάση το ποιος είναι πιο μπροστά ή πιο πίσω πάνω στην ίδια, μία και μοναδική «γραμ­μή». Όπως π.χ. στην παραδοσιακή κοινωνία τα κριτήρια είναι ξεκάθαρα για το ποιος είναι «πιο μπροστά» στη ζωή του (συνήθως αυτός που έχει ήδη κάνει οικογένεια και παιδιά), έτσι και η σχέση Ελλάδας και Ευρώπης γίνεται συχνά αντιληπτή με τους όρους μιας απλουστευτικής και μονο­διάστατης γραμμής προόδου ή εξέλιξης. Ένα άλλο σημείο που παραπέμπει επίσης σε δομή και όχι σε δράση είναι το πλήθος των συζητήσεων, στις οποίες αρκετοί εκπρόσωποι της ευρω­παϊκής οπτι­κής και προοπτικής διαφω­νούν μεν κάθετα με τους εκάστοτε αντιπάλους τους, ακολου­θούν όμως με χαρακτηριστικό τρόπο το ίδιο ακριβώς πρότυπο διαχείρισης της διαφωνίας με αυ­τούς. Διότι αν και θιασώτες της «κοινής λογικής», του Διαφωτισμού και του πολιτισμού, στην πράξη εμπλέκο­νται πολύ συχνά σε γηπεδικού τύπου αντιπαραθέσεις, άγριους λεκτικούς διαξιφι­σμούς και λοιπές, θορυ­βώδεις συ­γκρουσιακές συμπεριφορές, οι οποίες δεν συνάδουν ακριβώς με τις ανωτέρω αρχές. Για παράδειγ­μα, δημόσιες συγκρουσιακές δηλώσεις, όπως η πρόσφατη του Στ. Θεοδωράκη ότι «αν ήμασταν ΣΥΡΙΖΑ, θα κάναμε κατάληψη», μας παραπέμπουν πιο πολύ σε παραδοσιακά ανθρωπο­λογικά χαρακτη­ριστικά της ιδιαίτερης πατρίδας του εν λόγω πολιτικού (όπως και σε αυτά πολλών άλλων ιδιαίτερων πατρίδων) παρά στην ευρωπαϊκή προο­πτική της χώρας.

Υπό το ίδιο πρίσμα μπορεί κανείς να προσεγγίσει και ένα άλλο ενδια­φέρον στοιχείο, αυτό του κατακερματισμού. Τα τελευταία χρόνια, δηλαδή, ο λεγόμενος κεντρώος μεταρρυθμιστικός χώρος χαρακτηρίστηκε από έναν έντονο κατακερματισμό σε αρκετά επιμέρους κόμματα και κομμα­τίδια (π.χ. Δράση, Φιλελεύθερη Συμμαχία, Δημιουργία Ξανά, Ποτάμι, κλπ.). Το φαινόμενο αυτό, ωστόσο, εμφανίζεται αυτούσιο στην χώρα μας και σε άλλες πολιτικές-ιδεολογικές πτέρυγες, με χα­ρακτηριστικό και διαχρονικό το παράδειγμα των δύο ΚΚΕ Μ-Λ, αλλά και αυτό της πολυδιάσπασης του εθνικιστικού, του «αρχαιολατρικού», αλλά και άλλων ανάλογων χώρων. Το στοιχείο αυτό μοιάζει να μαρτυρεί ότι, αν και ζηλωτικός εκφραστής του μεταρρυθμιστικού εξευρω­παϊσμού, των ώριμων συγκλίσεων και συναινέσεων, ο φιλοευρωπαϊκός χώρος στην Ελλάδα εμφα­νίζει μάλλον και ο ίδιος παραδοσια­κά ελληνικά χαρακτηριστικά, από αυτά που τόσο αρέσκεται συ­χνά να περιφρο­νεί. Στα τελευταία ανήκει σίγουρα και ο φατριασμός, καθώς ο τρόπος που ορισμένοι τουλάχιστον εκ των εκπροσώπων του εν λόγω χώρου αλληλοπροωθούνται ή…αλληλοπαραπέμπο­νται προκει­μένου να αποκτήσουν βήμα σε εφημερίδες, έντυπα και ιστοσελίδες, δεν διαφέρει σε τίποτα με ό,τι λαμβάνει χώρα και εντός άλλων πο­λιτικών και ιδεολογικών κύκλων.

Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ίδιας αυτής ρητορικής του (εξ)ευρωπαϊσμού μοιάζει συχνά να χάνε­ται ακόμα και η αίσθηση της ειδίκευσης, κάτι τουλάχιστον περίεργο αν το ζητούμενο είναι η σύ­γκλιση με χώρες που χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό εξειδίκευσης των επιστημών και οικονο­μιών τους. Ήδη σε προηγούμενο κείμενο εξετάσαμε το φαινόμενο της αντιστρόφως ανάλογης σχέσης ανάμεσα στην γνώση των κοινωνιών της κεντρικής Ευρώπης και την επιθυμία πλήρους συ­νταύτισης μαζί τους. Θα μπορούσε εδώ να σημειώσει κανείς ως ένα επιπλέον πι­κρό παράδειγμα την επωδό για τον κίνδυνο «εθνικής μοναξιάς». Έναν κίνδυνο που καταλήγει συ­χνά να επισείεται σε σχέση με την προοπτική να σταματήσει η συμπόρευση της Ελλάδας με χώρες, μια πιο ειδική και βαθιά γνώση των οποίων θα συνηγορούσε ότι αποτελούν συνώνυμο της μοναξιάς (π.χ. Γερ­μανία). Με αυτό τον τρόπο, όπως κάθε συγκρουσιακή υπερβολή, μια τέτοια άποψη κατα­λήγει να οξύνει εντάσεις αντί να δημιουργεί συγκλίσεις για ό,τι ίσως σε μια δεδομένη στιγμή απο­τελεί ανα­γκαίο κακό. Εκτός αυτού, αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια παρατηρεί κανείς εκπρο­σώπους του ίδιου ιδεολογικού φάσματος να επιδίδονται με ιδιαίτερη ενάργεια, έως και έπαρση, σε αναλύσεις που εμπεριέχουν όρους σχετικούς με την κοινωνία, την ιστορία και τον πολιτισμό, για τους οποίους δεν έχουν καμία επιστημονική ειδίκευση. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που συνήθως απαντούν διάφορες ευ­φάνταστες και έωλες ιστορικές συγκρίσεις (π.χ. της εξόδου από το ευρώ με την μικρασιατική κατα­στροφή) ή βαρύγδουπες αποφάνσεις για την πολιτισμική διαφορά μετα­ξύ Ελλήνων και «Ευρωπαί­ων» (ή «Δυτικών»), χωρίς να γίνεται ιδιαίτερη προσπάθεια αναστοχα­σμού για την ευθύς εξαρχής βασιμότητα μιας τέτοιας ομαδοποίησης-αντίστιξης. Μοιάζει να πρυτα­νεύει και εδώ η ανάγκη για κατά μέτωπον σύγκρουση με την άλλη πλευρά και να μην ανα­δεικνύεται ο σύνθετος χαρακτήρας των φαινομένων, ώστε να δημιουργηθούν προϋποθέσεις μιας πιο με­τριοπαθούς και συναινετικής στάσης.

Η περίπτωση Χαρδούβελη, τέλος, με την οποία ξεκινήσαμε αυτό το κείμενο, είναι μία από εκεί­νες που λόγω και συγκεκριμένων ονοματολογικών παραμέτρων υποβάλλουν την υποψία ότι κάποιες φορές στην προβληματική του (εξ)ευρωπαϊσμού εμφιλοχωρούν ίσως και μηχανισμοί ή σύνδρομα εθνικής ταυτοποίησης. Όπως, δηλαδή, άλλοτε αρχικώς μη ελληνόφωνες, π.χ. αρβανι­τόφωνες ή βλαχόφωνες, ομάδες ενσωματώνονταν στο σώμα της νεοελληνικής γλωσσικής και εθνι­κής ταυτότητας, συχνά υπερθεματίζοντας ως προς την ελληνικότητά τους, έτσι και εκφάνσεις ακραίου και επιθετικού ευρωπαϊσμού μοιάζουν να αναπαράγουν έναν παρόμοιο μηχανισμό. Στην περίπτωση αυτή, οι μεγάλες πολιτιστικές διαφορές που υπάρχουν εντός της «Δύσης» (π.χ. η μακρο­χρόνια και ποικιλότροπη αντιπαράθεση της γερμανόφωνης ζώνης με τις δυτικότερες πολιτισμικές σφαίρες της ηπείρου) υποβαθμίζονται με τον ίδιο τρόπο που υποβαθμίστηκαν κάποτε (και ακόμα υποβαθμίζονται) οι μεγάλες κοινωνικοανθρωπολογικές και λοιπές διαφοροποιήσεις εντός του νεο­ελληνικού κράτους. Και αυτό διότι η ανάγκη για την εκάστοτε εθνική ταυτοποίηση μπορεί να φθάσει στα επίπεδα του «φετίχ» και του «πάση θυσία», να γίνει, δηλαδή, πολύ πιο ισχυρή από την διάθεση για μια πιο κριτική και μετριοπαθή προσέγγιση.

Αν σε όσα αναφέρθηκαν ως τώρα υπάρχει κάποια βάση, το συμπέρασμα είναι ότι ένα τουλάχι­στον μέρος του ευρύτερου φιλοευρωπαϊκού, φιλομεταρρυθμιστικού χώρου στην Ελλάδα συνιστά δυστυχώς μέρος του προβλήματος της χώρας και όχι μέρος της λύσης του. Με άλλα λόγια, αποτελεί συστατικό μέρος της παραδοσιακής δομής και όχι φορέα ενεργού δράσεως για την αλλαγή της. Και αυτό διότι η δράση δεν μπορεί παρά να έχει την μορφή σοβαρών μεταρρυθμίσεων και σοβαρές με­ταρρυθμίσεις δεν μπορούν πρακτικά να γίνουν χωρίς συγκλίσεις, χωρίς κάποιες έστω θέσεις να κερδίσουν ευρύτερη αποδοχή. Οι συγκλίσεις με την σειρά τους προϋποθέτουν όχι μόνο προσεγγί­σεις ανοιχτές στην άλλη άποψη, αλλά και συνθήκες αμοιβαίου σεβασμού και μετριοπάθειας. Αν π.χ. στον λαϊκισμό απαντά κανείς με ελιτισμό, αν στο «τίποτα» απαντά με το «όλα», αν στο «μαύ­ρο» απαντά διαρκώς με το «άσπρο», τότε συντηρεί μια ατμόσφαιρα αενάως ανατροφοδοτούμενης βεντέτας. Διαιωνίζει μια κατάσταση, όπου στην καλύτερη περίπτωση η γνωστή φράση του Βολταί­ρου φτάνει να ισχύει παραφρασμένη ως «συμφωνώ με πολλά από όσα λες, δεν πρόκειται, όμως, ποτέ να συνταχθώ μαζί σου λόγω του τρόπου, με τον οποίον τα λες». Για αυτόν ακριβώς τον λόγο ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της χώρας αυτή την στιγμή είναι ότι ο πολιτικός εκείνος χώρος, που επιθυμεί να εκφράσει περισσότερο από κάθε άλλον την προοπτική με­ταρρύθμισής της, αποδεικνύεται ως τώρα πολύ κατώτερος των περιστάσεων.

Αξίζει να κλεί­σουμε τις σκέψεις αυτές με ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τον τελευταίο καιρό δύο αρθρο­γράφοι, ο Α. Λακασάς στην Καθημερινή, δηλαδή σε μια φιλοευρωπαϊκή και φιλο­μνημονιακή εφη­μερίδα, και ο Κ. Γαβρόγλου στην Αυγή, δηλαδή σε μια κατεξοχήν αντιμνημονιακή εφημερίδα, ανέδειξαν και οι δύο το ζήτημα εκείνο που λίγο καιρό πριν είχαμε θίξει κι εμείς από αυτή την θέση: την πολυ­θεσία στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση και ειδικότερα την περίπτωση του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Οι παρατηρήσεις και προτάσεις τους στο θέμα αυτό είναι ουσιαστικά ταυτόσημες. Πρόκειται για ένα παράδειγμα σύγκλισης σε μια πολύ σημαντική μεταρ­ρύθμιση, η οποία θα δώσει αμέσως εργασία σε εκατοντάδες νέους επιστήμονες. Ποια είναι ως τώρα η στάση στο θέμα αυτό των πολιτικών χώρων που οι δύο αυτές εφημερίδες εκφράζουν; Ποια στάση τηρεί ιδίως η φιλοευ­ρωπαϊκή και φιλομεταρρυθμιστική παράταξη; Θα ενθαρρυνθούν τέτοιου εί­δους συναινέσεις ή θα κυριαρχήσει και πάλι η μοναδική πραγματική και βαθιά «συναί­νεση», αυτή που αφορά την συντήρηση της υπάρχουσας δομής; Είναι ίσως οι απαντήσεις σε ερωτήματα όπως αυτά που θα κρίνουν κατά πόσον τελικά επιθυμούμε (εξ)ευρωπαϊσμό μόνο ως παραδοσιακή δομή ή και ως πραγματικά προοδευτική δράση.

Ανασκαφικός τουρισμός: συζήτηση ή σύγκρουση;

Αύγουστος 7, 2014 5 Σχόλια

Κάθε καλοκαίρι διεξάγεται στην Ελλάδα ένα πλήθος αρχαιολογικών ανασκαφών. Το φετινό καλοκαίρι, ωστόσο, έμελλε να μην περιλαμβάνει μόνο ανασκαφές, αλλά και πολύ λόγο περί των ανασκαφών. Αιτία το πρόγραμμα «Γίνε αρχαιολόγος για μία μέρα», το οποίο επιχείρησαν να υλοποιήσουν το ξενοδοχειακό συ­γκρότημα Costa Navarino σε συνεργασία με τους υπευθύνους της ανασκαφής στην αρχαία Μεσσήνη. Στο πλαίσιο του τουριστικού αυτού πακέτου, τουρίστες θα είχαν την δυνατότητα της συμμετοχής έναντι πληρω­μής (120 ευρώ την ημέρα) στις ανασκαφές για μια ημέρα ή μια εβδομάδα. Το εγχείρημα που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ προκάλεσε έντονη δημόσια αντιπαράθεση, καθώς προσδέθηκε γρήγορα στο υφι­στάμενο συγκρουσιακό πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης: από την μια μεριά μέσα και πρόσωπα φίλα προσκείμενα στην λεγόμενη μεταρρυθμιστική και (νεο)φιλελεύθερη πτέρυγα της ελληνικής πολιτικής (βλ. π.χ. τα τρία άρθρα της Μ. Κατσουνάκη στην εφημερίδα Καθημερινή [09/0713/0720/07/2014]) και από την άλλη οι σχετικές παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του κατά βάσιν επίσης αριστερών προσανατολισμών Συλ­λόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (ΣΕΑ). Η συγκεκριμένη αντιπαράθεση ανέδειξε για άλλη μια φορά ένα σημα­ντικό πρόβλημα της δημόσιας συζήτησης στην Ελλάδα που δεν είναι άλλο από το ότι σε περιπτώσεις σαν και αυτή μοιάζει να ενδιαφέρει περισσότερο η σύγκρουση παρά η (όποια) συζήτηση. Η έμφαση στην σύ­γκρουση δεν είναι φυσικά παράλογη αν ληφθεί υπόψιν ο σημαντικός ρόλος του συγκεκριμένου φαινομένου στο πλαίσιο των παραδοσιακών, μη αστικών καταβολών της ελληνικής κοινωνίας. Πράγματι, ο ανθρωπολο­γικός αναγω­γισμός των ιδεολογικών «επιφαινομένων», η ροπή περισσότερο στην βεντέτα και λιγότερο στον «σασμό», μοιάζει να ενισχύεται από ένα χαρακτηριστικό κομμάτι σε ένα από τα άρθρα της Κατσουνάκη. Εί­ναι το ση­μείο, όπου απορρίπτεται όχι μόνο το «όχι», αλλά και το «ναι μεν, αλλά» της άλλης άποψης, καθι­στώντας σαφές ότι αυτό που ενδιαφέρει εδώ δεν είναι η συζήτηση, αλλά η απόλυτη υποταγή της αντίθετης γνώμης, πιθανώς και η άνευ όρων συνθηκολόγηση του εχθρού πάνω στο USS Missouri…Αντίστοιχα φαι­νόμενα αδιαλλαξίας απαντώνται, όμως, συχνά και στην άλλη πλευρά. Ως «άλλη πλευρά» δεν νοείται εδώ συλλήβδην κάθε άν­θρωπος που εξέφρασε αμφιβολίες και αντιρρήσεις για πτυχές του ευρύτερου ζητήματος των ανοι­χτών ανα­σκαφών (στην κατηγορία αυτή, άλλωστε, αυτή δηλαδή όσων εκφράζουν τέτοιες αμφιβο­λίες, ανή­κει και ο γράφων, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια). Νοείται κυρίως η πλευρά εκείνη που δίνει την εντύ­πωση ότι εί­ναι εντελώς κλειστή στην προοπτική να συζητήσει, όχι αναγκαστικά με τους ακραίους και επιθε­τικούς εκ­προσώπους της άλλης άποψης (που είναι λογικό), αλλά ακόμη και με όσους θα ψέλλιζαν με διαλ­λακτική διάθεση κάποιο δικό τους «ναι μεν, αλλά» στα επιχειρήματά της.

Anaskafes

Ανασκαφές: δημόσιες ιδιωτικές ή και ιδιωτικές ιδιωτικές…;

Σαν αποτέλεσμα, η περίπτωση της αρχαίας Μεσσήνης, η οποία λόγω της εμπλοκής της ιδιωτικής πρωτο­βουλίας προσέφερε μια εξαιρετική αφορμή για σύγκρουση, απομονώθηκε από το ευρύτερο θέμα, στο οποίο εντάσσεται: το ζήτημα του ανασκαφικού τουρισμού ως μορφής εναλλακτικού τουρισμού. Είναι μάλλον βέβαιο ότι χωρίς την εμπλοκή του Costa Navarino το ζήτημα δεν θα είχε γίνει αντικείμενο θορυβώδους δη­μόσιας αντιπαράθεσης, όπως, άλλωστε, δεν έγινε η αναλυτική πρόταση των αρχαιολόγων Α. Τσαραβόπου­λου και Γκ. Φράγκου για τον ανασκαφικό τουρισμό. Βασικό θέμα της συζήτησης αυτής, όπως τουλάχιστον το αντιλαμβανόμαστε εμείς, είναι το αν πρέπει αν υπάρξει στην χώρα μας συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο που να επιτρέπει και να ρυθμίζει την επί πληρωμή συμμετοχή τουριστών σε αρχαιολογικές ανασκαφές. Διότι χω­ρίς προϋπάρχουσα, σχετική νομική ρύθμιση και νόμιμη αδειοδότηση, απλά και μόνο κάνοντας έφοδο με την σημαία των μεταρρυθμίσεων και του αφρι­κανικής κοπής ευρωπαϊσμού (αυτού με τα φετίχ), δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι συντρέχουν ακριβώς οι βέλτιστες συνθήκες για την υλοποίηση μιας τέτοιας πρωτοβουλίας. Στην ουσία του το ζήτημα μπορεί να δια­κριθεί σε τέσσερα υποζη­τήματα: το θέμα του ερασιτεχνισμού (αν, δηλαδή, δεχόμαστε γενικά να συμμε­τέχουν αρχαιολογικά ανειδί­κευτοι ιδιώτες-τουρίστες σε μια εξειδικευ­μένη επιστημο­νική δραστηριότητα, όπως η αρχαιολογική ανα­σκαφή), το θέμα του τρόπου συμμετοχής των ιδιωτών στις ανασκαφές (για πόσο χρόνο θα συμμετέχουν, τι εργασίες θα επιτραπεί να εκτελούν, κλπ.), το θέμα του αντιτίμου (αν, δηλαδή, δε­χόμαστε οι τουρίστες να πληρώνουν για την συμμετοχή τους αυτή) και, τέλος, το θέμα του φορέα (το ποιος θα δικαιούται να είναι ο αποδέκτης και διαχειριστής του αντιτίμου για την συμμετοχή).

Ως προς το πρώτο ζήτημα, το αν, δηλαδή, πρέπει να συμμετέχουν ανειδίκευτοι σε αρχαιολογικές ανασκα­φές, μπορεί καταρχάς να αναφερθεί το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει ήδη, πολύ συχνά και σε διάφορες μορφές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Θεωρητικά δεν είναι, φυσικά, λάθος η παρατήρηση του ΣΕΑ ότι υπάρχουν «κίνδυνοι που συνεπάγεται η συμμετοχή ανθρώπων άσχετων με την αρχαιολογία στη διαδικασία της ανασκαφής, της αναστήλωσης ή της συντήρησης». Στην πράξη, όμως, έχει αποδειχθεί ότι είναι η ίδια η φύση της ανασκαφής, η οποία περιλαμβάνει και δραστηριότητες αμιγώς εργατοτεχνικού ή καθαρά επικουρι­κού χαρακτήρα, που καθιστά εφικτή την συμμετοχή σε αυτήν και ανειδίκευτου προσωπικού. Αυτό αναγνω­ρίζεται, άλλωστε, και επίσημα από το ελληνικό κράτος και το υπουργείο πολιτισμού, το οποίο προκηρύσσει συνεχώς θέσεις για εργατοτεχνικό προσωπικό ΥΕ και ΔΕ. Σαφώς πολλοί από τους εργάτες αυτούς, ιδίως κάποιοι από τους αρχιτεχνίτες που δουλεύουν μέσα στα σκάμματα, έχουν συγκεντρώσει με τον καιρό με­γάλη ανασκαφική εμπειρία. Τυπικά, ωστόσο, δεν διαθέτουν ούτε αυτοί εξειδίκευση ΠΕ στην αρχαιολογία. Διαθέτουν απλώς (πέραν της εμπειρίας) την νομική κάλυψη και το πλαίσιο που ρυθμίζει την απασχόλησή τους σε συγκεκριμένες ανασκαφικές εργασίες, δηλαδή σε επιμέρους πτυχές μιας κατά τα άλλα εξειδικευμένης επιστημονικής δραστηριότητας, όπως είναι η αρχαιολογική ανασκαφή και γενικότερα η αρχαιολογία.

Εκτός αυτού, σε ό,τι αφορά το ζήτημα του ερασιτεχνισμού στην αρχαιολογία (πτυχές, του οποίου έχει θίξει και ο γράφων από άλλη θέση), συντρέχουν στην Ελλάδα συνθήκες που υπαγορεύουν μια κάποια μετριο­πάθεια στην προσέγγισή του. Όπως, δηλαδή, έχει αναλύσει σε άρθρο της το 2009 η Κ. Φουσέκη, στην Ελ­λάδα είναι συχνά οι ίδιοι οι αρχαιολόγοι που είναι επιφορτισμένοι, και μάλιστα δια νόμου, με το καθήκον του ερασιτε­χνισμού. Στο πλαίσιο, δηλαδή, μιας παρωχημένης αντίληψης για το ευρύτερο και σύνθετο πεδίο της πολιτι­σμικής κληρονομιάς ανατίθεται στους αρχαιολόγους η ευθύνη για πτυχές πολιτισμικής διαχείρισης που ανή­κουν (και) σε άλλες ειδικότητες. Ένα από τα παραδείγματα που αναφέρει η Φουσέκη αφορά το Κε­ντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ), ένα όργανο που παρά το ότι καλείται να διευθετεί ζητήματα στο ση­μείο επαφής μεταξύ της αρχαιολογικής δραστηριότητας και της κοινωνίας αποτελείται κατά βάσιν από αρ­χαιολόγους, οι οποίοι καλούνται να κάνουν και την δουλειά κοινωνιολόγων, ανθρωπολόγων ή κοινωνικών ψυχο­λόγων. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα που θα μπορούσαμε να προσθέσουμε αφορά τις περι­πτώσεις, όπου αρχαιολόγοι αναλαμβάνουν να κάνουν την δουλειά μουσειολόγων. Η διαμόρφωση π.χ. των εκθέσεων σε δύο από τα πιο σημαντικά νέα μουσεία της χώρας, το νέο Μουσείο της Ακρόπολης και το νέο Μουσείο Πα­τρών, ανατέθηκε σε δύο έμπειρους μεν αρχαιολόγους της παλαιότερης γενιάς, χωρίς όμως μου­σειολογική κατάρτιση και εξειδίκευση. Αρχαιολόγοι χωρίς ανάλογη ειδίκευση υπηρετούν, επίσης, συχνά και ως τμημα­τάρχες μουσείων στο πλαίσιο των τοπικών εφορειών αρχαιοτήτων. Και αυτό την ίδια στιγμή που υπάρχουν αξιόλογοι νέοι Έλληνες μουσειολόγοι με εξειδικευμένες σπουδές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το γεγο­νός, φυσικά, ότι αρχαιολόγοι νομιμοποιού­νται να λειτουργούν ενίοτε ως ερασιτέχνες κοινωνιολόγοι ή μου­σειολόγοι δεν σημαίνει από μόνο του ότι πρέπει να γίνουν και όλοι οι υπόλοιποι ερασιτέχνες αρχαιο­λόγοι. Είναι, όμως, ένα γεγονός που μπορεί ίσως να αμβλύνει λίγο τον αντιπαραγωγικά απόλυτο χαρακτήρα που ενίοτε προσλαμ­βάνει η σχετική επιχειρηματολο­γία.

Περνώντας π.χ. στο δεύτερο σημείο, δηλαδή το θέμα του τρόπου συμμετοχής των ιδιωτών στις ανασκαφές, θα μπορούσε να οριοθετηθεί μέσα από σχετική συζήτηση το πεδίο δραστηριοποίησης τους. Είναι χαρακτηρι­στικό ότι ως τώρα οι σχετικές παρεμβάσεις δεν εξειδικεύουν όσο θα έπρεπε το συγκεκριμένο σημαντικό σημείο, παρά το ότι υπάρχουν αρκετές και συγκεκριμένες πτυχές μιας ανασκαφής, στις οποίες μπορεί να απα­σχοληθεί το μη εξειδικευμένο προσωπικό. Σε αυτές ανήκουν π.χ. ο έλεγχος των αφαιρούμενων επιχώσε­ων για τυχόν ευρήματα που έχουν διαφύγει της προσοχής, το κοσκίνισμα του χώματος, το ξεχώρισμα –με κα­τάλληλες οδηγίες και επίβλεψη– των διαφορετικών κατηγοριών κεραμεικής (π.χ. κεραμίδες από όστρακα αγγείων), η βοήθεια κατά την πραγματοποίηση των ανασκαφικών μετρήσεων, η βοήθεια στο γράψιμο των ανασκαφικών πινακίδων-καρτελών, η βοήθεια στην φωτογράφηση της ανασκαφής (τοποθέτηση κλίμακας, του βέλους του βορρά, του πίνακα των ανασκαφικών στοιχείων), το πλύσιμο οστράκων αγγείων υπό την επί­βλεψη συντηρητή, καθώς και η τακτοποίηση των ευρημάτων στις αποθήκες. Επίσης, όσοι από τους συμμε­τέχοντες τουρίστες μπορούν, είναι δυνατό να συνεισφέρουν στην δημιουργία σκαριφημάτων για το ανασκα­φικό ημερολόγιο και να προσφέρουν πρακτική βοήθεια στις μετρήσεις που χρειάζονται οι αρχιτέκτονες και σχεδιαστές της ανασκαφής για την δημιουργία των ανασκαφικών σχεδίων. Με αυτό τον τρόπο οι συμμε­τέχοντες τουρίστες απασχολούνται σε ένα οριοθετημένο φάσμα πρακτικών επικουρικών δραστηριοτήτων της ανασκαφής, χωρίς να εμπλέκονται ούτε στις πιο εξειδικευμένες αρχαιολογικές παραμέτρους της, αλλά ούτε και να περιορίζονται αποκλειστικά στις όχι και τόσο ελκυστικές, αμιγώς χειρωνακτικές εργασίες.

Το γεγονός ότι οι ανωτέρω εργασίες είναι επικουρικές δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι προσφέρονται οπωσδή­ποτε και για εμπειρία της «μιας ημέρας». Σε μία μόνο ημέρα ούτε ο ίδιος ο τουρίστας θα αποκομίσει πολλά πράγματα από την συμμετοχή του στην ανασκαφή, αλλά ούτε και η ανασκαφή μπορεί να λειτουργήσει ικα­νοποιητικά αν το επιστημονικό της προσωπικό πρέπει κάθε πρωί να εξηγεί τα ίδια πράγματα σε διαφορετι­κούς ανθρώπους. Αντιθέτως, αν η ίδια ομάδα τουριστών συμμετέχει στην ανασκαφή για μεγαλύτερο διάστημα, ας πούμε ενδεικτικά για τουλάχιστον δύο εβδομάδες, τότε μπορεί ήδη από την δεύτερη-τρίτη μέρα να αρχίσει να εξοικειώνεται με την διαδικασία και την ροή της ανασκαφής. Δύο τουλάχιστον εβδο­μάδες συμμετοχής είναι κατά την γνώμη μας απαραίτητες για να αναπτυχθεί και ένας λίγο πιο ισχυρός δεσμός με την αρχαιολογική θέση και το φυσικό της περιβάλλον. Εκτός αυτού, ένας τουρίστας που θα ξέρει εκ των προτέρων ότι θα απασχοληθεί για ένα διάστημα τουλάχιστον δύο εβδομάδων στην ανασκαφή, είναι πιθανό ότι θα πηγαίνει σε αυτήν πιο συνειδητοποιημένος και με μεγαλύτερη σοβαρότητα ως προς τα κίνητρα και την διάθεση συνεργασίας με το επιστημονικό προσωπικό της ανασκαφής. Μια τέτοια προσέγγιση είναι συμ­βατή με την πρόταση των Τσαραβόπουλου-Φράγκου, όπου γίνεται λόγος για ανασκαφικές διακοπές διαρκεί­ας τουλάχιστον ενός μηνός. Δεν εναρμονίζεται, αντιθέτως, με την οπτική της βραχυπρόθεσμης συμ­μετοχής των τουριστών (π.χ. για μία ή δύο ημέρες), στο πλαίσιο της οποίας δίνεται σαφώς η εντύπωση πως η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της εμπορευματοποίησης της ανασκαφής, άσχετα με το ποιος είναι ο αποδέκτης και διαχειριστής του αντιτίμου συμμετοχής.

Γιατί, όμως, να δεχθούμε γενικά το να πληρώνουν ιδιώτες για να συμμετέχουν σε αρχαιολογικές ανασκα­φές; Γιατί να μην συμμετέχουν σε αυτές εθελοντικά, χωρίς χρηματικό αντίτιμο, όπως γίνεται ήδη σε πολλές περιπτώσεις (χωρίς συνήθως να διατυπώνεται και η ένσταση περί ανειδίκευτων ή ερασιτεχνών); Κατά την άποψή μας, η προοπτική αποδοχής μιας τέτοιας άποψης συνδέεται με το κατά πόσο αποδεχόμαστε την ιδέα του ανασκαφικού τουρισμού ως μορφής εναλλακτικού τουρισμού. Χιλιάδες τουρίστες πληρώνουν κάθε χρόνο χρηματικό αντίτιμο για υπηρεσίες πολιτιστικού τουρισμού, π.χ. επισκέψεις και μουσεία και αρχαιολο­γικούς χώρους, στις οποίες, ειδικά στην Ελλάδα, λίγες φορές τους παρέχεται η δυνατότητα μιας πιο βιωμα­τικής, συμμετοχικής και κονστρουκτιβιστικής εμπειρίας, όπως π.χ. υπαγορεύουν οι σύγχρονες θεωρητικές προ­σεγγίσεις στην μουσειολογία. Αν υποτεθεί, συνεπώς, ότι αφήνουμε κατά μέρος το ζήτημα του ερασιτε­χνισμού (είτε με την μορφή της ένστασης για την συμμετοχή ανειδίκευτων ιδιωτών στις ανασκαφές είτε με αυτή της απόφανσης με αμιγώς αρχαιολογικά, και ως εκ τούτου εν μέρει ερασιτεχνικά κριτήρια για ένα ζή­τημα ευρύτε­ρης πολιτισμικής διαχείρισης, όπως είναι ο ρόλος της ανασκαφής), τότε η πρόταση των Τσαρα­βόπουλου-Φράγκου μπορεί να αποτελέσει μια καλή βάση συζήτησης για την ενσωμάτωση των ανασκαφών στην σφαίρα του εναλλακτικού τουρισμού. Η πρότασή τους για την δημιουργία ζωντανών αρχαιολογικών πάρκων, στην διαμόρφωση των οποίων θα με­τέχουν ενεργά οι ίδιοι οι τουρίστες, η μετατροπή των τελευταί­ων από παθητικούς επισκέπτες σε δρώντα υποκείμενα, η ανάληψη εκ μέρους του επιστημονικού προσωπι­κού ενεργού διδακτικού ρόλου (με σεμινάρια και μαθήματα πάνω σε πτυχές της ιστορίας και της αρχαιο­λογίας), καθώς και η παράλληλη επαφή και με τα πιο σύγχρονα στοιχεία του εκάστοτε τόπου (π.χ. τα τοπικά προϊόντα, τους παρα­γωγούς της περιοχής, κλπ.) έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας αξιόλογης υπηρεσίας εναλ­λακτικού τουρισμού, για την οποία κάθε άλλο παρά παράλογο μπορεί να θεωρηθεί το χρηματικό αντίτιμο εκ μέρους των συμμετεχόντων τουρι­στών.

Ποιος φορέας, όμως, θα πρέπει να δικαιούται να διοργανώνει τέτοιου είδους προγράμματα ανασκαφικού τουρισμού και να εισπράττει, φυσικά, το σχετικό αντίτιμο; Η πρόταση των Τσαρα­βόπουλου-Φράγκου προ­κρίνει την συγκρότηση συνεταιριστικών επιχειρηματικών ομάδων που θα περιλαμβάνουν τους εργαζομένους στον χώρο (αρχαιολόγους, συντηρητές, σχεδιαστές, εργάτες, λογιστές, κ.ά.) σε συνεργασία με τοπικές επαγ­γελματικές ενώσεις (ξενοδόχων, εστιατόρων, ταξιδιωτικών πρακτόρων και όλων των εμπλεκομένων στον τουρισμό), καθώς και με τους πολιτιστικούς συλλόγους της εκάστοτε περιοχής, όπου θα βρίσκεται η ανα­σκαπτόμενη αρχαιολογική θέση. Η δική μας άποψη είναι ότι, αν και σαφώς μια πρόταση, όπως η ανω­τέρω, μπορεί να αποτελέσει βάση συζήτησης, η υλοποίηση τέτοιων προγραμμάτων ανασκαφικού τουρισμού είναι καλύτερα να λαμβάνει χώρα σε ένα πιο αμιγώς αρχαιολογικό-ερευνητικό πλαίσιο. Προτεραιότητα πρέπει να είναι το να διασφαλίζονται κάθε φορά οι όσο το δυνατόν καλύτεροι όροι διεξαγωγής της ανασκαφής, κάτι που σημαίνει ότι επικεφαλής του κάθε προγράμματος πρέπει να είναι το επιστημονικό προσωπικό της. Η εν­σωμάτωση στην εκάστοτε συνεταιριστική ομάδα με όρους ισοτιμίας και μη επιστημονικού προσωπικού (π.χ. ξενοδόχων, ταξιδιωτικών πρακτόρων) δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για τους κινδύνους νόθευσης της ανα­σκαφικής και αρχαιολογικής διαδικασίας με προτεραιότητες άσχετες με αυτήν. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι π.χ. η χρήση φρασεολογίας του τύπου «γίνε αρχαιολόγος για μια μέρα», η οποία μπορεί να θεω­ρείται επικοινωνιακά θεμιτή από έναν ιδιώτη του ξενοδοχειακού κλάδου, από την σκοπιά του επιστήμονα, όμως, συνιστά όχι μόνο έμπρακτη εξαπάτηση του τουρίστα (αφού στην πραγματικότητα δεν γίνεται αρ­χαιολόγος, αλλά απλώς βοηθά τους αρχαιολόγους), αλλά και στοιχείο ευτελισμού της ίδιας της επιστήμης (αφού καλλιεργείται έτσι η αίσθηση ότι η αρχαιολογία είναι επιστήμη που την μαθαίνεις σε μια μέρα ή μια εβδομάδα). Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι σε ανάλογα προγράμματα στο εξωτερικό συναντά κανείς τον πιο με­τριοπαθή τίτλο «ανασκαφή για μια μέρα» (dig for a day). Αντιθέτως, οι κίνδυνοι αυτοί ελαχιστοποιούνται αν το δικαίωμα δημιουργίας και προσφοράς των προγραμμάτων ανασκαφικού τουρισμού επιφυλάσσεται σε ομάδες επιστημονικού αρχαιολογικού προσωπικού. Του προσωπικού, δηλαδή, το οποίο σε αντίθεση με άλ­λους απασχολούμενους στον χώρο του ευρύτερου τουρι­σμού (π.χ. ξενοδόχους) αντιμετωπίζει οξύτατα προ­βλήματα ανεργίας (αρχαιολόγοι, συντηρητές, αρχι­τέκτονες, σχεδιαστές).

Ακόμα, όμως, κι αν φανταστούμε τις συνεταιριστικές αυτές ομάδες ως αμιγώς επιστημονικές ως προς την σύνθεση, δεν αναιρείται το γεγονός ότι τα μέλη τους θα ασκούν μια δραστηριότητα με χαρακτηριστικά (και) ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Μπορεί να τεθεί, επομένως, το ερώτημα αν είμαστε υπέρ του αρχαιολόγου, ο οποίος συμμετέχει σε διαδικασίες που, όπως λέει ο ΣΕΑ, «ιδιωτικοποιούν την επιστημονική έρευνα». Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι κατά πρώτον ότι για να επιμένουμε στο θέμα της ιδιωτικοποίησης πρέπει από την άλλη πλευρά να υπάρχει –ουσιαστικά και όχι μόνο τυπικά– δημόσιος χαρακτήρας. Όποιος, όμως, ζει στην Ελλάδα γνωρίζει καλά ότι η διάκριση ιδιωτικού και δημοσίου είναι πολύ συχνά ρευστή. Και αυτό διότι είναι το ίδιο το «δημόσιο» που πολλές φορές λειτουργεί με όρους προσωπικών, ιδιωτικών μονοπωλιακών συμφερόντων, προσώπων ή ομάδων. Για παράδειγμα, εθιμικού ή παραδοσιακού τύπου ιδιωτικοποίηση των αρχαιοτήτων έχουμε κάθε φορά που ένας αρχαιολόγος διατηρεί de facto επ΄ αόριστον τα δικαιώματα μελέτης και δημοσίευσης ενός συνόλου αρχαιολογικού υλικού. Ιδιωτικοποίηση της αρχαιολογικής κληρονομιάς έχουμε όταν σύνολα ευρη­μάτων ταξιδεύουν ενίοτε ακόμη και ολόκληρους νομούς για να ασφαλιστούν στις «προσωπι­κές» αποθήκες του ιδιοκτήτη των δικαιωμάτων μελέτης τους. Ιδιωτικοποίηση πόρων του δημοσίου έχουμε κάθε φορά που ένας αρχαιολόγος βάζει υφισταμένους του να κάνουν δουλειά για αυτόν, ακόμα και να συγγράφουν επιστη­μονικές δημο­σιεύσεις, χωρίς να αναφέρονται μετά πουθενά τα ονόματά τους. Ιδιωτικοποίηση του δημοσίου έχουμε κάθε φορά που αρχαιολόγοι, σε αγαστή συνεργασία με ιδιωτικές εταιρείες, προσλαμβάνουν χωρίς ή με φωτογρα­φικές προκηρύξεις προσωπικό για σωστικές ανασκαφές. Ιδιωτικοποίηση του δημοσίου συνιστά η ιταμή φράση «θα σε βάλω εγώ στην Χ ανασκαφή», η οποία έχει ακουστεί πολλές φορές από χείλη αρ­χαιολόγων, οι οποίοι παίζουν στην «κατηγορία ΠΕ» το ίδιο παιχνίδι που συνήθως οι πολιτευτές κάθε πε­ριοχής παίζουν στις «κατηγορίες ΥΕ και ΔΕ» (συχνά το εργατοτεχνικό προσωπικό των ανασκαφών «απο­καθίσταται» από τοπι­κούς πολιτευτές, ενώ το αρχαιολογικό προσωπικό από αρχαιολόγους της υπηρεσίας). Εννοείται, φυσικά, ότι τέτοια κρούσματα «παραδοσιακού τύπου» ιδιωτικοποίησης του δημοσίου δεν απαντούν μόνο στην αρχαιο­λογική υπηρεσία, αλλά και σε πολλές άλλες πτυχές του (ένας υψηλά ιστάμε­νος αρχαιολόγος που π.χ. βάζει τους εργάτες της υπηρεσίας να κάνουν δουλειές στο κτήμα του δεν διαφέρει από έναν στρατιωτικό που ως διοικητής τάγματος βάζει τους φαντάρους με πτυχία να κάνουν δωρε­άν ιδιαίτερα μαθήματα στα παιδιά του).

Κατά συνέπεια, και με δεδομένο ότι φαινόμενα, όπως τα ανωτέρω, ουδέποτε έχουν προκαλέσει αντι­δράσεις σαν αυτές που προκαλεί η κεφαλαιοκρατικού τύπου ιδιωτικοποίηση, γεννάται το ερώτημα γιατί όσοι είναι εκτός του δημοσίου πρέπει να στερηθούν το δικαίωμα να κάνουν ό,τι πολύ συχνά κάνουν οι εντός αυ­τού: να επιχειρήσουν, νόμιμα και υπό συγκεκριμένους όρους, να «στεγάσουν» το δικό τους δίκτυο διαπροσωπικών σχέσεων σε αυτοχρηματοδοτούμενα σχήματα ανα­σκαφικού τουρισμού, τα οποία θα δίνουν την δυνατότητα της αρχαιολογικής έρευνας κυρίως σε όσους πιθα­νώς να μην βρουν ποτέ πλέον πρόσβαση στο ελληνικό δημόσιο (αρχαιολογική υπηρεσία ή πανεπιστήμιο). Εδώ μπορεί, φυσικά, κανείς να διερωτηθεί: το ότι υπάρχουν ιδιωτικά «μαγαζιά» εντός του δημοσίου σημαίνει ότι πρέπει αυτά να νομιμοποιηθούν και εκτός αυτού; Πιο ορθή λύση δεν είναι απλά να προσπαθήσουμε να εξαλειφθούν τα φαινόμενα ιδιωτικοποίησης εντός του δημοσίου; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι μια τέτοια προσέγγιση ξεκινά από ορισμούς του «δημοσίου» και του «ιδιωτικού» που δεν μοιάζουν να έχουν ιδιαίτερη σχέση με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας. Στην Ελλάδα τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό (υπό την δυτική έννοια) προσλαμβάνονται και πραγματώνονται σε μεγάλο βαθμό με τους όρους της ίδιας ανθρωπολογίας διαπροσωπικών σχέσεων και δικτυώσεων.

Συνεπώς, η λύση δεν είναι η διαρκής και πρακτικά ανώφελη καταγγελία της συγκεκριμένης «νοοτροπίας», αλλά η αποδοχή της ως δεδομένου και η δημιουργία κατάλληλων συνθηκών, ώστε να μην έχει μόνο το δημόσιο το μονοπώλιο του ιδιωτικού…Μέσα σε σαφές νομικό πλαίσιο, υπό την διεύθυνση αποκλειστικά επιστημονικού αρχαιολογικού προσωπι­κού και απασχολώντας ομάδες του­ριστών επί πληρωμή για διάστημα τουλάχιστον δύο εβδομάδων, σε συ­γκεκριμένο φάσμα επικουρικών ανα­σκαφικών εργασιών και χωρίς εμπορικά απατηλές υποσχέσεις για την μεταμόρφωσή των τουριστών σε «αρ­χαιολόγους για μια μέρα», τα προγράμματα ανασκαφικού τουρισμού που εξετάσαμε θα μπορούσαν πράγματι να προα­γάγουν και την αρχαιολογική έρευνα και την τουριστική ανάπτυξη στην Ελλάδα. Για να γίνει, όμως, κάτι τέτοιο πρέπει να περάσουμε από την σύγκρουση στην συζή­τηση και από την βεντέτα μεταξύ των ιδεο­λογικών «επιφαινομένων» να αναχθούμε στα υποκείμενα στοιχεία μιας ανθρωπολογίας που στην Ελλάδα υπάρχει εξίσου ως «δημόσιο» και ως «ιδιωτικό».

Επανενεργοποιώντας την Ελλάδα: αγγλόφωνα κέντρα ελληνικών σπουδών

Φεβρουαρίου 26, 2014 4 Σχόλια

Πώς μετατρέπεται μια επαρχία σε μητρόπολη; Πώς ανοίγουν νέες θέσεις εργασίας, αλλά και νέες προοπτικές ανάπτυξης, οικονομικής, πνευματικής και γενικότερα πολιτιστικής; Πώς επα­νενεργοποιούνται, επί αποκεντρωμένης, μάλιστα, βάσεως, τα πιο πολύτιμα κεφάλαια που διαθέτει η Ελλάδα, δηλαδή ο τόπος και ο πολιτισμός; Το κυριότερο: πώς όλα αυτά μπορούν να συμβούν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι η ίδια και είναι η εξής: αγγλόφωνα ινστιτούτα επιστημών του ελληνικού πολιτισμού. Σε μια επο­χή που αναζητείται αναπτυξιακό όραμα για την χώρα σχεδόν αποκλειστικά σε πλαίσιο εξάρ­τησης (οικονομικής και λοιπής) από τους ολοένα και λιγότερο φιλικούς ευρωπαϊκούς μηχανι­σμούς, το όραμα αυτό μπορεί ήδη να διατυπωθεί με τους δικούς μας όρους, υπό το πρίσμα των δικών μας δυνατοτήτων και συμφερόντων. Το όραμα αυτό είναι να γίνει η Ελλάδα μια Ελβετία όχι των τραπεζών, αλλά των ακαδη­μαϊκών σπουδών. Ο λόγος εδώ είναι κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) για τις σπουδές όλων εκείνων των πτυχών του ελληνικού πολιτισμού που εδώ και πολύ καιρό διδάσκονται στις έδρες των καλύτερων πανεπιστημίων του εξωτερικού. Διότι, ως γνωστόν, όλες οι περίο­δοι και πτυχές του ελληνικού πολιτισμού, από την απώτερη προϊστορία ως τους νεώτερους χρόνους, αποτελούν αντικείμε­νο διεθνούς επιστημονικής διερεύνησης σε ένα πλή­θος ιδρυ­μάτων ανά τον κόσμο, δηλαδή ιν­στιτούτων προϊστορικής, κλασικής και βυζαντινής αρχαιο­λογίας και τέχνης, αρχαίας και βυ­ζαντινής ιστορίας, αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής φιλο­λογίας, καθώς και νεοελληνικών σπουδών.

Arsakeio-Taol

Το παλαιό Αρσάκειο στην καρδιά της Πάτρας και οι εγκαταστάσεις του οινοποιείου ΤΑΟΛ δίπλα στην μαγευτική παραλία του Κάστρου στην Λευκάδα: δύο παραδείγματα εγκαταλελειμμένων, αναξιοποίητων κτηριακών υποδομών που θα μπορούσαν να στεγάσουν ινστιτούτα του ελληνικού πολιτισμού.

Για τους περισσότερους από τους διδάσκοντες και διδασκομένους στα ιδρύματα αυτά ένα θα ήταν το μεγαλύτερο όνειρο: να μπορούσαν να σπουδάζουν τον ελληνικό πολιτισμό στον ίδιο τον τόπο, όπου βρίσκεται το πρωτογενές υλικό των σπουδών και ερευνών τους. Κοντά στα διάσημα μνημεία και μέρη, όπου άνθισε ο ελληνικός πολιτισμός, και σε μια χώρα που σε με­γάλο μέρος του χρόνου οι καιρικές συνθήκες –ιδίως υπό το πρίσμα των πιο βόρειων λαών– επιτρέπουν υπαίθριες διδακτικές και ερευνητικές δραστηριότητες (παραδόσεις, ξε­ναγήσεις, εκδρομές, ανα­σκαφές). Αυτό το όνειρο, όμως, δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα, αφού τα υφιστάμενα πτυχιακά προγράμματα σπουδών των ελληνικών πανεπιστημίων είναι αμιγώς ελληνόφωνα (υπάρχει, δηλαδή, ο γλωσσικός φραγμός), ενώ συνήθως δεν προ­σφέρουν και εξίσου ελκυστι­κές υποδομές σπουδών και έρευνας σε σύγκριση με τα πιο διακε­κριμένα του­λάχιστον αντί­στοιχα ιδρύματα του εξωτερικού. Στα τελευταία είναι, άλλωστε, που καταφεύ­γουν παραδο­σιακά και πολλοί Έλληνες φοιτητές για εξειδικευμένες μεταπτυχιακές σπουδές, στο πλαίσιο του αυτονόητου πλέον παραδόξου του να πρέπει συχνά να εγκαταλείψει κα­νείς την Ελ­λάδα προκει­μένου να την σπουδάσει.

Αυτή ακριβώς είναι η εικόνα που μπορεί και πρέπει να αναστραφεί. Ας φανταστούμε π.χ. ένα αγγλόφωνο αρχαιογνωστικό ινστιτούτο με έμφαση στην κλασική αρχαιολογία κοντά στην Ολυμπία ή στους Δελφούς, ένα αντίστοιχο για την προϊστορική αρχαιολογία κοντά στις Μυ­κήνες ή στην Πύλο ή ένα ανάλογο, αρ­χαίας ιστορίας, στην Θήβα ή την Σπάρτη. Ας φαντα­στούμε, επίσης, ένα αγγλόφωνο κέντρο σπουδών του κυκλαδικού πολιτισμού στην Σύρο ή την Σαντορίνη ή ένα άλλο, μινωικής αρ­χαιολογίας, κο­ντά στην Κνωσό ή/και την Φαιστό. Ας σκεφτούμε, ακόμα, πώς θα ήταν ένα αγγλόφωνο, διε­θνές κέντρο ομηρικών σπουδών σε κάποιο από τα νησιά που διεκδικούν τον τίτλο της ομηρι­κή Ιθάκης (π.χ. σημερινή Ιθάκη, Κε­φαλονιά, Λευκάδα) ή μια σειρά από αγ­γλόφωνα πτυχιακά προγράμματα βυζαντινής ιστορί­ας και αρχαιολογίας στην Θεσσαλονίκη, στην Μονεμβασιά ή τον Μυστρά. Η ίδρυση αυτών των ινστιτούτων κοντά σε διεθνώς φημι­σμένους αρ­χαιολογικούς χώρους που είναι ταυτόχρονα και σημεία εξαιρετικού φυσικού κάλ­λους θα αποτελούσε τον ισχυρότερο μαγνήτη για ένα πλήθος διδασκόντων και φοιτητών από όλον τον κόσμο. Τα κέντρα αυτά θα μπορούσαν να ιδρυθούν είτε ως τα ελληνικά παραρτή­ματα ξένων διακεκριμένων πανεπιστημίων (ας δει π.χ. κανείς την πολυδιάστατη δράση του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο, ακόμη και χωρίς πτυχιακό πρόγραμμα), είτε ως ο πανεπιστημιακός βραχίονας ερευνητι­κών ιδρυμάτων του εξωτερικού (π.χ. INSTAP), είτε από συγκεκριμένους ιδιώτες με πνευματι­κά ενδιαφέροντα, με­ταξύ αυτών ίσως και από φορείς της ελληνικής ομογένειας. Και, όπως υπάρχουν χώρες που προσελκύουν κεφάλαια μέσω προνομιακά χαμηλής φορολογίας, έτσι και η Ελλάδα θα μπο­ρούσε να προσφέρει προνομιακή (δηλαδή προνομιακά χαμηλή και προ­νομιακά σταθερή) φο­ρολογία όχι στους διεθνείς εραστές της φοροδιαφυγής, αλλά σε όσους επιθυμούν να επενδύ­σουν σοβαρά στον τομέα των ποιοτικών ακαδημαϊκών σπουδών του ελ­ληνικού πολιτισμού. Με βάση τον αγγλόφωνο χαρακτήρα των ιδρυμάτων θα μπορούσε, μάλιστα, σύντομα να επι­χειρηθεί και η αναγκαία νομική παράκαμψη του άρθρου 16 του Συντάγματος, το οποίο μπορεί να διατηρήσει την πλήρη ισχύ του όσον αφορά την ελληνόφωνη ανώτατη εκπαίδευση.

Τα οφέλη για την Ελλάδα μέσα από μια τέτοια διαδικασία θα ήταν ανυπολόγιστα. Θα δη­μιουργούνταν αμέσως θέσεις εργασίας για πολλούς νέους Έλληνες ερευνητές με ήδη άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας και του διεθνούς ακαδημαϊκού περιβάλλοντος. Παράλληλα, θα είχαμε πιθανότατα και τον επαναπατρισμό ορισμένων ήδη καταξιωμένων Ελλήνων επιστη­μόνων του εξωτερικού. Θα γινόταν, επίσης, μοναδική αξιοποίηση της ελληνικής φύσης και του πολιτι­σμού σε όλη την διάρκεια του έτους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομική ανάπτυξη των περιοχών, όπου θα ιδρύονταν τα κέντρα αυτά. Βαρύνουσες θα ήταν, όμως, και οι συ­νέπειες σε ό,τι αφορά την γενικότερη ανάπτυξη της σημερινής ελληνικής επαρχίας. Και τούτο διότι με αυτό τον τρόπο πολλές περιοχές της θα μπολιάζονταν πλέον με στοιχεία «μητρόπο­λης», αφού η ύπαρξη σε αυτές ενός ακαδημαϊκού ιδρύματος διεθνούς κύρους θα συνέβαλε στην ανάπτυξη κοσμοπολίτικης εξωστρέφειας, στον εξαστισμό των νοοτροπιών, στην γενι­κότερη άνοδο του πνευματικού επιπέδου, ακόμα και στον αναπροσανατολισμό των προτύ­πων μιας κοινωνίας που έχει ακόμα πολύ έντονα μη αστικά χαρακτηριστικά. Χάρη στις νέες αυτές προοπτικές τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, η ακυρω­μένη από την αστυφιλία, πραγματική Ελλάδα των ιδιαίτερων πατρίδων, της ανθρώπινης κλί­μακας και της ανώτερης ποιότητας ζωής κοντά στην φύση θα μετατρεπόταν εκ νέου σε ρεα­λιστική πρόταση ζωής για πολλούς Έλληνες της νεώτερης γενιάς. Περαιτέρω, δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι η ύπαρξη τέτοιου είδους ιδρυμάτων στην Ελλάδα θα είχε ίσως συ­νέπειες ακόμα και για την άμυνα της χώρας. Διότι οι όποιες τυχόν επιβουλές στον χώρο, ας πούμε, του ανατολικού Αιγαίου δεν είναι βέβαιο ότι θα εκδηλώνονταν με τον ίδιο τρόπο, αν ήταν γνωστό ότι π.χ. στην Λέσβο ή την Σάμο υπάρχουν πανεπιστημιακά ιδρύματα με διεθνή χαρακτήρα και με την παρουσία αρκετών ξένων υπηκόων σε όλη την διάρκεια του χρόνου. Κατά συνέπεια, ένα ή δύο αγγλόφωνα πανεπιστημιακά ιδρύματα διεθνούς χαρακτή­ρα σε αυτά τα νησιά θα μπορούσαν ίσως να προσφέρουν πιο αποτελεσματική άμυνα από αντίστοι­χο αριθμό στρατοπέδων του ελληνικού στρατού.

Από την άλλη μεριά, είναι επόμενο ότι τόσο το ζήτημα της αγγλικής γλώσσας όσο και αυτό της ξενικής προέλευσης των ιδρυμάτων, αλλά και της (όποιας) εμπλοκής ιδιωτικής πρωτο­βουλίας σε μια τέτοια διαδικασία πιθανώς προβληματίσουν κάποιους. Όσον αφορά την γλώσσα, όμως, η αγγλική είναι καλώς ή κακώς η lingua franca της εποχής μας, ενώ το γεγο­νός πως η χρήση (και) της γλώσσας αυτής αποτελεί το όχημα για την προσέλκυση στην Ελ­λάδα ανθρώπων από όλο τον κόσμο είναι μια αυτονόητα αποδεκτή πραγματικότητα για όσους π.χ. εργάζονται σε άλ­λους τομείς, όπως αυτός του τουρισμού. Εκτός αυτού, η εμπειρία όσων προερχόμαστε από τις αρχαιογνωστικές επιστήμες είναι ότι πολλοί από τους ξένους που ασχολούνται επιστημο­νικά με τον ελληνικό πολιτισμό έχουν ιδιαίτερη θέληση να μάθουν τελικά και την ελληνική γλώσσα, κάτι που θα διευκολυνόταν αισθητά μέσω της δυνατότητας μιας πιο μακροχρόνιας παραμονής τους στην Ελλάδα. Πολλοί από τους εν λόγω φοιτητές και διδάσκοντες θα κα­τέληγαν εν τέλει οι καλύτεροι πρεσβευτές της Ελλάδας στις πατρίδες τους.

Σε ό,τι αφορά την ξενική προέλευση των ιδρυμάτων, έχουμε κι εδώ μια πραγματικότητα ήδη αποδεκτή στην Ελλάδα σε συναφείς τομείς. Στον χώρο της αρχαιολογικής έρευνας, φερ’ ει­πείν, δεν διεξάγονται στην χώρα μας μόνο οι ανασκαφές των ελληνικών κρατικών φορέων, αλλά και αυτές των ξένων αρχαιολογικών σχολών, για την ύπαρξη και δράση των οποίων στην Ελλάδα υπάρχει σχετική ομοφωνία. Μερικοί, μάλιστα, από τους σημαντικότερους αρ­χαιολογικούς χώρους είναι ανασκαφές ξένων σχολών (Ολυμπία, Δελφοί, Κεραμεικός, Αρχαία Αγορά Αθηνών, Κνωσός, Φαιστός, Μάλια, κλπ.). Επίσης, διαμέσου των ξένων σχολών η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει ενίοτε προσφέρει τα μέσα τόσο για ανασκαφές όσο και για ανε­γέρσεις και ανακαινίσεις μουσείων (π.χ. το παράδειγμα της Αρχαίας Αγοράς των Αθηνών και της συνεισφοράς του ιδρύματος John Rockefeller). Άλλωστε, η ύπαρξη πλέον ούτως ή άλλως πολλών ιδιωτικών μουσείων στην Ελλάδα καταδεικνύει ότι η ιδιωτική παρέμβαση σε έναν κα­τεξοχήν θεσμό μάθησης και πολιτισμού μπορεί ενίοτε να είναι τόσο παραγωγική όσο και απο­δεκτή. Δυστυχώς, ιδίως υπό το πρίσμα της ανερ­γίας των νέων επιστημόνων, η εμμονή στην άρνηση κάθε έννοιας ιδιωτικού στην ανώτατη εκ­παίδευση (η οποία στρεβλώνει την απολύτως θεμιτή αγωνία για την ύπαρξη στην Ελλάδα και σοβαρών κρατικών πανεπιστημίων) έχει ως τώρα καταλήξει στην γενναιόδωρη ενίσχυση εκ μέρους της χώρας μας ξένων, αμιγώς καπι­ταλιστικών ή υπερκαπιταλιστικών οικονομιών με το πολυτιμότερο ανθρώπινο δυναμικό μας.

Στο κείμενο αυτό προσπαθήσαμε να καταδείξουμε ότι η ίδρυση στην Ελλάδα αγγλόφωνων ιν­στιτούτων ελληνικών σπουδών συνιστά ένα ιδιαίτερα σημαντικό και πολυδιάστατο αναπτυ­ξιακό όραμα για την χώρα. Σε κάθε πρόταση, φυσικά, μπορούν και πρέπει να διατυπώνονται αντιρρήσεις. Αρκεί αυτές να μην λειτουργούν –πιο πολύ με όρους λειτουργισμού παρά μαρξι­σμού– ως το ιδεολογικό «εποικοδόμημα» (Überbau) μιας βαθύτερης ανθρωπολογικής «βάσης» που δεν είναι άλλη από την εσωστρέφεια της παρα­δοσιακής, μη αστικής ελληνικής κοινωνί­ας. Η υπέρβαση της εσωστρέφειας αυτής είναι ένας από τους βασικούς όρους για να περάσει η χώρα σε μια νέα εποχή.

«Πακέτο διάσωσης» για τους νέους επιστήμονες

Φεβρουαρίου 8, 2014 6 Σχόλια

Η ανεργία των νέων επιστημόνων και κυρίως όσων έχουν ήδη πίσω τους τα χρόνια και τις εμπειρίες από τα ακαδημαϊκά συστήματα των ανεπτυγμένων δυτικών χωρών, αποτελεί σαφώς μία από τις πιο τραγικές πτυχές της ελληνικής κρίσης. Σχεδόν μια ολό­κληρη γενιά νέων αν­θρώπων με ζηλευτά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, με υγιή (ως επί το πλείστον) νοοτροπία και όρεξη –σε αρκετές περιπτώσεις– να παραμείνει στην Ελλάδα ακόμα και υπό μισθολογικές και γενικότερες συνθήκες υποδεέστερες άλλων χωρών βρίσκεται αυτή την στιγμή σε ιδιαίτερα δεινή θέση. Τις περισσότερες φορές οι επιλογές που έχουν οι εκπρόσωποι της γενιάς αυτής είναι είτε να μείνουν στην Ελλάδα, φυτοζωώντας με διάφορους τρόπους και κάνοντας πράγματα άσχετα με τους τομείς που μπορούν να προσφέ­ρουν, είτε να φύγουν για το εξωτερικό. Και στις δύο περιπτώσεις ακυρώνεται η δυνατότητα προσφοράς της γενιάς αυτής στην ίδια την πατρίδα της. Αντιθέτως, ιδιαίτερα θετική είναι η προοπτική των άλλων εκείνων χωρών, στις οποίες το ελ­ληνικό κράτος και οι πάσης φύσεως παθογένειές του κάνουν ουσιαστικά δώρο το μέλλον της χώρας. Διότι μόνο έτσι μπορεί να ερμηνευτεί η χαρακτη­ριστική απροθυμία των κυ­βερνητικών επιτελείων στο να προβούν στις συγκεκριμένες εκείνες ενέργειες, οι οποίες θα μπο­ρούσαν εν μια νυκτί να ανοίξουν τμήματα της αγοράς για αρ­κετούς νέους επιστήμονες. Είναι επίσης χαρακτη­ριστικό ότι οι προτάσεις για τέτοιου είδους δράσεις απουσιάζουν ως τώρα πλήρως και από τον λόγο της αντιπολίτευσης. Για το πώς θα μπορούσαν να μοιάζουν οι πρωτοβουλίες αυ­τές, πι­στεύουμε ότι δί­νουν μια ιδέα τα παρακάτω σημεία.

«Θα σε δω στο πλοίο»...Αν δεν υπάρξει βούληση και αυτή την φορά, μονίμως αγκυροβολημένα πλοία, όπως αυτό στο λιμάνι της Πάτρας, θα κληθούν ίσως να προσφέρουν σύντομα στέγη σε άνεργους νέους επιστήμονες.

«Θα σε δω στο πλοίο»…Αν δεν υπάρξει βούληση και αυτή την φορά, μονίμως αγκυροβολημένα πλοία, όπως αυτό στο λιμάνι της Πάτρας, θα κληθούν ίσως να προσφέρουν σύντομα στέγη σε άνεργους νέους επιστήμονες.

α) Άμεση κατάργηση της πολυθεσίας στην ελλαδική ανώτατη εκπαίδευση, αρχικά μέσω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου και αργότερα με σχετική συνταγματική διάταξη. Όσοι πανεπιστη­μιακοί κα­τέχουν αυτή την στιγμή νομίμως είτε θέσεις/ώρες διδασκαλίας σε περισσότερα του ενός πανεπι­στήμια είτε ταυτόχρονα θέσεις και σε άλλα ιδρύματα (π.χ. Ελληνικό Ανοιχτό Πανε­πιστήμιο, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Σχολές Αστυνομίας, κλπ.), αμείβονται, δηλαδή, πολλαπλώς από τον ίδιο κρατικό προ­ϋπολογισμό, να κληθούν να επιλέξουν μία μόνο από τις θέσεις αυτές. Με αυτό τον τρόπο ανοί­γουν μέσα σε μια νύχτα εκατοντάδες θέσεις εργασίας για νέους επιστή­μονες, με αποτέλεσμα τόσο την μείωση της ανεργίας όσο και την βελτίωση του εκάστοτε διδα­κτικού και ερευνητικού έργου. Χαρακτηριστική είναι εδώ η περίπτωση του Ελληνικού Ανοιχτού (μάλλον Ερμητικά Κλειστού) Πανεπιστημίου, που αντί σε περίοδο κρίσης να προσφέρει σανίδα σωτηρίας σε ένα πλήθος ανέργων νέων επιστημόνων, προτιμά να λειτουργεί ως πάροχος συ­μπληρωματικού εισοδήματος σε πολλούς πανεπιστημιακούς με ήδη μόνιμες θέσεις σε άλλα ελλαδικά ιδρύματα. Καθιερώνοντας, μάλιστα, από φέτος και συμβάσεις τριετούς διάρκειας για τα μέλη ΣΕΠ, στραγγαλίζει πλέον ακόμα και την τελευταία ελπίδα όσων κάθε χρόνο επέμεναν να υποβάλλουν εκ νέου αίτη­ση.

β) Νομική φόρμουλα παράκαμψης του άρθρου 16 του Συντάγματος σε ό,τι αφορά την ψηφιακή μορφή ανώτατης εκπαίδευσης. Να δοθεί η δυνατότητα σε ιδιώτες να συγκροτήσουν αναγνωρι­σμένα από το κράτος προγράμματα σπουδών βασισμένα στις τεχνολογίες του διαδικτύου (πλατφόρμες τηλεκπαίδευσης και τηλεδιάσκεψης). Καταργώντας με αυτό τον τρόπο γεωγραφι­κά και ηλικιακά σύνορα και με μικρή επένδυση σε χρήμα (δεν χρειάζονται π.χ. φυσικές αί­θουσες διδασκαλίας), ομάδες νέων επιστημόνων θα μπορούσαν σε ελάχιστο χρονικό διάστη­μα να συ­γκροτήσουν υψηλής ποιότητας προγράμματα σπουδών, ιδίως στις θεωρητικές επιστή­μες (π.χ. στον κλάδο των θεατρικών σπουδών που χρειάζεται ουσιαστικά επανίδρυση σε ακαδημαϊκό επίπεδο ή σε αυτόν των κοινωνικών επιστημών που υπάρχει έντονη ανάγκη για βαθύτερες και κυρίως ανεξάρτητες κριτικές θεωρήσεις). Με όπλα την αφοσίωση και υγιή νοοτροπία του προσω­πικού τους, καθώς και την εν­σωμάτωση της πιο σύγχρονης επιστη­μονικής παραγω­γής και πρα­κτικής, τέτοιου είδους ιδρύμα­τα θα μπο­ρούσαν όχι μόνο να ανοίξουν ταχύτατα νέες θέσεις εργασίας, αλλά και να συμβάλ­λουν αποφα­σιστικά στην άνοδο του επι­πέδου της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Ιδίως, μάλιστα, στις επιστήμες του ελληνικού πολιτισμού κάποιοι από τους φορείς αυτούς θα μπορούσαν ενδεχο­μένως να ανοιχτούν και στο παγκόσμιο κοινό, με όχημα την αγγλική γλώσσα.

γ) Προσωρινή αποκέντρωση της πρόσληψης ειδικών επιστημονικών συνεργατών στα συμβατικά πανεπι­στήμια. Να δο­θεί, δηλαδή, σε καθηγητές πρώτης βαθμίδας η νομική δυνατότητα να δια­θέτουν, αν το επιθυ­μούν, ένα τμήμα των μηνιαίων εσόδων τους (τα οποία συχνά προέρχονται όχι μόνο από την κρατική μισθοδοσία τους, αλλά και από άλλες παράλληλες δραστηριότητες, π.χ. νομι­κά, τεχνικά γραφεία, κλπ.) για την απασχόληση νέων επιστημόνων-κατόχων διδακτο­ρικού τί­τλου, αντίστοι­χων των διδασκόντων Π.Δ. 407/80. Το κράτος θα μπορούσε να θεσπίσει έναν ελάχιστο μηνιαίο μισθό (π.χ. 700 ευρώ) και συγκεκριμένο ωράριο και πλαίσιο απασχόλη­σης (π.χ. να απαγορεύε­ται η πρόσληψη συγγενών ή προσώπων, με τα οποία οι καθηγητές έχουν συ­νυπάρξει στο πα­ρελθόν στο ίδιο πανεπιστήμιο). Εκτός των άλλων, το μέτρο αυτό θα μπορού­σε να αποτελέσει και τυπικό δείγμα «μεταποίησης» (και όχι πάταξης) της παραοικονομίας. Και αυτό διότι στην μισθοδοσία των ειδικών αυτών συ­νεργατών ενδεχο­μένως θα κατέληγε και ένα μέρος χρη­μάτων (π.χ. από τα διάφορα εξωπανεπι­στημιακά έσοδα κάποιων καθηγητών) που πι­θανόν δεν θα έβρισκε ποτέ τον δρόμο για το κε­ντρικό ταμείο του κράτους, στερώντας το τελευ­ταίο από την δυνατότητα να μισθοδοτήσει το ίδιο τους επιστημονι­κούς αυτούς συνερ­γάτες.

δ) Προνομιακό καθεστώς μειωμένων εισφορών στον ΟΑΕΕ τόσο για όσους θα μπορούσαν να εργαστούν ως ειδικοί συνεργάτες στα πανεπιστήμια με το ανωτέρω καθεστώς όσο και για όσους ερ­γάζονται ή επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν ως μεταφραστές-επιμελη­τές-διορθωτές, κλπ. Ένα τέτοιο μέτρο αφορά κατεξοχήν πολλούς νέους επιστήμο­νες, αφού ένα μεγάλο μέρος τους, π.χ. οι άνθρωποι με υψηλού επιπέδου γνώσεις ξένων γλωσσών και ακαδημαϊκή εμπειρία από το εξωτερικό, θα μπο­ρούσε να απασχοληθεί για κάποιο χρονικό διάστημα σε αυτές τις εργα­σίες. Ιδίως οι μεταφράσεις ξενόγλωσσων πανεπιστημιακών εγχειριδίων και γενικότερα επιστη­μονικών έργων είναι μια δραστηριότητα, στο πλαίσιο της οποίας αξιοποιείται συνδυαστι­κά τόσο η γλωσσική όσο και η επιστημονική κατάρτιση. Είναι επίσης ένα πεδίο ιδιαιτέρως πα­ραγωγικό, αφού σε πολλούς επιστημονικούς κλάδους είναι δρα­ματική η ανάγκη εμπλουτισμού της βιβλιο­γραφίας με καλές μεταφράσεις σύγχρονων ξενόγλωσ­σων συγ­γραμμάτων. Και είναι περιττό, φυσικά, να τονιστεί ότι η καταβολή πολλών χαμη­λών ει­σφορών εκ μέρους εργαζο­μένων απο­φέρει για τα ταμεία περισσότερα από την μη κατα­βολή υψηλών εισφορών εκ μέρους ανέργων.

ε) Το τελευταίο σημείο αφορά ειδικά την ανεργία των αρχαιολόγων, ιδίως τους άνεργους ερευ­νητές. Πρόκειται για την αποδέσμευση του αρχαιολογικού υλι­κού που βρί­σκεται στις αποθή­κες των εφοριών αρχαιοτήτων και των μουσείων. Στις αποθήκες των εν λόγω ιδρυμάτων υπάρ­χει, δηλαδή, ένας μεγάλος αριθμός ευρημάτων από πολυάριθμες ανασκαφές του παρελθόντος και του παρόντος. Μετά την ανασκαφή τους, το δικαίωμα μελέτης και δημοσίευσης των ευρη­μάτων αυτών περιέρχεται δια νόμου στον εκάστοτε υπεύθυνο της ανασκαφής. Με αυτό τον τρόπο, πολλοί από τους εν λόγω ανα­σκαφείς, ιδίως αρκετοί μεγαλύτερης ηλικίας μόνιμοι υπάλληλοι της αρχαιολογικής υπη­ρεσίας (ή και κάποιοι ήδη συνταξιούχοι), έχουν με τα χρόνια αποκτήσει την «κυριότητα» επί ενός μεγάλου αριθμού αρχαιολογι­κών θέσεων και συνόλων. Σαν αποτέλεσμα, η πλήρης επιστημονική μελέτη και δημοσίευση των συγκεκριμένων αρχαιολογικών δεδομένων συ­χνά καθυστερεί δραματικά, αφενός μεν λόγω των λοιπών υπηρεσιακών καθηκόντων των αρ­χαιολόγων αυτών και αφετέρου λόγω νομοθετικών και προσωπικών αγκυλώσεων. Χαρακτηρι­στική είναι εδώ η παλαιά, ιδιοκτησιακή αντίληψη επί των αρχαιοτή­των, η οποία εκφράζεται άλ­λοτε με την πλήρη άρνηση παραχώρησης των δικαιωμάτων δημοσίευσης σε άλλους ερευνη­τές και άλλοτε με την «ελεγχόμενη» και μερική παραχώρηση, ενίοτε στο πλαίσιο της συγκρότη­σης εξουσιαστικών σχέσεων προσωπικής εξάρτησης.

Η ιδιότυπη αυτή «ιδιωτικοποίηση» των αρχαιολογικών ευρημάτων, η οποία, σημειωτέον, δεν προκαλεί συνήθως ανάλογες αντιδράσεις με άλλου τύπου ανάλογες προτάσεις, έχει ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες και για το θέμα της ανεργίας των ερευνητών. Και τούτο διότι αν το υλικό αυτό περιερχόταν κατά προτεραιότητα σε άνερ­γους αρχαιολόγους ερευνητές, οι τελευταίοι θα μπορούσαν να διεκδική­σουν με αξιώσεις χρημα­τοδότηση για την μελέτη του από ένα ευρύ πλέγ­μα ερευνητικών υπο­τροφιών του εξωτερι­κού. Με αυτό τον τρόπο, οι συγκεκριμένοι ερευνητές θα μπορούσαν να πα­ραμείνουν στην Ελ­λάδα μέχρι νεωτέρας, ενώ ραγδαία θα ήταν και η πρόοδος της έρευνας, αφού ένα μεγάλο μέρος του συχνά εξαιρετικά σημαντικού αδημοσίευτου αρχαιο­λογικού υλικού θα μπορούσε πλέον να μελε­τηθεί και να δημοσιευτεί. Η λύση του προβλήματος θα μπορούσε να δοθεί και πάλι άμεσα, μέσω μιας Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, σύμφω­να με την οποία κάθε αρχαιολόγος-ανασκαφέας θα καλείται να επιλέγει μόνο ένα (1) κάθε φορά αρχαιολο­γικό σύνολο ή θέση, επί του οποίου/της οποίας θα διατηρήσει τα δικαιώματα δημοσί­ευσης.

Τα ανωτέρω σημεία είναι απλώς ενδεικτικά για το πώς, εάν υπάρχει βούληση, μπορεί κανείς να ανοίξει διάφορες κλειστές πόρτες στην ελληνική αγορά εργασίας. Αν, για παράδειγμα, αρχίσου­με κάποια στιγμή να συγκρουόμαστε όχι μόνο με την κεφαλαιοκρατικού τύπου ιδιωτικοποίηση, αλλά και με την εν Ελλάδι πανίσχυρη ανθρωπολογική «δομή» της ιδιοκτησιακής αντίληψης επί συγκεκριμένων πτυχών του κράτους (περιοχές του ακαδημαϊκού συστήματος, αρχαιολογικός πλούτος) θα είναι εφικτό να διασωθεί ένα τμήμα, έστω, μιας γενιάς που είναι πολύ σημαντική για να χαθεί. Και το πού έγκει­ται η πραγματική ση­μασία της γίνεται εύκολα κατανοητό αν ανα­λογιστεί κανείς την διαρκώς αυξανόμενη επιρροή των άκρων του πολιτικού και ιδεολογικού φάσματος αυτή την στιγμή στην Ελλάδα. Χωρίς την ύπαρξη ισχυρού αντιβάρου, η νέα αυτή πλημμυρίδα πνευματικού πρωτογο­νισμού και νεοεμφυ­λιακού διχασμού θα καταλήξει να βυθίσει την Ελλάδα στο σκοτάδι για πολ­λές δεκαετίες.