Φρικτόν άστυ

Οι μήνες του φθινοπώρου, και ιδίως ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος, είναι για πολλούς στην Ελ­λάδα συνώνυμοι μιας συγκεκριμένης μορφής μετακαλοκαιρινής κατάθλιψης. Σε μια συνήθως υπέροχη εποχή του χρόνου, όπου η θερινή καλοκαιρία ουσιαστικά συνεχίζεται σε κλιματικά και τουριστικά πιο ήπιους και ήρεμους ρυθμούς, η επαφή με την φύση, τον ήλιο και την θάλασσα δια­κόπτεται βίαια λόγω της επιστροφής στο συνήθως αποκρουστικό αστικό περιβάλλον των νεοελλη­νικών πόλεων. Σε χειρότερη μοίρα βρίσκονται αναμφίβολα όσοι κατοικοεδρεύουν στο άλλοτε «κλεινόν άστυ» των Αθηνών και σε ακόμα χειρότερη όσοι επιστρέφουν σε αυτό μετά από μια κάπως μακρά καλοκαιρινή απουσία. Όσο πιο μακρά η απουσία τόσο μεγαλύτερη και η αποτοξίνω­ση από την αστική ζούγκλα και, κατά συνέπεια, τόσο πιο τραυματική εμπειρία η επιστροφή σε αυ­τήν. Σε στιγμές όπως αυτές γεννώνται ίσως σε διάφορες μορφές και τα αντίστοιχα ερωτήματα: Πώς σε μια τόσο όμορφη χώρα, όπου στις πεδινές και παραθαλάσσιες ζώνες της περίπου τον μισό χρόνο επικρατούν υπέροχες κλιματικές συνθήκες, καταφέραμε να στοιβάξουμε σχεδόν το ήμισυ του πλη­θυσμού σε ένα δυσλειτουργικό, γκρίζο και ανυπόφορο αστικό μόρφωμα; Πώς και γιατί η επαφή με το φυσικό περιβάλλον, την ανθρώπινη κλίμακα των αποστάσεων και τους φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής έχει τον χαρακτήρα εξαίρεσης και όχι αυτονόητου κανόνα; Πώς καταφέραμε να θεωρούμε φυ­σιολογικό το να ζει κανείς σε μια πόλη, την οποία λαχταρά να εγκαταλείπει σε όλες τις διαθέσιμες περιστάσεις, όπως προδίδει εύγλωττα κάθε «μεγάλη έξοδος» των Αθηναίων; Γιατί το φθινόπωρο να σημαίνει το απότομο και καταθλιπτικό τέλος του καλοκαιριού, με την (ορεσίβιων κλιματικών και ανθρωπολογικών καταβολών) ευχή-κατάρα «καλό χειμώνα!», και όχι την φυσιολογική συνέχισή του;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά περνά σίγουρα μέσα από ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία αποτυχίας του νεοελληνικού κράτους. Αυτό δεν είναι άλλο από την δραματική ασυμμετρία ανάμε­σα στην πρωτεύουσα και την «επαρχία». Η ασυμμετρία δεν αφορά τόσο ή μόνο τα πληθυσμιακά μεγέθη, αλλά τις πιο ουσιαστικές πτυχές της αστικοποίη­σης. Πρόκειται ουσιαστικά για την ανισο­μέρεια ανάμεσα στο κατά βάσιν ένα και μόνο κέντρο, στο οποίο έχουν αναπτυχθεί ουσιαστικοί θύλακες αστικής κουλτούρας, και στις πάμπολλες επαρχιακές πόλεις και χωριά, όπου κινδυνεύει να κατακυριευθεί κανείς από αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «σύν­δρομο του Μιχαήλ Χωνιάτη». Όταν ο λόγιος Μικρασιάτης κληρικός έφτασε στην Αθήνα το φθι­νόπωρο του 1182 για να αναλάβει καθήκοντα μη­τροπολίτη, σύντομα διαπίστωσε ότι η Αθήνα της εποχής του ελάχιστη σχέση είχε με το «κλεινόν άστυ» που είχε γνωρίσει μέσα από τις κλασικές του σπουδές. Μεγάλη ήταν η απογοήτευσή του όταν άρχισε να συνειδητοποιεί το χάσμα του με τον ντόπιο, κατά βάσιν αγροτικό πληθυσμό, με τον οποίον μιλούσε διαφορετική γλώσσα, όχι μόνο κυ­ριολεκτικά, καθώς η αρχαΐζουσα ελληνική του Χωνιάτη ήταν σε μεγάλο βαθμό ακατανόητη στο ποίμνιό του, αλλά και μεταφορικά, δηλαδή σε επί­πεδο μόρφωσης, πνευματικών οριζόντων και εν­διαφερόντων. Στην εποχή του Χωνιάτη η Αθήνα ήταν ό,τι είναι σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της νεοελληνικής επαρχίας: ένας τόπος κοινωνικά αφι­λόξενος για όποιον καλώς ή κακώς, δυστυχώς ή ευτυχώς, έτυχε να έχει ενδιαφέροντα και έναν τρόπο ζωής με πιο αστικά χαρακτηριστικά.

ag-paraskevi

Μια χαρακτηριστική ζώνη «αγεωμέτρητης» πολεοδομίας στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής.

Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, για την Ελλάδα της εποχής μας είναι ότι, αν στην μία πλευρά του διπόλου βρίσκεται η πιο ανθρώπινη, αλλά μη αστικοποιημένη επαρχία, στην άλλη πλευρά του βρίσκεται η φρικτά αστικοποιημένη πρωτεύουσα. Δηλαδή μια πόλη, όπου το αντίτιμο για την ύπαρ­ξη λίγων έστω οάσεων αστικής κουλτούρας (π.χ. ιδρυμάτων, φορέων και κοινωνικών ομάδων ασχολούμενων με την επιστήμη, την τέχνη και τον πολιτισμό) είναι η ανυπόφορη οικιστική δυσλει­τουργία και υποβάθμιση. Είναι η ζωή στο μεγάλο και διαρκές hot spot της μεταπολεμικής Ελλάδας, (προχειρο)στημένο μέσα σε λίγες δεκαετίες για τους πρόσφυγες όχι από την Μέση Ανατολή ή την Αφρική, αλλά από την ελληνική επαρχία. Ο «βίος αβίωτος» στην τσιμεντένια θάλασσα του λεκανο­πεδίου έχει πολλές και διάφορες πτυχές: η ημέρα που γίνεται πιο μικρή λόγω της βασανιστικής κλί­μακας των αποστάσεων και των χαμένων ωρών στα μέσα μαζικής μεταφοράς, το διαρκές άγχος και ο υπεράνθρωπος αγώνας να φτάσει κανείς εγκαίρως και ψυχοσωματικά στραπατσαρισμένος στην δουλειά ή στο ραντεβού του, ο συνωστισμός και η ψυχολογία της διαρκούς «επιφυλακής» στους δημόσιους χώρους και στα μέσα μεταφοράς, η καθημερινή αλλοφροσύνη του παρκαρίσματος, η αν­θυγιεινή τοξικότητα και παραζάλη της οδήγησης, των βασανιστικών μποτιλιαρισμάτων και των βάρβαρων κορναρισμάτων, το συνεχές μπρος-πίσω (από το σταμάτα-ξεκίνα) και πάνω-κάτω (από τα απανωτά χτυπήματα του αυτοκινήτου στις λακκούβες του οδοστρώματος) ή αλλιώς η επιτομή της αποτυχίας μιας πόλης που συνίσταται στο να σε κάνει συχνά να αποδιώχνεις ως ενοχλητική σκέψη την προοπτική να βγεις από το σπίτι, αναγκάζοντάς σε ενίοτε ακόμη και να «ομαδοποιείς» τις εξωτερικές εργασίες, ώστε να γίνουν όλες μαζί την ίδια ημέρα για να μην αναγκαστείς να ξανα­βγείς.

Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η κατάσταση αν κανείς δεν εστιάσει μόνο στο μαρτυρικό και φρικτά τσιμεντοποιημένο κέντρο της Αθήνας, αλλά στρέψει την προσοχή του και σε πιο αναβαθμισμένες περιοχές του λεκανοπεδίου. Σε περιοχές π.χ. των κατά τα άλλα ευυπόληπτων βορείων προαστίων, όπως η Αγία Παρασκευή, μπορεί να δει κανείς ανάγλυφα τις δομικές παθογένειες μιας κατ΄ όνομα μόνο «αστικής» συνύπαρξης. Κατά πρώτον, μπορεί κανείς να διαπιστώσει (και να υποστεί) την χα­ρακτηριστική ρυμοτομία ορει­νού χωριού και την απουσία ορθολογικού, αστικού πολεοδομικού σχεδιασμού. Το αποτέλεσμα είναι να δυσχεραίνεται αποφασιστικά η σύνδεση των συνοικιών τόσο μεταξύ τους όσο π.χ. και με τους κεντρικούς οδικούς-εμπορικούς άξονες (π.χ. την οδό Αγίου Ιωάν­νου). Αν κανείς θέλει να κατανοή­σει την σημασία του ιπποδάμειου πολεοδομικού συστήματος της αρχαιότητας δεν έχει παρά να προσπαθήσει να διεκπεραιώσει δυο-τρεις απλές δουλειές μέσα σε μια ακτίνα δυο-τριών χιλιο­μέτρων και σε έναν γόρδιο δεσμό κακοσχεδιασμένης ρυμοτομίας, δυσλει­τουργικής συγκοινωνιακής διασύνδεσης και πεζοδρομίων κεντρικών λεωφόρων που έχουν μετα­τραπεί σε άναρχα πάρκινγκ (π.χ. οι δύο πλευρές της Μεσογείων στα σημεία κοντά στην πλατεία Αγίας Παρασκευής). Κι αν κάποτε έξω από την Ακαδημία του Πλάτωνα υπήρχε η επιγραφή «ἀγεω­μέτρητος μηδεὶς εἰσίτω», οι σύγχρονοι, πολεοδομικά «αγεωμέτρητοι» οικιστές πολλών περιοχών της Αθήνας (αλλά και της υπόλοιπης χώρας) δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μεταφέρουν μηχανι­στικά στην πρωτεύουσα τα χωροταξικά πρότυπα οικισμών του (ορεινού συνήθως) μη αστικού χώρου, από τους οποίους συχνά προέρχονται. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες αναδεικνύεται η νε­όπλουτη υπανάπτυξη των βορείων προαστίων, όπου πολύ συχνά, με όποιον τρόπο κι αν επιλέξεις να κινηθείς, μπορεί να χρειαστείς μιάμιση ή δύο ώρες για να κάνεις μερικές απλές καθημερινές δουλειές στην άμεση γειτονιά σου.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναρωτηθεί κανείς αν έχουν τεθεί με την δέουσα έμφαση και συστη­ματικότητα μερικά γενικότερα ερωτήματα σε σχέση με την ζωή στην πρωτεύουσα. Κατά πόσο π.χ. επιδρά στην παραγωγικότητα και γενικότερη κατάσταση της χώρας το γεγονός ότι ένα μεγάλο και σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της ζει σε ένα εργαστήριο παραγωγής ταλαιπωρίας, έντασης, άγ­χους και καθημερινής αλλοφροσύνης; Κατά πόσο επιδρά στην γενικότερη κατάσταση της χώρας το γεγονός ότι ένα μεγάλο και σημαντικό μέρος των πολιτών της εκτίθεται καθημερινά σε απαγορευτι­κά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης και ηχορύπανσης; Πόσες ασθένειες και αιτίες θανάτων μπο­ρούν να αναχθούν άμεσα ή έμμεσα στις συνθήκες ζωής του λεκανοπεδίου;

Παρά τις όποιες γενικότερες, κοινές διαπιστώσεις, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι οικιστι­κές συνθήκες της πρωτεύουσας δεν προσλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο από όλους. Για όσους έχουν μεγαλώσει στην Αθήνα από μικρή ηλικία, το αστικό της περιβάλλον, η κλίμακα και οι ρυθμοί της είναι αυτονόητα δεδομένα, στα οποία έχουν συνηθίσει να ζουν. Και, αν κανείς έχει γνωρίσει ως φυσιολογική κατάσταση το να θέλει π.χ. μία ώρα και δύο-τρία μεταφορικά μέσα για να μεταβεί στο σημείο ενός ραντεβού με φίλους, τότε λογικά δεν προκύπτει η ίδια δυσφορία με κάποιον που έχει αυτονόητα συνηθίσει να κάνει το ίδιο σε 10-15 λεπτά και με τα πόδια. Ως φυσιολογικό «αναγκαίο κακό» μπορεί επίσης να εκλαμβάνεται και η μικρότερη ή μεγαλύτερη αποξένωση των σχέσεων λόγω της μεγάλης κλίμακας. Μέσα στην παραζάλη των καθημερινών ρυθμών της πρωτεύουσας μπορεί, δηλαδή, κανείς να μην συνειδητοποιεί πάντα πλήρως σε ποιον βαθμό μια πόλη όπως η Αθήνα δυσχεραίνει την μεσογειακή κοινωνικότητα, κάνοντας πιο δύσκολες και αραιές τις συναντή­σεις με συγγενείς, φίλους και γνωστούς και δημιουργώντας ενίοτε και πλασματικές εντυπώσεις για την φύση των σχέσεων. Δεν είναι π.χ. λίγες οι φορές που όσοι προσπαθούν να συναντιούνται κάπως τακτικά στην Αθήνα είναι άνθρωποι που έχουν ήδη προηγουμένως δεθεί στην μικρότερη κλίμακα μιας άλλης πόλης (της Ελλάδας ή του εξωτερικού). Αντιθέτως, στο οικιστικό χάος της πρωτεύου­σας συχνά η επαφή με φίλους ή συγγενείς χωρίς προϋπάρχοντες δεσμούς «μικρής κλίμακας» κατα­λήγει να μην είναι ιδιαίτερα πιο συχνή απ΄ ό,τι θα ήταν αν οι εμπλεκόμενοι κατοικούσαν σε διαφο­ρετικές πόλεις.

Το βασικότερο πρόβλημα, όμως, είναι ότι στο πλαίσιο του παραδοσιακού νεοελληνικού δομι­σμού, δηλαδή της μηχανιστικής αναπαραγωγής των καθιερωμένων δομών, κανένας κομματικός ή ιδεολογικός χώρος δεν μοιάζει να ασχολήθηκε ποτέ σοβαρά με την αστική μοίρα της Αθήνας, προ­κειμένου να χαράξει στρατηγικές βελτίωσης των συνθηκών. Χαρακτηριστικό είναι το πρόσφατο παράδειγμα με την αξιοποίηση του παλαιού αεροδρομίου του Ελληνικού. Σε αυτή την περίπτωση μοιάζει να προκρίνεται δυστυχώς η απλή «συγκόλληση» ενός τεράστιου πάρκου σε μια εν πολλοίς αβίωτη πόλη και όχι η αναβάθμιση της βιωσιμότητας της ίδιας της πόλης, με άξονα προτάσεις, όπως π.χ. αυτή του Στέφανου Μάνου. Με τον ίδιο τρόπο, δεν φαίνεται στον ορίζοντα καμία πρωτο­βουλία ουσιαστικής αποκέντρωσης, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι συνώνυμη με διαδικασίες πιο ουσιαστικού εξαστισμού πόλεων της επαρχίας. Με τον όρο «διαδικασίες εξαστισμού», ας φαντα­στεί κανείς οτιδήποτε μπορεί να εμπλουτίσει με διαφορετικά πρότυπα το συνήθως κυρίαρχο αν­θρωπολογικό «πακέτο» της επαρχιακής πόλης (σουβλάκι, μηχανάκι, βωμολόχος σεξισμός, στείρος βιοπορισμός, κομφορμισμός, ψυχοπνευματική καθήλωση σε γυμνασιακού τύπου συμπεριφορές buylling, κουτσομπολιού, «πιάτσας», αδιακρισίας και ποδοσφαιροποιημένης υποκουλτούρας). Κάτι τέτοιο, φυσικά, είναι ιδιαίτερα δύσκολο, αφού θα προϋπέθετε «αστικό πλεόνασμα» στην ίδια στην πρωτεύουσα, το οποίο θα μπορούσε ίσως ακολούθως να εξαχθεί προς την επαρχία. Τέτοιο πλεόνασμα, όμως, όχι μόνο δεν υπάρχει, αλλά οι όποιοι αστικοί θύλακες υπάρχουν στην Αθήνα δεν είναι αρκετοί ούτε καν για την ίδια. Και αυτό διότι και η ίδια η προσφάτως αστικοποιημένη Αθήνα κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από το ανωτέρω «πακέτο» της επαρχιακής πόλης, πτυχές του οποίου, όπως είναι λογικό, διεισδύουν ενίοτε και στους αστικούς της θύλακες. Κατά συνέπεια, σε ό,τι αφορά την ελληνική επαρ­χία, θα έπρεπε να στραφεί κανείς στην προσέλκυση «επενδύσεων εξαστισμού» από το εξωτερικό, οι οποίες, έχοντας σχέση με την επιστήμη, την τεχνολογική καινοτομία, την τέχνη και τον πολιτι­σμό θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν εποικοδομητικά τα παραδοσιακά της πρότυπα.

Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα προς το παρόν μοιάζει επ΄ αόριστον παραδομένη στον μιθριδατισμό, στον δο­μισμό και στην άχαρη μοίρα της αποτυχημένης εκείνης πόλης που οι περισσότεροι κάτοικοί της θα λαχταρούν για πολύ ακόμα να την εγκαταλείπουν σε πρώτη ευκαιρία. Ακούγοντας, μάλιστα, κανείς στις ειδήσεις για τα προβλήματα στις δομές φιλοξενίας των μεταναστών και προσφύγων, όπου «σε έναν χώρο που χωράει 2000 άτομα έχουν στοιβαχθεί 4000 ή 5000 άνθρωποι», δύσκολα μπορεί να αποφύγει ένα πικρό μειδίαμα. Διότι η περιγραφή αυτή, τουλάχιστον στο αμιγώς αριθμητικό της σκέλος, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ήπια μικρογραφία των συνθηκών ζωής στην ίδια την Αθή­να, όπου 4.000.000 άνθρωποι στοιβάχθηκαν άναρχα μέσα σε λίγες δεκαετίες σε έναν αστικό χώρο που σχεδιάστηκε κάποτε για 400.000. Κι αν, για να συνεχίσουμε τον ίδιο συλλογισμό, ορισμένοι εξ ημών αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες και μετανάστες σαν ενοχλητικούς ξένους σε αυτό τον τόπο, πόσο άραγε «γηγενείς» σε αυτόν είμαστε τελικά όλοι εμείς που στον αστικό μας χώρο ακυρώνουμε την φυσική και κλιματολογική του ομορφιά, συντομεύουμε το καλοκαίρι του, μικραίνουμε την μέρα του και ευχόμαστε (στην Ελλάδα) «καλό χειμώνα» από τον Σεπτέμβριο; Από τις παρατηρήσεις αυτές ίσως διαφαίνεται ότι το «φρικτόν άστυ» της σύγχρονης Αθήνας δεν προέκυψε μόνο μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές ή οικονομικές συνθήκες, αλλά και μέσα από βαθύτερα ζητήματα ανθρωπολογικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων. Διότι καμιά φορά ο λόγος που μοιάζουμε τόσο ξένοι με τον τόπο μας είναι επειδή απλούστατα είμαστε πράγματι ξένοι, τουλάχιστον περισσότερο από όσο υποψιαζόμαστε. Για αυτό, άλλωστε, είναι και τόσο δύσκολο να αλλάξουν τα πράγματα…

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: