Αρχική > «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» > «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;». Βιβλιοκρισία της Μ. Τοπάλη στην Καθημερινή (3/3/2013)

«Πόθεν και πότε οι Έλληνες;». Βιβλιοκρισία της Μ. Τοπάλη στην Καθημερινή (3/3/2013)

Ποια είναι η καταγωγή των Ελλήνων

Ενα βιβλίο που θίγει τα ευαίσθητα ζητήματα ταυτότητάς μας

Της Μαριας Τοπαλη

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Γ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ,

Πόθεν και πότε οι Ελληνες;

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Giannopoulos-coverΗ σχετικά πρόσφατη εμπορική επιτυχία της «Θεσσαλονίκης» του Μαζάουερ, βιβλίου επιστημονικού και ογκωδέστατου, υποδεικνύει την ύπαρξη μιας μορφωμένης τάξης Ελληνίδων και Ελλήνων αναγνωστών που δεν τους φοβίζουν ούτε ο αριθμός των σελίδων ούτε η απαιτητική γραφή ούτε η ριζοσπαστική προσέγγιση ενός δύσκολου ζητήματος. Δικαιούται λοιπόν να αισιοδοξεί κανείς για την υποδοχή από το κοινό του έργου του διδάκτορα Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης Θεόδωρου Γιαννόπουλου (γεν. 1979).

Συζητώντας, αντιμετωπίζοντας και συνθέτοντας ένα ευρύτατο αρχαιογνωστικό φάσμα αρχαιολογίας, φιλολογίας, γλωσσολογίας, ανθρωπολογίας, γενετικής κ.ά., ο συγγραφέας οδηγείται σε εκρηκτικά, με βάση τις μέχρι τώρα βεβαιότητές μας, συμπεράσματα. Οι πρώτες ελληνικές λέξεις θα μπορούσαν, ισχυρίζεται, να μας οδηγήσουν πολύ περισσότερες χιλιάδες χρόνια πίσω, από ό,τι πιστευόταν μέχρι τώρα: σε μια (γλωσσική πρωτίστως) συνέχεια από τη σκοτεινή προϊστορία μέχρι σήμερα, εστιαζόμενη ταυτόχρονα σε πολλά σημεία του ελλαδικού χώρου.

Από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του βιβλίου, ωστόσο, ο συγγραφέας φροντίζει να φυλαχθεί από κινδύνους και παρεξηγήσεις. Από τη μια, αντικρούει σθεναρά τους διαδεδομένους μύθους περί φυλετικής καθαρότητας/ανωτερότητας: διακρίνει αυστηρά μεταξύ τους τις κατηγορίες γλωσσική, εθνική, πληθυσμιακή/γενετική. Εμφατικά αρνείται την απόδοση χαρακτηριστικών «φυλής», «ομοεθνίας» ή «κοινής πολιτιστικής ταυτότητας» στον «ταλαιπωρημένο», όπως τον αποκαλεί, όρο «ινδοευρωπαϊκός», που θα πρέπει κατά τη γνώμη του να νοηθεί ως «δηλωτικός απλώς μιας ομάδας με κοινά γλωσσικά χαρακτηριστικά». Αυτό που προκύπτει ως πιθανή ελληνική συνέχεια απύθμενου χρονικού βάθους, όπως αυτή την οποία εισηγείται, αποσυνδέεται από οποιαδήποτε έννοια «φυλής». Από την άλλη, άοκνα υποδεικνύει τον χαρακτήρα των πορισμάτων του ως αντίκρουση βεβαιοτήτων, διάνοιξη ερωτημάτων, ανάδειξη αμφιβολιών και έμφαση στο σύνθετο και όχι στο απλουστευτικό.

Ο Γιαννόπουλος ανατρέπει τις μέχρι τώρα βεβαιότητες και εμπεδώνει συστηματικά το γερό οικοδόμημα μιας πιο σύνθετης και διαφοροποιημένης προσέγγισης. Οι γνωστές, λοιπόν, φατρίες που μαίνονται κατά το μοντέλο Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός επί σύγχρονου ελληνικού εδάφους δεν θα βρουν στο βιβλίο έρεισμα για να ακονίσουν έτι περαιτέρω τα βέλη τους. Ολοι εμείς οι υπόλοιποι, όμως, θα βυθιστούμε αχόρταγα σε έναν κόσμο που δεν υποτιμά ούτε τη σκέψη ούτε το αίσθημα ούτε τη φαντασία μας.

Εμβληματικές μορφές της αρχαιογνωσίας όπως ο Τζον Τσάντγουικ (1920-1998), που αποκρυπτογράφησε μαζί με τον Βέντρις τη Γραμμική Β, και ο Βίλελμ Ντέρπφελντ (1853-1940), πιονιέρος της σύγχρονης αρχαιολογικής ανασκαφής και ιδρυτής της Γερμανικής Σχολής Αθηνών, και ο ρηξικέλευθος στοχασμός τους αναφλέγονται υπό το φως νέων επιγνώσεων, σαν κάρβουνα σκεπασμένα από τη στάχτη για καιρό. Τα ομηρικά έπη ανασκάπτονται κι αυτά ως τόπος συνάντησης διαφορετικών παραδόσεων από διαφορετικές εποχές. Ο Ησίοδος «δικαιώνεται» χωρίς να οδηγούμαστε σε εύπεπτες απλουστευτικές προσεγγίσεις. Ο αναγνώστης εξοικειώνεται περαιτέρω με τα επιτεύγματα σημαντικών μελετητών, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν ο Βρετανός Renfrew (θεωρία γλώσσας-γεωργίας), ο Ιταλός Alinei (λεξιλογική αυτοχρονολόγηση και παλαιολιθική συνέχεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών) και ο Γερμανός Maran (πολιτιστική μεταβολή), που έχουν εμφανώς και ομολογημένα επηρεάσει τη σκέψη του συγγραφέα.

Εχοντας ολοκληρώσει την ανάγνωση, διαπιστώνουμε ότι μορφές και ονόματα όπως Οδυσσέας και Δωριείς φωτίζονται πλέον με τρόπο διαφορετικό, ενώ η προέλευση της γλώσσας μας έχει απαγκιστρωθεί από τις άκρες των δοράτων κι έχει καθαριστεί από το χιόνι της στέπας και τη σκόνη που δεν σήκωσαν μάλλον ποτέ άλογα πολέμου κατά τη γένεσή της. Καθίσταται περισσότερο ένα παμπάλαιο παραμύθι που λέγεται και ξαναλέγεται από πλάσματα ετερόκλητα και ποικίλα, ενώ οι απαρχές του χάνονται στο σκοτάδι της πιο απομακρυσμένης προϊστορίας. Συμφιλιωνόμαστε έτσι με το πρωτόγονο, το αρχαϊκό, το σύνθετο, το δυναμικό και εξελισσόμενο. Επιπλέον, η προϊστορία και η προϊστορική αρχαιολογία διεκδικούν με το έργο αυτό με αξιώσεις μερίδιο από τα σκήπτρα της μονοκρατορίας των κλασικών ομολόγων τους στα σύγχρονα ελληνικά συμφραζόμενα. Σύμφωνα άλλωστε με τον διεθνούς κύρους καθηγητή της Αρχαίας Ιστορίας Άγγελο Χανιώτη, διευθυντή της σειράς στην οποία ανήκει το και εκδοτικά άψογο πόνημα, το βιβλίο αποτελεί «και ένα δοκίμιο για τη θέση της αρχαιολογίας στη νεοελληνική κοινωνία».

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής στις 3/3/2013.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: