Αρχείο

Archive for the ‘Ιστορικά’ Category

Μακεδονομαχώντας

Ιουνίου 17, 2018 6 Σχόλια

Οι πρόσφατες, ραγδαίες εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημο­κρατίας της Μακεδονίας έχουν ήδη αναζωπυρώσει στην χώρας μας το γνωστό εκείνο κλίμα έντα­σης, πάθους και οξείας αντιπαράθεσης που έχει κατά καιρούς κυριαρχήσει και σε άλλες περιόδους της πολιτικής μας ζωής. Σε αυτό το πλαίσιο, όσοι έχουν ως βασική ενασχόλησή τους την ιστορία και τον πολιτισμό, θα πρέπει, κατά την γνώμη μας, να κρούσουν έναν θεμελιώδη κώδωνα κιν­δύνου: το μακεδονικό ή σκοπιανό ζήτημα είναι ένα ζήτημα δυσχερέστατο και εξαιρετικά σύνθετο. Είναι ένα από τα θέματα εκείνα που όσο περισσότερο τα μελετά κανείς ιστορικά τόσο πιο πολύ χάνεται σε έναν κυκεώνα ιστορικών, εθνολογικών, γλωσσικών, ταυτοτικών και εν γένει πολιτισμι­κών περι­πλοκών. Το μακεδονικό είναι ένας αληθινός «γόρδιος δεσμός», κάτι που έχει εξαρχής μια πολύ συ­γκεκριμένη συνέπεια: όποιος το προσεγγίζει με όρους φανατισμού, γηπεδισμού, ύβρεων, προσβο­λών και τάσεων πλήρους ισοπέδωσης της κάθε είδους διαφορετικής άποψης δεν κάνει τίπο­τε άλλο από το να προδίδει το έλλειμμα πολυπλοκότητας που διακρίνει την δική του κατανόηση του ζητήμα­τος. Σε αυτό το κείμενο θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε λίγα σημεία που κατά την γνώμη μας καταδεικνύουν τον σύνθετο χαρακτήρα του ζητήματος, για να καταλήξουμε παίρνοντας θέση ανα­φορικά με την συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ των δύο πρωθυπουργών Α. Τσίπρα και Ζ. Ζάεφ.

1. Το σύνθημα «η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική», διατυπωμένο με αυτό τον τρόπο, ισχύει μόνο αν κανείς δεν έχει ως τώρα μελετήσει καθόλου την ιστορία της Μακεδονίας. Η Μακεδονία δεν υπήρξε στην πορεία της ιστορί­ας «μία», υπό την έννοια ότι τα διοικητικά της όρια άλλαζαν. Η ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας έφθανε π.χ. ώς την Στερεά Ελλάδα, ενώ το βυζαντινό θέμα Μα­κεδονίας ήταν γεωγραφικά μετατοπι­σμένο προς την Θράκη. Η Μακεδονία επίσης δεν είναι μόνο ελληνι­κή. Όσο κι αν το ελληνικό στοι­χείο υπήρξε πάντα παρόν και σημαντικό, στα εδάφη της Μα­κεδονίας έζησαν στο διάβα των αιώνων και πολλοί άλλοι πληθυσμοί, π.χ. σλαβικής, βλαχικής, τουρκικής καταγωγής. «Εντοπίους» ονομάζουν, μάλιστα, ακόμη και σήμερα οι ελληνικοί προσφυ­γικοί πληθυ­σμοί τους σλαβικής καταγωγής γείτονές τους σε αρκετές περιοχές της Μακεδονίας. Αψευδείς μάρ­τυρές των πληθυσμών αυτών αποτελούν και τα μη ελληνικά τοπωνύμια, πολλά από τα οποία είναι ακόμα εν χρήσει (π.χ. Κο­ζάνη, Γρεβενά, Σιάτιστα, Πρέσπα, Πόζαρ, Προσοτσάνη, κλπ.), ενώ πολλά άλλα εξελλη­νίστηκαν κατά τον 20ό αιώνα, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, στον τοπωνυμιακό εξελληνι­σμό περιοχών της Μακεδονίας ενεπλάκη­σαν και τα ονόματα στρατηγών και διαδόχων του Μ. Αλε­ξάνδρου, π.χ. με τα άλλοτε Καϊλάρια να μετονομάζονται σε Πτολεμαΐδα, το χωριό Ναλμπάν Κιοΐ σε Περδίκκα, κ.ο.κ. Σε μία τουλάχιστον τέτοια περίπτωση, αυτή του Κλείτου Κοζάνης, η σημασία του τοπωνυμίου δεν γίνεται ενίοτε αντι­ληπτή ούτε από τους σύγχρονους Έλ­ληνες κατοίκους της πε­ριοχής, όπως προδίδει η χρήση του σε ουδέτερο γένος («το Κλείτος»). Ανάλογες περιπτώσεις απο­τυχημένου εξελληνισμού έχουμε φυσικά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως π.χ. στην περίπτωση της μετονομασίας του άλλοτε αρβανίτι­κου χωριού Λαλι­κώστα στην Αχαΐα, όπου λόγω της τοπικής γλωσσικής ασυνέχειας το αρχαίο τοπω­νύμιο Φαραί (σε πληθυντικό αριθμό, κατά το «Αθήναι») χρησιμοποιείται πλέον και αυτό ανύποπτα σε ουδέτερο γένος («το Φα­ραί»).

2. Είναι σαφές πως οποιοσδήποτε γλωσσικός και εθνικός συσχετισμός των σύγχρονων σλαβόφω­νων κάτοικων της ΠΓΔΜ με το αρχαίο ελληνικό μακεδονικό βασίλειο συνιστά ιστορική μυθοπλα­σία. Όπως είχε παραδεχθεί κάποτε ο Κίρο Γκλιγκόροφ, οι συμπατριώτες του είναι Σλάβοι που έφθασαν στον γεωγραφικό αυτό χώρο τον 6ο αιώνα μ.Χ. Εδώ όμως υπάρχει ένα σημείο που χρήζει προσοχής: Ο λόγος που ως Έλληνες διαμαρτυρόμαστε για την οικειοποίηση της αρ­χαίας ελληνικής μακεδονικής κληρονομιάς εκ μέρους των σλαβοφώνων της ΠΓΔΜ δεν είναι μόνο αυτός. Η χρονολόγηση της «έλευσης των Σλάβων» στα εδάφη της Μακεδονίας δεν θα απασχολούσε κα­νέναν μας, αν αυτοί είχε συμβεί να προσδεθούν κάποια στιγμή στο σώμα της νεοελληνικής γλωσσικής και εθνικής ταυτότητας. Αν αυτό είχε γίνει, θα είχαν κι αυτοί ενταχθεί στο «τρίσημο» της ιστορίας του ελληνικού έθνους κατά τον Παπαρρηγόπουλο, θα τους δεχόμασταν, επομένως, ως απογόνους των αρχαίων και βυζαντινών Ελλήνων. Θα κάναμε, δηλαδή, ό,τι κάνουμε και με τις άλλοτε αρβανι­τόφωνες και βλαχόφωνες πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες έφθασαν στον ελλαδικό χώρο πολύ αρ­γότερα από τους σλαβόφωνους και κατέληξαν να ενσωματωθούν στον νεοελληνικό εθνικό και γλωσσικό κορμό. Ανάλογες προσπάθειες ενσωμάτωσης έγιναν φυσικά και με τους σλαβόφωνους. Δεν είναι τυχαίο ότι στις αρχές του 20ού αιώνα η ιστορική μυθοπλασία περί του Μεγάλου Αλεξάν­δρου ως προγόνου των Σλαβομακεδόνων προωθήθηκε κατά καιρούς και από ελληνικούς προπαγαν­διστικούς κύκλους. Ήταν τότε που η σύνδεση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας/ες» με τους σλαβόφωνους πληθυσμούς του γεωγραφικού αυτού χώρου ήταν συμβατή με τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, ως στρατηγική αποβουλγαρισμού τους, δηλαδή απόσπασής τους από την βουλγαρική επιρροή.

3. Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτή η διάκριση ανάμεσα στις αντικειμενιστικές και υποκειμενι­στικές προσεγγίσεις της ταυτότητας. Οι αντικειμενιστικές προσεγγίσεις είναι αυτές του εξωτερικού παρατηρητή. Ο εξωτερικός παρατηρητής μπορεί π.χ. να ισχυριστεί ότι οι Γερμανοί και οι Αυστρια­κοί έχουν κοινή γλωσσική και εν πολλοίς πολιτισμική ταυτότητα. Αυτό όμως δεν έχει ιδιαίτερη ση­μασία για τον υποκειμενιστικό αυτοπροσδιορισμό τους: οι ίδιοι (Γερμανοί και Αυστριακοί) αισθάνονται ότι σε επίπεδο εθνικής ταυτότητας διαφέρουν, ασχέτως των όποιων ομοιοτήτων. Η αντικειμενιστική και η υποκειμενιστική προσέγγιση δεν αποκλείουν σε αυτές τις περιπτώσεις η μία την άλλη: μπορούμε να επιστρατεύσουμε είτε την μία είτε την άλλη είτε αμφότερες, ανάλογα με το τι ερευνούμε ή περιγράφουμε (ή επιδιώκουμε) κάθε φορά. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη ή όχι «μακεδο­νικού έθνους» ή «μακεδονικής γλώσσας» δεν θα κριθεί αποκλειστικά με αντικειμενιστικούς όρους. Θα καθοριστεί και με όρους υποκειμενιστικού αυτοπροσδιορισμού, συνεπώς αυτό που μπορεί να τεθεί υπό κρίσιν είναι τα όρια του τελευταίου: αν κανείς π.χ. αυτοπροσδιοριστεί ως «ιδιοκτήτης του σπιτιού μας», τότε είναι σαφές ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα.

4. Απόρροια του προηγούμενου σημείου είναι ότι το ονοματολογικό σημαίνον (δηλαδή η σύνδεση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας/ες» με τους εν λόγω σλαβόφωνους πληθυσμούς, την οποία, όπως είδαμε, ενθάρρυνε κάποτε και η ίδια η Ελλάδα) αποτελεί πρόβλημα στον βαθμό που συναρτάται με το αλυτρωτικό σημαινόμενο. Αυτό σίγουρα ισχύει σε σημαντικό βαθμό: ο συγκεκρι­μένος αλυτρωτισμός σαφώς συνδέεται στενά με το όνομα, δεν ταυτίζεται όμως πλήρως με αυτό. Και αυτό διότι, αν η άποψη ότι «το όνομα [ενν. Μακεδονία] είναι το όχημα του αλυτρωτισμού» ίσχυε απολύτως, τότε θα ήταν σαν να ισχυριζόμασταν ότι τα ιστορικά πάθη, οι εθνικισμοί, τα μίση, οι υπαρκτές ιστορίες καταπίεσης και γενικότερα οι μνήμες ενός εν μέρει ζοφερού παρελθόντος, δη­λαδή οι παράγοντες που βρίσκονται στην βάση του αλυτρω­τισμού, εξαρτώνται αποκλειστικά και μόνο από ένα όνομα και θα πάψουν να υπάρχουν, αν αυτό εξαλειφθεί ή τροποποιηθεί. Και αυτό μάλλον δεν το ισχυριζόμαστε, όπως απέδειξαν οι ελληνικές αντιδράσεις στην πρόταση των Σκοπί­ων περί «Δημοκρατίας της Μακεδονί­ας του Ίλιντεν». Κανείς π.χ. δεν αντιπρότεινε εδώ την ονομα­σία «Δημοκρατία του Ίλιντεν» (χωρίς το «Μακεδονία»), αφού θεωρήθηκε ότι η επίκληση της εξέγερσης του Ίλιντεν αποτελεί από μόνη της τον «αλυτρωτισμό αυ­τοπροσώπως». Κατά συνέπεια, έστω και κάπως ανεπεξέργαστα, παραδε­χόμαστε ότι το όνομα «Μακεδονία» είναι μεν το σημαντικό επιφαινόμενο του αλυτρωτισμού όχι όμως και η βαθύτερη βάση του.

