Αρχείο

Archive for the ‘Ελληνο/vs./Γερμανικά’ Category

Στα Άκρα (03/04/2019): «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;»

Απρίλιος 4, 2019 2 Σχόλια

Το βράδυ της Τετάρτης 3 Απριλίου 2019 ο γράφων φιλοξενήθηκε στην εκπομπή της ΕΡΤ2 «Στα Άκρα» με την Βίκυ Φλέσσα. Πρόκειται για την εκπομπή που εδώ και 16 χρόνια έχει εμπλουτίσει την ελληνική τηλεόραση με ένα ιστορικής σημασίας αρχείο εξαιρετικών συνεντεύξεων ανθρώπων της επιστήμης, της τέχνης και ευρύτερα της διανόησης και του πνεύματος. Κατά την πολυετή της αυτή διαδρομή στον χώρο της ελληνικής τηλεόρασης, η εκπομπή «Στα Άκρα» έχει αποτελέσει μια διαχρονική σταθερά, κάνοντας κάθε φορά τον τηλεοπτικό χρόνο να κυλά διαφορετικά, διαμορφώνοντας το δικό της πιστό κοινό και φυλάττοντας τις δικές της Θερμοπύλες. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θα ήθελα και από αυτή την θέση να ευχαριστήσω ολόθερμα την Βίκυ Φλέσσα για την τιμητική πρόσκληση να φιλοξενηθώ στην εκπομπή της και να συζητήσουμε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που σχετίζονται με το βιβλίο «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» και τις διάφορες προεκτάσεις του. Από κοινού με όλους τους φίλους της εκπομπής, θα ήθελα να ευχηθώ στην Βίκυ Φλέσσα να έχει πάντα υγεία και δύναμη, ώστε η εκπομπή «Στα Άκρα» να συνεχίσει για πολλά ακόμη χρόνια να δίνει το μοναδικό και αναντικατάστατο στίγμα της στην πολύπαθη ελληνική τηλεόραση.

Advertisements

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» και ευρωσκεπτικισμός: αντικριτικό σημείωμα για την βιβλιοκρισία του Δημοσθένη Κούρτοβικ στα Νέα

Στο ένθετο Βιβλιοδρόμιο της εφημερίδας Τα Νέα (έκδοση σαββατοκύριακού 28-29 Μαΐου 2016, σ. 7) και στην στήλη Νύγδην δημοσιεύτηκε κριτική του «Πόθεν και Πότε οι Έλληνες;» από τον διακεκριμένο κριτικό λογοτεχνίας, συγγραφέα και πολύπειρο άνθρωπο του βιβλίου Δημοσθένη Κούρτοβικ. Η ενασχόληση ενός τόσο έμπειρου βιβλιοκριτικού με ένα βιβλίο που έχει μεν και συγγραφική διάσταση, διατηρεί, ωστόσο, κατά βάσιν τον επιστημονικό του χαρακτήρα αποτελεί αναμφίβολα κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, για το οποίο ο γράφων θα ήθελε να εκφράσει τις θερμές του ευχαριστίες. Πόσω μάλλον που η κριτική περιγράφει και αποτιμά με ιδιαίτερα θετικό τρόπο την γενικότερη συγγραφική προσέγγιση του βιβλίου. Παράλληλα, ο Δ. Κούρτοβικ δίνει και ένα σύντομο, αλλά ακριβές περίγραμμα και της επιστημονικής θεματικής του βιβλίου. Το πιο ενδιαφέρον, εντούτοις, είναι ότι η πλήρης, προσεκτική και διεισδυτική ανάγνωση του βιβλίου οδήγησε τον Δ. Κούρτοβικ να σχολιάσει και μία πτυχή του που ως τώρα δεν είχε τύχει ιδιαίτερης επισήμανσης. Αυτό είναι λογικό, καθώς η εν λόγω πτυχή δεν συνιστά κεντρικό θέμα του βιβλίου, αλλά αποτελεί μια μικρή μόνο και μάλλον ακροθιγή αναφορά σε ορισμένες εκ των πιθανών προεκτάσεων των πορισμάτων του. Αξίζει εδώ να αναπαραγάγουμε την τελευταία παράγραφο του κειμένου του Δ. Κούρτοβικ: «Σοφά ποιώντας, ο Γιαννόπουλος προειδοποιεί για την παρανόηση και εκμετάλλευση των επιστημονικών ανακαλύψεων από ημιμαθείς με εθνικιστικές και ρατσιστικές ιδέες. Δυστυχώς, όμως, δεν αποφεύγει τελικά και ο ίδιος την ιδεολογικοποίηση. Ανάγοντας τις σημερινές πολιτισμικές διαφορές μεταξύ βορειοκεντρικής και μεσογειακής Ευρώπης στην παλαιολιθική εποχή, βγάζει συμπεράσματα που αναιρούν και τις δικές του απόψεις για τον ρόλο των πολιτισμικών ανταλλαγών. Όπως όταν υποστηρίζει ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας είναι χιμαιρική, λόγω θεμελιακά ασύμβατων πολιτισμών, ή ότι οι χαμηλοί δείκτες ιδιοκατοίκησης και η μεγάλη εργασιακή κινητικότητα στις δυτικές χώρες αντανακλούν τον τρόπο ζωής των…παλαιολιθικών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών (ενώ εμείς εδώ είμαστε νεολιθικά μοντέρνοι)!».

Home Ownership Rates

Οι παρατηρήσεις αυτές του Δ. Κούρτοβικ τροφοδοτούν μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, η οποία μπορεί να διακριθεί σε τρία τουλάχιστον επίπεδα. Κατά πρώτον, κάνοντας λόγο για «ιδεολογικοποίηση», όρο με τον οποίο εννοεί πιθανότατα την «στράτευση» συγκεκριμένων στοιχείων προς υποστήριξιν μιας ιδεολογίας ή πολιτικής θέσης, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον μια επιστημονική μελέτη, ιδίως στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, πρέπει ή μπορεί να είναι απελευθερωμένη από ιδεολογικούς ή πολιτικούς προβληματισμούς του παρόντος. Στο θέμα αυτό πολύ σημαντική υπήρξε η συμβολή της Μεταδιαδικαστικής Αρχαιολογίας, δηλαδή του ρεύματος εκείνου της αρχαιολογικής θεωρητικής σκέψης που άσκησε ιδιαίτερη επίδραση τις τελευταίες τρεις περίπου δεκαετίες. Στο πλαίσιο της μεταδιαδικαστικής θεωρητικής προσέγγισης τονίστηκε με πειστικό τρόπο ότι η ενασχόληση με το παρελθόν εμπεριέχει πάντα πολιτική διάσταση. «Interpreting the past is always a political act»*, τονίζει ο Matthew Johnson, καθώς οι αποφάνσεις μας για το παρελθόν δεν είναι ποτέ ψυχρές ή ουδέτερες θέσεις, αλλά προϊόντα ενός συγκεκριμένου παρόντος, φορτισμένου με κάθε είδους πολιτικές, ιδεολογικές και ηθικές τάσεις και συγκρούσεις. Αυτό που, συνεπώς, διακρίνει (αν διακρίνει) την επίσημη επιστήμη από την μη επιστήμη δεν είναι η έλλειψη ιδεολογικής ή πολιτικής άποψης, αλλά το καθήκον του επιστήμονα να διατυπώνει ανοιχτά τις θεωρητικές του αφετηρίες και να οριοθετεί την επιστημονική συζήτηση με τρόπο όσο το δυνατόν πιο δεοντολογικό και θεωρητικά και μεθοδολογικά αποδεκτό.

Και με αυτό περνάμε στο δεύτερο επίπεδο της συζήτησης. Κάνοντας αναφορά σε «ιδεολογικοποίηση», ο Δ. Κούρτοβικ μοιάζει να υπονοεί πως συγκεκριμένα στοιχεία που παρατίθενται στο βιβλίο βρίσκονται σε δυσανάλογη σχέση με τα συμπεράσματα που εξάγονται από αυτά. Τα στοιχεία, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση τα αρχαιολογικά, γλωσσολογικά, γενετικά, κ.ά., δεν μιλούν από μόνα τους. Μιλούν ούτως ή άλλως μέσα απ΄ ό,τι εμείς οι ίδιοι, στον παρόντα τόπο και χρόνο, επιλέγουμε να πούμε για αυτά. Είναι προφανώς θέμα προσέγγισης αν κάποιος θεωρεί ότι π.χ. οι χαμηλοί δείκτες ιδιοκατοίκησης στην κεντρική Ευρώπη, λεξιλογικά στοιχεία, όπως π.χ. Fernweh (wanderlust, «νοσταλγία της φυγής», μονολεκτικά αμετάφραστο σε μεσογειακές γλώσσες), uneingeschränkte Versetzungsbereitschaft («απεριόριστη διαθεσιμότητα για μεταθέσεις», συχνός όρος σε προκηρύξεις θέσεων στην Γερμανία) ή και η ίδια η εμπειρία ορισμένων εξ ημών με την κινητικότητα στις περιοχές αυτές συνιστούν αδιάφορα δεδομένα άνευ σημασίας, έχουν ίσως μια μικρή σημασία κλιματικής φύσεως («πώς να μην θες να φεύγεις με τέτοιον καιρό;», θα έλεγαν εδώ πολλοί Γερμανοί) ή μπορούν σιγά σιγά, επαγωγικά και παραγωγικά, να ενσωματωθούν σε ευρύτερες θεωρητικές σκέψεις. Σε όλες αυτές, όμως, τις περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με διαφορετικές προσεγγίσεις, απόψεις ή θέσεις, φορτισμένες σαφώς κάθε φορά με την ιδεολογική-πολιτική τους χροιά, και όχι απλώς με ιδεολογικοποιήσεις. Εκτός αυτού, είναι κατανοητό να ξενίζει η επίκληση ενός πολύ μεγάλου χρονικού βάθους (που μπορεί να φθάνει ως την Παλαιολιθική Εποχή) ως κλίμακας αναγωγής π.χ. σύγχρονων πολιτισμικών διαφοροποιήσεων. Το ίδιο, ωστόσο, ξένιζε αρχικά στον ύστερο 19ο αιώνα η συνειδητοποίηση της τότε νεοανακαλυφθείσας ηλικίας του φυσικού κόσμου και του ανθρώπου, η οποία ως εκείνη την περίοδο τοποθετούνταν με βάση την βιβλική χρονολόγηση στο 4000 π.Χ. Σήμερα είναι σαφές ότι η ίδια συνειδητοποίηση δεν ξενίζει το ίδιο όταν έχουμε να κάνουμε με ευρήματα της παλαιοανθρωπολογίας ή της πληθυσμιακής γενετικής. Εντούτοις, όταν η συζήτηση αφορά πιο κοινωνικές και πολιτισμικές παραμέτρους, τα πράγματα δυσκολεύουν για την αποδοχή ενός μεγαλύτερου βάθους χρόνου από το αναμενόμενο.

Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ένας από τους λόγους για αυτό έχει να κάνει και πάλι με συγκεκριμένες θεωρητικές αφετηρίες του παρόντος. Ο Δ. Κούρτοβικ, δηλαδή, κάνοντας λόγο για «τον τρόπο ζωής των…παλαιολιθικών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών (ενώ εμείς εδώ είμαστε νεολιθικά μοντέρνοι)!» αποδίδει στον γράφοντα μια προφανώς δική του θεωρητική αφετηρία: αυτήν του απλού εξελικτισμού. Θεωρεί, με άλλα λόγια, πως οι αναφορές του γράφοντος σε πιο «παλαιολιθικούς» Κεντροευρωπαίους ενέχουν αυτονόητα υποτιμητική διάσταση. Για να το υποστηρίζει, όμως, κανείς αυτό πρέπει πρώτα να είναι υποστηρικτής της απλής εκείνης μορφής εξελικτισμού, σύμφωνα με την οποία κάθε νεώτερη φάση εξέλιξης της κοινωνικής, τεχνολογικής και γενικότερα πολιτισμικής πολυπλοκότητας στην ιστορία του ανθρώπου θεωρείται «ανώτερη», «καλύτερη» ή «πιο προηγμένη» από την προηγούμενη. Τέτοιου είδους εξελικτιστικές ιδέες έχουν, ωστόσο, δεχθεί δικαιολογημένη κριτική, αφού είναι σαφές ότι το εκάστοτε πιο «πολύπλοκο» δεν είναι οπωσδήποτε ή πάντα «ανώτερο» ή «καλύτερο» (π.χ. οι παλαιολιθικοί κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ουδέποτε κατέστρεψαν το περιβάλλον όσο ο σύγχρονος βιομηχανικός πολιτισμός, ούτε θα μπορούσαν ποτέ να διεξαγάγουν πολέμους της κλίμακας και της φρίκης των δύο Παγκοσμίων Πολέμων του 20ού αιώνα). Πέραν αυτού, στις σελ. 434-435 του «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» γίνεται, με αφορμή τις σχετικές απόψεις του Βέλγου ερευνητή M. Otte, ξεκάθαρα αποδοκιμαστική αναφορά στην «ρατσί­ζουσα αντίληψη όλων των προηγούμε­νων ανθρωπολογικών ειδών ως περίπου κατώτε­ρων μορφών ζωής εν σχέσει προς τον ανατομικώς σύγχρονο άν­θρωπο». Προκρίνεται, επομένως, μια σαφώς αντιεξελικτιστική προσέγγιση όχι μόνο ως προς τους αρχαιότερους Homo Sapiens, αλλά και ως προς τα ακόμη παλαιότερα ανθρωπολογικά είδη.

Παρά τις μάλλον σοβαρές αυτές αντενδείξεις, ο Δ. Κούρτοβικ προβαίνει σε μια εμμέσως πλην σαφώς εξισωτική αποτίμηση (ως προς την «ιδεολογικοποίηση») των σχετικών απόψεων του γράφοντος με τους «ημιμαθείς με εθνικιστικές και ρατσιστικές ιδέες». Κάτι που μας μεταφέρει στο τρίτο επίπεδο της συζήτησης. Η εξισωτική, δηλαδή, αυτή τάση, σε συνδυασμό με την αυτονόητη (αλλά λανθασμένη) απόδοση στον συγγραφέα του βιβλίου που κρίνει της δικής του εξελικτιστικής προσέγγισης, δημιουργεί την αίσθηση ότι ψήγματα ιδεολογικοποίησης ενυπάρχουν μάλλον στην ίδια την συγκεκριμένη αναφορά του Δ. Κούρτοβικ. Δίνεται εδώ η εντύπωση μιας βαθύτερης αντιδιαστολής ανάμεσα σε φιλοευρωπαϊκή «θέση» (ή «άποψη» ή «προσέγγιση») και ευρωσκεπτικιστική «ιδεολογικοποίηση», περίπου ίδιας τάξεως π.χ. με την κιτς εθνικιστική αρχαιολατρεία. Σίγουρα θα πρέπει να γνωρίζει κανείς το συνολικό φάσμα των απόψεων του Δ. Κούρτοβικ προκειμένου να απαντήσει το ερώτημα αν μια ανάλογη κρίση περί «ιδεολογικοποίησης» θα διατυπωνόταν και στην περίπτωση που τα πορίσματα του βιβλίου είχαν μια πιο φιλοευρωπαϊκή χροιά. Παρά ταύτα, μπορεί κανείς να διαισθανθεί μια εξαρχής αρνητική προδιάθεση απέναντι γενικά στον ευρωσκεπτικιστικό χαρακτήρα των σχετικών απόψεων που πολύ συνοπτικά εκτίθενται στο βιβλίο. Εν τω μεταξύ, η οπτική που θα μπορούσε να ονομαστεί «πολιτισμικός ευρωσκεπτικισμός» έχει εκτεθεί πολλάκις από τον γράφοντα με τρόπο ανοιχτό και ξεκάθαρο μέσα από τις γραμμές του παρόντος ιστοτόπου. Μια οπτική που σαφώς συνίσταται στο ότι η πλήρης ευρωπαϊκή ενοποίηση (και όχι οπωσδήποτε η απλή Ευρωπαϊκή Ένωση) αποτελεί ένα επικίνδυνο και θνησιγενές εγχείρημα, το οποίο δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψιν (και ενίοτε δεν μοιάζει καν να υποψιάζεται) τις βαθιές γλωσσοπολιτισμικές διαφοροποιήσεις εντός της Ευρώπης. Επαφίεται στον κάθε αναγνώστη και σκεπτόμενο πολίτη να αποφανθεί αν τα χρόνια της κρίσης που διανύουμε έχουν αποδυναμώσει ή ενισχύσει την ενδεχόμενη ορθότητα τέτοιων απόψεων. Αν, με άλλα λόγια, τις κατατάσσουν στην σφαίρα της «ιδεολογικοποίησης» ή τις καθιστούν αντικείμενο ενός ενδεχομένως λίγο πιο σοβαρού προβληματισμού. Ο κάθε αναγνώστης και σκεπτόμενος πολίτης μπορεί, τέλος, υπό το ίδιο πρίσμα να αξιολογήσει και μία άλλη βασική και συναφή θέση που έχουμε αναπτύξει: ότι μια χώρα χωρίς σοβαρό (και σοβαρά αποδεκτό) ευρωσκεπτικισμό θα είναι πιθανότατα και μια χώρα χωρίς σοβαρό ευρωπαϊσμό…

* Johnson, M. 1999. Archaeological Theory. An Introduction. Malden – Oxford – Carlton: Blackwell Publishing, σ. 107.

Ευρώπη με απενεργοποιημένα τα σχόλια

Απρίλιος 30, 2014 2 Σχόλια

«Οι Έλληνες είναι ντροπή για όλη την Ευρώπη». «Θα έπρεπε ήδη προ πολλού να έχουν τιμωρήσει πα­ραδειγματικά την Ελλάδα και μετά να την έχουν αφήσει να ψοφήσει!!! Μόνο έτσι καταλαβαίνουν τα κράτη της σπατάλης, της διαφθοράς, της ανικανότητας, του ψέματος και της απάτης». «Και συνεχί­ζουν να καίγονται εκατομμύρια των Γερμανών φορολογουμένων για αυτή την χώρα!». «Αν μετά τις εκλογές δοθεί έστω κι ένα σεντ στους Έλληνες, θέλω να τους δω όλους κάτω στους δρόμους, στα οδοφράγματα!». «Η Ελλάδα είναι χρεοκοπημένη, αλλά οι Έλληνες είναι πιο πλούσιοι από τους Γερμα­νούς. Έχετε ακόμα απορίες;». «Εάν η Ελλάδα διεκδικεί ακόμα για τον εαυτό της τον Μέγα Αλέξανδρο, τότε θα πρέπει ίσως να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις στην μισή Ασία!». «Γιατί η Ελλάδα να παραμένει κυρίαρχο κράτος, όταν ακόμα και οι ίδιοι οι Έλληνες θεωρούν το κράτος αυτό τόσο κακό;».

Bild-Kommentare

Κατά τα χρόνια της κρίσης, στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες του μεσογειακού νότου υπήρξαν και υπάρχουν ακόμη δύο κατηγορίες ανθρώπων: η μία είναι αυτή όσων, γνωρίζοντας γερμανικά, επιδίδο­νται συχνά στην ανάγνωση σχολίων αναγνωστών στις ηλεκτρονικές εκδόσεις των γερμανικών εφη­μερίδων. Η άλλη κατηγορία είναι των ανθρώπων που είτε δεν συμβαίνει να γνωρίζουν την γερμανική γλώσσα είτε την γνωρίζουν μεν, αλλά δεν επιδίδονται στο ανωτέρω ψυχοφθόρο σπορ. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών ανθρώπων υφίσταται μια αι­σθητή διαφορά στην γενικότερη πρόσληψη της κρίσης. Αναμφισβήτητα, η γνώση της γερμανικής γλώσσας δεν αποτελεί αναγκαστική προϋπόθεση για να αντιληφθεί κανείς σημαντικές παραμέτρους της γερμανικής αντίληψης για την κρίση. Δηλώσεις, σχόλια και πρωτοσέλιδα από την Γερμανία ανα­παράγονται διαρκώς μεταφρασμένα στην χώρα μας, ενώ τα βασικά χαρακτηριστικά της γερμανικής προσέγγισης στα της Ευρώπης είναι μια προ πολλού απτή πραγματικότητα για όλους, γερμανομαθείς και μη. Κι όμως, η αίσθηση που μένει σε όσους διαβάζουν τακτικά τα σχόλια για την Ελλάδα Γερμα­νών αναγνωστών (όχι μόνο στην ναυαρχίδα του ρατσιστικού μίσους εφημερίδα Bild, αλλά και σε υποτίθεται πολύ πιο σοβαρές εφημερίδες, όπως π.χ. η Frankfurter Allgemeine Zeitung [FAZ]) δύσκολα μπορεί να παραλληλιστεί με κάποιο άλλο πλαίσιο εμπειρικής πρόσληψης των τεκταινομένων στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Χαριτολογώντας ελαφρώς, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ένας από τους λόγους που η ευρω­ζώνη υπάρχει ακόμα είναι ακριβώς αυτός: ότι, δηλαδή, η τακτική επαφή με σχόλια, όπως αυτά στην αρχή του παρόντος κειμένου, αποτελεί διαστροφή λίγων και όχι συνήθεια ή δυνατότητα των πολλών.

Για όσους, λοιπόν, έχουν την δυστυχία να γνωρίζουν γερμανικά και να μοιράζονται την εν λόγω μα­ζοχιστική συνήθεια, τα τελευταία χρόνια αποτελούν μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής οδύνης. Στην οθόνη του υπολογιστή τους ανοίγεται τακτικά ένα «παράθυρο» όχι στο μέλλον της Ευρώπης, αλλά σε έναν νέο (γερμανικό) Μεσαίωνα: οι παβλοφικές αντιδράσεις πολλών Γερμανών σχολιαστών την στιγμή που στον τίτλο του ηλεκτρονικού άρθρου εντοπίζονται οι λέξεις-κλειδιά «Griechenland» ή «Griechen» εκ­φράζονται τόσο με τον αριθμό των σχολίων (παλαιότερα όχι σπάνια έως και χιλιάδες, τον τελευταίο καιρό έως και μερικές εκατοντάδες) όσο, φυσικά, και με το περιεχόμενό τους. Κύριο χαρακτηριστικό του ο αντανακλαστικός και εντελώς μονόπλευρος ηθικισμός, συνδυασμένος, ιδίως στις πρώτες φάσεις της κρίσης, με την έλλειψη ακόμα και στοιχειώδους ενημέρωσης για την πραγματική φύση των πακέτων «διάσωσης» της Ελλάδας και των πολιτικών που τα συνόδευσαν. Πολλοί από τους εν λόγω σχολιαστές δίνουν την βάσιμη εντύπωση ότι δεν έχουν αντιληφθεί πως η «διάσωση» της Ελλάδας είναι στην ουσία διάσωση των (εν μέρει Γερμανών) δανειστών του ελληνικού κράτους. Φαίνεται, επίσης, ότι δεν έχουν πληρο­φορηθεί για τα κέρδη της Γερμανίας από την κρίση, δηλαδή για το γεγονός ότι δεν χάνουν λεφτά δίνο­ντάς τα σε ένα «βαρέλι δίχως πάτο», αλλά αντιθέτως αντιπροσωπεύουν οι ίδιοι το βαρέλι δίχως πάτο του ήδη ομολογημένου αθέμιτου ανταγωνισμού και κέρδους εντός της Ε.Ε.

Ακόμα και τέσσερα χρόνια μετά αρκετοί από τους σχολιαστές αυτούς είναι σαν να μην έχουν ακούσει τίποτα για τον ρόλο των μεγάλων γερμανικών εταιριών στο όργιο της μεταπολιτευτικής διαφθοράς στην Ελ­λάδα ή για τις διαρ­κείς δικαστικές περιπέτειες των μεγαλύτερων τραπεζών τους (και δανειστών του ελληνικού κράτους), όπως η Deutsche Bank. Κυρίως φαίνεται σαν να μην έχουν σαφή συναίσθηση ότι στην χώρα τους ήταν που όχι στα «παλαιά» χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έλαβε χώρα το μεγαλύτερο ίσως οικονομικό σκάνδαλο στην πρόσφατη ιστορία της Ευρώπης, το σκάνδαλο Treuhand, με το ξεπούλημα της περιουσίας της πρώην Ανατολικής Γερμα­νίας (χαρακτηριστική εδώ ακόμη και η ηχητική ομοιότητα των λέξεων «Treuhand» και «Τρόικα»…). Όσοι, επί­σης, ειλικρινώς εξανίστανται με την αναίδεια των Ελλήνων να κάνουν λόγο για τις οφειλές της γερμα­νικής κατοχής κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (συχνά με το επιχείρημα ότι δεν έχουν καμία ευθύνη για ό,τι συνέβη πριν 70 χρόνια ή ότι η ΟΔΓ [BRD] δεν έχει σχέση ως κρατική οντότητα με το «Deutsches Reich» της εποχής εκείνης) είναι σαφές ότι δεν έχουν ενημερωθεί ότι η ΟΔΓ πλήρωσε την τελευταία δόση των επανορθώσεων του…Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 2010.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν, φυσικά, ότι είναι παράλογο ή αθέμιτο για έναν Γερμανό ή γενικότερα ξένο να ασκεί κριτική στις βαθιές παθογένειες και αναμφισβήτητες σκανδαλώδεις καταστάσεις του ελληνι­κού κράτους (π.χ. στην κατασπατάληση σημαντικού μέρους των κοινοτικών κονδυλίων από το 1981 και εξής). Εντούτοις, το γενικό πνεύμα των εν λόγω σχολίων, ιδίως ο συνδυασμός επιμονής, επιθετι­κότητας, ρατσιστικής γενίκευσης και παντελούς απροθυμίας αυτοκριτικής και στοιχειώδους διπλωμα­τικότητας ή διαλλακτικότητας, υποδηλώνει ξεκάθαρα κάτι που συχνά έχουμε τονίσει από την θέση αυτή: ότι οι ελληνικές παθογένειες δεν είναι η αιτία, αλλά η αφορμή για τις επιθέσεις αυτές. Έχουμε εδώ να κάνουμε με ένα πρωτοφανές ίσως στα χρονικά ιστορικό και ανθρωπολογικό φαινόμενο, όπου ένας λαός 80 εκατομμυρίων ασχολείται επί τέσσερα χρόνια με απίστευτη εμμονή και πάθος με το 2% της ευρωζώνης. Η ιδιαιτερότητα του φαινομένου αυτού καθίσταται, άλλωστε, σαφής και μέσα από μια απλή εμπειρική παρατήρηση. Από την αρχή της κρίσης υπήρξαν σε όλες τις χώρες του δυτικού κόσμου και της Ευρώπης αρνητικά δημοσιεύματα, σχόλια και αναλύσεις για τα κακώς κείμε­να στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει όμως ούτε μία (1) άλλη χώρα, μεταξύ της οποίας και της Ελλάδας, με­ταξύ του δικού της λαού και του ελληνικού, να δημιουργήθηκε ούτε κατά προσέγγιση μια τόσο αρνη­τική και εχθρική ατμόσφαιρα όσο αυτή μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Δεν είναι, επίσης, σίγουρο αν υπάρχει άλλο παράδειγμα χώρας-εξαγωγού που οι πολίτες της να επιτίθενται τόσο λυσσαλέα σε χώρα-καταναλωτή των προϊόντων της.

Η πνιγηρή αίσθηση βαθιάς διαπολιτισμικής εμπάθειας δεν δημιουργείται μόνο από την τάση «συλ­λογικής» τιμωρητικής διάθεσης και ηθικής εκμηδένισης (γενικευτικά οι Έλληνες εκλαμβάνονται ως «διεφθαρμένοι», «τεμπέληδες», «φοροφυγάδες», κλπ.). Προκύπτει, επίσης, και από χαρακτηριστικές πε­ριπτώσεις, όπου ακόμη και στοιχειώδεις εκδηλώσεις χαράς και ψυχαγωγίας που έχουν υποπέσει στην αντίληψη ορισμένων Γερμανών σχο­λιαστών, π.χ. η συνηθισμένη ατμόσφαιρα μιας ελληνικής παρέας σε ένα εστιατόριο ή καφέ, σκανδαλί­ζουν αφόρητα τους εν λόγω Γερμανούς παρατηρητές, οι οποίοι αυτόματα εκλαμβάνουν την ατμόσφαιρα αυτή (τα γέλια, τα πειράγματα, τις χειρονομίες, τα χαρούμε­να πρόσωπα) ως απόδειξη για το ότι «οι Έλληνες είναι πλούσιοι», ότι «δεν υπάρχει κρίση» ή ότι «συνε­χίζουν να τεμπελιάζουν με τα λεφτά μας». Χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου τυφλού ηθικιστικού αντανακλαστικού είναι και το ότι εκφράζεται διαρκώς ακόμη και σε πλαίσιο σύγχυσης ως προς την σχέση κράτους-πολίτη, με τους Έλληνες άλλοτε να εξομοιώνονται με την κατάσταση χρεωκοπίας της κρατικής τους οντότητας (Pleitegriechen, «Μπατιροέλληνες») και άλλοτε να διαχωρίζονται από αυτήν («φοροφυγάδες», «πιο πλούσιοι από τους Γερμανούς», κλπ.).

Σε όλα τα παραπάνω φαινόμενα διάχυτος είναι, φυσικά, ο ανθρωπολογικός εθνοκεντρισμός και αναλφαβητισμός, αφού ένας άλλος λαός κρίνεται με τα μέτρα και τα σταθμά του γερμανικού πολιτι­σμού (δεν λαμβάνεται π.χ. υπόψιν η πολύ διαφορετική σχέση με το χρήμα, η διαφορετική δομή της οι­κονομίας, η διαφορετική φύση των οι­κογενειακών σχέσεων, κλπ.). Κρίνεται, επίσης, και στο πλαίσιο ενός χαρακτηριστικού μηχανισμού ψυ­χολογικής «εξισορρόπησης («εμείς μεν δεν έχουμε ήλιο, θάλασ­σα, χιούμορ, ταμπεραμέντο, αλλά κι αυ­τοί δεν έχουν όσα έχουμε εμείς [εργασιακή ηθική, οργάνωση, πειθαρχία, κλπ.]»). Δεν είναι περίεργο, συνεπώς, που οποιαδήποτε προτροπή για αναλυτική και όχι αμιγώς ηθικι­στική προσέγγιση των φαι­νομένων, οποιαδήποτε ερμηνεία των ελληνικών παθογενειών δεν καταλήγει σε άνευ όρων τιμωρητικό (αυτο)μαστί­γωμα, αντιμετωπίζεται συνήθως με έντονη ειρω­νεία και επιθετι­κότητα, ως απόδειξη ότι «βρίσκετε ξανά δικαιολογίες», ότι «και πάλι σας φταίνε οι άλ­λοι», κλπ. Είναι σαφές ότι οι μάγισσες πρέπει οπωσδήποτε να καούν, με το λαϊκό αίσθημα να μην αφήνει περιθώρια για οποιεσδήποτε περιττές σκέψεις.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι, όμως, και οι περιπτώσεις που η συγκεκριμένη γερμανική διάθεση ένα­ντι της Ελλάδας εκφράζεται έμμεσα, δηλαδή όχι από τους ίδιους τους Γερμανούς, αλλά από ορι­σμένους Έλληνες που έχουν ζήσει ανάμεσά τους. Στις περιπτώσεις αυτές, μάλιστα, αίρεται η συνθήκη του γλωσσικού φραγμού και μπορεί κανείς να προσλάβει στην ελληνική γλώσσα το συγκεκριμένο πνεύμα. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό σχετικό παράδειγμα είναι τα γραφόμενα του συγγραφέα Νίκου Δήμου, ο οποίος σύμφωνα με το βιογραφικό του έχει ζήσει στο παρελθόν έξι ή επτά χρόνια στην Γερ­μανία. Η άποψη του Δήμου για την Ελλάδα και τους Έλληνες, άσχετα με το αν και σε ποιο βαθμό συμ­φωνεί ή διαφωνεί κανείς με αυτήν, παρουσιάζει χαρακτηριστικές ομοιότητες με την τυπικά γερμανική, καρικα­τουρίστικη αντίληψη της Ελλάδας. Παράλληλα, το συγγραφικό του ύφος θυμίζει έντονα τα αναλόγου πνεύ­ματος κείμενα Γερμανών σχολιαστών, όπως π.χ. του ανταποκριτή της FAZ στην «Rumelien» (όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει την Ελλάδα) M. Martens. Η ιδιαίτερη διάθεση του Δήμου για τα ελληνικά πράγμα­τα, καθώς και η χαρακτηριστική αίσθηση υπολανθάνουσας εμπάθειας και υπερβάλλουσας αποστα­σιοποίησης, είναι στοιχεία που έχουν προκαλέσει συχνά πολλές αντιδράσεις και απορίες. Στην πραγματικότητα, όμως, γίνονται αμέσως κατανοητά, ερμηνευόμενα υπό ένα συγκεκριμένο πρίσμα: ως η διαρκής προσπάθεια ενός Έλληνα να γίνει αποδεκτός από Γερμανούς που είναι φορείς των αντιλήψεων που περιγράφηκαν πιο πριν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσες φορές ο Ν. Δήμου βρέθηκε να κάθεται σε ένα τραπέζι μαζί με π.χ. πέντε ή έξι Γερμανούς της συγκεκριμένης νοοτροπίας, σίγουρα κέρδισε τα θετικά τους σχόλια, αφού η γενιτσαρικού στιλ αποστασιοποίηση του από την ιδιότητα του Έλληνα, το ηθικιστικό αυτομα­στίγωμα και η άνευ όρων προσχώρηση στις ηθικιστικές ορέξεις των συνδαιτημόνων τού εξασφάλισαν κάποια ψήγματα στοιχειώδους σεβασμού στην ανθρώπινη υπόστασή του, μαζί και με την ψευδαίσθη­ση της ενσωμάτωσής του στον πολιτισμό τους. Δεν είναι, συνεπώς, καθόλου τυχαίο ότι τα γραφόμενα του Δήμου χρησιμοποιούνται πολύ συχνά από Γερμανούς σχολιαστές ως δήθεν αποστομωτικό επιχεί­ρημα εναντίον Ελλήνων αντισχολιαστών, ως η απόδειξη ότι «να, υπάρχουν και κάποιοι Έλληνες που μπορείς να τους πάρεις στα σοβαρά» (σε αντίθεση, υπονοείται, με όλους εσάς που δεν δέχεστε να κα­είτε οικειοθελώς στην πυρά). Καθώς οι απόψεις του Δήμου έχουν ήδη καταγραφεί πολύ πριν την κρί­ση, ακόμη και πριν την συγκρότηση της ευρωζώνης, προσφέρουν μία έμμεση μεν, πλην όμως πρώτης τάξεως απόδειξη για το χρονικό βάθος της συγκεκριμένης διάθεσης αρκετών Γερμανών για την Ελ­λάδα.

Την ίδια έμμεση ένδειξη προσφέρουν, όμως, συχνά στο διαδίκτυο και άλλοι, νεώτεροι σε ηλικία Έλ­ληνες του εξωτερικού με παρελθόν ή και παρόν ζωής στην Γερμανία η στον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο. Κάποιοι από αυτούς εκδηλώνουν τα ίδια παβλοφικά αντανακλαστικά ως προς την Ελλάδα με τους γηγενείς Γερμανούς, αναπαράγοντας μια ατμόσφαιρα παρόμοια με αυτήν που απαντάται και στα γραφόμενα του Ν. Δήμου. Πολλά είναι τα παράδειγμα συζητήσεων και διαλόγων στο διαδίκτυο, όπου κάποιοι από τους εν λόγω γερμανοτραφείς σχολιαστές, συχνά με επιστημονική κιόλας ιδιότητα, εκδηλώνουν δηλητηριώδη εμπάθεια απέναντι σε οποιαδήποτε νύξη ότι η Ελλάδα δεν είναι αποκλειστι­κά και μόνο η χώρα που σκιαγραφείται στα σχόλια των γερμανικών εφημερίδων. Είναι σαφής εδώ η βαθιά ψυχολογική ανάγκη να εκμηδενιστεί κάθε ενοχλητική υπόμνηση ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι και άλλα πράγματα εκτός από τις γνωστές τις αρνητικές πτυχές. Δεν εκπλήσσει, επομένως, το γεγονός ότι όποιος ψελλίσει έστω κάτι προς την αντίθετη κατεύθυνση βρίσκει αμέσως απέναντί του τον ψυχολογικό μηχανισμό «σκο­τώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία». Κάτι που μοιάζει να αποδεικνύεται εύκολα, αφού πρόσωπα όπως αυτά δεν είναι συνήθως σε θέση να εξηγήσουν για ποιον λόγο (αν τα πράγματα είναι πράγματι τόσο καλύτερα στο περιβάλλον του εξωτερικού όπου ζουν) συνεχίζουν να ασχολού­νται τόσο εντατικά με την Ελλάδα, εκτοξεύοντας εμμονικά χολή και όξος εναντίον της.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πολλά και βαθιά προβλήματα, με χρόνιες παθογένειες σε δομές, υποδο­μές, νοοτροπίες και αντιλήψεις. Είναι, επίσης, μια χώρα με αναμφισβήτητες και τραγικές δυσλειτουργί­ες σε ό,τι αφορά την κρατική της οργάνωση και το πολιτικό της σύστημα. Υπάρχει, όμως, και κάτι που δεν είναι ή δεν θα έπρεπε να είναι η Ελλάδα: σάκος του μποξ για την πολιτισμική ψυχοθεραπεία που κάποιοι δεν έκαναν ποτέ ή για την απλή ψυχοθεραπεία όσων, συναγελαζόμενοι με τους πρώτους, βρέθηκαν κάποια στιγμή να επαιτούν τον σεβασμό για την ανθρώπινη ιδιότητά τους αποτασσόμενοι διαρκώς τον Σα­τανά της κάποτε ελληνικής τους προέλευσης. Ο τρόπος, επομένως, που αντιμετωπί­στηκε η Ελλάδα είτε από την πρωτότυπη γερμανική αντίληψη είτε από την κακέκτυπη απομίμησή της (τα σύνδρομα του «σκοτώνω την Ελλάδα για να σκοτώσω τον τρόπο ζωής που με σκανδαλίζει» και του «σκοτώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία») συνιστά μια πολύ σημαντική πτυχή της ευρωπαϊκής ιστορίας των τελευταίων χρόνων. Της ιστορίας των υπογείων εκείνων ρευμάτων της πραγματικής κοι­νωνίας, αυτής που συνεχίζει να υπάρχει κάτω από τα επιτόκια, τα τοκοχρεωλύσια, τα Eurogroup και τα spreads. Της ιστορίας, επίσης, μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας, οι τάσεις και εντάσεις της οποίας μπο­ρούν ίσως για πρώτη φορά να καταγραφούν σε πραγματικό χρόνο, μέσω της τεχνολο­γίας του διαδι­κτύου. Διότι, αντίθετα με ό,τι θα έπρεπε να έχουν ήδη προτείνει και υλοποιήσει οι πιο έν­θερμοι θια­σώτες του οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τα σχόλια στην Ευρώπη της κρίσης δεν απενερ­γοποιήθηκαν εγκαίρως…

 

Τα βιογραφικά της κρίσης

Ιουνίου 5, 2013 8 Σχόλια

Σε προηγούμενες αναρτήσεις, και κυρίως σε αυτήν με τίτλο «Ποια είναι η εναλλακτική λύση;» αναφερθήκαμε στο φαινόμενο που θα μπορούσε να ονομαστεί μνημονιακός εμπειρισμός. Πρό­κειται για την άποψη που εκφράζουν ακόμα και σήμερα οι πιο ένθερμοι θιασώτες του άκριτου «ευρωπαϊκού προσανατολισμού» της χώρας, ότι, δηλαδή, οι αποφάσεις για την πορεία της τα τελευταία τρία χρόνια ελήφθησαν με σχεδόν αποκλειστικό γνώμονα τα «αντικειμενικά» δεδο­μένα της κατάστασης, π.χ. τα στοιχεία, τα νούμερα, τους συσχετισμούς δυνάμεων, κλπ. Όπως, όμως, προσπαθήσαμε να καταδείξουμε, πίσω από την κάθε πράξη υπάρχει πάντοτε μια θεωρία. Όσοι π.χ. θεώρησαν ότι η χώρα έπρεπε να μπει στον «γύψο» μιας τόσο σκληρής προσαρμογής χωρίς νομισματική υποστήριξη (χωρίς, δηλαδή, ούτε να έχει δικό της νόμισμα ούτε να είναι μέ­λος μιας «κανονικής» νομισματικής ένωσης), δεν το έκαναν επειδή αυτό τους υπέδειξαν τα αντι­κειμενικά δεδομένα. Το έκαναν με βάση την υποκειμενική τους πεποίθηση ότι η ευρωζώνη μπο­ρεί και σύντομα θα λειτουργήσει σαν κανονική νομισματική ένωση, π.χ. με αμοιβαιοποίηση χρέ­ους (ευρωομόλογα) και μια Κεντρική Τράπεζα που θα λειτουργεί όπως αυτές άλλων νομισματι­κών χώρων. Συνεπώς, θα ήταν καταστροφικό για την χώρα να είναι τότε «στην απ΄ έξω», όπως είχε πει προ καιρού ο Α. Σαμαράς, με την ποιότητα των ελληνικών να ανταγωνίζεται μόνον αυτή των προβλέψεών του.

Terra incognita

Terra incognita…

Και η ανωτέρω άποψη δεν είναι παρά μια επιμέρους πτυχή μιας πολύ ευρύτερης θεωρητικής και ιδεολογικής αντίληψης της Ευρώπης, αυτής που θέλει την τελευταία να είναι μια ζώνη πολιτιστι­κής «κοινότητας», περίπου καταδικασμένης στην ενοποίηση ή ολοκλήρωση. Πρόκειται για μια υπο­κειμενική (και καθόλου εμπειριστική) άποψη τόσο βαθιά εδραιωμένη, ώστε να λειτουργεί εν τέλει ως παραμορφωτικός φακός μιας πραγματικότητας που μπορεί να αναγνωστεί τελείως διαφορε­τικά. Έτσι, η Γερμανία (και η ξεκάθαρη ηγεμονική της θέση) βαφτίζεται «Ευρώπη», η νέα εκδοχή του πάλαι ποτέ γερ­μανικού μείζονος ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου (Europäischer Großwirtschaftsraum) καλείται «ευρωζώνη», ο γερμανικός πολιτισμός του Sparen (Sparkultur) γίνεται αντιληπτός ως «πολιτική της λιτότητας», η μεταφορά χρημάτων από τους λογαριασμούς των Ευρωπαίων φορολογουμένων σε αυτούς των τραπεζών-δανει­στών του ελληνικού κράτους χαρακτηρίζεται μονίμως ως «βοήθεια προς την Ελ­λάδα», κλπ. Μία από τις βασικές θέσεις που υποστηρίζουμε σε αυτό το ιστολόγιο είναι ότι η πα­ραπάνω αντίληψη –στην αθώα της εκδοχή– δεν συνιστά απλά μια εντελώς υποκειμενική αφετη­ρία που συχνά, μά­λιστα, παίρνει την μορφή της ιδεοληψίας, της αυθυποβολής και της ψευδαί­σθησης («success story»). Συνιστά πολύ περισσότερο μια πρώτης τάξεως απόδειξη για το ότι αρ­κετοί από τους φο­ρείς αυτής της άποψης καθοδηγούν την χώρα, έχοντας τραγική άγνοια συ­γκεκριμένων συνθηκών εντός της Ευρώπης και κυρίως του πολιτισμού της γερμανόφωνης κε­ντρικής Ευρώπης. Η ρομαντική αντί­ληψή τους περί της Ευρώπης και της προοπτικής της όχι μόνον είναι καθαρά υποκειμενική, αλλά, το χειρό­τερο, δεν στηρίζεται πουθενά.

Σήμερα, λοιπόν, θα δώσουμε την ευκαιρία στον αναγνώστη να διαπιστώσει με τρόμο τι σημαίνει αυτό το «πουθενά». Θα παράσχουμε τα αποδεικτικά στοιχεία που μοιάζουν να επιβεβαιώνουν με δραματικό τρόπο τις εκτιμήσεις που έχουμε κάνει από αυτή την θέση για τον βαθμό γνώσης της Ευρώπης εκ μέρους όσων θεωρούν ότι μονοπωλιακά γνωρίζουν τι είναι η Ευρώπη. Πιστοί, μάλιστα, στον εμπειρισμό και θετικισμό που οι ίδιοι οι υπέρ το δέον ένθερμοι μνημονιακοί ευρωπαϊστές διεκδι­κούν για τις δικές τους θέσεις, θα παρουσιάσουμε στον αναγνώστη στοιχεία όχι μόνο «αντικει­μενικά», όχι μόνο επαληθεύσιμα ανεξάρτητα από τα δικά μας λεγόμενα, αλλά και προερχόμενα από τους ίδιους. Θα δούμε, δηλαδή, τι πληροφορίες μας δίνουν ορισμένοι από τους μνημονιακούς ευρωπαϊ­στές για τον εαυτό τους, τι γνώσεις ισχυρίζονται οι ίδιοι δημοσίως ότι έχουν περί της Ευρώπης. Στους παρακάτω συνδέσμους, λοιπόν, ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει τα βιογραφικά μερικών εκ των πιο ση­μαντικών προσωπικοτήτων της χώρας που από τον χώρο της πολιτικής, της οικονομίας, της διανόησης και της δημοσιογραφίας έχουν προωθήσει ως διαχειριστές της εξουσίας ή έχουν υποστηρίξει ένθερμα ως απλοί σχολιαστές τον άνευ όρων «ευρωπαϊκό προσανατολισμό», τον μνημονιακό «μονόδρομο» και την «πάση θυσία» παραμονή της χώρας στο ευρώ. Στις προσωπικότητες αυτές ανήκουν π.χ. ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ο Φίλιππος Σαχινίδης, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, η Άννα Διαμαντοπούλου, ο Ανδρέας Λοβέρδος, ο Χρήστος Παπουτσής, ο Αντώνης Σαμαράς, ο Γιάννης Στουρνάρας, ο Χρήστος Σταϊκούρας, ο Κωστής Χατζηδάκης, ο Σίμος Κεδίκογλου, ο Μάκης Βορίδης, ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Λουκάς Παπαδήμος, ο Φώτης Κουβέλης, ο Αντώνης Μανιτάκης, ο Γιώργος Προβόπουλος, ο Λουκάς Τσούκαλης, ο Γιώργος Παγουλάτος, ο Γκίκας Χαρδούβελης, ο Πάσχος Μανδραβέλης, ο Παντε­λής Καψής, ο Αλέξης Παπαχελάς, ο Μπάμπης Παπαδημητρίου.

Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, στα βιογραφικά των ανωτέρω προσώπων απαντά ένα αναπάντεχο κοινό σημείο που στην καλύτερη περίπτωση προβληματίζει και στην χειρότερη τρομάζει: από κανένα, δηλαδή, εκ των ανωτέρω βιογραφικών δεν προκύπτει η παραμικρή γνώση για την Γερμανία ή γενικότερα για την γερμανόφωνη κεντρική Ευρώπη. Τα εν λόγω πρόσωπα δεν γνωρίζουν γερμανικά, δεν προκύπτει να έχουν μείνει έστω ένα μικρό χρονικό διάστημα στην Γερμανία, π.χ. να έχουν περάσει εκεί κάποιο τμήμα των σπουδών ή της επαγγελματικής τους διαδρομής. Όσοι, μάλιστα, εξ αυτών έχουν επιστημονική ιδιότητα και αρχείο ακαδημαϊκών δη­μοσιεύσεων (π.χ. Λ. Παπαδήμος, Γ. Στουρνάρας) δεν φαίνεται να έχουν δημοσιεύσει ποτέ ούτε ένα (1) άρθρο στην γερμανική γλώσσα. Ελάχιστες εξαιρέσεις στον ανωτέρω κανόνα μπορούν να εντοπι­στούν μόνον αν ο κύκλος των προσώπων διευρυνθεί και σε αυτά που ναι μεν δεν διαχει­ρίστη­καν εξουσία τα τελευταία τρία χρόνια, είναι γνωστό, όμως, πως υποστηρίζουν παρόμοιες θέ­σεις. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, ωστόσο, π.χ. σε προσωπικότητες, όπως ο Κ. Σημίτης και η Ντ. Μπακογιάννη, είναι αμφίβολο αν η εμπειρία της Γερμανίας έφθασε σε βαθμό υπέρβασης του «διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδι­σμού» βάσει των ενδεικτικών κριτηρίων που έχουμε παραθέσει στο παρελθόν.

Περαιτέρω, ιδιαίτερη εντύπωση κάνει η ομάδα αυτών που θα μπορούσαν να ονομαστούν  αμε­ρικανοτραφείς ευρωπαϊστές. Σε αυτούς ανήκουν πρόσωπα, όπως π.χ. ο Γ. Παπανδρέου, ο Α. Σαμαράς, ο Λ. Παπαδήμος, ο Γκ. Χαρδούβελης και ο Α. Παπαχελάς, οι οποίοι εκφράζουν βα­ρύνουσα άποψη για τα της Ευρώπης, έχοντας πλούσιες γνώσεις, εμπειρίες και παραστάσεις από έναν άλλο γεωγρα­φικό και πολιτιστικό χώρο, αυτόν των Η.Π.Α. Και είναι σίγουρο ότι, αν το ζητούμενο για την χώρα ήταν η συμμετοχή της ή όχι στην NAFTA (North American Free Trade Agreement), τότε άνθρωποι σαν τον Λ. Παπαδήμο θα μπορούσαν να προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες. Αντιθέ­τως, το τι υπηρεσίες προσφέρουν στην υπόθεση της Ευρώπης έχει καταστεί σαφές προ πολλού. Το αμερικανικό υπόβαθρο, μάλιστα, πολλών ευρωπαϊστών έρχεται να εξη­γήσει εύγλωττα και τις ανεδαφικές συγκρίσεις μεταξύ της Ε.Ε. και των Η.Π.Α., με την γνωστή επωδό περί των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Αν, τώρα, στην ενδιαφέρουσα κατηγορία των αμερικα­νοτραφών ευρωπαϊστών, όσων, δηλαδή, ομνύουν στο όνομα της Ευρώ­πης γνωρίζοντας άριστα την…Αμερική, προστεθούν και όσοι προκύπτει να γνωρίζουν την Ευ­ρώπη από την σκοπιά του Ηνωμένου Βασιλείου, έχοντας σπουδές, επαγγελματικές εμπειρίες και παραστάσεις κυρίως από την Αγγλία (π.χ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Γ. Στουρνάρας, Χρ. Σταϊκού­ρας, Γ. Προβόπουλος, Γ. Παγουλάτος, κ.α.), τότε τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα. Διότι με αυτό τον τρόπο έχουμε ουσιαστικά χαρτογραφήσει την μεγάλη πλειοψηφία των ένθερμων ευρωπαϊστών της πο­λιτικής και του δημόσιου λόγου, οι οποίοι αποδεικνύονται παντελώς «άκα­πνοι» σε ό,τι αφορά την ουσιαστική εμπειρία της ζωής στην ηπειρωτική Ευρώπη και κυρίως στην Γερμανία.

Υπό το φως των ανωτέρω «βιογραφικών της κρίσης» αντιλαμβάνεται κανείς με τρόμο ότι το τι­μόνι της χώρας βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στα χέρια τυφλών οδηγών. Ανθρώπων που ορί­ζουν τις τύχες της χώρες με αποκλειστικά εφόδια τις βαθιές τους ιδεοληψίες, τους ευσεβείς τους πόθους, τα απλοϊκά γενικευτικά μοντέλα και την εικονική πραγματικότητα της Ευρώπης που δημιουργεί αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «σύνδρομο του Μαγγελάνου». Όπως, δη­λαδή, ο Πορτογάλος θαλασσοπόρος ονόμασε «Ειρηνικό» τον ωκεανό, του οποίου είχε δει μόνον ένα τμήμα και σε συγκεκριμένες συνθήκες, έτσι και πολλοί ρομαντικοί ευρωπαϊστές αντιλαμβά­νο­νται την «Ευρώπη» υπό το απατηλό πρίσμα των εμπειριών σε συγκεκριμένα μόνο τμή­ματα του ευρύτερου δυτικού κόσμου, άσχετα με την ευρωζώνη και τις ιδιαιτερότητές της.

Αυτοί είναι, λοι­πόν, οι άνθρωποι με το «λάθος βιογραφικό» που επιστρατεύτηκαν για να οδηγήσουν την χώρα στον όλεθρο. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που δεν θα καταλάβουν ποτέ τι εννοούσε ακόμη και ο Ζ.-Κ. Γιουνκέρ όταν, σκιαγραφώντας υπαινικτικά το αληθινό πνεύμα της «διάσωσης» της Ελλάδας, αλλά και την πραγματικότητα που κρύβεται από πίσω της, δήλωνε: «Έχουμε γίνει αλαζόνες. Δε γνωρίζουμε ιστορία. Δε συμπαθούμε αυτούς που δεν είναι σαν εμάς, αγνοούμε όσα προσέφερε η Ελληνική Δημοκρατία και οι Έλληνες στην Ευρώπη». Αυτοί είναι, τέλος, οι άνθρωποι που μάλ­λον δεν θα αντιληφθούν παρά μόνον όταν είναι ήδη πολύ αργά ότι το δί­λημμα ευρώ ή δραχμή ήταν ευθύς εξαρχής άνευ αντικειμένου. Και τούτο διότι στην πραγματικό­τητα δεν υπάρχει πιο σίγουρος δρόμος για την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα από την παρα­μονή στην ευρω­ζώνη…

Ε.Ε. και (αν)ιστορικές προκλήσεις

Δεκέμβριος 2, 2012 2 Σχόλια

Η πρόσφατη, σαφής ομολογία του W. Schäuble από του βήματος της γερμανικής βουλής ότι μια έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα μπορούσε να προκαλέσει την κατάρρευση της ευρωζώνης μάλλον δεν θα απασχολήσει ιδιαίτερα το εν Ελλάδι ένθερμο μνημονιακό μπλοκ. Είναι, άλλωστε, σα­φές πλέον ότι ακόμη και ο ίδιος ο Θεός να εμφανιζόταν και να επαναλάμβανε την δήλωση του Schäuble, διαβεβαιώνοντας για την ορθότητά της και για τις προφανείς διαπραγματευτικές δυ­νατότητες που θα σήμαινε αυτό για την Ελλάδα και γενικότερα τον μεσογειακό νότο, το πιθανό­τερο είναι να εγκαλούσαν και Αυτόν για διαπλοκή με το «λόμπι της δραχμής». Ίσως, μάλιστα, να Του χρέωναν και μυωπική αντίληψη της ιστορίας και των προκλήσεών της. Και αυτό διότι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επιχειρήματα που ακούμε συνήθως από αρκετούς ευρωπαΐζοντες δια­νοούμενους ή πανεπιστημιακούς είναι η βαθιά τους πεποίθηση ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι περίπου η μοίρα και η ιστορική νομοτέλεια της Ευρώπης. Είναι το φωτεινό μέλ­λον της ηπείρου, στο οποίο πρέπει αναντίρρητα να προσδεθεί και η Ελλάδα, και το οποίο οι μύ­ωπες του ευρωσκεπτικισμού δεν αντιλαμβάνονται, εμμένοντας στις –κατά τους σχολιαστές αυ­τούς– σχεδόν παλαιοημερολογητικού στιλ απόψεις τους. Η ελαφρώς μεσσιανική αυτή προσέγ­γιση της ευρωπαϊκής ιστορίας έχει σαν αποτέλεσμα να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της διάφο­ρες πτυχές του εγχειρήματος της Ενωμένης Ευρώπης. Και, όπως συμβαίνει συνήθως στις περι­πτώσεις που η ιστορία οράται από την σκοπιά τάσεων περίπου θρησκευτικού χαρακτήρα, η αντίληψη της ιστορίας, των εξελί­ξεων και των προκλήσεών της κινδυνεύει να υποστεί βα­ριές στρεβλώσεις. Αξίζει να δούμε τρία ενδεικτικά παραδείγματα αυ­τού του είδους των ερμηνευτικών στρεβλώ­σεων της ιστορίας.

Ευρώπη: εικόνα από το παρελθόν ή από το μέλλον;

Ευρώπη: εικόνα από το παρελθόν ή από το μέλλον;

Το πρώτο παράδειγμα είναι ο ρόλος της Ε.Ε. στην εδραίωση της ειρήνης στην μεταπολεμική Ευ­ρώπη. Η πρόσφατη απονομή του νόμπελ ειρήνης στην Ε.Ε. για την θεωρούμενη ως αναμφισβή­τητη συνεισφορά της στον τομέα αυτό ήρθε να επιβεβαιώσει την αντίστοιχη άποψη των ένθερ­μων υποστηρικτών της Ενωμένης Ευρώπης: οι περίπου επτά δεκαετίες ειρήνης που ακο­λούθη­σαν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τουλάχιστον στην δυτική Ευρώπη, οφείλονται στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το συμπέρασμα μοιάζει εντελώς λογικό, σχεδόν αναμ­φι­σβήτητο. Κι όμως, εκκινώντας από μια λίγο πιο απροκατάληπτη βάση σκέψης, τα ίδια ιστο­ρικά δεδομένα μπορούν να ερμηνευθούν πολύ διαφορετικά. Όποιος έχει δει τις εικόνες με τα ερείπια των γερμανικών πόλεων στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (π.χ. της Δρέσδης ή της Νυρεμ­βέργης), καταλαβαίνει αμέσως ότι οι δεκαετίες της ειρήνης που ακολούθησαν ήταν ου­σιαστικά προδιαγεγραμμένες. H βασική υπαίτιος των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, η Γερμανία, είχε μετα­βληθεί πλέον σε έναν κατεχόμενο σωρό ερειπίων, με αποδεκατισμένο τον μάχιμο πλη­θυσμό της. Οι «Γυναίκες των Ερειπίων», οι Trümmerfrauen, δεν θα μπορούσαν να έχουν ποτέ στο μυαλό τους την προετοιμασία κάποιας νέας πολεμικής αναμέτρησης. Αν μετά τον Α΄ Πα­γκόσμιο Πό­λεμο η Γερμανία είχε ακόμη δυνάμεις για να ανασυγκροτήσει, μετά τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μαζί κάτι τέτοιο ήταν εντελώς αδύνατον. Εκτός αυτού, είναι κοινός τόπος στην ιστορία ότι περίοδοι ιδιαίτερα καταστρεπτικών πολεμικών συρράξεων ακολουθούνται σχε­δόν νομο­τε­λειακά από περιόδους ειρήνης και ειρηνιστικών ιδεολογικών τάσεων από τις με­ταπο­λεμικές γε­νεές. Υπό το πρίσμα αυτό αντιλαμβάνεται κανείς ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ολο­κλήρωσης υπήρξε περισσότερο το αποτέλεσμα της αναπόφευκτης μεταπολεμικής περιόδου ει­ρήνης και όχι η αιτία της. Το γεγονός ότι αυτή η μάλλον προφανής ερμηνευτική οπτική απου­σιάζει πλήρως στον λόγο πολλών ευρωπαϊστών διανοουμένων στην Ελλάδα προδί­δει χαρα­κτηριστικά ότι η προσέγγισή τους ξεκινά περισσότερο από συχνά καλώς εννοούμενο, πλην όμως άκριτο φιλοευ­ρωπαϊσμό και λιγότερο από ψυχρή αποτίμηση των δεδομένων.

Το δεύτερο παράδειγμα προκατειλημμένης ιστορικής προσέγγισης αφορά ειδικότερα το σκέλος της οικο­νομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης. Πρόκειται για την μάλλον ρομα­ντική άποψη ότι η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης είναι η φυσική απόληξη του μεταπολεμικού οράματος της γενικότερης ευρωπαϊκής ενο­ποίησης. Έχει, δηλαδή, ως χρονική της αφετηρία την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στοχεύει στην ισότιμη συνένωση των οικονομιών μιας σειράς επιμέρους κρατών, τα οποία υποτίθεται ότι δεν έχουν καμιά άλλη «ατζέντα» πλην του οράματος της Ενωμένης Ευρώπης. Στο σημείο αυτό, θα ανέμενε κανείς του­λάχιστον από ορισμένους ακαδημαϊκούς σχολιαστές, προερχόμενους ενίοτε από χώρους με κάποια επαφή προς την ιστορική, πολιτική και οικονομική ιστορία, να είναι ίσως λίγο πιο προσεκτικοί στην έκφραση τέτοιου είδους, ελαφρώς αστόχαστων ευρωπαϊστικών απόψεων. Ο λόγος είναι πως μια έστω και φευγαλέα ματιά στην ιστορία του 19ου και 20ού αιώνα προσφέρει με­ρι­κά ενδιαφέροντα διδάγματα. Σε αυτά ανήκει π.χ. το γεγονός ότι ο επονομαζόμενος «Μείζων Ευ­ρω­παϊκός Οικονομικός Χώρος» (Europäischer Grossraum/Europäische Grossraum­wirtschaft) αποτέ­λεσε την μεγαλύτερη γεωοικονομική και στρατιωτική επιδίωξη της Γερμανίας ήδη πολύ πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για την ακρίβεια πρόκειται για έναν σχεδιασμό που ανάγεται στους χρόνους του Γερμανικού Τελωνειακού Ομίλου κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα (Deutscher Zollverein, 1834).

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, το γενικότερο αυτό δόγμα με το αξιο­σημείωτο ιστορικό βάθος όχι μόνον διατρέχει το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα με τις γνωστές γερμανικές στοχεύ­σεις κατά την διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, αλλά επανεμφανίζε­ται με χαρακτηρι­στική ομοιότητα σε άλλη μορφή και στην παρούσα συνάφεια, δηλαδή στο πλαίσιο της ευρωζώ­νης. Το γεγονός αυτό υπονομεύει καταρχάς καίρια την ανωτέρω αναφερ­θείσα οπτική, η οποία θεωρεί ότι η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένω­σης της Ευρώπης ξεπήδησε μόνον μέσα από το μεταπολεμικό εγχείρημα της Ε.Ε. Από την άλλη μεριά, μέσα από την ίδια κατάσταση πραγμάτων αναδεικνύεται και η αστοχία όσων επιμένουν να κάνουν μονοδιάστατους παραλ­ληλισμούς της σημερινής Γερμανίας αποκλειστικά και μόνον με την περίοδο του ναζισμού. Είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με πιο μακροϊστορικές έξεις, αλληλένδετες με τις ιστορικές και πο­λιτισμικές ιδιαιτερότητες στις διάφορες περιοχές της Ευρώ­πης. Στοιχείο των ιδιαιτεροτήτων αυ­τών είναι και το γεγονός ότι η παρούσα γερμανική ηγεσία πιθανόν θα απέκρουε με ειλικρινή έκ­πληξη και απορία την μακροϊστορική αυτή οπτική. Και τούτο διότι στο πλαίσιο ενός πολιτισμού «αψυχολόγητου» (κατά το «ασυλλόγιστος» ή «αφιλο­σόφητος»), δηλαδή με χαρακτηριστική αλ­λεργία στην αυτό-ψυχολόγηση είτε σε επίπεδο ατομι­κής ψυχολογίας είτε στο πεδίο της εθνικής πολιτικής, μπορεί κανείς κάλλιστα να πιστεύει ότι εμ­φορείται από το ιδεώδες της Ενωμένης Ευ­ρώπης την ίδια στιγμή που μεταφέρει σχεδόν μηχανι­στικά και ασυνείδητα τις βαθύτερες κατα­βολές και αντιλήψεις του. Η περίπτωση των πολύ δια­φορετικών αυτών μορφών ιστορικής ερμη­νείας της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης καταδεικνύει και πάλι ότι αρ­κετοί υποστηρικτές του οράματος αυτού ίσως δεν έχουν εντοπίσει και τόσο σωστά το «ίχνος» της ιστορίας όσο ακράδαντα πιστεύουν.

Το τρίτο σχετικό παράδειγμα έχει να κάνει με τον ρόλο της Ε.Ε. στο πλαίσιο του διεθνούς αντα­γωνι­σμού. Ένα ευρύ φάσμα ευρωπαϊστών ακαδημαϊκών αναλυτών, κυρίως από τους χώρους των οικονομικών, των διεθνών σχέσεων και των πολιτικών επιστημών, συνηθίζει να παρουσιά­ζει την ενοποίηση της Ευρώπης ως μια ιστορική αναγκαιότητα, απαραίτητη για να μπορέσει η ήπειρος να επιβιώσει μέσα στον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια μάλλον απλουστευτική αντίληψη των πραγμά­των. Ο λόγος είναι ότι, όπως (θα έπρεπε να) γνωρίζουν καλά τουλάχιστον οι προερχό­μενοι από τον χώρο των οικονομικών, το συγκρι­τικό πλεονέκτημα σε περιόδους έντονου αντα­γωνισμού δεν έγκειται στην απλή συνένωση μι­κρότερων οικονομικών ενοτήτων σε μία μεγαλύ­τερη. Δεν συνίσταται επίσης απλώς στην ύπαρξη μιας βιομηχανίας καλών εξαγωγικών προϊό­ντων, όπως είναι η γερμανική. Ούτε σίγουρα στο…ταλέντο να δελεάζει κανείς τους άλλους με την μονότονη επίκληση της φτήνιας (βλ. π.χ. την νέα σειρά διαφημιστικών εμετικής αισθητικής της Media Markt). Στην πραγματικότητα, από καταβολής κόσμου η λέξη-κλειδί στο πεδίο του οικονομικού ανταγωνισμού είναι άλλη: καινοτο­μία. Στον κρίσιμο αυτό τομέα εύκολα συνειδητο­ποιεί κανείς ότι η Ευρώπη και η κύρια οικονομία της, η γερμανική, υπολείπονται αισθητά άλλων οικονομικών χώρων. Εταιρείες-κολοσσοί στην τεχνολο­γική πρωτοπορία και ιδίως στην αιχμή του δόρα­τος που είναι ο χώρος της πληροφορικής, όπως π.χ. η Google, η Apple, η Microsoft, η Samsung, καθώς και ευ­φυείς επιχειρηματικές ιδέες, όπως αυτή του Facebook, δεν έχουν ως σημείο αφετη­ρίας την Ευ­ρώπη.

Ο λόγος για αυτή την εξέλιξη είναι απλός: η πιο ακμαία οικονομία της ηπείρου, η γερμανική, έχει ως βάση συγκεκριμένα πολιτιστικά χαρακτηρι­στικά του πληθυσμού της. Σε αυτά ανήκουν π.χ. η εργατικότητα, η ακρίβεια, η συνέπεια, η ορ­γάνωση, η πειθαρχία, η ευθυνοφοβία. Αυτά αρκούν μεν για την δημιουργία μιας επιτυχημένης εθνικής οικονομίας με άξονα τον εξαγωγικό τομέα, δεν αρκούν, όμως, για να προσδώσουν στην Γερμανία και στην οικονομική σφαίρα επιρροής της, δηλαδή την ευρωζώνη, το συγκριτικό πλεο­νέκτημα της καινοτομίας. Και τούτο διότι η και­νοτομία απαιτεί κάποια άλλα πολιτιστικά χαρα­κτηριστικά: την εξωστρέφεια, την φαντασία, την ευελιξία, την ευστροφία, την τόλμη, την αισθη­τική. Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν βρίσκονται στην Γερμανία, αλλά σε μια άλλη γεωγραφική και πολιτιστική ζώνη της ηπείρου: την Μεσόγειο. Κατά συνέπεια, αυτό που πραγματικά θα μπο­ρούσε να εκτοξεύσει την Ευρώπη στο πλαίσιο του διε­θνούς ανταγωνισμού δεν είναι η απλή «πρόσθεση» των ευρωπαϊκών οικονομιών, με τις ασθενέ­στερες εξ αυτών να περιέρχονται σε κα­τάσταση οικονομικής, πολιτικής ή και πολιτιστικής υπο­τέλειας ως προς την πιο ισχυρή. Είναι ο επιτυχημένος και λειτουργικός συνδυασμός των πολιτι­στικών χαρακτηριστικών στις διάφορες περιοχές της. Ένας τέτοιος συνδυασμός, όμως, είναι εξαιρετικά δύ­σκολο να γίνει με δεδομένη την κατάσταση άρνησης ή μη νηφάλιας προσέγγισης της πολιτιστικής διαφοροποίησης που χα­ρακτηρίζει το εγχείρημα της Ε.Ε. Από την μια μεριά, ο γερ­μανόφωνος κόσμος της κεντρικής Ευ­ρώπης αντιμετωπίζει με συμπλεγματική αποστροφή το «μεσογειακό ταμπεραμέ­ντο» των Νοτίων, το οποίο στο πλαίσιο του γνωστού μονολιθικού ηθικι­σμού πρέπει απλά να…πάψει να υπάρχει, προκειμένου οι χώρες αυτές να βρουν τον δρόμο της (γερμανικής) αρετής. Από την άλλη μεριά, σε χώρες σαν την Ελλάδα η παραδοσιακή ευρώ­στροφη διανόηση συχνά «βραχυκυκλώνει» στην ιδέα ότι χρειάζεται ενίοτε και μια πιο τολμηρή κριτική ματιά στα της Ευρώπης. Και τούτο διότι αν καταδειχθεί ότι ούτε οι άλλοι έχουν μόνον προτερήματα ούτε εμείς μόνον ελατ­τώματα, τότε ο εύκολος επαρχιωτισμός πρέπει να δώσει την θέση του στην κριτική κοινωνιολογική και ανθρωπολογική ανάλυση. Και τότε τα πράγματα γίνονται δύσκολα…

Το πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της νοοτροπίας είναι να θεωρεί κανείς ότι θα προσελκύσει την «ανάπτυξη» και τα κεφάλαια της κεντρικής Ευρώπης αποκλειστικά μέσω της προσφοράς κινε­ζικού τύπου εργασιακών συνθηκών. Ούτε κουβέντα για τον δυναμικό ρόλο που θα μπορούσε να παίξει το εργατικό (π.χ. επιστημονικό) δυναμικό της Ελλάδας και των άλλων χωρών του Νό­του στο πλαίσιο ευρωπαϊκών επενδύσεων σχεδιασμένων να αξιοποιήσουν δημιουργικά, με στόχο την καινοτομία, τόσο τα μεσογειακά όσο και τα κεντροευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Απελπιστικά παραδομένη στις πιο συμπλεγματικές εκδοχές του δόγματος «ανήκωμεν εις την Δύσιν», η πολι­τική ηγεσία της χώρας κατέληξε τελικά στις πρώτες φάσεις της κρίσης να δυσφημεί συλλήβδην την χώρα και τους ανθρώπους της στο εξωτερικό. Συνοψίζοντας, επομένως, είναι ενδεχόμενο ότι η τάση ενός σημαντικού μέρους της ευρω­παϊκής-μνημονιακής διανόησης στην χώρα μας να μιλά με στόμφο, πλην όμως ρομαντικά προκατειλημμένη και συχνά ιστορικά αφελή διάθεση για την ιστορική προοπτική της Ευρώπης ίσως συ­νεισφέρει και αυτή ένα λιθαράκι στο να χάσει πιθανώς η γηραιά ήπειρος όλες τις (αν)ιστορικές της προκλήσεις: και της ειρήνης και της οικονομικής της ενοποίησης και της επιβί­ωσής της στον διεθνή ανταγωνι­σμό.

* Για μία πρόσφατη αναφορά στο θέμα του γερμανικού «Μείζονος Ευ­ρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου» στην ελληνική γλώσσα βλ. Η. Ηλιόπουλος, Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Μία ερ­μηνευτική προ­σέγγιση της συμπερι­φοράς των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στην Ελ­λάδα, στο: Ι. Γεμε­νετζής – Η. Ηλιόπου­λος (επιμ.), Επιχείρηση Καλάβρυτα. Η δράση της 117 Με­ραρχίας Κυνηγών μέσα από τα γερμα­νικά αρχεία (Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστο­ρίας Στρατού, Αθήνα 2012), σελ. 1, με βιβλιογραφικές παραπομπές 1-2.

«Ποια είναι η εναλλακτική λύση;»

Οκτώβριος 28, 2012 3 Σχόλια

Στο τμήμα Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Northwestern, στο Σικάγο των ΗΠΑ, κατέχει την έδρα του καθηγητή ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος. Πρόκειται για τον αρχαιολόγο Matthew Johnson που μέσα από έναν σκληρό αγώνα ζωής κατάφερε να κάνει μια σημαντική ακαδημαϊκή καριέρα. Ως ένας από τους καλύτερους γνώστες της αγγλο­σαξονικής αρχαιολογικής θεωρίας, ο Johnson πάντοτε είχε τον δικό του, ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο να μυεί τους φοιτητές του στα συχνά δύσβατα μονοπάτια της. Εξασκημένος να εντοπίζει την θεωρία πίσω από την εκάστοτε πράξη, συνηθίζει να λέει μια φράση που, όταν την είχα πρω­τοακούσει, δεν είχα καταλάβει εντελώς το νόημά της: «όταν κανείς σάς λέει ότι δεν έχει θεωρία για τα πράγματα, να τον ρωτάτε πάντα τι είναι αυτό που προσπαθεί να κρύψει». Στην πορεία συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν όντως πολλές περιστάσεις στην επιστήμη και την ζωή που φω­τίζουν το νόημα αυτής της ρήσης. Ένα από τα καλύτερα παραδείγματα, μάλιστα, για την κατα­νόησή της δεν είναι άλλο από την ελληνική κρίση και τον τρόπο, με τον οποίο ορισμένοι από τους υπερασπιστές των μνημονίων και της «πάση θυσία» παραμονής στο ευρώ προπαγαν­δίζουν τις θέσεις τους.

Όλοι μπορούμε να θυμηθούμε ότι, όταν κατά τους πρώ­τους μήνες της κυβέρνησης ΓΑΠ συντε­λέστηκε η (αυτο)υπονόμευση της δανειοληπτικής ικανότητας της χώρας και αυτή έφτασε στο χείλος της χρεοκοπίας, η προσφυγή στον μηχανισμό διάσωσης της τρόικας παρουσιάστηκε (και ακόμη παρουσιάζεται) ως η «μοναδική λύση», ως «η επιλογή της σωτηρίας έναντι της κατα­στροφής», ως μια πράξη που δεν είχε πίσω της μια συγκεκρι­μένη θεωρία, δηλαδή μια υποκειμε­νική θεωρη­τική προσέγγιση της ευρύτερης κατάστασης, αλλά συνιστούσε την αναγκαστική, «αντικειμενική» αντίδραση στις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί. Περαιτέρω, ένας από τους πιο προσφιλείς τρόπους υπογράμμισης του «αντικειμενικού» χαρα­κτήρα των κινήσεων που έγιναν υπήρξε από την αρχή η μεθοδευμένη επανάληψη εκ μέρους του μνημονιακού «λόμπι του ευρώ» του έντεχνου ερωτήματος «μα ποια είναι η εναλλακτική λύση;». Με αυτό τον τρόπο, οι διάφοροι υποστηρικτές της εν λόγω θέσης έγιναν κατά πρώτον κήρυκες επιστημονι­κού σκοτα­δισμού άλλων εποχών, δηλαδή της ιδέας ότι πίσω από την κάθε πράξη (πολιτική, οι­κονομική, επιστημονική, κλπ.) δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεωρία, αλλά μόνον «αντικειμενικές» συνθήκες και το «αλάθητο» των ειδημόνων που διαχειρίζονται την μία και μοναδική λύση. Κατά δεύτερον, το ενίοτε ύποπτο υπόβαθρο του ερω­τήματος «ποια είναι η εναλλακτική λύση;» αναδεικνύεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι εναλλα­κτικές λύ­σεις, πολλές μάλιστα, έχουν προταθεί ήδη από τις αρχές της ελληνικής κρί­σης και αυ­τής της ευ­ρωζώνης.

Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, ότι διακεκριμένοι οικονομολόγοι, όπως π.χ. ο Γ. Στίγκλιτς, ξεκι­νώντας από την δική τους θεωρητική αφετηρία έχουν εδώ και καιρό κάνει λόγο για την ανάγκη εξόδου όχι της Ελλάδας, αλλά της Γερμανίας από το ευρώ προκειμένου να επιλυθεί η ευρύτερη ευρωπαϊκή κρίση. Πρόκειται για μια άποψη που μέχρι σήμερα συνεχίζει να εκφράζεται με ενάρ­γεια και από άλλους σχολιαστές. Την ίδια στιγμή, συγκεκριμένες προτάσεις, εναλλακτικές ως προς τα προγράμματα διάσωσης, διατυπώνονται και από όσους εκκινούν θεωρητικά από την –ίσως ρομαντική– άποψη ότι η ευρωζώνη μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει στην παρούσα της σύνθεση, παρά τις έντονες εσωτερικές της προστριβές. Σε προτάσεις, όπως π.χ. αυτή των Γ. Βα­ρουφάκη-St. Hol­land, θεωρείται ότι είναι εφικτή μια συμβιβαστική, συστημική λύση της ευρωκρί­σης βάσει μιας τελικώς κοινής αντίληψης του προβλήματος εκ μέρους όλων των εμπλεκομένων χωρών. Σε άλλο μή­κος κύματος, πολλοί οικονομολόγοι με διεθνή απήχηση, όπως π.χ. ο Μ. Νόιμαν, ο Μ. Φέλντσταϊν, ο Ν. Ρου­μπινί και ο H. Werner-Sinn, έχουν συχνά εκφράσει την άποψη ότι η ανάκτηση της ανταγω­νιστικότητας της ελ­ληνικής οικονομίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με επιστροφή στο εθνικό της νόμισμα.  Ενίοτε, μάλιστα, μοιάζουν να υπονοούν ότι στο ίδιο συμπέρασμα θα κατέληγε ακόμη και ένας πρωτοετής των οικονομικών, κάτι που, όμως, δεν επιτρέπεται να…πολυακούγεται, αφού οι υπό κρίσιν χώρες πρέπει να μείνουν με κάθε τρόπο (π.χ. υπό το κράτος καταστροφολογικών σεναρίων) «κλειδωμένες» στην ευρωζώνη.

Και πράγματι, σε αντίθεση με ό,τι συστηματικά διατείνεται το μνημο­νιακό στρατόπεδο στην χώρα μας, έχουν υπάρξει δηλώ­σεις κάποιων άλλων σημαντικών στελε­χών της διεθνούς οικονομίας που αμβλύνουν τα σχετικά με την επιστροφή στην δραχμή σε­νάρια καταστροφής ή τουλάχιστον καταστροφής της Ελλάδας. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η δή­λωση του επικεφαλής του Διε­θνούς Χρημα­τοπιστωτικού Ινστιτούτου (IIF) Τ. Νταλάρα ότι σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ θα πτωχεύσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τρά­πεζα. Μια δήλωση που έγινε τον Μάιο του 2012 και που αυτόματα σημαίνει ότι, αν το εν λόγω σενάριο μεταφερθεί δύο χρόνια πριν, την περίοδο της υπογραφής του πρώτου ελληνικού μνημονίου, οι συνέπειες μιας ενδεχόμενης ελληνικής εξόδου θα ήταν τότε πιθανώς ακόμη πιο βαριές. Με δεδομένο ότι κανείς δεν θα άφηνε να συμβεί μια τέ­τοια καταστροφική εξέλιξη, γίνεται σαφές ότι η υπόθεση που κατά τις πρώτες φάσεις της κρίσης ήθελε την Ελλάδα εκτός ευρώ, με την υπόλοιπη ευρω­ζώνη ακόμη εντός του, δεν υπήρξε ποτέ ρεαλιστικό ενδεχόμενο. Αποτέλεσε απλώς το βασικό σενάριο κατα­στροφής που εξυπηρέ­τησε την όσο το δυνατόν πιο «ομαλή» υπαγωγή της χώρας στις επιταγές του μνημονίου. Αντιλαμβάνεται, επομένως, κανείς ότι, αν οι ελληνικές κυβερ­νήσεις αντί να παίξουν τον ρόλο διακινητή του φανταστικού αυτού σεναρίου αξιοποιούσαν την συγκεκριμένη κατά­σταση ως ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο, θα μπο­ρούσαν να ωθήσουν τα πράγματα σε δια­φορετική κατεύθυνση από αυτήν που οδήγησε την χώρα, αλλά ταυ­τόχρονα και την ίδια την ευ­ρωζώνη στην παρούσα κατάσταση. Ο λόγος που δεν το έκαναν δεν είναι οι «αντικειμενικές» συνθήκες, αλλά η δική τους «θεωρία» πίσω από τα πράγματα, την οποία αναπτύξαμε πρό­σφατα περιγράφοντας τα υλικά και ψυχολογικά κίνητρα του ελληνικού «λόμπι του ευρώ».

Το ποια είναι η εναλλακτική λύση για το πρόβλημα της ευρωζώνης κατά την άποψη που ανα­πτύσσουμε σε αυτό το ιστολόγιο έχει εν πολλοίς ήδη διατυπωθεί και, φυσικά, όπως κάθε πρό­ταση που θέλει να διεκδικεί στοιχειώδη ειλικρίνεια και σοβαρότητα, ξεκινά από την δική της εκ­πεφρασμένη θεωρητική αφετηρία. Σύμφωνα με αυτήν, στο πλαίσιο του οράματος της ευρωπαϊ­κής ενοποίησης μια ζώνη έντονης πολιτιστικής διαφοροποίησης, η Ευρώπη, εξελήφθη λανθα­σμένα ως μια ζώνη πολιτιστικής «κοινότητας». Σαν αποτέλεσμα, φαινόμενα που στην πραγμα­τικότητα αποτελούν ιδιοσυγκρατικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά συγκεκριμένων πληθυσμών της Ευρώπης, γίνονται αντιληπτά ως απλές «πολιτικές» ή «στρατηγικές». Κο­ρυφαίο παράδειγμα η «πολιτική» της λιτότητας, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πιστή αντανάκλαση του λαϊκού πολιτισμού της γερμανόφωνης κεντρικής Ευρώπης, του πολιτισμού του Sparen (δηλ. του διαρκούς εθισμού της αποταμίευσης, της πολιτιστικά…«σφιχτής» σχέσης με το χρήμα). Πρόκειται για μια πολιτιστική έκφανση που συνιστά τόσο λίγο «πολιτική» ή «ιδεο­λογική κατεύθυνση» όσο συνιστά π.χ. στον κόσμο της Μεσογείου η παραδο­σιακή οικονομική αλληλοϋποστήριξη εντός της κάθε οικογένειας.

Ακόμη και κάποιος που δεν έχει εμπειρία ή γνώση του γερμανικού πολιτισμού, αρκεί να δώσει την λέξη «sparen» ως λήμμα στο Google, για να εμφανιστούν αμέσως 140.000.000 (!) αποτελέ­σματα. Αν τώρα δώσει ως λήμματα τις ελληνικές μεταφράσεις της έννοιας (π.χ. εξοικονόμηση, αποταμίευση), των οποίων η παρουσία στην ελληνική γλώσσα δεν είναι ούτε κατά προσέγγιση τόσο ισχυρή, καθημερινή και πανταχού παρούσα (χαρακτηριστικό είναι εδώ ότι η ελληνική με­τάφραση της έννοιας διαμοιράζεται σε περισσότερες της μιας λέξεις και δεν συγχωνεύεται σε μία, κυρίαρχη λέξη), θα λάβει τα ακόλουθα αποτελέσματα: εξοικονόμηση (3.700.000), αποταμίευση (500.000), φειδώ (22.000). Ούτε εξ αποστάσεως δεν πλησιάζει την γερμα­νική…επίδοση και το ιταλικό «risparmio» με περίπου 32.000.000 αποτελέσματα. Αξίζει να ση­μειωθεί ότι ο χαρα­κτηρισμός «πολιτισμός του Sparen» (Sparkultur) αποτελεί μια μάλλον καλοπροαίρετη και νηφά­λια προσέγγιση, αν αναλογιστεί κανείς ότι το ίδιο φαινόμενο περιγράφεται από τον Μαξ Βέμπερ ως Zwang (Τσβανγκ=εμ­μονή, π.χ. Sparzwang), λέξη που χρησιμοποιείται στην γερμανική ιατρική ορολο­γία για να περι­γράψει εμμονικές διαταραχές ή νευρώσεις (π.χ. ο όρος Zwangsstörung [αγγλ. Obses­sive Compul­sive Disorder]). Είναι μάλλον το σημείο που μπορεί κανείς να θυμηθεί ορι­σμέ­νους ιδιαί­τερα…συνειδητοποιημένους μνημονιακούς, οι οποίοι από ένθερμοι τηλεκήρυκες του αρχαιοελ­ληνικού πολιτισμού κατέληξαν τελικά υπερασπιστές κεντροευρωπαϊκών νευρώ­σεων.

Υπό αυτό το πρίσμα γίνεται αντιληπτό ότι τα προβλήματα στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης είναι στην πραγματικότητα το εξής ένα: η προκρούστεια συνύπαρξη στο πλαίσιο της ίδιας οικο­νομικής ένωσης του γερμανόφωνου κόσμου της κεντρικής Ευρώπης με τις υπόλοιπες πολιτιστι­κές περιοχές της ηπείρου. Κατά συνέπεια, η λύση για το πρόβλημα της ευρωζώνης δεν βρίσκεται στην «μοναδική επιλογή» των καταστροφικών μνημονίων της λιτότητας, αλλά σε μια τελείως διαφορετική διάσταση: στην αναίρεση της πολιτιστικά ασύμβατης συνύπαρξης. Αυτή μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι η έξοδος της Γερμανίας από το ευρώ, η οποία μαζί και με τις βασικές, γερμανόφωνες δορυφόρους της (Αυστρία, Ολ­λανδία) θα μπορούσε να σχηματίσει μια χωριστή νομισματική υποένωση. Η αποχώρηση της Γερμανίας θα ήταν το «μαγικό ραβδί» για την απελευθέρωση της υπόλοιπης ευρωζώνης από τα δεσμά του πολιτισμού του Sparen, της αυτοκρατορίας της Εμμονής. Την επόμενη κιόλας μέρα η ΕΚΤ θα μπο­ρούσε να λειτουργήσει όπως οι κεντρικές τράπεζες άλλων νομισματικών χώρων (π.χ. ΗΠΑ, Βρετανίας, Ιαπωνίας) παίζοντας ρόλο δανειστή εσχάτου ανάγκης, εκδίδοντας ευρωομόλογα και εξουδετε­ρώνοντας οριστικά τις κερδοσκοπικές αγορές. Ο δεύτερος τρόπος είναι η λύση των «Ηνωμένων Εθνών της Ευρώ­πης», δηλαδή της συντεταγμένης εξόδου της Ευρώπης από το ευρώ και της επιστροφής σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση νομισματικά αυτοδύναμων κρατών.

Στα εύλογα ερωτήματα «μα πώς θα γίνουν αυτά;» και κυρίως «ποιος θα διώξει την Γερμανία από το ευρώ;», η απάντηση είναι απλή: η ίδια η Γερμανία. Αρκεί να βρει απέναντί της την δυνα­μική συσπείρωση της Γαλλίας και των PIGS (Πορτογαλίας, Ισπανίας, Ελλάδας και Ιταλίας), εκ­φρα­ζόμενη με την απειλή τους να επιστρέψουν σε εθνικά νομίσματα αν η Γερμανία δεν απελευ­θερώ­σει άμεσα την νομισματική ένωση από την «πολιτική» της. Σε αυτή την περίπτωση –και πά­ντα στο πλαίσιο του πολιτισμού του Sparen– η αυτό­βουλη επιστροφή της Γερμανίας στο μάρκο (ή στο νόμισμα μιας βόρειας υποένωσης) θα καταστεί μονόδρομος, με τους περισσότερους Γερμανούς πολίτες να μέμφονται την ηγεσία τους όχι για την αποχώρηση από την ευρωζώνη, αλλά για την αρχική προσχώρηση της χώρας τους σε αυτή. Αντιστοίχως, σε οποιοδήποτε άλλο σενάριο, μονόδρομος θα είναι για την νότια Ευρώπη η μετατροπή της σε μια μεταμοντέρνα εκ­δοχή της κομμουνιστικής Ανατολικής Ευρώ­πης: σε μια ζώνη οικονομικής καταστροφής, εξα­θλίωσης ή και εθνικής διάσπασης (βλ. Καταλω­νία), με την γερμανικής κοπής λιτότητα αυτή την φορά στον ρόλο του επίσης γερμανικής προε­λεύσεως κομμουνισμού. Όσο για την Ελ­λάδα, την μοναδική χώρα που απουσίασε εύγλωττα από την πρόσφατη σύνοδο των χωρών του Νότου στην Μάλτα, αυτή θα υποστεί ό,τι υφίσταται όποιος επιλέγει στον πόλεμο το λάθος στρατόπεδο. Διότι ιστορικά το στρατόπεδο της Γερμανίας είναι πάντα το στρατόπεδο της ήτ­τας…

Το λόμπι του ευρώ

Οκτώβριος 7, 2012 4 Σχόλια

Η δήλωση που έκανε προ ημερών ο πρώην Γερμανός καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ, ότι μέχρι σή­μερα «δεν έχει δοθεί στην Ελλάδα ούτε σεντ από τον γερμανικό προϋπολογισμό», ίσως έφερε στο μυαλό πολλών εδώ στην Ελλάδα μια χαρακτηριστική τηλεοπτική εικόνα: διάφορους κορυ­φαίους εκπροσώπους της ελληνικής πολιτικής ζωής, της οικονομίας και της δημοσιογραφίας να κάνουν διαρκώς λόγο για «τα λεφτά που μας δίνουν οι Ευρωπαίοι», για «τα πακέτα βοήθειας που θα μας σώσουν» ή για την καταστροφή που θα συμβεί «αν δεν έρθει η επόμενη δόση», κλπ. Η δήλωση αυτή του Χ. Σμιτ φέρνει σε εξαιρετικά δύσκολη θέση πρό­σωπα, όπως π.χ. ο Γ. Παπακωνσταντίνου, η Ντ. Μπακογιάννη, ο Λ. Παπαδήμος ή ο Γ. Στουρ­νάρας. Και αυτό γιατί τους τοποθετεί αυτόματα στον ρόλο εκείνων που αποδεικνύεται πως γίνονται «βασιλι­κότεροι του βασιλέως», όταν επιδεικνύουν υπερβάλλοντα ζήλο στην προώ­θηση των πολιτικών που έχουν αναλάβει να διεκπεραιώσουν. Φυσικά, δεν χρειαζόταν καν η δήλωση του Σμιτ για να αποκαλύψει το τι είδους διαδικασία συντελείται τα τελευταία τρία χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Ίσως μόνον στην Γερμανία να έχουν απομείνει ελάχιστοι που δεν έχουν ακόμη πληροφορηθεί ότι το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλά­δας είναι στην ουσία πρό­γραμμα διάσωσης των δανειστών της. Μια γιγαντιαία επιχείρηση με­ταφοράς χρημάτων από τους λογαριασμούς των Ευρωπαίων φορολογουμένων σε αυτούς των τραπεζών των αξιότιμων κυρίων Ackermann, Weidmann, Blessing, κλπ. Την ίδια στιγμή, το αντίτιμο που κλήθηκε να πληρώσει η Ελλάδα για την σωτηρία των δανειστών της, ήταν αυτό που συνήθως πληρώνουν οι χώρες με ηγεσίες ανεπαρκείς, συμπλεγματικές ή και εξαρτημένες: η σχεδόν πλήρης κατα­στροφή της οικονομίας μέσω της υποταγής στην γερμανική νεύρωση της λιτότητας, καθώς και η υποθήκευση στους δανειστές της χώρας και του όποιου πλούτου της, δημόσιου και ιδιωτικού, τωρινού και ενδεχόμενου μελλοντικού.

Κι όμως, ακόμα και σήμερα οι ίδιοι οι υπεύθυνοι για την κατάσταση συνεχίζουν να προπαγαν­δίζουν την ανάγκη να συνεχιστεί ο θανατηφόρος εναγκαλισμός της χώρας με τους Εμπόρους των Εθνών, μέσω της «πάση θυσία» παραμονής της στο κοινό νόμισμα. Καταγγέλλονται όσοι δεν θεωρούν «ταμπού» (!) το ευρώ, ενώ όσοι έχουν διαφορετική άποψη επί του θέματος στιγμα­τίζονται συχνά ως ανήκοντες στο «λόμπι της δραχμής». Και είναι σίγουρα αλήθεια ότι υπάρχουν –πάντα υπάρχουν– κάποιοι που έχοντας επενδύσει με δόλιους τρόπους στην προοπτική επι­στροφής σε εθνικό νόμισμα θα ωφελούνταν αθέμιτα από μια τέτοια εξέλιξη. Όπως, όμως, κατα­νοεί κάθε απροκατάληπτος νους, το ίδιο ακριβώς ισχύει και με το ευρώ. Και σε αυτό έχουν επενδύσει διάφοροι κύκλοι (πρώτοι και καλύτεροι οι ίδιοι οι δανειστές), ελπίζοντας ότι μέσω της «πάση θυσία» παραμονής της χώρας σε αυτό θα ευοδωθούν τα δικά τους σχέδια. Κάθε δράση, μη δράση ή αντίδραση στην ζωή και στην οικονομία αναγκαστικά ωφελεί ή ζημιώνει συγκεκρι­μένους ανθρώπους ή ομάδες συμφερόντων. Άρα, είναι προφανές ότι η φιλολογία περί του «λό­μπι της δραχμής» δεν αποτελεί σοβαρό επιχείρημα, αλλά συνιστά μια μάλλον σκόπιμη τακτική αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης. Μια τακτική, που, όπως και αυτή της τραγε­λαφικής καταστροφολογικής φρενίτιδας (των…σεισμών, λιμών και καταποντισμών που υποτί­θεται θα ενσκήψουν, αν η χώρα εγκαταλείψει την ευρωζώνη), προδίδει στην καλύτερη περί­πτωση το αδιέξοδο και την αμηχανία, και στην χειρότερη τον σκοτεινό ρόλο των εμπνευστών της. Πράγματι, αν αποπειραθεί κανείς να κατηγοριοποιήσει τα μέλη του «λόμπι του ευρώ», θα διαπιστώσει ότι σε μεγάλο βαθμό τα κίνητρά τους κάθε άλλο παρά έχουν να κάνουν με την προοπτική της χώρας.

Περίοπτη θέση στην προπαγάνδα υπέρ του ευρώ κατέχουν π.χ. όσοι κύκλοι της ελληνικής πολι­τικής και οικονομικής ζωής προσδοκούν συγκεκριμένες απολαβές, υλικής και άλλης φύσεως από την διαπλοκή τους με συγκεκριμένους παράγοντες στην Ευρώπη. Ο λόγος είναι εδώ για αμαρτωλούς πολιτικούς, οι οποίοι είναι εδώ και χρόνια εταίροι ξένων, κυρίως γερμανικών συμφερόντων και που η ενδεχόμενη αποκάλυψη του ρόλου τους, μέσω π.χ. της υπόθεσης της Siemens, θα μπορούσε να τους οδηγήσει στην δικαιοσύνη. Στην πρώτη γραμμή της υπεράσπισης του ευρώ βρίσκονται, επίσης, και παράγοντες της οικονομίας, οι οποίοι μέσω π.χ. της «απελευθέρωσης» της αγοράς εργασίας που επιτυγχάνεται με το μνημόνιο νιώ­θουν ίσως την γλυκιά γεύση «απελευθέρωσης» και των βαθύτερων φυσικών ορμεμφύτων του τυφλού κέρδους. Οι ιδιοτελείς και αθέμιτες αιτίες της υποστήριξης του ευρώ προδί­δονται συχνά με χαρα­κτηριστικό τρόπο και από τις αντιστοίχως αθέμιτες, σπασμωδικές κινή­σεις τρομοκράτησης της κοινωνίας από παραδοσιακούς μεγαλοπαράγοντες του ελληνικού τύπου.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι το τμήμα εκείνο του «λόμπι του ευρώ», το οποίο μέσα από την ζηλωτική υποστήριξη του κοινού νομίσματος μοιάζει να αποκομίζει (και) ψυχολογικά οφέλη. Στο «μετερίζι» αυτό συναντώνται ετερόκλητες κατηγορίες ανθρώπων: ορισμένοι παραδοσιακοί, δυτικό­στροφοι διανοούμενοι που ως έναν βαθμό πάντα ονειρεύονταν την Ελλάδα ως αποικία ή επαρχία της «Δύσης», ελιτίζοντες αντιλαϊκιστές που θέλουν να δουν τον λαό να τιμωρείται για τις μη δυτικο­πρεπείς νοοτροπίες του, άτομα που στην νεότητά τους υπήρξαν αριστερών πεποι­θήσεων και αργότερα κατέληξαν στο άλλο άκρο, υποστηρίζοντας πλέον ακόμα και τις πιο ακραίες εκφράσεις αντικρατισμού και νεοφιλελευθερισμού (βλ. Γ. Στουρνάρας), μερι­κοί Έλληνες επιστή­μονες του εξωτερικού που σαν τον Λ. Παπαδήμο αισθάνονται πλέον ως «πατρίδα» τους τον κύκλο των ξένων συναδέλφων τους και τα κοινά τους «πρότζεκτ», ορισμένοι άλ­λοι, επιστή­μονες συνήθως και αυτοί στο εξωτερικό, των οποίων η χαρακτηριστική προσπάθεια απα­ξίωσης συλλήβδην της χώρας και συνολικά των κατοίκων της μοιάζει να λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο ενός ψυχολο­γικού μηχανισμού που θα μπορούσε να ονομαστεί «σκοτώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία», καθώς και ορισμέ­νοι κακώς εννο­ούμενοι κοσμοπολίτες και γυρολόγοι του εξωτερικού (π.χ. σαν τον ΓΑΠ) που, μη έχοντας ποτέ την εμπειρία μιας συμπαγούς κουλτούρας αναφοράς, κατέλη­ξαν να βλέπουν την Ελλάδα από την σκοπιά των προβληματικών γενικεύσεων ενός ανερμάτιστου, πο­λυπολιτι­σμικού «χυλού».

Αισθητά λιγότερες είναι, αντιθέτως, οι κατηγορίες των ανθρώπων που υποστηρίζουν ακόμα την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ για λόγους φαινομενικά ή πραγματικά ανιδιο­τελείς. Όσοι θε­ώρησαν χρήσιμη ολίγη ξένη επικυριαρχία, με το πρακτικό επιχείρημα ότι υπό τον ζυγό της τρόικας το κομματικό κράτος θα πιεζόταν να κάνει όσα από μόνο του δεν θα έκανε ποτέ, μάλ­λον θα αισθάνονται ότι εν τέλει κάτι δεν πήγε καλά στους υπολογισμούς τους. Σημα­ντική είναι και η κατηγορία των ρομαντικών εκείνων που συνδυάζουν τον ευρωπαϊσμό με τον αριστερής κοπής διεθνισμό και, συνεπώς, θεωρούν ακόμη εφικτή την Ευρώπη –και προφανώς και το ευρώ– «των λαών». Στην πραγματικότητα, ίσως είναι μόνον δύο οι ρεαλιστι­κές φωνές υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει όσους θεω­ρούν την όσο το δυνατόν στενό­τερη πρόσδεση της Ελλάδας στα (όποια) ευρωπαϊκά πράγ­ματα ως την καλύτερη εγγύηση για την ασφάλειά της στην προβληματική βαλκανική γειτονιά μας. Η δεύτερη ομάδα, ολι­γάριθμη ακόμα στην Ελλάδα (αλλά με υποστη­ρικτές στο εξωτερικό), θα μπορούσε κάλλιστα να συνδυαστεί αρμονικά με την πρώτη. Πρόκειται για την άποψη ότι η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να μείνει στο ευρώ, σε ένα ευρώ, όμως, που δεν θα περιλαμβάνει την Γερμανία. Διαπιστώνοντας την έντονη πολιτισμική ασυμβατότητα που υπάρχει εντός της Ευρώπης και υιοθετώντας την οπτική των χωριστών «ευ­ρωπαϊκών ενώσεων», η άποψη αυτή ταυτίζεται σε με­γάλο βαθμό με αυτήν που έχουμε εκφράσει και εδώ στο παρελθόν.

Η δυναμική επιδίωξη μιας ευρωζώνης χωρίς την Γερμανία θα μπορούσε, πράγματι, να αποτελέ­σει την μοναδική ρεαλιστική εναλλακτική της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, τόσο για εμάς όσο και για άλλες χώρες της Μεσογείου. Και η επιστροφή, όμως, στο εθνικό νόμισμα θα έπρεπε να αποτελεί ένα διαρκώς ανοιχτό σενάριο – μέσο πίεσης για κάθε πολι­τική τάξη που θέτει το συμφέ­ρον του λαού της πάνω από αυτό των εκάστοτε εξωτερικών συμφερόντων. Πόσω μάλλον που μέσω της πρόσφα­της ιστορίας με τους μεγαλοκαταθέτες σε ξένες τράπεζες αποκαλύπτεται ότι υπάρχουν τρόποι βρα­χυπρόθεσμης στήριξης της οικονομίας κατά την δύσκολη περίοδο μετάβασης στην δραχμή μέσω άμεσης εισροής αρκετών δισεκατομμυρίων, αρκεί φυ­σικά να υπάρχει η σχετική βούληση και αποφασιστικότητα. Δυστυχώς για την Ελλάδα, όμως, η υπόθεση της οικονομικής της επιβίωσης, δεν καθορίζεται από τις ανιδιοτελείς και πιο ρεαλιστικές αυτές προ­σεγγίσεις, αλλά συνεχίζει να αποτελεί έρμαιο αυτού που περιγράψαμε ως «λόμπι του ευρώ» και των ιδιοτελών κινήτρων του, υλικών και ψυχολογικών. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Α. Σαμαράς θα υπο­δεχτεί σε λίγες μέρες την Α. Μέρκελ όχι για να τις αναπτύξει θέσεις, όπως οι παραπάνω, αλλά με την ανεδαφικά καλή προαίρεση που τον έκανε δυστυχώς ήδη να διακηρύξει δημοσίως, ελαφρώς παραφρασμένη, την γνωστή κινημα­τογραφική ατάκα «οι Γερμα­νοί είναι φίλοι μας»