Αρχική > Ανθρωπολογικά, Ελληνο/vs./Γερμανικά > Ευρώπη με απενεργοποιημένα τα σχόλια

Ευρώπη με απενεργοποιημένα τα σχόλια

«Οι Έλληνες είναι ντροπή για όλη την Ευρώπη». «Θα έπρεπε ήδη προ πολλού να έχουν τιμωρήσει πα­ραδειγματικά την Ελλάδα και μετά να την έχουν αφήσει να ψοφήσει!!! Μόνο έτσι καταλαβαίνουν τα κράτη της σπατάλης, της διαφθοράς, της ανικανότητας, του ψέματος και της απάτης». «Και συνεχί­ζουν να καίγονται εκατομμύρια των Γερμανών φορολογουμένων για αυτή την χώρα!». «Αν μετά τις εκλογές δοθεί έστω κι ένα σεντ στους Έλληνες, θέλω να τους δω όλους κάτω στους δρόμους, στα οδοφράγματα!». «Η Ελλάδα είναι χρεοκοπημένη, αλλά οι Έλληνες είναι πιο πλούσιοι από τους Γερμα­νούς. Έχετε ακόμα απορίες;». «Εάν η Ελλάδα διεκδικεί ακόμα για τον εαυτό της τον Μέγα Αλέξανδρο, τότε θα πρέπει ίσως να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις στην μισή Ασία!». «Γιατί η Ελλάδα να παραμένει κυρίαρχο κράτος, όταν ακόμα και οι ίδιοι οι Έλληνες θεωρούν το κράτος αυτό τόσο κακό;».

Bild-Kommentare

Κατά τα χρόνια της κρίσης, στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες του μεσογειακού νότου υπήρξαν και υπάρχουν ακόμη δύο κατηγορίες ανθρώπων: η μία είναι αυτή όσων, γνωρίζοντας γερμανικά, επιδίδο­νται συχνά στην ανάγνωση σχολίων αναγνωστών στις ηλεκτρονικές εκδόσεις των γερμανικών εφη­μερίδων. Η άλλη κατηγορία είναι των ανθρώπων που είτε δεν συμβαίνει να γνωρίζουν την γερμανική γλώσσα είτε την γνωρίζουν μεν, αλλά δεν επιδίδονται στο ανωτέρω ψυχοφθόρο σπορ. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών ανθρώπων υφίσταται μια αι­σθητή διαφορά στην γενικότερη πρόσληψη της κρίσης. Αναμφισβήτητα, η γνώση της γερμανικής γλώσσας δεν αποτελεί αναγκαστική προϋπόθεση για να αντιληφθεί κανείς σημαντικές παραμέτρους της γερμανικής αντίληψης για την κρίση. Δηλώσεις, σχόλια και πρωτοσέλιδα από την Γερμανία ανα­παράγονται διαρκώς μεταφρασμένα στην χώρα μας, ενώ τα βασικά χαρακτηριστικά της γερμανικής προσέγγισης στα της Ευρώπης είναι μια προ πολλού απτή πραγματικότητα για όλους, γερμανομαθείς και μη. Κι όμως, η αίσθηση που μένει σε όσους διαβάζουν τακτικά τα σχόλια για την Ελλάδα Γερμα­νών αναγνωστών (όχι μόνο στην ναυαρχίδα του ρατσιστικού μίσους εφημερίδα Bild, αλλά και σε υποτίθεται πολύ πιο σοβαρές εφημερίδες, όπως π.χ. η Frankfurter Allgemeine Zeitung [FAZ]) δύσκολα μπορεί να παραλληλιστεί με κάποιο άλλο πλαίσιο εμπειρικής πρόσληψης των τεκταινομένων στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Χαριτολογώντας ελαφρώς, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ένας από τους λόγους που η ευρω­ζώνη υπάρχει ακόμα είναι ακριβώς αυτός: ότι, δηλαδή, η τακτική επαφή με σχόλια, όπως αυτά στην αρχή του παρόντος κειμένου, αποτελεί διαστροφή λίγων και όχι συνήθεια ή δυνατότητα των πολλών.

Για όσους, λοιπόν, έχουν την δυστυχία να γνωρίζουν γερμανικά και να μοιράζονται την εν λόγω μα­ζοχιστική συνήθεια, τα τελευταία χρόνια αποτελούν μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής οδύνης. Στην οθόνη του υπολογιστή τους ανοίγεται τακτικά ένα «παράθυρο» όχι στο μέλλον της Ευρώπης, αλλά σε έναν νέο (γερμανικό) Μεσαίωνα: οι παβλοφικές αντιδράσεις πολλών Γερμανών σχολιαστών την στιγμή που στον τίτλο του ηλεκτρονικού άρθρου εντοπίζονται οι λέξεις-κλειδιά «Griechenland» ή «Griechen» εκ­φράζονται τόσο με τον αριθμό των σχολίων (παλαιότερα όχι σπάνια έως και χιλιάδες, τον τελευταίο καιρό έως και μερικές εκατοντάδες) όσο, φυσικά, και με το περιεχόμενό τους. Κύριο χαρακτηριστικό του ο αντανακλαστικός και εντελώς μονόπλευρος ηθικισμός, συνδυασμένος, ιδίως στις πρώτες φάσεις της κρίσης, με την έλλειψη ακόμα και στοιχειώδους ενημέρωσης για την πραγματική φύση των πακέτων «διάσωσης» της Ελλάδας και των πολιτικών που τα συνόδευσαν. Πολλοί από τους εν λόγω σχολιαστές δίνουν την βάσιμη εντύπωση ότι δεν έχουν αντιληφθεί πως η «διάσωση» της Ελλάδας είναι στην ουσία διάσωση των (εν μέρει Γερμανών) δανειστών του ελληνικού κράτους. Φαίνεται, επίσης, ότι δεν έχουν πληρο­φορηθεί για τα κέρδη της Γερμανίας από την κρίση, δηλαδή για το γεγονός ότι δεν χάνουν λεφτά δίνο­ντάς τα σε ένα «βαρέλι δίχως πάτο», αλλά αντιθέτως αντιπροσωπεύουν οι ίδιοι το βαρέλι δίχως πάτο του ήδη ομολογημένου αθέμιτου ανταγωνισμού και κέρδους εντός της Ε.Ε.

Ακόμα και τέσσερα χρόνια μετά αρκετοί από τους σχολιαστές αυτούς είναι σαν να μην έχουν ακούσει τίποτα για τον ρόλο των μεγάλων γερμανικών εταιριών στο όργιο της μεταπολιτευτικής διαφθοράς στην Ελ­λάδα ή για τις διαρ­κείς δικαστικές περιπέτειες των μεγαλύτερων τραπεζών τους (και δανειστών του ελληνικού κράτους), όπως η Deutsche Bank. Κυρίως φαίνεται σαν να μην έχουν σαφή συναίσθηση ότι στην χώρα τους ήταν που όχι στα «παλαιά» χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έλαβε χώρα το μεγαλύτερο ίσως οικονομικό σκάνδαλο στην πρόσφατη ιστορία της Ευρώπης, το σκάνδαλο Treuhand, με το ξεπούλημα της περιουσίας της πρώην Ανατολικής Γερμα­νίας (χαρακτηριστική εδώ ακόμη και η ηχητική ομοιότητα των λέξεων «Treuhand» και «Τρόικα»…). Όσοι, επί­σης, ειλικρινώς εξανίστανται με την αναίδεια των Ελλήνων να κάνουν λόγο για τις οφειλές της γερμα­νικής κατοχής κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (συχνά με το επιχείρημα ότι δεν έχουν καμία ευθύνη για ό,τι συνέβη πριν 70 χρόνια ή ότι η ΟΔΓ [BRD] δεν έχει σχέση ως κρατική οντότητα με το «Deutsches Reich» της εποχής εκείνης) είναι σαφές ότι δεν έχουν ενημερωθεί ότι η ΟΔΓ πλήρωσε την τελευταία δόση των επανορθώσεων του…Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 2010.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν, φυσικά, ότι είναι παράλογο ή αθέμιτο για έναν Γερμανό ή γενικότερα ξένο να ασκεί κριτική στις βαθιές παθογένειες και αναμφισβήτητες σκανδαλώδεις καταστάσεις του ελληνι­κού κράτους (π.χ. στην κατασπατάληση σημαντικού μέρους των κοινοτικών κονδυλίων από το 1981 και εξής). Εντούτοις, το γενικό πνεύμα των εν λόγω σχολίων, ιδίως ο συνδυασμός επιμονής, επιθετι­κότητας, ρατσιστικής γενίκευσης και παντελούς απροθυμίας αυτοκριτικής και στοιχειώδους διπλωμα­τικότητας ή διαλλακτικότητας, υποδηλώνει ξεκάθαρα κάτι που συχνά έχουμε τονίσει από την θέση αυτή: ότι οι ελληνικές παθογένειες δεν είναι η αιτία, αλλά η αφορμή για τις επιθέσεις αυτές. Έχουμε εδώ να κάνουμε με ένα πρωτοφανές ίσως στα χρονικά ιστορικό και ανθρωπολογικό φαινόμενο, όπου ένας λαός 80 εκατομμυρίων ασχολείται επί τέσσερα χρόνια με απίστευτη εμμονή και πάθος με το 2% της ευρωζώνης. Η ιδιαιτερότητα του φαινομένου αυτού καθίσταται, άλλωστε, σαφής και μέσα από μια απλή εμπειρική παρατήρηση. Από την αρχή της κρίσης υπήρξαν σε όλες τις χώρες του δυτικού κόσμου και της Ευρώπης αρνητικά δημοσιεύματα, σχόλια και αναλύσεις για τα κακώς κείμε­να στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει όμως ούτε μία (1) άλλη χώρα, μεταξύ της οποίας και της Ελλάδας, με­ταξύ του δικού της λαού και του ελληνικού, να δημιουργήθηκε ούτε κατά προσέγγιση μια τόσο αρνη­τική και εχθρική ατμόσφαιρα όσο αυτή μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Δεν είναι, επίσης, σίγουρο αν υπάρχει άλλο παράδειγμα χώρας-εξαγωγού που οι πολίτες της να επιτίθενται τόσο λυσσαλέα σε χώρα-καταναλωτή των προϊόντων της.

Η πνιγηρή αίσθηση βαθιάς διαπολιτισμικής εμπάθειας δεν δημιουργείται μόνο από την τάση «συλ­λογικής» τιμωρητικής διάθεσης και ηθικής εκμηδένισης (γενικευτικά οι Έλληνες εκλαμβάνονται ως «διεφθαρμένοι», «τεμπέληδες», «φοροφυγάδες», κλπ.). Προκύπτει, επίσης, και από χαρακτηριστικές πε­ριπτώσεις, όπου ακόμη και στοιχειώδεις εκδηλώσεις χαράς και ψυχαγωγίας που έχουν υποπέσει στην αντίληψη ορισμένων Γερμανών σχο­λιαστών, π.χ. η συνηθισμένη ατμόσφαιρα μιας ελληνικής παρέας σε ένα εστιατόριο ή καφέ, σκανδαλί­ζουν αφόρητα τους εν λόγω Γερμανούς παρατηρητές, οι οποίοι αυτόματα εκλαμβάνουν την ατμόσφαιρα αυτή (τα γέλια, τα πειράγματα, τις χειρονομίες, τα χαρούμε­να πρόσωπα) ως απόδειξη για το ότι «οι Έλληνες είναι πλούσιοι», ότι «δεν υπάρχει κρίση» ή ότι «συνε­χίζουν να τεμπελιάζουν με τα λεφτά μας». Χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου τυφλού ηθικιστικού αντανακλαστικού είναι και το ότι εκφράζεται διαρκώς ακόμη και σε πλαίσιο σύγχυσης ως προς την σχέση κράτους-πολίτη, με τους Έλληνες άλλοτε να εξομοιώνονται με την κατάσταση χρεωκοπίας της κρατικής τους οντότητας (Pleitegriechen, «Μπατιροέλληνες») και άλλοτε να διαχωρίζονται από αυτήν («φοροφυγάδες», «πιο πλούσιοι από τους Γερμανούς», κλπ.).

Σε όλα τα παραπάνω φαινόμενα διάχυτος είναι, φυσικά, ο ανθρωπολογικός εθνοκεντρισμός και αναλφαβητισμός, αφού ένας άλλος λαός κρίνεται με τα μέτρα και τα σταθμά του γερμανικού πολιτι­σμού (δεν λαμβάνεται π.χ. υπόψιν η πολύ διαφορετική σχέση με το χρήμα, η διαφορετική δομή της οι­κονομίας, η διαφορετική φύση των οι­κογενειακών σχέσεων, κλπ.). Κρίνεται, επίσης, και στο πλαίσιο ενός χαρακτηριστικού μηχανισμού ψυ­χολογικής «εξισορρόπησης («εμείς μεν δεν έχουμε ήλιο, θάλασ­σα, χιούμορ, ταμπεραμέντο, αλλά κι αυ­τοί δεν έχουν όσα έχουμε εμείς [εργασιακή ηθική, οργάνωση, πειθαρχία, κλπ.]»). Δεν είναι περίεργο, συνεπώς, που οποιαδήποτε προτροπή για αναλυτική και όχι αμιγώς ηθικι­στική προσέγγιση των φαι­νομένων, οποιαδήποτε ερμηνεία των ελληνικών παθογενειών δεν καταλήγει σε άνευ όρων τιμωρητικό (αυτο)μαστί­γωμα, αντιμετωπίζεται συνήθως με έντονη ειρω­νεία και επιθετι­κότητα, ως απόδειξη ότι «βρίσκετε ξανά δικαιολογίες», ότι «και πάλι σας φταίνε οι άλ­λοι», κλπ. Είναι σαφές ότι οι μάγισσες πρέπει οπωσδήποτε να καούν, με το λαϊκό αίσθημα να μην αφήνει περιθώρια για οποιεσδήποτε περιττές σκέψεις.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι, όμως, και οι περιπτώσεις που η συγκεκριμένη γερμανική διάθεση ένα­ντι της Ελλάδας εκφράζεται έμμεσα, δηλαδή όχι από τους ίδιους τους Γερμανούς, αλλά από ορι­σμένους Έλληνες που έχουν ζήσει ανάμεσά τους. Στις περιπτώσεις αυτές, μάλιστα, αίρεται η συνθήκη του γλωσσικού φραγμού και μπορεί κανείς να προσλάβει στην ελληνική γλώσσα το συγκεκριμένο πνεύμα. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό σχετικό παράδειγμα είναι τα γραφόμενα του συγγραφέα Νίκου Δήμου, ο οποίος σύμφωνα με το βιογραφικό του έχει ζήσει στο παρελθόν έξι ή επτά χρόνια στην Γερ­μανία. Η άποψη του Δήμου για την Ελλάδα και τους Έλληνες, άσχετα με το αν και σε ποιο βαθμό συμ­φωνεί ή διαφωνεί κανείς με αυτήν, παρουσιάζει χαρακτηριστικές ομοιότητες με την τυπικά γερμανική, καρικα­τουρίστικη αντίληψη της Ελλάδας. Παράλληλα, το συγγραφικό του ύφος θυμίζει έντονα τα αναλόγου πνεύ­ματος κείμενα Γερμανών σχολιαστών, όπως π.χ. του ανταποκριτή της FAZ στην «Rumelien» (όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει την Ελλάδα) M. Martens. Η ιδιαίτερη διάθεση του Δήμου για τα ελληνικά πράγμα­τα, καθώς και η χαρακτηριστική αίσθηση υπολανθάνουσας εμπάθειας και υπερβάλλουσας αποστα­σιοποίησης, είναι στοιχεία που έχουν προκαλέσει συχνά πολλές αντιδράσεις και απορίες. Στην πραγματικότητα, όμως, γίνονται αμέσως κατανοητά, ερμηνευόμενα υπό ένα συγκεκριμένο πρίσμα: ως η διαρκής προσπάθεια ενός Έλληνα να γίνει αποδεκτός από Γερμανούς που είναι φορείς των αντιλήψεων που περιγράφηκαν πιο πριν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσες φορές ο Ν. Δήμου βρέθηκε να κάθεται σε ένα τραπέζι μαζί με π.χ. πέντε ή έξι Γερμανούς της συγκεκριμένης νοοτροπίας, σίγουρα κέρδισε τα θετικά τους σχόλια, αφού η γενιτσαρικού στιλ αποστασιοποίηση του από την ιδιότητα του Έλληνα, το ηθικιστικό αυτομα­στίγωμα και η άνευ όρων προσχώρηση στις ηθικιστικές ορέξεις των συνδαιτημόνων τού εξασφάλισαν κάποια ψήγματα στοιχειώδους σεβασμού στην ανθρώπινη υπόστασή του, μαζί και με την ψευδαίσθη­ση της ενσωμάτωσής του στον πολιτισμό τους. Δεν είναι, συνεπώς, καθόλου τυχαίο ότι τα γραφόμενα του Δήμου χρησιμοποιούνται πολύ συχνά από Γερμανούς σχολιαστές ως δήθεν αποστομωτικό επιχεί­ρημα εναντίον Ελλήνων αντισχολιαστών, ως η απόδειξη ότι «να, υπάρχουν και κάποιοι Έλληνες που μπορείς να τους πάρεις στα σοβαρά» (σε αντίθεση, υπονοείται, με όλους εσάς που δεν δέχεστε να κα­είτε οικειοθελώς στην πυρά). Καθώς οι απόψεις του Δήμου έχουν ήδη καταγραφεί πολύ πριν την κρί­ση, ακόμη και πριν την συγκρότηση της ευρωζώνης, προσφέρουν μία έμμεση μεν, πλην όμως πρώτης τάξεως απόδειξη για το χρονικό βάθος της συγκεκριμένης διάθεσης αρκετών Γερμανών για την Ελ­λάδα.

Την ίδια έμμεση ένδειξη προσφέρουν, όμως, συχνά στο διαδίκτυο και άλλοι, νεώτεροι σε ηλικία Έλ­ληνες του εξωτερικού με παρελθόν ή και παρόν ζωής στην Γερμανία η στον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο. Κάποιοι από αυτούς εκδηλώνουν τα ίδια παβλοφικά αντανακλαστικά ως προς την Ελλάδα με τους γηγενείς Γερμανούς, αναπαράγοντας μια ατμόσφαιρα παρόμοια με αυτήν που απαντάται και στα γραφόμενα του Ν. Δήμου. Πολλά είναι τα παράδειγμα συζητήσεων και διαλόγων στο διαδίκτυο, όπου κάποιοι από τους εν λόγω γερμανοτραφείς σχολιαστές, συχνά με επιστημονική κιόλας ιδιότητα, εκδηλώνουν δηλητηριώδη εμπάθεια απέναντι σε οποιαδήποτε νύξη ότι η Ελλάδα δεν είναι αποκλειστι­κά και μόνο η χώρα που σκιαγραφείται στα σχόλια των γερμανικών εφημερίδων (χαρακτηριστική εί­ναι π.χ. η αποστροφή ακόμη και για την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά και όσους ασχολούνται με αυτήν, όπως έχει εκφραστεί σε συζητήσεις-σοκ σαν κι αυτή). Είναι σαφής εδώ η βαθιά ψυχολογική ανάγκη να εκμηδενιστεί κάθε ενοχλητική υπόμνηση ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι και άλλα πράγματα εκτός από τις γνωστές τις αρνητικές πτυχές. Δεν εκπλήσσει, επομένως, το γεγονός ότι όποιος ψελλίσει έστω κάτι προς την αντίθετη κατεύθυνση βρίσκει αμέσως απέναντί του τον ψυχολογικό μηχανισμό «σκο­τώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία». Κάτι που μοιάζει να αποδεικνύεται εύκολα, αφού πρόσωπα όπως αυτά δεν είναι συνήθως σε θέση να εξηγήσουν για ποιον λόγο (αν τα πράγματα είναι πράγματι τόσο καλύτερα στο περιβάλλον του εξωτερικού όπου ζουν) συνεχίζουν να ασχολού­νται τόσο εντατικά με την Ελλάδα, εκτοξεύοντας εμμονικά χολή και όξος εναντίον της.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πολλά και βαθιά προβλήματα, με χρόνιες παθογένειες σε δομές, υποδο­μές, νοοτροπίες και αντιλήψεις. Είναι, επίσης, μια χώρα με αναμφισβήτητες και τραγικές δυσλειτουργί­ες σε ό,τι αφορά την κρατική της οργάνωση και το πολιτικό της σύστημα. Υπάρχει, όμως, και κάτι που δεν είναι ή δεν θα έπρεπε να είναι η Ελλάδα: σάκος του μποξ για την πολιτισμική ψυχοθεραπεία που κάποιοι δεν έκαναν ποτέ ή για την απλή ψυχοθεραπεία όσων, συναγελαζόμενοι με τους πρώτους, βρέθηκαν κάποια στιγμή να επαιτούν τον σεβασμό για την ανθρώπινη ιδιότητά τους αποτασσόμενοι διαρκώς τον Σα­τανά της κάποτε ελληνικής τους προέλευσης. Ο τρόπος, επομένως, που αντιμετωπί­στηκε η Ελλάδα είτε από την πρωτότυπη γερμανική αντίληψη είτε από την κακέκτυπη απομίμησή της (τα σύνδρομα του «σκοτώνω την Ελλάδα για να σκοτώσω τον τρόπο ζωής που με σκανδαλίζει» και του «σκοτώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία») συνιστά μια πολύ σημαντική πτυχή της ευρωπαϊκής ιστορίας των τελευταίων χρόνων. Της ιστορίας των υπογείων εκείνων ρευμάτων της πραγματικής κοι­νωνίας, αυτής που συνεχίζει να υπάρχει κάτω από τα επιτόκια, τα τοκοχρεωλύσια, τα Eurogroup και τα spreads. Της ιστορίας, επίσης, μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας, οι τάσεις και εντάσεις της οποίας μπο­ρούν ίσως για πρώτη φορά να καταγραφούν σε πραγματικό χρόνο, μέσω της τεχνολο­γίας του διαδι­κτύου. Διότι, αντίθετα με ό,τι θα έπρεπε να έχουν ήδη προτείνει και υλοποιήσει οι πιο έν­θερμοι θια­σώτες του οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τα σχόλια στην Ευρώπη της κρίσης δεν απενερ­γοποιήθηκαν εγκαίρως, ούτε καν εν όψει ευρωεκλογών…

 

  1. Ξανθόπουλος Παναγιώτης
    Μαΐου 8, 2014 στο 16:59

    Φίλε Θοδωρή,
    το σχόλιο θα μπορούσε να έχει τον τίτλο : Η Χαϊδελβέργη συναντά τη Χαϊδελβέργη.
    Οι απόψεις του κειμένου σου μου θύμισαν ορισμένες αναγνώσεις του Βέμπερ και θα ήθελα να παρουσιάσω σύντομα κάποιες κοινές θέσεις. Στη συνέχεια θα αναφερθώ στην ειδική σχέση με τους Έλληνες. Η μεγάλη ανησυχία του Βέμπερ δεν ήταν τόσο η μαρξιανή αυξανόμενη προλεταριοποίηση, αλλά ο εξορθολογισμός της κοινωνίας, (υλισμός vs ιδεότυποι) νοούμενος αφενός ως η γενικότερη απομάγευση του κόσμου και αφετέρου ως ένα σιδερένιο κλουβί/ φυλακή των ανθρώπων (βλέπε Νίτσε, Κάφκα). Έχοντας κατά νου τις ηπειρωτικές ευρωπαϊκές κοινωνίες, (στη Γαλλία σε παρόμοιο τόνο και με κοινές επιρροές από Νίτσε υπάρχουν οι αναλύσεις του Φουκώ ως κριτική του λόγου, αν και απουσιάζουν οι αναφορές στο Βέμπερ…) υποστήριξε ότι η υποταγή των ανθρώπων ήταν βέβαιη στο βαθμό που εμπλέκονται σε αμιγώς ορθολογικούς τρόπους δράσης και δεν σχετίζονταν με παραδόσεις, συναισθήματα και ηθική. Μετατρέπονταν έτσι τα άτομα σε αναίσθητα όντα ακολουθώντας πιστά ορθολογικούς/ νομικούς κανόνες με στόχο μέγιστα αποτελέσματα μέσα από την κατάλληλη χρήση των μέσων. (Ένα τέτοιο σύστημα φυσικά δεν μπορεί να ελέγξει την ορθολογικότητα των στόχων του, πχ όπως θα δούμε την επιθυμία παγκόσμιας κυριαρχίας…). Μάλιστα η ίδια η θρησκευτική ηθική του προτεσταντισμού ερχόταν να ενισχύσει αυτόν τον ιδιόμορφο εγκόσμιο ασκητισμό, τον έλεγχο των συναισθημάτων (αν και ο έλεγχος αυτός ως φιλοσοφική οδός απαντάται ήδη στον Πλάτωνα). Μέσα σε μια τέτοια εξειδικευμένη και ορθολογική κοινωνία οι άνθρωποι θα κατέληγαν απρόσωπα εξαρτήματα ενός γραφειοκρατικού/ νομικού συστήματος. Δύσθυμος για το μέλλον του καπιταλισμού εκτιμούσε ότι η αποφυγή του είναι σχεδόν αδύνατη στο βαθμό που δεν θα μπορούσε να αντικατασταθεί από κάποια άλλη δύναμη. Στο σημείο αυτό έκρινε αναγκαία την αρωγή μιας χαρισματικής ηγεσίας, η με στόχο νέους ηθικούς και συναισθηματικούς δεσμούς εντός μιας γραφειοκρατικής κοινωνίας. Δυστυχώς όμως η χαρισματική αυτή ηγεσία έφτασε απροσδόκητα στο πρόσωπο του Χίτλερ, παρασύροντας στον όλεθρο όχι μόνο τη Γερμανία αλλά και ολόκληρο τον κόσμο. Ο Βέμπερ βέβαια πάντα πίστευε ότι η Γερμανία οφείλει να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στη διεθνή πολιτική σκηνή. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο διαφαίνεται η δημιουργία ένα ειδικού κοινωνικού περιβάλλοντος, με χαρακτηριστικά την αποστρατιωτικοποίηση, την διαφυγή των σημαντικότερων διανοουμένων στο εξωτερικό και την ίσως αναγκαστική προσκόλληση στην διεθνή οικονομική διείσδυση.
    Για τη σχέση με τους Έλληνες θα ήθελα να θίξω τρία σημεία: Α) ο πατερναλισμός του «ανώτερου» έθνους. Οι Έλληνες θεωρούνται ανήλικοι και αδυνατούν να αναλάβουν τους εαυτούς τους. Το προηγούμενο της βασιλείας του Όθωνος, της ξενοκρατίας συμβάλλει προς αυτή την κατεύθυνση. Πιστεύουν πως είναι ντροπή για τη χώρα που γέννησε τον ορθολογισμό, να κυβερνιέται από ανίκανους. (Ίσως συμφωνούμε σ’ αυτό το τελευταίο) Η βαθιά αυτή ρατσιστική άποψη δικαιολογούσε για χρόνια το φαινόμενο της αποικιοκρατίας λέγοντας στους «μικρούς» του πλανήτη: «Όταν ενηλικιωθείτε, δηλαδή μεταμορφωθείτε σε δυτικούς όπως εμείς και σας καταλαβαίνουμε, τότε θα μπορείτε να έχετε λόγο, κράτος, και γενικότερα ύπαρξη .Αν δεν επαναστατήσετε στο μεταξύ». Β) Η αποφυγή του στίγματος. Οι Γερμανοί αισθάνονται ισχυρές πιέσεις και υποτίμηση διεθνώς εξαιτίας της μνήμης των ακροτήτων του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Στην περίπτωση των Ελλήνων ανακαλύπτουν έναν έτερο λαό διεθνώς καταπιεσμένο, κάποιον δηλαδή που κατά κοινή ομολογία σφάλλει συνέχεια σε συνδυασμό με το είδος ντροπής για περασμένα μεγαλεία. Λειτουργούν επομένως ως ένα είδος αποσυμπίεσης της δικής τους καταπίεσης. Η ζωή είναι πιο ωραία όταν βρίζεις τους Έλληνες! Γ) Αν οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν την ταξινόμηση του Νίτσε για την τραγωδία, οι Έλληνες θα εντάσσονταν στο διονυσιακό πνεύμα, καθότι είναι άτακτοι, γεμάτοι πάθη, με μια λέξη παράλογοι, ενώ οι Γερμανοί στο απολλώνιο, στην τάξη, στους κανόνες, στον ορθολογισμό. Γίνεται τότε προφανές ότι η συνεννόηση των «διονυσιακών» Ελλήνων με τους «απολλώνιους» Γερμανούς μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο… στα πλαίσια μιας αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Ίσως εξαίρεση αποτελούν οι Ελληνίδες, αν λάβει κανείς υπόψη του την σταθερή προτίμηση των Γερμανών για νύφες από την «κλασική» χώρα.
    Οι άνωθεν παρατηρήσεις δεν παραγνωρίζουν το γεγονός ότι ένας πολιτισμός δεν είναι ποτέ ομοιογενής, ειδικά σε ατομοκεντρικές δυτικές χώρες. Ο ορθολογισμός εξάλλου δεν διαθέτει μόνο αρνητικά χαρακτηριστικά, ούτε οι Γερμανοί είναι όντα χωρίς αισθήματα ή χειρότερα μόνο με αρνητικά συναισθήματα απέναντι στους Έλληνες. Αντίθετα επισημαίνουν την παρουσία ορισμένων γενικών τάσεων (και παρά την πραγματική καλλιτεχνική αναγέννηση στο Βερολίνο, ή τη συχνή παρουσία εναλλακτικών φωνών).
    Για το τέλος δύο ερωτήματα: Πώς η Μέρκελ μπόρεσε να τεθεί επικεφαλής της ενοποιημένης Γερμανίας ενώ προερχόταν από την ανατολική, δηλαδή μια διαφορετικού και ανταγωνιστικού τύπου κοινωνία; Μήπως εντέλει είναι ευκολότερο το πέρασμα από μια γιγαντιαία γραφειοκρατία σε μιαν άλλη;

  2. Μαΐου 9, 2014 στο 17:39

    Η περίπτωση της Μέρκελ υποδηλώνει ότι οι διαφορές μεταξύ των άλλοτε δύο Γερμανιών δεν εξάλειψαν τις βαθύτερες ομοιότητες, ιδίως τις ανθρωπολογικές, μεταξύ των ανατολικών και των δυτικών. Ως κόρη προτεστάντη ιερέα, η Μέρκελ δεν είχε ιδιαίτερο πρόβλημα να βρει την θέση της στην συντηρητική πτέρυγα του ενιαίου Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU) και με την στάση της στην κρίση να «μιλήσει» στην ψυχή των περισσότερων Γερμανών. Φυσικά ευνοήθηκε και πολύ στα πρώτα στάδια της καριέρας της (ιδίως από τον Κολ) προκειμένου να καταλάβει σημαντικές θέσεις, όμως το ότι έφτασε στην παρούσα θέση σίγουρα δεν είναι άσχετο με το ότι είχε τον τρόπο της να υπερασπίζεται τις γνωστές «πανγερμανικές» αντιλήψεις περί εργασίας, ηθικής, ηθικισμού, αποταμίευσης, κλπ. Τα τρία σημεία για την σχέση με τους Έλληνες που αναφέρεις είναι πολύ εύστοχα. Ας θυμηθούμε, άλλωστε, π.χ. (ως προς το Α) τις επαναλαμβανόμενες αναλογίες σχολικής αίθουσας («καλοί/κακοί μαθητές», «σχολικές εργασίες», κλπ.). Και ως προς το Β να θυμηθώ την επισήμανση καλού φίλου και άριστου γνώστη των γερμανικών πραγμάτων ότι και άλλες φορές στο παρελθόν οι Γερμανοί θέλησαν να μεταφέρουν (με ανάλογη πειθαρχία και ομοιομορφία ως προς τα άνωθεν κελεύσματα) το δικό τους στίγμα σε άλλους (π.χ. στους Σέρβους την περίοδο των ΝΑΤΟϊκών βομβαρδισμών). Γενικά τα στοιχεία ομοιομορφίας, πειθαρχίας και εμμονών της γερμανικής κοινωνίας δοκιμάζουν κάθε καλοπροαίρετη αναζήτηση ουσιαστικών και βαθύτερων εσωτερικών διαφοροποιήσεων, η οποία συχνά μοιάζει με αναζήτηση αποκλίσεων μέσα σε μια δομή έτοιμη να λειτουργήσει ανά πάσα στιγμή με όρους στρατιωτικού τύπου.

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: