Αρχείο

Archive for Ιουλίου 2013

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» – Απάντηση στην βιβλιοκρισία του Χ. Μαραβέλια στην Athens Review of Books

Ιουλίου 21, 2013 5 Σχόλια

Στο τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου 2013 της Athens Review of Books (Αθηναϊκής Επιθεώρησης του Βιβλίου) δημοσιεύτηκε η βιβλιοκρισία του δικηγόρου και ερευνητή Χ. Ε. Μαραβέλια επί του βιβλίου του γράφοντος «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» (σελ. 48-52). Σε σχέση με την βιβλιοκρισία της Μ. Τοπάλη στην Καθημερινή τον περασμένο Μάρτιο, η κριτική του Χ. Μαραβέλια κινείται σε ένα αρκετά διαφορετικό μήκος κύματος. Ανήκει στο είδος εκείνο της γενικότερης κριτικής που δυστυχώς σε σημαντικό βαθμό προτιμά να εφευρίσκει παρά να βρίσκει και που αντιμετωπίζει το κρινόμενο όχι ως αυτό που είναι, αλλά ως το ελλειμματικό μέγε­θος αυτού που δεν είναι. Ο συγγραφέας της εν λόγω βιβλιοκρισίας φαίνεται ότι διάβασε πράγματι ολόκληρο το βιβλίο (ή μεγάλα κομμάτια του) και σε ορισμένα σημεία της κριτικής του εκφράζεται θετικά για αυτό και για τον συγγραφέα του. Απέναντι σε κάθε αναγνώστη που αφιέρωσε χρόνο για να διαβάσει το δυστυχώς με­γάλο σε έκταση βιβλίο ο γράφων οφείλει και εκφράζει τις θερμές του ευχαριστίες, ανεξαρτήτως της γνώμης που ο εκάστοτε αναγνώστης σχημάτισε ή θα σχηματίσει τελικά για αυτό. Εντούτοις, ένα επιστημονικό σύγ­γραμμα δεν είναι ούτε μουσικό κομμάτι ούτε ζωγραφικός πίνακας προκειμένου να (επιδιώκει να) είναι ανοι­χτό σε κάθε είδους ερμηνεία από την πλευρά του κοινού. Για αυτό τον λόγο κάθε συγγραφέας έχει υποχρέω­ση να διατυπώνει όσο το δυνατόν σαφέστερα τις θέσεις του και δικαίωμα να επεξηγεί και να διευκρινίζει όπου θεωρεί ότι ελλοχεύει κίνδυνος παρανοήσεων ή και διαστρεβλώσεων των θέσεών του.

Athens Review of BooksΉδη στα περιεχόμενα του τεύχους αναφέρεται ότι «ο Χ.Ε. ΜΑΡΑΒΕΛΙΑΣ με το άρθρο του «Από πότε μπο­ρούμε να μιλάμε για Έλληνες;» ασκεί πραγματική κριτική στο βιβλίο «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» ο συγγρα­φέας του οποίου προσπαθεί να αντλήσει επιχειρήματα από το DNA και ισχυρίζεται ότι η ελληνική γλώσσα μι­λιέται εδώ και 45-30.000 χρόνια, πράγμα που δεν διανοήθηκε ούτε ο Πουλιανός». Είναι γεγονός ότι δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερη προαναγγελία-πρόγευση για την βάση κατανόησης του βιβλίου, επί της οποίας εδράζεται η κριτική. Αν κάτι όντως υποστηρίζεται στο βιβλίο, είναι ότι η αρχαιολογικώς ανιχνεύσιμη διαδικασία στην προϊστορία του ευρασιατικού χώρου, με την οποία κατά την άποψη του γράφοντος και άλ­λων ερευνητών έχει περισσότερες πιθανότητες να συσχετιστεί η διασπορά των πρωτοϊνδοευρωπαϊκών γλωσ­σικών ομάδων, είναι η περίοδος της πρώτης εμφάνισης του ανατομικώς σύγχρονου ανθρώπου (Homo Sapiens) στον χώρο αυτό. Πρόκειται για την λεγόμενη Ανώτερη Παλαιολιθική περίοδο που ξεκινά όντως περί το 45.000 π.Χ. Αυτό, όμως, που «φθάνει» τότε στην μεταγενέστερη Ελλάδα, Γερμανία, Ινδία, κλπ. δεν είναι η ελληνική, γερμανική ή ινδική γλώσσα, αλλά το πρώιμο εκείνο γλωσσικό περιβάλλον (πρωτοϊνδοευ­ρωπαϊκό), από το οποίο οι μεταγενέστερες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες επρόκειτο τελικά να εξελιχθούν με την πάροδο των χιλιετιών. Το να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό που μόλις σκιαγραφήθηκε αναπαράγεται σωστά από την διατύπωση «ισχυρίζεται ότι η ελληνική γλώσσα μιλιέται εδώ και 45-30.000 χρόνια» είναι επιεικώς ανα­κριβές. Είναι σαν να ισχυριζόμαστε π.χ. ότι ο μελετητής που ανάγει την προέλευση της πορτογαλικής γλώσ­σας στην λατινική, θεωρεί ότι η τελευταία είναι πρόδρομο στάδιο αποκλειστικά της πορτογαλικής και, συνε­πώς, ότι η πορτογαλική γλώσσα ομιλείται από τότε που ομιλούνται και τα λατινικά.

Αυτού του είδους η παρανόηση αποτελεί, όμως, πταίσμα σε σύγκριση με το επόμενο σημείο. Διότι από την προα­ναγγελία του άρθρου («προσπαθεί να αντλήσει επιχειρήματα από το DNA») ο ανυποψίαστος ανα­γνώστης πολύ δύσκολα φαντάζεται ότι από τα 25 κομμάτια του βιβλίου (κεφάλαια και υποκεφάλαια) μόνο ένα (1) ασχολείται με την πληθυσμιακή γενετική (κεφ. VIII.2). Και αυτό σε μεγάλο μέρος του αναλίσκεται στο να τονίσει εμφατικά πόσο έωλη είναι κάθε άκριτη σύνδεση-σύγχυση των διαφορετικών κατηγοριών πε­ριγραφής των πληθυσμών: της γλωσσικής, της εθνικής, της γενετικής/ανθρωπολογικής. Στην σελίδα 51 της βιβλιοκρισίας ο συγγραφέας της παραθέτει, μάλιστα, τις ίδιες τις φράσεις του βιβλίου ότι «η γενετική δεν συνάδει αναγκαστικά με την γλώσσα, τον πολιτισμό και την εθνική συνείδηση» (σελ. 470). Μια φράση που στο βιβλίο ακολουθεί την παράθεση του παραδείγματος των σύγχρονων πληθυσμών της Μ. Ασίας που, αν και ως προς την φυσική τους ανθρωπολογία έλκουν (κάποιοι εξ αυτών) την καταγωγή τους από προοθωμα­νικούς (πιθανότατα ελληνόφωνους και χριστιανικούς) πληθυσμούς των περιοχών αυτών, είναι σήμερα τουρ­κόφωνοι, ανήκοντας πλέον σε μια εν μέρει πολύ διαφορετική πολιτιστική σφαίρα. Ωστόσο, και ωσάν η κρι­τική να αναφέρεται σε κάποιο άλλο βιβλίο, διαπιστώνεται ότι (σελ. 51) «η μεγάλη αδυναμία του κρινόμενου βιβλίου είναι ότι: και αν ακόμη προς στιγμή δεχθούμε ότι το DNA των σημερινών κατοίκων της Ελλάδας…εί­ναι πανομοιότυπο με εκείνο του ελλαδικού Homo Sapiens, τι στοιχεία προσκομίζονται ότι η ελληνική γλώσσα μιλιέται εδώ και 45-30.000 χρόνια;». Κανένα στοιχείο, είναι η απάντηση. Διότι, πρώτον, δεν υποστηρίζεται ότι η ελληνική γλώσσα ομιλείται εδώ και 45-30.000 χρόνια (βλ. πιο πάνω). Δεύτερον, δεν εκφράζεται που­θενά στο βιβλίο η θέση «ότι το DNA των σημερινών κατοίκων της Ελλάδας…είναι πανομοιότυπο με εκείνο του ελλαδικού Homo Sapiens». Αντιθέτως, στο κεφ. VIII.2 παρατίθενται στοιχεία που συνηγορούν υπέρ μιας σημαντικής πληθυσμιακής μεταβολής στον ελλαδικό χώρο κατά την περίοδο μεταφύτευσης της νεολιθικής οικονομίας από την Μ. Ασία (7η χιλιετία π.Χ.), η οποία φαίνεται ότι συνοδεύτηκε και από μετακινήσεις πρώιμων αγροτικών πληθυσμών. Τρίτον, τα στοιχεία της γενετικής που παρατίθενται από τον γράφοντα (στο 1 από τα 25 κομμάτια του βιβλίου, ας το επαναλάβουμε…) όχι μόνο τυγχάνουν αυστηρής κριτικής σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία και κυρίως την ερμηνεία τους (με την ρητή απόκρουση κάθε νοσηρού συσχετισμού ανάμεσα σε φυσική και πολιτιστική ανθρωπολογία), αλλά χρησιμοποιούνται καθαρά επικουρικά σε σχέση με την βασική γραμμή επιχειρημάτων του βιβλίου, η οποία είναι σαφώς αρχαιολογική.

Συνεχίζοντας με τα πλημμελήματα (για να μπούμε κι εμείς για λίγο στα χωράφια της νομικής, όπως ο βι­βλιοκρίνων αντιστρόφως σε αυτά της αρχαιολογίας), η κριτική αποφαίνεται ότι «Η από τα βάθη των αιώνων αδιάκοπη συνέχεια του ελληνικού έθνους είναι ο κατεξοχήν εθνικός μας μύθος, με τον οποίον συνοδοιπορεί το βιβλίο» (σελ. 50). Κι όμως, η κριτική αυτή διατυπώνεται στην…ίδια σελίδα, όπου λίγες γραμμές πιο πριν ο κριτικογράφος αναπαράγει ορθά την αντίληψη του βιβλίου: «Για τον συγγραφέα η σωστή ερώτηση…δεν είναι πότε πρωτοεμφανίζονται στην μητροπολιτική Ελλάδα οι Έλληνες, αλλά πότε πρωτοεμφανίζεται η ελληνική γλώσσα (σ. 20)». Και λίγο μετά (στην ίδια σελίδα, τονισμός δικός μου) «Αντί λοιπόν να διαπορούμεν πόθεν ήρθαν οι Έλληνες, ερώτημα που αποκρούει και ο συγγραφέας, ορθότερο είναι να ρωτάμε πώς σχηματίστηκε η ελληνική γλώσσα, ως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά τους». Η διάκριση, επομένως, της γλωσσικής κατη­γορίας από την εθνική, μια θέση που υπογραμμίζεται και αναλύεται διεξοδικά ήδη στο κεφάλαιο Ι του βιβλί­ου (με την παραδοχή ότι αυτό που μπορούμε να αναζητήσουμε σε εποχές πριν την καταγραφή της εθνικής ταυτότητας είναι μόνο η γλωσσική ταυτότητα και με έμφαση στον ρευστό χαρακτήρα της εθνικής ταυτότη­τας στις διαφορετικές ιστορικές συνάφειες) δεν διέλαθε εντελώς της προσοχής του βιβλιοκρίνοντος. Κι όμως, κατά περίεργο τρόπο κατασκευάζεται στο σημείο αυτό μια «αχυράνθρωπος» εκδοχή του βιβλίου, προ­κειμένου να είναι το κρινόμενο αυτό που θα προσαρμοστεί στα ήδη έτοιμα καλούπια της κριτικής και όχι το αντίστροφο.

Σε άλλα σημεία η κριτική εκτίθεται αναίτια σε εντελώς αυτονόητες αντικριτικές απαντήσεις. Ο Χ. Μαρα­βέλιας επικρίνει π.χ. ως «ανορθογραφία» το γεγονός ότι το απόσπασμα της επιγραφής του Διπύλου που απει­κονίζεται στο εξώφυλλο είναι τυπωμένο ανάποδα (με φορά των γραμμάτων από αριστερά προς τα δεξιά) σε σχέση με την κανονική επιγραφή. Ομολογουμένως ο γράφων δεν φαντάστηκε ποτέ ότι θα έπρεπε να εξηγή­σει κάτι τόσο προφανές, ότι, δηλαδή, η εικόνα του (κάθε) εξωφύλλου δεν έχει σαν σκοπό την μετάδοση μιας επιστημονικής πληροφορίας, αλλά την γραφιστική διαμόρφωσή του με καλλιτεχνικά και εμπορικά κρι­τήρια (εδώ την καλύτερη «αναγνωσιμότητα» της επιγραφής από τον παρατηρητή του εξωφύλλου, ως μέσου προσέλκυσής του). Ούτε π.χ. το σφράγισμα από την Λέρνα που απεικονίζεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου βρέθηκε ποτέ πραγματικά σε μωβ φόντο, όπως στο πλαίσιο της συγκεκριμένης γραφιστικής επεξεργασίας. Δεν σκέφτηκε, όμως, ως τώρα κανείς να ασκήσει κριτική επ’ αυτού. Άλλωστε, ο προσεκτικός παρατηρητής θα δει στην έκτη σελίδα των εσωφύλλων ότι στην βιβλιογραφική παραπομπή της εικόνας της όψης, δηλαδή της επιγραφής, προτάσσεται η φράση «με βάση την» (ως απόδοση του αγγλικού modified from), η οποία δη­λώνει ότι η εικόνα αυτή δεν αναπαράχθηκε αυτούσια, αλλά υπέστη επεξεργασία…

Περαιτέρω, αμφιβολίες για το αν ο συγγραφέας της κριτικής έχει πράγματι διαβάσει όλο το βιβλίο γεννούν αποσπάσματα, όπως π.χ. «Δεδομένου δε ότι μια τόσο υψηλή χρονολογία δεν έχει προταθεί όχι απλώς για καμία άλλη ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, αλλά και για καμία άλλη γνωστή γλώσσα του κόσμου, μήπως θα πρέπει να θεωρήσουμε την ελληνική σαν την παλαιότερη γλώσσα του κόσμου; Τι διαφορετικό υποστηρίζουν τα λογής ελληνόψυχα έντυπα;» (σελ. 51). «Δεδομένο», όμως, είναι κάτι τέτοιο μόνο αν κανείς δεν έχει διαβάσει καθόλου το κεφάλαιο VIII.1 του βιβλίου, όπου, όπως λέει ο τίτλος του, παρουσιάζονται θεωρίες παλαιολιθικής συνέχειας διαφόρων ερευνητών τόσο για την ινδο­ευρωπαϊκή οικογένεια όσο και για άλλες γλωσσικές ομάδες του κόσμου (π.χ. τις ιθαγενείς γλώσσες της Αυ­στραλίας, γλωσσικές ομάδες της Αφρικής, την ουραλική οικογένεια γλωσσών, κ.α.). Αντί, τώρα, για το ρητο­ρικό ερώτημα «μήπως θα πρέπει να θεωρήσουμε την ελληνική σαν την παλαιότερη γλώσσα του κόσμου;», θα μπορούσε να υποβληθεί σε κριτική η άποψη που πραγματικά εκφράζει το κρινόμενο βιβλίο, το οποίο δέχε­ται την ουσιαστικά χρονικώς παράλληλη και μακροχρόνια αποκρυστάλλωση όλων των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Ο κριτικογράφος συνεχίζει να προκαλεί απορίες, αποφαινόμενος επίσης ότι «Το βιβλίο προτείνει μια ιλιγγιωδώς υψηλή χρονολογία σχετικά με την εμφάνιση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτι­σμού. Το τελευταίο σημαίνει: όποια καινοτομία παρατηρείται στον ελλαδικό χώρο (λ.χ. κατεργασία μετάλλων, όλες οι μορφές κεραμικής, τροχός και πολεμικό άρμα) όλα τα ανακάλυψαν οι Έλληνες» (σελ. 51). Για ποιόν, όμως, σημαίνει κάτι τέτοιο; Σίγουρα όχι για το κρινόμενο βιβλίο, στο οποίο για σχεδόν όλες τις καινοτομίες που αναφέρονται πιο πάνω (π.χ. τεχνολογία του μπρούντζου, τροχός, πολεμικό άρμα, κλπ.) συμπτωματικά παρατίθενται στοιχεία και αναλυτική βιβλιογραφία για την προέλευσή τους εκτός Ελλάδος…

Έχοντας (παρ)ερμηνεύσει μερικές από τις πιο βασικές θέσεις του βιβλίου με αυτό τον τρόπο, δεν είναι περί­εργο ότι ο κριτικογράφος καταλήγει να χαρακτηρίσει τα συμπεράσματα που θεωρεί ότι αυτό εξήγαγε ως «θνη­σιγενείς –και σε τελευταία ανάλυση χωρίς ουσιαστικό αντίκρυσμα– θεωρίες». Αυτό που στην πραγματικότητα καθιστά θνησιγενή όχι τόσο τα πορίσματα του βιβλίου, αλλά μάλλον τα σχετικά σημεία κριτικής του Χ. Μα­ραβέλια είναι το γεγονός ότι, αν και θεωρεί τα πορίσματα αυτά εξωφρενικά, δεν αντιπροτείνει ο ίδιος ρητά κάποια άλλη περίοδο και κάποια άλλη αρχαιολογική διαδικασία που να πιστεύει ότι μπορεί να συσχετιστεί πιο πει­στικά με την διασπορά των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Και ο λόγος που δεν διατυπώνει κάποια αναλυτική αντιπρόταση (πέρα από μια αδρά διακρινόμενη προτίμησή του στην παραδοσιακή θεωρία Κουργκάν και στην «βιβλική» αντίληψη για το χρονικό βάθος των γλωσσών) αναφέρεται στην σελίδα 48 της βιβλιοκρισίας. Εκεί η αναζήτηση της καταγωγής των Ελλήνων χαρακτηρίζε­ται ως «κάτι το ακατόρθωτο». Ακατόρθωτο, όμως, ήταν κάποτε και ένα πλήθος πραγμάτων που σήμερα είναι αυτονόητα: η εξερεύνηση του διαστήματος και του μικροκόσμου, η θεραπεία άλλοτε ανίατων ασθενειών, η συνομιλία με ανθρώπους που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, το Αθήνα-Πάτρα σε δυόμιση ώρες και το Αθήνα-Λονδίνο σε τρεισήμισι. Αν ο Τόμας Έντισον, οι αδελφοί Ράιτ, ο Έντουιν Χαμπλ, o Τζέιμς Γουότσον, και στο παρελθόν ο Θαλής, ο Δημόκριτος, ο Ευκλείδης, ο Ερατοσθένης, ο Νεύτωνας, κ.α. πί­στευαν σε «ακατόρθωτα», τότε ο κόσμος μας σήμερα θα ήταν πολύ διαφορετικός. Και προφανώς ο γράφων δεν συγκρίνει μεν ούτε στιγμή τον εαυτό του με τους ανωτέρω, δεν θεωρεί, όμως, σκόπιμο να αρνηθεί ούτε στον ίδιο ούτε σε άλλους νέους επιστήμονες την φιλοδοξία να επιδιώξουν το δικό τους «impossible is nothing»…

Μετά τα «πταίσματα» και τα «πλημμελήματα», φτάνουμε εν τέλει και στα «κακουργήματα». Αλγεινή εντύ­πωση κάνει, δηλαδή, η προσπάθεια του βιβλιοκρίνοντος σε αρκετά σημεία να παρακάμψει τα παρατιθέμενα επιστημονικά στοιχεία, προκειμένου να υποβαθμίσει τις απόψεις του συγγραφέα με την επίκληση υποθετικών ψυχολογικών παραμέτρων. «Για παράδειγμα, τι άλλο παρά ιδιαίτερους δεσμούς με τη Λευκάδα μπορεί να κρύβει η εμμονή του σ. ότι η ομηρική Λευκάδα είναι η Ιθάκη; (σ. 269, 274)» διερωτάται ο Χ. Μαραβέλιας στην σελίδα 50 της κριτικής. Δεν παραθέτει, όμως, ούτε ένα (1) αντεπιχείρημα για να αντικρούσει τα επιχειρήματα του βιβλίου όχι φυσικά ότι «η ομηρική Λευκάδα είναι η Ιθάκη» (δεν υπάρχει «ομηρική Λευκάδα», όπως δεν υπάρχει ομηρική εποχή ως κλειστός χρονολογικός και πολιτιστικός ορίζοντας), αλλά ότι η Λευκάδα της 3ης χιλιετίας π.Χ. ενδεχομένως αντιπροσωπεύει ένα πρώι­μο στρώμα του ιστορικού πυρήνα της μεταγενέστερης αντίληψης περί της ομηρικής Ιθάκης. Μια άποψη που ο πυρήνας της (η σύνδεση της Λευκάδας με την ομηρική Ιθάκη) πρωτοδιατυπώθηκε από κάποιον (Wilhelm Dörpfeld) που δεν είχε φυσικά αρχικά ιδιαίτερους δεσμούς με την Λευκάδα. Ο κριτικογράφος αποφαίνεται επίσης ότι ο συγγραφέας «δείχνει να έχει επηρεαστεί από τις απόψεις του καθηγητή του Γιόζεφ Μαράν», αν και η άποψη του τελευταίου περί της Χαλκολιθικής εποχής ως υποψήφιας περιόδου για την «έλευση των Ελ­λήνων» αντικρούεται στο κεφάλαιο VI…Εκτός, φυσικά, αν ο Χ. Μαραβέλιας αναφέρεται εδώ στις απόψεις του Μαράν περί της πραγματικής φύσης των πολιτιστικών μεταβολών στην Ελλάδα στα τέλη της 3ης χιλιε­τίας π.Χ. (κεφ. V), τις οποίες ο συγγραφέας του βιβλίου ενστερνίζεται για τους ίδιους λόγους που τις υιοθε­τεί πλέον και η η υπόλοιπη επιστημονική κοινότητα (που δεν είχε καθηγητή τον Μαράν). Αν π.χ. ο Χ. Μαρα­βέλιας επισκεφτεί το εξαιρετικό Νέο Μουσείο της Ολυμπίας, θα δει στις προθήκες ευρήματα του αδριατικού πολιτισμού Cetina, τα οποία οι άνθρωποι του μουσείου παρουσιάζουν υπό το πρίσμα των ερευνητικών πορι­σμάτων του Μαράν, μακριά από οποιαδήποτε σύνδεση με τις παλαιότερες και αναιρεθείσες πλέον υποθέσεις (θεωρία Κουργκάν, στέπες του βορείου Πόντου, κλπ.).

Ο βιβλιοκρίνων φτάνει σε σημείο να ισχυριστεί ότι (σε ό,τι αφορά την τελική σύνθεση του βιβλίου) «η αφή­γηση του Γιαννόπουλου στο «δια ταύτα» του βιβλίου…μοιάζει με ακανόνιστα πηδήματα λαγού πριν χωθεί στη φωλιά του, κάτι σαν ασάφεια διαφυγής» (σελ. 51). Και πάλι ο Χ. Μαραβέλιας επιλέγει να μην πιστέψει τις προ­σεκτικές διασαφηνίσεις του ίδιου του βιβλίου, εκτιμώντας μάλλον και πάλι ότι επιδιδόμενος στην ψυχολογία θα έχει καλύτερη τύχη απ’ ό,τι επιδιδόμενος στην αρχαιολογία. Διότι, όπως π.χ. εξηγείται αναλυτικά στο κεφάλαιο VIII.1, εισχωρώντας στον ορίζοντα της Παλαιολιθικής οι αρχαιολογι­κές πηγές μας γίνονται πιο αποσπασματικές σε σχέση με τις μεταγενέστερες περιόδους, τα ανοιχτά ερευνητι­κά πεδία είναι περισσότερα και, άρα, το πλαίσιο των εκάστοτε ερμηνειών αναγκαστικά πιο ασαφές. Κάτι που δεν σημαίνει, φυσικά, ότι πρέπει να αφήσουμε την εποχή αυτή έξω από τις ερμηνείες μας και να μην διατυπώσουμε υποθέσεις που η μελλοντική έρευνα θα μπορέσει να επαληθεύσει ή να διαψεύσει. Και κάτι που δεν σημαίνει, επίσης, ότι η αναγκαστική αυτή ρευ­στότητα όσον αφορά της πρώιμες χρονολογικές φάσεις του προτεινόμενου μοντέλου συνεπάγεται και οποια­δήποτε ασάφεια σε σχέση με την εξαιρετικά σαφή απόπειρα αποκατάστασης των μεταγενέστερων φάσεων γλωσσικής και πληθυσμιακής εξέλιξης στον χώρο του Αιγαίου. Εξάλλου, είναι αλήθεια ότι ήταν τόση η αγω­νία του εν λόγω «λαγού» να ξαναχωθεί στην ασφάλεια της φωλιάς του (ή να διαφύγει μέσω της ασάφειας), ώστε προσέθεσε στο βιβλίο του μία από τις πιο εκτενείς αγγλικές περιλήψεις που υπάρχουν (έκτασης 45 σε­λίδων), προκειμένου το ντοκιμαντέρ για τους λαγούς να μεταβληθεί έτσι σε διεθνή συμπαραγωγή.

Ο κριτικογράφος-ψυχογράφος τονίζει επίσης πολλές φορές με έντεχνη συγκατάβαση το νεαρό της ηλικίας του συγγραφέα του βιβλίου που κρίνει και τον «νεανικό ενθουσιασμό» του. Το θέμα, όμως, είναι να μην κρίνουμε την νεότητα με τα κρι­τήρια του ευρύτερου νεοελληνικού πνευματικού γήρατος. Να μην προσπαθούμε, δηλαδή, να εντάξουμε οπωσδήποτε το ανένταχτο, αναζητώντας διαρκώς κάποιο έρεισμα που θα επιτρέψει την προκρούστεια ταξι­νόμησή του σε κάποιο από τα γνωστά ιδεολογικά «κουτάκια» του χθες. Να μην προσπερνάμε τα φανερά επιστημονικά στοιχεία, τις ανοιχτά εκπεφρασμένες θεωρητικές αφετηρίες, τις 545 σελίδες και τις άνω των 1000 βιβλιογραφικές παραπομπές (αυτές είναι, παρεμπιπτόντως, «οι υπεύθυνες απαντήσεις τις επιστήμης», δεν είναι τα πορίσματα του βιβλίου που αυτοχαρακτηρίζονται έτσι στον υπότιτλό του, όπως κακοπροαίρετα παρεξηγεί ο κριτικογράφος), αναζητώντας κρυφά, υφέρποντα ψυχολογικά κίνητρα, ισχυριζόμενοι π.χ. ότι πίσω από τις θέσεις του συγγραφέα κρύβεται «η με λάθος τρόπο αγάπη του για την ελληνική γλώσσα», η οποία «τον οδήγησε σε υπερβολές». Διότι έτσι δεν θα μπορέσουμε να εξηγήσουμε πώς π.χ. η ίδια «λάθος αγάπη» δεν οδήγησε τον ίδιο συγγραφέα στο να επιχειρηματολογήσει υπέρ της ελληνικότητας της μινωικής γλώσσας ή υπέρ της αδιάσπαστης πληθυσμιακής ή και εθνικής συ­νέχειας του ελληνισμού. Δεν θα μπορέσουμε επίσης να εξηγήσουμε πώς και γιατί αρκετές από τις θέσεις του συγγραφέα του βιβλίου (π.χ. την κριτική του στην θεωρία Κουργκάν ή την προοπτική παλαιολιθικής συ­νέχειας των γλωσσών), τις υποστηρίζουν ήδη προ πολλού και πολλοί άλλοι ερευνητές ανά τον κόσμο. Αν ξεκινάμε με την εδραία πεποίθηση ότι μια καρέκλα δεν είναι καρέκλα, αλλά τραπέζι, θα βρούμε τρόπο να την περιγράψουμε ως τέτοιο: ως ένα χαμηλό, μικρό τραπέζι με ένα αχρείαστο ερεισίνωτο στην μια πλευρά. Τελικά, όμως, μπο­ρεί να είναι απλώς μια καρέκλα…

Τούτων λεχθέντων, μάλλον ήρθε η ώρα να κλείσουμε, καλωσορίζοντας τον Χ. Μαραβέλια στην ίδια την «φωλιά του λαγού», δηλαδή σε αυτό το ιστολόγιο. Με υπαρκτό, ωστόσο, τον κίνδυνο να αποδειχτεί στην πορεία ότι ο συγκεκριμένος «λαγός» ενδεχομένως να μην είναι ακριβώς λαγός…

Advertisements