Malanthropus Patrensis

OlpeΤον 7ο αιώνα π.Χ., κατά την λεγόμενη Πρώιμη Αρχαϊκή ή Ανατολίζουσα περίοδο, παρατηρείται στην αρχαία ελληνική αγγειογραφία μια χαρακτηριστική τάση διακόσμησης των αγγείων με ζω­φόρους. Σειρές άγριων ζώων περιτρέχουν συχνά τα αγγεία, ιδίως αυτά της πρωτοκορινθια­κής κεραμεικής παράδοσης (π.χ. αρύβαλλοι, οινοχόες, κλπ.). Τα τελευταία χρόνια η διακοσμητι­κή αυτή τάση έχει ερμηνευτεί στην έρευνα με έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο. Έχει, δηλαδή, θεω­ρηθεί ότι η έντονη αυτή παρουσία ζωφόρων στα αγγεία της Αρχαϊκής Εποχής σχετίζεται με τις διαδικασίες αστικοποίησης που λάμβαναν χώρα την περίοδο εκείνη στον ελλα­δικό χώρο. Η επαναλαμβανόμενη παρουσία άγριων ζώων στα αγγεία συμβολίζει την αντιδια­στολή ανάμεσα στον μη αστικό χώρο της άγριας φύσης από την μια μεριά και στον σταδιακά διαμορφούμενο αστικό κόσμο της πόλεως από την άλλη.

Εδώ ο όρος «αστικός» δεν έχει, φυσικά, την ταξική έννοια, με την οποία φορτίστηκε στο πλαί­σιο της γερμανόφωνης κοινωνιολογίας και πολιτικής θεωρίας του 19ου αιώνα. Σε αυτή την περί­πτωση αναφέρεται κυρίως στις αλλαγές στον τρόπο και στην αντίληψη της ζωής, καθώς και στον βαθμό κοινωνικής πολυπλοκότητας που επέφερε η αστικοποίηση, δηλαδή η συνύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων εντός των τειχών του αστικού περιβάλλοντος. Μια εξέλιξη, η οποία σε ό,τι αφορά την ηπειρωτική και νη­σιωτική Ελλάδα είχε πάντοτε ιδιαίτερη σημασία, αφού εδώ η δια­χρονικά τυπική συγκρότηση σχετικά μικρών οικισμών δεν υπαγορευόταν μόνον από δημογραφικούς ή γενικότερα πολιτιστικούς λόγους, αλλά και από την χαρακτηριστική γεω­μορφολογία του τόπου. Συνεπώς, με αυτή του την έννοια ο όρος «αστικός» μοιάζει να αποκτά πολύ μεγαλύτερη συνάφεια με σημαντικά ζητήματα της ιστορικής και πολιτιστικής εξέλιξης στην Ελλάδα απ’ ό,τι με την κεντροευρωπαϊκή του νοηματοδότηση.

Και αυτό διότι είναι ενδιαφέρον να προσπαθήσει κανείς να διερευνήσει σε τι συνίσταται η «άγρια φύση» των αρχαϊκών αγγείων στο πλαίσιο μιας πιο βαθιάς, ανθρωπολογικής προσέγγι­σης. Ποια είναι τα «άγρια ζώα» των ζωφόρων που αντιπαρατίθενται στον αστικό κόσμο; Η προσπάθεια απάντησης του ερωτήματος περνά σίγουρα μέσα από την μελέτη των βασικών αν­θρωπολογικών χαρακτηριστικών του μη αστικού χώρου, ένα από τα οποία είναι ο χαμηλότερος βαθμός κοινωνικών διαφοροποιήσεων. Το φάσμα π.χ. των βιοποριστικών και λοιπών ενασχο­λήσεων είναι σε αυτόν πολύ μικρότερο απ’ ό,τι η διαρκώς αυξανόμενη ποικιλομορφία επαγγελ­ματικών εξειδικεύσεων και ειδικών ενδιαφερόντων που απαντά στον ανεπτυγμένο αστικό χώρο. Σαν αποτέλεσμα, αντίστοιχος είναι και ο βαθμός διαφοροποίησης όσον αφορά την πνευ­ματική συγκρότηση και την κουλτούρα της συμπεριφοράς. Στην μη αστική, παραδο­σιακή κοι­νωνία η πάροδος του χρόνου και η ηλικία συχνά δεν διαφοροποιούν σχεδόν καθόλου την κα­τάσταση εκείνη κοινών παραστάσεων, παρόμοιων εμπειριών και κοινού πνευματικού ορίζοντα που χα­ρακτηρίζει τα μέλη της. Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται και ένα ιδιαίτερα σαφές πλαί­σιο ανταγωνισμού για το ποιος είναι κάθε φορά πιο μπροστά πάνω στην ίδια λίγο-πολύ «γραμ­μή». Στον αστικό χώρο, αντιθέτως, το κοινό αυτό έδαφος μοιάζει να διατηρείται μόνο μέχρι τις τελευ­ταίες τάξεις του σχολείου, αφού λίγο μετά θα αρχίσει η έντονη απόκλιση ενασχολήσεων, ενδια­φερόντων και αντιστοίχως διαφορετικών κοινωνικοποιητικών διαδικασιών που λαμβάνει χώρα μέσα στο πλαίσιο της αστικής ποικιλομορφίας.

Στον μη αστικό χώρο, ο μικρός πληθυσμός, οι μικρές αποκλίσεις του και οι έντονα φυσικές κα­ταβολές του ανθρωπολογικού του υποβάθρου καθορίζουν μερικούς κύριους άξονες αντίληψης της ζωής και της κοινωνίας. Χαρακτηριστική είναι συχνά μια κουλτούρα συμπεριφοράς που έχει ως διαρκές σημείο αναφοράς, αλλά και αντα­γωνισμού τις πιο βασικές λει­τουργίες ενός πρωτεύο­ντος θηλαστικού (όπως το γένος Homo), δη­λαδή την γενετήσια ορμή και την εξασφάλι­ση και απόλαυση της τροφής. Μέσα από την καλή επίδοση στο θέμα της προσωπικής και επαγ­γελματικής ή οικονομικής αποκατάστασης, όπως θα λέγαμε σήμερα, επιτυγχάνεται η κοινωνική αποδοχή και η εναρμόνιση με τα παραδοσιακά πρότυπα. Αντιθέτως, σαφώς δακτυλοδεικτούμε­νοι είναι όσοι εκφράζουν έναν αποκλίνοντα τρόπο ζωής και μια διαφορετική κουλτούρα συμπε­ριφοράς, όσοι π.χ. «καθυστερούν» την προσωπική τους αποκατάσταση για χάρη άλλων προ­σωπικών στόχων, όσοι δεν αρέσκονται στους διαρκείς, σε­ξιστικής φύσεως αστεϊσμούς ή όσοι δεν μπαίνουν στην διαδικα­σία απλουστευτικού ανταγωνι­σμού ως προς τις διάφορες «αποκατα­στάσεις» και επιδόσεις, αμ­φισβητώντας έτσι de facto το «κοινό έδαφος», επί του οποί­ου ο αντα­γωνισμός αυτός αναπτύσ­σεται. Ο αρνητισμός, η καχυ­ποψία και η συμπλεγματική ζη­λοφθονία ή και επιθετικότητα απένα­ντι σε κάθε τρόπο ζωής που αποκλίνει από τις απλές αυτές αντιλήψεις κομφορμισμού (ομοιο­μορφίας) συνδέονται άρρηκτα και με γενικότερες τάσεις συντη­ρητισμού και εσωστρέφειας. Πα­ράλληλα, τα βασικά αγροτοποι­μενικά ορμέμφυτα ανταγωνι­σμού και κυ­ριαρχίας εκδηλώνονται συχνά και μέσα από διάφορες μορφές αγρικότητας στην συμπεριφορά. Σε αυτές ανήκουν π.χ. η λεκτική σκαιότητα με διαρκείς, έντο­νες φωνές και επι­πλήξεις, η γενι­κότερα θορυβώδης συμπεριφορά, η ψυχολογική βία ή ακόμη και η φυσική βία στο πλαί­σιο «αν­δρικών» και πατριαρχικών αντιλήψεων για τις σχέσεις φύλων και γενεών.

Arvanitika choria Achaias

Οι αρβανίτικοι οικισμοί στην βορειοδυτική Πελοπόννησο (τέλη 19ου-αρχές 20ού αι. [πηγή])

Ο λόγος, ωστόσο, που ο αγγειογράφος της Αρχαϊκής περιόδου αισθανόταν την ανάγκη ανα­φοράς στην «άγρια φύση» του μη αστικού χώρου ήταν ίσως η εμπειρία ότι η αντίληψη ζωής του τελευταίου δεν περιοριζόταν πάντα εκτός των τειχών της πρώιμης πόλεως. Αντιθέτως, όπως ήδη υπονοήθηκε, σε πρώιμες ή στρεβλές αστικοποιητικές διαδικασίες η μη αστική κουλτούρα και νοοτροπία μπορεί να είναι παρούσα και σε έναν χώρο με φαινομενικώς αστικά χαρακτηρι­στικά, ενίοτε και με σεβαστό μέγεθος. Περίπου εκατό χιλιόμετρα πιο δυτικά από το άλλοτε κέντρο της πρωτοκορινθιακής αγγειογραφίας και λίγες χιλιάδες χρόνια μετά την εποχή του μπο­ρεί κανείς να συναντήσει ένα από τα πολλά παραδείγματα στην Ελλάδα ενός τέτοιου, φαινομε­νικά αστικού χώρου. Ή δια­φορετικά, ενός χώρου με άριστες αστικές προϋποθέσεις, οι οποίες επρόκειτο, όμως, να εξαλει­φθούν από στοιχεία της «άγριας φύσης» που κάποτε απλώς τον πε­ριέβαλλε και τελικά σε μεγάλο βαθμό τον κατέλαβε. Στην Πάτρα των αρχών του 21ου αιώνα, ακόμη και η ίδια η χωροταξία της πόλης μαρτυρεί την κατάπνιξη ενός αρχικά αστικού πυρήνα από τα μη αστικά στοιχεία. Ο κε­ντρικός πολεοδομικός ιστός του Στ. Βούλγαρη με το ορθογωνι­σμένο σύστημα δρόμων και οικο­δομικών νησίδων περι­βάλλεται πλέον από τις επεκτάσεις του αρχικού σχεδίου πόλεως που πα­ρουσιάζουν την χαρακτηριστική, άναρχη χωροταξία χω­ριού. Η εσωστρέφεια συγκεκριμένων μορφών του μη αστικού χώρου εκφράζεται και σε πιο μακροσκο­πικό επίπεδο, με την έλλει­ψη σύγχρονης διασύνδεσης της πόλης με τον έξω κόσμο (μέχρι πρότι­νος το μοναδικό κομμάτι κανονικού αυτοκινητοδρόμου από τα Γιάννενα ως την Κόρινθο ήταν το οδόστρωμα της γέφυ­ρας Ρίου-Αντιρρίου). Και εντός της πόλης, όμως, η σε μεγάλο βαθμό εγκατάλειψη του μοναδικής ομορφιάς παραλιακού με­τώπου μοιάζει να προδίδει τις ορεσίβιες αγροτοποιμενικές καταβολές ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Καταβολές άσχετες με την ιστορία και κουλτούρα μιας πόλης-λιμανιού με πα­ράδοση εξωστρέφειας και επαφών με τον έξω κόσμο. Κα­ταβολές, άλλω­στε, πληθυσμιακών ομάδων που εν μέρει, παρά τον γλωσσικό και εθνικό εξελ­ληνισμό τους, η παρουσία τους στον γεωγρα­φικό και πολιτιστικό αυτό χώρο έχει σχετικά μικρό χρονικό βάθος. Διόλου τυ­χαία, ο πιο πολυ­σύχναστος πεζόδρομος της πόλης (αυ­τός της οδού Ρ. Φεραί­ου) βρίσκεται στο εσωτερικό του αστικού ιστού και όχι στο παραλιακό τμήμα, όπως θα ανέμενε κανείς.

Περνώντας στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων, ιδιαίτερα συχνά είναι τα στοιχεία αρνητικής και εμπαθούς αντιμετώπισης των αντικομφορμιστικών τάσεων και γενικότερα της απόκλισης από το «κοινό έδαφος» αντίληψης της ζωής, της εξωτερικής εμφάνισης, των συ­μπεριφορών και ενδιαφερόντων. Σε μικρότερες ηλικίες, η κυριαρχία συγκεκριμένων προτύπων συμπεριφοράς (π.χ. κουλτούρας γηπέδου, αυτονόητης χυδαιότητας, κραιπάλης και σεξισμού) δημιουργεί τις προϋποθέσεις παρενοχλήσεων και εκφοβισμών (bullying) της μειονότη­τας όσων εμφανίζουν συνειδητά ή ασυνείδητα τάσεις διαφοροποίησης από αυτά. Σε μεγα­λύτερες ηλικίες, παρόμοια φαινόμενα κάνουν συχνά την εμφάνισή τους σε πιο συ­γκαλυμμένη μορφή, για παράδειγ­μα ως διαρκές, κακόβουλο κουτσομπολιό και δήθεν χιουμοριστικές, έντεχνες σεξιστικές νύξεις έναντι όσων εκφράζουν ένα προφίλ χαμηλών τόνων, διακριτικότητας και λεπτότητας. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η σοβαρή ενασχόληση με την επιστήμη, η οποία συνιστά ένα από τα κα­τεξοχήν προϊόντα του αστι­κού πολι­τισμού. Αυτή γίνεται συνήθως αποδεκτή μόνο όταν προσαρ­μόζεται σε συγκεκριμένες, μη αστικές αντιλήψεις περί βιοποριστικής και κοινωνικής αποκα­τάστασης (αν υπάρ­χει π.χ. μια μόνιμη θέση σε ένα δη­μόσιο ίδρυμα). Αν όχι, τότε η ίδια ενα­σχόληση μπορεί να προ­καλεί αντιδράσεις που ξε­κινούν από απλά ειρωνικούς χαρακτηρισμούς («χόμπι», «φοιτηταριά», «τεμπέληδες») για να φτάνουν ενίοτε σε συστηματική προσπάθεια απα­ξίωσης ή και επιθετικής παρενόχλησης (π.χ. με σχόλια για την εικα­ζόμενη οικο­νομική δυνατότη­τα των ασχολούμενων με την έρευνα, με συχνή υπόμνηση των σημείων, στα οποία θεω­ρούνται ότι αυ­τοί «έχουν μείνει πίσω», με εσκεμμένη παραφθορά ακόμη και των ονομάτων τους επί το «λαϊκότερο», κ.ο.κ.). Σε χαρακτηριστική αντίφαση με τις ανωτέρω τάσεις, αρκετοί από τους εκ­φραστές τους επιδεικνύουν συχνά έναν σχεδόν παιδι­κό εντυπω­σιασμό ως προς στοιχεία της σύγχρονης τε­χνολογίας (π.χ. αυτοκίνητα, μηχανές, τη­λεοράσεις, υπολογιστές), που η κατα­σκευή ακόμα και μεμονωμένων εξαρτημάτων τους προ­ϋποθέτει, φυσι­κά, άπειρες ώρες έρευνας και αναρίθμητες επιστημονικές εργασίες. Δεν είναι, βε­βαίως, τυχαίο ότι όσο κινούμαστε προς το μη αστικό περι­βάλλον τόσο πε­ρισσότερο ακόμα και τα προϊόντα αυτά της σύγχρονης τεχνολο­γίας προσαρ­μόζονται στο πλαί­σιο των γνωστών ορ­μεμφύτων ανταγωνι­σμού και αγρι­κότητας (π.χ. υπερβο­λική ταχύτητα, εκκωφαντικός θόρυ­βος εξατμήσεων, επικίνδυνες φιγούρες με τις μη­χανές, καταναλωτικός νεοπλουτισμός, κλπ.).

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι εδώ και η ειδικότερη ανθρωπολογία της οδικής συμπεριφοράς. Οι μη αστικές καταβολές προδίδονται και πάλι εύγλωττα από την μαζική έκταση φαινομένων ιδιοποίησης του αστικού χώρου, όπως π.χ. το συστηματικό διπλο(ή τριπλο)παρκάρισμα, συχνά ακόμη και με ανοιχτούς καθρέφτες ή και πόρτες. Τίποτα, ωστόσο, δεν συγκρίνεται με την σο­καριστική εμπειρία της εθνικής οδού Πα­τρών-Πύργου, καθώς και της παλαιάς οδού Πα­τρών-Αράξου. Στο πλαίσιο αυτής της λίγο παράξενης, πλην όμως λίαν αποκαλυπτικής επι­τόπιας ανθρωπολογικής έρευνας μπο­ρεί κανείς να δει να περνούν μπροστά στα μάτια του όλα τα δομικά στοιχεία του τοπικού, μη αστικού αν­θρωπολογικού περιβάλλοντος. Αυτό αντανα­κλάται π.χ. στα συνεχή και βίαια προσπε­ράσματα, τα οποία παρα­πέμπουν ευθέως στην αντίλη­ψη της μίας και μοναδικής «γραμμής» και στο ένστικτο αντα­γωνισμού ως προς το ποιος θα βρε­θεί πιο «μπροστά» πάνω σε αυτήν, στις συχνές επιθετικές πα­ρενοχλήσεις («κολλήματα», χειρονο­μίες και κορναρίσματα) απέναντι σε όποιον οδηγεί «αντισυμ­βατικά» (με ήπια οδηγική συμπερι­φορά, σε φυσιολογικές ταχύτητες, κλπ.), στον ακατέργαστο εντυπωσιασμό από τα έντονα στοι­χεία της τεχνολογίας (θόρυβος, τα­χύτητα, κλπ.), κ.ο.κ. Περιτ­τό, φυσικά, να αναφερθεί το πλή­θος των «ατυχημάτων», στα οποία έχει οδηγήσει η διαχείρι­ση ενός επιστημονικού επιτεύγμα­τος-προϊόντος του αστικού πολιτισμού με όρους ακριβώς αντί­στροφους από αυτούς που το δη­μιούργησαν.

Patras

Να εύχεσαι να μην είναι μακρύς ο δρόμος για την πόλη…

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ευρύτερης αυτής προβληματικής είναι το γεγονός ότι οι ανωτέρω συμπεριφορές και τάσεις δεν αφορούν, όπως ίσως θα υπέθετε κανείς, μόνον αν­θρώπους με πλήρη έλλειψη παιδείας ή παραστάσεων αστικής ζωής. Πολύ συχνά τα συγκεκρι­μένα φαινόμενα αναπαράγονται και από ανθρώπους με φαινομενικά πολύ διαφορετικό προφίλ: αποφοίτους σχολίων και πανεπιστήμιων, κατόχους μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων, ενίοτε και με εμπειρίες ζωής στο εξωτερικό, συχνά και από ανθρώπους υψηλά ταξινομημένους στο πλαίσιο της ταξικής ανάλυσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται σαφές πόσο ισχυρή είναι η δομή των ανθρωπολογικών χαρακτηριστικών που αυτονόητα και ανύποπτα μεταδίδονται από γενιά σε γενιά. Ακόμη και η ανώτατη πανεπιστημιακή παιδεία μοιάζει να μην έχει την παραμι­κρή επίδραση επάνω στις συμπαγείς προαστικές νοοτροπίες ανταγωνισμού και προκρούστειου εξισωτισμού. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η στάση μερικών φορέων των εν λόγω τάσεων ως προς ένα ιδιάζον στοιχείο της νεοελληνικής κρατικής ορ­γάνωσης που δεν είναι άλλο από τον ελληνι­κό στρατό και την θητεία σε αυτόν. Η σουρεαλιστικών διαστάσεων, διαχρονικά παροιμιώδης δυσλειτουργία του συγκεκριμένου συ­στήματος, η κριτική ανάλυση της οποίας υπό άλλες συνθή­κες θα έπρεπε να κυριαρχεί επί οποιασδήποτε άλλης προσέγγισης, δίνει συχνά την θέση της σε μια χαρακτηριστικά διαφορετική στάση. Στο πλαίσιο της τελευταίας η αναφορά στο θέμα επιτε­λεί ενίοτε λειτουργία κοινωνικού ανταγωνισμού και «τιμής», με την εμμονική επίκληση του ποιος έκανε την «δυσκολότερη» θητεία, ποιος χρησιμοποίησε ή όχι «βύσμα», ποιος υπηρέτησε πραγμα­τικά και ποιος όχι, κλπ. Η έντονη απροθυμία ανάλυσης των συστημικών παθογενειών που θα μπορούσαν να εξηγήσουν με άλλους όρους τις διάφορες δυσλειτουργίες και ανισότητες συνδέε­ται στενά με μια στρεβλή πρόσληψη του εξισωτι­κού χαρακτήρα της θητείας. Η βίαιη αναίρεση των διαφοροποιήσεων, μεταξύ αυτών και της διάκρισης μη αστικού και αστικού χώρου, που δυνητικά λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της θητεί­ας, γίνεται ασμένως αποδεκτή όχι για λόγους ισότητας απέναντι στην ευθύνη υπεράσπισης της πατρίδας (λόγους που συνήθως προβάλλονται υπο­κριτικά), αλλά καθαρά στο πλαίσιο μη αστικού τύπου κοινωνικού και διαπροσωπικού ανταγω­νισμού. Η στρατιωτική (επαν)επιβολή του κομφορμισμού που έχει πάψει να υφίσταται εκτός στρατοπέδου προσφέρει, δηλαδή, μια μοναδική ευκαιρία ξεκαθαρίσματος κοινωνικών και ανθρωπολογικών λογαριασμών. Σαν απο­τέλεσμα, παγιώνεται η κατάσταση αδράνειας του κοι­νωνικού συστήματος, αφού εκτοπίζεται αυτόματα ως κοινωνικά «μη λειτουργική» κάθε σοβαρή συζήτηση για τις τρα­γικές παθογένειες της θητείας στον ελληνικό στρατό και τις προοπτικές μεταρρύθμισής της.

Εκτός του στρατού, κατά την είσοδό τους στον αστι­κό χώρο οι μη αστικές νοοτροπίες τυγ­χάνουν, όμως, υποδοχής και από άλλες δομές. Ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς π.χ. να συνα­ντήσει καταστάσεις που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να συνδέονται αποκλειστικά με στοιχεία θρησκευτικού συντη­ρητισμού ή και σκοταδισμού. Παρά ταύτα, σε κεί­μενα π.χ. όπως αυτό (προερχόμενο από εκ­κλησιαστικό παράγοντα της πόλης) βλέπει κανείς ότι είναι μάλ­λον η μη αστική ανθρωπολογική βάση φοβικής εσω­στρέφειας και ομοιομορφί­ας αυτή που προ­σλαμβάνει μορφή θρησκευτικού «εποικοδομήματος» (π.χ. η έμ­φαση στον αμι­γώς «ομολογιακό» χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών και στην θεία τιμωρία της απόκλισης [«αμαρτίας»]). Εκτός αυτού, με αφορμή το ζήτημα αυτό αξίζει να ση­μειωθεί ότι σε περιοχές όπως η Πάτρα, στον αστικό χώρο η εκκλησία έγινε συχνά και χώρος υποδοχής συγκε­κριμένων ιδιαιτεροτήτων σε ό,τι αφορά τις γενετήσιες συμπεριφορές, οι οποίες επίσης παρα­πέμπουν σε περιοδικές καταστάσεις, δημο­γραφικής κυρίως φύσεως, που αναπτύσ­σονταν πα­λαιότερα εντός του μη αστικού ανθρω­πολογικού περιβάλλοντος. Σε τέτοιες περι­πτώσεις, η έντε­χνα καμουφλα­ρισμένη, πλην όμως απολύ­τως υπαρκτή και καταπιεσμένη ιδιαιτε­ρότητα καταλή­γει να εξάγεται στο αστικό περιβάλ­λον με ένα πλήθος αποκλινουσών αντικοινω­νικών συμπερι­φορών. Σε αυτό το πλαίσιο, όχι μόνο η επα­φή με την εκκλησία, αλλά και συγκε­κριμένες κοινωνι­κές πτυχές, όπως π.χ. οι σχέσεις με το άλλο φύλο, ο γάμος, κλπ., επιτε­λούν λει­τουργίες άσχετες με την πρωτογενή ουσία τους. Σε αυτές ανήκουν η αγωνιώδης προσπάθεια συγκάλυ­ψης ιδιαι­τεροτήτων –που σε μια πραγματικά αστι­κή και ανοιχτή κοινωνία θα έπρεπε να εκδη­λώνονται ελεύ­θερα–, ο ανταγω­νισμός και η «έξωθεν καλή μαρτυρία» της κοινωνίας. Το απο­τέλεσμα είναι και πάλι η κοινωνική αποτελμάτω­ση και η μη παραδοχή και διαιώνιση εξόχως αντικοινωνικών ή και βαρέως ψυχο­παθολογικών συμπεριφο­ρών.

Ιδιαίτερα σημαντικό για την τοπική ιστορία είναι, επίσης, και το γεγονός ότι σε περιπτώσεις όπως οι ανωτέρω η εν λόγω νοοτροπία εσωστρέφειας κάνει την εμφάνισή της και ως εχθρική στάση έναντι «των ετεροδόξων και των αλλοθρήσκων». Το πρόβλημα εδώ δεν είναι μόνο ότι για άλλη μια φορά τοπικοί παράγοντες «πιάνονται» να δείχνουν χαρακτηριστικά ξένοι προς την κο­σμοπολίτικη, αστική εξωστρέφεια μιας πόλης με ιστορία συνύπαρξης Ορθοδόξων και Καθολι­κών, καθώς και μακρά παράδοση επαφών με την Δύση. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι δύ­σκολα μπορεί κανείς να αποσυνδέσει τόσο τις τάσεις αυτές όσο και όλα τα φαινόμενα που περι­γράφηκαν ως τώρα με τον καλύτερα κρυμμένο σκελετό στην ντουλάπα της σύγχρονης ιστορίας των Πατρών: το πογκρόμ κατά των Ιταλοπατρινών* κατά την δεκαετία του 1940. Με αφορμή με­μονωμένες περιπτώσεις συνεργασίας με το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας, μια ολόκληρη κοινότητα που αριθμούσε άλλοτε έως και 15000 ανθρώπους διώχθηκε μετά τον πόλεμο, οι περιουσίες της λεηλατήθηκαν και η συνεισφορά της στην αστική κουλτούρα της πόλης εξαλείφθηκε. Πρόκειται για ένα καλό παράδειγμα που δείχνει ότι ανθρω­πολογικά χαρακτηριστικά σαν αυτά που αναφέρθηκαν σε αυτό το κείμενο δεν είναι απλώς γρα­φικές εκδηλώσεις κακώς εννοούμενης «λαϊκότητας», ανωριμότητας ή απαιδευσίας, αλλά η αν­θρωπολογική «πρώτη ύλη» για ένα δυνητικά πολύ πιο ζοφερό προϊόν. Για την διαδι­κασία συ­μπαράταξης όλων των επιμέρους ανταγωνισμών, παρενοχλήσεων, εκφοβισμών, «κατά αλλοθρήσκων» πολεμικών, συμπλεγ­μάτων, καταπιεσμένων ιδιαιτεροτήτων και λεκτικών βιαιο­τήτων, καθώς και λοιπών ανθρωπο­λογικών και εθνολογικών περιπλοκών στην ενιαία ζωφόρο των «άγριων ζώων» που αντιστρα­τεύονται τον αστικό πολιτισμό.

Συνοψίζοντας, ο «κακός Πατρινός» των διηγήσεων και των θρύλων είναι στην πραγματικότη­τα ο μη Πατρινός, δηλαδή ο κάτοικος εκείνος ενός –για τα ελληνικά δεδομένα– μεγάλου αστικού κέντρου, ο οποίος στερείται, όμως, πραγματικής αστικής νοοτροπίας. Ένας άνθρωπος που, όπως έχει συχνά τονιστεί, δεν αγαπά την πόλη του, γιατί απλούστατα δεν είναι πόλη του, αφού σε αρκετές περιπτώσεις το χρονικό βάθος της παρουσίας του σε αυτή είναι τόσο μικρό όσο και αυτό της αστικής του κουλτούρας. Και ένας άνθρωπος που τα συντηρητικά, μη αστικά χαρα­κτηριστικά του ξεχύθη­καν κάποτε στον αστικό χώρο, καθυστερώντας την αστική ανάπτυξη, δη­λητηριάζοντας την κοινωνική ζωή και αναζητώντας κάλυψη μέσα σε συγκεκριμένες δομές (με­ταξύ αυτών, διόλου τυχαία, και στην κατά τα άλλα «προοδευτική» παράταξη της μεταπολί­τευσης). Είναι, φυ­σικά, προφανές ότι όσα προηγήθηκαν δεν θα μπορούσαν ποτέ να αναφέρο­νται γενικευτικά στο σύνο­λο των πολιτών μιας πόλης. Μιας πόλης που έχει κι αυτή εντός των κόλπων της την δική της ποικιλομορφία και τους δικούς της αξιόλογους ανθρώπους, τους δικούς της «καλούς Πατρινούς». Αντιθέτως, σκοπός των προαναφερθέντων είναι ακριβώς να στηρίξουν όσους υπέστη­σαν και υφίστανται τις διάφορες πτυχές της ανθρωπολογίας του «κακού Πατρινού», ενθαρρύνοντας παράλληλα και όσους εκ των φο­ρέων της θα ήθελαν να κάνουν το βήμα προς τα εμπρός, μέσα από αναστο­χασμό, αυτοκριτι­κή και αποστασιοποίηση από τα αρνητικά πρότυπα. Διότι, όσο πανίσχυρη κι αν φαντάζει πράγ­ματι η «δομή» σε όσους νιώθουμε να συνθλιβόμαστε από αυτή, η πόλη αυτή δεν παύει να είναι και δική μας.

Ο αγγειογράφος των Αρχαϊκών χρόνων διέκρινε ανάμεσα στον κόσμο της πόλεως και στην «άγρια φύση», ανάμεσα στην πολιτιστική και κοινωνική πολυπλοκότητα της αστικής ζωής από την μια μεριά και την τραχιά ομοιομορφία της προαστικής, παραδο­σιακής κοινωνίας από την άλλη. Υπό το πρίσμα, λοιπόν, όσων προηγήθηκαν ίσως να είναι τελι­κά η δική του προσέγγιση αυτή που πρέπει να υιοθετήσουμε για να κατανοήσουμε μερικές ση­μαντικές πτυχές της σύγχρο­νης ελληνικής πραγματι­κότητας. Μάλλον λιγότερο κατάλληλες μοιάζουν, αντίθετα, κάποιες άλ­λες μορ­φές κατα­νόησης της έννοιας του «αστικού», προερχόμε­νες γεωγραφικά και πολιτιστικά από την κάποτε…ευρύτερη «άγρια φύση» του ελληνικού κόσμου της 1ης χιλιετίας π.Χ.

* Για μια πρόσφατη μελέτη επί του θέματος βλ. εδώ (σελ. 250-265).

  1. michalakias
    Μαΐου 11, 2014 στο 14:54

    Δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε μια λιγότερο εμβριθή προσέγγιση, Θόδωρε… Αναλυτικά πυκνή, ανοικτή σε δεύτερες και τρίτες αναγώσεις και με άφθονη (gourmet) τροφή για σκέψη! Μία μόνο, εντελώς καλοπροαίρετη, παρατήρηση: αν και πουθενά δεν δηλώνεται, ούτε και ως υπαινιγμός, μήπως η όλη προσέγγισή σου δίνει λαβή και πάτημα για μια μηχανιστική θεώρηση του τύπου «αστός=καλός Πατρινός» εναντίον «μη αστού=κακού Πατρινού»; Μ’ άλλα λόγια ότι τα δεινά της πόλης μας οφείλονται σε μια τέτοιου είδους αντιπαλότητα.
    Η προτελευταία παράγραφος του κειμένου σου δείχνει ότι δεν ασπάζεσαι αυτό το σχήμα, αλλά η όλη αύρα του υπόλοιπου κειμένου (μου) δημιουργεί μια τέτοιου τύπου υποψία.

  2. Μαΐου 11, 2014 στο 16:00

    Ευχαριστώ πολύ για τα καλά λόγια και για την συμμετοχή στην συζήτηση πάνω σε ένα θέμα σίγουρα ευαίσθητο για όσους προερχόμαστε από την υπό εξέταση περιοχή! Σίγουρα κανένα μηχανιστικό σχήμα ή δίπολο δεν μπορεί να περικλείσει όλες τις πτυχές της πάντα σύνθετης κοινωνικής πραγματικότητας. Άλλωστε, και τα ίδια τα ερμηνευτικά εργαλεία, πτυχές των οποίων αξιοποιούνται εμμέσως στο κείμενο (λειτουργισμός, δομισμός), έχουν δεχθεί την δική τους κριτική στην ιστορία της έρευνας των κοινωνιών. Μου δίνεις, επίσης, την ευκαιρία να διασαφηνίσω ότι δεν είναι οπωσδήποτε το ίδιο πράγμα ο «κακός Πατρινός», όπως σκιαγραφείται στο κείμενο, και ένας οποιοσδήποτε κακός άνθρωπος (όσο κι αν ο επιθετικός προσδιορισμός «κακός» ακούγεται και είναι απλουστευτικός) που μπορεί να ζει στην Πάτρα ή οπουδήποτε αλλού. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να δέρνει την γυναίκα του είτε επειδή έχει διάφορα ψυχολογικά προβλήματα (ή π.χ. βρίσκεται υπό την επήρεια ουσιών) είτε επειδή αναπαράγει συγκεκριμένα πρότυπα αντίληψης για τις σχέσεις μεταξύ των φύλων, τα οποία έχει γνωρίσει στο οικογενειακό του περιβάλλον. Το κείμενο αναφέρεται ξεκάθαρα σε περιπτώσεις όπως η δεύτερη εκδοχή του παραδείγματος αυτού (οι οποίες από μόνες τους δεν περιορίζονται φυσικά στην Πάτρα).

    Επιπλέον, τα προβλήματα της Πάτρας πιστεύω ότι οφείλονται όχι σε αντιπαλότητα μεταξύ αστικών και μη αστικών αντιλήψεων, αλλά στο αντίθετο: στην σε μεγάλο βαθμό επικράτηση των δεύτερων. Περιστασιακές αντιπαλότητες σαφώς υπήρχαν και υπάρχουν είτε σε μεμονωμένες διαπροσωπικές ιστορίες είτε, ενδεχομένως, σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα (π.χ. στην ιστορία των Ιταλοπατρινών). Όμως, αυτές δεν νομίζω ότι κλονίζουν τα βασικά στοιχεία της κοινωνικής δομής που κατά την άποψή μου είναι έντονα μη αστική. Να διευκρινίσω, βέβαια, εδώ και πάλι ότι ο όρος «αστικός» δεν χρησιμοποιείται με ταξικό περιεχόμενο, αλλά ούτε και με μονοδιάστατα ηθικό, όπως αναφέρθηκε και πιο πριν. Για να αναφέρω άλλο ένα παράδειγμα, δεν σημαίνει ότι επειδή κάποιος διπλοπαρκάρει παντού και συστηματικά είναι κακός άνθρωπος. Σημαίνει, όμως, ότι συχνά δυσχεραίνει την συνύπαρξη μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον. Δυστυχώς, βέβαια, δεν είναι όλες οι εξεταζόμενες περιπτώσεις τόσο «αθώες»…Τέλος, ένα σημαντικό στοιχείο όσον αφορά την Πάτρα είναι ότι ανθρωπολογικά στοιχεία, όπως αυτά που εξετάζονται, έχουν τόσο αρνητική επίδραση και λόγω του μεγέθους της πόλης, αλλά και των άριστων προϋποθέσεων που αυτή έχει και που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να την έχουν καταστήσει πόλη-πρότυπο για τα ελληνικά δεδομένα.

  3. Ξανθόπουλος Παναγιώτης
    Μαΐου 27, 2014 στο 11:05

    Φίλε Θοδωρή,
    Θα ήθελα να τονίσω δύο σημεία στο κατά τα άλλα εξαιρετικό κείμενό σου. Το ένα σχετίζεται με την αντίστιξη αγροτικού/ αστικού χώρου και χρόνου και το δεύτερο με της βίαιες συμπεριφορές.
    Η μετάβαση από το χωριό στην πόλη στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, διακρίνει εμφανώς τους δύο χώρους. Στη μεν αγροτική κοινότητα υπάρχει εύρος χώρου, ενότητα ανάμεσα στο νοικοκυριό και τον δημόσιο χώρο και κοινωνικές διευθετήσεις οι οποίες συνομιλούν με αυτά τα δεδομένα. Αντίστροφα στον αστικό χώρο εντοπίζονται σημάδια στενότητας, διάκριση δημόσιου/ ιδιωτικού χώρου και κρίνεται αναγκαία η θέσπιση εκ νέου κανόνων προκειμένου να γίνει βιώσιμη η καθημερινότητα στις πόλεις. Στα πλαίσια αυτά διαμορφώνονται λειτουργικοί κανόνες για ελεγχόμενη στάθμευση, κοινωνική συμπεριφορά των οδηγών, έλεγχος θορύβου, πάρκα, καθιέρωση τυπικών/ ορθολογικών σχέσεων, κτλ.
    Στο θέμα του χρόνου, η προβληματική για την οριοθετημένη χρονολογικά οργάνωση της πόλης δίνει έμφαση στην ακρίβεια, το χρονόμετρο, τα συγκεκριμένα ωράρια, τους γενικότερους γρήγορους ρυθμούς, εκφράζοντας έτσι μια τυπικότητα στο σύνολο των δραστηριοτήτων. Σε αντιστροφή πάλι το χωριό βασίζεται περισσότερο στον «αργό» χρόνο της φύσης, των αγροτικών εργασιών, δηλαδή της σποράς, της συγκομιδής, της αναπαραγωγής των κτηνών, σχέσεις βασισμένες στην παράδοση, προσωπικές, άτυπες, κτλ. Υπάρχει δηλαδή μια ποιοτική διαφορά και αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο χώρους. Από τα παραπάνω προκύπτει, εύλογα, η ερώτηση: Μπορεί η προβληματική αυτή να εφαρμοστεί στην Ελλάδα;
    Στον ελληνικό χώρο βιώνουμε μια υβριδικού τύπου συγκρότηση της πόλης/ χωριού. Η ταχύτητα με την οποία πραγματοποιήθηκε η αστικοποίηση εμφανίζει ορισμένα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά, όπως την αναρχία στη δόμηση, την ελάχιστη ύπαρξη χώρων πρασίνου, τις λίγες, σε σχέση με τα νεοπλουτίστικα δεδομένα, θέσεις στάθμευσης, την κακή ποιότητα των συγκοινωνιών, τον συμφυρμό παραδοσιακών και νεωτερικών σχέσεων και σαφώς τη μη διακοπή της σύνδεσης με το χωριό. Μάλιστα ο ίδιος ο αγροτικός χώρος φέρει πλέον τα σημάδια του αστικού. (Ας θυμηθούμε της συνδέσεις διαδικτύου σε απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές). Τα χωροχρονικά δεδομένα επομένως, συνδιαλέγονται και με ανάλογες συμπεριφορές. Στο θέμα του χρόνου, είναι γνωστή η χαλαρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται τα ραντεβού, όχι μόνο σε φιλικό, αλλά και σε επαγγελματικό επίπεδο, δηλαδή σε θέματα που έχουν άμεσες επιπτώσεις στο βιοπορισμό κάποιου. Στο θέμα του χώρου συνεχώς γίνονται αντιληπτά προβλήματα από την ιδιόμορφη αντίληψη κατοχής δημόσιου και ιδιωτικού χώρου. Δύο παραδείγματα μπορούν, πιστεύω, να διασαφηνίσουν το θέμα: Οι περισσότεροι ίσως έχουμε παρατηρήσει την τάση μόνιμης κατάληψης δημόσιου χώρου στάθμευσης από συμπολίτες μας. Πότε με κώνους, μηχανές, καρέκλες (!) κ.α., γίνεται προσπάθεια δημιουργίας ιδιωτικού πάρκινγκ. Βέβαια, επειδή κάποιος πάντα μπορεί να μετακινήσει τα μέσα αυτά, έχουν τεθεί σε εφαρμογή και αμεσότερες λύσεις. Προ διετίας θυμάμαι ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία μου έβαλε τις φωνές, επειδή στάθμευσα το αυτοκίνητό μου μπροστά στο σπίτι της. «Είναι δικό μου, είναι δικό μου», υπερασπιζόταν, «εσύ δεν ήσουν εδώ όταν το έχτισα…». Έμαθα έπειτα ότι κρατούσε η ίδια το χώρο για το αυτοκίνητο του γιου της. Καθημερινά! Από την άλλη μεριά ιδιοκτήτες χώρων στάθμευσης κάνουν συχνά παράπονα για κατάληψη από κατόχους οχημάτων του δικού τους χώρου, στερώντας τους έτσι την έξοδο για την εργασία τους…
    Σχετικά με την επιθετικότητα, τοπικές κοινωνίες που συγκρούονταν με διάφορους τρόπους χρησιμοποιώντας άμεσα ένοπλη βία, αστικοποιήθηκαν φέροντας μαζί τους ορισμένα από τα στοιχεία αυτά στις πόλεις. Πέρα από αυτό, αναρωτιέται κανείς πως διαπραγματεύτηκαν μέσα τους αλλά και εξέφρασαν τη βία οι προηγούμενες γενιές, δηλαδή τον Β παγκόσμιο πόλεμο, τον εμφύλιο, την καθημερινή κρατική βία της επόμενης περιόδου, τη δικτατορία… Θυμάμαι τα λόγια ενός άτυχου στρατιώτη της επταετίας: «Έδερνες για να μη σε δείρουν, αν και ποτέ δεν γλίτωνες». Η επιθετικότητα αυτή σήμερα μπορεί να εκφραστεί ακόμη και με τα μάτια. Σε τυχαίες συναντήσεις στο δρόμο υπάρχει πιθανότητα κάποιος να αρχίσει να κοιτάει έντονα και απειλητικά όποιον συναντήσει. Όποιος αποστρέψει πρώτος το βλέμμα, «χάνει», «υποτάσσεται». Αν κανείς από τους δύο δεν το πραγματοποιήσει, τότε μπορεί να «ζητήσει κανείς το λόγο», όπως λέγεται χαρακτηριστικά και με την ανάλογη εξέλιξη.
    Φυσικά, δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει τα άμεσα υποκείμενα, (δηλαδή όλους μας) γιατί εμπλέκονται σε αυτές τις σχέσεις πόλης/ χωριού, τις οποίες δεν επέλεξαν και αυτό συνιστά μια αδυναμία της δομικής προσέγγισης. Αν δηλαδή οι άνθρωποι αναγκαστικά εισέρχονται στις σχέσεις αυτές, πώς θα μπορούσαν να τις αλλάξουν; Εξάλλου, ο αμιγώς αστικός χώρος φέρει πολλά αρνητικά χαρακτηριστικά, όπως φτωχοποίηση, ατομισμό, μοναξιά, ρύπανση του περιβάλλοντος, ανταγωνισμό συμφερόντων, απάνθρωπο εξορθολογισμό, από-ηθικοποίηση των σχέσεων, κτλ, τα οποία έθιξαν πολλοί κοινωνιολόγοι. Μάλιστα η ίδια η δημιουργία της κοινωνιολογίας συνδέεται με αυτό το θέμα. Αντιληφθήκαμε τους εαυτούς μας, το ανήκειν σε κοινωνία, τη στιγμή ακριβώς της αστικοποίησης.
    Καταλήγοντας έχει σημασία, νομίζω, να γίνει συνειδητή η ιδιόμορφη αυτή ταυτότητα και να τεθούν αλλά και να εφαρμοστούν οι πλειοψηφικοί κανόνες συμβίωσης, χωρίς να χρειαστεί να μιμηθούμε κάποιο ξένο μοντέλο. Μήπως τελικά μπορούν να συνδυαστούν με θετικό τρόπο οι δύο αυτές ταυτότητες;

  4. Ξανθόπουλος Παναγιώτης
    Μαΐου 27, 2014 στο 11:08

    Δυστυχώς έγινε κάποιο λάθος στο όνομα του άνωθεν κειμένου.

  5. Μαΐου 27, 2014 στο 11:57

    Οκ, διορθώθηκε το λάθος στο όνομα. Στο σχόλιό σου περιγράφεις πολύ εύστοχα τα φαινόμενα που βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης, ενώ εύγλωττα είναι τα παραδείγματα τόσο με την πολύ συχνή έλλειψη ακρίβειας στα ραντεβού όσο και με την ηλικιωμένη που υπερασπιζόταν φανατικά την δική της προαστική αντίληψη του χώρου μπροστά στο σπίτι της. Είναι, επίσης, πολύ σωστό ότι ούτε ο αστικός χώρος έχει μόνο προτερήματα ούτε ο μη αστικός χώρος μόνο μειονεκτήματα. Ο συνδυασμός των θετικών στοιχείων των δύο ταυτοτήτων θα μπορούσε να είναι πράγματι το μεγάλο διακύβευμα. Κάτι τέτοιο, όμως, φαντάζει προς το παρόν δύσκολο, αφού, όπως συχνά διαπιστώνουμε, δυστυχώς στην Ελλάδα προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τα φαινόμενα με σχεδόν κάθε άλλο τρόπο εκτός από αυτόν που μοιάζει να αγγίζει πιο πειστικά τις διαστάσεις αυτής της πραγματικότητας. Αξίζει να θυμηθούμε π.χ. πόσες φορές έχει γίνει προσπάθεια στο παρελθόν να προσεγγιστούν κάποια από τα υπό συζήτηση φαινόμενα απλώς ως «κακές νοοτροπίες», με σχεδόν μυστικιστικό θεολογικοφιλοσοφικό υπόβαθρο (π.χ. αναλύσεις συγκεκριμένων φιλοσόφων ή φιλοσοφούντων). Ή πόσες φορές επιστρατεύονται εργαλεία αμιγώς ιδεολογικής ή ταξικής ανάλυσης για να ερμηνευτούν φαινόμενα, όπως η Χρυσή Αυγή, τα οποία συνδέονται σαφέστατα με καταστάσεις σαν κι αυτές που περιγράφεις («Σχετικά με την επιθετικότητα, τοπικές κοινωνίες που συγκρούονταν με διάφορους τρόπους χρησιμοποιώντας άμεσα ένοπλη βία, αστικοποιήθηκαν φέροντας μαζί τους ορισμένα από τα στοιχεία αυτά στις πόλεις»). Δίνεται σαφώς η εντύπωση ότι (μερικές φορές τουλάχιστον) τα ακατάλληλα ερμηνευτικά εργαλεία υιοθετούνται με όρους λειτουργισμού, προκειμένου να αποφευχθεί ακριβώς η όχι και τόσο ευχάριστη διαδικασία της ανάλυσης των παραδοσιακών μας ταυτοτήτων. Ταυτοτήτων, οι οποίες συχνά αποτελούν αντικείμενο ρομαντικού τύπου «υπερηφάνιας», χωρίς ιδιαίτερο αναστοχασμό για το είδος της επίδρασης που ασκούν εξακολουθητικά εντός του σύγχρονου αστικού περιβάλλοντος. Και φυσικά, σε μια χώρα που ίδιος ο πανεπιστημιακός υπουργός παιδείας έσπευσε να εκφράσει δημόσια την στήριξή του σε μία από τις βασικές κοινωνιολογικές συνιστώσες της Χρυσής Αυγής (δηλ. την κουλτούρα της γηπεδικής-συνδεσμίτικης βίας, η οποία εν τέλει θριάμβευσε σε δύο μεγάλους δήμους της χώρας), δεν υπάρχουν ελπίδες ότι σύντομα ζητήματα ταυτότητας θα βρουν κάποια θέση και στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος.

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: