Αρχείο

Archive for Απρίλιος 2014

Ευρώπη με απενεργοποιημένα τα σχόλια

Απρίλιος 30, 2014 2 Σχόλια

«Οι Έλληνες είναι ντροπή για όλη την Ευρώπη». «Θα έπρεπε ήδη προ πολλού να έχουν τιμωρήσει πα­ραδειγματικά την Ελλάδα και μετά να την έχουν αφήσει να ψοφήσει!!! Μόνο έτσι καταλαβαίνουν τα κράτη της σπατάλης, της διαφθοράς, της ανικανότητας, του ψέματος και της απάτης». «Και συνεχί­ζουν να καίγονται εκατομμύρια των Γερμανών φορολογουμένων για αυτή την χώρα!». «Αν μετά τις εκλογές δοθεί έστω κι ένα σεντ στους Έλληνες, θέλω να τους δω όλους κάτω στους δρόμους, στα οδοφράγματα!». «Η Ελλάδα είναι χρεοκοπημένη, αλλά οι Έλληνες είναι πιο πλούσιοι από τους Γερμα­νούς. Έχετε ακόμα απορίες;». «Εάν η Ελλάδα διεκδικεί ακόμα για τον εαυτό της τον Μέγα Αλέξανδρο, τότε θα πρέπει ίσως να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις στην μισή Ασία!». «Γιατί η Ελλάδα να παραμένει κυρίαρχο κράτος, όταν ακόμα και οι ίδιοι οι Έλληνες θεωρούν το κράτος αυτό τόσο κακό;».

Bild-Kommentare

Κατά τα χρόνια της κρίσης, στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες του μεσογειακού νότου υπήρξαν και υπάρχουν ακόμη δύο κατηγορίες ανθρώπων: η μία είναι αυτή όσων, γνωρίζοντας γερμανικά, επιδίδο­νται συχνά στην ανάγνωση σχολίων αναγνωστών στις ηλεκτρονικές εκδόσεις των γερμανικών εφη­μερίδων. Η άλλη κατηγορία είναι των ανθρώπων που είτε δεν συμβαίνει να γνωρίζουν την γερμανική γλώσσα είτε την γνωρίζουν μεν, αλλά δεν επιδίδονται στο ανωτέρω ψυχοφθόρο σπορ. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών ανθρώπων υφίσταται μια αι­σθητή διαφορά στην γενικότερη πρόσληψη της κρίσης. Αναμφισβήτητα, η γνώση της γερμανικής γλώσσας δεν αποτελεί αναγκαστική προϋπόθεση για να αντιληφθεί κανείς σημαντικές παραμέτρους της γερμανικής αντίληψης για την κρίση. Δηλώσεις, σχόλια και πρωτοσέλιδα από την Γερμανία ανα­παράγονται διαρκώς μεταφρασμένα στην χώρα μας, ενώ τα βασικά χαρακτηριστικά της γερμανικής προσέγγισης στα της Ευρώπης είναι μια προ πολλού απτή πραγματικότητα για όλους, γερμανομαθείς και μη. Κι όμως, η αίσθηση που μένει σε όσους διαβάζουν τακτικά τα σχόλια για την Ελλάδα Γερμα­νών αναγνωστών (όχι μόνο στην ναυαρχίδα του ρατσιστικού μίσους εφημερίδα Bild, αλλά και σε υποτίθεται πολύ πιο σοβαρές εφημερίδες, όπως π.χ. η Frankfurter Allgemeine Zeitung [FAZ]) δύσκολα μπορεί να παραλληλιστεί με κάποιο άλλο πλαίσιο εμπειρικής πρόσληψης των τεκταινομένων στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Χαριτολογώντας ελαφρώς, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ένας από τους λόγους που η ευρω­ζώνη υπάρχει ακόμα είναι ακριβώς αυτός: ότι, δηλαδή, η τακτική επαφή με σχόλια, όπως αυτά στην αρχή του παρόντος κειμένου, αποτελεί διαστροφή λίγων και όχι συνήθεια ή δυνατότητα των πολλών.

Για όσους, λοιπόν, έχουν την δυστυχία να γνωρίζουν γερμανικά και να μοιράζονται την εν λόγω μα­ζοχιστική συνήθεια, τα τελευταία χρόνια αποτελούν μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής οδύνης. Στην οθόνη του υπολογιστή τους ανοίγεται τακτικά ένα «παράθυρο» όχι στο μέλλον της Ευρώπης, αλλά σε έναν νέο (γερμανικό) Μεσαίωνα: οι παβλοφικές αντιδράσεις πολλών Γερμανών σχολιαστών την στιγμή που στον τίτλο του ηλεκτρονικού άρθρου εντοπίζονται οι λέξεις-κλειδιά «Griechenland» ή «Griechen» εκ­φράζονται τόσο με τον αριθμό των σχολίων (παλαιότερα όχι σπάνια έως και χιλιάδες, τον τελευταίο καιρό έως και μερικές εκατοντάδες) όσο, φυσικά, και με το περιεχόμενό τους. Κύριο χαρακτηριστικό του ο αντανακλαστικός και εντελώς μονόπλευρος ηθικισμός, συνδυασμένος, ιδίως στις πρώτες φάσεις της κρίσης, με την έλλειψη ακόμα και στοιχειώδους ενημέρωσης για την πραγματική φύση των πακέτων «διάσωσης» της Ελλάδας και των πολιτικών που τα συνόδευσαν. Πολλοί από τους εν λόγω σχολιαστές δίνουν την βάσιμη εντύπωση ότι δεν έχουν αντιληφθεί πως η «διάσωση» της Ελλάδας είναι στην ουσία διάσωση των (εν μέρει Γερμανών) δανειστών του ελληνικού κράτους. Φαίνεται, επίσης, ότι δεν έχουν πληρο­φορηθεί για τα κέρδη της Γερμανίας από την κρίση, δηλαδή για το γεγονός ότι δεν χάνουν λεφτά δίνο­ντάς τα σε ένα «βαρέλι δίχως πάτο», αλλά αντιθέτως αντιπροσωπεύουν οι ίδιοι το βαρέλι δίχως πάτο του ήδη ομολογημένου αθέμιτου ανταγωνισμού και κέρδους εντός της Ε.Ε.

Ακόμα και τέσσερα χρόνια μετά αρκετοί από τους σχολιαστές αυτούς είναι σαν να μην έχουν ακούσει τίποτα για τον ρόλο των μεγάλων γερμανικών εταιριών στο όργιο της μεταπολιτευτικής διαφθοράς στην Ελ­λάδα ή για τις διαρ­κείς δικαστικές περιπέτειες των μεγαλύτερων τραπεζών τους (και δανειστών του ελληνικού κράτους), όπως η Deutsche Bank. Κυρίως φαίνεται σαν να μην έχουν σαφή συναίσθηση ότι στην χώρα τους ήταν που όχι στα «παλαιά» χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έλαβε χώρα το μεγαλύτερο ίσως οικονομικό σκάνδαλο στην πρόσφατη ιστορία της Ευρώπης, το σκάνδαλο Treuhand, με το ξεπούλημα της περιουσίας της πρώην Ανατολικής Γερμα­νίας (χαρακτηριστική εδώ ακόμη και η ηχητική ομοιότητα των λέξεων «Treuhand» και «Τρόικα»…). Όσοι, επί­σης, ειλικρινώς εξανίστανται με την αναίδεια των Ελλήνων να κάνουν λόγο για τις οφειλές της γερμα­νικής κατοχής κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (συχνά με το επιχείρημα ότι δεν έχουν καμία ευθύνη για ό,τι συνέβη πριν 70 χρόνια ή ότι η ΟΔΓ [BRD] δεν έχει σχέση ως κρατική οντότητα με το «Deutsches Reich» της εποχής εκείνης) είναι σαφές ότι δεν έχουν ενημερωθεί ότι η ΟΔΓ πλήρωσε την τελευταία δόση των επανορθώσεων του…Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 2010.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν, φυσικά, ότι είναι παράλογο ή αθέμιτο για έναν Γερμανό ή γενικότερα ξένο να ασκεί κριτική στις βαθιές παθογένειες και αναμφισβήτητες σκανδαλώδεις καταστάσεις του ελληνι­κού κράτους (π.χ. στην κατασπατάληση σημαντικού μέρους των κοινοτικών κονδυλίων από το 1981 και εξής). Εντούτοις, το γενικό πνεύμα των εν λόγω σχολίων, ιδίως ο συνδυασμός επιμονής, επιθετι­κότητας, ρατσιστικής γενίκευσης και παντελούς απροθυμίας αυτοκριτικής και στοιχειώδους διπλωμα­τικότητας ή διαλλακτικότητας, υποδηλώνει ξεκάθαρα κάτι που συχνά έχουμε τονίσει από την θέση αυτή: ότι οι ελληνικές παθογένειες δεν είναι η αιτία, αλλά η αφορμή για τις επιθέσεις αυτές. Έχουμε εδώ να κάνουμε με ένα πρωτοφανές ίσως στα χρονικά ιστορικό και ανθρωπολογικό φαινόμενο, όπου ένας λαός 80 εκατομμυρίων ασχολείται επί τέσσερα χρόνια με απίστευτη εμμονή και πάθος με το 2% της ευρωζώνης. Η ιδιαιτερότητα του φαινομένου αυτού καθίσταται, άλλωστε, σαφής και μέσα από μια απλή εμπειρική παρατήρηση. Από την αρχή της κρίσης υπήρξαν σε όλες τις χώρες του δυτικού κόσμου και της Ευρώπης αρνητικά δημοσιεύματα, σχόλια και αναλύσεις για τα κακώς κείμε­να στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει όμως ούτε μία (1) άλλη χώρα, μεταξύ της οποίας και της Ελλάδας, με­ταξύ του δικού της λαού και του ελληνικού, να δημιουργήθηκε ούτε κατά προσέγγιση μια τόσο αρνη­τική και εχθρική ατμόσφαιρα όσο αυτή μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Δεν είναι, επίσης, σίγουρο αν υπάρχει άλλο παράδειγμα χώρας-εξαγωγού που οι πολίτες της να επιτίθενται τόσο λυσσαλέα σε χώρα-καταναλωτή των προϊόντων της.

Η πνιγηρή αίσθηση βαθιάς διαπολιτισμικής εμπάθειας δεν δημιουργείται μόνο από την τάση «συλ­λογικής» τιμωρητικής διάθεσης και ηθικής εκμηδένισης (γενικευτικά οι Έλληνες εκλαμβάνονται ως «διεφθαρμένοι», «τεμπέληδες», «φοροφυγάδες», κλπ.). Προκύπτει, επίσης, και από χαρακτηριστικές πε­ριπτώσεις, όπου ακόμη και στοιχειώδεις εκδηλώσεις χαράς και ψυχαγωγίας που έχουν υποπέσει στην αντίληψη ορισμένων Γερμανών σχο­λιαστών, π.χ. η συνηθισμένη ατμόσφαιρα μιας ελληνικής παρέας σε ένα εστιατόριο ή καφέ, σκανδαλί­ζουν αφόρητα τους εν λόγω Γερμανούς παρατηρητές, οι οποίοι αυτόματα εκλαμβάνουν την ατμόσφαιρα αυτή (τα γέλια, τα πειράγματα, τις χειρονομίες, τα χαρούμε­να πρόσωπα) ως απόδειξη για το ότι «οι Έλληνες είναι πλούσιοι», ότι «δεν υπάρχει κρίση» ή ότι «συνε­χίζουν να τεμπελιάζουν με τα λεφτά μας». Χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου τυφλού ηθικιστικού αντανακλαστικού είναι και το ότι εκφράζεται διαρκώς ακόμη και σε πλαίσιο σύγχυσης ως προς την σχέση κράτους-πολίτη, με τους Έλληνες άλλοτε να εξομοιώνονται με την κατάσταση χρεωκοπίας της κρατικής τους οντότητας (Pleitegriechen, «Μπατιροέλληνες») και άλλοτε να διαχωρίζονται από αυτήν («φοροφυγάδες», «πιο πλούσιοι από τους Γερμανούς», κλπ.).

Σε όλα τα παραπάνω φαινόμενα διάχυτος είναι, φυσικά, ο ανθρωπολογικός εθνοκεντρισμός και αναλφαβητισμός, αφού ένας άλλος λαός κρίνεται με τα μέτρα και τα σταθμά του γερμανικού πολιτι­σμού (δεν λαμβάνεται π.χ. υπόψιν η πολύ διαφορετική σχέση με το χρήμα, η διαφορετική δομή της οι­κονομίας, η διαφορετική φύση των οι­κογενειακών σχέσεων, κλπ.). Κρίνεται, επίσης, και στο πλαίσιο ενός χαρακτηριστικού μηχανισμού ψυ­χολογικής «εξισορρόπησης («εμείς μεν δεν έχουμε ήλιο, θάλασ­σα, χιούμορ, ταμπεραμέντο, αλλά κι αυ­τοί δεν έχουν όσα έχουμε εμείς [εργασιακή ηθική, οργάνωση, πειθαρχία, κλπ.]»). Δεν είναι περίεργο, συνεπώς, που οποιαδήποτε προτροπή για αναλυτική και όχι αμιγώς ηθικι­στική προσέγγιση των φαι­νομένων, οποιαδήποτε ερμηνεία των ελληνικών παθογενειών δεν καταλήγει σε άνευ όρων τιμωρητικό (αυτο)μαστί­γωμα, αντιμετωπίζεται συνήθως με έντονη ειρω­νεία και επιθετι­κότητα, ως απόδειξη ότι «βρίσκετε ξανά δικαιολογίες», ότι «και πάλι σας φταίνε οι άλ­λοι», κλπ. Είναι σαφές ότι οι μάγισσες πρέπει οπωσδήποτε να καούν, με το λαϊκό αίσθημα να μην αφήνει περιθώρια για οποιεσδήποτε περιττές σκέψεις.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι, όμως, και οι περιπτώσεις που η συγκεκριμένη γερμανική διάθεση ένα­ντι της Ελλάδας εκφράζεται έμμεσα, δηλαδή όχι από τους ίδιους τους Γερμανούς, αλλά από ορι­σμένους Έλληνες που έχουν ζήσει ανάμεσά τους. Στις περιπτώσεις αυτές, μάλιστα, αίρεται η συνθήκη του γλωσσικού φραγμού και μπορεί κανείς να προσλάβει στην ελληνική γλώσσα το συγκεκριμένο πνεύμα. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό σχετικό παράδειγμα είναι τα γραφόμενα του συγγραφέα Νίκου Δήμου, ο οποίος σύμφωνα με το βιογραφικό του έχει ζήσει στο παρελθόν έξι ή επτά χρόνια στην Γερ­μανία. Η άποψη του Δήμου για την Ελλάδα και τους Έλληνες, άσχετα με το αν και σε ποιο βαθμό συμ­φωνεί ή διαφωνεί κανείς με αυτήν, παρουσιάζει χαρακτηριστικές ομοιότητες με την τυπικά γερμανική, καρικα­τουρίστικη αντίληψη της Ελλάδας. Παράλληλα, το συγγραφικό του ύφος θυμίζει έντονα τα αναλόγου πνεύ­ματος κείμενα Γερμανών σχολιαστών, όπως π.χ. του ανταποκριτή της FAZ στην «Rumelien» (όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει την Ελλάδα) M. Martens. Η ιδιαίτερη διάθεση του Δήμου για τα ελληνικά πράγμα­τα, καθώς και η χαρακτηριστική αίσθηση υπολανθάνουσας εμπάθειας και υπερβάλλουσας αποστα­σιοποίησης, είναι στοιχεία που έχουν προκαλέσει συχνά πολλές αντιδράσεις και απορίες. Στην πραγματικότητα, όμως, γίνονται αμέσως κατανοητά, ερμηνευόμενα υπό ένα συγκεκριμένο πρίσμα: ως η διαρκής προσπάθεια ενός Έλληνα να γίνει αποδεκτός από Γερμανούς που είναι φορείς των αντιλήψεων που περιγράφηκαν πιο πριν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσες φορές ο Ν. Δήμου βρέθηκε να κάθεται σε ένα τραπέζι μαζί με π.χ. πέντε ή έξι Γερμανούς της συγκεκριμένης νοοτροπίας, σίγουρα κέρδισε τα θετικά τους σχόλια, αφού η γενιτσαρικού στιλ αποστασιοποίηση του από την ιδιότητα του Έλληνα, το ηθικιστικό αυτομα­στίγωμα και η άνευ όρων προσχώρηση στις ηθικιστικές ορέξεις των συνδαιτημόνων τού εξασφάλισαν κάποια ψήγματα στοιχειώδους σεβασμού στην ανθρώπινη υπόστασή του, μαζί και με την ψευδαίσθη­ση της ενσωμάτωσής του στον πολιτισμό τους. Δεν είναι, συνεπώς, καθόλου τυχαίο ότι τα γραφόμενα του Δήμου χρησιμοποιούνται πολύ συχνά από Γερμανούς σχολιαστές ως δήθεν αποστομωτικό επιχεί­ρημα εναντίον Ελλήνων αντισχολιαστών, ως η απόδειξη ότι «να, υπάρχουν και κάποιοι Έλληνες που μπορείς να τους πάρεις στα σοβαρά» (σε αντίθεση, υπονοείται, με όλους εσάς που δεν δέχεστε να κα­είτε οικειοθελώς στην πυρά). Καθώς οι απόψεις του Δήμου έχουν ήδη καταγραφεί πολύ πριν την κρί­ση, ακόμη και πριν την συγκρότηση της ευρωζώνης, προσφέρουν μία έμμεση μεν, πλην όμως πρώτης τάξεως απόδειξη για το χρονικό βάθος της συγκεκριμένης διάθεσης αρκετών Γερμανών για την Ελ­λάδα.

Την ίδια έμμεση ένδειξη προσφέρουν, όμως, συχνά στο διαδίκτυο και άλλοι, νεώτεροι σε ηλικία Έλ­ληνες του εξωτερικού με παρελθόν ή και παρόν ζωής στην Γερμανία η στον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο. Κάποιοι από αυτούς εκδηλώνουν τα ίδια παβλοφικά αντανακλαστικά ως προς την Ελλάδα με τους γηγενείς Γερμανούς, αναπαράγοντας μια ατμόσφαιρα παρόμοια με αυτήν που απαντάται και στα γραφόμενα του Ν. Δήμου. Πολλά είναι τα παράδειγμα συζητήσεων και διαλόγων στο διαδίκτυο, όπου κάποιοι από τους εν λόγω γερμανοτραφείς σχολιαστές, συχνά με επιστημονική κιόλας ιδιότητα, εκδηλώνουν δηλητηριώδη εμπάθεια απέναντι σε οποιαδήποτε νύξη ότι η Ελλάδα δεν είναι αποκλειστι­κά και μόνο η χώρα που σκιαγραφείται στα σχόλια των γερμανικών εφημερίδων. Είναι σαφής εδώ η βαθιά ψυχολογική ανάγκη να εκμηδενιστεί κάθε ενοχλητική υπόμνηση ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι και άλλα πράγματα εκτός από τις γνωστές τις αρνητικές πτυχές. Δεν εκπλήσσει, επομένως, το γεγονός ότι όποιος ψελλίσει έστω κάτι προς την αντίθετη κατεύθυνση βρίσκει αμέσως απέναντί του τον ψυχολογικό μηχανισμό «σκο­τώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία». Κάτι που μοιάζει να αποδεικνύεται εύκολα, αφού πρόσωπα όπως αυτά δεν είναι συνήθως σε θέση να εξηγήσουν για ποιον λόγο (αν τα πράγματα είναι πράγματι τόσο καλύτερα στο περιβάλλον του εξωτερικού όπου ζουν) συνεχίζουν να ασχολού­νται τόσο εντατικά με την Ελλάδα, εκτοξεύοντας εμμονικά χολή και όξος εναντίον της.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πολλά και βαθιά προβλήματα, με χρόνιες παθογένειες σε δομές, υποδο­μές, νοοτροπίες και αντιλήψεις. Είναι, επίσης, μια χώρα με αναμφισβήτητες και τραγικές δυσλειτουργί­ες σε ό,τι αφορά την κρατική της οργάνωση και το πολιτικό της σύστημα. Υπάρχει, όμως, και κάτι που δεν είναι ή δεν θα έπρεπε να είναι η Ελλάδα: σάκος του μποξ για την πολιτισμική ψυχοθεραπεία που κάποιοι δεν έκαναν ποτέ ή για την απλή ψυχοθεραπεία όσων, συναγελαζόμενοι με τους πρώτους, βρέθηκαν κάποια στιγμή να επαιτούν τον σεβασμό για την ανθρώπινη ιδιότητά τους αποτασσόμενοι διαρκώς τον Σα­τανά της κάποτε ελληνικής τους προέλευσης. Ο τρόπος, επομένως, που αντιμετωπί­στηκε η Ελλάδα είτε από την πρωτότυπη γερμανική αντίληψη είτε από την κακέκτυπη απομίμησή της (τα σύνδρομα του «σκοτώνω την Ελλάδα για να σκοτώσω τον τρόπο ζωής που με σκανδαλίζει» και του «σκοτώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία») συνιστά μια πολύ σημαντική πτυχή της ευρωπαϊκής ιστορίας των τελευταίων χρόνων. Της ιστορίας των υπογείων εκείνων ρευμάτων της πραγματικής κοι­νωνίας, αυτής που συνεχίζει να υπάρχει κάτω από τα επιτόκια, τα τοκοχρεωλύσια, τα Eurogroup και τα spreads. Της ιστορίας, επίσης, μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας, οι τάσεις και εντάσεις της οποίας μπο­ρούν ίσως για πρώτη φορά να καταγραφούν σε πραγματικό χρόνο, μέσω της τεχνολο­γίας του διαδι­κτύου. Διότι, αντίθετα με ό,τι θα έπρεπε να έχουν ήδη προτείνει και υλοποιήσει οι πιο έν­θερμοι θια­σώτες του οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τα σχόλια στην Ευρώπη της κρίσης δεν απενερ­γοποιήθηκαν εγκαίρως…

 

Advertisements

Η σημασία των ανθρωπιστικών σπουδών σήμερα

Απρίλιος 13, 2014 1 Σχολιο
Του Παναγιώτη Ξανθόπουλου
Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας
Paris VIII Vincennes St Denis

 

Στη μνήμη του Jacques Le Goff

 

Τελικά οι Αθηναίοι είχαν δίκιο. Ο Σωκράτης πράγματι διέφθειρε τους νέους και έδειξε ασέβεια προς τους θεούς. Μόνο που δεν το έπραξε μόνο τότε, μα για πάντα, εισάγοντας το θεό της αμφισβήτησης, το θεό της φιλοσοφίας. Ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς τους νέους…Στις μέρες μας, ωστόσο, όποιος ασχολείται με τις ανθρωπιστικές σπουδές βιώνει καθημερινά την απαξίωση και τίθεται σε επιφυλακή, αναγκαζόμενος συνεχώς να δικαιολογεί τον ακαδημαϊκό του προσανατολισμό, αν δεν έχει ήδη υποκύψει στην αυτολύπηση και δεν έχει πειστεί για την αχρηστία και την ματαιότητά τους. Ποια είναι εντέλει η σημασία των ανθρωπιστικών σπουδών σήμερα και γιατί διαπιστώνεται αυτή η απαξίωση; Στο κείμενο που ακολουθεί θα θιγούν σύντομα ορισμένα επιστημολογικά ζητήματα που άπτονται της σημασίας και της βάσιμης όσο και αβάσιμης απαξίωσης των επιστημών του ανθρώπου.

Πριν απ’ όλα ένας γενικός ορισμός. Θεωρώ κοινωνικό επιστήμονα αυτόν που ασχολείται σε οποιαδήποτε ειδίκευση με τις σχέσεις των ανθρώπων, διευρύνοντας έτσι τη φράση του Μ. Bloch για τον ιστορικό: ο κοινωνικός επιστήμονας είναι σαν τον δράκο των παραμυθιών, πηγαίνει όπου υπάρχει ανθρώπινο αίμα.

Η σημασία των ανθρωπιστικών επιστημών σήμερα

Συνομιλητής μας σε τρυφερή στιγμή με τις ιδέες του

Α) Αν θελήσουμε να κρίνουμε τη σημασία των ανθρωπιστικών επιστημών θα πρέπει να κάνουμε λόγο για τρεις αλληλοσυνδεόμενους στόχους: 1) τη δημιουργία ταυτότητας, 2) την απομυθοποίηση των εξουσιαστικών/εκμεταλλευτικών σχέσεων, 3) τη συμβολή στην πολιτική δράση.

1) Ποιοι είμαστε; Σε αυτό το αγωνιώδες υπαρξιακό ερώτημα η συμβολή των κοινωνικών επιστημών κρίνεται ουσιώδης. Η αντίληψη του εαυτού, όπως και των ομάδων υπαγωγής μας (μικρών, όπως η οικογένεια, το επάγγελμα ή ευρύτερων στο χώρο και το χρόνο, όπως το έθνος, το κράτος ή συστήματα κρατών), μπορούν να διευρυνθούν και να βελτιωθούν, αν ασχοληθούμε με τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Στην ουσία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ούτε ένα κοινωνικό βήμα χωρίς κάποια ιδέα που να το πλαισιώνει. Κοινωνικό λόγο, φυσικά, δημιουργεί το σύνολο της κοινωνίας, όμως ο λόγος αυτός είναι μη επεξεργασμένος, δηλαδή δεν διαθέτει αντικείμενο, θεωρία και μέθοδο. Και τις ιδέες αυτές δεν τις κατέχουμε μόνο, αλλά μας κατέχουν, ελέγχοντας πλήθος δραστηριοτήτων καθημερινών ή και έκτακτων, δημιουργώντας αγκυλώσεις, δογματισμούς και μονολιθικές προσεγγίσεις.

Η ανάγκη να ανήκουμε κάπου είναι, μάλιστα, τόσο ισχυρή, που αναζητούμε διαρκώς τη φαντασιακή ένταξή μας, γνωρίζοντας τις ομάδες που μας περιβάλλουν. Είμαστε φύσει περίεργοι και θέτουμε συνέχεια ερωτήματα, προσπαθώντας να κατανοήσουμε/ερμηνεύσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους. Σε μερικούς φαντάζει γοητευτική η ανακάλυψη του διαφορετικού, των πολιτισμών, της ιστορίας, ίσως γιατί με τη σύγκριση αυτή βλέπουν τον εαυτό τους πιο καθαρά, αφού διακρίνουν τις ομοιότητες και τις διαφορές. Οι συναρπαστικές περιγραφές, οι κοινωνιολογικές αναλύσεις μας παρουσιάζουν τις πολλαπλές όψεις που μπορεί να λάβουν οι ανθρώπινες σχέσεις, υποδεικνύοντας εναλλακτικές πορείες μέσα στη γενικότητα του ανθρώπινου όντος. Και τότε ορισμένοι μιμούνται, παίρνοντας ως παράδειγμα τη συμπεριφορά άλλων, χτίζουν με άλλα λόγια την ταυτότητά τους μέσα από τους άλλους. Άλλοι, βέβαια, απλά αγαπούν την αναζήτηση. Για να γίνει, εντούτοις, εφικτή με σωστούς όρους η ταυτότητα αυτή χρειάζεται αναμφίβολα να εισέλθει κανείς σε μια επίπονη και μακροχρόνια διαδικασία αναγνώρισης και αποστασιοποίησης από τα συμφέροντα του εαυτού του, της τάξης, του επαγγέλματος, του κόμματος, του έθνους, της εποχής του, έτσι ώστε να μπορέσει να δει με ακρίβεια και «αντικειμενικότητα», να μπορέσει με άλλα λόγια να προσεγγίσει την πραγματικότητα νηφάλιος.

Η επιστήμη είναι, επομένως, μια δυνατότητα ανάμεσα σε άλλες στις ανθρώπινες κοινωνίες, μια δύσκολη πορεία. Αυτό, βέβαια, δεν υπονοεί ότι κάποιος θα μεταμορφωθεί σε ένα ορθολογιστικό ον/καρικατούρα, το οποίο δύναται να υπερβεί τα ανθρώπινα πάθη ή τις κοινωνικές σχέσεις του. Ο τελείως ορθολογικός άνθρωπος είναι, ας το παραδεχτούμε, σαφώς παράλογος. Αντίθετα, κατανόηση του ανθρώπου μέσα στη σύνθετη βιολογική, ψυχολογική και πολιτισμική διάστασή του είναι ένας στόχος που οφείλει να περιλαμβάνει τον ανορθολογισμό, εκτός κι αν αφαιρέσουμε όλα τα ενεργά του στοιχεία, τη χαρά, τη λύπη, τον ενθουσιασμό, την πονηριά, την κακία, την ξεκάθαρη ανοησία που μας περιτριγυρίζει (ή που βρίσκεται μέσα μας). Ταυτόχρονα, δηλαδή, με μια εξωτερική ορθολογική ή μη ερμηνεία είναι αναγκαία και μια εσωτερική κατανόηση των συχνά ανορθολογικών προσανατολισμών των ατόμων. Επιπρόσθετα, η άγνοια, ας μην το ξεχνάμε, είναι μια ψυχοφθόρα διαδικασία και οι κοινωνικές επιστήμες μπορούν να προσφέρουν, ίσως με περισσότερη επιτυχία, τη γαλήνη μιας απάντησης (σε σχέση με αστρολόγους, γκουρού, πρώην ναυπηγούς…). Έναν καθρέφτη φέρνουν, λοιπόν, οι κοινωνικές επιστήμες ενώπιόν μας, έναν καθρέφτη όμως σίγουρα για πάντα θαμπό.

2) Όπως είπαμε παραπάνω, είναι φυσικό και εύλογο όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες να δημιουργούν λόγους (προφορικούς και γραπτούς, με συνοχή ή μη) για την κοινωνία, όμως ο λόγος αυτός συχνά εμπλέκεται μέσα στις υφιστάμενες εξουσιαστικές σχέσεις, είναι δηλαδή «φυσικοποιημένος». Ένας δεύτερος, επομένως, στόχος του κοινωνικού επιστήμονα είναι η απομυθοποίηση του κοινωνικού κόσμου, δηλαδή η διατύπωση προτάσεων, οι οποίες αποκαλύπτουν την εκμεταλλευτική όψη των σχέσεων. Στην ουσία, δεν μπορεί να αναγνωριστεί καμία άλλη σχολή κοινωνικών επιστημών εκτός από την κριτική, γεγονός που περιλαμβάνει και την κριτική σε θεωρίες που επιθυμούν να λογαριάζονται ως κριτικές.

«Όχι στην αυθόρμητη κοινωνιολογία», τόνιζε ο Μπουρντιέ και θα προσέθετα επίσης, όχι στην «κοινή λογική» (η οποία δεν είναι και τόσο κοινή τελικά), όχι στον πρακτικό λόγο, που «φυσικοποιεί» τις ανθρώπινες σχέσεις. Πόσες φορές άραγε, έχει ο καθένας μας άρρητα ανεχτεί ή συμβιβαστεί με τέτοιες απόψεις; Απόψεις που συνδέονται με φόβο ή δικαιολόγηση ενάντια σε ισχυρούς, πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες, σε φορείς ιδεολογίας (αυθεντίες), παραδοσιακής και σύγχρονης, στρεβλώνοντας με τον τρόπο αυτό την κρίση του για τα πράγματα. Όταν ασχολείται κανείς με τις επιστήμες του ανθρώπου, μαθαίνει ακριβώς να λαμβάνει αποστάσεις από την πραγματικότητα που του παραδίδεται. Αντιλαμβάνεται τα συμφέροντα/άρρητες απόψεις που του έχουν μεταφερθεί από τρίτους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Προσεγγίζει έτσι την πολύμορφη πραγματικότητα χωρίς να την ακρωτηριάζει, χωρίς να τη χειραγωγεί για να υποστηρίξει πάση θυσία τις απόψεις του ή τις απόψεις των άλλων. Καταλαβαίνει πότε υφίσταται εκμετάλλευση.

Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει κοινωνία χωρίς προβλήματα, θέλει χρόνο, προσπάθεια και εξειδίκευση η συνειδητοποίηση των προβλημάτων και η σωστή τους θέαση. Οι ομάδες, τόσο στη διομαδική σχέση κυριαρχίας όσο και στην ενδοομαδική ατομική πίεση, τείνουν προς συναίνεση/κομφορμισμό και, αν θέλει κάποιος να δει καθαρά, οφείλει να αποστασιοποιηθεί από αυτές, να ασκήσει κριτική και έλεγχο στις παραδοχές τους. Η συγκάλυψη είναι μια διαρκής κοινωνική σταθερά, η οποία καλλιεργεί μύθους για τις υφιστάμενες σχέσεις. Ας θυμηθούμε λίγο την δικαιολόγηση της δουλείας από τον Αριστοτέλη και την αναίρεσή της από τους σοφιστές (Αντιφώντας) ή τη νόμιμη ανισότητα στις εργασιακές σχέσεις, με κατώτατα στελέχη επιχειρήσεων να ταυτίζονται με τους ιδιοκτήτες, τους πολίτες που θεωρούν κοινά τα συμφέροντα με τους πολιτικούς, με το κόμμα, κράτη που πιστεύουν ότι οι διακρατικές σχέσεις/ενώσεις γίνονται για την προώθηση κοινών διακρατικών συμφερόντων ή γυναίκες που αποδέχονται τη «φυσική» τους κατωτερότητα, νέους με εγκεφάλους στη φορμόλη που αναπαράγουν άκριτα ό,τι τους είπαν οι γονείς τους…

Η αποσιώπηση των κοινωνικών σχέσεων δεν στρέφεται μόνο εναντίον αυτών που ήδη υπάρχουν ή μελετούνται, αλλά εξαφανίζει από το προσκήνιο της ιστορίας ολόκληρες ομάδες, οι οποίες δεν συμφέρει, ή δεν αρέσει να έχουν φωνή. Με τον τρόπο αυτό για αιώνες καταγράφηκε η ιστορία των μεγάλων ανδρών και των μαχών. Αντίθετα οι αγρότες, η πλειοψηφία του πληθυσμού, δεν είχε τεθεί καν ως αντικείμενο, πόσο μάλλον οι αγρότισσες, η πλειοψηφία αυτής της πλειοψηφίας. Ομοίως δεν τέθηκαν στο επίκεντρο οι περιθωριακοί, οι Αφρικανοί, τα παιδιά, οι άνθρωποι με ψυχικά νοσήματα, οι λεπροί, οι κατάδικοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι ερωτευμένοι. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες ακριβώς τις στιγμές εκείνες οφείλουν να δυναμώνουν τις φωνές τους για μια μη εκμεταλλευτική πρακτική, μια δεοντολογία που να σέβεται τόσο την ισότητα των ατόμων, των ομάδων, των κοινωνιών. Είναι απαραίτητο να εισάγουν έναν κώδικα που να θέτει ως αρχή τους τον άνθρωπο και τη βελτίωση των όρων ύπαρξής του.

Οι κοινωνικές επιστήμες, όπως γενικότερα οι επιστήμες, για να επιτελέσουν την κριτική τους λειτουργία στηρίζονται στον λογικό και τον εμπειρικό έλεγχο (δεν λαμβάνω υπόψη μου την αρνητική και θετική συμβολή των μεταμοντέρνων στο σημείο αυτό). Εισαγόμαστε έτσι σε ένα σύμπαν συνεκτικών υποθέσεων (θετικών ή αρνητικών), οι οποίες πρέπει να υποστηριχτούν/επαληθευτούν/διαψευστούν. Δεν υπάρχει, βέβαια, θεωρία που να μην διαθέτει ορισμένα δεδομένα, έστω χειραγωγημένα, δεν υπάρχουν δεδομένα που να μην είναι διαβρωμένα/«μολυσμένα» από θεωρία. Η καθαρή θεωρία είναι μεταφυσικό όνειρο και τα καθαρά δεδομένα όνειρο απόκρυψης από τους απολογητές του εκάστοτε κοινωνικού συστήματος.

3) Πώς μπορεί να δράσει κανείς, αν δεν διαθέτει ερμηνευτικές προσπάθειες ειδικών στην κοινωνία; Αυτό αποτελεί μια άλλη βασική υπόθεση των ανθρωπιστικών σπουδών. Για να μπορέσουμε να δράσουμε σε μια κοινωνία, να την μεταμορφώσουμε μετατρέποντας τους προσανατολισμούς της, πρέπει πρώτα να τη μελετήσουμε, να τη δούμε στις οριοθετήσεις της. Είναι σκόπιμο, επομένως, πρώτα να μάθουμε να βλέπουμε για να μπορέσουμε να λύσουμε τα προβλήματα, συχνά παραδειγματιζόμενοι από άλλες κοινωνίες, από την ιστορία. Διαφορετικά είναι πιθανό οι στόχοι να είναι μπροστά μας, αλλά εμείς τυφλοί να ξοδεύουμε τα βέλη μας δεξιά κι αριστερά, θεωρώντας πως έτσι καταφέρνουμε το σκοπούμενο. Χρειάζεται, άρα, να δημιουργήσουμε τις συνθήκες εκείνες, μέσα στις οποίες θέλουμε να ζήσουμε, χωρίς βέβαια να οδηγηθούμε στον κοινωνικό αυτοματισμό, στην άποψη δηλαδή που απλοποιεί τις πολύπλοκες ανθρώπινες σχέσεις και τις παρομοιάζει με μια μηχανή (π.χ. αν εισάγει κανείς το Α, θα οδηγηθεί οπωσδήποτε στο Β).

Είμαστε, ευτυχώς και δυστυχώς, σχετικά απρόβλεπτα όντα και δεν γνωρίζουμε ακριβώς πώς θα συμπεριφερθούμε στις διάφορες καταστάσεις. Ενθουσιαζόμαστε, λυπόμαστε, αγαπάμε και μισούμε, αμφισβητούμε όπως ακολουθούμε κανόνες και κάνουμε αυτό που μας λένε. Ίσως οι ανθρωπιστικές σπουδές να είναι ένα υπερπολύπλοκο τμήμα των επιστημών, εφόσον η ανθρώπινη δράση ενέχει μόνιμα το στοιχείο της ακαθοριστίας, της βούλησης, είναι ανοιχτή στην καινοτομία, δημιουργώντας αδιάκοπα την ιστορία, τις πάμπολλες μορφές ύπαρξης του κοινωνικού. Διαφορετικά, θα έπρεπε να ζούσαμε αενάως υπό τις ίδιες πρώτες συνθήκες. Στο σημείο αυτό κρύβεται και μια μεγάλη διαφορά με τις θετικές επιστήμες: οι επιστήμες του ανθρώπου ποτέ δεν θα μπορέσουν να ενώσουν την ερμηνεία της κοινωνίας με αυτό που θέλουν να είναι η κοινωνία, δηλαδή η μετατροπή της. Αν σε μια κοινωνία υπάρχουν πάγιες αιτίες για τη δημιουργία και αναπαραγωγή ενός φαινομένου, πώς μπορούμε να τις αλλάξουμε; Ωστόσο, έχοντας επίγνωση ότι ζούμε σ’ έναν ατελή κόσμο, θα λέγαμε πως μια ερμηνεία που διαθέτει θεωρία και μέθοδο είναι καλύτερη από την «φυσική» ερμηνεία. Αυτή η διατύπωση προτάσεων είναι, επομένως, συμβολή στον αναπροσανατολισμό των κοινωνιών, στην οριοθέτηση στόχων, στην πολιτική δράση. Ας μην λησμονούμε ότι η ιδεολογική συγκρότηση των κομμάτων συνδέεται με απόψεις υπέρ ή κατά κοινωνιολόγων και οικονομολόγων, επομένως οι ιδέες αυτές επηρεάζουν βαθιά την κοινωνική μας ύπαρξη. Για αυτό και έχει μεγάλη σημασία να τις ελέγχουμε διαρκώς.

Β) Στο δεύτερο αυτό μέρος θα ασχοληθώ με την βάσιμη και μη βάσιμη απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών:

1) Η απαξίωση συνδέεται με την ίδια τη φύση του αντικειμένου, και είναι βάσιμη στο βαθμό που σχετίζεται με τη δύσκολη διάκριση υποκειμένου/αντικειμένου (άνθρωποι μελετούν ανθρώπους), δομής/δράσης, την ποιοτικά ετερογενή φύση των κοινωνιών στο χώρο και το χρόνο, την απουσία συμφωνίας στην γενική ορολογία της κοινωνίας, τη μάχη ανάμεσα στα διάφορα θεωρητικά παραδείγματα, τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό, την εννοιολογική σύλληψη της αδιάκοπης αλλαγής συνθηκών, δηλαδή τη μη επαναληψιμότητα, τη μη πρόβλεψη, έννοιες οι οποίες αποτελούν βασικά στοιχεία της κλασικής επιστημονικής σκέψης. Αν οι συνθήκες των κοινωνιών μεταβάλλονται διαρκώς, πώς μπορεί κανείς να διατυπώσει νόμους; Πως μπορεί να έχει βεβαιότητα στις κρίσεις του; Οι λύσεις που δόθηκαν ποικίλουν. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σταθώ μόνο σε δύο: i) τη νέα πολύπλοκη επιστήμη και ii) τη μαγική σκέψη. i) Ενσωμάτωση μέσω αλλαγής επιστημολογικού παραδείγματος, scienza nuova. Οι κοινωνικές επιστήμες ενδεχομένως οδηγούν σε μια αναθεώρηση επιστημολογικών αρχών, προσπαθώντας να υπερβούν το δομισμό, ενσωματώνοντας πολύπλοκες αρχές μη γραμμικότητας αιτίας/αποτελέσματος στις σχέσεις, την ολογραμματική αντίληψη ατόμου/συνόλου, την ενσωμάτωση της αντιφατικότητας ως αρχής ανάδυσης νέων ποιοτήτων, την κατανόηση με ορθολογικό τρόπο του παράλογου. ii) Απόρριψη από το κλασικό επιστημολογικό υπόδειγμα. Οι κοινωνικές επιστήμες δεν είναι παρά ένα είδος μαγικής σκέψης, χωρίς επιστημολογικές αρχές, η οποία εξωθεί τα άτομα να συμπεριφέρονται παράλογα, οδηγώντας τα σε λάθος επιλογές, στον ίδιο το θάνατο. Στο βαθμό που δεν τηρούνται οι κλασικές αρχές των επιστημών (βλ. πιο πάνω), τότε οι κοινωνικές επιστήμες συνιστούν ένα λογοτεχνικό είδος, γλαφυρό και ενδιαφέρον, αλλά χωρίς ακρίβεια. Η επιλογή ανάμεσα στις δύο λύσεις θα καθορίσει και την μελλοντική διαδρομή των κοινωνικών επιστημών.

2) Η αβάσιμη απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών συνδέεται με την αποσιώπηση/συγκάλυψη του λειτουργισμού ως κυρίαρχου υποδείγματος στις αγγλοσαξονικές χώρες, οι οποίες ελέγχουν τις τεχνολογίες διάδοσης πληροφορίας (διαδίκτυο, έντυπα, εμπορικά δίκτυα), όπως και την παγκόσμια βιομηχανία θεάματος (κινηματογράφος, μουσική). Με αυτά τα ιδεολογικά δίκτυα διαδίδονται απόψεις, οι οποίες εκλαμβάνουν την κοινωνία ως ένα σώμα που λειτουργεί σε κατάσταση ισορροπίας και η αμφισβήτηση ή σύγκρουση νοείται ως παρέκκλιση, αταξία, ως κάτι το ξεκάθαρα αρνητικό, το οποίο οφείλει να εξαλειφθεί άμεσα. Μέσα στα πλαίσια αυτά οι κοινωνικές επιστήμες υποτιμούνται, καθότι δεν συμφέρουν. Είναι, άραγε, τυχαίο το ότι οι χώρες, πάνω στις οποίες στηρίχτηκε το κλασικό μοντέλο του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, θεωρούν τον Μαρξ ηλίθιο (και χωρίς να κρίνω τον εαυτό μου μαρξοβλαβή);

Συγχρόνως με τον λειτουργισμό, πρόβλημα εντοπίζεται και στον θετικισμό, τη μίμηση δηλαδή υποθέσεων, μεθόδων από τις πιο προωθημένες και ακριβείς θετικές επιστήμες, με την άκριτη εφαρμογή τους σε ένα διαφορετικό πλαίσιο υποθέσεων. Με τον τρόπο αυτό ποσοτικοποιούνται οι συμπεριφορές, υπερισχύει το μοντέλο του ορθολογικού ανθρώπου, η μεγιστοποίηση, το κέρδος ως φυσικό κίνητρο των ατόμων, οι καμπύλες προσφοράς και ζήτησης…Άσχετα αν μέσα στα πλαίσια αυτά τα ερωτήματα είναι προφανή και κοινότοπα ή οι σχέσεις ανιστορικές και ακοινωνικές ή, τέλος, η ανάπτυξη μια διαδικασία που, αν ακολουθηθούν ορισμένα στάδια/πολιτικές, βέβαιη. Υποβαθμίζοντας έτσι το πρόβλημα της εννοιολογικής συγκρότησης της πραγματικότητας, η κοινωνία καθίσταται απροσπέλαστη. Οι κοινωνικές επιστήμες, πρέπει να το τονίσουμε, διψούν για νέες έννοιες και όχι την αναπαραγωγή/αναπλαισίωση/μεταφορά ήδη υπαρχόντων εννοιών. Είναι, επίσης, προφανές ότι στις περιπτώσεις αυτές απουσιάζει οποιαδήποτε έννοια δεοντολογίας, ο ασχολούμενος με τα ανθρώπινα είναι λογικό να αγωνίζεται για να φέρει μια υπόθεση στα μέτρα του, να «τακτοποιεί» την πραγματικότητα σύμφωνα με τα συμφέροντά του.

Η υποτίμηση των ανθρωπιστικών σπουδών ίσως τελικά ταυτίζεται με την άρνηση να κατανοήσει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό, τους συνανθρώπους του, θεωρώντας μάλλον εξωγήινους αυτούς που ασχολούνται με τις θετικές επιστήμες. Η επιστήμη είναι μια ανθρώπινη και κοινωνική υπόθεση, δεν παρατηρείται εξάλλου σε όλες τις κοινωνίες. Για το σκοπό αυτό χρειαζόμαστε τόσο ειδικούς, δηλαδή ειδικές γνώσεις, όσο και γενικές, γιατί η μη σύνδεση με το όλον της κοινωνίας αποβαίνει προβληματική, εφόσον είναι αδύνατον να τεμαχιστεί το αντικείμενο μελέτης, άσχετα αν διατηρείται μεθοδολογικά. Αυτή η αποκοπή, ο τεμαχισμός, θα πρέπει να αίρεται για να μπορέσει να αποκτήσει κανείς μια περισσότερο συνολιστική, ευρύτερη οπτική.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι οι κοινωνικές επιστήμες συμβάλλουν στην δημιουργία ταυτότητας, στην απομυθοποίηση των σχέσεων και στην πολιτική δράση, αν και βάσιμα και αβάσιμα αμφισβητήθηκε ο ρόλος τους αυτός. Ποια η σημασία, όμως, όλων των παραπάνω απόψεων για την παρούσα συγκυρία στην Ελλάδα; Είναι ίδιοι οι προβληματισμοί των χωρών του κέντρου με αυτών της περιφέρειας; Αυτά, όμως, θα ήταν θέματα για επόμενη ανάρτηση. Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ σε μια εμπειρία μου στο Παρίσι. Κάποιο βράδυ είχα γνωριστεί με μια φοιτήτρια φιλοσοφίας και συζητώντας της είχα δηλώσει ως ανθρωπολόγος: «εσείς είστε για μας αντικείμενο», για να λάβω την εξής αποστομωτική απάντηση: «μα κι εσείς είστε αντικείμενο». Ας μάθουμε, λοιπόν, να σκεφτόμαστε πάνω στη σκέψη μας!

 

 

Κατηγορίες:Ανθρωπολογικά