Αρχική > Ανθρωπολογικά, Ψυχογραφικά > Στόουνχεντζ, Ουρούκ και ελληνική κοινωνία

Στόουνχεντζ, Ουρούκ και ελληνική κοινωνία

Βλέποντας κανείς μια εικόνα του Στόουνχεντζ, του διάσημου νεολιθικού κτίσματος της νότιας Αγγλί­ας, δύσκολα ίσως φαντάζεται ότι το συγκεκριμένο μνημείο ανή­κει σε έναν χρονολογικό και πολιτιστι­κό ορίζοντα με ιδιαίτερη σημασία για τα διαδραματι­ζόμενα στην Ελ­λάδα της εποχής μας. Η περίοδος των μεγαλιθικών μνημείων στην δυτική Ευρώπη συνδέεται με τις ύστερες φάσεις της Νεολιθικής επο­χής στις περιοχές αυτές. Κατά την διάρκεια της Νεολιθικής εποχής, από το 6500 π.Χ. και εξής, εξα­πλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη η γεωργία και η κτηνοτροφία, οι επαναστατικές εκείνες και­νοτομίες που μετά από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, επρόκειτο να πυροδοτή­σουν μια αλυσίδα ραγδαίων πολιτιστικών μετασχηματισμών. Πρόκειται για τις εξελίξεις των τελευταί­ων περί­που 10.000 ετών, οι οποίες άλλαξαν εκ βάθρων την μορφή του ανθρώπινου πολιτι­σμού. Μια επι­μέρους πτυχή των εξελίξεων αυτών υπήρξε και η κατά καιρούς εντεινόμενη διαδικασία απόκλισης με­ταξύ των κοινωνιών. Τι σημαίνει αυτό; Στα τέλη της 4ης χιλιετίας π.Χ., περί το 3300-3100 π.Χ., λαμ­βάνει χώρα στην νότια Μεσοποταμία αυτό που ο μεγάλος αρχαιολόγος Gordon Childe απο­κάλεσε «Αστική Επα­νάσταση». Χαρακτηριστικά της υπήρξαν η εμφάνιση των πρώτων μεγάλων αστι­κών κέντρων, της εξε­λιγμένης κοινωνικής διαστρωμάτωσης, της οργανωμένης γραφειοκρατικής διοί­κησης, της πολύ πιο έντονης επαγγελματικής εξειδίκευσης ως αποτέλεσμα της αστικής ποικιλομορφί­ας, αλλά και της γραφής. Με αρχαιολογικούς όρους, οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με την ύστερη φάση του πο­λιτισμού Ουρούκ και είχαν ως επίκεντρο την ομώνυμη πόλη της νότιας Μεσοποταμίας. Το κρίσιμο ση­μείο εδώ είναι να συνειδητοποιήσει κα­νείς ότι την ίδια ακριβώς περίοδο, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα δυτικότερα, συνέχι­ζαν να υφίστανται οι παραδοσιακές, νεολιθικές, αγροτικές κοινότητες, στις πολιτι­στικές εκ­φράσεις των οποίων ανήκαν και τα μεγαλιθικά μνημεία. Την εποχή που στη νότια Μεσοπο­ταμία χα­ράζονταν σε πινακίδες τα πρώτα σύμβολα ενός εξελιγμένου συστήματος γραφής, στην δυτι­κή Ευ­ρώπη συνεχι­ζόταν απρόσκοπτα ο νεολιθικός βίος και στην νότια Αγγλία διαμορφώνονταν οι πρώτες φάσεις του συγκρο­τήματος που επρόκειτο αργότερα να πάρει την μορφή του γνωστού μας Στόουν­χεντζ.

Stonehenge-Uruk

Τα δύο πρόσωπα της ελληνικής κοινωνίας…

Σαν αποτέλεσμα, δύο διαφορετικοί κόσμοι, δύο διαφορετικοί κοινωνικοί χρόνοι, ο καθένας με τα δικά του πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, άρχισαν να συνυπάρχουν την ίδια περίοδο, εγκαινιάζο­ντας την αναφερθείσα διαδι­κασία απόκλισης μεταξύ κατά τα άλλα σύγχρονων κοινωνιών. Τα με­τέπειτα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας μας είναι γνωστά και, αν σταθούμε στα λιγότερο ζοφε­ρά, ένα από αυτά υπήρξε η ίδια η εμφάνιση της κοινωνικής ή πολιτιστικής ανθρωπολογίας. Δη­λαδή του επιστημονικού πλαισίου, μέσω του οποίου οι κάποτε αστικοποιηθείσες δυτικές κοινωνίες προ­σπάθησαν να μελετήσουν τις «πρωτόγονες» ή «εξωτικές» μη αστικοποιημένες κοινωνίες στην περι­φέρειά τους. Κι αν η συνύπαρξη κοινωνιών που μπορούν να στείλουν ανθρώπους στην Σελήνη με κοι­νωνίες που δια­τηρούν ακόμα σχεδόν παλαιολιθι­κά χαρακτηριστικά αποτελεί το αποκορύφωμα αυτής της διαδικασί­ας απόκλισης, δεν είναι πάντα τόσο ξεκάθαρο ότι η συνύπαρξη των διαφορετικών κόσμων μπορεί ενίο­τε να λαμβάνει χώρα και εντός της ίδιας κοινωνίας. Δεν είναι, δηλαδή, εκ πρώτης όψεως ευδιάκρι­το ότι, για παράδειγμα, σε μια αστι­κοποιούμενη (και όχι αστικοποιημένη) κοινωνία, όπως η νεοελληνι­κή, η Ουρούκ και το Στόουνχεντζ, οι Ρωμαίοι και οι Γαλάτες, οι Ισπανοί κονκιστα­δόρες και οι Αζ­τέκοι, οι καουμπόηδες και οι Ινδιάνοι μπορεί να συνυπάρχουν ακόμη και εντός της ίδιας οικογένειας, της ίδιας παρέας, του ίδιου εργασιακού χώρου. Μετά από λίγες μόνο δεκαετίες «αστυφιλίας», δηλαδή ουσιαστικά συγκέντρωσης ενός σε μεγάλο βαθμό αγροτικού πληθυσμού σε πόλεις, συνυπάρχουν αναπόφευκτα στην νεοελληνική κοινωνία εντε­λώς διαφορετικοί κοινωνικοί χρόνοι και τρόποι. Σε αστικοποιούμενες κοινωνίες, για παράδειγμα, η ηλικιακή δια­φορά των 25-30 ετών μπορεί να αντιστοιχεί σε διαφορά 150-200 ετών όσον αφορά τις νοοτροπίες και αντι­λήψεις. Η αστικοποιητική διαδικασία μπορεί να επιταχύνει δραματικά τις απο­κλίσεις και να καταστή­σει εντελώς σχετικές τις εκάστοτε χωροχρονικές συντεταγμένες. Το αποτέλεσμα είναι ουκ ολίγες τρα­γικές διαγενεαλογικές και κοινωνικοανθρωπολο­γικές ασυμβατότητες, περιπλοκές, εντάσεις και συγκρού­σεις.

Το πεδίο, στο οποίο θα εστιάσουμε σε αυτό το κείμενο, είναι αυτό της αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε συγκεκριμένα πρότυπα διαχείρισης της προσωπικής και επαγγελματικής αποκατάστασης. Κατά πρώτον, η προσωπική αποκατάσταση είναι ένα πεδίο, στο οποίο οι αστικοποιητικές διαδικασίες επέφεραν πολύ σημαντικές μεταβολές. Ο μέσος όρος της ηλικίας γάμου, για παράδειγμα, ανέβηκε σταδιακά, ακολουθώντας και τον γενικότερο μέσο όρο ηλικίας του πληθυσμού. Παράλληλα, ένα ση­μαντικό ποσοστό ανθρώπων άρχισε να εμπλέκε­ται σε αστικού τύπου διαδικασίες επαγγελματικής και μορφωτικής εξειδίκευσης (π.χ. πανεπιστημιακή εκπαίδευση), οι οποίες εκτείνονται χρονικά στην ίδια περίοδο της ζωής που άλλοτε είχε κανείς ήδη πα­ντρευτεί και κάνει τα πρώτα του παιδιά. Εντός πολ­λών νεοελληνικών οικογενειών και κοινωνικών κύκλων οι εξελίξεις αυτές, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως φαντάζουν αυτονόητες, δεν προσλαμβάνονται πάντα ως φυσιολογικές, αλλά, αντιθέτως, ως εν μέρει αναγκαίες μεν, αλλά και κάπως ενοχλητι­κές αποκλίσεις από έναν παραδοσιακό κανόνα. Και αυτό διότι εντός των οικογενειών από την μια με­ριά υπάρχει το Στόουνχεντζ των γονέων που συχνά συνε­χίζουν να εκπροσωπούν (ο ένας ή και οι δύο) την ανθρωπολογία συγκεκριμένων εκδοχών του μη αστικού, αγροτοποιμενικού χώρου και από την άλλη μεριά η Ουρούκ των πιο αστικοποιημένων νέων γενεών που μεγαλώνουν από την πρώτη στιγμή στις πόλεις. Η διάσταση αυτή μεταφέρεται και εντός των ευρύτερων κοινωνικών ή εργασιακών κύκλων, όπου το Στόουνχεντζ εκπροσωπείται από όσους, ανεξαρτήτως ηλικίας, συνειδητά ή ασυνείδητα, αναπαράγουν την παραδοσιακή δομή και η Ουρούκ από όσους, επίσης συνειδητά ή ασυνείδητα, εκπροσωπούν την απόκλιση από αυτήν. Η σύγκρουση των δύο κόσμων εκφράζεται στις περιπτώσεις αυ­τές με πολλούς χαρακτηριστικούς τρόπους.

Δεν είναι, δηλαδή, λίγες οι φορές, που ένας νέος π.χ. 30-35 ετών που εστιάζει σε αυτή την φάση της ζωής του πιο πολύ στην επιστημονική του δρα­στηριότητα, αρχίζει να αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση για την προσωπική του αποκατάστα­ση, η οποία θεωρείται ότι έχει ήδη «καθυστερήσει». Αν, μάλιστα, μιλάμε για γυναίκα, τότε η πίεση αυτή αρχίζει να οξύνεται και μέσω επίκλησης των βιολογικών περιο­ρισμών. Πρόκειται, δηλαδή, για την πίεση ενός οικογενειακού ή κοινωνικού περιβάλλοντος, το οποίο στην ουσία αναπαράγει με κεκτημένη ανθρωπο­λογική ταχύτητα πρότυπα και αντιλήψεις εποχών, όταν ο μέσος όρος ζωής στους άντρες ήταν 30 και στις γυναίκες 35 χρόνια και δεν υπήρχε, φυσικά, τε­χνολογία υποβοηθούμενης ανα­παραγωγής (π.χ. εξωσωματική γονιμοποίηση, κατάψυξη ωαρίων). Δύσκολα θα ήταν τα πράγματα και για κάποιον/α που π.χ. δεν επιθυμεί να παντρευτεί ή διατηρεί σχέση, όπου υπάρχει δια­φορά ηλικίας (ιδίως στις περι­πτώσεις που ο άντρας είναι μικρότερος) ή σχέση που για οποιοδήποτε λόγο μπορεί να μην υπόσχεται καλές προοπτικές τε­κνοποίησης. Η παραδοσιακή κοινωνία, λειτουρ­γώντας ως τυφλός εντολοδόχος της «άγριας φύσης» των διάφορων φυσικών δεδο­μένων και βιολογι­κών περιορισμών, θα ασκήσει σε αυτές τις περιπτώσεις ασφυκτική και εμμονική πίε­ση προς την κα­τεύθυνση της κάθε είδους αναπαρα­γωγής (φυσικής και κοινωνικής). Όπως κάθε εκτε­λεστής που εκτε­λεί ψυχρά χωρίς να σκέφτεται πολύ τα πράγματα, η πα­ραδοσιακή κοινωνία και οι νοο­τροπίες της δια­τηρούν ενίοτε σημαντικά πλεονεκτή­ματα σε σχέση με όσους έχουν την τάση να σκέφτονται υπερβολι­κά.

Εντούτοις, ο λογαριασμός πιθα­νότατα θα έρθει λίγο αργότερα. Όταν π.χ. νέοι και έξυπνοι άνθρωποι διαπιστώσουν ότι σχεδόν μηχα­νικά (και όχι πλήρως συνειδητά) αναπαρήγαγαν το παραδοσιακό μο­ντέλο, κάνοντας οικογένεια και παιδιά ήδη από τα 25 ή τα 30 τους και αρχίσουν σιγά σιγά να συνυ­πάρχουν στον κοινωνικό, αλλά και εργασιακό τους χώρο με ανθρώπους που στις δεκαετίες των 20 και των 30 επένδυσαν στην επιστημονική και επαγγελματική εξειδίκευση. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι, αναπαράγοντας κανείς αυτόματα τα πρότυπα ζωής γονέων και παππούδων, δεν προειδοποιή­θηκε από κανέναν ότι στην εποχή των τελευταίων το Στόουνχεντζ δεν ήταν ακόμα εκτεθειμένο στην συνύπαρξη και διαρκή σύγκριση με την Ουρούκ. Και το ακόμα σημαντικότερο ζήτημα είναι ότι η επι­κίνδυνη αυτή συνύπαρξη καταλήγει να βρίσκεται στον πυρήνα μιας επαγγελματικής-παραγωγικής δυ­σλειτουργίας, η οποία, μεταξύ άλλων, υποσκάπτει εδώ και πολύ καιρό την ίδια την διοικητική υπόσταση μιας χώρας όπως η Ελλάδα. Ας προσπαθήσουμε π.χ. να μπούμε στην ψυχολογία αν­θρώπων που σε πολύ νεαρή ηλικία εισήλθαν χωρίς πτυχία σε διάφορες περιοχές της δημόσιας διοίκη­σης. Εκείνη την περίοδο όλα φάνταζαν απόλυτα φυσιολογικά. Φυσιολογικό ήταν το να αντιλαμβάνε­ται κανείς την δουλειά με όρους στείρου βιοπορισμού, ως απλό μέσο για την δημιουργία οικογένειας. Φυσιολογικό φάνταζε (και ενίοτε ακόμα φαντάζει) να μετατρέπεται ο εργασιακός χώρος σε πρωινό καφέ διαρκούς επανεπιβεβαίω­σης (μέσω ατέρμονων συζητήσεων για την οικογένεια, τα παιδιά, το σχολείο, κλπ.) της κοινωνικής αποδοχής που η παραδοσιακή κοινωνία εξασφαλίζει σε όσους ακολου­θούν πιστά τους κανόνες της. Φυσιολογικό φάνταζε το χαρακτηριστικό αίσθημα εκπλήρωσης της κοι­νωνικής «απο­στολής», μόλις γινόταν ο μόνιμος διορισμός στο δημόσιο και ακολουθούσε η δημιουρ­γία οικογένειας, με εξίσου αυτονόητη την παραμέληση της ίδιας της εργασιακής διάστασης. Φυσιολογικό φάνταζε, τέλος, το να ιεραρχείται κανείς στην δουλειά του αποκλειστικά με όρους επετηρίδας και αρ­χαιότητας, με τον μονολιθικό και αρχέγονο, δηλαδή, τρόπο που η παραδοσιακή κοινωνία διακρίνει τα μέλη της.

Και εκεί που όλα φάνταζαν αρμονικά, άρχισε να ενσκήπτει η Ουρούκ… Προϊστάμε­νοι χωρίς πτυχία βρέθηκαν να έχουν υφισταμένους με πτυχία και μεταπτυχιακά, γυναίκες 40-45 χρόνων με παιδιά 20 ετών άρχισαν να συνειδητοποιούν πως υπάρχουν άλλες γυναίκες που στην ίδια ηλικία περιέργως δεν έχουν ακόμη παντρευτεί, αλλά έχουν πλούσια επαγγελματική, επιστημονική και κοινωνική εμπειρία, άνθρωποι που θεωρούσαν ότι η δουλειά είναι απλώς το μέσον για την δημιουργία (και την επίδειξη) της οικογένειας γνωρίζουν εργαζομένους που δουλεύουν για να παράγουν έργο, επιδεικνύοντας δυ­σθεώρητα μεγαλύτερες δυνατότητες διαχείρισης της αστικής πολυπλοκότητας. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το για ποιον λόγο πολύ συχνά το εργασιακό περιβάλλον της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα μετατρέπεται σε έναν τεράστιο πυρηνικό αντιδρα­στήρα παραγωγής κόμπλεξ. Γιατί σε ουκ ολίγες περιπτώσεις το Στόουνχεντζ αισθάνεται την ανάγκη να απωθήσει μέσα του ή να αφανίσει με διάφορους τρόπους από το οπτικό του πεδίο την Ουρούκ, όταν για κακή του τύχη την συναντά μπροστά του.

Καθόλου σπάνιες δεν είναι, για παράδειγμα, οι περιπτώσεις υποκαταρτισμένων, με­γαλύτερης ηλικί­ας υπαλλήλων, οι οποίοι επιδεικνύουν χαρακτηριστική μυστικοπάθεια ως προς το αντικείμενο της κα­θημερινής δουλειάς τους, αρνούμενοι να αποκαλύψουν το τι κάνουν ιδίως σε νεώτερης ηλικίας, πιο καταρτισμένους υπαλλήλους. Η άρνηση αυτή αποσκο­πεί στο να συγκαλύψει καταστάσεις ουσιαστι­κής αργομισθίας ή μιας απασχόλησης που υπο­λείπεται δραματικά του βαθμού πολυπλοκότητας και κατάρτισης που απαιτεί μια σύγχρονη υπηρεσία. Στις περιπτώσεις αυτές η μυστικοπάθεια συνδυάζε­ται συχνά και με συμπλεγματικά επιθετική συμπεριφορά έναντι όσων αντιπροσωπεύουν μια διαφορε­τική ταχύτητα κατάρτισης και πολυπλοκότητας, διεκπε­ραιώνοντας με άνεση και αποτελεσματικότητα μεγαλύτερο όγκο δουλειάς. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκεται η βίαιη εξίσωση προς τα κάτω, εις βάρος όσων «χαλούν την πιάτσα» ή απειλούν την κυρίαρχη παραδοσιακή δομή του υποκαταρτισμένου, στεί­ρου βιοπο­ρισμού. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι μαφιόζικου τύπου «παρεμβάσεις» του κακώς εννοούμενου συνδικαλισμού προκειμένου τα «ήμερα», π.χ. αξιοκρατικά λειτουργούντες προϊστάμενοι, να μην αναδείξουν με αρνητικές αξιολογήσεις τις προκλητικές αργομισθίες και αντιπαραγωγικές συ­μπεριφορές των κάθε είδους «αγρίων». Πολύ συχνές είναι, επίσης, οι καταστάσεις ποικιλόμορφου bullying σχολικού τύπου στον εργασιακό χώρο, το οποίο υφίστανται εκπρόσωποι της Ουρούκ από εκπροσώπους του Στόουνχεντζ, και έναντι του οποίου είναι στην Ελλάδα και νομικά απροστάτευτοι. Σε τέτοιες περιπτώσεις αναδεικνύεται ξεκάθαρα και η ψυχοπνευματική καθήλωση ορισμένων εκ των εκπροσώπων του Στόουνχεντζ στην σχολική ηλικία ή, με άλλα λόγια, η απουσία αισθητής κοινωνικής και συ­μπεριφορικής εξέλιξης με την πάροδο των χρόνων. Το φαινόμενο αυτό μπορεί επίσης να ανα­χθεί στην ελλιπή αστικοποιητική διαδικασία, δηλαδή στην ανεπαρκή επαφή με την κοινωνική ποικιλο­μορφία. Περαιτέρω, χαρακτηριστικές είναι και οι περιπτώσεις ενσυνείδητης δολιοφθοράς των νόμιμων δικαιω­μάτων εργαζομένων-εκπροσώπων της Ουρούκ και γενικά η δημιουργία μιας τοξικής ατμόσφαιρας ασφυξίας και παράλυσης κάθε έννοιας συναδελφικότητας, δεοντολογίας και παραγω­γικής λειτουργίας των υπηρεσιών.

Παρατηρήσεις, όπως οι ανωτέρω, δεν αφορούν, φυσικά, σε καμία περίπτωση το σύνολον των εμπλεκομένων στην πειραματική συνύπαρξη του Στόουνχεντζ και της Ουρούκ στην Ελλάδα. Ούτε το Στόουνχεντζ της νεοελληνικής κοινωνίας πρέπει να ταυτιστεί γενικευτικά με αντικοινωνικές συμπερι­φορές, λυσ­σώδη συμπλέγματα και άκριτες υπερπαραδοσιακές νοοτροπίες ούτε και η Ουρούκ με κάποια πάντοτε υπερπροηγμένη και εντελώς διαφοροποιημένη προς το Στόουνχεντζ υπόσταση. Ένας τέτοιου είδους απλουστευτικός εξελικτισμός θα παρέβλεπε σίγουρα και τις πάντα σημαντικές εξατομι­κευμένες χαρακτηριολογικές παραμέτρους, τις διαφορετικές προσωπικές ιστορίες, καθώς και καταγωγικής φύσεως ζητήματα κοινωνικοαν­θρωπολογικής ποικιλομορφίας εντός του νεοελληνικού κράτους. Εντούτοις, το πεδίο της πολύ συχνά επικίνδυνης και τοξικής αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα υπό συζήτησιν πρότυπα προ­σωπικής και επαγγελματικής αποκατάστασης μοιάζει να προσφέρει πειστικές κοινωνικοανθρωπολο­γικές ερμηνείες για ένα πλήθος νεοελληνικών παθογενειών. Δίνει, επίσης, και μια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια μεταρρύθμιση στην ελληνική δημόσια διοίκηση, όπου είναι επιτακτική ανάγκη ο εξορθολο­γισμός της σχέσης των δύο κόσμων. Αν, για παράδειγμα εκλάβει κανείς ένα κομ­μάτι της δημόσιας διοίκησης ως το εργασιακό, βιοποριστικό εποικοδόμημα της παραδοσιακής κοινω­νίας προς το σκοπό της δημιουργίας οικογένειας, τότε μια μεταρρύθμιση θα πρέπει να αντικρούσει τις υπερπαραδοσιακές δομές με μία ισχυρή δόση συγκεκριμένων αντιπαραδοσιακών προτύπων.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι αναγκαία μια ριζική αναδιάρθρωση της ιεραρχίας με προνομιακή μοριο­δότηση όσων είναι κάτω από 45 ετών, επιστημονικά εξειδικευμένοι (με πτυχιακούς-μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών), ανύπαντροι και άτεκνοι. Αυτό δεν σημαίνει πως όσοι συμβαίνει να έχουν οικογένεια πρέπει να εκβάλλονται από το σύστημα, απλώς ότι θα ιεραρχούνται σε μια βαθμίδα μοριοδότησης χαμηλότε­ρη από όσους δεν έχουν. Η αντίληψη αυτή συνιστά σαφώς πλήρη ανατροπή της παραδοσιακής αντί­ληψης περί «κοινωνικών κριτηρίων». Είναι, όμως, απολύτως συμβατή με μια πολιτική λογική «αστικο­ποιητικού άλματος». Δηλαδή μια πολιτική που έχει σαν στόχο όχι απλώς οι πολίτες μιας χώρας να κάνουν οικογένεια και παιδιά, αλλά τα παιδιά αυτά να μην χαθούν αργότερα για την χώρα, μετανα­στεύοντας μαζικά στο εξωτερικό, ακριβώς επειδή η πατρίδα τους δυσλειτουργεί λόγω των υπερπαρα­δοσιακών δομών της. Παράλληλα, η κατάργηση της αρ­χαιότητας ως βασικού κριτηρίου ιεράρχησης των υπαλλήλων μιας διοικητικής δομής, με άλλα λόγια το να πάψουν να υπάρχουν προϊστάμενοι με απολυτήριο λυκείου και υφιστάμενοι με πτυχία και μετα­πτυχιακά, είναι ένα από τα ζητήματα που εν έτει 2016 κρίνουν την συνολική υπόστα­ση ολόκληρων κομμάτων και πολιτικών. Και, επειδή ο ξαφνι­κός και ταπεινωτικός υποβιβασμός στην ιεραρχία αν­θρώπων που, έστω για λάθος λόγους, κατέχουν επί χρόνια θέσεις προϊσταμένων σίγουρα δεν συνιστά την βέλτιστη διευθέτηση (μεταξύ άλλων διότι παραπέμπει και στις μέρες του πρώιμου κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980), ευκταίες θα ήταν εδώ οι λύσεις πρόωρης εφεδρείας. Υπάλληλοι π.χ. χωρίς πτυχία ή διορισμό μέσω ΑΣΕΠ και με μισθούς άνω των 1200-1300 ευρώ μπορούν να οδηγηθούν στην εφεδρεία με το 40% του μισθού, με το υπόλοιπο 60% να μετα­τρέπεται στον μισθό νεοδιόριστων καταρτισμένων πτυχιούχων.

Προφανώς, τέτοιες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως, άλλωστε, και κάθε άλλο μέτρο, θα αδικού­σαν σε εξατομικευμένο επίπεδο αρκετούς ανθρώπους, την ίδια στιγμή, όμως, θα απέδιδαν δικαιοσύνη σε πολύ περισσότερους. Κυρίως, θα συνιστούσαν ίσως την μοναδική οδό προκειμένου να καταμερίσει κανείς τους δύο υπό διερεύνησιν κόσμους με τρόπο που δεν θα οδηγεί στην παγκυριαρχία του Στόουν­χεντζ εντός Ελλάδος και στην εξορία της Ουρούκ εκτός Ελλάδος. Παρά ταύτα, όσο οι πολιτι­κοί και ιδεολογικοί χώροι στην Ελλάδα θα συ­νεχίζουν να δίνουν, ακριβώς σε θέματα όπως αυτά, την εντύπω­ση ότι διαφέρουν μόνο ως προς την «επιφαινόμενη» ιδεολογία, αλλά ομοιάζουν απόλυτα ως προς την βαθύτερη κοινωνική τους ανθρωπο­λογία, τόσο πρέπει να θυμάται κανείς ότι στην εξέλιξη της ανθρω­πότητας χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια για να οδηγη­θούμε από το Στόουνχεντζ στην Ουρούκ. Συνε­πώς, είναι θέμα του καθενός από εμάς να απο­φανθεί αν θεωρεί ότι η Ελλάδα της εποχής μας έχει το περιθώριο να περι­μένει τόσο πολύ…

  1. npo
    Ιουνίου 21, 2016 στο 20:15

    Ενδιαφέρον, αλλά όχι🙂

    Το κριτήριο να είναι ανύπαντρος και χωρίς παιδιά ακόμα κι αν έχει στατιστική βάση ως προς την εργασιομανία (που το έχω δεί όσον αφορά την μανία, όχι όμως όσον αφορά την αποτελεσματικότητα) είναι παρανοϊκό απο μόνο του, είναι η χαρά του πιο χαζοχαρούμενου νεοφιλελευθερισμού (σε λίγο θα σου ζητάνε να υπογράψεις οτι δεν θα παντρευτείς και δεν θα κάνεις παιδί, περίπου σαν τους πυγμάχους που ο μάνατζερ δεν τους αφήνει να κάνουν σεξ πριν τον αγώνα..), είναι ρατσιστικό και οδηγεί και στην απόλυτη διάλυση και παρακμή της κοινωνίας.

    Μου θυμίζει κάτι δυστοπικά μυθιστορήματα SciFi
    Μα πως σου ήρθε τέτοια τρελή ιδέα? 🙂

    • Ιουνίου 21, 2016 στο 21:15

      Μόνο τρελές ιδέες θα διαβάζεις εδώ, οπότε έσω προετοιμασμένος🙂 Το κριτήριο να είναι κάποιος ανύπαντρος και άτεκνος δεν προβάλλεται στο κείμενο ως αποκλειστικό κριτήριο για να έχει κανείς θέση στη δημόσια διοίκηση (ή στο δημόσιο γενικότερα) ούτε καν ως αποκλειστικό κριτήριο για την ιεράρχηση των ήδη διορισμένων. Οπότε, δεν ξέρω αν έγινε εντελώς αντιληπτή η άποψη του κειμένου. Κατά τα άλλα, παρανοϊκό θα μπορούσε να θεωρηθεί το να αντιμάχεται κανείς π.χ. τον νεοφιλελευθερισμό και την ίδια στιγμή να αποδέχεται καταστάσεις που συμβάλλουν ώστε να ενισχύει η χώρα μας κατεξοχήν νεοφιλελεύθερες ή υπερκαπιταλιστικές οικονομίες του εξωτερικού με το πιο πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό της. Επίσης, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί είναι ρατσιστικό να προάγεις ως κράτος ένα παραγωγικό κοινωνικό πρότυπο για τις ηλικίες των 20, 30 και ίσως και 40 και δεν είναι ρατσιστικό να αναπαράγεις με κρατικές πολιτικές ανθρωπολογικά πρότυπα που στην κοινωνική (και εργασιακή) πραγματικότητα μεταφράζονται πολύ συχνά σε σχεδόν ρατσιστική συμπεριφορά εις βάρος όσων δεν τα ακολουθούν. Οπότε, μην βλέπεις εκ των προτέρων αρνητικά τις τρελές ιδέες, διότι καμιά φορά, όπως λέει και ο λαός, από μικρό και από τρελό…

  2. npo
    Ιουνίου 22, 2016 στο 14:36

    Δεν βλέπω εξ ορισμού τις τρελές ιδέες αρνητικά 🙂

    Νομίζω πάντως πως είχες κάποιες τραυματικές επαφές με το ελληνικό δημόσιο🙂
    Δεν είναι όλες οι πρακτικές και όλες οι συμπεριφορές ανθρωπολογικής φύσεως. Υπάρχουν άλλες λύσεις για το πρόβλημα που περιγράφεις, λιγότερο ρηξιγενείς και πολύ πιο αποτελεσματικές.

    • Ιουνίου 22, 2016 στο 15:39

      Κι όμως, το κείμενο δεν αναφέρεται σε τραυματικές εμπειρίες πολιτών με το δημόσιο, αλλά σε απαράδεκτες συμπεριφορές που υφίστανται αρκετοί άνθρωποι, οι οποίοι (σε αντίθεση με εμένα) δουλεύουν οι ίδιοι σε διάφορες περιοχές του δημοσίου. Και η επίκληση «τραυματικών εμπειριών» δεν αρκεί για να αναιρέσει την ισχύ μιας άποψης, αφού μέσα από τα εμπειρικά δεδομένα (τραυματικά, μη τραυματικά, ευχάριστα, δυσάρεστα, κλπ.) προκύπτει πάντα το πρωτογενές υλικό και τα μοτίβα που καλούμαστε να ερμηνεύσουμε. Προφανώς υπάρχουν πάντα πολλές διαφορετικές λύσεις που μπορούν να προταθούν για ένα πρόβλημα. Το να με πείσεις, ωστόσο, ότι δεν υπάρχουν ανθρωπολογικές παράμετροι στο να αποδέχεται ένα κράτος (και ουκ ολίγοι πολίτες) μιας -κατά σύμπτωση- ιδιαίτερα παραδοσιακής χώρας προϊσταμένους με απολυτήριο λυκείου και υφισταμένους με μεταπτυχιακά θα είναι ομολογουμένως δύσκολο…

    • npo
      Ιουνίου 23, 2016 στο 13:27

      Δεν αγνοώ τις ανθρωπολογικές παραμέτρους, αλλά σε τέτοια συστήματα δεν έχει σημασία μόνο το υπόστρωμα αλλά και η εξάρτηση διαδρομής. Βαυαρικό κράτος -> ανταλλαγή πληθυσμών (μικρασιατική καταστροφή) -> εμφύλιος (+καταστροφή υπαίθρου) -> χούντα -> ΠΦΣ (πρώτη φορά σοσιαλισμός) :ρ
      Νομίζω πως την έξαρση του ισοπεδωτισμού και της αναξιοκρατίας πρέπει να την αναζητήσουμε περισσότερο στην διαδρομή και όχι τόσο στο ανθρωπολογικό υπόστρωμα. Αν και δεν απορρίπτω την σημασία του.

      Στο ζουμί τώρα. Αυτό που προτείνεις δεν θα πετύχει το επιθυμητό. Και θα βάλει και την ταφόπλακα στο δημογραφικό. Αν έχεις δουλέψει σε μεγάλη εταιρία θα ξέρεις πως υπάρχει μια κουλτούρα η οποία αλλάζει σχετικά δύσκολα. Αλλάζει όμως, Και θέλει γύρω στα 5-10 χρόνια. Το ίδιο ισχύει και στο δημόσιο.

      Υπάρχουν λύσεις, και αν έχεις τα @@ να κάνεις αυτά που λές εσύ, ε, σίγουρα έχεις τα @@ να κάνεις άλλα, πιο αποτελεσματικά και με λιγότερες παρενέργειες.

  3. Ιουνίου 23, 2016 στο 14:06

    Η ίδια η «διαδρομή», για την οποία κάνεις λόγο, δυστυχώς μαρτυρεί ότι, αν επαρκούσαν 5-10 χρόνια για την αλλαγή των δομών, τότε η Ελλάδα θα ήταν ένα εξαιρετικό κράτος ήδη από τον 19ο αιώνα. Για κάποιον λόγο τα 5-10 χρόνια της ουσιαστικής αλλαγής δεν έχουν έρθει ως τώρα και, αντίθετα, αντί για αλλαγή, υπάρχει μεγάλης κλίμακας αναπαραγωγή των δομών. Αν, τώρα, μιλάμε για εναλλαγή 5-10 γενεών, τότε θα σου έλεγα ότι από εδώ και πέρα, στο πλαίσιο μιας εξέλιξης εντός πλέον του αστικού χώρου, υπάρχουν ελπίδες ότι σε 10 γενεές από τώρα πολλά πράγματα θα είναι ουσιαστικά καλύτερα. Επίσης, αυτό που ορίζεις ως «διαδρομή» δεν βρίσκεται σε αντιδιαστολή με την ανθρωπολογική προσέγγιση. Θυμίσου μόνο ότι ο ΠΦΣ είχε τα «πράσινα κάστρα» του στις περιοχές της χώρας με τα πιο σκληρά αγροτικά χαρακτηριστικά (π.χ. βορειοδυτική Πελοπόννησος, Κρήτη, όπου την πρώτη εκ των δύο την γνωρίζω από πρώτο χέρι…).

    Επιπλέον, ας λάβουμε υπόψιν ότι η αναξιοκρατία είναι μια έννοια που, όπως την χρησιμοποιούμε εσύ κι εγώ, προέρχεται από το λεξιλόγιο της Ουρούκ και μόνο. Για πολλούς συμπολίτες μας δεν συνιστά αναξιοκρατία το να είναι προϊστάμενος ο αρχαιότερος ή ο «παλιός», ακόμα κι αν δεν έχει τυπικά προσόντα, ούτε το να διορίζεται κάποιος με όρους επετηρίδας ή «εμπειρίας». Άρα, μιλάμε για διαφορετικούς κόσμους, η ανάλυση των οποίων έχει μεγαλύτερο βάθος απ΄ ό,τι ίσως πιστεύουμε. Τέλος, οι νέες γεννήσεις αυτή την εποχή στην χώρα δεν αρκούν από μόνες τους για να λύσουν το δημογραφικό της Ελλάδας, αλλά ίσως αυτό της Γερμανίας, της Αγγλίας, κλπ. με δεδομένη την μαζική μετανάστευση στο εξωτερικό. Η χώρα έχει ανάγκη πιο πολύ από παραμονές, επιστροφές και νέες, παραγωγικές αφίξεις, κάτι που δεν θα γίνει όσο συνεχίζουν να κυριαρχούν οι σκληρές δομές του Στόουνχεντζ και δεν αγγίζουμε ευαίσθητα ζητήματα ταυτότητας…

    Δώσε, όμως, αν θες μια ιδέα των άλλων λύσεων, στις οποίες αναφέρεσαι, και θα είναι ενδιαφέρον να δούμε κατά πόσον μη ανθρωπολογικές είναι και αυτές κατά βάθος🙂

  4. npo
    Ιουνίου 24, 2016 στο 17:44

    Μα για να αλλάξουν δομές και πρακτικές κάποιος πρέπει να τις αλλάξει. Και όσο αυτοί που θίγονται φωνάζουν περισσότερο απο αυτούς που το θέλουν δεν πρόκειται να γίνει τίποτα. Ούτε αυτό που προτείνεις εσύ ούτε όσα μπορώ να προτείνω εγώ.

    Εκτός αν έρθει η επιφοίτηση του αγίου πνεύματος ή μια μεγάλη καταστροφή.

    Όσον αφορά το ανθρωπολογικό ή μη, δεν έχω ισχυρή άποψη, μπορεί να έχεις και δίκιο. Απλά εγώ το βλέπω λίγο αλλιώς. Δεν είμαι και σίγουρος πως είμαστε πίσω.. Μπορεί να είμαστε κει μπροστά – στην πρωτοπορία :ρ «Εκεί που ήσουν ήμουνα κι εδώ που είμαι θα’ρθεις».

    Τέλος πάντων, εξακολουθώ να διαφωνώ με την πρότασή σου γιατί ξέρω πολύ καλά τι θα γίνει έτσι κι εφαρμοστεί οτιδήποτε παραπλήσιο. Zugzwang. Το Ελληνικό δημόσιο θέλει το μισό γκρέμισμα και ξαναχτίσιμο με άλλα υλικά και το άλλο μισό θέλει ηγεσία με φαντασία που να μπορεί να εμπνεύσει ώστε ΟΛΟΙ μαζί να στρίψουν το τιμόνι γιατι αλλιώς δεν στρίβει.

    Επίσης χρειάζονται και μερικά ΄άλλα πραγματάκια όπως να γκρεμιστούν αυτές οι πόλεις και να ξαναχτιστούν σε ενότητες γύρω απο πλατείες και θεατράκια των 1000 οικογενειών το πολύ. Και χρειαζόμαστε να φέρουμε τις ελίτ και τους πλεμπάριους κοντά. Βασικό. Αν πηγαίνουν σε άλλα σχολεία, ψωνίζουν σε άλλα μέρη, διασκεδάζουν αλλού, πάνε διακοπές αλλού, σπουδάζουν αλλού, μένουν αλλού και δουλεύουν αλλού… εε, ποιός είναι ο «κάποιος» που θα κάνει τις αλλαγές? Κανείς. Άντε, κανα τσάριτι και πολύ είναι.

    • Ιουνίου 26, 2016 στο 12:44

      Αν κανείς αναζητήσει σε βάθος τις αιτίες που το ελληνικό δημόσιο θέλει, όπως λες, γκρέμισμα, ξανακτίσιμο, έχει έλλειμμα εμπνευσμένης ηγεσίας (κάτι που παραπέμπει ευθέως και στο θέμα των προϊσταμένων που αναφέρονται στο κείμενο) ή τις αιτίες που έχουν σχηματιστεί στην Ελλάδα οι συγκεκριμένες μορφές αστικών κέντρων, θα προσκρούσει αργά ή γρήγορα σε παράγοντες που κατά την γνώμη μου εξηγούνται ιδιαίτερα πειστικά μέσω ανθρωπολογικής ανάλυσης. Επίσης, αυτοί που αποκαλείς «ελίτ» και «πλεμπάριοι», από πλευράς κοινωνικής ανθρωπολογίας βρίσκονται στην Ελλάδα σε μεγάλο βαθμό ήδη πολύ κοντά. Είναι δηλαδή φορείς εξαιρετικά όμοιων προτύπων συμπεριφοράς (π.χ. βωμολοχία, σεξισμός, τάση προς ακραίες ιδεολογικοποιήσεις), ιδίως αν διακρίνουμε συστηματικά τις έννοιες «αστική τάξη» και «αστική κουλτούρα». Με άλλα λόγια, είναι αμφότεροι κομμάτι μιας συγκεκριμένης δομής, η οποία συνήθως δεν αλλάζει από έναν και μόνον άνθρωπο (αλλιώς δεν θα ήταν δομή), αλλά μέσα από διαδικασίες που απαιτούν ανάλυση πολλών κειμένων προκειμένου απλώς να καταδειχθούν…

  5. npo
    Ιουνίου 27, 2016 στο 21:44

    Θοδωρή, έχω γνωρίσει λογιών λογιών ανθρώπους. Έλληνες και ξένους, Αυτό που λές ίσως να ισχύει στατιστικά, αλλά σίγουρα δεν ισχύει ως κανόνας. Οπότε η εξήγηση μπορεί να είναι εντελώς λάθος, δλδ να πέφτεις στο σφάλμα αιτιότητα vs συσχέτιση.

    Ασχέτως αυτού όμως, η παρατήρησή μου είναι η εξής. Αν ακούσεις το πιο απίθανο πράγμα περι πραγματικότητας θα το έχει πει ακαδημαϊκός 🙂

    Η πρότασή σου, ακόμα κι αν είναι επιστημονικά ορθή (που αμφιβάλω τα μάλα) στην πράξη είναι εντελώς κουλή, και απορώ που δεν το βλέπεις. Και είσαι πανέξυπνος, διάολε…

    • Ιουνίου 27, 2016 στο 21:57

      Οι όποιες πρακτικές προτάσεις διατυπώνονται στο κείμενο βρίσκονται σε άμεση συνάφεια με την θεωρία από πίσω τους. Οπότε, θεωρώντας «κουλές» τις προτάσεις, είναι απλώς σαν να θεωρείς «κουλή» την ίδια την θεωρητική αφετηρία, η οποία εδώ αφορά φυσικά την ελληνική κοινωνία και όχι τις ξένες (αν και, βεβαίως, η προβληματική μη αστικού-αστικού χώρου αφορά σαφώς και άλλες κοινωνίες). Κι επιστημολογικά μιλώντας, θα έπαιρνε πολύ ώρα να σου απαριθμούσα πόσες επιστημονικές θεωρίες που θεωρήθηκαν αρχικά «κουλές» (και πολύ χειρότερα πράγματα), κατέκτησαν στην πορεία μια θέση κάπως αναντίστοιχη με την αρχική εντύπωση που έκαναν…🙂

  6. Ιουνίου 28, 2016 στο 09:29

    Κι επειδή βλέπω ότι το συγκεκριμένο κείμενο σου δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα τάση για χαρακτηρισμούς (ενδιαφέρουσα από την σκοπιά της κυρίαρχης κοινωνικής δομής, διότι μου φέρνει στο μυαλό πόσο «κουλό» φαντάζει π.χ. σε μια παρέα βωμολόχων στο σχολείο ένα παιδί που δεν βρίζει ή δεν ασχολείται διαρκώς με τις ποδοσφαιρικές ομάδες ή πόσο «κουλός» φαντάζει κάποιος σε συγκεκριμένες παραδοσιακές χώρες όταν είναι π.χ. πάνω από 20-21 ετών και δεν έχει παντρευτεί, κλπ.), σε καλό να σκεφτείς το εξής: το ίδιο το ελληνικό κράτος πριμοδοτεί εμμέσως την αγαμία και ατεκνία κάθε φορά που ζητά τυπικά προσόντα (π.χ. απολυτήριο λυκείου, πανεπιστημιακό πτυχίο, κλπ.) για τον διορισμό σε μια θέση. Δεν ορίζει ρητά την αγαμία-ατεκνία ως προϋπόθεση, θέτει όμως προϋποθέσεις που εμμέσως οδηγούν τους περισσότερους στο να μην παντρευτούν-τεκνοποιήσουν στα 18-20 τους χρόνια (όπως στο πολύ κοντινό κοινωνικό μας παρελθόν), αλλά κάπως αργότερα, προκειμένου να αποκτήσουν με μεγαλύτερη ευχέρεια τα προσόντα αυτά. Με άλλα λόγια, το ίδιο το κράτος θέτει εμμέσως σε διάσταση την παραγωγική/επαγγελματική/επιστημονική ατομική κατάρτιση και την δημιουργία οικογένειας. Μια διάσταση, η οποία στην ελληνική κοινωνία είναι ήδη σε κάποιο βαθμό αποδεκτή μέχρι περίπου τα 25-30 έτη. Έτσι, οι κοινωνικές πιέσεις για γάμο που κάποτε ξεκινούσαν από τα 18-20 έτη, τώρα έχουν μετατεθεί χρονικά περίπου 10 χρόνια αργότερα (αν και όχι ακόμη σε όλα τα κοινωνικά context της χώρας μας…).

    Τι το περίεργο λοιπόν βρίσκεις σε μια οπτική, η οποία θέλει με πιο ενεργητικό τρόπο να προαγάγει ακόμα περισσότερο αυτή την διαδικασία; Προφανώς, στο πλαίσιο της δικής μου προσέγγισης, το έμμεσο γίνεται άμεσο ως προς την πριμοδότηση της αγαμίας-ατεκνίας, σε συνδυασμό, ωστόσο, και με άλλα κριτήρια. Για παράδειγμα, μεταξύ δύο εξίσου καταρτισμένων και έμπειρων υπαλλήλων ηλικίας 35-40 ετών, θα προτιμηθεί για προϊστάμενος ή ανώτερος στην ιεραρχία ο άγαμος και άτεκνος. Πρόκειται για μια κίνηση όχι μόνο παραγωγικής, αλλά και συμβολικής σημασίας, προκειμένου να επιταχυνθούν διαδικασίες, οι οποίες, όπως σου εξηγώ στην προηγούμενη παράγραφο, είναι ήδη εν εξελίξει και σε κάποιον βαθμό θεωρούνται ήδη ως «εν μέρει αναγκαίες μεν, αλλά και κάπως ενοχλητι­κές αποκλίσεις από έναν παραδοσιακό κανόνα»…Πρόκειται, τέλος, για μια κίνηση, η οποία θα συντελέσει, ώστε να μην στοχοποιείται πλέον τόσο πολύ ως «κουλός» όποιος (και ιδίως όποια) δεν έχει παντρευτεί-τεκνοποιήσει στα 40 ή στα 50.

  7. npo
    Ιουνίου 28, 2016 στο 11:25

    – Αν το πρόβλημα είναι η κοινωνική πίεση στους άτεκνους, χώρες σαν την Γερμανία την Ελλάδα έχουν γεμίσει με άτεκνους. Σε λίγο θα είναι στιγματισμένοι αυτοί με παιδιά. Και κοινωνικές πιέσεις όσες θες. Πόσα βγάζεις, τι δουλειά κάνεις, πόσες/πόσους γκόμενες/γκόμενους έχεις, πόσες/πόσους γκόμενες/γκόμενους είχαν αυτοί πριν απο σένα, πόσες φορές εχεις πάει για σκί στην Ελβετία -τι? δεν έχεις πάει? πόσα λάϊκ έχεις στο φατσοβιβλίο… Κι εγώ ανύπαντρος είμαι και όταν μου το λένε (που το λένε) κάνω πλάκα και γελάμε όλοι.

    Η πραγματική κοινωνική πίεση είναι στις γυναίκες που θέλουν να κάνουν παιδί και τρέμουν γιατί δεν υπάρχει σάλιο, οι παπούδες είναι γέροι και πρέπει το παιδί να πάει πακέτο με κάποιον πρίγκιπα + μπότοξ, σιλικόνες και λοιπά αλλιώς θα έρθει βαρεμάρα, καμιά μικρούλα, διαζύγιο και φαϊ απο τα σκουπίδια..

    – Αν το πρόβλημα είναι πως αυτοί με παιδιά έχουν κι άλλες σκοτούρες εκτός της δουλειάς, άλλες σκοτούρες έχουν και οι άτεκνοι. Και στις αστικές κοινωνίες «σούπες ατόμων», κάποιες φορές και πιο βαριές σκοτούρες.

    – Αν το πρόβλημα είναι η καλή λειτουργία του δημοσίου, η ατεκνία ή ακόμα και η ακαδημαϊκή κατάρτιση ΔΕΝ έχουν απολύτως καμία σχέση ούτε με την ακεραιότητα, το τσαγανό την ενσυναίσθηση, την ευσυνειδησία και γενικώς την διοικητική ικανότητα.

    • Ιουνίου 28, 2016 στο 12:20

      «Πόσα βγάζεις, τι δουλειά κάνεις, πόσες/πόσους γκόμενες/γκόμενους έχεις, πόσες/πόσους γκόμενες/γκόμενους είχαν αυτοί πριν απο σένα»

      Όλες αυτές οι πιέσεις που απαριθμείς είναι διαφορετικές μορφές της…εξής μίας, μάντεψε ποιας. Γενικά, σαφώς υπάρχουν και πολλές άλλες κοινωνικές πιέσεις, εδώ όμως οριοθετούμε την συζήτηση γύρω από μερικές συγκεκριμένες. Επίσης, το τελευταίο σου σημείο σε ποια μορφή αξιοκρατίας παραπέμπει; Αν δεν αναγνωρίζεις την ανάγκη τυπικών προσόντων (μεταξύ αυτών και πανεπιστημιακών πτυχίων) για τους υπαλλήλους του δημοσίου, τα οποία τυπικά προσόντα αποκτώνται στην εποχή μας (κατά κανόνα) ακριβώς αναβάλλοντας αυτοβούλως για μια συγκεκριμένη περίοδο την προοπτική δημιουργίας οικογένειας, τότε η διάσταση απόψεών μας είναι τόσο μεγάλη που δεν έχει νόημα η συζήτηση παρά μόνο ο αναστοχασμός για το ποια δομή ο καθένας μας αναπαράγει…

  8. npo
    Ιουνίου 28, 2016 στο 12:38

    όντως δεν έχει νόημα. Στο συγκεκριμένο μιλάμε προφανώς άλλη γλώσσα, έχουμε διαφορετικές εμπειρίες και θέλουμε διαφορετικά πράγματα 🙂

    Δεν πειράζει όμως, συνέχισε να ποστάρεις διάφορα ενδιαφέροντα θέματα όπως κάνεις.

  9. Μανώλης Μ.
    Οκτωβρίου 19, 2016 στο 13:51

    Νομίζω ότι έχετε υπερβάλλει κάπως τη σημασία της έλλειψης εκσυγχρονισμού στην ερμηνεία του φαινομένου της απώλειας εργατικού δυναμικού. Η ανεργία δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με το βαθμό εκσυγχρονισμού και αυτό κάλλιστα μπορεί να το δει κανείς για παράδειγμα στο χάλι που παρουσιάζει σήμερα η ευρωζώνη ή με τη σχεδόν μηδαμινή ανεργία που παρουσιάζουν ορισμένες όχι αναπτυγμένες χώρες. Οι νέοι σήμερα φεύγουν κυρίως επειδή δεν υπάρχουν δουλειές και δεν υπάρχουν δουλειές επειδή η ρευστότητα έχει περιοριστεί δραστικά, όχι τόσο λόγω αναξιοκρατίας, που αναμφισβήτητα υπάρχει. Η αναξιοκρατία δεν ανακαλύφθηκε το 2010, έτος κατά το οποίο απογειώθηκε η ανεργία στην Ελλάδα ενώ προηγουμένως ήταν στα επίπεδα της Γερμανίας.
    Δεν υποτιμώ την ανάγκη εκσυγχρονισμού και προσπάθειας γεφυρώματος του χάσματος Στόουνχεντζ – Ουρούκ, κάθε άλλο. Αλλά αυτό σε μια οικονομία σε ύφεση δε μπορεί σε καμιά περίπτωση να γίνει με μέτρα όπως η εφεδρεία με 40% του μισθού. Τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων δεν εξαρτώνται τόσο από την αναλογία συνταξιούχων / εργαζομένων αλλά από το ύψος των συντάξεων, το οποίο επηρεάζει ανάλογα και το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών. Πέραν αυτού, είναι γνωστό ότι ένας από τους τέσσερις συντελεστές του ΑΕΠ είναι το ύψος των δημοσίων δαπανών, κατά συνέπεια ο περιορισμός τους συνιστά υφεσιακό μέτρο. Αν η σημερινή ύφεση στην Ελλάδα είναι προϊόν αντιπαραγωγικότητας και διαφθοράς με αποτέλεσμα τη χρόνια συσσώρευση ελλειμμάτων και τελικά χρέους, πρέπει κάποιος να μας εξηγήσει πως γίνεται με σωρευτικό έλλειμμα μόνο 17 δις τη δεκαετία 2000 – 2009 να χρειάζεται δανεισμός 466 δις. Αυτός ο δανεισμός δεν έχει καμιά σχέση με το κλείσιμο της τρύπας του δημοσιονομικού ελλείμματος αλλά με την πληρωμή τοκοχρεολυσίων. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στον προϋπολογισμό για να δει ότι οι δαπάνες εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, που στην πραγματικότητα είναι η κοινωνικοποίηση του ιδιωτικού χρέους μιας παρασιτικής ολιγαρχίας στην Ελλάδα, όπως μπορεί να δει κανείς σε εξαιρετικά σχετικά συγγράμματα, στραγγαλίζουν τη ρευστότητα στην ελληνική οικονομία. Για να πληρωθεί αυτό το επαχθές (και σύμφωνα με τον ΟΗΕ) χρέος κατ’ απαίτηση των δανειστών και του ντόπιου πολιτικού τους προσωπικού, φεύγουν οι νέοι μας μετανάστες σήμερα. Τη κατάσταση αυτή έχει κάνει ακόμα χειρότερη η απώλεια εθνικής κυριαρχίας της χώρας. Κι αυτό γιατί για να εισρεύσει χρήμα σε μια οικονομία απαιτείται είτε θετικό εμπορικό ισοζύγιο (που με τη σειρά του μπορεί να απαιτεί μέτρα όπως ο έλεγχος των οικονομικών συνόρων, ή οι διμερείς διακρατικές συμφωνίες σε αμοιβαία επωφελή βάση χωρίς τη μεσολάβηση ιδιώτη, πράγμα που απαγορεύει η Ευρωπαϊκή Ένωση) είτε τη δυνατότητα έκδοσης νομίσματος, που έχουμε απωλέσει.

    • Οκτωβρίου 19, 2016 στο 17:29

      Το μέτρο της εφεδρείας με το 40% του μισθού δεν προτείνεται στο κείμενο με βασικό στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας, αλλά τον εκσυγχρονισμό των δομών της δημόσιας διοίκησης. Διότι προφανώς μεν ένα τέτοιο μέτρο θα συντελούσε στο να απορροφηθούν κάποιοι άνεργοι, όμως σαφώς δεν θα αρκούσε από μόνο του για να λύσει το πολύ ευρύτερο και πολύ πιο σύνθετο πρόβλημα της ανεργίας. Επίσης, η κατακλείδα του κειμένου για «την παγκυριαρχία του Στόουν­χεντζ εντός Ελλάδος και την εξορία της Ουρούκ εκτός Ελλάδος» δεν διατυπώθηκε υπό το πρίσμα της τρέχουσας κρίσης και μόνο. Είναι μια παρατήρηση με λίγο πιο διαχρονικό χαρακτήρα, η οποία παραπέμπει στις γενικότερες αντιπαραγωγικές κατευθύνσεις ενός σημαντικού μέρους της ελληνικής οικονομίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Παραπέμπει, επίσης, και σε ζητήματα προτύπων εντός της κοινωνίας, τα οποία παίζουν και αυτά τον ρόλο τους όσον αφορά την φυγή στο εξωτερικό πολύτιμου ανθρώπινου δυναμικού. Αναμφίβολα, συνεπώς, η ανεργία δεν εξαρτάται μονοδιάστατα από τον εκσυγχρονισμό, ο εκσυγχρονισμός, ωστόσο, συναρτάται κατά την γνώμη μου στενά με την έννοια της παραγωγικότητας. Δηλαδή της ύπαρξης μιας παραγωγικής και σύγχρονης οικονομίας, η οποία θα μπορεί να είναι καλύτερα θωρακισμένη, ακόμη και σε περιβάλλον περιοριστικών και στρεβλών συνθηκών, όπως αυτές εντός της ευρωζώνης.

  10. Μανώλης Μ.
    Οκτωβρίου 19, 2016 στο 23:04

    Σωστά επισημαίνετε ότι η παραγωγικότητα της εργασίας ωφελείται από τον εκσυγχρονισμό. Με τη διαφορά ότι η συνεισφορά της στην τρέχουσα οικονομική κρίση, όπως έδειξα είναι ασήμαντη. Η ελαττωμένη παραγωγικότητα και τα όποια ελλείμματα στα οποία αυτή διαχρονικά οδήγησε είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στο κορυφαίο πρόβλημα: Το φαύλο κύκλο δανεισμού – πληρωμής τοκοχρεολυσίων – δανεισμού που έχει οδηγήσει το δημόσιο χρέος σε τέτοιο ύψος που τώρα αναγνωρίζουν (στα λόγια πάντα) την ανάγκη έστω γενναίου κουρέματος ακόμα κι όσοι ως τώρα υπερθεμάτιζαν για το αντίθετο. Καμιά οικονομία δε μπορεί να αντέξει τέτοια σχέση εσόδων γενικής κυβέρνησης / δαπανών εξυπηρέτησης δημοσίου χρέους. Να γιατί έχουν γονατίσει έτσι ακόμα και οικονομίες σαν τη Γερμανία παρά το γεγονός ότι έχουν πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Πολύ περισσότερο όταν ένα κράτος για να πληρώσει τοκοχρεολύσια αναγκάζεται να πληρώσει το νόμισμα (το ευρώ ως γνωστόν είναι δανεικό χρήμα) αντί να το εκδώσει το ίδιο. Αλλά αν το εξέδιδε το ίδιο το κράτος με όρους εθνικής κυριαρχίας, πως θα κέρδιζε ο Ντράγκι και η παρέα του;
    Αν θέλουμε να ρίξουμε την ανεργία ή να διευκολύνουμε την είσοδο νέων ανθρώπων στην αγορά εργασίας, δεν είναι απαραίτητο σε συνθήκες ύφεσης να εξαθλιώσουμε μια μερίδα εργαζομένων με το να τους βάλουμε στην εφεδρεία με το 40% του μισθού τους. Μπορούμε να τους δώσουμε μια αξιοπρεπέστατη σύνταξη, ανάλογη του μισθού τους μέχρι να φτάσουν στην προ του μέτρου συντάξιμη ηλικία οπότε θα λαμβάνουν την αρχικά προβλεπόμενη σύνταξη. Έτσι, αφενός αυτή ως εισόδημα θα διοχετευτεί στην αγορά δημιουργώντας τζίρο και συνακόλουθα θέσεις εργασίας και αφετέρου θα διατηρηθούν ψηλά και οι ασφαλιστικές εισφορές.
    Πέραν αυτών η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας και ο παρασιτισμός, διευκολύνθηκαν τα μάλα από τη λογική των επιδοτήσεων σε συνδυασμό με τις συνθήκες ανοιχτών αγορών. Όταν εισάγεις σε εξευτελιστικές τιμές γεωργικά προϊόντα ενώ έχεις πλεόνασμα σε ντόπια, τότε δίνοντας επιδότηση στον αγρότη τον βάζεις μπροστά στο δίλημμα: ή παίρνει την επιδότηση και την τρώει στα μπουζούκια, ή την επενδύει σε ένα προϊόν για το οποίο θα πρέπει να δουλεύει σα σκύλος για να παράξει κάτι που δεν αξίζει γι’ αυτόν να πωληθεί. Τι νομίζετε ότι θα επέλεγε ο καθένας από εμάς; Αυτό βεβαίως που αρχικά μοιάζει σαν περίπου αναγκαστική επιλογή, με τα χρόνια και τις δεκαετίες γίνεται ολόκληρη νοοτροπία, ώστε να το αναγνωρίζετε τώρα σαν αιτιοπαθογένεια ενώ δεν είναι παρά το σύμπτωμα: μαθαίνουμε να προτιμούμε την ευκολία των επιδοτήσεων, τα ΕΣΠΑ (που είναι κοινοτικής επιλογής, συγχρηματοδοτούμενα, και άρα αφαιρούν πόρους από την ελληνική οικονομία αφού πηγαίνουν σε δημόσια έργα κατά προτεραιότητα και όχι σε παραγωγικά έργα που θα μπορούσαν να εκσυγχρονίσουν την ελληνική οικονομία η οποία στη συνέχεια θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει με ίδια μέσα και δημόσια έργα), κλπ συνηθίζοντας τελικά στην ιδέα ότι το δεκανίκι του ευρώ ή του όποιου δανεικού νομίσματος είναι το καλύτερο που μας αξίζει. Και όλα αυτά με το αζημίωτο βέβαια για το ντόπιο υπηρετικό πολιτικό τους προσωπικό που για να διαιωνίσει το είδος του, εκμεταλλεύεται την εξαθλίωση για να δημιουργεί κομματικούς στρατούς. Έχουμε φτάσει στο σημείο να μας τρομοκρατεί η ιδέα ότι θα μπορούσαμε να περπατήσουμε απλώς χρησιμοποιώντας τα δικά μας πόδια. Να γιατί μεταναστεύει το υγιέστερο κομμάτι της νεολαίας μας. Γιατί ζητά αυτό που ανέκαθεν υπερασπιζόταν τα καλύτερα στοιχεία αυτού του τόπου: Τη ιδέα της ελευθερίας, της αυτοδιάθεσης και της δυνατότητας να προκόψουν και να προσφέρουν καταθέτοντας τον καλύτερο εαυτό τους στη δουλειά. Όπως και πράγματι κάνουν τελικά, όπως ακριβώς κάνατε εσείς, για να μπορούμε κάποιοι να μαθαίνουμε “Πόθεν και πότε οι Έλληνες”.

    • Οκτωβρίου 20, 2016 στο 11:13

      «Αν θέλουμε να ρίξουμε την ανεργία ή να διευκολύνουμε την είσοδο νέων ανθρώπων στην αγορά εργασίας, δεν είναι απαραίτητο σε συνθήκες ύφεσης να εξαθλιώσουμε μια μερίδα εργαζομένων με το να τους βάλουμε στην εφεδρεία με το 40% του μισθού τους. Μπορούμε να τους δώσουμε μια αξιοπρεπέστατη σύνταξη, ανάλογη του μισθού τους μέχρι να φτάσουν στην προ του μέτρου συντάξιμη ηλικία οπότε θα λαμβάνουν την αρχικά προβλεπόμενη σύνταξη.»

      Χαίρομαι εν πρώτοις που συμφωνούμε ότι η προοπτική αύξησης της παραγωγικότητας, λειτουργικότητας και του εκσυγχρονισμού του κράτους περνά δυστυχώς (και) μέσα από την έξοδο ενός αριθμού σημερινών εργαζομένων και την αντικατάστασή τους με άλλους πιο καταρτισμένους και αξιοκρατικά επιλεγμένους. Όσον αφορά το ύψος της πρόωρης συνταξιοδότησης, υπάρχει δυστυχώς εδώ άλλη μια πικρή πτυχή της κρίσης: αυτό που σε έναν εργαζόμενο των 1200-1300 ευρώ θα φάνταζε εξαθλίωση, δηλαδή ένα σταθερό μηνιαίο ειδόσημα της τάξεως των 600 ευρώ (χωρίς να του ζητείται να κάνει τίποτα), σε έναν νέο άνεργο θα φάνταζε ονειρώδης προοπτική…Συνεπώς όλα εξαρτώνται από το ποια σκοπιά βλέπουμε κάθε φορά τα πράγματα, δηλαδή ποια προσέγγιση υιοθετούμε. Και είναι σαφές ότι η συγκεκριμένη πρόταση διατυπώνεται στο κείμενο, θεωρώντας επ΄ αόριστον δεδομένες τις τρέχουσες συνθήκες ασφυξίας και με απαισιόδοξη διάθεση για το αν αυτές πρόκειται να αλλάξουν. Ένας βασικός λόγος για αυτό είναι ακριβώς το γεγονός ότι δεν διαφαίνεται ούτε αλλαγή των πραγμάτων στην Ευρώπη ούτε κάποια δυναμική αλλαγή της στάσης της Ελλάδας απέναντι στην «ευρωπαϊκή προοπτική» και ιδίως την συμμετοχή στην ευρωζώνη. Διότι σαφώς συμφωνώ με τις παρατηρήσεις σας για τον εν τέλει εκμαυλιστικό και αντιπαραγωγικό ρόλο που έπαιξε για την ελληνική οικονομία και κοινωνία η εισροή «εύκολου» ευρωπαϊκού χρήματος. Και είναι επίσης αναμφισβήτητο ότι οι μακροοικονομικές περιπλοκές σε σχέση με τον υπέρογκο κρατικό δανεισμό και τον αέναο εκ νέου δανεισμό για την αποπληρωμή του παλαιότερων χρεών έχουν οδηγήσει ένα ολόκληρο σύστημα στα όριά του σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

      Προφανώς, όμως, μερίδιο ευθύνης σε όλα αυτά έχουν και οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε κάθε χώρα ξεχωριστά, αποφάσεις που έχουν να κάνουν με τα ευρύτερα και βαθύτερα χαρακτηριστικά της κάθε χώρας. Δυστυχώς πρέπει να παραδεχθούμε ότι εν μέσω του ζοφερού αυτού κυκεώνα της κρίσης της ευρωζώνης η Ελλάδα βρέθηκε σε αισθητά χειρότερη μοίρα από άλλες χώρες που και αυτές σαφώς περιδινίζονται επικίνδυνα. Και ένας βασικός λόγος για αυτό είναι ότι δεν είχε ως χώρα το απόθεμα αυτοπεποίθησης, κατάρτισης και ποιότητας που θα της επέτρεπε να οραματιστεί κατά πρώτον και να διαπραγματευτεί κατά δεύτερον συντεταγμένες μεν, αλλά πιο ριζικές αλλαγές στην σχέση της με την ευρωζώνη (τουλάχιστον). Αν έχετε δίκιο στην κατακλείδα σας ότι η ιδέα της αυτοδιάθεσης, της ελευθερίας και της δυνατότητας για την προκοπή συνδέεται με το υγιέστερο κομμάτι της νεολαίας μας, τότε συγκλίνουμε στην γενικότερη άποψη για το γιατί πρέπει με κάθε τρόπο να ενισχυθεί η προοπτική παραμονής του στην χώρα.

  11. Μανώλης Μ.
    Οκτωβρίου 20, 2016 στο 20:11

    Πράγματι, αν αυτή η κρίση που διανύουμε είναι τερματικού χαρακτήρα, είναι πρώτα και κύρια γιατί η χώρα αιμορραγεί από το κατεξοχήν κεφάλαιό της, που δεν είναι παρά το έμψυχο δυναμικό. Και δυστυχώς αιμορραγεί πολλαπλά: Μείωση προσδόκιμου επιβίωσης, αποδημία, μείωση γεννήσεων. Συνεπώς όπως λέτε είναι αίτημα πρώτης γραμμής να αναστραφεί αυτή η τάση. Και αυτό πρέπει να σας αναγνωρίσω ότι είναι πατριωτική προσέγγιση.
    Πάντως, εγώ πριν υιοθετούσα τη μαλθουσιανή θέση των περικοπών στις συντάξεις με το σκεπτικό ότι δε φτάνουν για όλους και έτσι κι αλλοιώς για κάποιους άλλους ακόμα και τα 600 ευρώ θα ήταν απλησίαστο όνειρο (αν και με αφετηρία την υγιή θέση ότι χρειαζόμαστε νεότερο και πιο καταρτισμένο δυναμικό στις θέσεις εργασίας), με δεδομένο ότι ολόκληρες οι δαπάνες που προορίζονται σήμερα για τη μισθοδοσία και τις συντάξεις είναι κάπου 18 δις (και βαίνουν μειούμενες) θα ήθελα τουλάχιστον να μου πει ένας εισαγγελέας (όπως έγινε με τη Lehman Brothers: εισαγγελέας μέσα και δημόσια εκκαθάριση) τι απέγιναν αυτά τα 600 δις ανακεφαλαιοποιήσεων από την πρώτη μνημονιακή περίοδο, που προορίστηκαν για να κλείσουν τις μαύρες τρύπες των υποτίθεται υγιών τραπεζών (σύμφωνα με τα κατ’ όνομα crash test) και για τα οποία κανένας δε συζητάει. Πλέον και οι πέτρες γνωρίζουν ότι ουδέποτε αυτά τα χρήματα διοχετεύτηκαν στην αγορά. Θα ήθελα ακόμα να γνωρίζω για ποιο λόγο αναγνωρίζονται οι offshore εταιρίες με δεδομένο ότι ο μόνος λόγος ύπαρξής τους είναι να κρύβουν μαύρο χρήμα. Και ξέρουμε, τουλάχιστο με στοιχεία του 2012, ότι σύμφωνα με εταιρίες διαχείρισης ιδιωτικού πλούτου, 20.000 έλληνες είχαν κινητή και ακίνητη περιουσία πάνω από 1 τρις, η οποία προφανώς κρύβεται πίσω από αυτές.

    • Οκτωβρίου 21, 2016 στο 15:06

      Πολύ εύλογοι όλοι οι προβληματισμοί. Είναι ένα μεγάλο ερώτημα τι είδους πολιτική βούληση, κατάρτιση, στρατηγική και κυρίως ισχύς χρειάζεται για να αγγίξει κανείς τον κρυμμένο «μαύρο» πλούτο και να επιστρέψει στις κοινωνίες ό,τι παρανόμως τους έχουν υφαρπάξει. Το σίγουρο είναι ότι τουλάχιστον στην Ελλάδα το πολιτικό προσωπικό, είτε δεξιό είτε αριστερό, υπήρξε και σε αυτό το πεδίο πολύ κατώτερο των περιστάσεων, ίσως διότι εν μέρει ήταν και είναι μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης του…

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: