Αρχική > Ελληνο/vs./Γερμανικά, Ιστορικά, Πολιτικά > Ε.Ε. και (αν)ιστορικές προκλήσεις

Ε.Ε. και (αν)ιστορικές προκλήσεις

Η πρόσφατη, σαφής ομολογία του W. Schäuble από του βήματος της γερμανικής βουλής ότι μια έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα μπορούσε να προκαλέσει την κατάρρευση της ευρωζώνης μάλλον δεν θα απασχολήσει ιδιαίτερα το εν Ελλάδι ένθερμο μνημονιακό μπλοκ. Είναι, άλλωστε, σα­φές πλέον ότι ακόμη και ο ίδιος ο Θεός να εμφανιζόταν και να επαναλάμβανε την δήλωση του Schäuble, διαβεβαιώνοντας για την ορθότητά της και για τις προφανείς διαπραγματευτικές δυ­νατότητες που θα σήμαινε αυτό για την Ελλάδα και γενικότερα τον μεσογειακό νότο, το πιθανό­τερο είναι να εγκαλούσαν και Αυτόν για διαπλοκή με το «λόμπι της δραχμής». Ίσως, μάλιστα, να Του χρέωναν και μυωπική αντίληψη της ιστορίας και των προκλήσεών της. Και αυτό διότι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επιχειρήματα που ακούμε συνήθως από αρκετούς ευρωπαΐζοντες δια­νοούμενους ή πανεπιστημιακούς είναι η βαθιά τους πεποίθηση ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι περίπου η μοίρα και η ιστορική νομοτέλεια της Ευρώπης. Είναι το φωτεινό μέλ­λον της ηπείρου, στο οποίο πρέπει αναντίρρητα να προσδεθεί και η Ελλάδα, και το οποίο οι μύ­ωπες του ευρωσκεπτικισμού δεν αντιλαμβάνονται, εμμένοντας στις –κατά τους σχολιαστές αυ­τούς– σχεδόν παλαιοημερολογητικού στιλ απόψεις τους. Η ελαφρώς μεσσιανική αυτή προσέγ­γιση της ευρωπαϊκής ιστορίας έχει σαν αποτέλεσμα να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της διάφο­ρες πτυχές του εγχειρήματος της Ενωμένης Ευρώπης. Και, όπως συμβαίνει συνήθως στις περι­πτώσεις που η ιστορία οράται από την σκοπιά τάσεων περίπου θρησκευτικού χαρακτήρα, η αντίληψη της ιστορίας, των εξελί­ξεων και των προκλήσεών της κινδυνεύει να υποστεί βα­ριές στρεβλώσεις. Αξίζει να δούμε τρία ενδεικτικά παραδείγματα αυ­τού του είδους των ερμηνευτικών στρεβλώ­σεων της ιστορίας.

Ευρώπη: εικόνα από το παρελθόν ή από το μέλλον;

Ευρώπη: εικόνα από το παρελθόν ή από το μέλλον;

Το πρώτο παράδειγμα είναι ο ρόλος της Ε.Ε. στην εδραίωση της ειρήνης στην μεταπολεμική Ευ­ρώπη. Η πρόσφατη απονομή του νόμπελ ειρήνης στην Ε.Ε. για την θεωρούμενη ως αναμφισβή­τητη συνεισφορά της στον τομέα αυτό ήρθε να επιβεβαιώσει την αντίστοιχη άποψη των ένθερ­μων υποστηρικτών της Ενωμένης Ευρώπης: οι περίπου επτά δεκαετίες ειρήνης που ακο­λούθη­σαν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τουλάχιστον στην δυτική Ευρώπη, οφείλονται στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το συμπέρασμα μοιάζει εντελώς λογικό, σχεδόν αναμ­φι­σβήτητο. Κι όμως, εκκινώντας από μια λίγο πιο απροκατάληπτη βάση σκέψης, τα ίδια ιστο­ρικά δεδομένα μπορούν να ερμηνευθούν πολύ διαφορετικά. Όποιος έχει δει τις εικόνες με τα ερείπια των γερμανικών πόλεων στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (π.χ. της Δρέσδης ή της Νυρεμ­βέργης), καταλαβαίνει αμέσως ότι οι δεκαετίες της ειρήνης που ακολούθησαν ήταν ου­σιαστικά προδιαγεγραμμένες. H βασική υπαίτιος των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, η Γερμανία, είχε μετα­βληθεί πλέον σε έναν κατεχόμενο σωρό ερειπίων, με αποδεκατισμένο τον μάχιμο πλη­θυσμό της. Οι «Γυναίκες των Ερειπίων», οι Trümmerfrauen, δεν θα μπορούσαν να έχουν ποτέ στο μυαλό τους την προετοιμασία κάποιας νέας πολεμικής αναμέτρησης. Αν μετά τον Α΄ Πα­γκόσμιο Πό­λεμο η Γερμανία είχε ακόμη δυνάμεις για να ανασυγκροτήσει, μετά τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μαζί κάτι τέτοιο ήταν εντελώς αδύνατον. Εκτός αυτού, είναι κοινός τόπος στην ιστορία ότι περίοδοι ιδιαίτερα καταστρεπτικών πολεμικών συρράξεων ακολουθούνται σχε­δόν νομο­τε­λειακά από περιόδους ειρήνης και ειρηνιστικών ιδεολογικών τάσεων από τις με­ταπο­λεμικές γε­νεές. Υπό το πρίσμα αυτό αντιλαμβάνεται κανείς ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ολο­κλήρωσης υπήρξε περισσότερο το αποτέλεσμα της αναπόφευκτης μεταπολεμικής περιόδου ει­ρήνης και όχι η αιτία της. Το γεγονός ότι αυτή η μάλλον προφανής ερμηνευτική οπτική απου­σιάζει πλήρως στον λόγο πολλών ευρωπαϊστών διανοουμένων στην Ελλάδα προδί­δει χαρα­κτηριστικά ότι η προσέγγισή τους ξεκινά περισσότερο από συχνά καλώς εννοούμενο, πλην όμως άκριτο φιλοευ­ρωπαϊσμό και λιγότερο από ψυχρή αποτίμηση των δεδομένων.

Το δεύτερο παράδειγμα προκατειλημμένης ιστορικής προσέγγισης αφορά ειδικότερα το σκέλος της οικο­νομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης. Πρόκειται για την μάλλον ρομα­ντική άποψη ότι η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης είναι η φυσική απόληξη του μεταπολεμικού οράματος της γενικότερης ευρωπαϊκής ενο­ποίησης. Έχει, δηλαδή, ως χρονική της αφετηρία την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στοχεύει στην ισότιμη συνένωση των οικονομιών μιας σειράς επιμέρους κρατών, τα οποία υποτίθεται ότι δεν έχουν καμιά άλλη «ατζέντα» πλην του οράματος της Ενωμένης Ευρώπης. Στο σημείο αυτό, θα ανέμενε κανείς του­λάχιστον από ορισμένους ακαδημαϊκούς σχολιαστές, προερχόμενους ενίοτε από χώρους με κάποια επαφή προς την ιστορική, πολιτική και οικονομική ιστορία, να είναι ίσως λίγο πιο προσεκτικοί στην έκφραση τέτοιου είδους, ελαφρώς αστόχαστων ευρωπαϊστικών απόψεων. Ο λόγος είναι πως μια έστω και φευγαλέα ματιά στην ιστορία του 19ου και 20ού αιώνα προσφέρει με­ρι­κά ενδιαφέροντα διδάγματα. Σε αυτά ανήκει π.χ. το γεγονός ότι ο επονομαζόμενος «Μείζων Ευ­ρω­παϊκός Οικονομικός Χώρος» (Europäischer Grossraum/Europäische Grossraum­wirtschaft) αποτέ­λεσε την μεγαλύτερη γεωοικονομική και στρατιωτική επιδίωξη της Γερμανίας ήδη πολύ πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για την ακρίβεια πρόκειται για έναν σχεδιασμό που ανάγεται στους χρόνους του Γερμανικού Τελωνειακού Ομίλου κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα (Deutscher Zollverein, 1834).

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, το γενικότερο αυτό δόγμα με το αξιο­σημείωτο ιστορικό βάθος όχι μόνον διατρέχει το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα με τις γνωστές γερμανικές στοχεύ­σεις κατά την διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, αλλά επανεμφανίζε­ται με χαρακτηρι­στική ομοιότητα σε άλλη μορφή και στην παρούσα συνάφεια, δηλαδή στο πλαίσιο της ευρωζώ­νης. Το γεγονός αυτό υπονομεύει καταρχάς καίρια την ανωτέρω αναφερ­θείσα οπτική, η οποία θεωρεί ότι η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένω­σης της Ευρώπης ξεπήδησε μόνον μέσα από το μεταπολεμικό εγχείρημα της Ε.Ε. Από την άλλη μεριά, μέσα από την ίδια κατάσταση πραγμάτων αναδεικνύεται και η αστοχία όσων επιμένουν να κάνουν μονοδιάστατους παραλ­ληλισμούς της σημερινής Γερμανίας αποκλειστικά και μόνον με την περίοδο του ναζισμού. Είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με πιο μακροϊστορικές έξεις, αλληλένδετες με τις ιστορικές και πο­λιτισμικές ιδιαιτερότητες στις διάφορες περιοχές της Ευρώ­πης. Στοιχείο των ιδιαιτεροτήτων αυ­τών είναι και το γεγονός ότι η παρούσα γερμανική ηγεσία πιθανόν θα απέκρουε με ειλικρινή έκ­πληξη και απορία την μακροϊστορική αυτή οπτική. Και τούτο διότι στο πλαίσιο ενός πολιτισμού «αψυχολόγητου» (κατά το «ασυλλόγιστος» ή «αφιλο­σόφητος»), δηλαδή με χαρακτηριστική αλ­λεργία στην αυτό-ψυχολόγηση είτε σε επίπεδο ατομι­κής ψυχολογίας είτε στο πεδίο της εθνικής πολιτικής, μπορεί κανείς κάλλιστα να πιστεύει ότι εμ­φορείται από το ιδεώδες της Ενωμένης Ευ­ρώπης την ίδια στιγμή που μεταφέρει σχεδόν μηχανι­στικά και ασυνείδητα τις βαθύτερες κατα­βολές και αντιλήψεις του. Η περίπτωση των πολύ δια­φορετικών αυτών μορφών ιστορικής ερμη­νείας της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης καταδεικνύει και πάλι ότι αρ­κετοί υποστηρικτές του οράματος αυτού ίσως δεν έχουν εντοπίσει και τόσο σωστά το «ίχνος» της ιστορίας όσο ακράδαντα πιστεύουν.

Το τρίτο σχετικό παράδειγμα έχει να κάνει με τον ρόλο της Ε.Ε. στο πλαίσιο του διεθνούς αντα­γωνι­σμού. Ένα ευρύ φάσμα ευρωπαϊστών ακαδημαϊκών αναλυτών, κυρίως από τους χώρους των οικονομικών, των διεθνών σχέσεων και των πολιτικών επιστημών, συνηθίζει να παρουσιά­ζει την ενοποίηση της Ευρώπης ως μια ιστορική αναγκαιότητα, απαραίτητη για να μπορέσει η ήπειρος να επιβιώσει μέσα στον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια μάλλον απλουστευτική αντίληψη των πραγμά­των. Ο λόγος είναι ότι, όπως (θα έπρεπε να) γνωρίζουν καλά τουλάχιστον οι προερχό­μενοι από τον χώρο των οικονομικών, το συγκρι­τικό πλεονέκτημα σε περιόδους έντονου αντα­γωνισμού δεν έγκειται στην απλή συνένωση μι­κρότερων οικονομικών ενοτήτων σε μία μεγαλύ­τερη. Δεν συνίσταται επίσης απλώς στην ύπαρξη μιας βιομηχανίας καλών εξαγωγικών προϊό­ντων, όπως είναι η γερμανική. Ούτε σίγουρα στο…ταλέντο να δελεάζει κανείς τους άλλους με την μονότονη επίκληση της φτήνιας (βλ. π.χ. την νέα σειρά διαφημιστικών εμετικής αισθητικής της Media Markt). Στην πραγματικότητα, από καταβολής κόσμου η λέξη-κλειδί στο πεδίο του οικονομικού ανταγωνισμού είναι άλλη: καινοτο­μία. Στον κρίσιμο αυτό τομέα εύκολα συνειδητο­ποιεί κανείς ότι η Ευρώπη και η κύρια οικονομία της, η γερμανική, υπολείπονται αισθητά άλλων οικονομικών χώρων. Εταιρείες-κολοσσοί στην τεχνολο­γική πρωτοπορία και ιδίως στην αιχμή του δόρα­τος που είναι ο χώρος της πληροφορικής, όπως π.χ. η Google, η Apple, η Microsoft, η Samsung, καθώς και ευ­φυείς επιχειρηματικές ιδέες, όπως αυτή του Facebook, δεν έχουν ως σημείο αφετη­ρίας την Ευ­ρώπη.

Ο λόγος για αυτή την εξέλιξη είναι απλός: η πιο ακμαία οικονομία της ηπείρου, η γερμανική, έχει ως βάση συγκεκριμένα πολιτιστικά χαρακτηρι­στικά του πληθυσμού της. Σε αυτά ανήκουν π.χ. η εργατικότητα, η ακρίβεια, η συνέπεια, η ορ­γάνωση, η πειθαρχία, η ευθυνοφοβία. Αυτά αρκούν μεν για την δημιουργία μιας επιτυχημένης εθνικής οικονομίας με άξονα τον εξαγωγικό τομέα, δεν αρκούν, όμως, για να προσδώσουν στην Γερμανία και στην οικονομική σφαίρα επιρροής της, δηλαδή την ευρωζώνη, το συγκριτικό πλεο­νέκτημα της καινοτομίας. Και τούτο διότι η και­νοτομία απαιτεί κάποια άλλα πολιτιστικά χαρα­κτηριστικά: την εξωστρέφεια, την φαντασία, την ευελιξία, την ευστροφία, την τόλμη, την αισθη­τική. Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν βρίσκονται στην Γερμανία, αλλά σε μια άλλη γεωγραφική και πολιτιστική ζώνη της ηπείρου: την Μεσόγειο. Κατά συνέπεια, αυτό που πραγματικά θα μπο­ρούσε να εκτοξεύσει την Ευρώπη στο πλαίσιο του διε­θνούς ανταγωνισμού δεν είναι η απλή «πρόσθεση» των ευρωπαϊκών οικονομιών, με τις ασθενέ­στερες εξ αυτών να περιέρχονται σε κα­τάσταση οικονομικής, πολιτικής ή και πολιτιστικής υπο­τέλειας ως προς την πιο ισχυρή. Είναι ο επιτυχημένος και λειτουργικός συνδυασμός των πολιτι­στικών χαρακτηριστικών στις διάφορες περιοχές της. Ένας τέτοιος συνδυασμός, όμως, είναι εξαιρετικά δύ­σκολο να γίνει με δεδομένη την κατάσταση άρνησης ή μη νηφάλιας προσέγγισης της πολιτιστικής διαφοροποίησης που χα­ρακτηρίζει το εγχείρημα της Ε.Ε. Από την μια μεριά, ο γερ­μανόφωνος κόσμος της κεντρικής Ευ­ρώπης αντιμετωπίζει με συμπλεγματική αποστροφή το «μεσογειακό ταμπεραμέ­ντο» των Νοτίων, το οποίο στο πλαίσιο του γνωστού μονολιθικού ηθικι­σμού πρέπει απλά να…πάψει να υπάρχει, προκειμένου οι χώρες αυτές να βρουν τον δρόμο της (γερμανικής) αρετής. Από την άλλη μεριά, σε χώρες σαν την Ελλάδα η παραδοσιακή ευρώ­στροφη διανόηση συχνά «βραχυκυκλώνει» στην ιδέα ότι χρειάζεται ενίοτε και μια πιο τολμηρή κριτική ματιά στα της Ευρώπης. Και τούτο διότι αν καταδειχθεί ότι ούτε οι άλλοι έχουν μόνον προτερήματα ούτε εμείς μόνον ελατ­τώματα, τότε ο εύκολος επαρχιωτισμός πρέπει να δώσει την θέση του στην κριτική κοινωνιολογική και ανθρωπολογική ανάλυση. Και τότε τα πράγματα γίνονται δύσκολα…

Το πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της νοοτροπίας είναι να θεωρεί κανείς ότι θα προσελκύσει την «ανάπτυξη» και τα κεφάλαια της κεντρικής Ευρώπης αποκλειστικά μέσω της προσφοράς κινε­ζικού τύπου εργασιακών συνθηκών. Ούτε κουβέντα για τον δυναμικό ρόλο που θα μπορούσε να παίξει το εργατικό (π.χ. επιστημονικό) δυναμικό της Ελλάδας και των άλλων χωρών του Νό­του στο πλαίσιο ευρωπαϊκών επενδύσεων σχεδιασμένων να αξιοποιήσουν δημιουργικά, με στόχο την καινοτομία, τόσο τα μεσογειακά όσο και τα κεντροευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Απελπιστικά παραδομένη στις πιο συμπλεγματικές εκδοχές του δόγματος «ανήκωμεν εις την Δύσιν», η πολι­τική ηγεσία της χώρας κατέληξε τελικά στις πρώτες φάσεις της κρίσης να δυσφημεί συλλήβδην την χώρα και τους ανθρώπους της στο εξωτερικό. Συνοψίζοντας, επομένως, είναι ενδεχόμενο ότι η τάση ενός σημαντικού μέρους της ευρω­παϊκής-μνημονιακής διανόησης στην χώρα μας να μιλά με στόμφο, πλην όμως ρομαντικά προκατειλημμένη και συχνά ιστορικά αφελή διάθεση για την ιστορική προοπτική της Ευρώπης ίσως συ­νεισφέρει και αυτή ένα λιθαράκι στο να χάσει πιθανώς η γηραιά ήπειρος όλες τις (αν)ιστορικές της προκλήσεις: και της ειρήνης και της οικονομικής της ενοποίησης και της επιβί­ωσής της στον διεθνή ανταγωνι­σμό.

* Για μία πρόσφατη αναφορά στο θέμα του γερμανικού «Μείζονος Ευ­ρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου» στην ελληνική γλώσσα βλ. Η. Ηλιόπουλος, Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Μία ερ­μηνευτική προ­σέγγιση της συμπερι­φοράς των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στην Ελ­λάδα, στο: Ι. Γεμε­νετζής – Η. Ηλιόπου­λος (επιμ.), Επιχείρηση Καλάβρυτα. Η δράση της 117 Με­ραρχίας Κυνηγών μέσα από τα γερμα­νικά αρχεία (Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστο­ρίας Στρατού, Αθήνα 2012), σελ. 1, με βιβλιογραφικές παραπομπές 1-2.

  1. Δεκεμβρίου 17, 2012 στο 16:56

    Πολύ εύστοχη η παραπομπή. Θα έλεγα ότι το βασικό ερώτημα που θέτει το κείμενο αυτό είναι το εξής: όπως φαίνεται και από τα σχόλια κάτω από το άρθρο στην ιστοσελίδα της Καθημερινής, πολλοί σχολιαστές δυσκολεύτηκαν (και δικαίως) να κατανοήσουν πώς είναι δυνατόν οι κοινωνίες εκείνες, των οποίων την διαχρονική ατομοκεντρικότητα τονίζει ο Χ. Γιανναράς, να έχουν παρόλα αυτά άψογους φορείς του δημοσίου συμφέροντος (δηλ. προηγμένα κράτη), αλλά και αντιστρόφως, πώς στον γεωγραφικό χώρο του ελληνορωμαϊκού «κοινωνιοκεντρισμού», υπάρχουν σήμερα κράτη με πολύ χαμηλότερες επιδόσεις; Για να προσεγγίσει κανείς αυτό το ζήτημα νομίζω ότι πρέπει να κάνει μια αναλυτική διάκριση που δεν κάνει ο Χ. Γιανναράς, όπως δεν την κάνουν και όσοι συναρτούν μονοδιάστατα την σωστή λειτουργία του κράτους από τις «νοοτροπίες»: ο ατομοκεντρισμός ή μη μιας ομάδας ανθρώπων είναι ένα θέμα, η καλή λειτουργία κράτους ένα άλλο θέμα. Μπορούν να υπάρξουν κοινωνίες χωρίς κράτος (π.χ. Ελλάδα), αλλά και κράτη χωρίς κοινωνία (π.χ. Γερμανία). Κατά συνέπεια, οι ίδιες οι χώρες-πρότυπα του δυτικού κόσμου μας δίνουν το «εργαλείο» για να κατανοήσουμε ότι το λειτουργικό κράτος δημιουργείται όχι μέσα από τις σωστές νοοτροπίες, αλλά μέσα από την σωστή αλληλεπίδραση των νοοτροπιών με το εκάστοτε θεσμικό σύστημα.

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: