Αρχείο

Archive for Φεβρουαρίου 2014

Επανενεργοποιώντας την Ελλάδα: αγγλόφωνα κέντρα ελληνικών σπουδών

Φεβρουαρίου 26, 2014 4 Σχόλια

Πώς μετατρέπεται μια επαρχία σε μητρόπολη; Πώς ανοίγουν νέες θέσεις εργασίας, αλλά και νέες προοπτικές ανάπτυξης, οικονομικής, πνευματικής και γενικότερα πολιτιστικής; Πώς επα­νενεργοποιούνται, επί αποκεντρωμένης, μάλιστα, βάσεως, τα πιο πολύτιμα κεφάλαια που διαθέτει η Ελλάδα, δηλαδή ο τόπος και ο πολιτισμός; Το κυριότερο: πώς όλα αυτά μπορούν να συμβούν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι η ίδια και είναι η εξής: αγγλόφωνα ινστιτούτα επιστημών του ελληνικού πολιτισμού. Σε μια επο­χή που αναζητείται αναπτυξιακό όραμα για την χώρα συνήθως σε πλαίσιο εξάρ­τησης (οικονομικής και λοιπής) από εξωτερικούς παράγοντες, το όραμα αυτό μπορεί ήδη να διατυπωθεί με τους δικούς μας όρους, υπό το πρίσμα των δικών μας δυνατοτήτων και συμφερόντων. Το όραμα αυτό είναι να γίνει η Ελλάδα μια Ελβετία όχι των τραπεζών, αλλά των ακαδη­μαϊκών σπουδών. Ο λόγος εδώ είναι κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) για τις σπουδές όλων εκείνων των πτυχών του ελληνικού πολιτισμού που εδώ και πολύ καιρό διδάσκονται στις έδρες των καλύτερων πανεπιστημίων του εξωτερικού. Διότι, ως γνωστόν, όλες οι περίο­δοι και πτυχές του ελληνικού πολιτισμού, από την απώτερη προϊστορία ως τους νεώτερους χρόνους, αποτελούν αντικείμε­νο διεθνούς επιστημονικής διερεύνησης σε ένα πλή­θος ιδρυ­μάτων ανά τον κόσμο, δηλαδή ιν­στιτούτων προϊστορικής, κλασικής και βυζαντινής αρχαιο­λογίας και τέχνης, αρχαίας και βυ­ζαντινής ιστορίας, αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής φιλο­λογίας, καθώς και νεοελληνικών σπουδών.

Universities

Πανεπιστημιουπόλεις που δεν μπορούμε να έχουμε. Ή μήπως μπορούμε;

Για τους περισσότερους από τους διδάσκοντες και διδασκομένους στα ιδρύματα αυτά ένα θα ήταν το μεγαλύτερο όνειρο: να μπορούσαν να σπουδάζουν τον ελληνικό πολιτισμό στον ίδιο τον τόπο, όπου βρίσκεται το πρωτογενές υλικό των σπουδών και ερευνών τους. Κοντά στα διάσημα μνημεία και μέρη, όπου άνθισε ο ελληνικός πολιτισμός, και σε μια χώρα που σε με­γάλο μέρος του χρόνου οι καιρικές συνθήκες –ιδίως υπό το πρίσμα των πιο βόρειων λαών– επιτρέπουν υπαίθριες διδακτικές και ερευνητικές δραστηριότητες (παραδόσεις, ξε­ναγήσεις, εκδρομές, ανα­σκαφές). Αυτό το όνειρο, όμως, δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα, αφού τα υφιστάμενα πτυχιακά προγράμματα σπουδών των ελληνικών πανεπιστημίων είναι αμιγώς ελληνόφωνα (υπάρχει, δηλαδή, ο γλωσσικός φραγμός), ενώ συνήθως δεν προ­σφέρουν και εξίσου ελκυστι­κές υποδομές σπουδών και έρευνας σε σύγκριση με τα πιο διακε­κριμένα του­λάχιστον αντί­στοιχα ιδρύματα του εξωτερικού. Στα τελευταία είναι, άλλωστε, που καταφεύ­γουν παραδο­σιακά και πολλοί Έλληνες φοιτητές για εξειδικευμένες μεταπτυχιακές σπουδές, στο πλαίσιο του αυτονόητου πλέον παραδόξου του να πρέπει συχνά να εγκαταλείψει κα­νείς την Ελ­λάδα προκει­μένου να την σπουδάσει.

Αυτή ακριβώς είναι η εικόνα που μπορεί και πρέπει να αναστραφεί. Ας φανταστούμε π.χ. ένα αγγλόφωνο αρχαιογνωστικό ινστιτούτο με έμφαση στην κλασική αρχαιολογία κοντά στην Ολυμπία ή στους Δελφούς, ένα αντίστοιχο για την προϊστορική αρχαιολογία κοντά στις Μυ­κήνες ή στην Πύλο ή ένα ανάλογο, αρ­χαίας ιστορίας, στην Θήβα ή την Σπάρτη. Ας οραματιστούμε την Ακαδημία Πλάτωνος στην Αθήνα ως ένα διεθνές κέντρο μελέτης της ελληνικής φιλοσοφίας. Ας φαντα­στούμε, επίσης, ένα αγγλόφωνο κέντρο σπουδών του κυκλαδικού πολιτισμού στην Σύρο ή την Σαντορίνη ή ένα άλλο, μινωικής αρ­χαιολογίας, κο­ντά στην Κνωσό ή/και την Φαιστό. Ας σκεφτούμε, ακόμα, πώς θα ήταν ένα αγγλόφωνο, διε­θνές κέντρο ομηρικών σπουδών σε κάποιο από τα νησιά που διεκδικούν τον τίτλο της ομηρι­κή Ιθάκης (π.χ. σημερινή Ιθάκη, Κε­φαλονιά, Λευκάδα) ή μια σειρά από αγ­γλόφωνα πτυχιακά προγράμματα βυζαντινής ιστορί­ας και αρχαιολογίας στην Θεσσαλονίκη, στην Μονεμβασιά ή τον Μυστρά. Η ίδρυση αυτών των ινστιτούτων κοντά σε διεθνώς φημι­σμένους αρ­χαιολογικούς χώρους που είναι ταυτόχρονα και σημεία εξαιρετικού φυσικού κάλ­λους θα αποτελούσε τον ισχυρότερο μαγνήτη για ένα πλήθος διδασκόντων και φοιτητών από όλον τον κόσμο. Τα κέντρα αυτά θα μπορούσαν να ιδρυθούν είτε ως τα ελληνικά παραρτή­ματα ξένων διακεκριμένων πανεπιστημίων (ας δει π.χ. κανείς την πολυδιάστατη δράση του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο, ακόμη και χωρίς πτυχιακό πρόγραμμα), είτε ως ο πανεπιστημιακός βραχίονας ερευνητι­κών ιδρυμάτων του εξωτερικού (π.χ. INSTAP), είτε από συγκεκριμένους ιδιώτες με πνευματι­κά ενδιαφέροντα, με­ταξύ αυτών ίσως και από φορείς της ελληνικής ομογένειας. Και, όπως υπάρχουν χώρες που προσελκύουν κεφάλαια μέσω προνομιακά χαμηλής φορολογίας, έτσι και η Ελλάδα θα μπο­ρούσε να προσφέρει προνομιακή (δηλαδή προνομιακά χαμηλή και προ­νομιακά σταθερή) φο­ρολογία όχι στους διεθνείς εραστές της φοροδιαφυγής, αλλά σε όσους επιθυμούν να επενδύ­σουν σοβαρά στον τομέα των ποιοτικών ακαδημαϊκών σπουδών του ελ­ληνικού πολιτισμού. Με βάση τον αγγλόφωνο χαρακτήρα των ιδρυμάτων θα μπορούσε, μάλιστα, σύντομα να επι­χειρηθεί και η αναγκαία νομική παράκαμψη του άρθρου 16 του Συντάγματος, το οποίο μπορεί να διατηρήσει την πλήρη ισχύ του όσον αφορά την ελληνόφωνη ανώτατη εκπαίδευση.

Τα οφέλη για την Ελλάδα μέσα από μια τέτοια διαδικασία θα ήταν ανυπολόγιστα. Θα δη­μιουργούνταν αμέσως θέσεις εργασίας για πολλούς νέους Έλληνες ερευνητές με ήδη άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας και του διεθνούς ακαδημαϊκού περιβάλλοντος. Παράλληλα, θα είχαμε πιθανότατα και τον επαναπατρισμό ορισμένων ήδη καταξιωμένων Ελλήνων επιστη­μόνων του εξωτερικού. Θα γινόταν, επίσης, μοναδική αξιοποίηση της ελληνικής φύσης και του πολιτι­σμού σε όλη την διάρκεια του έτους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομική ανάπτυξη των περιοχών, όπου θα ιδρύονταν τα κέντρα αυτά. Βαρύνουσες θα ήταν, όμως, και οι συ­νέπειες σε ό,τι αφορά την γενικότερη ανάπτυξη της σημερινής ελληνικής επαρχίας. Και τούτο διότι με αυτό τον τρόπο πολλές περιοχές της θα μπολιάζονταν πλέον με στοιχεία «μητρόπο­λης», αφού η ύπαρξη σε αυτές ενός ακαδημαϊκού ιδρύματος διεθνούς κύρους θα συνέβαλε στην ανάπτυξη κοσμοπολίτικης εξωστρέφειας, στον εξαστισμό των νοοτροπιών, στην γενι­κότερη άνοδο του πνευματικού επιπέδου, ακόμα και στον αναπροσανατολισμό των προτύ­πων μιας κοινωνίας που έχει ακόμα πολύ έντονα μη αστικά χαρακτηριστικά. Χάρη στις νέες αυτές προοπτικές τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, η ακυρω­μένη από την στρεβλή αστυφιλία, πραγματική Ελλάδα των ιδιαίτερων πατρίδων, της ανθρώπινης κλί­μακας και της ανώτερης ποιότητας ζωής κοντά στην φύση θα μετατρεπόταν εκ νέου σε ρεα­λιστική πρόταση ζωής για πολλούς Έλληνες της νεώτερης γενιάς. Περαιτέρω, δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι η ύπαρξη τέτοιου είδους ιδρυμάτων στην Ελλάδα θα είχε ίσως συ­νέπειες ακόμα και για την άμυνα της χώρας. Διότι οι όποιες τυχόν επιβουλές στον χώρο, ας πούμε, του ανατολικού Αιγαίου δεν είναι βέβαιο ότι θα εκδηλώνονταν με τον ίδιο τρόπο, αν ήταν γνωστό ότι π.χ. στην Λέσβο ή την Σάμο υπάρχουν πανεπιστημιακά ιδρύματα με διεθνή χαρακτήρα και με την παρουσία αρκετών ξένων υπηκόων σε όλη την διάρκεια του χρόνου. Κατά συνέπεια, ένα ή δύο αγγλόφωνα πανεπιστημιακά ιδρύματα διεθνούς χαρακτή­ρα σε αυτά τα νησιά θα μπορούσαν ίσως να προσφέρουν πιο αποτελεσματική άμυνα από αντίστοι­χο αριθμό στρατοπέδων του ελληνικού στρατού.

Arsakeio-Taol

Το παλαιό Αρσάκειο στην καρδιά της Πάτρας και οι εγκαταστάσεις του οινοποιείου ΤΑΟΛ δίπλα στην μαγευτική παραλία του Κάστρου στην Λευκάδα: δύο παραδείγματα αναξιοποίητων κτηριακών υποδομών που θα μπορούσαν να στεγάσουν διεθνή κέντρα σπουδών ελληνικού πολιτισμού.

Από την άλλη μεριά, είναι επόμενο ότι τόσο το ζήτημα της αγγλικής γλώσσας όσο και αυτό της ξενικής προέλευσης των ιδρυμάτων, αλλά και της (όποιας) εμπλοκής ιδιωτικής πρωτο­βουλίας σε μια τέτοια διαδικασία πιθανώς προβληματίσουν κάποιους. Όσον αφορά την γλώσσα, όμως, η αγγλική είναι καλώς ή κακώς η lingua franca της εποχής μας, ενώ το γεγο­νός πως η χρήση (και) της γλώσσας αυτής αποτελεί το όχημα για την προσέλκυση στην Ελ­λάδα ανθρώπων από όλο τον κόσμο είναι μια αυτονόητα αποδεκτή πραγματικότητα για όσους π.χ. εργάζονται σε άλ­λους τομείς, όπως αυτός του τουρισμού. Εκτός αυτού, η εμπειρία όσων προερχόμαστε από τις αρχαιογνωστικές επιστήμες είναι ότι πολλοί από τους ξένους που ασχολούνται επιστημο­νικά με τον ελληνικό πολιτισμό έχουν ιδιαίτερη θέληση να μάθουν τελικά και την ελληνική γλώσσα, κάτι που θα διευκολυνόταν αισθητά μέσω της δυνατότητας μιας πιο μακροχρόνιας παραμονής τους στην Ελλάδα. Πολλοί από τους εν λόγω φοιτητές και διδάσκοντες θα κα­τέληγαν εν τέλει οι καλύτεροι πρεσβευτές της Ελλάδας στις πατρίδες τους.

Σε ό,τι αφορά την ξενική προέλευση των ιδρυμάτων, έχουμε κι εδώ μια πραγματικότητα ήδη αποδεκτή στην Ελλάδα σε συναφείς τομείς. Στον χώρο της αρχαιολογικής έρευνας, φερ’ ει­πείν, δεν διεξάγονται στην χώρα μας μόνο οι ανασκαφές των ελληνικών κρατικών φορέων, αλλά και αυτές των ξένων αρχαιολογικών σχολών, για την ύπαρξη και δράση των οποίων στην Ελλάδα υπάρχει σχετική ομοφωνία. Μερικοί, μάλιστα, από τους σημαντικότερους αρ­χαιολογικούς χώρους είναι ανασκαφές ξένων σχολών (Ολυμπία, Δελφοί, Κεραμεικός, Αρχαία Αγορά Αθηνών, Κνωσός, Φαιστός, Μάλια, κλπ.). Επίσης, διαμέσου των ξένων σχολών η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει ενίοτε προσφέρει τα μέσα τόσο για ανασκαφές όσο και για ανε­γέρσεις και ανακαινίσεις μουσείων (π.χ. το παράδειγμα της Αρχαίας Αγοράς των Αθηνών και της συνεισφοράς του ιδρύματος John Rockefeller). Άλλωστε, η ύπαρξη πλέον ούτως ή άλλως πολλών ιδιωτικών μουσείων στην Ελλάδα καταδεικνύει ότι η ιδιωτική παρέμβαση σε έναν κα­τεξοχήν θεσμό μάθησης και πολιτισμού μπορεί ενίοτε να είναι τόσο παραγωγική όσο και απο­δεκτή. Δυστυχώς, ιδίως υπό το πρίσμα της ανερ­γίας των νέων επιστημόνων, η εμμονή στην άρνηση κάθε έννοιας ιδιωτικού στην ανώτατη εκ­παίδευση (η οποία στρεβλώνει την απολύτως θεμιτή αγωνία για την ύπαρξη στην Ελλάδα και σοβαρών κρατικών πανεπιστημίων) έχει ως τώρα καταλήξει στην γενναιόδωρη ενίσχυση εκ μέρους της χώρας μας ξένων, αμιγώς καπι­ταλιστικών ή υπερκαπιταλιστικών οικονομιών με το πολυτιμότερο ανθρώπινο δυναμικό μας.

Στο κείμενο αυτό προσπαθήσαμε να καταδείξουμε ότι η ίδρυση στην Ελλάδα αγγλόφωνων ιν­στιτούτων ελληνικών σπουδών συνιστά ένα ιδιαίτερα σημαντικό και πολυδιάστατο αναπτυ­ξιακό όραμα για την χώρα. Σε κάθε πρόταση, φυσικά, μπορούν και πρέπει να διατυπώνονται αντιρρήσεις. Αρκεί αυτές να μην λειτουργούν –πιο πολύ με όρους λειτουργισμού παρά μαρξι­σμού– ως το ιδεολογικό «εποικοδόμημα» (Überbau) μιας βαθύτερης ανθρωπολογικής «βάσης» που δεν είναι άλλη από την εσωστρέφεια της παρα­δοσιακής, μη αστικής ελληνικής κοινωνί­ας. Η υπέρβαση της εσωστρέφειας αυτής είναι ένας από τους βασικούς όρους για να περάσει η χώρα σε μια νέα εποχή.

Advertisements

«Πακέτο διάσωσης» για τους νέους επιστήμονες

Φεβρουαρίου 8, 2014 6 Σχόλια

Η ανεργία των νέων επιστημόνων και κυρίως όσων έχουν ήδη πίσω τους τα χρόνια και τις εμπειρίες από τα ακαδημαϊκά συστήματα των ανεπτυγμένων δυτικών χωρών, αποτελεί σαφώς μία από τις πιο τραγικές πτυχές της ελληνικής κρίσης. Σχεδόν μια ολό­κληρη γενιά νέων αν­θρώπων με ζηλευτά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, με υγιή (ως επί το πλείστον) νοοτροπία και όρεξη –σε αρκετές περιπτώσεις– να παραμείνει στην Ελλάδα ακόμα και υπό μισθολογικές και γενικότερες συνθήκες υποδεέστερες άλλων χωρών βρίσκεται αυτή την στιγμή σε ιδιαίτερα δεινή θέση. Τις περισσότερες φορές οι επιλογές που έχουν οι εκπρόσωποι της γενιάς αυτής είναι είτε να μείνουν στην Ελλάδα, φυτοζωώντας με διάφορους τρόπους και κάνοντας πράγματα άσχετα με τους τομείς που μπορούν να προσφέ­ρουν, είτε να φύγουν για το εξωτερικό. Και στις δύο περιπτώσεις ακυρώνεται η δυνατότητα προσφοράς της γενιάς αυτής στην ίδια την πατρίδα της. Αντιθέτως, ιδιαίτερα θετική είναι η προοπτική των άλλων εκείνων χωρών, στις οποίες το ελ­ληνικό κράτος και οι πάσης φύσεως παθογένειές του κάνουν ουσιαστικά δώρο το μέλλον της χώρας. Διότι μόνο έτσι μπορεί να ερμηνευτεί η χαρακτη­ριστική απροθυμία των κυ­βερνητικών επιτελείων στο να προβούν στις συγκεκριμένες εκείνες ενέργειες, οι οποίες θα μπο­ρούσαν εν μια νυκτί να ανοίξουν τμήματα της αγοράς για αρ­κετούς νέους επιστήμονες. Είναι επίσης χαρακτη­ριστικό ότι οι προτάσεις για τέτοιου είδους δράσεις απουσιάζουν ως τώρα πλήρως και από τον λόγο της αντιπολίτευσης. Για το πώς θα μπορούσαν να μοιάζουν οι πρωτοβουλίες αυ­τές, πι­στεύουμε ότι δί­νουν μια ιδέα τα παρακάτω σημεία.

«Θα σε δω στο πλοίο»...Αν δεν υπάρξει βούληση και αυτή την φορά, μονίμως αγκυροβολημένα πλοία, όπως αυτό στο λιμάνι της Πάτρας, θα κληθούν ίσως να προσφέρουν σύντομα στέγη σε άνεργους νέους επιστήμονες.

«Θα σε δω στο πλοίο»…Αν δεν υπάρξει βούληση και αυτή την φορά, μονίμως αγκυροβολημένα πλοία, όπως αυτό στο λιμάνι της Πάτρας, θα κληθούν ίσως να προσφέρουν σύντομα στέγη σε άνεργους νέους επιστήμονες.

α) Άμεση κατάργηση της πολυθεσίας στην ελλαδική ανώτατη εκπαίδευση, αρχικά μέσω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου και αργότερα με σχετική συνταγματική διάταξη. Όσοι πανεπιστη­μιακοί κα­τέχουν αυτή την στιγμή νομίμως είτε θέσεις/ώρες διδασκαλίας σε περισσότερα του ενός πανεπι­στήμια είτε ταυτόχρονα θέσεις και σε άλλα ιδρύματα (π.χ. Ελληνικό Ανοιχτό Πανε­πιστήμιο, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Σχολές Αστυνομίας, κλπ.), αμείβονται, δηλαδή, πολλαπλώς από τον ίδιο κρατικό προ­ϋπολογισμό, να κληθούν να επιλέξουν μία μόνο από τις θέσεις αυτές. Με αυτό τον τρόπο ανοί­γουν μέσα σε μια νύχτα εκατοντάδες θέσεις εργασίας για νέους επιστή­μονες, με αποτέλεσμα τόσο την μείωση της ανεργίας όσο και την βελτίωση του εκάστοτε διδα­κτικού και ερευνητικού έργου. Χαρακτηριστική είναι εδώ η περίπτωση του Ελληνικού Ανοιχτού (μάλλον Ερμητικά Κλειστού) Πανεπιστημίου, που αντί σε περίοδο κρίσης να προσφέρει σανίδα σωτηρίας σε ένα πλήθος ανέργων νέων επιστημόνων, προτιμά να λειτουργεί ως πάροχος συ­μπληρωματικού εισοδήματος σε πολλούς πανεπιστημιακούς με ήδη μόνιμες θέσεις σε άλλα ελλαδικά ιδρύματα. Καθιερώνοντας, μάλιστα, από φέτος και συμβάσεις τριετούς διάρκειας για τα μέλη ΣΕΠ, στραγγαλίζει πλέον ακόμα και την τελευταία ελπίδα όσων κάθε χρόνο επέμεναν να υποβάλλουν εκ νέου αίτη­ση.

β) Νομική φόρμουλα παράκαμψης του άρθρου 16 του Συντάγματος σε ό,τι αφορά την ψηφιακή μορφή ανώτατης εκπαίδευσης. Να δοθεί η δυνατότητα σε ιδιώτες να συγκροτήσουν αναγνωρι­σμένα από το κράτος προγράμματα σπουδών βασισμένα στις τεχνολογίες του διαδικτύου (πλατφόρμες τηλεκπαίδευσης και τηλεδιάσκεψης). Καταργώντας με αυτό τον τρόπο γεωγραφι­κά και ηλικιακά σύνορα και με μικρή επένδυση σε χρήμα (δεν χρειάζονται π.χ. φυσικές αί­θουσες διδασκαλίας), ομάδες νέων επιστημόνων θα μπορούσαν σε ελάχιστο χρονικό διάστη­μα να συ­γκροτήσουν υψηλής ποιότητας προγράμματα σπουδών, ιδίως στις θεωρητικές επιστή­μες (π.χ. στον κλάδο των θεατρικών σπουδών που χρειάζεται ουσιαστικά επανίδρυση σε ακαδημαϊκό επίπεδο ή σε αυτόν των κοινωνικών επιστημών που υπάρχει έντονη ανάγκη για βαθύτερες και κυρίως ανεξάρτητες κριτικές θεωρήσεις). Με όπλα την αφοσίωση και υγιή νοοτροπία του προσω­πικού τους, καθώς και την εν­σωμάτωση της πιο σύγχρονης επιστη­μονικής παραγω­γής και πρα­κτικής, τέτοιου είδους ιδρύμα­τα θα μπο­ρούσαν όχι μόνο να ανοίξουν ταχύτατα νέες θέσεις εργασίας, αλλά και να συμβάλ­λουν αποφα­σιστικά στην άνοδο του επι­πέδου της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Ιδίως, μάλιστα, στις επιστήμες του ελληνικού πολιτισμού κάποιοι από τους φορείς αυτούς θα μπορούσαν ενδεχο­μένως να ανοιχτούν και στο παγκόσμιο κοινό, με όχημα την αγγλική γλώσσα.

γ) Προσωρινή αποκέντρωση της πρόσληψης ειδικών επιστημονικών συνεργατών στα συμβατικά πανεπι­στήμια. Να δο­θεί, δηλαδή, σε καθηγητές πρώτης βαθμίδας η νομική δυνατότητα να δια­θέτουν, αν το επιθυ­μούν, ένα τμήμα των μηνιαίων εσόδων τους (τα οποία συχνά προέρχονται όχι μόνο από την κρατική μισθοδοσία τους, αλλά και από άλλες παράλληλες δραστηριότητες, π.χ. νομι­κά, τεχνικά γραφεία, κλπ.) για την απασχόληση νέων επιστημόνων-κατόχων διδακτο­ρικού τί­τλου, αντίστοι­χων των διδασκόντων Π.Δ. 407/80. Το κράτος θα μπορούσε να θεσπίσει έναν ελάχιστο μηνιαίο μισθό (π.χ. 700 ευρώ) και συγκεκριμένο ωράριο και πλαίσιο απασχόλη­σης (π.χ. να απαγορεύε­ται η πρόσληψη συγγενών ή προσώπων, με τα οποία οι καθηγητές έχουν συ­νυπάρξει στο πα­ρελθόν στο ίδιο πανεπιστήμιο). Εκτός των άλλων, το μέτρο αυτό θα μπορού­σε να αποτελέσει και τυπικό δείγμα «μεταποίησης» (και όχι πάταξης) της παραοικονομίας. Και αυτό διότι στην μισθοδοσία των ειδικών αυτών συ­νεργατών ενδεχο­μένως θα κατέληγε και ένα μέρος χρη­μάτων (π.χ. από τα διάφορα εξωπανεπι­στημιακά έσοδα κάποιων καθηγητών) που πι­θανόν δεν θα έβρισκε ποτέ τον δρόμο για το κε­ντρικό ταμείο του κράτους, στερώντας το τελευ­ταίο από την δυνατότητα να μισθοδοτήσει το ίδιο τους επιστημονι­κούς αυτούς συνερ­γάτες.

δ) Προνομιακό καθεστώς μειωμένων εισφορών στον ΟΑΕΕ τόσο για όσους θα μπορούσαν να εργαστούν ως ειδικοί συνεργάτες στα πανεπιστήμια με το ανωτέρω καθεστώς όσο και για όσους ερ­γάζονται ή επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν ως μεταφραστές-επιμελη­τές-διορθωτές, κλπ. Ένα τέτοιο μέτρο αφορά κατεξοχήν πολλούς νέους επιστήμο­νες, αφού ένα μεγάλο μέρος τους, π.χ. οι άνθρωποι με υψηλού επιπέδου γνώσεις ξένων γλωσσών και ακαδημαϊκή εμπειρία από το εξωτερικό, θα μπο­ρούσε να απασχοληθεί για κάποιο χρονικό διάστημα σε αυτές τις εργα­σίες. Ιδίως οι μεταφράσεις ξενόγλωσσων πανεπιστημιακών εγχειριδίων και γενικότερα επιστη­μονικών έργων είναι μια δραστηριότητα, στο πλαίσιο της οποίας αξιοποιείται συνδυαστι­κά τόσο η γλωσσική όσο και η επιστημονική κατάρτιση. Είναι επίσης ένα πεδίο ιδιαιτέρως πα­ραγωγικό, αφού σε πολλούς επιστημονικούς κλάδους είναι δρα­ματική η ανάγκη εμπλουτισμού της βιβλιο­γραφίας με καλές μεταφράσεις σύγχρονων ξενόγλωσ­σων συγ­γραμμάτων. Και είναι περιττό, φυσικά, να τονιστεί ότι η καταβολή πολλών χαμη­λών ει­σφορών εκ μέρους εργαζο­μένων απο­φέρει για τα ταμεία περισσότερα από την μη κατα­βολή υψηλών εισφορών εκ μέρους ανέργων.

ε) Το τελευταίο σημείο αφορά ειδικά την ανεργία των αρχαιολόγων, ιδίως τους άνεργους ερευ­νητές. Πρόκειται για την αποδέσμευση του αρχαιολογικού υλι­κού που βρί­σκεται στις αποθή­κες των εφοριών αρχαιοτήτων και των μουσείων. Στις αποθήκες των εν λόγω ιδρυμάτων υπάρ­χει, δηλαδή, ένας μεγάλος αριθμός ευρημάτων από πολυάριθμες ανασκαφές του παρελθόντος και του παρόντος. Μετά την ανασκαφή τους, το δικαίωμα μελέτης και δημοσίευσης των ευρη­μάτων αυτών περιέρχεται δια νόμου στον εκάστοτε υπεύθυνο της ανασκαφής. Με αυτό τον τρόπο, πολλοί από τους εν λόγω ανα­σκαφείς, ιδίως αρκετοί μεγαλύτερης ηλικίας μόνιμοι υπάλληλοι της αρχαιολογικής υπη­ρεσίας (ή και κάποιοι ήδη συνταξιούχοι), έχουν με τα χρόνια αποκτήσει την «κυριότητα» επί ενός μεγάλου αριθμού αρχαιολογι­κών θέσεων και συνόλων. Σαν αποτέλεσμα, η πλήρης επιστημονική μελέτη και δημοσίευση των συγκεκριμένων αρχαιολογικών δεδομένων συ­χνά καθυστερεί δραματικά, αφενός μεν λόγω των λοιπών υπηρεσιακών καθηκόντων των αρ­χαιολόγων αυτών και αφετέρου λόγω νομοθετικών και προσωπικών αγκυλώσεων. Χαρακτηρι­στική είναι εδώ η παλαιά, ιδιοκτησιακή αντίληψη επί των αρχαιοτή­των, η οποία εκφράζεται άλ­λοτε με την πλήρη άρνηση παραχώρησης των δικαιωμάτων δημοσίευσης σε άλλους ερευνη­τές και άλλοτε με την «ελεγχόμενη» και μερική παραχώρηση, ενίοτε στο πλαίσιο της συγκρότη­σης εξουσιαστικών σχέσεων προσωπικής εξάρτησης.

Η ιδιότυπη αυτή «ιδιωτικοποίηση» των αρχαιολογικών ευρημάτων, η οποία, σημειωτέον, δεν προκαλεί συνήθως ανάλογες αντιδράσεις με άλλου τύπου ανάλογες προτάσεις, έχει ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες και για το θέμα της ανεργίας των ερευνητών. Και τούτο διότι αν το υλικό αυτό περιερχόταν κατά προτεραιότητα σε άνερ­γους αρχαιολόγους ερευνητές, οι τελευταίοι θα μπορούσαν να διεκδική­σουν με αξιώσεις χρημα­τοδότηση για την μελέτη του από ένα ευρύ πλέγ­μα ερευνητικών υπο­τροφιών του εξωτερι­κού. Με αυτό τον τρόπο, οι συγκεκριμένοι ερευνητές θα μπορούσαν να πα­ραμείνουν στην Ελ­λάδα μέχρι νεωτέρας, ενώ ραγδαία θα ήταν και η πρόοδος της έρευνας, αφού ένα μεγάλο μέρος του συχνά εξαιρετικά σημαντικού αδημοσίευτου αρχαιο­λογικού υλικού θα μπορούσε πλέον να μελε­τηθεί και να δημοσιευτεί. Η λύση του προβλήματος θα μπορούσε να δοθεί και πάλι άμεσα, μέσω μιας Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, σύμφω­να με την οποία κάθε αρχαιολόγος-ανασκαφέας θα καλείται να επιλέγει μόνο ένα (1) κάθε φορά αρχαιολο­γικό σύνολο ή θέση, επί του οποίου/της οποίας θα διατηρήσει τα δικαιώματα δημοσί­ευσης.

Τα ανωτέρω σημεία είναι απλώς ενδεικτικά για το πώς, εάν υπάρχει βούληση, μπορεί κανείς να ανοίξει διάφορες κλειστές πόρτες στην ελληνική αγορά εργασίας. Αν, για παράδειγμα, αρχίσου­με κάποια στιγμή να συγκρουόμαστε όχι μόνο με την κεφαλαιοκρατικού τύπου ιδιωτικοποίηση, αλλά και με την εν Ελλάδι πανίσχυρη ανθρωπολογική «δομή» της ιδιοκτησιακής αντίληψης επί συγκεκριμένων πτυχών του κράτους (περιοχές του ακαδημαϊκού συστήματος, αρχαιολογικός πλούτος) θα είναι εφικτό να διασωθεί ένα τμήμα, έστω, μιας γενιάς που είναι πολύ σημαντική για να χαθεί. Και το πού έγκει­ται η πραγματική ση­μασία της γίνεται εύκολα κατανοητό αν ανα­λογιστεί κανείς την διαρκώς αυξανόμενη επιρροή των άκρων του πολιτικού και ιδεολογικού φάσματος αυτή την στιγμή στην Ελλάδα. Χωρίς την ύπαρξη ισχυρού αντιβάρου, η νέα αυτή πλημμυρίδα πνευματικού πρωτογο­νισμού και νεοεμφυ­λιακού διχασμού θα καταλήξει να βυθίσει την Ελλάδα στο σκοτάδι για πολ­λές δεκαετίες.