Αρχική > Πολιτικά > Αποδομώντας τον διχασμό

Αποδομώντας τον διχασμό

Το διχαστικό δημοψήφισμα, στα πρόθυρα του οποίου βρισκόμαστε, μοιάζει να αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα της συγκρουσιακής διαδικασίας που γνώρισε η χώρα τα τελευταία πέντε χρόνια με αφορ­μή την οικονομική κρίση και την χρεωκοπία της. Στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους, άλ­λωστε, οι ακολουθίες των διχασμών και οι ακολουθίες των χρεωκοπιών έμοιαζαν πάντα με αλλη­λένδετους παράλλη­λους βίους. Και όχι άδικα. Διότι, αν κάθε δίλημμα μετατρέπεται σχεδόν αυτόμα­τα σε διχασμό, αν δεν αντιλαμβανόμαστε ότι, δυ­στυχώς ή ευτυχώς, τα πράγματα στην ζωή και στην κοινωνία είναι συνήθως υπερβολικά σύνθετα ώστε να μπορούν να απλουστευθούν σε ερωτήσεις ολικής αγνοίας τύπου άσπρου-μαύρου, αν δεν μπορούμε να διακρίνουμε την ιδεολογική από την στρατηγική ψήφο, αν ταυτίζουμε γηπεδικά και μονοδιάστατα το εκάστοτε ΝΑΙ ή ΟΧΙ με ένα και μόνο κί­νητρο, ώστε ο εχθρός να «ξεχωρίσει» με ευκολία και να μπει στο στόχαστρό μας (ως «υπη­ρέτης των δανειστών» ή «λόμπι της δραχμής»), αν θεω­ρούμε απίθανο να βλέπει κάποιος άλλος κάτι που δεν βλέπουμε εμείς, αν, τέλος, δυσκολευόμαστε να δούμε τον αντικατοπτρισμό των εκάστοτε ΟΧΙ που συνεπάγεται το κάθε ΝΑΙ και αντιστρόφως, τότε καθίσταται υπέρμετρα φιλόδοξη η επιθυ­μία να ανεβάσουμε το επίπεδο του κράτους και της οικονομίας μας.

saggarios_lefkada_03

Το σύνθημα «ΝΑΙ, ΣΑΓΓΑΡΙΟΣ» σε εξωτερικό τοίχο σπιτιού της Λευκάδας.

Υπάρχουν, όμως, και ορισμένοι άλλοι, λιγότερο εμφανείς παράγοντες, οι οποίοι υπονομεύουν βα­θιά την όποια αξία της διχόνοιας επί ενός δημοψηφίσματος. Αυτοί σχετίζονται με την επιστήμη εκείνη που είναι η κατεξοχήν αρμόδια για την αποτίμηση της σημασίας τέτοιων γεγονότων, δηλαδή την επιστήμη της ιστορίας. Ο πρώτος παράγοντας ξεκινά από την παραδοχή ότι και οι δύο πλευρές μιας διαμάχης, όπως αυτή επί του επικείμενου δημοψηφίσματος, μοιράζονται μια κοινή αφετηρία: θεωρούν αμφότερες ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος συνιστά μείζον γεγονός, από αυτά που καθορίζουν αποφασιστικά την ιστορική εξέλιξη. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος, για τον οποίον η εκάστοτε αντιπαράθεση οξύνεται τόσο πολύ. Κατά συνέπεια, είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι αυτή ακριβώς η παραδοχή, ότι δηλαδή ένα γε­γονός όπως ένα δημοψήφισμα συνιστά κρίσιμο δια­μορφωτή της ιστορίας, είχε αρχίσει να εγκατα­λείπεται από τους ιστορι­κούς, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Την περίοδο αυτή οι ιστορικοί ερευνητές άρχισαν να αμφι­σβητούν την παραδοσιακή γεγονοτολογική και προσωποκεντρική ιστορία. Με άλλα λόγια, είχαν αρχίσει να υποψιάζονται ότι η ιστορία μόνο φαινομενικά γράφεται από τα μεγάλα γεγονότα (π.χ. σημαντικές μάχες και πολέμους) ή από τις μεγάλες προσωπικότητες πολιτικών και στρατηγών. Αντιθέτως, άρχι­σε να κερδίζει έδαφος η ιδέα ότι τα ίδια αυτά τα πρόσωπα και τα γεγονότα δεν συ­νιστούν τίποτε άλλο παρά την κορυφή του παγόβουνου, δηλαδή την επιφανειακή, ορατή έκφανση πολύ βαθύτερων διαδικασιών. Το τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό έγινε σαφές, μεταξύ άλλων, μέσα από το έργο μιας από τις σημαντι­κότερες επιστη­μονικές σχολές του 20ού αιώνα, της ιστοριο­γραφικής Σχολής των Annales.

Στο πλαίσιο μιας αναγωγιστικής και δομιστικής προσέγγισης, δηλαδή μιας προσέγγισης που ανάγει τα ορατά «επιφαινόμενα» σε βαθύτερες και εκ πρώτης όψεως μη ορατές δομικές αιτίες, η Σχολή των Annales και ο πιο σημαντικός της εκπρόσωπος, ο Φερνάν Μπρωντέλ, εισηγήθηκαν μια τελείως διαφορετική αντίληψη του ιστορικού χρόνου. Στο πλαίσιο της τελευταίας σε κάθε ιστορική περίοδο θεωρείται ότι δρουν και αλληλεπιδρούν διαφορετικές διαδικασίες, οι οποίες λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικές χρονικές κλίμακες. Οι κλίμακες αυτές συνιστούν ένα είδος στρωματογραφί­ας του ιστορικού χρόνου, όπου τα απλά ιστορικά συμβάντα και πρόσωπα αποτελούν μόνο το ανώτερο στρώμα της, το σχεδόν χρονικογραφικό επίπεδο των απλών γεγονότων (événements). Κάτω από το βραχύχρονο αυτό επίπεδο βρίσκεται το μεσόχρονο στρώμα των συγκυριών (conjonctures), δηλαδή των πιο αργά εξελισσόμενων πραγματικοτήτων ή κύκλων της κοινωνικής, οικονομικής και δημογραφικής εξέλιξης. Σε αντίθεση με τα γεγονότα, οι συγκυρίες αυτές αρχίζουν να ξεφεύγουν πλέον από την χρονική κλίμακα της ζωής ενός ανθρώπου ή μερικών γενεών αν­θρώπων και ως εκ τούτου αρχίζουν να γίνονται δυσκολότερα αντιληπτές. Τέλος, κάτω και από το επίπεδο των συγκυριών βρίσκεται αυτό της λεγόμενης μακράς διάρκειας (longue durée). Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον και πιο σημαντικό από όλα, αφού θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει τις βαθύτε­ρες εκείνες δομές των πολιτισμών, όπως αυτές προκύπτουν από διαχρονικά χαρακτηριστικά του γεω­γραφικού τους χώρου και των βαθύτερων συλλογικών νοοτροπιών τους.

Δεχόμενος κανείς αυτήν την ιστορική αντίληψη, την οποία εδώ ακροθιγώς μόνο περιγράψαμε, μπορεί να δει γεγονότα όπως το επικείμενο δημοψήφισμα ή και γενικότερα τις εξελίξεις των τελευ­ταίων μηνών υπό ένα διαφορετικό πρίσμα. Να τα δει ως το βραχύχρονο επίπεδο (événements) μιας πολύ βαθύτερης στρωματογραφίας διαδικασιών. Γίνεται, δηλαδή, συχνά σαφές ότι η μία ή η άλλη άποψη ή πρόθεση που μπορεί να έχει κανείς, συνιστά ένα μόνο και ίσως ούτε καν το σημαντικότε­ρο συστατικό στοιχείο μιας εξέλιξης. Ποια είναι τα υπόλοιπα στοιχεία; Καταρχάς, ένα πολύ κρισι­μότερο κομμάτι του ίδιου παζλ αποτελεί το πώς θα υποστηρίξεις την εκάστοτε άποψη, το ποιο είναι το γενικότερο και υποκείμενο υπόβαθρο σοβαρότητας, κατάρτι­σης, εμπειρίας, οργάνωσης, συστη­ματικότητας και γενικότερης αντίληψης της πολυπλοκότητας των προβλημάτων που διαθέτεις. Το αν είσαι σε θέση να διακρίνεις ποικιλοτρόπως (π.χ. και με τον εν­δυματολογικό σου κώδικα) τα διάφορα επίπεδα των θεσμικών περιστάσεων και την κουλτούρα της ιδιω­τικής από την δημόσια συ­μπεριφορά. Το αν η βαθύτερη νοοτροπία ή κοινωνικοανθρωπολογική δομή σου επιτρέπει να διακρί­νεις αποχρώσεις στα πράγματα και στις συμπεριφορές, στον τρόπο, στον χώρο και τον χρόνο που πρέπει να γίνει και να λεχθεί ή όχι το καθετί. Το αν είσαι σε θέση να χαρτογραφήσεις την εκάστοτε κοινωνική δομή, από την οποία έχεις κι εσύ προέλθει, ώστε να οδηγηθείς από την συνειδητή ή όχι αναπαραγωγή στην δυναμική μεταρρύθμιση και αναδόμησή της. Στο πλαίσιο όλων των ανωτέρω, επομένως, η άλφα ή η βήτα πρόθεση, άποψη ή πολιτική που θα υποστηριχθεί ή θα ακο­λουθηθεί συ­νιστά το βραχύχρονο επίπεδο των γεγονότων. Αντιθέτως, όλο το υποκεί­μενο σύστημα των βαθύτερων νοο­τροπιών ή κοινωνικοανθρωπολογικών δομικών χαρακτηριστικών συνιστά μέρος των πιο μακρόχρο­νων επιπέδων του ιστορικού χρόνου. Κάτι που διακρίνεται, άλλω­στε, καθαρά από το ότι το βαθύτε­ρο αυτό σύστημα υπάρχει συνήθως ήδη πριν και συνεχίζει να υπάρχει και μετά το πέρας των εκάστοτε γεγονότων.

Θέτοντάς το διαφορετικά, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι στην περίπτωση της Ελλάδας ένας μετριοπαθής ευρωσκεπτικιστής με τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν (σοβαρότητα, κα­τάρτιση, εμπειρία, κουλτούρα θεσμικής συμπεριφοράς) θα μπορούσε να στηρίξει πολύ καλύτερα την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας από έναν φανατικό ευρωπαϊστή χωρίς τα γνωρίσματα αυτά. Αλλά κι ένας μετριοπαθής ευρωπαϊστής με σύνεση και κατάρτιση θα μπορούσε κι αυτός να υπο­στηρίξει, αν χρειαζόταν, την όσο τον δυνατόν πιο συντεταγμένη μετάβαση σε ένα εθνικό νόμισμα πολύ καλύτερα απ΄ ό,τι ένας αντιευρωπαϊστής στερούμενος κάθε έννοιας σοβαρότητας, γνώσης και εμπειρίας. Αντιθέτως, συνιστά μέγιστη πλάνη να θεωρεί κανείς ότι αρκούν και μόνο οι ειλικρινείς και ενθουσιώδεις προθέσεις υπέρ της μιας ή της άλλης πολιτικής. Δεν αρκεί να θέλεις κάτι, πρέπει και να μπορείς. Σε διαφορετική περίπτωση, τα όρια ανάμεσα στο ΝΑΙ και στο ΟΧΙ γίνονται τόσο ρευστά που σχεδόν χάνουν την αξία τους. Για παράδειγμα, όλα τα ΝΑΙ των προηγούμενων κυβερ­νήσεων, ο τρόπος που ελέχθησαν και το πολιτικό προσωπικό που τα υποστήριξε, είναι αυτά που έχουν οδηγήσει ένα μεγάλο μέρος των πολιτών να συντάσσεται στην παρούσα περίσταση με το ΟΧΙ. Αλλά και το ΟΧΙ, με τον –«παντός καιρού» και ανεξαρτήτως νομίσματος– ανεύθυνο και τρα­γικό τρόπο που έτυχε διαχείρισης και υποστήριξης από την παρούσα κυβέρνηση, ωθεί ένα επίσης σημαντικό μέρος των πολιτών να προσανατολιστεί, έστω και δύσθυμα, με το ΝΑΙ.

Ανάλογους προβληματισμούς υποβάλλει και μία άλλη μεγάλη θεωρητική κατεύθυνση της ιστο­ριογραφίας, ο λεγόμενος ιστορικισμός. Σύμφωνα με αυτόν, κάθε ιστορική εξέλιξη είναι μοναδική, αφού μοναδικό είναι το κάθε ιστορικό context, μοναδική είναι κάθε κοινωνία, μοναδικοί και οι άν­θρωποι που την αποτελούν. Άνευ σημασίας είναι, ως εκ τούτου, οι διαχρονικές και υπερτοπικές συ­γκρίσεις. Ιστορικοί παραλληλισμοί («ΟΧΙ του ΄40», «Κούγκι», «Μικρασιατική Καταστροφή») και πιο συγχρονικές αναλογίες με άλλα κράτη (π.χ. Αργεντινή, Βενεζουέλα, Ισλανδία) συνιστούν ένα μεθοδολογικά έωλο κυνήγι μαγισσών. Περιττό να αναφερθεί ότι τέτοιου είδους συγκρίσεις και ανα­λογίες επιστρατεύθηκαν ως τώρα και από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, ως μέσο επικοινωνια­κής ενίσχυσης των θέσεών τους. Το να παρασυρθεί, επομένως, κανείς να εκτιμήσει κατά πόσον ευ­σταθεί η μία ή η άλλη ιστορική σύγκριση παραβλέπει την πιθανότητα να είναι ευθύς εξαρχής προ­βληματική η συγκεκριμένη διαδικασία. Θα ήταν σίγουρα μια κάποια λύση να υπήρχαν θετικιστικοί ιστορικοί νόμοι με διαχρονική και υπερτοπική ισχύ, ώστε να λειτουργούσαν ως εγχειρίδιο για το τι πρέπει να κάνουμε (και τι πρέπει να υποδείξουμε στους άλλους να κάνουν…) σε κρίσιμες περι­στάσεις. Ας είμαστε, ωστόσο, ανοιχτοί στην πιθανότητα ότι τέτοιου εί­δους νόμοι ενδέχεται να μην υπάρχουν και ότι πρέπει να αναλαμβάνουμε κάθε φορά τις όποιες ευ­θύνες μας αναλογούν χωρίς να αναζητούμε τους από μηχανής θεούς του ιστορικού θετικισμού.

Συνεπώς, όσο σφοδρή και αν είναι η επιθυμία μας να σηκώσουμε κι εμείς το γάντι της σύγκρου­σης εν μέσω της οξείας διχαστικής περίστασης των ημερών, είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε ότι η ίδια η επιστημονική μελέτη της ιστορίας έχει δημιουργήσει πολύ σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την αξία του διχασμού με αφορμή συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα. Η όποια έκβαση μιας κρίσιμης εκλογικής ή δημοψηφισματικής αναμέτρησης μπορεί να οραθεί ως απλώς το αποτέλεσμα διεργα­σιών και διαδικασιών που συνδέονται πιο πολύ με την διάρκεια και λιγότερο με την στιγμή, πιο πολύ με το μοναδικό πλέγμα γεγονότων της κάθε εποχής και κοινωνίας και λιγότερο με νομοτελεια­κούς ιστορικούς νόμους «καταστροφής» ή «σωτηρίας». Σε αυτό το πλαίσιο, τόσο το ουσιαστικό ΝΑΙ όσο και το ουσιαστικό ΟΧΙ ενδέχεται να περνούν από τον ίδιο δρόμο. Περνούν μόνο μέσα από την γενικότερη και συνολική ισχυροποίησή της χώρας, την βαθιά εξυγί­ανση και ενδυνάμωση της οικονο­μίας, την μεταρρύθμιση του δημοσίου και της σχέσης δημοσίου-ιδιωτικού, την επαναφορά της στοιχειώδους σο­βαρότητας και του στοιχειώδους πολιτισμού στον δημόσιο λόγο. Τόσο το ουσιαστικό ΝΑΙ όσο και το ου­σιαστικό ΟΧΙ προ­ϋποθέτουν ανθρώπους με κατάρτιση, γνώση, εμπειρία, μετριοπάθεια και κουλ­τούρα θεσμικής συμπε­ριφοράς, οι οποίοι να εμπνέουν εμπι­στοσύνη τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό. Προϋπο­θέτουν ανθρώπους με εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία των κοινωνιών και των πολιτιστικών ταυτο­τήτων της γερμανόφωνης και γαλ­λόφωνης κεντρικής Ευρώπης. Προϋπο­θέτουν μια οικονομία που θα είναι και θα φαίνεται αρκετά ισχυρή ώστε να μπορεί είτε να επιβιώσει καλύτερα σε μια δύσκολη και προβληματική νομισματική ένωση είτε να απορροφήσει πιο συντε­ταγμένα απ΄ ό,τι τώρα τους κραδασμούς μιας εν­δεχόμενης επιστροφής σε εθνικό νόμισμα. Με λίγα λόγια, τόσο το ουσιαστικό ΟΧΙ όσο και το ουσιαστικό ΝΑΙ προϋποθέτουν τον συγκριτικά υψηλότερο εκείνο μέσο όρο σοβαρότητας και ικανότητας του πολιτικού προσωπικού που έκανε άλλες χώρες (π.χ. Ιρλανδία, Πορτογαλία) να βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από την Ελλάδα, παρά την έκθεσή τους στις ίδιες περίπου τοξικές και προβληματικές πολιτικές «διάσωσης».

Σαν αποτέλεσμα, όσοι δυσφορούν βλέποντας τον γερμανικό αετό στο καθημερινό τους νόμισμα, όσοι δυ­σκολεύονται να αναγνωρίσουν «το σπίτι τους» στο πρόσωπο και στις γκριμάτσες του Σόι­μπλε, όσοι έχουν ζήσει τι σημαίνει να σε αντιπαθούν για αυτό που είσαι, όσοι ξέρουν την διαφορά του Βολταίρου από τον Χέρντερ, όσοι γνωρίζουν ότι η λιτότητα (Sparen) είναι ένας ολόκληρος πολιτισμός και όχι απλώς μια πολιτική, όσοι αποστρέφονται τους Μεφιστοφελείς ευρωκράτες τύπου Ντάι­σελμπλουμ, όσοι, τέλος, έχουν σοβαρούς λόγους να θεωρούν ούτως ή άλλως θνησιγενές το όρα­μα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχουν την ίδια αποστολή και μοίρα με τους φαινομενικά απέναντί τους. Όσους θεωρούν την Ευρώπη ως σπίτι τους, όσους κρούουν τον κώδωνα του κινδύ­νου για τους γεωπολιτικούς κινδύνους της αποκοπής της χώρας από το ευρωπαϊκό πλαίσιο, όσους είναι πεπεισμένοι για τον ρεαλισμό του οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ακόμη και όσους έχουν αναπτύξει υπέρ το δέον έντονο σύνδρομο εθνικής ταυτοποίησης με την «Δύση», τον «Δια­φωτισμό» και τον «ορθολογισμό». Η κοινή αποστολή είναι να αναζητήσουμε κυβερνήσεις όχι οπωσδήποτε Εθνικής Ενότητας, αλλά Εθνικής Σοβαρότητας, της πιο δυσεύρετης πρώτης ύλης που μπορεί να οδηγήσει σε μια εποι­κοδομητική, δύσκολη, αργή, αλλά σταθερή πορεία προς τα εμπρός. Χωρίς στοιχειώδη Εθνική Σοβαρότητα, ακόμη και ένα πρόσκαιρο ΝΑΙ μπορεί σύντομα να καταλή­ξει σε ένα νέο ΟΧΙ, αλλά και ένα ΟΧΙ μπορεί γρήγορα να μετατραπεί στο ΝΑΙ μιας κακήν κακώς προ­σπάθειας επανασύνδεσης με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Κατά συνέπεια, ας έχουμε στο μυαλό μας ότι ο διχασμός για το τι κατεύθυνση θα πάρει πρόσκαιρα ένα σαπιοκάραβο μπορεί να στρέφει προσωρινά όλα τα μάτια στην γέφυρα του πλοίου, αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, η πολύ δύσκολη προσπάθεια της εν πλω επισκευής του λαμβάνει πάντα χώρα στα βα­θύτερα επίπεδά του.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: