Αρχική > Αρχαιολογικά, Πολιτικά > «Πακέτο διάσωσης» για τους νέους επιστήμονες

«Πακέτο διάσωσης» για τους νέους επιστήμονες

Η ανεργία των νέων επιστημόνων και κυρίως όσων έχουν ήδη πίσω τους τα χρόνια και τις εμπειρίες από τα ακαδημαϊκά συστήματα των ανεπτυγμένων δυτικών χωρών, αποτελεί σαφώς μία από τις πιο τραγικές πτυχές της ελληνικής κρίσης. Σχεδόν μια ολό­κληρη γενιά νέων αν­θρώπων με ζηλευτά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, με υγιή (ως επί το πλείστον) νοοτροπία και όρεξη –σε αρκετές περιπτώσεις– να παραμείνει στην Ελλάδα ακόμα και υπό μισθολογικές και γενικότερες συνθήκες υποδεέστερες άλλων χωρών βρίσκεται αυτή την στιγμή σε ιδιαίτερα δεινή θέση. Τις περισσότερες φορές οι επιλογές που έχουν οι εκπρόσωποι της γενιάς αυτής είναι είτε να μείνουν στην Ελλάδα, φυτοζωώντας με διάφορους τρόπους και κάνοντας πράγματα άσχετα με τους τομείς που μπορούν να προσφέ­ρουν, είτε να φύγουν για το εξωτερικό. Και στις δύο περιπτώσεις ακυρώνεται η δυνατότητα προσφοράς της γενιάς αυτής στην ίδια την πατρίδα της. Αντιθέτως, ιδιαίτερα θετική είναι η προοπτική των άλλων εκείνων χωρών, στις οποίες το ελ­ληνικό κράτος και οι πάσης φύσεως παθογένειές του κάνουν ουσιαστικά δώρο το μέλλον της χώρας. Διότι μόνο έτσι μπορεί να ερμηνευτεί η χαρακτη­ριστική απροθυμία των κυ­βερνητικών επιτελείων στο να προβούν στις συγκεκριμένες εκείνες ενέργειες, οι οποίες θα μπο­ρούσαν εν μια νυκτί να ανοίξουν τμήματα της αγοράς για αρ­κετούς νέους επιστήμονες. Είναι επίσης χαρακτη­ριστικό ότι οι προτάσεις για τέτοιου είδους δράσεις απουσιάζουν ως τώρα πλήρως και από τον λόγο της αντιπολίτευσης. Για το πώς θα μπορούσαν να μοιάζουν οι πρωτοβουλίες αυ­τές, πι­στεύουμε ότι δί­νουν μια ιδέα τα παρακάτω σημεία.

«Θα σε δω στο πλοίο»...Αν δεν υπάρξει βούληση και αυτή την φορά, μονίμως αγκυροβολημένα πλοία, όπως αυτό στο λιμάνι της Πάτρας, θα κληθούν ίσως να προσφέρουν σύντομα στέγη σε άνεργους νέους επιστήμονες.

«Θα σε δω στο πλοίο»…Αν δεν υπάρξει βούληση και αυτή την φορά, μονίμως αγκυροβολημένα πλοία, όπως αυτό στο λιμάνι της Πάτρας, θα κληθούν ίσως να προσφέρουν σύντομα στέγη σε άνεργους νέους επιστήμονες.

α) Άμεση κατάργηση της πολυθεσίας στην ελλαδική ανώτατη εκπαίδευση, αρχικά μέσω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου και αργότερα με σχετική συνταγματική διάταξη. Όσοι πανεπιστη­μιακοί κα­τέχουν αυτή την στιγμή νομίμως είτε θέσεις/ώρες διδασκαλίας σε περισσότερα του ενός πανεπι­στήμια είτε ταυτόχρονα θέσεις και σε άλλα ιδρύματα (π.χ. Ελληνικό Ανοιχτό Πανε­πιστήμιο, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Σχολές Αστυνομίας, κλπ.), αμείβονται, δηλαδή, πολλαπλώς από τον ίδιο κρατικό προ­ϋπολογισμό, να κληθούν να επιλέξουν μία μόνο από τις θέσεις αυτές. Με αυτό τον τρόπο ανοί­γουν μέσα σε μια νύχτα εκατοντάδες θέσεις εργασίας για νέους επιστή­μονες, με αποτέλεσμα τόσο την μείωση της ανεργίας όσο και την βελτίωση του εκάστοτε διδα­κτικού και ερευνητικού έργου. Χαρακτηριστική είναι εδώ η περίπτωση του Ελληνικού Ανοιχτού (μάλλον Ερμητικά Κλειστού) Πανεπιστημίου, που αντί σε περίοδο κρίσης να προσφέρει σανίδα σωτηρίας σε ένα πλήθος ανέργων νέων επιστημόνων, προτιμά να λειτουργεί ως πάροχος συ­μπληρωματικού εισοδήματος σε πολλούς πανεπιστημιακούς με ήδη μόνιμες θέσεις σε άλλα ελλαδικά ιδρύματα. Καθιερώνοντας, μάλιστα, από φέτος και συμβάσεις τριετούς διάρκειας για τα μέλη ΣΕΠ, στραγγαλίζει πλέον ακόμα και την τελευταία ελπίδα όσων κάθε χρόνο επέμεναν να υποβάλλουν εκ νέου αίτη­ση.

β) Νομική φόρμουλα παράκαμψης του άρθρου 16 του Συντάγματος σε ό,τι αφορά την ψηφιακή μορφή ανώτατης εκπαίδευσης. Να δοθεί η δυνατότητα σε ιδιώτες να συγκροτήσουν αναγνωρι­σμένα από το κράτος προγράμματα σπουδών βασισμένα στις τεχνολογίες του διαδικτύου (πλατφόρμες τηλεκπαίδευσης και τηλεδιάσκεψης). Καταργώντας με αυτό τον τρόπο γεωγραφι­κά και ηλικιακά σύνορα και με μικρή επένδυση σε χρήμα (δεν χρειάζονται π.χ. φυσικές αί­θουσες διδασκαλίας), ομάδες νέων επιστημόνων θα μπορούσαν σε ελάχιστο χρονικό διάστη­μα να συ­γκροτήσουν υψηλής ποιότητας προγράμματα σπουδών, ιδίως στις θεωρητικές επιστή­μες (π.χ. στον κλάδο των θεατρικών σπουδών που χρειάζεται ουσιαστικά επανίδρυση σε ακαδημαϊκό επίπεδο ή σε αυτόν των κοινωνικών επιστημών που υπάρχει έντονη ανάγκη για βαθύτερες και κυρίως ανεξάρτητες κριτικές θεωρήσεις). Με όπλα την αφοσίωση και υγιή νοοτροπία του προσω­πικού τους, καθώς και την εν­σωμάτωση της πιο σύγχρονης επιστη­μονικής παραγω­γής και πρα­κτικής, τέτοιου είδους ιδρύμα­τα θα μπο­ρούσαν όχι μόνο να ανοίξουν ταχύτατα νέες θέσεις εργασίας, αλλά και να συμβάλ­λουν αποφα­σιστικά στην άνοδο του επι­πέδου της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Ιδίως, μάλιστα, στις επιστήμες του ελληνικού πολιτισμού κάποιοι από τους φορείς αυτούς θα μπορούσαν ενδεχο­μένως να ανοιχτούν και στο παγκόσμιο κοινό, με όχημα την αγγλική γλώσσα.

γ) Προσωρινή αποκέντρωση της πρόσληψης ειδικών επιστημονικών συνεργατών στα συμβατικά πανεπι­στήμια. Να δο­θεί, δηλαδή, σε καθηγητές πρώτης βαθμίδας η νομική δυνατότητα να δια­θέτουν, αν το επιθυ­μούν, ένα τμήμα των μηνιαίων εσόδων τους (τα οποία συχνά προέρχονται όχι μόνο από την κρατική μισθοδοσία τους, αλλά και από άλλες παράλληλες δραστηριότητες, π.χ. νομι­κά, τεχνικά γραφεία, κλπ.) για την απασχόληση νέων επιστημόνων-κατόχων διδακτο­ρικού τί­τλου, αντίστοι­χων των διδασκόντων Π.Δ. 407/80. Το κράτος θα μπορούσε να θεσπίσει έναν ελάχιστο μηνιαίο μισθό (π.χ. 700 ευρώ) και συγκεκριμένο ωράριο και πλαίσιο απασχόλη­σης (π.χ. να απαγορεύε­ται η πρόσληψη συγγενών ή προσώπων, με τα οποία οι καθηγητές έχουν συ­νυπάρξει στο πα­ρελθόν στο ίδιο πανεπιστήμιο). Εκτός των άλλων, το μέτρο αυτό θα μπορού­σε να αποτελέσει και τυπικό δείγμα «μεταποίησης» (και όχι πάταξης) της παραοικονομίας. Και αυτό διότι στην μισθοδοσία των ειδικών αυτών συ­νεργατών ενδεχο­μένως θα κατέληγε και ένα μέρος χρη­μάτων (π.χ. από τα διάφορα εξωπανεπι­στημιακά έσοδα κάποιων καθηγητών) που πι­θανόν δεν θα έβρισκε ποτέ τον δρόμο για το κε­ντρικό ταμείο του κράτους, στερώντας το τελευ­ταίο από την δυνατότητα να μισθοδοτήσει το ίδιο τους επιστημονι­κούς αυτούς συνερ­γάτες.

δ) Προνομιακό καθεστώς μειωμένων εισφορών στον ΟΑΕΕ τόσο για όσους θα μπορούσαν να εργαστούν ως ειδικοί συνεργάτες στα πανεπιστήμια με το ανωτέρω καθεστώς όσο και για όσους ερ­γάζονται ή επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν ως μεταφραστές-επιμελη­τές-διορθωτές, κλπ. Ένα τέτοιο μέτρο αφορά κατεξοχήν πολλούς νέους επιστήμο­νες, αφού ένα μεγάλο μέρος τους, π.χ. οι άνθρωποι με υψηλού επιπέδου γνώσεις ξένων γλωσσών και ακαδημαϊκή εμπειρία από το εξωτερικό, θα μπο­ρούσε να απασχοληθεί για κάποιο χρονικό διάστημα σε αυτές τις εργα­σίες. Ιδίως οι μεταφράσεις ξενόγλωσσων πανεπιστημιακών εγχειριδίων και γενικότερα επιστη­μονικών έργων είναι μια δραστηριότητα, στο πλαίσιο της οποίας αξιοποιείται συνδυαστι­κά τόσο η γλωσσική όσο και η επιστημονική κατάρτιση. Είναι επίσης ένα πεδίο ιδιαιτέρως πα­ραγωγικό, αφού σε πολλούς επιστημονικούς κλάδους είναι δρα­ματική η ανάγκη εμπλουτισμού της βιβλιο­γραφίας με καλές μεταφράσεις σύγχρονων ξενόγλωσ­σων συγ­γραμμάτων. Και είναι περιττό, φυσικά, να τονιστεί ότι η καταβολή πολλών χαμη­λών ει­σφορών εκ μέρους εργαζο­μένων απο­φέρει για τα ταμεία περισσότερα από την μη κατα­βολή υψηλών εισφορών εκ μέρους ανέργων.

ε) Το τελευταίο σημείο αφορά ειδικά την ανεργία των αρχαιολόγων, ιδίως τους άνεργους ερευ­νητές. Πρόκειται για την αποδέσμευση του αρχαιολογικού υλι­κού που βρί­σκεται στις αποθή­κες των εφοριών αρχαιοτήτων και των μουσείων. Στις αποθήκες των εν λόγω ιδρυμάτων υπάρ­χει, δηλαδή, ένας μεγάλος αριθμός ευρημάτων από πολυάριθμες ανασκαφές του παρελθόντος και του παρόντος. Μετά την ανασκαφή τους, το δικαίωμα μελέτης και δημοσίευσης των ευρη­μάτων αυτών περιέρχεται δια νόμου στον εκάστοτε υπεύθυνο της ανασκαφής. Με αυτό τον τρόπο, πολλοί από τους εν λόγω ανα­σκαφείς, ιδίως αρκετοί μεγαλύτερης ηλικίας μόνιμοι υπάλληλοι της αρχαιολογικής υπη­ρεσίας (ή και κάποιοι ήδη συνταξιούχοι), έχουν με τα χρόνια αποκτήσει την «κυριότητα» επί ενός μεγάλου αριθμού αρχαιολογι­κών θέσεων και συνόλων. Σαν αποτέλεσμα, η πλήρης επιστημονική μελέτη και δημοσίευση των συγκεκριμένων αρχαιολογικών δεδομένων συ­χνά καθυστερεί δραματικά, αφενός μεν λόγω των λοιπών υπηρεσιακών καθηκόντων των αρ­χαιολόγων αυτών και αφετέρου λόγω νομοθετικών και προσωπικών αγκυλώσεων. Χαρακτηρι­στική είναι εδώ η παλαιά, ιδιοκτησιακή αντίληψη επί των αρχαιοτή­των, η οποία εκφράζεται άλ­λοτε με την πλήρη άρνηση παραχώρησης των δικαιωμάτων δημοσίευσης σε άλλους ερευνη­τές και άλλοτε με την «ελεγχόμενη» και μερική παραχώρηση, ενίοτε στο πλαίσιο της συγκρότη­σης εξουσιαστικών σχέσεων προσωπικής εξάρτησης.

Η ιδιότυπη αυτή «ιδιωτικοποίηση» των αρχαιολογικών ευρημάτων, η οποία, σημειωτέον, δεν προκαλεί συνήθως ανάλογες αντιδράσεις με άλλου τύπου ανάλογες προτάσεις, έχει ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες και για το θέμα της ανεργίας των ερευνητών. Και τούτο διότι αν το υλικό αυτό περιερχόταν κατά προτεραιότητα σε άνερ­γους αρχαιολόγους ερευνητές, οι τελευταίοι θα μπορούσαν να διεκδική­σουν με αξιώσεις χρημα­τοδότηση για την μελέτη του από ένα ευρύ πλέγ­μα ερευνητικών υπο­τροφιών του εξωτερι­κού. Με αυτό τον τρόπο, οι συγκεκριμένοι ερευνητές θα μπορούσαν να πα­ραμείνουν στην Ελ­λάδα μέχρι νεωτέρας, ενώ ραγδαία θα ήταν και η πρόοδος της έρευνας, αφού ένα μεγάλο μέρος του συχνά εξαιρετικά σημαντικού αδημοσίευτου αρχαιο­λογικού υλικού θα μπορούσε πλέον να μελε­τηθεί και να δημοσιευτεί. Η λύση του προβλήματος θα μπορούσε να δοθεί και πάλι άμεσα, μέσω μιας Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, σύμφω­να με την οποία κάθε αρχαιολόγος-ανασκαφέας θα καλείται να επιλέγει μόνο ένα (1) κάθε φορά αρχαιολο­γικό σύνολο ή θέση, επί του οποίου/της οποίας θα διατηρήσει τα δικαιώματα δημοσί­ευσης.

Τα ανωτέρω σημεία είναι απλώς ενδεικτικά για το πώς, εάν υπάρχει βούληση, μπορεί κανείς να ανοίξει διάφορες κλειστές πόρτες στην ελληνική αγορά εργασίας. Αν, για παράδειγμα, αρχίσου­με κάποια στιγμή να συγκρουόμαστε όχι μόνο με την κεφαλαιοκρατικού τύπου ιδιωτικοποίηση, αλλά και με την εν Ελλάδι πανίσχυρη ανθρωπολογική «δομή» της ιδιοκτησιακής αντίληψης επί συγκεκριμένων πτυχών του κράτους (περιοχές του ακαδημαϊκού συστήματος, αρχαιολογικός πλούτος) θα είναι εφικτό να διασωθεί ένα τμήμα, έστω, μιας γενιάς που είναι πολύ σημαντική για να χαθεί. Και το πού έγκει­ται η πραγματική ση­μασία της γίνεται εύκολα κατανοητό αν ανα­λογιστεί κανείς την διαρκώς αυξανόμενη επιρροή των άκρων του πολιτικού και ιδεολογικού φάσματος αυτή την στιγμή στην Ελλάδα. Χωρίς την ύπαρξη ισχυρού αντιβάρου, η νέα αυτή πλημμυρίδα πνευματικού πρωτογο­νισμού και νεοεμφυ­λιακού διχασμού θα καταλήξει να βυθίσει την Ελλάδα στο σκοτάδι για πολ­λές δεκαετίες.

  1. Παναγιώτης Γεννηματάς
    Φεβρουαρίου 9, 2014 στο 21:41

    Εύστοχες και ρεαλιστικές προτάσεις ενός ήδη καταξιωμένου νέου επιστήμονα. Η υλοποίησή τους θα ενεργοποιούσε πολύτιμο αργό επιστημονικό δυναμικό ενώ ταυτόχρονα θα συντελούσε στον χαμηλόκοστο πολλαπλασιασμό επιστημονικού αποτελέσματος που θα συνεισέφερε σωρευτικά πρόσθετη αξία στην ελληνική αλλά και στη διεθνή περί Ελλάδος βιβλιογραφία. Αναρωτιέμαι βέβαια σε ποιούς απευθύνονται οι προτάσεις…. Οι ευήκοοι είναι εκτός…Οι βαρύκοοι λυμαίνονται διαχρονικά την εξουσία.

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ-
    Επίτιμος Αντιπρόεδρος
    Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

  2. Φεβρουαρίου 9, 2014 στο 21:44

    Αγαπητέ κ. Γεννηματά, σας ευχαριστώ θερμά για το τιμητικό ενδιαφέρον για το ιστολόγιο, καθώς και για τα θετικά σας σχόλια εν σχέσει προς την παρούσα ανάρτηση. Είναι αλήθεια ότι η βαρυκοΐα (που ο λαός πολύ χαρακτηριστικά αποκαλεί χαριτολογώντας και «υπερηφάνεια») είναι βασικό γνώρισμα των εκάστοτε κυβερνώντων. Ο μόνος τρόπος να ξεπεραστεί είναι να δυναμώσουν πολύ οι φωνές. Είναι ένα ζήτημα αν αυτό θα γίνει, ακόμα και στο πλαίσιο της τόσο δυσμενούς συγκυρίας που διανύουμε. Μακάρι…

  3. Ξανθόπουλος Παναγιώτης
    Φεβρουαρίου 10, 2014 στο 12:09

    Φίλε Θοδωρή, με τέτοιες θετικές προτάσεις αναρωτιέται κανείς για το χαρακτήρα των ελληνικών πανεπιστημίων και το ρόλο των ακαδημαϊκών:
    Λειτουργούν τα πανεπιστήμια για το σκοπό που δημιουργήθηκαν, δηλαδή την δημιουργία γνώσης ή έχει παρεκτραπεί ο ρόλος τους;
    Τα κόμματα (όλων των αποχρώσεων) ελέγχουν την είσοδο και την έξοδο μελών τους στο πανεπιστήμιο χωρίς αμιγώς ακαδημαϊκά κριτήρια;
    Υπάρχει καινοτομία στο ελληνικό πανεπιστήμιο;
    Οι Έλληνες ακαδημαϊκοί έχουν δημιουργήσει σχολές και έχουν γίνει αντικείμενο μελέτης διεθνώς;
    Οι φοιτητικές παρατάξεις ελέγχουν τις διαδικασίες προωθώντας τα συμφέροντά τους;
    Οι σχέσεις ιεραρχίας εντός των πανεπιστημίων συγκροτούνται με γνώμονα αξιοκρατικά κριτήρια ή με παραδοσιακού τύπου σχέσεις υποταγής προτζεκτοφόρων;
    Η μελέτη ενός συγγράμματος δημιουργεί δογματικού τύπου αντιλήψεις για τις ερμηνείες/ προσεγγίσεις και συνεπώς μονοδιάστατους πολίτες;
    Οι βιβλιοθήκες παρέχουν την απαραίτητη βιβλιογραφία, επαρκή αντίτυπα, προσωπικό για τη λειτουργία τους;
    Οι Έλληνες φοιτητές διαβάζουν;
    Υπάρχει ενθάρρυνση και κλίμα ανάπτυξης νέων ιδεών σε όλη τη διάρκεια των σπουδών (προπτυχιακών και μεταπτυχιακών);
    Εκπαιδεύονται οι φοιτητές στη συγγραφή εργασιών;
    Το πανεπιστήμιο είναι εξεταστικό κέντρο;
    Η ποσοτικοποίηση αποτελεί λύση για την αξιολόγηση των ακαδημαϊκών;
    Υπάρχει επαγγελματική ηθική στο χώρο του πανεπιστημίου;
    Ο χώρος του πανεπιστημίου στελεχώνοντας την κοινωνία σε πλήθος επαγγελμάτων μπορεί να αποτελέσει όχημα κοινωνικής αλλαγής;
    Οι στόχοι της ελληνικής κοινωνίας είναι στο νότο και οι ακαδημαϊκοί ρίχνουν βέλη στο βορρά;
    Υπάρχει τύφλωση της ελληνικής κοινωνίας και έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα;
    Η πραγματικότητα νοείται ως υποταγή στις ήδη υπάρχουσες εξουσιαστικές σχέσεις;
    Η πραγματικότητα δεν είναι εντέλει οι προσεγγίσεις της;
    Συνειδητοποιούν οι ακαδημαϊκοί τη σοβαρότητα του θέματος;
    Τα παραπάνω συνιστούν ρητορικά ερωτήματα;
    Ξανθόπουλος Παναγιώτης
    Διδάκτωρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας

  4. Φεβρουαρίου 10, 2014 στο 12:25

    Τα ερωτήματα που θέτεις σκιαγραφούν το σύνολο μιας ιδιαίτερα παθογενούς κατάστασης στο ελληνικό πανεπιστήμιο και ορισμένα από αυτά, όπως π.χ. αυτό για την σχέση πραγματικότητας και προσεγγίσεών της, δυστυχώς δεν ξέρω αν γίνονται καν πλήρως κατανοητά. Μια απόπειρα απάντησης στο πρώτο σου ερώτημα είναι ότι τα πανεπιστήμια, όπως και πολλές άλλες εκφάνσεις της νεοελληνικής πραγματικότητας, λειτουργούν πράγματι για τον σκοπό που δημιουργήθηκαν, ο οποίος, όμως, δεν είναι πρωτογενώς η δημιουργία γνώσης, αλλά πιο πολύ η πραγμάτωση πτυχών της παραδοσιακής, προαστικής αντίληψης της ζωής στην Ελλάδα εντός (και παρά την ύπαρξη) ενός πλαισίου κάπως σύγχρονου κράτους. Μέσα σε αυτή την στρεβλή δομή σαφώς υπάρχουν και περιπτώσεις εξαιρετικών επιστημόνων, οι οποίοι είναι συνήθως οι πρώτοι που συμφωνούν με επισημάνεις σαν τις δικές σου. Και η υπερκομματική, σιωπηρή αποδοχή φαινομένων, όπως π.χ. η πολυθεσία και η άτυπη ιδιωτικοποίηση των αρχαιοτήτων, υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι τα κόμματα στην Ελλάδα μπορεί να θεωρούν ότι διαφέρουν ως προς την ιδεολογία τους, αλλά δεν διαφέρουν καθόλου ως προς την ανθρωπολογία τους.

  5. npo
    Μαΐου 28, 2016 στο 00:32

    Σχεδόν όλοι οι φίλοι μου έχουν φύγει έξω και κανείς δεν έχει γυρίσει ακόμα, το 2016. ΚΑι δεν πρόκειται να γυρίσουν γιατί φτιάχνουν τις ζωές τους εκεί.
    Και φυσικά δεν έχει γίνει απολύτως τίποτα απ’όσα προτείνεις, αλλά και πολλά άλλα που θα μπορούσαν να γίνουν, γιατί έξω δεν είναι μόνο πανεπιστημιακοί αλλά εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι, μηχανικοί, γιατροί, εκπαιδευτικοί, καλλιτέχνες, οικονομολόγοι, πληροφορικάριοι.. Οι πάντες.

    Και φυσικά δεν έχει γίνει και απολύτως τίποτα που να στηρίζει τους νέους που μένουν, τους υποψήφιους γονείς δλδ.

    Φίλε Θοδωρή, αν πούμε πως συντελείται μια αργή γενοκτονία ή εθνοκάθαρση δεν θα απέχει πολύ απο την αλήθεια…

    Το θέμα είναι πως μέσα απο συνεχόμενα παραμύθια για success stories και – στον αντίποδα – παραμυθιών περι «άλλων λύσεων» πχ δραχμής κλπ δεν θα ληφθούν ποτέ οι πολύ σκληρές αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν με το μαχαίρι, αλλά συλλογικά για να βγεί η χώρα μπροστά. Η χώρα που έχει τρομερές δυνατότητες.

    Με την βοήθεια των ΜΜΕ και των χαζο-ελίτ* μας έχουμε παγιδευτεί – βασικά έχουμε μπλέξει τα μπούτια μας και δέσει τα κορδόνια μας – σε μια απίστευτη παπαρομαχία του στύλ ευρωπαϊστές-αντιευρωπαϊστές και κρατιστές-αντικρατιστές και τελευταία πατριώτες-αντιπατριώτες και δεν καταλαβαίνει η χώρα πως ζει σε μια ζούγκλα στυγνού οικονομικού ανταγωνισμού. Πως πρέπει να πάρει (δυτυχώς) πόρους απο κει που δεν «γεννάνε» και να τους ρίξει μαχητικά εκεί που θα «γεννάνε». Γιατί κανείς δεν θα κουνήσει το δαχτυλάκι του να μας σώσει. Μπορεί να έχεις δίκιο για τους Γερμανούς, όντως οι Γερμανοί να έχουν αυτό τον άσχημο τρόπο, αλλά και άλλος να ήταν ο αρχηγός των δανειστών πχ Αμερικάνοι, γάλλοι ή πορτογάλλοι πολύ λίγα θα έκανε.

    Ξαναρωτάω. Μήπως παραείμαι κυνικός?

    *μιλάω για την «πνευματική» ελίτ, τουλάχιστον αυτή που έχει τα μικρόφωνα και τις γραφίδες στα ΜΜΕ. Η οικονομική.. ας την αφήσουμε καλύτερα..

    Υ.Γ. Συνεχίζω το διάβασμα και υπόσχομαι πβως δεν θα σχολιάσω τα πάντα😉

    • Μαΐου 30, 2016 στο 11:27

      Συμφωνώ απόλυτα με την άποψη ότι η μορφή που προσλαμβάνουν οι εκάστοτε πολώσεις στην Ελλάδα λειτουργεί εξαιρετικά ως τροχοπέδη για να αποφεύγεται ακόμη και η συζήτηση για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές…

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: