Αρχική > Αρχαιολογικά, Πολιτικά > Επανενεργοποιώντας την Ελλάδα: αγγλόφωνα κέντρα ελληνικών σπουδών

Επανενεργοποιώντας την Ελλάδα: αγγλόφωνα κέντρα ελληνικών σπουδών

Φεβρουαρίου 26, 2014 Σχολιάστε Go to comments

Πώς μετατρέπεται μια επαρχία σε μητρόπολη; Πώς ανοίγουν νέες θέσεις εργασίας, αλλά και νέες προοπτικές ανάπτυξης, οικονομικής, πνευματικής και γενικότερα πολιτιστικής; Πώς επα­νενεργοποιούνται, επί αποκεντρωμένης, μάλιστα, βάσεως, τα πιο πολύτιμα κεφάλαια που διαθέτει η Ελλάδα, δηλαδή ο τόπος και ο πολιτισμός; Το κυριότερο: πώς όλα αυτά μπορούν να συμβούν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι η ίδια και είναι η εξής: αγγλόφωνα ινστιτούτα επιστημών του ελληνικού πολιτισμού. Σε μια επο­χή που αναζητείται αναπτυξιακό όραμα για την χώρα σχεδόν αποκλειστικά σε πλαίσιο εξάρ­τησης (οικονομικής και λοιπής) από τους ολοένα και λιγότερο φιλικούς ευρωπαϊκούς μηχανι­σμούς, το όραμα αυτό μπορεί ήδη να διατυπωθεί με τους δικούς μας όρους, υπό το πρίσμα των δικών μας δυνατοτήτων και συμφερόντων. Το όραμα αυτό είναι να γίνει η Ελλάδα μια Ελβετία όχι των τραπεζών, αλλά των ακαδη­μαϊκών σπουδών. Ο λόγος εδώ είναι κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) για τις σπουδές όλων εκείνων των πτυχών του ελληνικού πολιτισμού που εδώ και πολύ καιρό διδάσκονται στις έδρες των καλύτερων πανεπιστημίων του εξωτερικού. Διότι, ως γνωστόν, όλες οι περίο­δοι και πτυχές του ελληνικού πολιτισμού, από την απώτερη προϊστορία ως τους νεώτερους χρόνους, αποτελούν αντικείμε­νο διεθνούς επιστημονικής διερεύνησης σε ένα πλή­θος ιδρυ­μάτων ανά τον κόσμο, δηλαδή ιν­στιτούτων προϊστορικής, κλασικής και βυζαντινής αρχαιο­λογίας και τέχνης, αρχαίας και βυ­ζαντινής ιστορίας, αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής φιλο­λογίας, καθώς και νεοελληνικών σπουδών.

Arsakeio-Taol

Το παλαιό Αρσάκειο στην καρδιά της Πάτρας και οι εγκαταστάσεις του οινοποιείου ΤΑΟΛ δίπλα στην μαγευτική παραλία του Κάστρου στην Λευκάδα: δύο παραδείγματα εγκαταλελειμμένων, αναξιοποίητων κτηριακών υποδομών που θα μπορούσαν να στεγάσουν ινστιτούτα του ελληνικού πολιτισμού.

Για τους περισσότερους από τους διδάσκοντες και διδασκομένους στα ιδρύματα αυτά ένα θα ήταν το μεγαλύτερο όνειρο: να μπορούσαν να σπουδάζουν τον ελληνικό πολιτισμό στον ίδιο τον τόπο, όπου βρίσκεται το πρωτογενές υλικό των σπουδών και ερευνών τους. Κοντά στα διάσημα μνημεία και μέρη, όπου άνθισε ο ελληνικός πολιτισμός, και σε μια χώρα που σε με­γάλο μέρος του χρόνου οι καιρικές συνθήκες –ιδίως υπό το πρίσμα των πιο βόρειων λαών– επιτρέπουν υπαίθριες διδακτικές και ερευνητικές δραστηριότητες (παραδόσεις, ξε­ναγήσεις, εκδρομές, ανα­σκαφές). Αυτό το όνειρο, όμως, δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα, αφού τα υφιστάμενα πτυχιακά προγράμματα σπουδών των ελληνικών πανεπιστημίων είναι αμιγώς ελληνόφωνα (υπάρχει, δηλαδή, ο γλωσσικός φραγμός), ενώ συνήθως δεν προ­σφέρουν και εξίσου ελκυστι­κές υποδομές σπουδών και έρευνας σε σύγκριση με τα πιο διακε­κριμένα του­λάχιστον αντί­στοιχα ιδρύματα του εξωτερικού. Στα τελευταία είναι, άλλωστε, που καταφεύ­γουν παραδο­σιακά και πολλοί Έλληνες φοιτητές για εξειδικευμένες μεταπτυχιακές σπουδές, στο πλαίσιο του αυτονόητου πλέον παραδόξου του να πρέπει συχνά να εγκαταλείψει κα­νείς την Ελ­λάδα προκει­μένου να την σπουδάσει.

Αυτή ακριβώς είναι η εικόνα που μπορεί και πρέπει να αναστραφεί. Ας φανταστούμε π.χ. ένα αγγλόφωνο αρχαιογνωστικό ινστιτούτο με έμφαση στην κλασική αρχαιολογία κοντά στην Ολυμπία ή στους Δελφούς, ένα αντίστοιχο για την προϊστορική αρχαιολογία κοντά στις Μυ­κήνες ή στην Πύλο ή ένα ανάλογο, αρ­χαίας ιστορίας, στην Θήβα ή την Σπάρτη. Ας φαντα­στούμε, επίσης, ένα αγγλόφωνο κέντρο σπουδών του κυκλαδικού πολιτισμού στην Σύρο ή την Σαντορίνη ή ένα άλλο, μινωικής αρ­χαιολογίας, κο­ντά στην Κνωσό ή/και την Φαιστό. Ας σκεφτούμε, ακόμα, πώς θα ήταν ένα αγγλόφωνο, διε­θνές κέντρο ομηρικών σπουδών σε κάποιο από τα νησιά που διεκδικούν τον τίτλο της ομηρι­κή Ιθάκης (π.χ. σημερινή Ιθάκη, Κε­φαλονιά, Λευκάδα) ή μια σειρά από αγ­γλόφωνα πτυχιακά προγράμματα βυζαντινής ιστορί­ας και αρχαιολογίας στην Θεσσαλονίκη, στην Μονεμβασιά ή τον Μυστρά. Η ίδρυση αυτών των ινστιτούτων κοντά σε διεθνώς φημι­σμένους αρ­χαιολογικούς χώρους που είναι ταυτόχρονα και σημεία εξαιρετικού φυσικού κάλ­λους θα αποτελούσε τον ισχυρότερο μαγνήτη για ένα πλήθος διδασκόντων και φοιτητών από όλον τον κόσμο. Τα κέντρα αυτά θα μπορούσαν να ιδρυθούν είτε ως τα ελληνικά παραρτή­ματα ξένων διακεκριμένων πανεπιστημίων (ας δει π.χ. κανείς την πολυδιάστατη δράση του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο, ακόμη και χωρίς πτυχιακό πρόγραμμα), είτε ως ο πανεπιστημιακός βραχίονας ερευνητι­κών ιδρυμάτων του εξωτερικού (π.χ. INSTAP), είτε από συγκεκριμένους ιδιώτες με πνευματι­κά ενδιαφέροντα, με­ταξύ αυτών ίσως και από φορείς της ελληνικής ομογένειας. Και, όπως υπάρχουν χώρες που προσελκύουν κεφάλαια μέσω προνομιακά χαμηλής φορολογίας, έτσι και η Ελλάδα θα μπο­ρούσε να προσφέρει προνομιακή (δηλαδή προνομιακά χαμηλή και προ­νομιακά σταθερή) φο­ρολογία όχι στους διεθνείς εραστές της φοροδιαφυγής, αλλά σε όσους επιθυμούν να επενδύ­σουν σοβαρά στον τομέα των ποιοτικών ακαδημαϊκών σπουδών του ελ­ληνικού πολιτισμού. Με βάση τον αγγλόφωνο χαρακτήρα των ιδρυμάτων θα μπορούσε, μάλιστα, σύντομα να επι­χειρηθεί και η αναγκαία νομική παράκαμψη του άρθρου 16 του Συντάγματος, το οποίο μπορεί να διατηρήσει την πλήρη ισχύ του όσον αφορά την ελληνόφωνη ανώτατη εκπαίδευση.

Τα οφέλη για την Ελλάδα μέσα από μια τέτοια διαδικασία θα ήταν ανυπολόγιστα. Θα δη­μιουργούνταν αμέσως θέσεις εργασίας για πολλούς νέους Έλληνες ερευνητές με ήδη άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας και του διεθνούς ακαδημαϊκού περιβάλλοντος. Παράλληλα, θα είχαμε πιθανότατα και τον επαναπατρισμό ορισμένων ήδη καταξιωμένων Ελλήνων επιστη­μόνων του εξωτερικού. Θα γινόταν, επίσης, μοναδική αξιοποίηση της ελληνικής φύσης και του πολιτι­σμού σε όλη την διάρκεια του έτους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομική ανάπτυξη των περιοχών, όπου θα ιδρύονταν τα κέντρα αυτά. Βαρύνουσες θα ήταν, όμως, και οι συ­νέπειες σε ό,τι αφορά την γενικότερη ανάπτυξη της σημερινής ελληνικής επαρχίας. Και τούτο διότι με αυτό τον τρόπο πολλές περιοχές της θα μπολιάζονταν πλέον με στοιχεία «μητρόπο­λης», αφού η ύπαρξη σε αυτές ενός ακαδημαϊκού ιδρύματος διεθνούς κύρους θα συνέβαλε στην ανάπτυξη κοσμοπολίτικης εξωστρέφειας, στον εξαστισμό των νοοτροπιών, στην γενι­κότερη άνοδο του πνευματικού επιπέδου, ακόμα και στον αναπροσανατολισμό των προτύ­πων μιας κοινωνίας που έχει ακόμα πολύ έντονα προαστικά χαρακτηριστικά. Χάρη στις νέες αυτές προοπτικές τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, η ακυρω­μένη από την αστυφιλία, πραγματική Ελλάδα των ιδιαίτερων πατρίδων, της ανθρώπινης κλί­μακας και της ανώτερης ποιότητας ζωής κοντά στην φύση θα μετατρεπόταν εκ νέου σε ρεα­λιστική πρόταση ζωής για πολλούς Έλληνες της νεώτερης γενιάς. Περαιτέρω, δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι η ύπαρξη τέτοιου είδους ιδρυμάτων στην Ελλάδα θα είχε ίσως συ­νέπειες ακόμα και για την άμυνα της χώρας. Διότι οι όποιες τυχόν επιβουλές στον χώρο, ας πούμε, του ανατολικού Αιγαίου δεν είναι βέβαιο ότι θα εκδηλώνονταν με τον ίδιο τρόπο, αν ήταν γνωστό ότι π.χ. στην Λέσβο ή την Σάμο υπάρχουν πανεπιστημιακά ιδρύματα με διεθνή χαρακτήρα και με την παρουσία αρκετών ξένων υπηκόων σε όλη την διάρκεια του χρόνου. Κατά συνέπεια, ένα ή δύο αγγλόφωνα πανεπιστημιακά ιδρύματα διεθνούς χαρακτή­ρα σε αυτά τα νησιά θα μπορούσαν ίσως να προσφέρουν πιο αποτελεσματική άμυνα από αντίστοι­χο αριθμό στρατοπέδων του ελληνικού στρατού.

Από την άλλη μεριά, είναι επόμενο ότι τόσο το ζήτημα της αγγλικής γλώσσας όσο και αυτό της ξενικής προέλευσης των ιδρυμάτων, αλλά και της (όποιας) εμπλοκής ιδιωτικής πρωτο­βουλίας σε μια τέτοια διαδικασία πιθανώς προβληματίσουν κάποιους. Όσον αφορά την γλώσσα, όμως, η αγγλική είναι καλώς ή κακώς η lingua franca της εποχής μας, ενώ το γεγο­νός πως η χρήση (και) της γλώσσας αυτής αποτελεί το όχημα για την προσέλκυση στην Ελ­λάδα ανθρώπων από όλο τον κόσμο είναι μια αυτονόητα αποδεκτή πραγματικότητα για όσους π.χ. εργάζονται σε άλ­λους τομείς, όπως αυτός του τουρισμού. Εκτός αυτού, η εμπειρία όσων προερχόμαστε από τις αρχαιογνωστικές επιστήμες είναι ότι πολλοί από τους ξένους που ασχολούνται επιστημο­νικά με τον ελληνικό πολιτισμό έχουν ιδιαίτερη θέληση να μάθουν τελικά και την ελληνική γλώσσα, κάτι που θα διευκολυνόταν αισθητά μέσω της δυνατότητας μιας πιο μακροχρόνιας παραμονής τους στην Ελλάδα. Πολλοί από τους εν λόγω φοιτητές και διδάσκοντες θα κα­τέληγαν εν τέλει οι καλύτεροι πρεσβευτές της Ελλάδας στις πατρίδες τους.

Σε ό,τι αφορά την ξενική προέλευση των ιδρυμάτων, έχουμε κι εδώ μια πραγματικότητα ήδη αποδεκτή στην Ελλάδα σε συναφείς τομείς. Στον χώρο της αρχαιολογικής έρευνας, φερ’ ει­πείν, δεν διεξάγονται στην χώρα μας μόνο οι ανασκαφές των ελληνικών κρατικών φορέων, αλλά και αυτές των ξένων αρχαιολογικών σχολών, για την ύπαρξη και δράση των οποίων στην Ελλάδα υπάρχει σχετική ομοφωνία. Μερικοί, μάλιστα, από τους σημαντικότερους αρ­χαιολογικούς χώρους είναι ανασκαφές ξένων σχολών (Ολυμπία, Δελφοί, Κεραμεικός, Αρχαία Αγορά Αθηνών, Κνωσός, Φαιστός, Μάλια, κλπ.). Επίσης, διαμέσου των ξένων σχολών η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει ενίοτε προσφέρει τα μέσα τόσο για ανασκαφές όσο και για ανε­γέρσεις και ανακαινίσεις μουσείων (π.χ. το παράδειγμα της Αρχαίας Αγοράς των Αθηνών και της συνεισφοράς του ιδρύματος John Rockefeller). Άλλωστε, η ύπαρξη πλέον ούτως ή άλλως πολλών ιδιωτικών μουσείων στην Ελλάδα καταδεικνύει ότι η ιδιωτική παρέμβαση σε έναν κα­τεξοχήν θεσμό μάθησης και πολιτισμού μπορεί ενίοτε να είναι τόσο παραγωγική όσο και απο­δεκτή. Δυστυχώς, ιδίως υπό το πρίσμα της ανερ­γίας των νέων επιστημόνων, η εμμονή στην άρνηση κάθε έννοιας ιδιωτικού στην ανώτατη εκ­παίδευση (η οποία στρεβλώνει την απολύτως θεμιτή αγωνία για την ύπαρξη στην Ελλάδα και σοβαρών κρατικών πανεπιστημίων) έχει ως τώρα καταλήξει στην γενναιόδωρη ενίσχυση εκ μέρους της χώρας μας ξένων, αμιγώς καπι­ταλιστικών ή υπερκαπιταλιστικών οικονομιών με το πολυτιμότερο ανθρώπινο δυναμικό μας.

Στο κείμενο αυτό προσπαθήσαμε να καταδείξουμε ότι η ίδρυση στην Ελλάδα αγγλόφωνων ιν­στιτούτων ελληνικών σπουδών συνιστά ένα ιδιαίτερα σημαντικό και πολυδιάστατο αναπτυ­ξιακό όραμα για την χώρα. Σε κάθε πρόταση, φυσικά, μπορούν και πρέπει να διατυπώνονται αντιρρήσεις. Αρκεί αυτές να μην λειτουργούν –πιο πολύ με όρους λειτουργισμού παρά μαρξι­σμού– ως το ιδεολογικό «εποικοδόμημα» (Überbau) μιας βαθύτερης ανθρωπολογικής «βάσης» που δεν είναι άλλη από την εσωστρέφεια της παρα­δοσιακής, προαστικής ελληνικής κοινωνί­ας. Η υπέρβαση της εσωστρέφειας αυτής είναι ένας από τους βασικούς όρους για να περάσει η χώρα σε μια νέα εποχή.

  1. Ξανθόπουλος Παναγιώτης
    Φεβρουαρίου 26, 2014 στο 14:22

    Φίλε Θοδωρή,

    σημαντική η πρόταση για τη δημιουργία διεθνούς κύρους ιδρυμάτων. Ωστόσο θα ήθελα να θέσω ορισμένα ερωτήματα περισσότερο για να γίνουν ορισμένες διευκρινίσεις.
    Ποιος θα είναι ο ρόλος του ελληνικού κράτους; Το εθνικό κράτος, (νοούμενο πότε ως εργαλείο κυρίαρχης τάξης, πότε υπέρ του συνόλου, ή ως τόπος συμπύκνωσης του συσχετισμού δυνάμεων), δύσκολα απεμπολεί τα κυριαρχικά του δικαιώματα σε σχέση με την εκπαίδευση (εξάλλου δεν νομίζω να είναι αυτός ο στόχος των προτάσεων). Σε περίπτωση που το διαπραγματεύεται, λαμβάνει υπόψη του το όφελος που μπορεί να αποκομίσει. Διαχρονικά και έχει ενδιαφέρον το σημείο αυτό, χρησιμοποιήθηκαν οι προσβάσεις σε αρχαιολογικούς χώρους, η αποκλειστικότητα μελέτης/ ανασκαφής ενός χώρου με γνώμονα στρατηγικά/ εθνικά ανταλλάγματα, οικονομικά και γεωπολιτικά, δημιουργώντας συνασπισμούς ανάμεσα στο ελληνικό και τα ξένα (δυτικά) κράτη. Πιστεύω επομένως ότι θα λειτουργήσει σε ένα παρόμοιο πλαίσιο. Και σίγουρα μπορεί να θέσει κανείς το ερώτημα της διαδικασίας ελέγχου των ακαδημαϊκών χώρων, έτσι ώστε να λειτουργήσουν για τη γνώση και όχι με μανατζερίστικες λογικές κατασκευής ιδιωτικών υπαλλήλων. Το θέμα δεν είναι να αλωθεί άλλος ένας χώρος από την ιδιωτική εκπαίδευση, αλλά να δημιουργηθεί ένας πόλος έλξης επιστημόνων, οι οποίοι διαφεύγουν στο εξωτερικό για βιοπορισμό. Και αυτό με οδηγεί στο δεύτερο ερώτημα.
    Ποιο θα είναι το καθεστώς των εργαζομένων; Αν κανείς έχει βιώσει έστω για λίγο την ιδιωτική εκπαίδευση στην Ελλάδα (κολλέγια, ιδιωτικά ΙΕΚ, ιδιωτική δευτεροβάθμια και πρωτοβάθμια εκπαίδευση, κλπ), θα τον πιάσει τρόμος με τέτοιου είδους εγχειρήματα. Σε μια χώρα με μακρά παράδοση παρανομίας, όπου ούτε συμβάσεις υπογράφονται, οι γλίσχροι μισθοί συχνά δεν καταβάλλονται, επικρατεί καθεστώς είτε ημι-απασχόλησης, είτε άτυπης, ανασφάλιστης εργασίας (με διάφορες μεθόδους), πιστεύω χρειάζεται να τεθεί ένα πλαίσιο αρκετά συγκεκριμένο για τον τρόπο λειτουργίας αυτών των θεσμών.
    Τρίτο ερώτημα άμεσα συνυφασμένο με το προηγούμενο : Θα υπάρξουν ειδικά προνόμια για τους πτυχιούχους ελληνικής καταγωγής; Δεν πιστεύω ότι ένα τέτοιο θέμα τίθεται νομικά αλλά και από τον ίδιο το χαρακτήρα των ιδρυμάτων αυτών. Άρα σε ένα διεθνές περιβάλλον ανταγωνιστικό με ποσοτικές μεθόδους, ιδίως στις επιστήμες του ανθρώπου, μπορεί εύκολα να τεθεί εκτός συναγωνισμού κάποιος που δεν έχει πρόσβαση σε διεθνή περιοδικά, δεν διαθέτει επαρκή προϋπηρεσία, διδακτική και ερευνητική, κα. Είναι επόμενο διεθνείς θεσμοί να λειτουργήσουν με διεθνή κριτήρια και διεθνούς φήμης καθηγητές.
    Πιστεύω ότι μια τέτοια συζήτηση είναι γόνιμη, αρκεί να τεθεί με όρους που θα εξυπηρετείται το συλλογικό συμφέρον της χώρας και θα λύνει κάποια από τα προβλήματα.
    Ξανθόπουλος Παναγιώτης
    Δρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας

  2. Φεβρουαρίου 26, 2014 στο 15:39

    Πολύ χρήσιμες οι επισημάνσεις και μοιράζομαι κι εγώ τους ίδιους προβληματισμούς. Είναι αλήθεια π.χ. ότι ιδρύματα όπως οι ξένες αρχαιολογικές σχολές (ιδίως αυτές των ισχυρότερων κρατών) αποτελούσαν ανέκαθεν κομμάτια ενός ευρύτερου πολιτικού και γεωπολιτικού παζλ. Ενός παιχνιδιού, ωστόσο, στο πλαίσιο του οποίου τα οφέλη για την Ελλάδα υπήρξαν ως τώρα πολύ περισσότερα και χειροπιαστά απ’ ό,τι σε άλλους τομείς (ας σκεφτούμε μόνο την σημασία κορυφαίων αρχαιολογικών χώρων, όπως π.χ. η Αρχαία Αγορά των Αθηνών, η Ολυμπία ή οι Δελφοί). Επίσης, η ως τώρα μορφή λειτουργίας των μεγαλύτερων ξένων αρχαιολογικών σχολών, στο πλαίσιο της οποίας συχνά προσφέρονται θέσεις εργασίας (έστω ορισμένης διάρκειας) σε αρκετούς Έλληνες, είναι ένα πολύ ενθαρρυντικό παράδειγμα. Σημαντικό είναι εδώ να τονιστεί ότι, όπως συμβαίνει και με τις ξένες αρχαιολογικές σχολές, έτσι και με την ιδέα των αγγλόφωνων ιδρυμάτων, δεν (θα) έχουμε να κάνουμε οπωσδήποτε με ιδιωτικά ή εν μέρει ιδιωτικά ιδρύματα, αλλά και με ξένους κρατικούς φορείς (π.χ. μεγάλα ξένα πανεπιστήμια) που θα μπορούσαν να ιδρύσουν έδρες τους στην Ελλάδα. Όσον αφορά, τώρα, την πιθανότητα πιο ξεκάθαρα ιδιωτικών πρωτοβουλιών, η προσφορά εκ μέρους του ελληνικού κράτους ενός σταθερού και προνομιακά χαμηλού φορολογικού περιβάλλοντος θα αποτελούσε ρεαλιστικό διαπραγματευτικό χαρτί για την εξασφάλιση ενός πλαισίου απασχόλησης, το οποίο θα διασφαλίζει τόσο την αξιοπρεπή θέση των εργαζομένων όσο και την κάπως ισχυρή αντιπροσώπευση Ελλήνων μεταξύ του διδακτικού προσωπικού.

    Προφανώς, κανένα σχέδιο και καμία μορφή εφαρμογής του δεν μπορεί να έχει μόνο θετικές παραμέτρους. Σαφώς θα υπήρχαν και σε αυτή την περίπτωση προβλήματα και αρνητικές πτυχές. Όμως, η προοπτική της ίδρυσης αγγλόφωνων ιδρυμάτων (κατά προτίμηση ως παραρτημάτων ξένων σημαντικών πανεπιστημίων ή/και σε ιδιωτικό, αλλά κατάλληλα καθορισμένο πλαίσιο) μαζί και με αυτή της απελευθέρωσης της ψηφιακής μορφής ανώτατης εκπαίδευσης (πρόταση που διατυπώνεται στο προηγούμενο άρθρο) είναι ίσως οι μόνες που μπορούν ενδεχομένως να παρακάμψουν σε κάποιον βαθμό την ενσωμάτωση τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού στην Ελλάδα στην παραδοσιακή κοινωνική δομή των διαπροσωπικών σχέσεων και συναλλαγών (ας θυμηθούμε π.χ. το παράδειγμα της δευτεροβάθμιας ιδιωτικής εκπαίδευσης που αναφέρεις και εσύ, όπου συχνά χρειάζεται κανείς μέσον ακόμα και για να τον καλέσουν για συνέντευξη…). Κάτι τέτοιο έγινε π.χ. με τα φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης, ακριβώς διότι δόθηκε η δυνατότητα σχεδόν στον καθένα να αποπειραθεί να «στεγάσει» αυτοδύναμα τις δικές του φιλικές, οικογενειακές και λοιπές σχέσεις μέσα στο δικό του εργασιακό πλαίσιο. Ο συνδυασμός μιας τέτοιας προσέγγισης και για την τριτοβάθμια εκπαίδευση (που εδώ εκφράζεται με την πρόταση για τα ψηφιακά προγράμματα σπουδών) με την ίδρυση αγγλόφωνων ιδρυμάτων εντός του πλαισίου που προαναφέρθηκε θα μπορούσαν να δώσουν φιλί ζωής στην προοπτική πολλών εκπροσώπων της γενιάς μας.

  3. Dimitrios Psallidas
    Μαρτίου 7, 2014 στο 12:50

    Φίλε Θοδωρή

    Διάβασα την πρόταση σου για τη δημιουργία αγγλόφωνων κέντρων ελληνικών σπουδών. Αντιλαμβάνομαι, γιατί πολλές φορές έχουν περάσει παρόμοιες ιδέες και από το δικό μου μυαλό, το αγνό επιστημονικό και ανθρωπιστικό ενδιαφέρον και κίνητρο της παραπάνω πρότασης. Και ποιός δεν θα επιθυμούσε μια επιστημονική Εδέμ που θα είχε άμεση επαφή με τον κοινωνικό ιστό της εκάστοτε περιοχής σε αντίθεση με τα απολιθωμένα και δυσκίνητα (για να μην πώ νεκρά) ελληνικά πανεπιστήμια, που δεν έχουν καμία επαφή και καμία σχέση με την πραγματικότητα και τις συναρτώμενες με την »παιδεία» ανάγκες της. Το σχέδιο αυτό μπορεί να προχωρήσει πολύ παραπέρα και οι φορείς αυτοί (τα κέντρα που προτείνεις) να γίνουν πραγματικοί φάροι παιδείας και να ανοίξουν ένα δίαυλο επικοινωνίας με τους ανθρώπους, τους απλούς πολίτες και τις κοινότητές τους, που παρόμοιος δεν έχει εμφανιστεί στην ιστορία. Το σχέδιο έχει πολλές επεκτάσεις και εφαρμογές π.χ. α) αγγλόφωνο μεν αλλά με υποχρεωτική στον κύκλο σπουδών την εκμάθηση της ελληνικής (κάτι αυτονόητο βέβαια στον τομέα της φιλολογίας και της αρχαιολογίας), β) προέκταση και στον τομέα των σπουδών φιλοσοφίας, αρχιτεκτονικής, θεάτρου ακόμα και ιατρικής, γ) άμεση επαφή με σχολεία και απλούς πολίτες μέσω εκδηλώσεων από ενεργά κέντρα για ενεργούς πολίτες, φάρος παιδείας και πολιτισμού όπως προανέφερα αλλά όχι με μονομέρεια και με προϋπόθεση την ενεργητική συμμετοχή και τη δυνατότητα για πρωτοβουλία στις κινήσεις, δ) ευαισθητοποίηση όσον αφορά τη γλώσσα αλλά και το φυσικό περιβάλλον. Οι ιδέες είναι πολλές με άξονα τη δημιουργία πολιτών και φοιτητών που θα σκέφτονται οι ίδιοι για τους εαυτούς τους και θα προωθούν επιστήμες και ενδιαφέροντα με πρακτικές εφαρμογές και δημιουργικότητα.

    Το μεγάλο πρόβλημα με όλα τα παραπάνω είναι ότι η σημερινή κοινωνία, από τους πολιτικοοικονομικούς φορείς μέχρι και τον τελευταίο πολίτη, είναι προσανατολισμένη μονοδιάστατα στο ΚΕΡΔΟΣ. Τί θα κερδίσουμε ως παράταξη; Τι θα κερδίζω όταν τελειώσω το πανεπιστήμιο; (πόσοι αγαπάνε πραγματικά τη μόρφωση και το αντικείμενό τους και ωθούνται προς αυτό από αγαθά επιστημονικά κίνητρα; Δική μου ερώτηση). Πόσα θα κερδίσω ώς όμιλος αν επενδύσω στο κέντρο; Και έτσι φτάνω στα τεράστια ερωτήματα που προκύπτουν από την παραπάνω διαπίστωση; Υπό την αιγίδα και τα κεφάλαια ποιού θα δημιουργηθούν τα παραπάνω κέντρα, ενός κράτους που ξεπουλά καθημερινά την ήδη υποβαθμισμένη παιδεία του, που τείνει να ιδιωτικοποιήσει κάθε φορέα μόρφωσης στο βωμό του κέρδους αλλά και της χειραγώγησης των μαζών; Ενός ιδιωτικού φορέα με το συνεπακόλουθο »σεβασμό» στον άνθρωπο και τη γνώση. Ενός πανεπιστημίου του εξωτερικού πάλι με σκοπό το κέρδος και χωρίς κανένα ηθικό-ανθρωπιστικό έρεισμα. Παρότι είμαι πραγματικά αηδιασμένος από τη δημόσια εκπαίδευση θεωρώ ότι είναι ένα από τα αγαθά (μαζί με την ενέργεια και το νερό) που πρέπει να είναι προσιτό σε όλους και που μέρα με τη μέρα διακυβεύεται. Ποιοί λοιπόν θα έχουν πρόσβαση στα ιδρύματα και με ποιό τρόπο (π.χ.υποτροφίες,δίδακτρα κ.τ.λ.); Επαναλαμβάνω πως θεωρώ την ιδέα εξαιρετική και με εκπληκτικές εφαρμογές σε πολλούς τομείς αλλά θεωρώ σημαντικά τα παραπάνω ερωτήματα-προσκόμματα. Να είσαι καλά.

  4. Μαρτίου 7, 2014 στο 12:55

    Αγαπητέ Δημήτρη,

    Σε ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον σου για το ιστολόγιό μου και για το συγκεκριμένο άρθρο. Συμφωνώ απόλυτα με τις προεκτάσεις του σχεδίου που αναφέρεις στην πρώτη παράγραφο του μηνύματός σου. Όσον αφορά την ελληνική γλώσσα, στις δικές μας επιστήμες τουλάχιστον η εμπειρία έχει δείξει ότι η εκμάθησή της γίνεται ντε φάκτο ούτως ή άλλως (π.χ. πολλοί από τους ξένους αρχαιολόγους που δουλεύουν στην Ελλάδα με τις ξένες αρχαιολογικές σχολές μαθαίνουν ελληνικά με δική τους πρωτοβουλία). Επίσης, είναι σίγουρο ότι μια τέτοια ιδέα θα είχε εφαρμογή και σε άλλες επιστημονικές περιοχές, με δεδομένη την σύνδεση συγκεκριμένων τόπων στην Ελλάδα με την ιστορία της επιστήμης (π.χ. ένα διεθνές ινστιτούτο ιατρικής κοντά σε κάποιο αρχαίο Ασκληπιείο ή ένα ανάλογο φιλοσοφίας κοντά στους τόπους που δίδαξε π.χ. ο Αριστοτέλης, κ.ο.κ.).

    Για μένα, η βασική ενθάρρυνση για την πρόταση που διατύπωσα είναι ο -ως τώρα θετικός- βίος και η επίσης θετική πολιτεία των ξένων αρχαιολογικών σχολών στην Ελλάδα, καθώς και των ιδιωτικών ιδρυμάτων που στηρίζουν την αρχαιολογική έρευνα (π.χ. ΙΝSTAP). Επίσης, η ιστορία της αρχαιολογίας έχει δείξει ότι άνθρωποι που κατά τα άλλα ίσως να ανήκαν στην κατηγορία του κερδοσκόπου επιχειρηματία, έχουν δείξει ένα αισθητά διαφορετικό πρόσωπο στο πλαίσιο της σχέσης τους με την αρχαιολογία. Άνθρωποι, όπως π.χ. ο Σλήμαν πιο παλιά ή ο Τζον Ροκφέλερ και ο Μάλκολμ Γουήνερ στις μέρες μας, προσέφεραν σημαντικά χρηματικά ποσά στην υπόθεση της αρχαιολογίας χωρίς κερδοσκοπικού τύπου ανταλλάγματα. Είναι ένα προνόμιο που έχουν οι κατά τα άλλα δύσμοιρες επιστήμες μας, να προκαλούν μια συχνά ερωτική έλξη ακόμη και σε ανθρώπους από τελείως διαφορετικούς χώρους και με τελείως διαφορετική ιδιοσυγκρασία (δες π.χ. και το παράδειγμα του ιδιωτικού πανεπιστημίου Κοτς στην Κων/πολη, που, απ’ όσο ξέρω τουλάχιστον, αντιπροσωπεύει και αυτό μια μάλλον υγιή μορφή ανώτατης εκπαίδευσης: http://en.wikipedia.org/wiki/Ko%C3%A7_University). Και αυτό ισχύει, φυσικά, και για τους διδασκομένους, αφού σε όλο τον κόσμο υπάρχουν, κόντρα στο πνεύμα της εποχής μας, πάμπολλοι άνθρωποι με πάθος για την ιστορία, την αρχαιολογία, την φιλοσοφία και άλλες θεωρητικές επιστήμες. Εκτός αυτού, το κύριο μέρος της πρότασής μου αναφέρεται σε ξένα μεγάλα πανεπιστήμια, πολλά από τα οποία είναι κρατικά. Συνεπώς, δεν αρνούμαι καθόλου ότι υπάρχουν και προσκόμματα στην υλοποίηση μιας τέτοιας πρότασης. Θεωρώ, όμως, ότι τα ενδεχόμενα οφέλη είναι τόσα πολλά και τόσο πολυδιάστατα, που αξίζει τον κόπο το όποιο ρίσκο.

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: