Το λόμπι του ευρώ

Η δήλωση που έκανε προ ημερών ο πρώην Γερμανός καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ, ότι μέχρι σή­μερα «δεν έχει δοθεί στην Ελλάδα ούτε σεντ από τον γερμανικό προϋπολογισμό», ίσως έφερε στο μυαλό πολλών εδώ στην Ελλάδα μια χαρακτηριστική τηλεοπτική εικόνα: διάφορους κορυ­φαίους εκπροσώπους της ελληνικής πολιτικής ζωής, της οικονομίας και της δημοσιογραφίας να κάνουν διαρκώς λόγο για «τα λεφτά που μας δίνουν οι Ευρωπαίοι», για «τα πακέτα βοήθειας που θα μας σώσουν» ή για την καταστροφή που θα συμβεί «αν δεν έρθει η επόμενη δόση», κλπ. Η δήλωση αυτή του Χ. Σμιτ φέρνει σε εξαιρετικά δύσκολη θέση πρό­σωπα, όπως π.χ. ο Γ. Παπακωνσταντίνου, η Ντ. Μπακογιάννη, ο Λ. Παπαδήμος ή ο Γ. Στουρ­νάρας. Και αυτό γιατί τους τοποθετεί αυτόματα στον ρόλο εκείνων που αποδεικνύεται πως γίνονται «βασιλι­κότεροι του βασιλέως», όταν επιδεικνύουν υπερβάλλοντα ζήλο στην προώ­θηση των πολιτικών που έχουν αναλάβει να διεκπεραιώσουν. Φυσικά, δεν χρειαζόταν καν η δήλωση του Σμιτ για να αποκαλύψει το τι είδους διαδικασία συντελείται τα τελευταία τρία χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Ίσως μόνον στην Γερμανία να έχουν απομείνει ελάχιστοι που δεν έχουν ακόμη πληροφορηθεί ότι το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλά­δας είναι στην ουσία πρό­γραμμα διάσωσης των δανειστών της. Μια γιγαντιαία επιχείρηση με­ταφοράς χρημάτων από τους λογαριασμούς των Ευρωπαίων φορολογουμένων σε αυτούς των τραπεζών των αξιότιμων κυρίων Ackermann, Weidmann, Blessing, κλπ. Την ίδια στιγμή, το αντίτιμο που κλήθηκε να πληρώσει η Ελλάδα για την σωτηρία των δανειστών της, ήταν αυτό που συνήθως πληρώνουν οι χώρες με ηγεσίες ανεπαρκείς, συμπλεγματικές ή και εξαρτημένες: η σχεδόν πλήρης κατα­στροφή της οικονομίας μέσω της υποταγής στην γερμανική νεύρωση της λιτότητας, καθώς και η υποθήκευση στους δανειστές της χώρας και του όποιου πλούτου της, δημόσιου και ιδιωτικού, τωρινού και ενδεχόμενου μελλοντικού.

Κι όμως, ακόμα και σήμερα οι ίδιοι οι υπεύθυνοι για την κατάσταση συνεχίζουν να προπαγαν­δίζουν την ανάγκη να συνεχιστεί ο θανατηφόρος εναγκαλισμός της χώρας με τους Εμπόρους των Εθνών, μέσω της «πάση θυσία» παραμονής της στο κοινό νόμισμα. Καταγγέλλονται όσοι δεν θεωρούν «ταμπού» (!) το ευρώ, ενώ όσοι έχουν διαφορετική άποψη επί του θέματος στιγμα­τίζονται συχνά ως ανήκοντες στο «λόμπι της δραχμής». Και είναι σίγουρα αλήθεια ότι υπάρχουν –πάντα υπάρχουν– κάποιοι που έχοντας επενδύσει με δόλιους τρόπους στην προοπτική επι­στροφής σε εθνικό νόμισμα θα ωφελούνταν αθέμιτα από μια τέτοια εξέλιξη. Όπως, όμως, κατα­νοεί κάθε απροκατάληπτος νους, το ίδιο ακριβώς ισχύει και με το ευρώ. Και σε αυτό έχουν επενδύσει διάφοροι κύκλοι (πρώτοι και καλύτεροι οι ίδιοι οι δανειστές), ελπίζοντας ότι μέσω της «πάση θυσία» παραμονής της χώρας σε αυτό θα ευοδωθούν τα δικά τους σχέδια. Κάθε δράση, μη δράση ή αντίδραση στην ζωή και στην οικονομία αναγκαστικά ωφελεί ή ζημιώνει συγκεκρι­μένους ανθρώπους ή ομάδες συμφερόντων. Άρα, είναι προφανές ότι η φιλολογία περί του «λό­μπι της δραχμής» δεν αποτελεί σοβαρό επιχείρημα, αλλά συνιστά μια μάλλον σκόπιμη τακτική αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης. Μια τακτική, που, όπως και αυτή της τραγε­λαφικής καταστροφολογικής φρενίτιδας (των…σεισμών, λιμών και καταποντισμών που υποτί­θεται θα ενσκήψουν, αν η χώρα εγκαταλείψει την ευρωζώνη), προδίδει στην καλύτερη περί­πτωση το αδιέξοδο και την αμηχανία, και στην χειρότερη τον σκοτεινό ρόλο των εμπνευστών της. Πράγματι, αν αποπειραθεί κανείς να κατηγοριοποιήσει τα μέλη του «λόμπι του ευρώ», θα διαπιστώσει ότι σε μεγάλο βαθμό τα κίνητρά τους κάθε άλλο παρά έχουν να κάνουν με την προοπτική της χώρας.

Περίοπτη θέση στην προπαγάνδα υπέρ του ευρώ κατέχουν π.χ. όσοι κύκλοι της ελληνικής πολι­τικής και οικονομικής ζωής προσδοκούν συγκεκριμένες απολαβές, υλικής και άλλης φύσεως από την διαπλοκή τους με συγκεκριμένους παράγοντες στην Ευρώπη. Ο λόγος είναι εδώ για αμαρτωλούς πολιτικούς, οι οποίοι είναι εδώ και χρόνια εταίροι ξένων, κυρίως γερμανικών συμφερόντων και που η ενδεχόμενη αποκάλυψη του ρόλου τους, μέσω π.χ. της υπόθεσης της Siemens, θα μπορούσε να τους οδηγήσει στην δικαιοσύνη. Στην πρώτη γραμμή της υπεράσπισης του ευρώ βρίσκονται, επίσης, και παράγοντες της οικονομίας, οι οποίοι μέσω π.χ. της «απελευθέρωσης» της αγοράς εργασίας που επιτυγχάνεται με το μνημόνιο νιώ­θουν ίσως την γλυκιά γεύση «απελευθέρωσης» και των βαθύτερων φυσικών ορμεμφύτων του τυφλού κέρδους. Οι ιδιοτελείς και αθέμιτες αιτίες της υποστήριξης του ευρώ προδί­δονται συχνά με χαρα­κτηριστικό τρόπο και από τις αντιστοίχως αθέμιτες, σπασμωδικές κινή­σεις τρομοκράτησης της κοινωνίας από παραδοσιακούς μεγαλοπαράγοντες του ελληνικού τύπου.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι το τμήμα εκείνο του «λόμπι του ευρώ», το οποίο μέσα από την ζηλωτική υποστήριξη του κοινού νομίσματος μοιάζει να αποκομίζει (και) ψυχολογικά οφέλη. Στο «μετερίζι» αυτό συναντώνται ετερόκλητες κατηγορίες ανθρώπων: ορισμένοι παραδοσιακοί, δυτικό­στροφοι διανοούμενοι που ως έναν βαθμό πάντα ονειρεύονταν την Ελλάδα ως αποικία ή επαρχία της «Δύσης», ελιτίζοντες αντιλαϊκιστές που θέλουν να δουν τον λαό να τιμωρείται για τις μη δυτικο­πρεπείς νοοτροπίες του, άτομα που στην νεότητά τους υπήρξαν αριστερών πεποι­θήσεων και αργότερα κατέληξαν στο άλλο άκρο, υποστηρίζοντας πλέον ακόμα και τις πιο ακραίες εκφράσεις αντικρατισμού και νεοφιλελευθερισμού (βλ. Γ. Στουρνάρας), μερι­κοί Έλληνες επιστή­μονες του εξωτερικού που σαν τον Λ. Παπαδήμο αισθάνονται πλέον ως «πατρίδα» τους τον κύκλο των ξένων συναδέλφων τους και τα κοινά τους «πρότζεκτ», ορισμένοι άλ­λοι, επιστή­μονες συνήθως και αυτοί στο εξωτερικό, των οποίων η χαρακτηριστική προσπάθεια απα­ξίωσης συλλήβδην της χώρας και συνολικά των κατοίκων της μοιάζει να λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο ενός ψυχολο­γικού μηχανισμού που θα μπορούσε να ονομαστεί «σκοτώνω την πατρίδα για να σκοτώνω την νοσταλγία», καθώς και ορισμέ­νοι κακώς εννο­ούμενοι κοσμοπολίτες και γυρολόγοι του εξωτερικού (π.χ. σαν τον ΓΑΠ) που, μη έχοντας ποτέ την εμπειρία μιας συμπαγούς κουλτούρας αναφοράς, κατέλη­ξαν να βλέπουν την Ελλάδα από την σκοπιά των προβληματικών γενικεύσεων ενός ανερμάτιστου, πο­λυπολιτι­σμικού «χυλού».

Αισθητά λιγότερες είναι, αντιθέτως, οι κατηγορίες των ανθρώπων που υποστηρίζουν ακόμα την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ για λόγους φαινομενικά ή πραγματικά ανιδιο­τελείς. Όσοι θε­ώρησαν χρήσιμη ολίγη ξένη επικυριαρχία, με το πρακτικό επιχείρημα ότι υπό τον ζυγό της τρόικας το κομματικό κράτος θα πιεζόταν να κάνει όσα από μόνο του δεν θα έκανε ποτέ, μάλ­λον θα αισθάνονται ότι εν τέλει κάτι δεν πήγε καλά στους υπολογισμούς τους. Σημα­ντική είναι και η κατηγορία των ρομαντικών εκείνων που συνδυάζουν τον ευρωπαϊσμό με τον αριστερής κοπής διεθνισμό και, συνεπώς, θεωρούν ακόμη εφικτή την Ευρώπη –και προφανώς και το ευρώ– «των λαών». Στην πραγματικότητα, ίσως είναι μόνον δύο οι ρεαλιστι­κές φωνές υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει όσους θεω­ρούν την όσο το δυνατόν στενό­τερη πρόσδεση της Ελλάδας στα (όποια) ευρωπαϊκά πράγ­ματα ως την καλύτερη εγγύηση για την ασφάλειά της στην προβληματική βαλκανική γειτονιά μας. Η δεύτερη ομάδα, ολι­γάριθμη ακόμα στην Ελλάδα (αλλά με υποστη­ρικτές στο εξωτερικό), θα μπορούσε κάλλιστα να συνδυαστεί αρμονικά με την πρώτη. Πρόκειται για την άποψη ότι η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να μείνει στο ευρώ, σε ένα ευρώ, όμως, που δεν θα περιλαμβάνει την Γερμανία. Διαπιστώνοντας την έντονη πολιτισμική ασυμβατότητα που υπάρχει εντός της Ευρώπης και υιοθετώντας την οπτική των χωριστών «ευ­ρωπαϊκών ενώσεων», η άποψη αυτή ταυτίζεται σε με­γάλο βαθμό με αυτήν που έχουμε εκφράσει και εδώ στο παρελθόν.

Η δυναμική επιδίωξη μιας ευρωζώνης χωρίς την Γερμανία θα μπορούσε, πράγματι, να αποτελέ­σει την μοναδική ρεαλιστική εναλλακτική της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, τόσο για εμάς όσο και για άλλες χώρες της Μεσογείου. Και η επιστροφή, όμως, στο εθνικό νόμισμα θα έπρεπε να αποτελεί ένα διαρκώς ανοιχτό σενάριο – μέσο πίεσης για κάθε πολι­τική τάξη που θέτει το συμφέ­ρον του λαού της πάνω από αυτό των εκάστοτε εξωτερικών συμφερόντων. Πόσω μάλλον που μέσω της πρόσφα­της ιστορίας με τους μεγαλοκαταθέτες σε ξένες τράπεζες αποκαλύπτεται ότι υπάρχουν τρόποι βρα­χυπρόθεσμης στήριξης της οικονομίας κατά την δύσκολη περίοδο μετάβασης στην δραχμή μέσω άμεσης εισροής αρκετών δισεκατομμυρίων, αρκεί φυ­σικά να υπάρχει η σχετική βούληση και αποφασιστικότητα. Δυστυχώς για την Ελλάδα, όμως, η υπόθεση της οικονομικής της επιβίωσης, δεν καθορίζεται από τις ανιδιοτελείς και πιο ρεαλιστικές αυτές προ­σεγγίσεις, αλλά συνεχίζει να αποτελεί έρμαιο αυτού που περιγράψαμε ως «λόμπι του ευρώ» και των ιδιοτελών κινήτρων του, υλικών και ψυχολογικών. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Α. Σαμαράς θα υπο­δεχτεί σε λίγες μέρες την Α. Μέρκελ όχι για να τις αναπτύξει θέσεις, όπως οι παραπάνω, αλλά με την ανεδαφικά καλή προαίρεση που τον έκανε δυστυχώς ήδη να διακηρύξει δημοσίως, ελαφρώς παραφρασμένη, την γνωστή κινημα­τογραφική ατάκα «οι Γερμα­νοί είναι φίλοι μας»

Advertisements
  1. kt
    Οκτώβριος 23, 2012 στο 16:39

    Σε συγχαίρω για τη συστηματικότητα της ανάλυσης Θεόδωρε. Δίνεις με το άρθρο σου πλήρη «εικόνα» μιας σειράς σχετιζόμενων με την κρίση ζητημάτων, χωρίς να λαϊκίζεις. Η εικόνα αυτή βεβαίως, δεν είναι αρεστή σε όσους αρνούνται να σπάσουν τον ευρω-καθρέφτη τους και φραγκολεβαντινίζουν -ιδίως από την ασφαλή παροικία του εξωτερικού, όπου τα ευρουδάκια τους βρίσκονται καλά κρυμμένα σε ευρωπαϊκές τράπεζες και ήδη τους καθιστούν πλουσιότερους των φτωχομπινέδων-εν-ευρώ- Ελλαδιτών… Είναι δεν είναι αρεστή όμως, η εικόνα αυτή πρέπει να προβάλλεται. Για την ισότητα των όπλων μεταξύ των «λόμπι της δραχμής» και «λόμπι του ευρώ». Διότι αμφότερα υπάρχουν και αντιμάχονται…

  2. Οκτώβριος 23, 2012 στο 17:01

    Ευχαριστώ πολύ! Μερικές φορές σκέφτομαι μήπως το «λόμπι του ευρώ» και το «λόμπι της δραχμής» είναι τελικά το ίδιο και το αυτό, αν αναλογιστεί κανείς ότι, όπως σωστά αναφέρεις, πάρα πολλοί εκπρόσωποι του «λόμπι του ευρώ» ζουν μόνιμα στο εξωτερικό ή/και έχουν τις καταθέσεις τους σε ξένες τράπεζες. Και, φυσικά, είναι σαφές πλέον ότι δεν υπάρχει πιο ασφαλής τρόπος επιστροφής στην δραχμή από την μέχρι τέλους πρόσδεση στα μνημόνια. Ποιος ξέρει λοιπόν…

  3. Ανδρεας Στεφανου
    Ιουνίου 8, 2018 στο 20:40

    Δυστυχως μολις σημερα υπεπεσε στην αντιληψή μου τό ανωτέρω άρθρο σας. Καλό θα είναι να μας εκθέσετε το δικό σας οικονομικό πρόγραμμα εξόδου από το ΕΥΡΩ ώστε να μπορέσουμε να σας ψηφίσουμε στις προσεχείς εκλογές ως υποψήφιο του Συριζα ή της Χρυσής Αυγής ( το ίδιο είναι, το ίδιο μίσος και τον διχασμό εκφράζουν). Βλάπτουν κι’ οι δυό τους την Συρία το ίδιο που θα ‘λεγε κι’ ο Καβάφης. Αλλοιώς αν δεν επιτύχετε στις επόμενες εκλογές προβλέπω ο άνεργος αρχαιολόγος να παραμείνει για πολυ άνεργος.

    ΥΓ
    Ψυχολογικά θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε τί ζορι υραβάς με την Γερμανία η οποία σε σπούδασε.

    • Ιουνίου 8, 2018 στο 22:12

      Αγαπητέ κ. Στεφάνου, καταρχάς ο λόγος που ο ΣΥΡΙΖΑ και η Χρυσή Αυγή υφίστανται σήμερα στη μορφή που υφίστανται είναι επειδή κάποιοι την περίοδο που γράφτηκε το παρόν άρθρο εκχώρησαν στα κόμματα αυτά το αποκλειστικό μονοπώλιο του ευρωσκεπτικισμού (τον οποίο αυτά εξέφρασαν φυσικά σε ακραία μορφη). Αν τα τότε μεγάλα κόμματα είχαν εντάξει, έστω επικοινωνιακά, στην πολιτική τους μια μεγαλύτερη δόση κριτικής απέναντι στην Ευρώπη, η πολιτική ιστορία των τελευταίων ετών ίσως θα ήταν αισθητά διαφορετική. Αντ’ αυτού, πολλά σημαίνοντα στελέχη τους λοιδορούσαν και συκοφαντούσαν τότε συλλήβδην σχεδόν κάθε έκφραση κριτικής απέναντι στην διαχείριση του ελληνικού προβλήματος από την ευρωζώνη γενικότερα και τη Γερμανία ειδικότερα. Σε αυτό ακριβώς το κλίμα «απαντούσε» τότε το παρόν άρθρο, υιοθετώντας εν μέρει εκφράσεις που σήμερα μας φαίνονται (σε εσάς, αλλά και σε εμένα) υπερβολικά έντονες. Αντανακλούν όμως μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Σήμερα, το κλίμα εκείνο έχει καταλαγιάσει, όχι μόνο λόγω της μνημονιακής στροφής του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ, αλλά και λόγω της πορείας, έκτοτε, της ελληνικής κρίσης, η οποία άμβλυνε και τις άλλοτε υπέρμετρα ευρωπαΐζουσες φωνές.

      Αν η τότε συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και η παρούσα των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν ακολουθούσαν δύο ακραίες πολιτικές έναντι της Γερμανίας (πλήρη αποδοχή και τυφλή σύγκρουση αντίστοιχα), η λύση για την Ελλάδα θα μπορούσε να προέλθει μέσω μιας αναπάντεχης οδού: της αποδοχής του σχεδίου Σόιμπλε (ως βάσης διαπραγμάτευσης) για ένα Grexit από την ευρωζώνη, η πολυπλοκότητα του οποίου θα τύγχανε ευρωπαϊκής πλέον διαχείρισης. Με αυτό τον τρόπο η χώρα θα μπορούσε να επιστρέψει πραγματιστικά στην κατηγορία που πραγματικά ανήκει, απεμπλεκόμενη από μια τοξική δομή, ο στρεβλός χαρακτήρας της οποίας αναδείχθηκε από τότε μέχρι σήμερα και μέσα από τις εξελίξεις σε άλλες χώρες (με τελευταία την Ιταλία). Από τη στιγμή που αυτό δεν έγινε, υπάρχει πλέον ένας μόνο δρόμος, ο πιο δύσκολος από όλους, όπως παρατίθεται στον σύνδεσμο που σας παραθέτω πιο κάτω. Όσο τέλος για το υστερόγραφό σας, αν η χώρα που «μας σπούδασε» ήταν υπεράνω κριτικής, τότε φανταστείτε τι θα έπρεπε να κάνουμε με τη χώρα που «μας γέννησε και μας μεγάλωσε». Το σίγουρο είναι ότι όσοι δεν έχουν καμία γνώση των κοινωνιών και των πολιτισμών των λαών, με τους οποίους επιθυμούν τη συνταύτιση, δεν θα αντιληφθούν ποτέ και το «ζόρι» εκείνων που διαθέτουν ένα μέρος έστω της συγκεκριμένης γνώσης και εμπειρίας.

      https://erroresgraecorum.wordpress.com/2015/07/03/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B4%CE%B9%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C/

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: