Αρχείο

Archive for Ιουνίου 2016

Στόουνχεντζ, Ουρούκ και ελληνική κοινωνία

Ιουνίου 21, 2016 20 Σχόλια

Βλέποντας κανείς μια εικόνα του Στόουνχεντζ, του διάσημου νεολιθικού κτίσματος της νότιας Αγγλί­ας, δύσκολα ίσως φαντάζεται ότι το συγκεκριμένο μνημείο ανή­κει σε έναν χρονολογικό και πολιτιστι­κό ορίζοντα με ιδιαίτερη σημασία για τα διαδραματι­ζόμενα στην Ελ­λάδα της εποχής μας. Η περίοδος των μεγαλιθικών μνημείων στην δυτική Ευρώπη συνδέεται με τις ύστερες φάσεις της Νεολιθικής επο­χής στις περιοχές αυτές. Κατά την διάρκεια της Νεολιθικής εποχής, από το 6500 π.Χ. και εξής, εξα­πλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη η γεωργία και η κτηνοτροφία, οι επαναστατικές εκείνες και­νοτομίες που μετά από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, επρόκειτο να πυροδοτή­σουν μια αλυσίδα ραγδαίων πολιτιστικών μετασχηματισμών. Πρόκειται για τις εξελίξεις των τελευταί­ων περί­που 10.000 ετών, οι οποίες άλλαξαν εκ βάθρων την μορφή του ανθρώπινου πολιτι­σμού. Μια επι­μέρους πτυχή των εξελίξεων αυτών υπήρξε και η κατά καιρούς εντεινόμενη διαδικασία απόκλισης με­ταξύ των κοινωνιών. Τι σημαίνει αυτό; Στα τέλη της 4ης χιλιετίας π.Χ., περί το 3300-3100 π.Χ., λαμ­βάνει χώρα στην νότια Μεσοποταμία αυτό που ο μεγάλος αρχαιολόγος Gordon Childe απο­κάλεσε «Αστική Επα­νάσταση». Χαρακτηριστικά της υπήρξαν η εμφάνιση των πρώτων μεγάλων αστι­κών κέντρων, της εξε­λιγμένης κοινωνικής διαστρωμάτωσης, της οργανωμένης γραφειοκρατικής διοί­κησης, της πολύ πιο έντονης επαγγελματικής εξειδίκευσης ως αποτέλεσμα της αστικής ποικιλομορφί­ας, αλλά και της γραφής. Με αρχαιολογικούς όρους, οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με την ύστερη φάση του πο­λιτισμού Ουρούκ και είχαν ως επίκεντρο την ομώνυμη πόλη της νότιας Μεσοποταμίας. Το κρίσιμο ση­μείο εδώ είναι να συνειδητοποιήσει κα­νείς ότι την ίδια ακριβώς περίοδο, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα δυτικότερα, συνέχι­ζαν να υφίστανται οι παραδοσιακές, νεολιθικές, αγροτικές κοινότητες, στις πολιτι­στικές εκ­φράσεις των οποίων ανήκαν και τα μεγαλιθικά μνημεία. Την εποχή που στη νότια Μεσοπο­ταμία χα­ράζονταν σε πινακίδες τα πρώτα σύμβολα ενός εξελιγμένου συστήματος γραφής, στην δυτι­κή Ευ­ρώπη συνεχι­ζόταν απρόσκοπτα ο νεολιθικός βίος και στην νότια Αγγλία διαμορφώνονταν οι πρώτες φάσεις του συγκρο­τήματος που επρόκειτο αργότερα να πάρει την μορφή του γνωστού μας Στόουν­χεντζ.

Stonehenge-Uruk

Τα δύο πρόσωπα της ελληνικής κοινωνίας…

Σαν αποτέλεσμα, δύο διαφορετικοί κόσμοι, δύο διαφορετικοί κοινωνικοί χρόνοι, ο καθένας με τα δικά του πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, άρχισαν να συνυπάρχουν την ίδια περίοδο, εγκαινιάζο­ντας την αναφερθείσα διαδι­κασία απόκλισης μεταξύ κατά τα άλλα σύγχρονων κοινωνιών. Τα με­τέπειτα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας μας είναι γνωστά και, αν σταθούμε στα λιγότερο ζοφε­ρά, ένα από αυτά υπήρξε η ίδια η εμφάνιση της κοινωνικής ή πολιτιστικής ανθρωπολογίας. Δη­λαδή του επιστημονικού πλαισίου, μέσω του οποίου οι κάποτε αστικοποιηθείσες δυτικές κοινωνίες προ­σπάθησαν να μελετήσουν τις «πρωτόγονες» ή «εξωτικές» μη αστικοποιημένες κοινωνίες στην περι­φέρειά τους. Κι αν η συνύπαρξη κοινωνιών που μπορούν να στείλουν ανθρώπους στην Σελήνη με κοι­νωνίες που δια­τηρούν ακόμα σχεδόν παλαιολιθι­κά χαρακτηριστικά αποτελεί το αποκορύφωμα αυτής της διαδικασί­ας απόκλισης, δεν είναι πάντα τόσο ξεκάθαρο ότι η συνύπαρξη των διαφορετικών κόσμων μπορεί ενίο­τε να λαμβάνει χώρα και εντός της ίδιας κοινωνίας. Δεν είναι, δηλαδή, εκ πρώτης όψεως ευδιάκρι­το ότι, για παράδειγμα, σε μια αστι­κοποιούμενη (και όχι αστικοποιημένη) κοινωνία, όπως η νεοελληνι­κή, η Ουρούκ και το Στόουνχεντζ, οι Ρωμαίοι και οι Γαλάτες, οι Ισπανοί κονκιστα­δόρες και οι Αζ­τέκοι, οι καουμπόηδες και οι Ινδιάνοι μπορεί να συνυπάρχουν ακόμη και εντός της ίδιας οικογένειας, της ίδιας παρέας, του ίδιου εργασιακού χώρου. Μετά από λίγες μόνο δεκαετίες «αστυφιλίας», δηλαδή ουσιαστικά συγκέντρωσης ενός σε μεγάλο βαθμό αγροτικού πληθυσμού σε πόλεις, συνυπάρχουν αναπόφευκτα στην νεοελληνική κοινωνία εντε­λώς διαφορετικοί κοινωνικοί χρόνοι και τρόποι. Σε αστικοποιούμενες κοινωνίες, για παράδειγμα, η ηλικιακή δια­φορά των 25-30 ετών μπορεί να αντιστοιχεί σε διαφορά 150-200 ετών όσον αφορά τις νοοτροπίες και αντι­λήψεις. Η αστικοποιητική διαδικασία μπορεί να επιταχύνει δραματικά τις απο­κλίσεις και να καταστή­σει εντελώς σχετικές τις εκάστοτε χωροχρονικές συντεταγμένες. Το αποτέλεσμα είναι ουκ ολίγες τρα­γικές διαγενεαλογικές και κοινωνικοανθρωπολο­γικές ασυμβατότητες, περιπλοκές, εντάσεις και συγκρού­σεις.

Το πεδίο, στο οποίο θα εστιάσουμε σε αυτό το κείμενο, είναι αυτό της αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε συγκεκριμένα πρότυπα διαχείρισης της προσωπικής και επαγγελματικής αποκατάστασης. Κατά πρώτον, η προσωπική αποκατάσταση είναι ένα πεδίο, στο οποίο οι αστικοποιητικές διαδικασίες επέφεραν πολύ σημαντικές μεταβολές. Ο μέσος όρος της ηλικίας γάμου, για παράδειγμα, ανέβηκε σταδιακά, ακολουθώντας και τον γενικότερο μέσο όρο ηλικίας του πληθυσμού. Παράλληλα, ένα ση­μαντικό ποσοστό ανθρώπων άρχισε να εμπλέκε­ται σε αστικού τύπου διαδικασίες επαγγελματικής και μορφωτικής εξειδίκευσης (π.χ. πανεπιστημιακή εκπαίδευση), οι οποίες εκτείνονται χρονικά στην ίδια περίοδο της ζωής που άλλοτε είχε κανείς ήδη πα­ντρευτεί και κάνει τα πρώτα του παιδιά. Εντός πολ­λών νεοελληνικών οικογενειών και κοινωνικών κύκλων οι εξελίξεις αυτές, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως φαντάζουν αυτονόητες, δεν προσλαμβάνονται πάντα ως φυσιολογικές, αλλά, αντιθέτως, ως εν μέρει αναγκαίες μεν, αλλά και κάπως ενοχλητι­κές αποκλίσεις από έναν παραδοσιακό κανόνα. Και αυτό διότι εντός των οικογενειών από την μια με­ριά υπάρχει το Στόουνχεντζ των γονέων που συχνά συνε­χίζουν να εκπροσωπούν (ο ένας ή και οι δύο) την ανθρωπολογία συγκεκριμένων εκδοχών του μη αστικού, αγροτοποιμενικού χώρου και από την άλλη μεριά η Ουρούκ των πιο αστικοποιημένων νέων γενεών που μεγαλώνουν από την πρώτη στιγμή στις πόλεις. Η διάσταση αυτή μεταφέρεται και εντός των ευρύτερων κοινωνικών ή εργασιακών κύκλων, όπου το Στόουνχεντζ εκπροσωπείται από όσους, ανεξαρτήτως ηλικίας, συνειδητά ή ασυνείδητα, αναπαράγουν την παραδοσιακή δομή και η Ουρούκ από όσους, επίσης συνειδητά ή ασυνείδητα, εκπροσωπούν την απόκλιση από αυτήν. Η σύγκρουση των δύο κόσμων εκφράζεται στις περιπτώσεις αυ­τές με πολλούς χαρακτηριστικούς τρόπους.

Δεν είναι, δηλαδή, λίγες οι φορές, που ένας νέος π.χ. 30-35 ετών που εστιάζει σε αυτή την φάση της ζωής του πιο πολύ στην επιστημονική του δρα­στηριότητα, αρχίζει να αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση για την προσωπική του αποκατάστα­ση, η οποία θεωρείται ότι έχει ήδη «καθυστερήσει». Αν, μάλιστα, μιλάμε για γυναίκα, τότε η πίεση αυτή αρχίζει να οξύνεται και μέσω επίκλησης των βιολογικών περιο­ρισμών. Πρόκειται, δηλαδή, για την πίεση ενός οικογενειακού ή κοινωνικού περιβάλλοντος, το οποίο στην ουσία αναπαράγει με κεκτημένη ανθρωπο­λογική ταχύτητα πρότυπα και αντιλήψεις εποχών, όταν ο μέσος όρος ζωής στους άντρες ήταν 30 και στις γυναίκες 35 χρόνια και δεν υπήρχε, φυσικά, τε­χνολογία υποβοηθούμενης ανα­παραγωγής (π.χ. εξωσωματική γονιμοποίηση, κατάψυξη ωαρίων). Δύσκολα θα ήταν τα πράγματα και για κάποιον/α που π.χ. δεν επιθυμεί να παντρευτεί ή διατηρεί σχέση, όπου υπάρχει δια­φορά ηλικίας (ιδίως στις περι­πτώσεις που ο άντρας είναι μικρότερος) ή σχέση που για οποιοδήποτε λόγο μπορεί να μην υπόσχεται καλές προοπτικές τε­κνοποίησης. Η παραδοσιακή κοινωνία, λειτουρ­γώντας ως τυφλός εντολοδόχος της «άγριας φύσης» των διάφορων φυσικών δεδο­μένων και βιολογι­κών περιορισμών, θα ασκήσει σε αυτές τις περιπτώσεις ασφυκτική και εμμονική πίε­ση προς την κα­τεύθυνση της κάθε είδους αναπαρα­γωγής (φυσικής και κοινωνικής). Όπως κάθε εκτε­λεστής που εκτε­λεί ψυχρά χωρίς να σκέφτεται πολύ τα πράγματα, η πα­ραδοσιακή κοινωνία και οι νοο­τροπίες της δια­τηρούν ενίοτε σημαντικά πλεονεκτή­ματα σε σχέση με όσους έχουν την τάση να σκέφτονται υπερβολι­κά.

Εντούτοις, ο λογαριασμός πιθα­νότατα θα έρθει λίγο αργότερα. Όταν π.χ. νέοι και έξυπνοι άνθρωποι διαπιστώσουν ότι σχεδόν μηχα­νικά (και όχι πλήρως συνειδητά) αναπαρήγαγαν το παραδοσιακό μο­ντέλο, κάνοντας οικογένεια και παιδιά ήδη από τα 25 ή τα 30 τους και αρχίσουν σιγά σιγά να συνυ­πάρχουν στον κοινωνικό, αλλά και εργασιακό τους χώρο με ανθρώπους που στις δεκαετίες των 20 και των 30 επένδυσαν στην επιστημονική και επαγγελματική εξειδίκευση. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι, αναπαράγοντας κανείς αυτόματα τα πρότυπα ζωής γονέων και παππούδων, δεν προειδοποιή­θηκε από κανέναν ότι στην εποχή των τελευταίων το Στόουνχεντζ δεν ήταν ακόμα εκτεθειμένο στην συνύπαρξη και διαρκή σύγκριση με την Ουρούκ. Και το ακόμα σημαντικότερο ζήτημα είναι ότι η επι­κίνδυνη αυτή συνύπαρξη καταλήγει να βρίσκεται στον πυρήνα μιας επαγγελματικής-παραγωγικής δυ­σλειτουργίας, η οποία, μεταξύ άλλων, υποσκάπτει εδώ και πολύ καιρό την ίδια την διοικητική υπόσταση μιας χώρας όπως η Ελλάδα. Ας προσπαθήσουμε π.χ. να μπούμε στην ψυχολογία αν­θρώπων που σε πολύ νεαρή ηλικία εισήλθαν χωρίς πτυχία σε διάφορες περιοχές της δημόσιας διοίκη­σης. Εκείνη την περίοδο όλα φάνταζαν απόλυτα φυσιολογικά. Φυσιολογικό ήταν το να αντιλαμβάνε­ται κανείς την δουλειά με όρους στείρου βιοπορισμού, ως απλό μέσο για την δημιουργία οικογένειας. Φυσιολογικό φάνταζε (και ενίοτε ακόμα φαντάζει) να μετατρέπεται ο εργασιακός χώρος σε πρωινό καφέ διαρκούς επανεπιβεβαίω­σης (μέσω ατέρμονων συζητήσεων για την οικογένεια, τα παιδιά, το σχολείο, κλπ.) της κοινωνικής αποδοχής που η παραδοσιακή κοινωνία εξασφαλίζει σε όσους ακολου­θούν πιστά τους κανόνες της. Φυσιολογικό φάνταζε το χαρακτηριστικό αίσθημα εκπλήρωσης της κοι­νωνικής «απο­στολής», μόλις γινόταν ο μόνιμος διορισμός στο δημόσιο και ακολουθούσε η δημιουρ­γία οικογένειας, με εξίσου αυτονόητη την παραμέληση της ίδιας της εργασιακής διάστασης. Φυσιολογικό φάνταζε, τέλος, το να ιεραρχείται κανείς στην δουλειά του αποκλειστικά με όρους επετηρίδας και αρ­χαιότητας, με τον μονολιθικό και αρχέγονο, δηλαδή, τρόπο που η παραδοσιακή κοινωνία διακρίνει τα μέλη της.

Και εκεί που όλα φάνταζαν αρμονικά, άρχισε να ενσκήπτει η Ουρούκ… Προϊστάμε­νοι χωρίς πτυχία βρέθηκαν να έχουν υφισταμένους με πτυχία και μεταπτυχιακά, γυναίκες 40-45 χρόνων με παιδιά 20 ετών άρχισαν να συνειδητοποιούν πως υπάρχουν άλλες γυναίκες που στην ίδια ηλικία περιέργως δεν έχουν ακόμη παντρευτεί, αλλά έχουν πλούσια επαγγελματική, επιστημονική και κοινωνική εμπειρία, άνθρωποι που θεωρούσαν ότι η δουλειά είναι απλώς το μέσον για την δημιουργία (και την επίδειξη) της οικογένειας γνωρίζουν εργαζομένους που δουλεύουν για να παράγουν έργο, επιδεικνύοντας δυ­σθεώρητα μεγαλύτερες δυνατότητες διαχείρισης της αστικής πολυπλοκότητας. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το για ποιον λόγο πολύ συχνά το εργασιακό περιβάλλον της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα μετατρέπεται σε έναν τεράστιο πυρηνικό αντιδρα­στήρα παραγωγής κόμπλεξ. Γιατί σε ουκ ολίγες περιπτώσεις το Στόουνχεντζ αισθάνεται την ανάγκη να απωθήσει μέσα του ή να αφανίσει με διάφορους τρόπους από το οπτικό του πεδίο την Ουρούκ, όταν για κακή του τύχη την συναντά μπροστά του.

Καθόλου σπάνιες δεν είναι, για παράδειγμα, οι περιπτώσεις υποκαταρτισμένων, με­γαλύτερης ηλικί­ας υπαλλήλων, οι οποίοι επιδεικνύουν χαρακτηριστική μυστικοπάθεια ως προς το αντικείμενο της κα­θημερινής δουλειάς τους, αρνούμενοι να αποκαλύψουν το τι κάνουν ιδίως σε νεώτερης ηλικίας, πιο καταρτισμένους υπαλλήλους. Η άρνηση αυτή αποσκο­πεί στο να συγκαλύψει καταστάσεις ουσιαστι­κής αργομισθίας ή μιας απασχόλησης που υπο­λείπεται δραματικά του βαθμού πολυπλοκότητας και κατάρτισης που απαιτεί μια σύγχρονη υπηρεσία. Στις περιπτώσεις αυτές η μυστικοπάθεια συνδυάζε­ται συχνά και με συμπλεγματικά επιθετική συμπεριφορά έναντι όσων αντιπροσωπεύουν μια διαφορε­τική ταχύτητα κατάρτισης και πολυπλοκότητας, διεκπε­ραιώνοντας με άνεση και αποτελεσματικότητα μεγαλύτερο όγκο δουλειάς. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκεται η βίαιη εξίσωση προς τα κάτω, εις βάρος όσων «χαλούν την πιάτσα» ή απειλούν την κυρίαρχη παραδοσιακή δομή του υποκαταρτισμένου, στεί­ρου βιοπο­ρισμού. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι μαφιόζικου τύπου «παρεμβάσεις» του κακώς εννοούμενου συνδικαλισμού προκειμένου τα «ήμερα», π.χ. αξιοκρατικά λειτουργούντες προϊστάμενοι, να μην αναδείξουν με αρνητικές αξιολογήσεις τις προκλητικές αργομισθίες και αντιπαραγωγικές συ­μπεριφορές των κάθε είδους «αγρίων». Πολύ συχνές είναι, επίσης, οι καταστάσεις ποικιλόμορφου bullying σχολικού τύπου στον εργασιακό χώρο, το οποίο υφίστανται εκπρόσωποι της Ουρούκ από εκπροσώπους του Στόουνχεντζ, και έναντι του οποίου είναι στην Ελλάδα και νομικά απροστάτευτοι. Σε τέτοιες περιπτώσεις αναδεικνύεται ξεκάθαρα και η ψυχοπνευματική καθήλωση ορισμένων εκ των εκπροσώπων του Στόουνχεντζ στην σχολική ηλικία ή, με άλλα λόγια, η απουσία αισθητής κοινωνικής και συ­μπεριφορικής εξέλιξης με την πάροδο των χρόνων. Το φαινόμενο αυτό μπορεί επίσης να ανα­χθεί στην ελλιπή αστικοποιητική διαδικασία, δηλαδή στην ανεπαρκή επαφή με την κοινωνική ποικιλο­μορφία. Περαιτέρω, χαρακτηριστικές είναι και οι περιπτώσεις ενσυνείδητης δολιοφθοράς των νόμιμων δικαιω­μάτων εργαζομένων-εκπροσώπων της Ουρούκ και γενικά η δημιουργία μιας τοξικής ατμόσφαιρας ασφυξίας και παράλυσης κάθε έννοιας συναδελφικότητας, δεοντολογίας και παραγω­γικής λειτουργίας των υπηρεσιών.

Παρατηρήσεις, όπως οι ανωτέρω, δεν αφορούν, φυσικά, σε καμία περίπτωση το σύνολον των εμπλεκομένων στην πειραματική συνύπαρξη του Στόουνχεντζ και της Ουρούκ στην Ελλάδα. Ούτε το Στόουνχεντζ της νεοελληνικής κοινωνίας πρέπει να ταυτιστεί γενικευτικά με αντικοινωνικές συμπερι­φορές, λυσ­σώδη συμπλέγματα και άκριτες υπερπαραδοσιακές νοοτροπίες ούτε και η Ουρούκ με κάποια πάντοτε υπερπροηγμένη και εντελώς διαφοροποιημένη προς το Στόουνχεντζ υπόσταση. Ένας τέτοιου είδους απλουστευτικός εξελικτισμός θα παρέβλεπε σίγουρα και τις πάντα σημαντικές εξατομι­κευμένες χαρακτηριολογικές παραμέτρους, τις διαφορετικές προσωπικές ιστορίες, καθώς και καταγωγικής φύσεως ζητήματα κοινωνικοαν­θρωπολογικής ποικιλομορφίας εντός του νεοελληνικού κράτους. Εντούτοις, το πεδίο της πολύ συχνά επικίνδυνης και τοξικής αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα υπό συζήτησιν πρότυπα προ­σωπικής και επαγγελματικής αποκατάστασης μοιάζει να προσφέρει πειστικές κοινωνικοανθρωπολο­γικές ερμηνείες για ένα πλήθος νεοελληνικών παθογενειών. Δίνει, επίσης, και μια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια μεταρρύθμιση στην ελληνική δημόσια διοίκηση, όπου είναι επιτακτική ανάγκη ο εξορθολο­γισμός της σχέσης των δύο κόσμων. Αν, για παράδειγμα εκλάβει κανείς ένα κομ­μάτι της δημόσιας διοίκησης ως το εργασιακό, βιοποριστικό εποικοδόμημα της παραδοσιακής κοινω­νίας προς το σκοπό της δημιουργίας οικογένειας, τότε μια μεταρρύθμιση θα πρέπει να αντικρούσει τις υπερπαραδοσιακές δομές με μία ισχυρή δόση συγκεκριμένων αντιπαραδοσιακών προτύπων.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι αναγκαία μια ριζική αναδιάρθρωση της ιεραρχίας με προνομιακή μοριο­δότηση όσων είναι κάτω από 45 ετών, επιστημονικά εξειδικευμένοι (με πτυχιακούς-μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών), ανύπαντροι και άτεκνοι. Αυτό δεν σημαίνει πως όσοι συμβαίνει να έχουν οικογένεια πρέπει να εκβάλλονται από το σύστημα, απλώς ότι θα ιεραρχούνται σε μια βαθμίδα μοριοδότησης χαμηλότε­ρη από όσους δεν έχουν. Η αντίληψη αυτή συνιστά σαφώς πλήρη ανατροπή της παραδοσιακής αντί­ληψης περί «κοινωνικών κριτηρίων». Είναι, όμως, απολύτως συμβατή με μια πολιτική λογική «αστικο­ποιητικού άλματος». Δηλαδή μια πολιτική που έχει σαν στόχο όχι απλώς οι πολίτες μιας χώρας να κάνουν οικογένεια και παιδιά, αλλά τα παιδιά αυτά να μην χαθούν αργότερα για την χώρα, μετανα­στεύοντας μαζικά στο εξωτερικό, ακριβώς επειδή η πατρίδα τους δυσλειτουργεί λόγω των υπερπαρα­δοσιακών δομών της. Παράλληλα, η κατάργηση της αρ­χαιότητας ως βασικού κριτηρίου ιεράρχησης των υπαλλήλων μιας διοικητικής δομής, με άλλα λόγια το να πάψουν να υπάρχουν προϊστάμενοι με απολυτήριο λυκείου και υφιστάμενοι με πτυχία και μετα­πτυχιακά, είναι ένα από τα ζητήματα που εν έτει 2016 κρίνουν την συνολική υπόστα­ση ολόκληρων κομμάτων και πολιτικών. Και, επειδή ο ξαφνι­κός και ταπεινωτικός υποβιβασμός στην ιεραρχία αν­θρώπων που, έστω για λάθος λόγους, κατέχουν επί χρόνια θέσεις προϊσταμένων σίγουρα δεν συνιστά την βέλτιστη διευθέτηση (μεταξύ άλλων διότι παραπέμπει και στις μέρες του πρώιμου κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980), ευκταίες θα ήταν εδώ οι λύσεις πρόωρης εφεδρείας. Υπάλληλοι π.χ. χωρίς πτυχία ή διορισμό μέσω ΑΣΕΠ και με μισθούς άνω των 1200-1300 ευρώ μπορούν να οδηγηθούν στην εφεδρεία με το 40% του μισθού, με το υπόλοιπο 60% να μετα­τρέπεται στον μισθό νεοδιόριστων καταρτισμένων πτυχιούχων.

Προφανώς, τέτοιες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως, άλλωστε, και κάθε άλλο μέτρο, θα αδικού­σαν σε εξατομικευμένο επίπεδο αρκετούς ανθρώπους, την ίδια στιγμή, όμως, θα απέδιδαν δικαιοσύνη σε πολύ περισσότερους. Κυρίως, θα συνιστούσαν ίσως την μοναδική οδό προκειμένου να καταμερίσει κανείς τους δύο υπό διερεύνησιν κόσμους με τρόπο που δεν θα οδηγεί στην παγκυριαρχία του Στόουν­χεντζ εντός Ελλάδος και στην εξορία της Ουρούκ εκτός Ελλάδος. Παρά ταύτα, όσο οι πολιτι­κοί και ιδεολογικοί χώροι στην Ελλάδα θα συ­νεχίζουν να δίνουν, ακριβώς σε θέματα όπως αυτά, την εντύπω­ση ότι διαφέρουν μόνο ως προς την «επιφαινόμενη» ιδεολογία, αλλά ομοιάζουν απόλυτα ως προς την βαθύτερη κοινωνική τους ανθρωπο­λογία, τόσο πρέπει να θυμάται κανείς ότι στην εξέλιξη της ανθρω­πότητας χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια για να οδηγη­θούμε από το Στόουνχεντζ στην Ουρούκ. Συνε­πώς, είναι θέμα του καθενός από εμάς να απο­φανθεί αν θεωρεί ότι η Ελλάδα της εποχής μας έχει το περιθώριο να περι­μένει τόσο πολύ…

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» και ευρωσκεπτικισμός: αντικριτικό σημείωμα για την βιβλιοκρισία του Δημοσθένη Κούρτοβικ στα Νέα

Στο ένθετο Βιβλιοδρόμιο της εφημερίδας Τα Νέα (έκδοση σαββατοκύριακού 28-29 Μαΐου 2016, σ. 7) και στην στήλη Νύγδην δημοσιεύτηκε κριτική του «Πόθεν και Πότε οι Έλληνες;» από τον διακεκριμένο κριτικό λογοτεχνίας, συγγραφέα και πολύπειρο άνθρωπο του βιβλίου Δημοσθένη Κούρτοβικ. Η ενασχόληση ενός τόσο έμπειρου βιβλιοκριτικού με ένα βιβλίο που έχει μεν και συγγραφική διάσταση, διατηρεί, ωστόσο, κατά βάσιν τον επιστημονικό του χαρακτήρα αποτελεί αναμφίβολα κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, για το οποίο ο γράφων θα ήθελε να εκφράσει τις θερμές του ευχαριστίες. Πόσω μάλλον που η κριτική περιγράφει και αποτιμά με ιδιαίτερα θετικό τρόπο την γενικότερη συγγραφική προσέγγιση του βιβλίου. Παράλληλα, ο Δ. Κούρτοβικ δίνει και ένα σύντομο, αλλά ακριβές περίγραμμα και της επιστημονικής θεματικής του βιβλίου. Το πιο ενδιαφέρον, εντούτοις, είναι ότι η πλήρης, προσεκτική και διεισδυτική ανάγνωση του βιβλίου οδήγησε τον Δ. Κούρτοβικ να σχολιάσει και μία πτυχή του που ως τώρα δεν είχε τύχει ιδιαίτερης επισήμανσης. Αυτό είναι λογικό, καθώς η εν λόγω πτυχή δεν συνιστά κεντρικό θέμα του βιβλίου, αλλά αποτελεί μια μικρή μόνο και μάλλον ακροθιγή αναφορά σε ορισμένες εκ των πιθανών προεκτάσεων των πορισμάτων του. Αξίζει εδώ να αναπαραγάγουμε την τελευταία παράγραφο του κειμένου του Δ. Κούρτοβικ: «Σοφά ποιώντας, ο Γιαννόπουλος προειδοποιεί για την παρανόηση και εκμετάλλευση των επιστημονικών ανακαλύψεων από ημιμαθείς με εθνικιστικές και ρατσιστικές ιδέες. Δυστυχώς, όμως, δεν αποφεύγει τελικά και ο ίδιος την ιδεολογικοποίηση. Ανάγοντας τις σημερινές πολιτισμικές διαφορές μεταξύ βορειοκεντρικής και μεσογειακής Ευρώπης στην παλαιολιθική εποχή, βγάζει συμπεράσματα που αναιρούν και τις δικές του απόψεις για τον ρόλο των πολιτισμικών ανταλλαγών. Όπως όταν υποστηρίζει ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας είναι χιμαιρική, λόγω θεμελιακά ασύμβατων πολιτισμών, ή ότι οι χαμηλοί δείκτες ιδιοκατοίκησης και η μεγάλη εργασιακή κινητικότητα στις δυτικές χώρες αντανακλούν τον τρόπο ζωής των…παλαιολιθικών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών (ενώ εμείς εδώ είμαστε νεολιθικά μοντέρνοι)!».

Home Ownership Rates

Οι παρατηρήσεις αυτές του Δ. Κούρτοβικ τροφοδοτούν μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, η οποία μπορεί να διακριθεί σε τρία τουλάχιστον επίπεδα. Κατά πρώτον, κάνοντας λόγο για «ιδεολογικοποίηση», όρο με τον οποίο εννοεί πιθανότατα την «στράτευση» συγκεκριμένων στοιχείων προς υποστήριξιν μιας ιδεολογίας ή πολιτικής θέσης, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον μια επιστημονική μελέτη, ιδίως στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, πρέπει ή μπορεί να είναι απελευθερωμένη από ιδεολογικούς ή πολιτικούς προβληματισμούς του παρόντος. Στο θέμα αυτό πολύ σημαντική υπήρξε η συμβολή της Μεταδιαδικαστικής Αρχαιολογίας, δηλαδή του ρεύματος εκείνου της αρχαιολογικής θεωρητικής σκέψης που άσκησε ιδιαίτερη επίδραση τις τελευταίες τρεις περίπου δεκαετίες. Στο πλαίσιο της μεταδιαδικαστικής θεωρητικής προσέγγισης τονίστηκε με πειστικό τρόπο ότι η ενασχόληση με το παρελθόν εμπεριέχει πάντα πολιτική διάσταση. «Interpreting the past is always a political act»*, τονίζει ο Matthew Johnson, καθώς οι αποφάνσεις μας για το παρελθόν δεν είναι ποτέ ψυχρές ή ουδέτερες θέσεις, αλλά προϊόντα ενός συγκεκριμένου παρόντος, φορτισμένου με κάθε είδους πολιτικές, ιδεολογικές και ηθικές τάσεις και συγκρούσεις. Αυτό που, συνεπώς, διακρίνει (αν διακρίνει) την επίσημη επιστήμη από την μη επιστήμη δεν είναι η έλλειψη ιδεολογικής ή πολιτικής άποψης, αλλά το καθήκον του επιστήμονα να διατυπώνει ανοιχτά τις θεωρητικές του αφετηρίες και να οριοθετεί την επιστημονική συζήτηση με τρόπο όσο το δυνατόν πιο δεοντολογικό και θεωρητικά και μεθοδολογικά αποδεκτό.

Και με αυτό περνάμε στο δεύτερο επίπεδο της συζήτησης. Κάνοντας αναφορά σε «ιδεολογικοποίηση», ο Δ. Κούρτοβικ μοιάζει να υπονοεί πως συγκεκριμένα στοιχεία που παρατίθενται στο βιβλίο βρίσκονται σε δυσανάλογη σχέση με τα συμπεράσματα που εξάγονται από αυτά. Τα στοιχεία, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση τα αρχαιολογικά, γλωσσολογικά, γενετικά, κ.ά., δεν μιλούν από μόνα τους. Μιλούν ούτως ή άλλως μέσα απ΄ ό,τι εμείς οι ίδιοι, στον παρόντα τόπο και χρόνο, επιλέγουμε να πούμε για αυτά. Είναι προφανώς θέμα προσέγγισης αν κάποιος θεωρεί ότι π.χ. οι χαμηλοί δείκτες ιδιοκατοίκησης στην κεντρική Ευρώπη, λεξιλογικά στοιχεία, όπως π.χ. Fernweh (wanderlust, «νοσταλγία της φυγής», μονολεκτικά αμετάφραστο σε μεσογειακές γλώσσες), uneingeschränkte Versetzungsbereitschaft («απεριόριστη διαθεσιμότητα για μεταθέσεις», συχνός όρος σε προκηρύξεις θέσεων στην Γερμανία) ή και η ίδια η εμπειρία ορισμένων εξ ημών με την κινητικότητα στις περιοχές αυτές συνιστούν αδιάφορα δεδομένα άνευ σημασίας, έχουν ίσως μια μικρή σημασία κλιματικής φύσεως («πώς να μην θες να φεύγεις με τέτοιον καιρό;», θα έλεγαν εδώ πολλοί Γερμανοί) ή μπορούν σιγά σιγά, επαγωγικά και παραγωγικά, να ενσωματωθούν σε ευρύτερες θεωρητικές σκέψεις. Σε όλες αυτές, όμως, τις περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με διαφορετικές προσεγγίσεις, απόψεις ή θέσεις, φορτισμένες σαφώς κάθε φορά με την ιδεολογική-πολιτική τους χροιά, και όχι απλώς με ιδεολογικοποιήσεις. Εκτός αυτού, είναι κατανοητό να ξενίζει η επίκληση ενός πολύ μεγάλου χρονικού βάθους (που μπορεί να φθάνει ως την Παλαιολιθική Εποχή) ως κλίμακας αναγωγής π.χ. σύγχρονων πολιτισμικών διαφοροποιήσεων. Το ίδιο, ωστόσο, ξένιζε αρχικά στον ύστερο 19ο αιώνα η συνειδητοποίηση της τότε νεοανακαλυφθείσας ηλικίας του φυσικού κόσμου και του ανθρώπου, η οποία ως εκείνη την περίοδο τοποθετούνταν με βάση την βιβλική χρονολόγηση στο 4000 π.Χ. Σήμερα είναι σαφές ότι η ίδια συνειδητοποίηση δεν ξενίζει το ίδιο όταν έχουμε να κάνουμε με ευρήματα της παλαιοανθρωπολογίας ή της πληθυσμιακής γενετικής. Εντούτοις, όταν η συζήτηση αφορά πιο κοινωνικές και πολιτισμικές παραμέτρους, τα πράγματα δυσκολεύουν για την αποδοχή ενός μεγαλύτερου βάθους χρόνου από το αναμενόμενο.

Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ένας από τους λόγους για αυτό έχει να κάνει και πάλι με συγκεκριμένες θεωρητικές αφετηρίες του παρόντος. Ο Δ. Κούρτοβικ, δηλαδή, κάνοντας λόγο για «τον τρόπο ζωής των…παλαιολιθικών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών (ενώ εμείς εδώ είμαστε νεολιθικά μοντέρνοι)!» αποδίδει στον γράφοντα μια προφανώς δική του θεωρητική αφετηρία: αυτήν του απλού εξελικτισμού. Θεωρεί, με άλλα λόγια, πως οι αναφορές του γράφοντος σε πιο «παλαιολιθικούς» Κεντροευρωπαίους ενέχουν αυτονόητα υποτιμητική διάσταση. Για να το υποστηρίζει, όμως, κανείς αυτό πρέπει πρώτα να είναι υποστηρικτής της απλής εκείνης μορφής εξελικτισμού, σύμφωνα με την οποία κάθε νεώτερη φάση εξέλιξης της κοινωνικής, τεχνολογικής και γενικότερα πολιτισμικής πολυπλοκότητας στην ιστορία του ανθρώπου θεωρείται «ανώτερη», «καλύτερη» ή «πιο προηγμένη» από την προηγούμενη. Τέτοιου είδους εξελικτιστικές ιδέες έχουν, ωστόσο, δεχθεί δικαιολογημένη κριτική, αφού είναι σαφές ότι το εκάστοτε πιο «πολύπλοκο» δεν είναι οπωσδήποτε ή πάντα «ανώτερο» ή «καλύτερο» (π.χ. οι παλαιολιθικοί κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ουδέποτε κατέστρεψαν το περιβάλλον όσο ο σύγχρονος βιομηχανικός πολιτισμός, ούτε θα μπορούσαν ποτέ να διεξαγάγουν πολέμους της κλίμακας και της φρίκης των δύο Παγκοσμίων Πολέμων του 20ού αιώνα). Πέραν αυτού, στις σελ. 434-435 του «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» γίνεται, με αφορμή τις σχετικές απόψεις του Βέλγου ερευνητή M. Otte, ξεκάθαρα αποδοκιμαστική αναφορά στην «ρατσί­ζουσα αντίληψη όλων των προηγούμε­νων ανθρωπολογικών ειδών ως περίπου κατώτε­ρων μορφών ζωής εν σχέσει προς τον ανατομικώς σύγχρονο άν­θρωπο». Προκρίνεται, επομένως, μια σαφώς αντιεξελικτιστική προσέγγιση όχι μόνο ως προς τους αρχαιότερους Homo Sapiens, αλλά και ως προς τα ακόμη παλαιότερα ανθρωπολογικά είδη.

Παρά τις μάλλον σοβαρές αυτές αντενδείξεις, ο Δ. Κούρτοβικ προβαίνει σε μια εμμέσως πλην σαφώς εξισωτική αποτίμηση (ως προς την «ιδεολογικοποίηση») των σχετικών απόψεων του γράφοντος με τους «ημιμαθείς με εθνικιστικές και ρατσιστικές ιδέες». Κάτι που μας μεταφέρει στο τρίτο επίπεδο της συζήτησης. Η εξισωτική, δηλαδή, αυτή τάση, σε συνδυασμό με την αυτονόητη (αλλά λανθασμένη) απόδοση στον συγγραφέα του βιβλίου που κρίνει της δικής του εξελικτιστικής προσέγγισης, δημιουργεί την αίσθηση ότι ψήγματα ιδεολογικοποίησης ενυπάρχουν μάλλον στην ίδια την συγκεκριμένη αναφορά του Δ. Κούρτοβικ. Δίνεται εδώ η εντύπωση μιας βαθύτερης αντιδιαστολής ανάμεσα σε φιλοευρωπαϊκή «θέση» (ή «άποψη» ή «προσέγγιση») και ευρωσκεπτικιστική «ιδεολογικοποίηση», περίπου ίδιας τάξεως π.χ. με την κιτς εθνικιστική αρχαιολατρεία. Σίγουρα θα πρέπει να γνωρίζει κανείς το συνολικό φάσμα των απόψεων του Δ. Κούρτοβικ προκειμένου να απαντήσει το ερώτημα αν μια ανάλογη κρίση περί «ιδεολογικοποίησης» θα διατυπωνόταν και στην περίπτωση που τα πορίσματα του βιβλίου είχαν μια πιο φιλοευρωπαϊκή χροιά. Παρά ταύτα, μπορεί κανείς να διαισθανθεί μια εξαρχής αρνητική προδιάθεση απέναντι γενικά στον ευρωσκεπτικιστικό χαρακτήρα των σχετικών απόψεων που πολύ συνοπτικά εκτίθενται στο βιβλίο. Εν τω μεταξύ, η οπτική που θα μπορούσε να ονομαστεί «πολιτισμικός ευρωσκεπτικισμός» έχει εκτεθεί πολλάκις από τον γράφοντα με τρόπο ανοιχτό και ξεκάθαρο μέσα από τις γραμμές του παρόντος ιστοτόπου. Μια οπτική που σαφώς συνίσταται στο ότι η πλήρης ευρωπαϊκή ενοποίηση (και όχι οπωσδήποτε η απλή Ευρωπαϊκή Ένωση) αποτελεί ένα επικίνδυνο και θνησιγενές εγχείρημα, το οποίο δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψιν (και ενίοτε δεν μοιάζει καν να υποψιάζεται) τις βαθιές γλωσσοπολιτισμικές διαφοροποιήσεις εντός της Ευρώπης. Επαφίεται στον κάθε αναγνώστη και σκεπτόμενο πολίτη να αποφανθεί αν τα χρόνια της κρίσης που διανύουμε έχουν αποδυναμώσει ή ενισχύσει την ενδεχόμενη ορθότητα τέτοιων απόψεων. Αν, με άλλα λόγια, τις κατατάσσουν στην σφαίρα της «ιδεολογικοποίησης» ή τις καθιστούν αντικείμενο ενός ενδεχομένως λίγο πιο σοβαρού προβληματισμού. Ο κάθε αναγνώστης και σκεπτόμενος πολίτης μπορεί, τέλος, υπό το ίδιο πρίσμα να αξιολογήσει και μία άλλη βασική και συναφή θέση που έχουμε αναπτύξει: ότι μια χώρα χωρίς σοβαρό (και σοβαρά αποδεκτό) ευρωσκεπτικισμό θα είναι πιθανότατα και μια χώρα χωρίς σοβαρό ευρωπαϊσμό…

* Johnson, M. 1999. Archaeological Theory. An Introduction. Malden – Oxford – Carlton: Blackwell Publishing, σ. 107.