5. Ο εθνικισμός δεν είναι μόνο θέμα ιδεολογίας, ιστορίας, πολιτικής ή διεθνών σχέσεων. Είναι και ζήτημα κοινωνικής δομής. Στο πεδίο αυτό, θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ορισμένα χαρακτη­ριστικά κοινά στοιχεία στην κοι­νωνική ανθρωπολογία ενός μέρους του λαού της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ. Η απόλυτη διεκδίκηση π.χ. αποκλειστικότητας ως προς την έννοια της Μακεδονίας μοιάζει να αντα­νακλά μια κοσμοαντίληψη μικρής οικιστικής κλίμακας, περιορισμένων εξωτερικών επαφών και γεωγραφικής περιχαράκωσης στο πλαί­σιο του μη αστικού χώρου, η οποία ανάγεται πι­θανότατα σε οικιστικά και δημογραφικά δε­δομένα των προηγούμενων αιώνων. Στην περίπτωση της Ελλάδας, μάλι­στα, αντιπαρα­γωγική υπήρ­ξε κάπο­τε η μαξιμαλιστική άποψη του «ούτε Μακεδονία ούτε παράγω­γα». Και αυτό διότι στο δού­ναι και λαβείν της διαπραγμάτευσης, η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να δώσει το επίθετο, το οποίο έχει μια πιο ξεκάθαρα γεωγραφική-επιμεριστική διάσταση, προκει­μένου να αποφύγει το ου­σιαστικό. Να διατυπώσει δηλαδή (αντι)προτάσεις, όπως π.χ. «μα­κεδονική Δημοκρατία των Σκοπί­ων» ή ακόμη και «μακεδονική Δη­μοκρατία του Ίλιντεν», αν οι γεί­τονες έδει­χναν ουσια­στική διάθε­ση για μια σύγχρονη, μη αλυτρωτι­κή ανάγνωση και νοη­ματοδότηση του ιστορικού αυ­τού κεφαλαί­ου. Υπό το ίδιο ανθρωπολογικό πρίσμα μπορεί να ερμη­νευθεί και η χαρακτηριστική λο­γική «μικρο­κόσμου» όσον αφορά την αντίληψη στοιχείων του ζητή­ματος: στην μεν ΠΓΔΜ πολλοί αδιαφορούν για το ότι η φανατική διασύνδεση ενός σύγχρονου σλα­βόφωνου πληθυσμού με την αρ­χαία ελληνι­κή Μακεδο­νία θεωρείται έωλη από κάθε εγγράμματο πολίτη στον υπόλοιπο κόσμο, ενώ στην Ελ­λάδα ένα κομμάτι του πληθυσμού υποβαθμίζει χαρακτη­ριστικά το διεθνές τετελε­σμένο της ανα­γνώρισης της γειτονικής χώρας με το όνομα «Μακεδονία» από τις περισσότερες χώρες της υφηλί­ου, στον τύπο, την καθημερινή γλώσσα, κλπ.

Τα ανωτέρω σημεία απλώς υποψιάζουν ακροθιγώς για τον εξαιρετικά σύνθετο χαρακτήρα του συ­γκεκριμένου ζητήματος. Στον κυκεώνα της ιστορικής αυτής ακολουθίας έρχεται να προστεθεί πλέον και η συμφωνία Α. Τσίπρα και Ζ. Ζάεφ. Το σαφώς θετικό της στοιχείο είναι η πρόθεση επίλυ­σης του χρόνιου αυτού ζητήματος, έστω και υπό το κράτος εξωτερικών πιέσεων. Η πρόθεση αυτή αποκτά αξία κυρίως διότι μοιάζει να διέπεται από μια ειλικρινή διάθεση προσέγγισης των μετριο­παθών τμημάτων των δύο λαών, η οποία είναι ο πιο ουσιαστικός τρόπος μακροπρόθεσμης άμβλυν­σης της βάσης του αλυτρωτισμού και όχι απλώς του όποιου ονοματολογικού της επιφαινομένου. Σαφώς θετική είναι και η προοπτική τροποποίη­σης της συνταγματικής ονομασίας της ΠΓΔΜ, αν και το «Βόρεια Μακεδονία» για πολλούς και διάφορους λόγους δεν συνιστά ίσως την βέλτιστη λύση. Προκειμένου να αποσπάσει την συγκεκριμένη τροποποιημένη ονομασία, η ελληνική πλευρά διαχει­ρίστηκε, ωστόσο, με αμφιλεγόμενο τρόπο το θέμα της γλώσσας και της ιθαγένειας. Κατά την δική μας άποψη, η Ελλάδα θα μπορούσε στο θέμα αυτό να αποδεχθεί την εισαγωγή του όρου «ελ­ληνομακεδονικός», που χρησιμοποίησε ο Α. Τσίπρας, για τις ανα­φορές στην ελληνική Μα­κεδονία, προκειμένου η άλλη πλευρά να δεσμευτεί στη χρήση του όρου «σλαβομακεδονικός» ή «μακεδονι­κός σλαβικός» όσον αφορά τη γλώσσα και «βορειομακεδονικός» όσον αφορά την ιθα­γένεια (ούτως ώστε να ενσω­ματώνει και τον αλβανόφωνο πληθυσμό). Υπό το πρίσμα προσεγγίσε­ων στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, η συγκεκριμένη πρόταση μπορεί να μοιάζει επισφαλής ή και επικίνδυνη για την Ελλάδα. Αν, ωστόσο, θεωρήσουμε ότι στην βάση των μονοπω­λιακών αξιώσεων ως προς την έννοια της Μακεδονίας υποκρύπτονται και δομικοί παράγοντες κοινωνικοανθρωπολο­γικής φύσεως, τότε η πρόταση αυτή είναι ίσως η μόνη που μπορεί να λειτουργή­σει ντετερμινιστικά, «αναδιαρ­θρώνοντας» μεσομακροπρόθεσμα την βαθύτερη νοητική δομή της συγκεκριμένης, «μονο­πωλιακής» κοσμοαντί­ληψης και στις δύο πλευρές των συνόρων.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, η διαπραγματευτική διαχείριση του θέματος της γλώσσας και της ιθαγένειας συνιστά ένα σημαντικό πρόβλημα της συμφωνίας. Αν σε αυτό προσθέσει κανείς και το θεσμικό ζήτημα της παράκαμψης της Βουλής κατά την διαδικασία σύναψης της συμφωνίας, τότε η γενική μας άποψη για αυτήν είναι έστω και οριακά αρνητική. Η ευθύνη, εντούτοις, για την κάθε εξέλιξη σε αυτές τις περι­πτώσεις δεν βαρύνει εξ ολοκλήρου την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά καταμερίζεται και στις υπόλοι­πες πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες διαμορφώνουν κι αυτές με την στάση τους το γενι­κότερο κλίμα και πλαίσιο της διαπραγμάτευσης. Αν η άποψή μας για την συμφωνία είναι οριακά αρνητική, κάθε­τα αρνητική είναι η στάση μας απέναντι σε κάθε ακραία, μονόπλευρη και γηπεδι­κή προσέγγιση ενός τόσο σύνθετου ζητήματος. Προδίδοντας εύγλωττα ότι τα προβλήματα πολιτισμι­κής ταυτότη­τας δεν αφορούν μόνο τους σλαβόφωνους της ΠΓΔΜ, οι εκτροπές αυτές του δημο­σίου λόγου υπονομεύουν το μέλλον της Ελλάδας τουλάχιστον εξίσου με τους λιγότερο ή περισ­σότερο επικίνδυνους αλυτρωτισμούς άλλων χωρών.

Advertisements
Κατηγορίες:Ιστορικά, Πολιτικά

Πάσχα με Παναγία Αθηνιώτισσα (;)

Απρίλιος 12, 2017 4 Σχόλια

Σε μια ανοιξιάτικη απογευματινή βόλτα στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, κάποια από τις Παρασκευές πριν το Πάσχα, ίσως φθάσουν στο αυτί οι ψαλμοί των Χαιρετισμών από τον ναό του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη, δίπλα στον λόφο του Φιλοπάππου και στην Πνύκα. Ταυ­τόχρονα, η υπέροχη θέα προς τον βράχο της Ακρόπολης θα μπορούσε ίσως να φέρει στο μυαλό μια «αιρετική» σκέψη για την εποχή μας: πώς θα ήταν άραγε η ίδια θέα το βράδυ της Μεγάλης Παρα­σκευής, αν επάνω στον βράχο λάμβανε χώρα η ακολουθία και περιφορά του επιταφίου; Πώς θα ήταν η εικόνα της Ακρόπολης και των μνημείων της με εκατοντάδες ανθρώπους να κρατούν μέσα στην νύχτα τις αναμμένες λαμπάδες τους και να συμμετέχουν στην τελετή; Μια πρώτη απάντηση μπορεί να έρθει μέσα από μια παραπλήσια εικόνα στην γειτονική Ιταλία. Στην Ρώμη την Μεγάλη Παρασκευή ένα σημαντικό κομμάτι του αρχαίου ιστορικού κέντρου, ο Παλατίνος, η ευρύτερη πε­ριοχή του Φόρουμ και το Κολοσσαίο, μετατρέπονται στο σκηνικό της Via Crucis, της καθολικής λειτουργίας του επιταφίου, χοροστατούντος του ίδιου του Πάπα. Είναι αλήθεια πως η τελετή αυτή, όπως και άλλες ανάλογες παπικές εκδηλώσεις, χαρακτηρίζεται από μια έντονα «συναυλιακή» αι­σθητική, η οποία δεν αποτελεί οπωσδήποτε παράδειγμα προς μίμηση. Αυτή καθαυτή, ωστόσο, η εν­σωμάτωση των αρχαίων μνημείων σε μια σύγχρονη θρησκευτική τελετή δημιουργεί μια διόλου ευ­καταφρόνητη αίσθηση «αναζωογόνησής» τους.

Στην περίπτωση της Ακρόπολης των Αθηνών, βέβαια, ακόμα και η πρόταση να γίνει κάτι ανάλο­γο δεν είναι εύκολο πράγμα. Αντιθέτως, πρόκειται για εκείνες τις περιπτώσεις, όπου αναδεικνύεται ξεκάθαρα ότι –για να παραφράσουμε μια γνωστή φράση– «ακόμη κι ένα γραμμάριο δράσης προϋποθέτει έναν τόνο θεωρίας». Καθίσταται, επίσης, σαφής για άλλη μια φορά ο κρίσιμος ρόλος των θεωρητικών ή ανθρωπιστικών επιστημών, αφού αυτές είναι που καλούνται σε τέτοιες περιστάσεις να αναλύσουν πολύ ευαίσθητα ζητήματα ταυτότητας. Το πόσο ευαίσθητα είναι αυτά προκύπτει αβίαστα και μόνο στην σκέψη των αντιδράσεων, θετικών και αρνητικών, απέναντι στην προοπτική μιας ορθόδοξης Via Crucis στην Ακρόπολη. Η προοπτική αυτή, συνεπώς, θα έπρεπε να τύχει μιας ιδιαίτερα ενδελεχούς θεωρητικής ανάλυσης, το πρώτο βήμα της οποίας είναι πάντα η σα­φής διευκρίνιση της θεωρητικής τοποθέτησης του κάθε εμπλεκομένου σε αυτήν. Σε αυτό το πλαί­σιο, η ιδέα του γράφοντος δεν πηγάζει από κάποια ιδιαίτερη θρησκευτική θέρμη, αλλά από δύο άλλες θεωρητικές αφετηρίες: η πρώτη είναι η διάσταση του πολιτισμικού τουρισμού και η δεύτερη είναι η κριτική ματιά απέναντι στον νεοελληνικό κλασικισμό. Ως προς το πρώτο σημείο, η ενσωμάτωση της Ακρόπολης και του Παρθενώνα σε ένα σύγχρονο θρησκευτικό δρώμενο θα μπορούσε να εξελι­χθεί σε ένα ετήσιο σημείο αναφοράς για τουρίστες από όλο τον κόσμο, χριστιανούς και μη. Για να γίνει αυτό, βέβαια, θα έπρεπε η σχετική τελετή να διακρίνεται και από μια ενδεδειγμένη αισθητική και εδώ ήδη προκύπτουν βάσιμες επιφυλάξεις για τις ρεαλιστικές προοπτικές υλοποίησης μιας τέτοιας πρότασης (βλ. πιο κάτω).

Η δεύτερη θεωρητική αφετηρία συνδέεται με μια ευρύτερη και πολυσύνθετη συζήτηση. Ήδη την περίοδο που εγκαινιάστηκε το νέο Μουσείο της Ακρόπολης είχαμε προσθέσει την φωνή μας στις κριτικές για τον μονοδιάστατα κλασικιστικό χαρακτήρα του. Το νέο μουσείο ήταν και είναι ουσια­στικά ένα μουσείο της αρχαίας, κλασικής Ακρόπολης, το οποίο δεν έθεσε ποτέ ως στόχο την πα­ρουσίαση της ιστορίας και αρχαιολογίας του «ιερού βράχου» μέσα από μια πιο διαχρονική και ανα­στοχαστική ματιά. Σαν αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, δεν γίνεται επαρκώς αντιληπτό ότι ο χώρος της Ακρόπολης ήταν ιερός ήδη πολύ πριν την Κλασική Εποχή και παρέμεινε ιερός και πολύ μετά από αυτήν. Σε αυ­τόν στεγάστηκαν διαδοχικά η κρητομυκηναϊκή θρησκεία της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (πιθανότατα στο μυκηναϊκό ανάκτορο της Ακρόπολης), η ελληνική θρησκεία των ιστορι­κών χρόνων της αρχαιότητας, η χριστιανική θρησκεία (από τα μέσα της 1ης χιλιετίας μ.Χ.) και ακο­λούθως ο ανατολικός χριστιανισμός, ο δυτικός χριστια­νισμός (κατά την Φραγκοκρατία) και το ισλάμ (κατά την Τουρκοκρατία). Από τον 5ο αιώνα π.Χ. και εξής κεντρικό λατρευτικό ρόλο παίζει ο Παρθενώνας, ο οποίος μετατρέπεται διαδοχικά σε Πα­ναγία Αθηνιώτισσα, Santa Maria di Atene και μουσουλμανικό τέμενος, ιδιότητα υπό την οποία και καταστράφηκε το 1687. Μετά την απελευ­θέρωση και την συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους τον 19ο αιώνα παύει πλέον η ως τότε θρη­σκευτική χρήση του χώρου. Η Ακρόπολη διαμορφώνεται τώρα ως αρχαιολογικός χώρος, αποκαθαί­ρεται από τα μη κλασικά της κατάλοιπα και γίνεται σύμ­βολο του δυτικού, κλασικιστικού προσανα­τολισμού της χώρας.

Η αλλαγή αυτή των συνθηκών δεν συνεπάγεται, ωστόσο, ότι έλαβε τέλος και η ευρύτερα θρη­σκευτική πρόσληψη του χώρου. Όπως ορθά τονίζει ο Γ. Χαμηλάκης στο βιβλίο του Το έθνος και τα ερείπιά του, στο πλαίσιο του νεοελληνικού κράτους η αρχαιότητα έχει προ πολλού προσλάβει τον χαρακτήρα ενός είδους εθνικής «κοσμικής θρησκείας», με τις αρχαιότητες γενικότερα, αλλά και τόπους όπως η Ακρόπολη και ο Παρθενώνας ειδικότερα να αντιμετωπίζονται με έναν έκδηλα θρησκευτικό τρόπο. Οι έννοιες π.χ. του «ιερού» και του «προσκυνήματος» είναι τόσο συνυφασμένες με συγκεκριμένες αρχαιότητες όσο και οι λέξεις-κλειδιά που θα ακούγονταν από αρκετούς συμπολίτες μας στο άκουσμα και μόνον της πρότασης να γίνεται κάθε χρόνο στην Ακρόπολη ακολουθία της Μ. Παρασκευής: «βεβήλωση», «ιεροσυλία», «προσβολή του χώρου», «ντροπή», κ.ά. Λέξεις που παραπέμπουν ξεκάθαρα σε μια θρησκευτική αντίληψη της αρχαιότητας και των αρχαιολογικών χώρων. Αν, όμως, η Ακρόπολη παραμένει ναός, ένας ιδιότυπος ναός του κλασικισμού, τότε γιατί δεν θα μπορούσε μια-δυο μέρες ίσως τον χρόνο να παραχω­ρείται προς χρήση και σε άλλες θρησκείες που έχουν συνδεθεί αποδεδειγμένα και στενά με την ιστορική της διαδρο­μή;

Η χρήση του πληθυντικού («θρησκείες») παραπέμπει στο ότι, αν η Ακρόπολη παραχωρούνταν π.χ. ένα απόγευμα τον χρόνο στην ορθόδοξη εκκλησία, τότε ενδεχομένως το ίδιο θα διεκδικούσαν και άλλες θρησκευτικές ομάδες. Για παράδειγμα, αρκετοί οξύθυμοι συμπολίτες μας που συμμε­τέχουν σε δρώμενα αναβίωσης της αρχαιοελληνικής θρησκείας θα διεκδικούσαν με πολύ πιο έντο­νο ίσως τρόπο την δυνατότητα χρήσης του χώρου για κάποιες δικές τους τελετές. Και είναι αλήθεια ότι μια τυχόν προνομιακή μεταχείριση της ελλαδικής εκκλησίας στο θέμα αυτό, ακόμη και νομότυ­πη, δεν θα εξαγρίωνε μόνο τους συμπολίτες μας εκείνους που θεωρούν ότι ζουν στην Ύστερη Αρ­χαιότητα (την περίοδο της ποικιλόμορφης συμβίωσης του πρώιμου χριστιανισμού με τον ύστερο ελληνορω­μαϊκό πολιτισμό), αλλά θα ερχόταν σε αντίθεση και με ένα πιο σύγχρονο αισθητήριο περί ισοτι­μίας. Τι θα συνέβαινε, περαιτέρω, αν το ίδιο δικαίωμα διεκδικούσαν και οι εν Ελλάδι μουσουλ­μάνοι ή κάποιοι εξ αυτών; Ο Παρθενώνας λειτούργησε για αρκετούς αιώνες ως τζαμί, ήταν μάλιστα «το ομορφότερο τζαμί του κόσμου» σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπή. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο σύγχρονος κλασικισμός θα μπορούσε θεωρητικά να καταλήξει σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις. Από την μια μεριά θα μπορούσε να απορρίψει μετά βδελυγμίας την προοπτική αυτή, θεωρώντας την βάναυση προσβολή του δυτικού κόσμου (και της κλασικιστικής του αναγωγής). Από την άλλη μεριά θα μπορούσε να προσεγγίσει το ζήτημα υπό το πρίσμα της «ανυπέρβλητης ανωτερότητας» και «του μεγαλείου» του κλασικού πολιτισμού, από την λάμψη του οποίου επιζη­τούν να φωτιστούν όλες οι μεταγενέστερες θρησκευτικές-πολιτισμικές εκφάνσεις. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη αμ­φιβολία ότι στην εποχή μας θα κυριαρχούσε η πρώτη προσέγγιση, καταδεικνύοντας εύγλωττα τον ρόλο του εκάστοτε ιστορικού πλαισίου όσον αφορά τις σχετικές απόψεις και επιλογές.

Μια ανάλογη θεωρητική διχοτομία θα μπορούσε να προκύψει και στους κόλπους των εκφραστών του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας. Από την μια μεριά η Ακρόπολη αποτελεί το αναμφι­σβήτητο σύμβολο του προσανατολισμού αυτού, καθώς δεν παραπέμπει μόνο ή τόσο στην ίδια την κλασική αρχαιότητα όσο στην δυτική της πρόσληψη. Συνεπώς, λειτουργεί ως αντιπρόσωπος ουσια­στικά της ίδιας της Δύσης στο νεοελληνικό κράτος, το οποίο συγκλίνοντας με την κλασική αρ­χαιότητα θεωρεί πως συγκλίνει αυτόματα και με την Δύση. Από την άλλη μεριά, από ορισμένους εκφρα­στές της ίδιας τάσης τονίζεται συχνά ο αντιπαραγωγικός χαρακτήρας του νεοελληνικού ατα­βισμού, δη­λαδή της στείρας προγονολατρικής προσκόλλησης στο μακρινό κλασικό παρελθόν. Μιας προ­σκόλλησης, που καταλήγει στο να μην δίνεται η δέουσα έμφαση στις πιο πρόσφατες πολιτισμι­κές καταβολές, οι οποίες σχετίζονται πολύ περισσότερο με τα φαινόμενα του παρόντος και δυσχε­ραίνουν την ουσιαστική σύγκλιση με την Δύση. Υπό αυτό το πρίσμα, επομένως, η «διατάραξη» του κλασικιστικού προτύπου στην ίδια την καρδιά του, την Ακρόπολη των Αθηνών, θα μπορούσε, έστω και έμμεσα, να διασαλεύσει κάποια στοιχεία του ατα­βισμού αυτού και να εμπλουτίσει την συλλογική συνείδηση με μια πιο διαχρονική διάσταση για την πολιτισμική ταυτότητα.

Τα ζητήματα όμως δεν σταματούν εδώ. Αναφέραμε και πιο πάνω ότι μια ενδεχόμενη ορθόδοξη Via Crucis επάνω στην Ακρόπολη θα προϋπέθετε και μια συγκεκριμένη αισθητική. Κάναμε ήδη αναφορά στις αμφιβόλου αισθητικής πινελιές της παπικής εκκλησίας σε πολλές ανάλογες εκδηλώσεις. Αντίστοιχες, σοβαρές αμφιβολίες εγείρονται και σε σχέση με την ελλαδική εκκλησία, η οποία ως αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας, στην οποία ανήκει, μοιράζεται ενίοτε με αυτήν αρκετές εκφάνσεις προβληματικής αισθητικής. Οι ασύδοτα εκκωφαντικές κωδωνοκρουσίες στον πυκνοκατοικημένο αστικό χώρο, η αντίληψη νυχτερινού κέντρου όσον αφορά τα ντεσιμπέλ εντός και εκτός των εκκλησιών, οι περιπτώσεις τοποθέτησης μικροφωνικών εγκαταστάσεων ακόμα και σε ναούς-μνημεία σχετικά μικρού μεγέθους, όπως η Παναγία Γοργοεπήκοος, ή οι κιτς φωτεινοί σταυροί συνιστούν δείγματα μιας αισθητικής κουλτούρας που δύσκολα θα επιθυμούσε κανείς να την δει να ξετυλίγεται επάνω στην Ακρόπολη. Το ίδιο ισχύει και για την πιθανότητα η εκκλησιαστική ακολουθία να συνοδευτεί από κηρύγματα γνωστής θεολογικής κενότητας και συνακόλουθης εθνικοπατριωτικής έξαρσης ή ακόμη και κηρύγματα μίσους προς άλλες ομάδες ανθρώπων. Από την άλλη μεριά, τα περισσότερα από αυτά φαντάζουν ομολογουμένως απλά πταίσματα μπροστά στην αισθητική προσέγγιση των διαφόρων σύγχρονων δωδεκαθεϊστικών δρωμένων.

Υπό το πρίσμα αυτό, το κλασικιστικό μονοπώλιο επί των μνημείων της Ακρόπολης προσφέρει τουλάχιστον μια διευθέτηση των πραγμάτων που ίσως να μην είναι η καλύτερη δυνατή, αλλά πιθανώς να είναι η επί του παρόντος λιγότερο κακή. Από ιδεολογικής πλευράς, αποτρέπει έναν ακόμα γύρο οξείας μανιχαϊστικής αντιπαράθεσης μεταξύ φιλοχριστιανών και αντιχριστιανών, ευρωπαϊστών και αντιευρωπαϊστών, κλασικιστών και αντικλασικιστών και άλλων πολλών. Από αισθητικής πλευράς, στην άχρωμη κλασικιστική τους υπόσταση, τα μνημεία της Ακρόπολης είναι τουλάχιστον προστατευμένα από συγκεκριμένες πτυχές της νεοελληνικής αισθητικής. Πτυχές, ωστόσο, που, όσο κι αν για ορισμένους εξ ημών είναι ανυπόφορες και εκτός κλασικιστικής συνάφειας, η αντίθεση προς αυτές συνιστά ως έναν βαθμό κυκλικό συλλογισμό: πηγάζει, δηλαδή, μέσα από την ίδια την σύγχρονη κλασικιστική αντίληψη. Αν, παρόλα αυτά, στα παραπάνω προσθέσει κανείς και τις διάφορες πρακτικές δυσχέρειες εξαιτίας των διαρκών αναστηλωτικών εργασιών στα μνημεία της Ακρόπολης, είναι σαφές ότι οι σκέψεις που εκτέθηκαν εδώ μοιάζουν για την ώρα με απλό θεωρητικό γύμνασμα. Και η εικόνα μιας λιτής, κατανυκτικής ακολουθίας της Μ. Παρασκευής επάνω στην Ακρόπολη, υπό το φυσικό φως των λαμπάδων και το βάρος των αιώνων, θα συνιστά μάλλον για καιρό ακόμα όνειρο εαρινής νυκτός. Άλλωστε, είναι αλήθεια πως η ίδια η μακραίωνη ιστορία της Ακρόπολης διδάσκει ότι σε αυτήν υπήρχε κάθε φορά χώρος για μία μόνο θρησκεία…

Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα (Διάλεξη στη Νομική Βιβλιοθήκη, 12/02/2016)

Νοέμβριος 27, 2016 4 Σχόλια

Την Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016 πραγματοποιήθηκε διάλεξη του γράφοντος στην Νομική Βιβλιοθήκη με θέμα «Ιστορική-κοινωνική θεωρία και δημόσιος λόγος στην Ελλάδα». Η διάλεξη έλαβε χώρα στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού βραχίονα της Νομικής Βιβλιοθήκης, στο μάθημα Γενικής Παιδείας του τμήματος προετοιμασίας για τις εξετάσεις στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Θα ήθελα από την θέση αυτή να ευχαριστήσω τον διδάσκοντα του μαθήματος Γενικής Παιδείας, Δρ. Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και εκλεκτό φίλο Κώστα Τσίνα για την πρόσκληση. Θα ήθελα, επίσης, να ευχαριστήσω όσους παρευρέθησαν στην διάλεξη για το εξαιρετικό ενδιαφέρον τους για τα θέματα που αναπτύχθηκαν και για την γόνιμη και ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε.

Σκοπός της διάλεξης ήταν να διερευνήσει την ποιότητα του δημοσίου λόγου στην Ελλάδα, ιδίως κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, υπό το πρίσμα ορισμένων πολύ βασικών πτυχών ιστορικής και κοινωνικής θεωρίας. Μεταξύ των θεμάτων της διάλεξης ανήκουν και πολλά σημεία που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο άρθρων του παρόντος ιστολογίου. Αυτό που κυρίως τονίστηκε είναι ο ιδιαίτερα προβληματικός χαρακτήρας της διαρκούς και ταυτόχρονα αμιγώς εμπειροτεχνικής δημόσιας ενασχόλησης με την κοινωνία. Της ενασχόλησης, δηλαδή, εκείνης, η οποία, σε μια εποχή προϊούσας εξειδίκευσης των γνώσης, συνήθως στερείται ακόμη και του πιο βασικού, εγκυκλοπαιδικού γνωστικού υποβάθρου όσον αφορά την επιστημονική μελέτη των κοινωνιών. Σαν αποτέλεσμα, η συχνά ακραία οξύτητα των χαρακτηρισμών και των αξιολογικών κρίσεων που διακρίνει τον δημόσιο λόγο στην Ελλάδα βασίζεται ενίοτε σε ιστορικές και θεωρητικές αντιλήψεις προηγούμενων αιώνων, π.χ. σε απλουστευτικές εκδοχές εξελικτισμού και θετικισμού. Κατά συνέπεια, εμφανίζεται ως επιτακτική ανάγκη η πιο στενή αναστροφή των εκφραστών του δημοσίου λόγου με την ευρύτερη κοινωνική θεωρία. Με δεδομένη, τέλος, την παραδοσιακά στενή σύνδεση μεταξύ νομικής και πολιτικής, η μεγαλύτερη προσέγγιση των δύο αυτών χώρων με την επιστημονική μελέτη της κοινωνίας θα μπορούσε να αποφέρει στο μέλλον ιδιαίτερα σημαντικούς καρπούς προς όφελος όλων. Ακολουθεί το βίντεο της διάλεξης, την οποία μπορεί κανείς να παρακολουθήσει σε συνδυασμό με τις διαφάνειες.

Fior d’ Occidente

Δεκέμβριος 30, 2012 Σχολιάστε

Στο εναρκτήριο κείμενο αυτού του ιστολογίου αναπτύξαμε με την μορφή μιας γενικής εισαγωγής τον κύριο άξονα του διαδικτυακού αυτού εγχειρήματος, δηλαδή την προβληματική εκείνη που αποτελεί το βασικό του θέμα και σε ένα λίγο πιο προχωρημένο στάδιο θα κάνει δυναμικότερα την εμφάνισή της στο πλαίσιο των αναρτήσεων. Πρόκειται για την αναθεώρηση του τρό­που, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε ό,τι μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ελληνική ταυτότητα», ιδίως σε σχέση με το παλαιό υπαρξιακό ερώτημα, το γνωστό και ακόμη επίκαιρο δίλημμα περί του πού ανήκει ο ελληνικός κόσμος: στην  Ανατολή ή στη Δύση; Στο αρχικό εκείνο κείμενο πα­ραθέσαμε ένα χρονολογικό παράδειγμα για να καταδείξουμε, εν είδει ενός πρώτου υπαινιγμού, την εγγενή αστοχία του συγκεκριμένου διλήμματος: παραπέμψαμε σε μια τυχαία ιστορική περί­οδο, στην Ύστερη Αρχαιότητα, και καλέσαμε τον αναγνώστη να αναλογιστεί αν το νεοελληνικό υπαρ­ξιακό δίλημμα περί της «Ανατολής» και της «Δύσης» θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε εφαρ­μογή ή οποιοδήποτε νόημα σε αυτή την περίπτωση. Επισημάναμε, επίσης, ότι εάν η συγκε­κρι­μένη, συχνά σχε­δόν γηπεδικού τύπου διχογνωμία αποδεικνυόταν ως μια εντελώς εσφαλμένη βάση για την με­λέτη της πολιτιστικής ταυτότητας, τότε θα έπαιρνε μαζί της και μια ολόκληρη σχολή σκέψης περί του «ελληνικού προβλήματος» και των κατευθύνσεων που θα πρέπει να ακο­λουθή­σει η σύγ­χρονη Ελλάδα ως προς την φιλοσοφία της κρατικής της θεμελίωσης και υπόστα­σης.

Οθωμανική «Ανατολή» χωρίς Οθωμανούς...

Οθωμανική «Ανατολή» χωρίς Οθωμανούς…

Αξίζει εδώ να τονίσουμε ότι ο εν λόγω προβληματισμός δεν χαρακτηρίζει μόνον Νεοέλληνες διανοουμένους, αλλά και ορισμένους μεγαλόσχημους οραματιστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, το ερώτημα «Ανατολή ή Δύση;» επανήλθε πριν από κάποιον καιρό στο στόμα του βετεράνου Γάλλου ευρωπαϊστή πολιτικού Βαλερύ Ζισκάρ ντ΄ Εστέν. «Η Ελλάδα είναι χώρα της Ανατολής και δεν έπρεπε να την δεχθούμε στην Ευρώπη» δήλωσε ο Ζι­σκάρ ντ΄ Εστέν, ο οποίος καταφεύγοντας στην επιφανειακή και ρηχή συνθηματολογία περί «Δύσης» και «Ανα­τολής» έκανε κάτι παραπάνω από το να μεταθέσει φοβικά τις δικές του ιστο­ρικές ευθύνες για την ευρωκρίση σε άλλους παράγοντες: ενίσχυσε την ανησυχητική υποψία ότι τα θεμέλια της Ενωμένης Ευρώπης ήταν εξαρχής εξίσου σαθρά με αυτά του νεοελληνικού κρά­τους. Και καθώς η έννοια της «Ανατολής» στην περίπτωση της Ελλάδας έχει συνήθως ως στόχο να συ­σχετίσει τις νεοελληνικές παθογένειες με το οθωμανικό παρελθόν της Βαλκανικής, αξίζει να αφιερώσουμε στον κ. ντ΄ Εστέν και στους εν Ελλάδι ένθερμους θιασώτες της αντικατάστα­σης της «φουστανέλας» από το «φράκο» έναν δεύ­τερο υπαινιγμό, αυτή την φορά γεωγραφικό παρά χρονολογικό, για την προβληματική φύση του διπόλου Ανατολή-Δύση.

Την φορά αυτή, λοιπόν, δεν θα μεταφερθούμε σε μια άλλη εποχή, όπως με το παράδειγμα της Ύστερης Αρχαιότητας, αλλά σε μια γεωγραφική περιοχή. Πρόκειται για το Ιόνιο πέλαγος και το νοτιότερο (πλην Κυθήρων) νησί του, την Ζάκυνθο. Το νησί αυτό βρέθηκε πριν λίγους μήνες στο επίκε­ντρο της δημοσιότητας με αφορμή την σκανδαλώδη υπόθεση των ψευδών προνοιακών επιδο­μάτων. Όπως και σε άλλες περιοχές της χώρας, έτσι και στην Ζάκυνθο, «αποκαλύφθηκε» το κοινό μυστικό, ότι, δηλαδή, ένας μεγάλος αριθμός συμπολιτών μας λάμβανε κρατικά επιδό­ματα για παθήσεις που υπήρχαν μόνον στα χαρτιά. Το ιδιαίτερο στοιχείο στην περίπτωση της Ζακύν­θου αφορούσε το επίδομα τυφλότητας. Από τους περίπου 400 ανθρώπους που είχαν δη­λώσει τυφλοί, ώστε να δικαιούνται το σχετικό επίδομα, αποδείχθηκε ότι μόνον…34 ήταν πραγ­ματικά αόμματοι. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των «τυφλών», άνω του 80%, δεν είχε στην πραγματι­κότητα κανένα σοβαρό πρόβλημα όρασης. Το πρόβλημα των πολιτών αυτών, τουλά­χιστον σύμφωνα με την συνήθη προσέγγιση του θέματος, δεν ήταν στα μάτια, αλλά στην νοο­τροπία. Όπως και σε άλλες περιοχές τις χώρες, έτσι και στο νησί αυτό του Ιονίου ένας μεγάλος αριθμός πολιτών δεν δίστασε να διαπλακεί με διεφθαρμένους υπαλλήλους και τοπικούς άρχο­ντες προ­κειμένου όλοι μαζί να εξαπατήσουν το κεντρικό ταμείο του κράτους, περίπου 300 χλμ. πιο ανα­τολικά. Μάλλον δεν αμφιβάλει κανείς ότι τον άξονα αυτής της διαδικασίας αποτέλεσε η πελα­τειακή συναλλαγή μεταξύ των πολιτών και ορισμένων υποψηφίων πολιτευτών του νησιού, η πρακτική, δηλαδή, που είναι γνωστή με την (μάλλον αραβικής προελεύσεως) τουρκική λέξη «ρουσφέτι» (rüşvet). Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη κλασικό πα­ράδειγμα που μοιάζει να επιβεβαιώνει το ερμηνευτικό σχήμα «Ανατολή-Δύση». Οι πολίτες της Ζακύνθου επέδειξαν την γνωστή εκείνη «ανατολίτικη» συμπεριφορά έναντι του κράτους που, σύμφωνα με την δυτικόφρονα διανόηση στην χώρα μας (ή τον κ. Ζισκάρ ντ΄ Εστέν), είναι η αι­τία της νεοελληνικής κρατικής κακοδαιμονίας. Το οθωμανικό αυτό κατάλοιπο πρέπει, κατά την άποψη αυτή, να αποβληθεί το ταχύτερο και να αντικατασταθεί από μια εξευρωπαϊσμένη ατο­μική νοοτροπία σεβασμού των νόμων, του κρατικού ταμείου και του ευρύτερου κοινωνικού συ­νόλου.

Η αντίληψη αυτή μάς είναι πια τόσο οικεία, ξεκάθαρη και πειστική, ώστε δύσκολα φαντάζεται κανείς πως, ειδικά σε περιπτώσεις όπως αυτή της Ζακύνθου, αρκούν μερικά εντελώς απλά, εγκυκλοπαιδικής φύσεως δεδομένα για να υποσκάψουν καίρια την ισχύ της. Το πρόβλημα, δη­λαδή, στο παράδειγμά μας είναι μια πολύ βασική, ιστορικού χα­ρακτήρα περιπλοκή: η Ζάκυνθος δεν υπήρξε ποτέ κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου (με εξαίρεση την Λευκάδα που βρέθηκε υπό τουρκική κατοχή επί περίπου 200 χρόνια, 1479-1684). Για την ακρίβεια, η Ζά­κυνθος όχι μόνον δεν γνώρισε Τουρ­κο­κρατία, αλλά για ένα μακρότατο χρονικό διάστημα, που ξεκινά αρκετά πριν την Τουρκοκρα­τία στις άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου, βρέθηκε υπό την κυριαρχία δυτικών δυνάμεων. Από το 1185, όταν αποσπάστηκε από την Βυζαντινή Αυτο­κρατορία, έως και το 1864, όταν έγινε η ένωση των Επτανήσων με το νεοελληνικό κράτος, δη­λαδή επί σχεδόν 7 αιώνες, η Ζάκυνθος βρέθηκε υπό την κατοχή, επικυριαρχία ή «προστασία» των Νορμανδών της Σικελίας, γαλλικών οίκων (d’ An­jou), ιταλικών οίκων (Orsini και Tocco), των Ενετών, των Γάλλων (1797-1799), κα­θώς και των Άγγλων (1815-1864). Από την περίοδο της Ενετοκρατίας προέρχεται και το γνωστό προσωνύμιο του νησιού ως Fior di Levante («Άνθος της Aνατολής»).

Όπως, βέβαια, δείχνει η ιστορική πορεία της Ζακύνθου και άλλων νησιών του Ιονίου, εδώ ο όρος «Ανατολή» δεν είχε ποτέ το οθωμανικό-βαλκανικό σημαινόμενο, με το οποίο γίνεται αντι­ληπτός στο πλαίσιο του διπόλου «Ανατολή-Δύση». Αντιθέτως, την εποχή που σε άλλες περιοχές της Ελλάδας άρχιζε η οθωμανική «Ανατολή», τόποι όπως η Ζάκυνθος είχαν ήδη προ πολλού περιέλθει στην ευρύτερη επικράτεια της «Δύσης», στην οποία και παρέμειναν ως την ενσωμά­τωσή τους στο σύγχρονο ελληνικό κράτος. Με αυτό τον τρόπο διέγραψαν μια ιστορική δια­δρομή που κα­νονικά θα έπρεπε να προκαλεί…ενθουσιασμό σε πολλούς ένθερμους ευρωπαϊστές και δυτικι­στές στην Ελλάδα. Ιδίως σε όσους πάντοτε –και ειδικά σε περιόδους σαν αυτή που ζούμε σήμερα– καλοβλέπουν την ιδέα «να έρθουν να μας κυβερνήσουν οι ξένοι», όταν, βεβαίως, ως «ξένοι» νοούνται οι Δυτικοευρωπαίοι. Στην περίπτωση της Ζακύνθου, λοιπόν, έχουμε να κά­νουμε με μια περιοχή της χώρας που την κυβέρνησαν πραγματικά οι ξένοι –ή τουλάχιστον οι ξένοι της αρεσκείας μας– και μάλιστα επί επτά ολόκληρους αιώνες. Κι όμως, καθώς φαίνεται, άνθρακες ο θησαυρός… Η ιστορία των επιδομάτων τυφλότητας στους εκατοντάδες Ζακύνθιους ψευδοτυφλούς δείχνει ότι, όπως και σε άλλα σημεία της επικράτειας του ελληνικού κράτους, έτσι και στο εν λόγω Fior dOccidente, στο «Άνθος της Δύσεως», κυριαρχούν τα ήθη της «Ανατο­λής». Πώς συνέβη αυτό; Τι…πήγε τόσο στραβά σε αυτή την περίπτωση ως προς την σχέση του δόγματος «Δύση-Ανατολή» με την πραγματικότητα;

Η πιο πιθανή απάντηση που ίσως θα λάμβανε κανείς είναι ότι «ναι, εντάξει, ήταν επτά αιώνες υπό δυτική κατοχή, αλλά εδώ και σχεδόν 150 χρόνια η Ζάκυνθος είναι ενσω­ματωμένη στο ελληνικό κράτος». Κάτι που με άλλα λόγια σημαίνει ότι στο χρονικό αυτό διά­στημα τα «ανατολίτικα» ήθη προφανώς παρεισέφρησαν και στα άλλοτε δυτικίζοντα Ιόνια νη­σιά, αλλοτριώνοντάς τα με τις γνωστές εκείνες παθογένειες-εκφάνσεις της «οθωμανικής» ή «βαλκανικής» μιζέριας. Το πρόβλημα, ωστόσο, με αυτή την άποψη είναι ότι ακυρώνει την ίδια την αφετηρία της θέσης, την οποία προσπαθεί να «σώσει». Και τούτο διότι η αρχική αυτή θέση επενδύει σε μια ξεκάθαρα μακροϊστορική προσέγγιση, επικαλούμενη το μεγάλο χρονικό διάστημα των «αιώνων της Τουρκοκρατίας» και την μακροχρόνια και βαθιά επίδραση που αυτοί άσκησαν στους ελληνικούς πληθυσμούς. Συνεπώς, αν τώρα ισχυριστεί κανείς ότι 100-150 χρό­νια είναι αρκετά ώστε να αλλάξουν άρδην κάποια βασικά στοιχεία των νοοτροπιών και των προτύπων συμπεριφοράς σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, τότε θέτει σε αμφισβήτηση την διακηρυχθείσα μακροϊστορική φύση του φαινομένου. Ή ομολογεί εμμέσως ότι δεν υπήρξε ποτέ μια συστημα­τική μελέτη του που να προηγήθηκε της διατύπωσης των συγκεκριμένων απόψεων. Εκτός αυ­τού, αν τα 150 αυτά χρόνια ήταν αρκετά για να εξαλείψουν τα «δυτικά ήθη» στην περί­πτωση της Ζακύνθου, τότε πώς το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα δεν στάθηκε αρκετό για να εξα­λείψει τα «ανατολικά ήθη» στην περίπτωση π.χ. της ηπειρωτικής Ελλάδας, η οποία ήδη από το 1830 και εφεξής προσπαθεί να διοικηθεί βάσει δυτικοευρωπαϊκής προελεύσεως κρατικών δο­μών, θεσμών, πολιτικών θεωριών, ιδεολογικών τάσεων, δυτικοτραφέντων πολιτικών και διανο­ουμένων και –για ένα σημαντικό διάστημα– και κεντροευρωπαϊκών βασιλικών δυναστειών; Γιατί εδώ το δυτι­κοευρωπαϊκό αυτό υπέρστρωμα (superstratum) όχι μόνον δεν εξάλειψε το υπο­τιθέμενο «ανατο­λικό» υπόστρωμα, αλλά το τελευταίο κατάφερε να…μολύνει ακόμη και περιοχές του ίδιου κρά­τους με προϋπάρχουσες δυτικίζουσες καταβολές;

Όπως ίσως αντιλαμβάνεται κανείς, το πρόβλημα με αυτά τα ζητήματα δεν είναι τόσο η δυσκο­λία των απαντήσεων που αναζητούνται, αλλά μάλλον ο προβληματικός χαρακτήρας των ερω­τήσεων που έχουν προηγηθεί. Σε αυτές τις πε­ριπτώσεις ο ορθός τρόπος για να προσεγγίσει κα­νείς τα φαινόμενα είναι μάλλον να επιδιώξει μια τελείως διαφορετική βάση για την μελέτη τους. Μια βάση, η οποία να επιτρέπει την διερεύνηση της πραγματικής προέλευσης της πολιτιστικής ταυτότητας ενός πληθυσμού και όχι απλώς της μετα­γενέστερης, εφήμερης αλληλεπίδρασης κά­ποιων στοιχείων της με άλλες πολιτιστικές σφαίρες. Αν και λόγω απρόβλεπτων, ανθρωπογενών παραγόντων η νέα αυτή ερευνητική αφετηρία δεν μπόρεσε να δρομολογηθεί εντός του 2012, οι διαχειριστές της ελληνικής και της ευρωπαϊκής χρεοκοπίας φρόντισαν να μην χάσει τίποτα από την επικαι­ρότητά της. Διότι, καθώς η προφητεία των Μάγια για το τέλος του κόσμου αποδείχθηκε πλέον εξίσου ακριβής με την πρόβλεψη ενός…άλλου προφήτη περί της εξόδου της χώρας στις αγορές την ίδια περίπου περίοδο, η κρίση θα μας συνοδεύσει αδιάκοπη και το νέο έτος. Αυτή την φορά, όμως, ίσως μπορέσουμε να την προσεγγίσουμε μέσα από ένα νέο επιστημονικό πρίσμα.

Ε.Ε. και (αν)ιστορικές προκλήσεις

Δεκέμβριος 2, 2012 2 Σχόλια

Η πρόσφατη, σαφής ομολογία του W. Schäuble από του βήματος της γερμανικής βουλής ότι μια έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα μπορούσε να προκαλέσει την κατάρρευση της ευρωζώνης μάλλον δεν θα απασχολήσει ιδιαίτερα το εν Ελλάδι ένθερμο μνημονιακό μπλοκ. Είναι, άλλωστε, σα­φές πλέον ότι ακόμη και ο ίδιος ο Θεός να εμφανιζόταν και να επαναλάμβανε την δήλωση του Schäuble, διαβεβαιώνοντας για την ορθότητά της και για τις προφανείς διαπραγματευτικές δυ­νατότητες που θα σήμαινε αυτό για την Ελλάδα και γενικότερα τον μεσογειακό νότο, το πιθανό­τερο είναι να εγκαλούσαν και Αυτόν για διαπλοκή με το «λόμπι της δραχμής». Ίσως, μάλιστα, να Του χρέωναν και μυωπική αντίληψη της ιστορίας και των προκλήσεών της. Και αυτό διότι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επιχειρήματα που ακούμε συνήθως από αρκετούς ευρωπαΐζοντες δια­νοούμενους ή πανεπιστημιακούς είναι η βαθιά τους πεποίθηση ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι περίπου η μοίρα και η ιστορική νομοτέλεια της Ευρώπης. Είναι το φωτεινό μέλ­λον της ηπείρου, στο οποίο πρέπει αναντίρρητα να προσδεθεί και η Ελλάδα, και το οποίο οι μύ­ωπες του ευρωσκεπτικισμού δεν αντιλαμβάνονται, εμμένοντας στις –κατά τους σχολιαστές αυ­τούς– σχεδόν παλαιοημερολογητικού στιλ απόψεις τους. Η ελαφρώς μεσσιανική αυτή προσέγ­γιση της ευρωπαϊκής ιστορίας έχει σαν αποτέλεσμα να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της διάφο­ρες πτυχές του εγχειρήματος της Ενωμένης Ευρώπης. Και, όπως συμβαίνει συνήθως στις περι­πτώσεις που η ιστορία οράται από την σκοπιά τάσεων περίπου θρησκευτικού χαρακτήρα, η αντίληψη της ιστορίας, των εξελί­ξεων και των προκλήσεών της κινδυνεύει να υποστεί βα­ριές στρεβλώσεις. Αξίζει να δούμε τρία ενδεικτικά παραδείγματα αυ­τού του είδους των ερμηνευτικών στρεβλώ­σεων της ιστορίας.

Ευρώπη: εικόνα από το παρελθόν ή από το μέλλον;

Ευρώπη: εικόνα από το παρελθόν ή από το μέλλον;

Το πρώτο παράδειγμα είναι ο ρόλος της Ε.Ε. στην εδραίωση της ειρήνης στην μεταπολεμική Ευ­ρώπη. Η πρόσφατη απονομή του νόμπελ ειρήνης στην Ε.Ε. για την θεωρούμενη ως αναμφισβή­τητη συνεισφορά της στον τομέα αυτό ήρθε να επιβεβαιώσει την αντίστοιχη άποψη των ένθερ­μων υποστηρικτών της Ενωμένης Ευρώπης: οι περίπου επτά δεκαετίες ειρήνης που ακο­λούθη­σαν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τουλάχιστον στην δυτική Ευρώπη, οφείλονται στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το συμπέρασμα μοιάζει εντελώς λογικό, σχεδόν αναμ­φι­σβήτητο. Κι όμως, εκκινώντας από μια λίγο πιο απροκατάληπτη βάση σκέψης, τα ίδια ιστο­ρικά δεδομένα μπορούν να ερμηνευθούν πολύ διαφορετικά. Όποιος έχει δει τις εικόνες με τα ερείπια των γερμανικών πόλεων στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (π.χ. της Δρέσδης ή της Νυρεμ­βέργης), καταλαβαίνει αμέσως ότι οι δεκαετίες της ειρήνης που ακολούθησαν ήταν ου­σιαστικά προδιαγεγραμμένες. H βασική υπαίτιος των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, η Γερμανία, είχε μετα­βληθεί πλέον σε έναν κατεχόμενο σωρό ερειπίων, με αποδεκατισμένο τον μάχιμο πλη­θυσμό της. Οι «Γυναίκες των Ερειπίων», οι Trümmerfrauen, δεν θα μπορούσαν να έχουν ποτέ στο μυαλό τους την προετοιμασία κάποιας νέας πολεμικής αναμέτρησης. Αν μετά τον Α΄ Πα­γκόσμιο Πό­λεμο η Γερμανία είχε ακόμη δυνάμεις για να ανασυγκροτήσει, μετά τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μαζί κάτι τέτοιο ήταν εντελώς αδύνατον. Εκτός αυτού, είναι κοινός τόπος στην ιστορία ότι περίοδοι ιδιαίτερα καταστρεπτικών πολεμικών συρράξεων ακολουθούνται σχε­δόν νομο­τε­λειακά από περιόδους ειρήνης και ειρηνιστικών ιδεολογικών τάσεων από τις με­ταπο­λεμικές γε­νεές. Υπό το πρίσμα αυτό αντιλαμβάνεται κανείς ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ολο­κλήρωσης υπήρξε περισσότερο το αποτέλεσμα της αναπόφευκτης μεταπολεμικής περιόδου ει­ρήνης και όχι η αιτία της. Το γεγονός ότι αυτή η μάλλον προφανής ερμηνευτική οπτική απου­σιάζει πλήρως στον λόγο πολλών ευρωπαϊστών διανοουμένων στην Ελλάδα προδί­δει χαρα­κτηριστικά ότι η προσέγγισή τους ξεκινά περισσότερο από συχνά καλώς εννοούμενο, πλην όμως άκριτο φιλοευ­ρωπαϊσμό και λιγότερο από ψυχρή αποτίμηση των δεδομένων.

Το δεύτερο παράδειγμα προκατειλημμένης ιστορικής προσέγγισης αφορά ειδικότερα το σκέλος της οικο­νομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης. Πρόκειται για την μάλλον ρομα­ντική άποψη ότι η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης είναι η φυσική απόληξη του μεταπολεμικού οράματος της γενικότερης ευρωπαϊκής ενο­ποίησης. Έχει, δηλαδή, ως χρονική της αφετηρία την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στοχεύει στην ισότιμη συνένωση των οικονομιών μιας σειράς επιμέρους κρατών, τα οποία υποτίθεται ότι δεν έχουν καμιά άλλη «ατζέντα» πλην του οράματος της Ενωμένης Ευρώπης. Στο σημείο αυτό, θα ανέμενε κανείς του­λάχιστον από ορισμένους ακαδημαϊκούς σχολιαστές, προερχόμενους ενίοτε από χώρους με κάποια επαφή προς την ιστορική, πολιτική και οικονομική ιστορία, να είναι ίσως λίγο πιο προσεκτικοί στην έκφραση τέτοιου είδους, ελαφρώς αστόχαστων ευρωπαϊστικών απόψεων. Ο λόγος είναι πως μια έστω και φευγαλέα ματιά στην ιστορία του 19ου και 20ού αιώνα προσφέρει με­ρι­κά ενδιαφέροντα διδάγματα. Σε αυτά ανήκει π.χ. το γεγονός ότι ο επονομαζόμενος «Μείζων Ευ­ρω­παϊκός Οικονομικός Χώρος» (Europäischer Grossraum/Europäische Grossraum­wirtschaft) αποτέ­λεσε την μεγαλύτερη γεωοικονομική και στρατιωτική επιδίωξη της Γερμανίας ήδη πολύ πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για την ακρίβεια πρόκειται για έναν σχεδιασμό που ανάγεται στους χρόνους του Γερμανικού Τελωνειακού Ομίλου κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα (Deutscher Zollverein, 1834).

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, το γενικότερο αυτό δόγμα με το αξιο­σημείωτο ιστορικό βάθος όχι μόνον διατρέχει το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα με τις γνωστές γερμανικές στοχεύ­σεις κατά την διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, αλλά επανεμφανίζε­ται με χαρακτηρι­στική ομοιότητα σε άλλη μορφή και στην παρούσα συνάφεια, δηλαδή στο πλαίσιο της ευρωζώ­νης. Το γεγονός αυτό υπονομεύει καταρχάς καίρια την ανωτέρω αναφερ­θείσα οπτική, η οποία θεωρεί ότι η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένω­σης της Ευρώπης ξεπήδησε μόνον μέσα από το μεταπολεμικό εγχείρημα της Ε.Ε. Από την άλλη μεριά, μέσα από την ίδια κατάσταση πραγμάτων αναδεικνύεται και η αστοχία όσων επιμένουν να κάνουν μονοδιάστατους παραλ­ληλισμούς της σημερινής Γερμανίας αποκλειστικά και μόνον με την περίοδο του ναζισμού. Είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με πιο μακροϊστορικές έξεις, αλληλένδετες με τις ιστορικές και πο­λιτισμικές ιδιαιτερότητες στις διάφορες περιοχές της Ευρώ­πης. Στοιχείο των ιδιαιτεροτήτων αυ­τών είναι και το γεγονός ότι η παρούσα γερμανική ηγεσία πιθανόν θα απέκρουε με ειλικρινή έκ­πληξη και απορία την μακροϊστορική αυτή οπτική. Και τούτο διότι στο πλαίσιο ενός πολιτισμού «αψυχολόγητου» (κατά το «ασυλλόγιστος» ή «αφιλο­σόφητος»), δηλαδή με χαρακτηριστική αλ­λεργία στην αυτό-ψυχολόγηση είτε σε επίπεδο ατομι­κής ψυχολογίας είτε στο πεδίο της εθνικής πολιτικής, μπορεί κανείς κάλλιστα να πιστεύει ότι εμ­φορείται από το ιδεώδες της Ενωμένης Ευ­ρώπης την ίδια στιγμή που μεταφέρει σχεδόν μηχανι­στικά και ασυνείδητα τις βαθύτερες κατα­βολές και αντιλήψεις του. Η περίπτωση των πολύ δια­φορετικών αυτών μορφών ιστορικής ερμη­νείας της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης καταδεικνύει και πάλι ότι αρ­κετοί υποστηρικτές του οράματος αυτού ίσως δεν έχουν εντοπίσει και τόσο σωστά το «ίχνος» της ιστορίας όσο ακράδαντα πιστεύουν.

Το τρίτο σχετικό παράδειγμα έχει να κάνει με τον ρόλο της Ε.Ε. στο πλαίσιο του διεθνούς αντα­γωνι­σμού. Ένα ευρύ φάσμα ευρωπαϊστών ακαδημαϊκών αναλυτών, κυρίως από τους χώρους των οικονομικών, των διεθνών σχέσεων και των πολιτικών επιστημών, συνηθίζει να παρουσιά­ζει την ενοποίηση της Ευρώπης ως μια ιστορική αναγκαιότητα, απαραίτητη για να μπορέσει η ήπειρος να επιβιώσει μέσα στον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια μάλλον απλουστευτική αντίληψη των πραγμά­των. Ο λόγος είναι ότι, όπως (θα έπρεπε να) γνωρίζουν καλά τουλάχιστον οι προερχό­μενοι από τον χώρο των οικονομικών, το συγκρι­τικό πλεονέκτημα σε περιόδους έντονου αντα­γωνισμού δεν έγκειται στην απλή συνένωση μι­κρότερων οικονομικών ενοτήτων σε μία μεγαλύ­τερη. Δεν συνίσταται επίσης απλώς στην ύπαρξη μιας βιομηχανίας καλών εξαγωγικών προϊό­ντων, όπως είναι η γερμανική. Ούτε σίγουρα στο…ταλέντο να δελεάζει κανείς τους άλλους με την μονότονη επίκληση της φτήνιας (βλ. π.χ. την νέα σειρά διαφημιστικών εμετικής αισθητικής της Media Markt). Στην πραγματικότητα, από καταβολής κόσμου η λέξη-κλειδί στο πεδίο του οικονομικού ανταγωνισμού είναι άλλη: καινοτο­μία. Στον κρίσιμο αυτό τομέα εύκολα συνειδητο­ποιεί κανείς ότι η Ευρώπη και η κύρια οικονομία της, η γερμανική, υπολείπονται αισθητά άλλων οικονομικών χώρων. Εταιρείες-κολοσσοί στην τεχνολο­γική πρωτοπορία και ιδίως στην αιχμή του δόρα­τος που είναι ο χώρος της πληροφορικής, όπως π.χ. η Google, η Apple, η Microsoft, η Samsung, καθώς και ευ­φυείς επιχειρηματικές ιδέες, όπως αυτή του Facebook, δεν έχουν ως σημείο αφετη­ρίας την Ευ­ρώπη.

Ο λόγος για αυτή την εξέλιξη είναι απλός: η πιο ακμαία οικονομία της ηπείρου, η γερμανική, έχει ως βάση συγκεκριμένα πολιτιστικά χαρακτηρι­στικά του πληθυσμού της. Σε αυτά ανήκουν π.χ. η εργατικότητα, η ακρίβεια, η συνέπεια, η ορ­γάνωση, η πειθαρχία, η ευθυνοφοβία. Αυτά αρκούν μεν για την δημιουργία μιας επιτυχημένης εθνικής οικονομίας με άξονα τον εξαγωγικό τομέα, δεν αρκούν, όμως, για να προσδώσουν στην Γερμανία και στην οικονομική σφαίρα επιρροής της, δηλαδή την ευρωζώνη, το συγκριτικό πλεο­νέκτημα της καινοτομίας. Και τούτο διότι η και­νοτομία απαιτεί κάποια άλλα πολιτιστικά χαρα­κτηριστικά: την εξωστρέφεια, την φαντασία, την ευελιξία, την ευστροφία, την τόλμη, την αισθη­τική. Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν βρίσκονται στην Γερμανία, αλλά σε μια άλλη γεωγραφική και πολιτιστική ζώνη της ηπείρου: την Μεσόγειο. Κατά συνέπεια, αυτό που πραγματικά θα μπο­ρούσε να εκτοξεύσει την Ευρώπη στο πλαίσιο του διε­θνούς ανταγωνισμού δεν είναι η απλή «πρόσθεση» των ευρωπαϊκών οικονομιών, με τις ασθενέ­στερες εξ αυτών να περιέρχονται σε κα­τάσταση οικονομικής, πολιτικής ή και πολιτιστικής υπο­τέλειας ως προς την πιο ισχυρή. Είναι ο επιτυχημένος και λειτουργικός συνδυασμός των πολιτι­στικών χαρακτηριστικών στις διάφορες περιοχές της. Ένας τέτοιος συνδυασμός, όμως, είναι εξαιρετικά δύ­σκολο να γίνει με δεδομένη την κατάσταση άρνησης ή μη νηφάλιας προσέγγισης της πολιτιστικής διαφοροποίησης που χα­ρακτηρίζει το εγχείρημα της Ε.Ε. Από την μια μεριά, ο γερ­μανόφωνος κόσμος της κεντρικής Ευ­ρώπης αντιμετωπίζει με συμπλεγματική αποστροφή το «μεσογειακό ταμπεραμέ­ντο» των Νοτίων, το οποίο στο πλαίσιο του γνωστού μονολιθικού ηθικι­σμού πρέπει απλά να…πάψει να υπάρχει, προκειμένου οι χώρες αυτές να βρουν τον δρόμο της (γερμανικής) αρετής. Από την άλλη μεριά, σε χώρες σαν την Ελλάδα η παραδοσιακή ευρώ­στροφη διανόηση συχνά «βραχυκυκλώνει» στην ιδέα ότι χρειάζεται ενίοτε και μια πιο τολμηρή κριτική ματιά στα της Ευρώπης. Και τούτο διότι αν καταδειχθεί ότι ούτε οι άλλοι έχουν μόνον προτερήματα ούτε εμείς μόνον ελατ­τώματα, τότε ο εύκολος επαρχιωτισμός πρέπει να δώσει την θέση του στην κριτική κοινωνιολογική και ανθρωπολογική ανάλυση. Και τότε τα πράγματα γίνονται δύσκολα…

Το πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της νοοτροπίας είναι να θεωρεί κανείς ότι θα προσελκύσει την «ανάπτυξη» και τα κεφάλαια της κεντρικής Ευρώπης αποκλειστικά μέσω της προσφοράς κινε­ζικού τύπου εργασιακών συνθηκών. Ούτε κουβέντα για τον δυναμικό ρόλο που θα μπορούσε να παίξει το εργατικό (π.χ. επιστημονικό) δυναμικό της Ελλάδας και των άλλων χωρών του Νό­του στο πλαίσιο ευρωπαϊκών επενδύσεων σχεδιασμένων να αξιοποιήσουν δημιουργικά, με στόχο την καινοτομία, τόσο τα μεσογειακά όσο και τα κεντροευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Απελπιστικά παραδομένη στις πιο συμπλεγματικές εκδοχές του δόγματος «ανήκωμεν εις την Δύσιν», η πολι­τική ηγεσία της χώρας κατέληξε τελικά στις πρώτες φάσεις της κρίσης να δυσφημεί συλλήβδην την χώρα και τους ανθρώπους της στο εξωτερικό. Συνοψίζοντας, επομένως, είναι ενδεχόμενο ότι η τάση ενός σημαντικού μέρους της ευρω­παϊκής-μνημονιακής διανόησης στην χώρα μας να μιλά με στόμφο, πλην όμως ρομαντικά προκατειλημμένη και συχνά ιστορικά αφελή διάθεση για την ιστορική προοπτική της Ευρώπης ίσως συ­νεισφέρει και αυτή ένα λιθαράκι στο να χάσει πιθανώς η γηραιά ήπειρος όλες τις (αν)ιστορικές της προκλήσεις: και της ειρήνης και της οικονομικής της ενοποίησης και της επιβί­ωσής της στον διεθνή ανταγωνι­σμό.

* Για μία πρόσφατη αναφορά στο θέμα του γερμανικού «Μείζονος Ευ­ρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου» στην ελληνική γλώσσα βλ. Η. Ηλιόπουλος, Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Μία ερ­μηνευτική προ­σέγγιση της συμπερι­φοράς των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στην Ελ­λάδα, στο: Ι. Γεμε­νετζής – Η. Ηλιόπου­λος (επιμ.), Επιχείρηση Καλάβρυτα. Η δράση της 117 Με­ραρχίας Κυνηγών μέσα από τα γερμα­νικά αρχεία (Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστο­ρίας Στρατού, Αθήνα 2012), σελ. 1, με βιβλιογραφικές παραπομπές 1-2.

Ευρώπη: η καθυστερημένη αυτοκρατορία

Απρίλιος 8, 2012 2 Σχόλια

Στην προηγούμενη ανάρτηση αναφερθήκαμε στον ατυχή χαρακτήρα της σύγκρισης ανάμεσα στις Η.Π.Α. και την Ενωμένη Ευρώπη που γίνεται συχνά τον τελευταίο καιρό από ορισμένους θερ­μούς υποστηρικτές του οράματος της πλήρους ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αυτό που κυρίως εί­δαμε είναι το πώς μια ζώνη μεγάλης και μια άλλη πολύ μικρότερης γλωσσικής και πολιτιστικής ποικιλομορφίας εξισώνονται απλοϊκά στο πλαίσιο ορισμένων μάλλον ρομαντικών προσδοκιών για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχουν, ωστόσο, αρκετοί άλλοι υποστηρικτές του ίδιου οράματος, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να τεκμηριώσουν την βιωσιμότητα του εγχει­ρήματος συχνά παραπέμπουν σε κάποια άλλα σημεία του πλανήτη: στην Κίνα και την Ινδία.

Η μακροσκοπική σύγκριση της Ευρώπης με τις δύο αυτές περιοχές – όσο κι αν φαίνεται να προ­δίδει αμέσως κάποια στοιχεία της οικονομικής κοσμοθεωρίας των εμπνευστών της – μοιάζει εκ πρώτης όψεως να αναιρεί πολλά από τα δεδομένα που έχουμε αναφέρει ως ανασχετικούς πα­ράγοντες για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η Κίνα και η Ινδία είναι αναμφίβολα δύο ζώνες ση­μαντικής γλωσσικής ποικιλομορ­φίας. Στην αχανή Κίνα ζουν πληθυσμοί που ανήκουν όχι απλώς σε δια­φορετικές γλώσσες, αλλά σε τουλάχιστον επτά διαφορετικές γλωσσικές οικογένειες (κυρί­αρχες, πάντως, η σινοθιβετιανή και η αλταϊκή), με μεγάλη, μάλιστα, ποικιλομορφία ακόμη και εντός της κάθε οικογένειας. Με­γάλη είναι και η διαφοροποίηση στην Ινδία, όπου υπάρχουν δύο κυρίαρχες γλωσσικές οικο­γέ­νειες (ινδοευρωπαϊκή και δραβιδική), κατακερματισμένες και εδώ σε πολλές επιμέρους γλώσ­σες. Κι όμως, παρά το γεγονός ότι στις δύο αυτές γεωγραφικές ζώνες η γλωσ­σοπολιτισμική ποικιλο­μορφία είναι πιθανώς μεγαλύτερη από ό,τι στην περίπτωση της Ευ­ρώπης, κατέστη εφικτή η δη­μιουργία ευρύτερων κρατικών μορφωμάτων με τεράστια έκταση και ασύλ­ληπτα με­γάλο πληθυ­σμό. Ο αναδυόμενος χαρακτήρας, μάλιστα, της οικονομίας τους αναφέρε­ται συχνά ως ένας από τους βασικούς λόγους για την αναγκαιότητα της ύπαρξης της Ενωμένης Ευρώπης. Σε τε­λική ανά­λυση, εάν εκεί κατάφεραν να υπερβούν τους εθνικούς, γλωσ­σικούς και πολιτιστι­κούς φραγμούς, γιατί να μην μπορεί να συμβεί το ίδιο και εδώ στην Ευρώπη;

Η σημαία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ε.Ε. και ο ηγέτης της…

Παρά τον φαινομενικά πειστικό χαρακτήρα αυτής της επιχειρηματολογίας, υπάρχουν, δυστυ­χώς, κάποιες κρίσιμες παράμετροι στην σύγκριση της Ευρώπης με τις δύο αυτές μακρινές ως προς αυτήν περιοχές, που λησμονούνται ή παραβλέπονται πλήρως. Και οι οποίες, όταν λη­φθούν υπόψη, μπορεί να κάνουν την συγκεκριμένη σύγκριση να μοιάζει πιο αποθαρρυντική για την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ακόμη και από τους παραλληλισμούς με τις Η.Π.Α. Στην προκειμένη περίπτωση η εξέταση του ζητήματος είναι διαφωτιστικό να ξεκινήσει από τον παρά­γοντα που αποτελεί την βάση για την εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού: τον τόπο και το φυ­σικό περιβάλλον. Πάντοτε ζωτικής σημασίας για την ύπαρξη του ανθρώπου, ο εκάστοτε τόπος και τα ειδικά χαρακτηριστικά του άρχισαν να παίζουν έναν επιπρόσθετο, σημαίνοντα ρόλο πριν περίπου 10.000 χρόνια. Τότε έγινε η εισαγωγή της Νεολιθικής οικονομίας, δηλαδή της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της μόνιμης εγκατά­στασης, η οποία αποτελεί την σημαντικότερη πολιτι­σμική μετάβαση στην ιστορία του ανθρώ­που: μετά από σχεδόν 2,5 εκατομμύρια χρόνια κυνη­γίου, τροφοσυλλογής και περιπλάνησης, οι ανθρώπινες κοινότητες μπορούσαν τώρα να παρά­γουν την τροφή τους, να εγκαθίστανται μο­νίμως σε συγκεκριμένα σημεία ενός τόπου και να δημιουργούν διατροφικά πλεονάσματα που οδήγησαν σύντομα σε κατακόρυφη αύξηση του πληθυσμού. Το γεγονός αυτό υπήρξε ο καταλύτης για μια αλυσίδα εξελίξεων, η οποία –ας το επαναλάβουμε, μετά από 2,5 εκατομμύρια χρόνια σχετι­κής πολιτισμικής στασιμότητας– κατέ­ληξε μέσα σε μόνον 10.000 χρόνια να κάνει τον κόσμο αυτό που είναι σήμερα.

Ένας από τους βασικούς λόγους για αυτό είναι ότι υπήρχαν εξαρχής καλύτερα και χειρότερα γεωγραφικά σημεία για την εφαρμογή του νέου τρόπου ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περιοχές, όπου αναπτύχθηκαν οι πρώτοι μεγάλοι πολιτισμοί και τα πρώτα μεγάλα κράτη υπό την σημε­ρινή έννοια υπήρξαν οι εύφορες κοιλάδες των σημαντικών ποταμών. Σε αυτές ακριβώς τις πε­ριοχές, τα πρώιμα κράτη προέκυψαν μέσα από τον συγκεντρωτικό έλεγχο ενός ενιαίου (σε μεγά­λες εκτάσεις γης) συστήματος παραγωγής από ένα ισχυρό κέντρο. Και όσο το κέντρο αυτό γινόταν ολοένα και ισχυρότερο τόσο οι αρχικές αυτές κρατικές οντότητες επέκτειναν την επι­κράτεια και την επιρροή τους, δημιουργώντας σιγά σιγά τις πρώτες αυτοκρατορίες. Κάποιες από αυτές υπήρξαν βραχύβιες, κάποιες άλλες, όμως, επιβίωσαν σε διάφορες μορφές για πολύ περισ­σότερο χρόνο, θέτοντας με αυτό τον τρόπο τις βάσεις για μια παράδοση ενσωμάτωσης πολλών και ενίοτε πολύ διαφορετικών πληθυσμών σε ευρύτερα κρατικά μορφώματα.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω μπορεί κανείς να αντιληφθεί πού έγκειται η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της Ευρώπης και περιοχών, όπως η Κίνα και η Ινδία. Στις τελευταίες, η ύπαρξη ποτά­μιων συστημάτων, όπως του Κίτρινου Ποταμού και του Γιανγκτσέ στην Κίνα, καθώς και του Ινδού και του Γάγγη στην Ινδία, αποτέλεσε τον αποφασιστικό παράγοντα για την διαμόρφωση μεγάλων πολιτικών οντοτήτων ήδη από πολύ πρώιμες εποχές (π.χ. η δυναστεία Shang στην Κίνα, σύγχρονη περίπου με την Μυκηναϊκή περίοδο στο Αιγαίο [περ. 1600-1040 π.Χ.] και στην Ινδία ο πολιτισμός του Ινδού κατά την λεγόμενη Ώριμη Χαράππειο περίοδο [περ. 2600-1900 π.Χ.]). Μια αντίστοιχη εξέλιξη έχουμε και στον δυτικό ευρασιατικό χώρο, στην Μεσοποταμία και την Αίγυπτο, όπου το σύστημα των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη στην πρώτη περίπτωση και του Νείλου στην δεύτερη, έγιναν ο άξονας για την συγκρότηση των εκεί πρώιμων σφαιρών επιρροής και αργότερα αυτοκρα­τοριών (π.χ. στην Μεσοποταμία στην ύστερη φάση του πολιτισμού Ουρούκ, δηλ. στα τέλη της 4ης χιλιε­τίας π.Χ., και αργότερα στην Ακκαδική περίοδο [24ος – 22ος αι. π.Χ.], και στην Αίγυπτο ήδη κατά την Πρώιμη Δυναστική περίοδο, περί το 3000 π.Χ.). Ειδικά στην Κίνα και την Ινδία τα αυ­τοκρα­τορικά μορφώματα συνέχισαν να υφίστανται σε διάφορες μεταλλαγές μέχρι και τους νεώ­τερους χρόνους, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την σημερινή μορφή των κρατών αυ­τών.

Στην Ευρώπη, αντιθέτως, η εξέλιξη υπήρξε αρκετά διαφορετική. Εδώ, ο μοναδικός ποτάμιος άξονας που μπορεί να θεωρηθεί συγκρίσιμος με αυτούς στις άλλες αναφερθείσες περιοχές είναι αυτός του Δούναβη, όπου, πράγματι, κατά το διάστημα 5400-3500 π.Χ. αναπτύχθηκε το πιο προηγμένο πολιτι­στικό σύ­στημα εκείνη την εποχή στην Ευρώπη. Πρόκειται για τον πολιτισμό της κοιλάδας του Δούναβη, με μια ιδιαίτερη ακμή στους τομείς της μεταλ­λουρ­γίας, της κεραμει­κής, της οικιστικής οργάνωσης, ακόμη και της γραπτής επι­κοι­νωνίας. Καθώς, όμως, ο πολιτι­σμός αυτός αναπτύχθηκε σε μία ύστερη νεολιθική και χαλκολιθική φάση, δηλαδή, πολύ πριν την εμφάνιση της ανεπτυγμένης κοινωνικής διαστρωμάτωσης και της ευρείας κλίμακας πολιτικής συγκρότησης, δεν ήταν δυνατόν να γίνει πρόξενος διαδικασιών «ενοποίησης» ούτε με γεωγρα­φική ούτε με χρονολογική σημασία. Σαφώς καλύτερες επιδόσεις ως προς τον σκοπό αυτό είχε πολύ αργότερα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία κατέληξε σε ό,τι πλησιέστερο υπήρξε ποτέ σε μια ενοποίηση της Ευρώπης. Εντούτοις, συνθήκες πραγματικού και βαθέος εκρωμαϊσμού δη­μιουργήθηκαν κατά βάσιν μόνον στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, όπου οι ρομανικές γλώσσες τελικά εκτόπισαν τόσο τον κελτικό κλάδο των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών όσο και με­ρικές μη ινδοευ­ρωπαϊκές γλώσσες που επεβίωναν ως τότε (π.χ. στην Ιβηρική). Το ανατολικό τμήμα διατήρησε κατά βάσιν την δική του γλωσσική και πολιτιστική ταυτότητα, με την εξαίρεση της ρουμανικής γλώσσας που αντικατέστησε την αρχαία και ινδοευρωπαϊκή δακική. Παράλ­ληλα, μεγάλες περιοχές της Ευρώπης, όπως π.χ. οι ζώνες των γερμανικών και σλαβικών γλωσ­σών και λαών, δεν ενσωματώθηκαν ποτέ πλήρως στην ρωμαϊκή (ή αργότερα ανατολική ρωμαϊκή) επικράτεια. Εν τέλει, η Ευ­ρώπη, μια γεωγρα­φική ζώνη, πολλές περιοχές της οποίας χαρακτηρίζονται από έντονο κατακερματι­σμό, επρόκειτο να συνδεθεί στην ιστορία της όχι τόσο με τις μεγάλης κλί­μακας αυτοκρατορίες όσο με την γένεση ενός πολιτικού φαινομένου-προϊόντος της μικρής κλίμακας: της δημοκρατίας.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι στην γηραιά ήπειρο, σε αντίθεση με άλλες περιοχές του κόσμου, η γλωσσική και πολιτισμι­κή πολυδιάσπαση διατήρησε σε μεγάλο βαθμό και τις συνεκτικές εθνι­κές/πολιτικές/κρατικές της αντιστοιχίες ως τους νεώτερους χρόνους. Μια πραγματικότητα, η οποία αναδεικνύεται, άλ­λωστε, και από τον βραχύ βίο επίδοξων μικρών «αυτοκρατοριών», όπως π.χ. της Αυστροουγ­γαρίας. Κατά συνέπεια, όσοι σήμερα παρουσιάζουν την Κίνα ή την Ινδία ως το υπόδειγμα που πρέπει να ακολουθήσει η Ευρώπη, ουσιαστικά προτείνουν την συ­γκρότηση στην γηραιά ήπειρο μιας μεγάλης, ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας, που την ίδια στιγμή θα είναι και μια (χρονικώς και ιστορικώς) δρα­ματικά καθυστερημένη αυτοκρατορία. Και το κύριο πρόβλημα, βε­βαίως, σε αυτή την περίπτωση είναι ότι δεν υπάρχει ποτέ αυτοκρατορία χωρίς αυ­τοκράτορα. Όσοι, λοιπόν, ευαγγελίζονται την ιδέα της αυ­τοκρατορικής κινεζοποίησης της Ε.Ε. οφείλουν να εκφράσουν και μια καθαρή θέση ως προς το ποιος θεωρούν ότι πρέπει να είναι ο αυτοκράτο­ρας. Διότι, σε πολιτικό επίπεδο πάντα, όποιος επιθυμεί καθυ­στερημένες αυτοκρατο­ρίες είναι πι­θανό να πρέπει να αποδεχτεί στο τέλος και κα­θυστερημένους αυτοκράτορες

Οι ουτοπικές Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης

Μαρτίου 25, 2012 9 Σχόλια

«Αν στην παρούσα κρίση οι Έλληνες της Ευρώπης εθεωρούντο πρώτα Ευρωπαίοι και μετά Έλ­ληνες, όπως και οι Έλληνες της Αμερικής είναι πρώτα Αμερικανοί και μετά Έλληνες, και η Ελ­λάδα ως μία από τις 17 πολιτείες της ΕΕ και όχι ως ΞΕΝΟ κράτος, δεν θα είχαμε κρίση, όπως δεν έχουν οι ΗΠΑ λόγω του ότι η Καλιφόρνια δεν τα πάει καλά στα οικονομικά της». Ρήσεις και απόψεις περί της Ενωμένης Ευρώπης, όπως αυτή (σχόλιο εδώ), δεν διατυπώνονται τα τελευταία χρόνια μόνον σε σχόλια αναγνωστών στο διαδίκτυο, αλλά εκ­φράζονται και από στόματα ή πένες ανθρώπων με δημόσιο λόγο. Προ καιρού, άλλωστε, ο απερχόμενος Αντιπρόεδρος εξέφρασε την προσήλωσή του στο όραμα των Ηνωμένων Πολι­τειών της Ευρώπης, ενώ άλλο επι­φανές στέλεχος του ιδίου χώρου δήλωσε ότι η Ευρώπη βρίσκε­ται αυτή τη στιγμή περίπου στην φάση που βρισκόταν η Αμερική (οι μεταγενέστερες Η.Π.Α.) πριν 150 χρόνια.

Η ευκολία, με την οποία γίνεται εσχάτως η σύγκριση μεταξύ των Η.Π.Α. και της (Ενωμένης) Ευρώπης αφήνει πιθανότατα μια περίεργη γεύση ακόμη και σε ανθρώπους που δεν είναι απα­ραίτητα ευρωσκεπτικιστές. Όσοι, τώρα, ανήκουν στην τελευταία αυτή κατη­γορία μάλλον βλέ­πουν να δικαιώνονται οι πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις τους. Διαπιστώνουν, δη­λαδή, ότι το όραμα της λεγόμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και μαζί με αυτό η μοίρα περίπου 500 εκατομ­μυρίων κατοίκων της Ευρώπης μοιάζει συχνά να έχει αφεθεί έρμαιο ενός συστήμα­τος ιδεολογη­μάτων, ευσεβών πόθων και ουτοπικών στόχων με ιδιαίτερα έκδηλο τον απλουστευ­τικό ή και απλοϊκό του χαρακτήρα. Διότι μόνον με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε κανείς να αρ­χίσει να περιγράφει τον άστοχο χαρακτήρα της σύγκρισης μεταξύ των Η.Π.Α. και της Ε.Ε., του­λάχιστον ως προς την ιστορική εξέλιξη και προοπτική τους. Η αστοχία αυτή μπορεί να τεκμη­ριωθεί μάλλον εύκολα με πολλά επιχειρήματα και δεδομένα, ορι­σμένα εκ των οποίων θα δούμε ευθύς αμέσως.

Η.Π.Α. – Η.Π.Ε.: Βίοι παράλληλοι ή βίοι αντίθετοι;

Η προσπάθεια ανάδειξης των εξόφθαλμων διαφορών ανάμεσα στην Ευρώπη/Ε.Ε. και τις Η.Π.Α. είναι ενδιαφέρον να ξεκινήσει από το ζήτημα του χρονικού βάθους της ιστορικής και πολιτιστικής τους εξέλιξης. Στην Αμερική το χρονικό βάθος της παρου­σίας των Ευρωπαίων που τε­λικά συγκρότησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι περίπου 500 χρόνια, ενώ ακόμη πιο πρόσφατη είναι η διαμόρφωση του ίδιου του κράτους. Πόσο είναι το αντίστοιχο χρονικό βάθος της παρου­σίας των Ευρωπαίων στην ίδια την Ευ­ρώπη; Εάν εδώ αποπειραθεί κα­νείς να δώσει απόλυτους αριθμούς θα εμπλακεί σε μια συζήτηση που σε αυτή τη φάση δεν μπο­ρεί να γίνει στα πλαίσια μιας ανάρτησης. Γι΄ αυτό τον λόγο είναι καλύτερα να απαντήσει κανείς την ερώτηση με λίγο διαφορετικό τρόπο. Το χρονικό βάθος της παρουσίας των σημερινών Ευ­ρωπαίων στην γηραιά ήπειρο ισούται με τον χρόνο διαχωρισμού ενός αρχικού και κάποτε κοι­νού γλωσσικού περιβάλ­λοντος, το οποίο η επιστήμη ονομάζει πρω­τοϊνδο­ευρωπαϊκό, στις πε­ρισσότερες από τις σημερι­νές ευρωπαϊκές γλώσσες. Για την καλύτερη κατα­νόηση αυτού του φαινομένου ας σκεφτούμε το εξής παράδειγμα: πόσος χρόνος θα χρεια­ζόταν προκειμένου από το κοινό γλωσσικό περιβάλ­λον της αμερικανικής αγγλικής γλώσσας, που ομι­λείται σήμερα στις Η.Π.Α., να προκύψει ένας διάδοχος γλωσσικός χάρτης, στο πλαίσιο του οποίου π.χ. στην Αρι­ζόνα και στο Οχάιο να ομι­λούνται γλώσσες που θα απέχουν τόσο με­ταξύ τους όσο π.χ. τα ιτα­λικά και τα πολωνικά στην Ευρώπη; Κάτι τέτοιο, βεβαίως, είναι μάλ­λον δύσκολο να συμβεί ποτέ στην περίπτωση των αμε­ρικανικών πολιτειών, ακριβώς επειδή οι περιοχές αυτές αποτελούν κομμάτι ενός σύγχρονου, ενιαίου κράτους, στο πλαίσιο του οποίου η χρήση και διατήρηση της κοινής γλώσσας προάγεται με πολλούς τρόπους-πτυχές του σύγχρονου πολιτισμού (π.χ. εκπαιδευτικό σύστημα, μέσα μαζι­κής ενη­μέρωσης, κλπ.). Και με αυτό τον τρόπο παίρνει κανείς ίσως και μια ιδέα για το σε ποιες εποχές ανάγονται πιθανώς οι διαδικασίες διαχωρισμού του ευρωπαϊκού κλάδου των ινδοευρω­παϊκών γλωσσών.

Η γλωσσική αυτή προβληματική είναι αλληλένδετη με το ζήτημα της γεωγραφικής διασποράς ή ομαδοποίησης των πληθυσμών στις δύο περιοχές που εξετάζουμε. Στις Η.Π.Α. έχουμε να κά­νουμε με κατά βάσιν αναμεμειγμένους πληθυσμούς Ευρωπαίων αποίκων, οι οποίοι κάποια στιγμή οργανώθηκαν με έναν κοινό γλωσσικό και εν πολλοίς και πολιτιστικό άξονα, αυτόν της αγ­γλοσαξονικής κουλτούρας. Φυσικά υπάρχουν σε πολλές πολιτείες και αλλόγλωσσοι πληθυ­σμιακοί θύλακες (π.χ. ισπανόφωνοι, κινέζοι), όπως, άλλωστε, και σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. οι Τούρκοι στην Γερμανία). Αυτό, όμως, δεν αλλάζει το γεγονός ότι, όπως ακριβώς και στην Γερμανία ή την Γαλλία, υπάρχει και στις Η.Π.Α. μια κυρίαρχη γλώσσα και κουλτούρα. Αν θέ­λουμε να μεταφέρουμε αυτή την εικόνα στην Ενωμένη Ευρώπη, θα έπρεπε να φανταστούμε τις ευρωπαϊ­κές χώρες-πολιτείες να έχουν σε ποσοστό περίπου 80% κοινή γλώσσα (ποια θα ήταν άραγε αυτή με δεδομένο ότι δεν υπάρχει γλώσσα «ευρωπαϊκή»; Εκτός αν ως «ευρωπαϊκή» νοού­νται τα…σπαστά αγγλικά των αξιωματούχων της Ε.Ε.), καθώς και αναμεμειγμένους τους πλη­θυ­σμούς σε πολλά σημεία της ομοσπονδίας τους. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι δύσκολο να το φαντα­στεί κανείς, αφού σε αντίθεση με τις Η.Π.Α. στην Ευρώπη έχουμε συγκεκριμένες και δια­κρι­τές πολιτιστικές ζώνες με μακραίωνη ιστορία και εξέλιξη, δηλαδή περιοχές με πληθυσμούς συμπαγείς ως προς την γλωσσική και πολι­τιστική τους ταυτότητα.

Αρκετοί θα προσέθεταν εδώ και τον παράγοντα της διαφορετικής εθνικής ταυτότητας και συνεί­δησης: ομοιομορφία στις Η.Π.Α., σαφής ποικιλομορφία στην Ευρώπη. Ωστόσο, η μεταφορά της συζήτησης σε αυτό το πεδίο είναι πιθανώς παραπλανητική. Χώρες, όπως π.χ. η Αυστρία και η Γερμανία, ή η Ολλανδία και η Δανία, έχουν πληθυσμούς με διαφορετική εθνική συνείδηση, ανή­κοντες, όμως, σε μια κοινή πολιτιστική ζώνη, αυτή των γερ­μανικών γλωσσών. Και, όπως άλλω­στε αναδεικνύεται και από την τρέχουσα αρχιτεκτονική και εξέλιξη της κρίσης του ευρώ, οι πο­λιτιστικές αυτές διαφοροποιήσεις είναι πολύ πιο κρίσιμος πα­ράγοντας για την βιωσιμότητα της ιδέας της ενωμένης Ευρώπης από ό,τι οι εθνικές συνειδήσεις ή και οι διαφόρων μορφών εθνικι­σμοί. Θα μπορούσε, μάλιστα, να παρατηρήσει κανείς ότι η οπτική που θέλει τις εθνικές συνειδή­σεις (ή το έθνος-κράτος) ως μοναδική πιθανή τροχοπέδη για το ευρωπαϊκό όραμα είναι μάλλον αισιόδοξη για το όραμα αυτό. Και τούτο διότι οι εθνικές συ­νειδήσεις είναι πολύ πιο «εύπλαστες» από τις βαθύ­τερες πολιτιστικές καταβολές. Αυτό αποδει­κνύεται από το ότι στην πορεία της ιστορίας πολύ συχνά λαοί-ομιλητές της ίδιας γλώσσας έχουν υποστεί μεταβολές στην εθνική/κρατική τους ταυτότητα ή σε συγκεκριμένα συστατικά της. Για παράδειγμα, ένας Ιταλός κάτοικος της Το­σκάνης στην Αναγέννηση δεν είχε ακριβώς την ίδια εθνική συνείδηση με έναν Ιταλό που κατοί­κησε στην ίδια περιοχή τον 20ό αιώνα, αν και αμφότεροι υπήρξαν φορείς της ίδιας γλωσσικής, θρησκευτικής και ευρύτερης πολιτιστικής κουλ­τούρας. Η εθνική ταυτότητα έχει σαφώς πιο μι­κροϊστορική και ενίοτε επιφανειακή διάσταση από τις πιο μακροχρόνιες και βαθιές γλωσσοπολι­τισμικές ιδιομορφίες. Συνεπώς υποβαθμίζοντας κανείς συνειδητά ή ασυνείδητα τις πολιτιστικές διαφοροποιήσεις εντός της Ευρώπης στο επί­πεδο των εθνικών συνειδήσεων μπορεί πράγματι να δει μια προοπτική στο όραμα της ευρωπαϊ­κής ολοκλήρωσης, αφού ο ρευ­στός πα­ράγοντας της εθνικής αυτοσυνειδησίας μπορεί (με λίγη δουλειά) να μεταλλαχθεί καταλ­λήλως, ώστε π.χ. να αισθανόμαστε πλέον όλοι πρώτα Ευρωπαίοι και μετά Έλληνες, Γάλλοι, Γερμανοί, κλπ. Αντιθέτως, «διαβάζοντας» κανείς τον ευρωπαϊκό χάρτη υπό το πρίσμα των γλωσσοπολιτι­σμικών ομαδοποιήσεων, π.χ. τις συμπαγείς ζώνες των γερμανικών, σλαβικών ή λατινογενών γλωσσών και λαών, αποκομίζει μια εικόνα, η οποία σε κάθε περίπτωση διαφέρει ριζικά από αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Η διαφορετική έκταση και ποιότητα της γλωσσοπολιτισμικής ποικιλομορφίας στην Αμερική και την Ευρώπη μπορεί, μάλιστα, να περιγραφεί με την χρήση δύο όρων που η ιστο­ρικοσυγκριτική γλωσσολογία έχει προσλάβει από την πληθυσμιακή βιολογία (π.χ. σε βιβλία όπως αυτό): residual (ή reten­tion ή mosaic) zone και spread zone, με τον πρώτο όρο να δηλώνει τις περιοχές που (ασχέτως του μεγέθους τους) παρουσιάζουν την μέγιστη διαφοροποίηση και τον δεύτερο όρο να δηλώνει τις περιοχές, όπου κάποια στιγμή εξαπλώθηκαν μόνο μερικά στοιχεία από την αρχική ποικιλο­μορφία της δικής τους πολιτιστικής «residual zone». Παρά την εκ πρώτης όψεως εικόνα παν­σπερμίας και «πολυπολιτισμού» που δίνουν οι Η.Π.Α. και άλλα σημεία της Αμερικής (π.χ. Κα­ναδάς), αν λάβει κανείς υπόψη τις επίσημες γλώσσες της ηπείρου, που είναι και αυτές, οι οποίες συγκεντρώνουν και σταδιακά «συγχωνεύουν» ένα υψηλό ποσοστό ομιλητών, θα διαπιστώσει ότι αυτές είναι μόνον ένα μικρό ποσοστό των ευρωπαϊκών γλωσσών. Κατά συνέπεια, πίσω από το πολυφυλετικό και πολυεθνικό μωσαϊκό της Αμερικής και των Η.Π.Α. έχουμε στην πραγματικό­τητα μια πολιτιστική «ζώνη διασποράς» (spread zone) ορισμένων μόνον στοιχείων της αντίστοι­χης ποικιλομορφίας στην Ευρώπη. Με αυτό τον τρόπο καταδεικνύεται και πάλι πόσο επιφα­νειακές και έωλες είναι οι συγκρίσεις μεταξύ των Η.Π.Α. και της Ευρώπης, όπως αυτές επιχει­ρούνται από πολλούς πολιτικούς παράγοντες, αναλυτές ή και λιγότερο επώνυμους οπαδούς του οράματος της πλήρους ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Οι Η.Π.Α. δεν είναι, βεβαίως, το μοναδικό μοντέλο δημιουργίας ενός ευρύτερου κρατικού μορ­φώματος με (αρχικώς) πολυεθνικά και πολυπολιτισμικά πληθυσμιακά συστατικά. Ούτε η μακροχρόνια διαδικασία βαθμιαίας γλωσσοπολιτισμικής απόκλισης από ένα αρχικώς κοινό περιβάλλον, όπως αυτή απαντά στην περίπτωση της Ευρώπης, είναι ένας παράγοντας οπωσδήποτε απαγο­ρευτικός για την συγκρότηση τέτοιου είδους κρατικών οντοτήτων. Αυτός είναι ο λόγος που κά­ποιοι τουλάχι­στον εκ των θιασωτών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αναγνωρίζοντας ίσως τον μάλ­λον ατυχή χαρακτήρα της σύγκρισης του εγχειρήματος με την περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, παραπέμπουν συχνά σε κάποια άλλα σημεία του πλανήτη, ιδίως στις αναδυόμε­νες οι­κονομίες της Κίνας και της Ινδίας. Η σύγκριση της Ευρώπης με τις δύο αυτές περιοχές θα είναι το θέμα της επόμενης ανάρτησης.