Αρχείο

Archive for Σεπτεμβρίου 2012

Πώς να (μην) κάνετε φίλους

Σεπτεμβρίου 24, 2012 6 Σχόλια

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας που έγινε αρχές Σεπτεμβρίου στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τρά­πεζα για την έγκριση ή μη του σχεδίου προστασίας της ευρωζώνης που παρουσίασε ο πρόεδρός της Μ. Ντράγκι ήταν σίγουρα εντυπωσιακό: όχι τόσο διότι το σχέδιο εγκρίθηκε με ψήφους 22-1 (!), αλλά κυρίως επειδή δεν πρέπει να  υπήρξε στην Ευρώπη έστω και ένας που να μην ήταν σε θέση να μαντέψει αμέσως ποιος ήταν ο μοναδικός που μειοψήφισε. Το γε­γονός αυτό, μάλιστα, προξενεί ακόμα μεγαλύτερη αί­σθηση αν αναλογιστεί κανείς πόσο μελάνι, πόση ενέργεια, πόσος κόπος και φαιά ουσία αναλώ­θηκε τα τελευταία τρία χρόνια από συγκεκριμένους κύκλους στην Γερμα­νία για να δυσφημι­στούν οι λαοί του ευρωπαϊκού νότου και ιδιαίτερα οι Έλληνες ως τα «γουρούνια» (PIGS), τα «μαύρα πρό­βατα» και οι καταστροφείς της ευρωπαϊκής ιδέας. Κι όμως, όταν ήρθε η ώρα να λη­φθεί η μοναδική ως τώρα κάπως ουσιαστική απόφαση υπέρ της βιωσιμότητας και της προοπτι­κής της ευρωζώνης, πάλι οι Γερμανοί κατάφεραν να είναι αυτοί που έμειναν μόνοι τους…Θα έλεγε κανείς ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ιδιαίτερο «χάρισμα». Μια σπάνια δεξιότητα που κάνει ένα κομμάτι των γερμανόφωνων Κεντροευρωπαίων να ενσαρκώνουν υποδειγ­ματικά την αντίστροφη εκδοχή ενός παλιού και πολυμεταφρασμένου εγχει­ριδίου περί του «πώς μπορείτε να κάνετε φί­λους» (μεταφρασμένου και στα γερμανικά). Το «χάρισμα» αυτό το έχουμε περιγράψει σε αυτό το ιστολόγιο ως την βα­θιά εκείνη νοο­τροπία απόλυτου, εσωστρεφούς και τυφλού εγω­κεντρισμού, την οποία μπορεί να αποδώσει κα­νείς με την έκφραση «τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου». Μια νοο­τροπία που δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με όρους γενικευτικών ιδεολογιών ή πολιτικών θεω­ριών, αλλά μόνον επί τη βάσει των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων σε αυτή την περιοχή της Ευρώ­πης. Μια τέτοια εικόνα προκύπτει αν θυμηθεί κανείς μερικές πτυχές της συγκεκριμέ­νης νοοτροπίας, όπως εκφράστηκε ως τώρα στο πλαίσιο της κρίσης της ευρωζώ­νης.

Ως ένα πρώτο παράδειγμα, είναι πράγματι δύσκολο να κάνει κάποιος φίλους, όταν αρνείται να προ­σφέρει στους άλλους όσα έχουν προσφέρει εκείνοι σε αυτόν. Η οικονομική ανάκαμψη της Γερμα­νίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βασίστηκε στην οικονομική σωφροσύνη και μεγαθυ­μία των συμμάχων, στο γεγονός, δηλαδή, ότι, σε αντίθεση με τους διακανονισμούς που ακολού­θησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι νικητές έκριναν αυτή την φορά –και σωστά– ότι τίποτα καλό δεν επρόκειτο να προκύψει για την ειρήνη και την σταθερότητα στην Ευρώπη από τον οι­κονομικό στραγγαλισμό του ήδη ηττημένου και ταπεινωμένου γερμανικού πληθυσμού. Έτσι, χορηγήθηκε στην Γερμανία οικονομική βοήθεια για την ανασυγκρότησή της, ενώ πτυχή της οι­κονομικής της ανακούφισης υπήρξε και η ιδιότυπη…«αναδιάρθρωση» των γερμανικών πολεμι­κών αποζημιώ­σεων, η αποπληρωμή των οποίων μετατέθηκε στις καλένδες της ιστο­ρίας. 60 χρόνια αργότερα, και με τον τροχό της ιστορίας να έχει γυρίσει, η Γερμανία επιδεικνύει στους «ηττημέ­νους» της οικονομικής κρίσης όχι το πνεύμα του σχεδίου Μάρσαλ, αλλά αυτό των Βερσαλλιών. Επίσης, σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις, μπορεί, φυσικά, να κατανοήσει κανείς το γεγονός ότι οι περισσότεροι Γερμανοί θεωρούν λογικό να μην ισχύουν πλέον τα προ 60 ετών χρέη τους, κα­τάλοιπο μιας «μακρινής» εποχής που θέλουν να ξεχάσουν. Αν, όμως, κάποιος τους πρότεινε τώρα να διαγραφούν τα τρέχοντα ελληνικά χρέη σε 60 χρόνια από σήμερα, δεν είναι ακριβώς σίγουρο ότι θα έδειχναν την ίδια κατανόηση…

Περαιτέρω, δύσκολα δημιουργεί κανείς φίλους, όταν η αχαριστία του εκτός από υλική είναι και ηθική. Η ηθική επανενσωμάτωση των Γερμανών στο σώμα της Ευρώπης στηρίχθηκε στην απο­δοχή εκ μέρους των άλλων λαών της «πολιτικώς ορθής» διάκρισης ανάμεσα στους Ναζί και τον υπόλοιπο πληθυ­σμό. Με άλλα λόγια, οι υπόλοιποι λαοί επέδειξαν την καλή διάθεση να αποδε­χθούν ότι ο λόγος που η Γερμανία οδήγησε τον κόσμο στο φρικτό αιματοκύλισμα του Β΄ Πα­γκοσμίου Πολέμου, ήταν κατά βάσιν μια ιδεολογία, ο ναζισμός, και το καθεστώς που την εξέ­φρασε. Και ότι, συνεπώς, το μεγάλο μέρος του γερμανικού λαού, το οποίο «παρασύρθηκε» από την ναζιστική προπαγάνδα, θα μπορούσε πλέον αποτινάσσοντας την ιδεολογία αυτή να ξανα­γίνει αποδεκτό από τους υπόλοιπους  Ευρωπαίους. Φυσικά, η άποψη αυτή δεν άντεχε (ούτε αντέχει) σε λογική κριτική. Και είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν άν­θρωποι που την ασπάζονται, όταν όλοι γνωρίζουν ότι, μόλις 25 χρόνια πριν την έναρξη του Β΄ Πα­γκοσμίου Πολέμου, η ίδια χώρα  ξεκίνησε έναν άλλον μεγάλο πόλεμο στην Ευρώπη χωρίς να υπάρχει ο ναζισμός ως κινητήρια δύναμη. Κανένας ναζισμός δεν υπήρχε επίσης π.χ. στους πο­λέμους της γερμανικής ενοποίησης τον 19ο αιώνα, σε αυτούς του Μεγάλου Φρειδερίκου της Πρωσίας τον 18ο αιώνα ή κατά τον φρικώδη Τριακονταετή Πόλεμο του 17ου αιώνα, ο συνολικός αριθμός απωλειών του οποίου (περί τα 8 εκατομμύρια νεκροί) ξεπεράστηκε μόνο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι όμως, ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη και ο κόσμος είχαν την διάθεση να υπο­βαθμίσουν διακριτικά την κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στην ιδεολογία και την πολιτιστική ανθρω­πολογία, οι ίδιοι οι Γερμανοί σήμερα αρνούνται χαρακτηριστικά να εφαρμόσουν την ίδια διά­κριση στην περίπτωση των Νοτίων της Ευρώπης και ιδίως των Ελλήνων. Εδώ δεν μι­λούν/μιλούμε για τους Pleitis (από την γερμανική λέξη Pleite [πλάϊτε]=χρεωκοπία), κατ’ αντιστοιχίαν προς τους Nazis, δηλαδή απλώς για μια άφρονα και εγκληματική ηγεσία που υπήρξε υπεύθυνη για την οικονομική χρεωκοπία. Αντίθετα, προβάλλεται η συλλογική ευθύνη σχεδόν ολόκληρου του λαού, ο οποίος στιγματίζεται συλλήβδην ως «τεμπέλης», «απατεώνας», «σπάταλος», κλπ. Την ίδια στιγμή, μάλιστα, κάποιοι Γερμανοί –σίγουροι πια για την…εμπέδωση της πλήρους αποσύνδεσής τους από την περίοδο του ναζισμού– δεν έχουν πρόβλημα να προκαλούν με το να αξιοποιούν καταλλήλως τα…δυνατά «brand names» που τους κληροδότησε η εν λόγω ιστορική περίοδος. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η περίπτωση του ιδιαιτέρως ανθηρού αρχιτεκτονικού γραφείου του συνονόματου (!) γιου του διαβόητου αρχιτέκτονα του Χίτλερ Αlbert Speer.

Δύσκολα κάνεις επίσης φίλους όταν ισχυρίζεσαι ότι το να σε καλούν να «ηγηθείς» της Ευρώπης, σημαίνει στην πραγματικότητα ότι απλώς θέλουν να σε βάλουν να πληρώσεις. Και αυτό διότι την ίδια στιγμή δεν φαίνεται να σε απασχολεί ιδιαίτερα το ότι, όταν εσύ υποδεικνύεις στους άλ­λους ότι πρέπει να είναι «ανταγωνιστικοί», στην πραγματικότητα εννοείς ότι πρέπει να μεταβλη­θούν σε φτηνό εργατικό δυναμικό στην υπηρεσία σου.

Ακόμη, δύσκολα κάνεις φίλους όταν μετατρέπεις τον εαυτό σου σε «θρόμβο», εμποδίζοντας την κυκλο­φορία του «αίματος» που το χρειάζονται κι άλλοι. Οι Γερμανοί, ή ορθότερα, συγκε­κριμένοι εμπορικοί-βιομηχανικοί-τραπεζικοί παράγοντες εντός της Γερμανίας, εισπράττουν το αντίτιμο της ισχυρής εξαγωγικής τους οικονομίας. Αντί, όμως, να ξαναρίξουν στην αγορά ένα τμήμα αυτού του κέρδους, π.χ. με την μορφή της αύξησης των μισθών των Γερμανών εργαζομέ­νων, η οποία θα οδηγούσε σε (κάποια έστω) αύξηση της κατανάλωσης και των φορολογικών εσόδων τους κράτους, τα οποία με την σειρά τους θα μπορούσαν να «επανεπενδυθούν» για την οικονο­μική στήριξη των «προβληματικών» (αλλά πάντοτε εξωστρεφών και φιλικών στην κατα­νάλωση) νότιων χωρών της ευρωζώνης, η Γερμανία γίνεται μάλλον η πρώτη εξαγωγική οικονομία στην ιστορία των διεθνών οικονομικών, που προσπαθεί να καταστρέψει την αγοραστική δύναμη όσων αγο­ράζουν τα προϊόντα της…Το αντεπιχείρημα που προβάλουν ορισμένοι οικονομικοί αναλυτές, ότι δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος των γερμανικών εξαγωγών κατευθύνεται πλέον στις μεγάλες αγορές εκτός Ευρώπης (π.χ. Κίνα, Βραζιλία), και, άρα, «γιατί να ασχοληθούν με την μικρή ευ­ρωπαϊκή αγορά;», είναι τόσο αφελές όσο και απαράδεκτο. Αφελές, διότι όσοι γνωρί­ζουν την «συντηρητική» γερμανική νοοτροπία ξέρουν καλά ότι ο μόνος λόγος που οι Γερμανοί δεν επιβάλ­λουν και…στην Κίνα το δόγμα της εμμονικής λιτότητας, είναι επειδή απλά η τελευταία δεν είναι μέλος της ευρωζώνης. Απαράδεκτο, διότι η λογική που λέει ουσιαστικά ότι τώρα που αντλήσαμε ό,τι μπορούσαμε από τον (Νοτιο)ευρωπαίο καταναλωτή, τον αφήνουμε στην τύχη του και ανοί­γουμε τα πανιά μας για άλλες πολιτείες-αγορές, συνιστά την πεμπτουσία της βαθιάς εκείνης νο­οτροπίας που σκιαγραφούμε.

Τελειώνοντας, όλα αυτά μου φέρνουν στον νου ένα χαρακτηριστικό περιστατικό. Μετά την νίκη της Ιταλίας επί της Γερμανίας στο πρόσφατο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, έλαβα το εξής μή­νυμα από μια Ιταλίδα φίλη (αφού της είχα, βέβαια, εγώ πρώτα γράψει «Grazie Italia! Gra­zie!»): «Dovevamo vendicare i nostri fratelli Greci!», ήτοι «έπρεπε να εκδικηθούμε για τους αδελ­φούς μας τους Έλληνες!». Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει υπό το πρίσμα όσων ανα­φέρθηκαν, είναι ποιος άραγε στην Ευρώπη θα χαρακτήριζε ποτέ ως αδελφούς του τους Γερμα­νούς. Πρόκειται για το ερώτημα που, όσο κι αν ορισμένοι ένθερμοι ευρωπαϊστές θέλουν να το απωθήσουν, είναι στην ουσία αυτό που (θα) κρίνει την βιωσιμότητα της ευρωζώνης και ίσως και της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά. Ιδίως, μάλι­στα, όταν στο πλαίσιο αυτής της Ένωσης θεωρείται αυτονόητα λογικό να απαιτείται από κάποιους μια βίαιη οικονομική προσαρμογή, την ίδια στιγμή που θεωρείται αδιανόητο να ζητηθεί από κά­ποιους άλλους –ως αναγκαίο, λειτουρ­γικό αντιστάθμισμα– μια «πολιτιστική» προσαρμογή, σαν αυτή που υπονοούμε εδώ και περι­γράψαμε χιουμοριστικά και στο παρελθόν. Μια τέτοια απαίτηση θα μπορούσε, άλ­λωστε, να προκύψει ρεαλιστικά μόνον όταν αποκτήσουμε μια πολιτική και πνευματική ηγεσία, η οποία θα γνωρίζει για την γερμανική νοοτροπία και ψυχοσύνθεση έστω λίγα περισσότερα από όσα γνώριζε ο Κολόμβος για την Αμερική πριν την ανακαλύψει…

Advertisements

Αυγή ζοφερής ημέρας

Σεπτεμβρίου 9, 2012 6 Σχόλια

Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου 2012, κατά τις οποίες το κόμμα της Χρυσής Αυγής εκτοξεύθηκε από το σχεδόν ανύπαρκτο 0,29% που είχε λάβει τρία χρόνια νωρίτερα (στις εκλογές του 2009) στο εντυπωσιακό 7%, υπήρξαν πολλοί που μίλησαν για ένα πυροτέχνημα, ένα παροδικό φαινό­μενο ή μια στιγμιαία αντίδραση-εκτόνωση του εκλογικού σώματος. Ως ένας από τους κατοί­κους του κέντρου της Αθήνας, και συγκεκριμένα της πολύπαθης περιοχής του Αγίου Παντελεή­μονα Αχαρνών, εξέφρασα από την αρχή τον σκεπτικισμό μου απέναντι στο σενάριο αυτό. Τόσο σε μένα όσο και σε πολλούς άλλους κατοίκους του κέντρου της πρωτεύουσας, καθώς και σε αυτούς άλλων περιοχών της χώρας με ανάλογα προβλήματα, δεν προκάλεσε έκπληξη το γεγο­νός ότι η Χρυσή Αυγή, αντίθετα με τις ανωτέρω προβλέψεις, διατήρησε τα ποσοστά της στις εκλογές της 17ης Ιουνίου ούτε ότι, σύμφωνα με κάποιες τελευταίες δημοσκοπήσεις, φιγουράρει πλέον ως τρίτο κόμμα με ποσοστό έως και 12%. Αυτό που κυρίως προξενεί εντύπωση είναι ότι υπάρχει ακόμη ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτικής και δημοσιογραφικής ελίτ, καθώς και της ευρύτερης αρθρογραφίας και διανόησης, το οποίο δίνει την σαφή αίσθηση ότι δεν έχει κατανοή­σει επαρκώς την φύση του φαινομένου. Για την ακρίβεια, οι συγκεκριμένοι πολιτικοί και σχολια­στές μοιάζουν εδώ και καιρό να κά­νουν άθελά τους ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να ενισχύ­ουν την απήχηση της Χρυσής Αυγής, αντιδρώντας απέναντί της με τρόπους και επιχειρήματα που λειτουργούν ως βούτυρο στο ψωμί της.

Κατά πρώτον, αυτές καθαυτές οι προβλέψεις περί «πυροτεχνήματος» που αναφέρθηκαν πιο πάνω προδίδουν αυτόματα ότι τουλάχιστον μερικοί από όσους τις εξέφρασαν ανήκουν σε τμή­ματα της ελληνικής κοινωνίας, τα οποία έχουν ακόμη μάλλον περιορισμένη προσωπική εμπειρία των δύο οξύτερων προβλημάτων της χώρας αυτή την στιγμή: του οικονομικού και αυτού της ασφάλειας, συνδεόμενου σε σημαντικό βαθμό με το μεταναστευτικό. Ας αναφέρουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: το πιο γνωστό ίσως σύνθημα της Χρυσής Αυγής, το «Χρυσή Αυγή για να ξεβρωμίσει ο τόπος», θεωρήθηκε από πολλούς ότι εμπεριέχει μια γλωσσική μετα­φορά. Ότι, δηλαδή, εκφράζει την ακραία θέση της Χρυσής Αυγής περί των λαθρομεταναστών –και ιδίως των πιο μελαψών από αυτούς– ως «βρωμιάς», η οποία πρέπει να «καθαριστεί». Αν και σαφώς ισχύει και αυτό, όσοι κατοικούν μόνιμα στο κέντρο γνωρί­ζουν ότι η «βρωμιά» έχει δυστυ­χώς μια πολύ πιο κυριολεκτική, εμπειρική διάσταση. Εδώ και αρ­κετό καιρό, δηλαδή, λόγω της παρουσίας αφενός μεν πολλών μεταναστών χωρίς πρόσβαση σε κανονικές συνθήκες υγιει­νής όσο και πολλών χρηστών ναρκωτικών ουσιών και αστέγων, η είσοδος στην περιοχή του κέ­ντρου δεν γίνεται αντιληπτή μόνον από τα μάτια, αλλά και από την μύτη: μια διάχυτη δυσοσμία ούρων, ναρκωτικών, υπολειμμάτων τροφών και ποτών (δυστυχώς ενίοτε και πτωμάτων) απο­τελεί πλέον στοιχείο της καθημερι­νότητας των κατοίκων του κέντρου. Και αυτή είναι μόνο μία από τις πτυ­χές του προβλήματος, ως προς την αντίληψη της οποίας υπάρχει τεράστια δια­φορά μεταξύ του να περνά κανείς από την καρδιά της πρωτεύουσας μια φορά τόσο και του να μένει μόνιμα εκεί.

Είναι ξεκάθαρο, για παράδειγμα, ότι το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού προσωπικού της χώ­ρας και γενικά όσων λαμβάνουν αποφάσεις δεν έχει βιώσει ποτέ την ψυχολογία της διαρκούς ανα­σφάλειας: το να ασφαλίζει κανείς κάθε βράδυ το σπίτι του με χίλιους δυο ευφάνταστους τρό­πους, το να ανησυχεί κάθε φορά που βγαίνει από το σπίτι ένα οικείο του πρόσωπο, το να κοιτά διαρκώς μπροστά και πίσω στο ίδιο και στο απέναντι πεζοδρόμιο προκειμένου να είναι έτοιμος για…ελιγμό αποφυγής, το να μην ανοίγει τα παράθυρα του αυτοκινήτου ακόμα κι όταν αυτό είναι εν κινήσει, το να «προσαρμόζει» την εμφάνισή του στο δρόμο (π.χ. να μην κουβαλά τσάντες ή κοσμήματα), το να ακούει σχεδόν κάθε βράδυ τους γνώριμους ήχους περιπο­λικών, ασθενο­φόρων και ενίοτε και πυροβολισμών. Και είναι προφανές ότι για όσους έχουν αυτή την εμπειρία το κακό, ότε και αν αυτό συμβεί, έχει πολύ διαφορετική επίδραση στην ψυχο­λογία. Δεν είναι κά­ποιο αναπάντεχο «ατύχημα», αλλά η πραγμάτωση των χειρότερων φόβων που επί πολύ καιρό βασανίζουν την σκέψη και την ψυχολογία. Όσοι έχουν την συγκεκριμένη εμπειρία θα συμφωνούσαν σίγουρα, αν θέλουν να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους και με τους άλλους, ότι κανείς μας, ούτε όσοι – μεταξύ αυτών και ο γράφων – δεν φανταζόμαστε ποτέ τον εαυτό μας να ψηφίζει Χρυσή Αυγή, δεν ξέρει πώς θα αντιδράσει στην κάλπη αν το κακό χτυπή­σει εμάς ή, ακόμα χειρότερα, ένα οικείο μας πρόσωπο. Η περίπτωση της μεταστροφής Κούν­δουρου είναι, άλλωστε, χαρακτηριστική.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, αντιλαμβάνεται ίσως κανείς με ποιόν τρόπο η επιρροή της Χρυσής Αυγής ενισχύεται από τις αμήχανες και σπασμωδικές αντιδράσεις ενός τμήματος της πολιτικής και δημοσιογραφικής ελίτ. Όταν τηλεαστέρες της δημοσιογραφίας, οι οποίοι είναι ζήτημα αν έχουν περπατήσει έστω μία φορά στην Αχαρνών τα τελευταία δέκα χρόνια και χαίρουν οι ίδιοι ατομικής αστυνομικής προστασίας, διακηρύσσουν πόσο «λυπούνται» για όσους ψήφισαν Χρυσή Αυγή (πολλοί εκ των οποίων είναι θύματα οι ίδιοι ή οι οικείοι τους εγκληματικών ενερ­γειών), όταν άνθρωποι που συγκαταλέγονται στους πρωταγωνιστές του διεφθαρμένου συστή­ματος, το οποίο οδήγησε την χώρα στην καταστροφή και τον διεθνή διασυρμό, αισθάνονται ότι είναι…αυτοί που πρέπει να εκφράσουν τον αποτροπιασμό τους για τις θέσεις και την δράση της Χρυσής Αυ­γής στο όνομα της δημοκρατίας εκείνης που οι ίδιοι καταβαράθρωσαν, τότε είναι φυσικό τα ποσοστά του εθνικοσοσιαλιστικού αυτού μορφώματος να ανεβαίνουν πιο γρήγορα και από τα spreads των ελληνικών ομολόγων.

Απορία προκαλούν και όσοι θεωρούν ότι η Χρυσή Αυγή θα αντι­μετωπιστεί με ιστορικής, θεωρη­τικής και ιδεολογικής φύσεως επιχειρήματα, π.χ. με την αναφορά στην διασύνδεσή της με τον γερμανικό ναζισμό. Δυστυχώς ελάχιστος κόσμος έχει στο μυαλό του την εικόνα των ταγμάτων εφόδου του Χίτλερ (Sturmabteilung [SA]) ή των άλλων ανάλογων σωμάτων των Ναζί για να κατανοήσει πλήρως τους συσχετισμούς. Λίγοι είναι, επίσης, ακόμη και αυτοί που μπο­ρούν στο άκουσμα συνθημάτων, όπως «υπεράνω όλων η Ελλάς», να ανα­γνωρίσουν στο «υπε­ράνω όλων» την μετάφραση του γερμανικού «über alles». Για τους περισσό­τερους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής δεν μοιάζει να μετρά ιδιαίτερα η διασύνδεσή της με ένα παρελθόν, για τις λε­πτομέρειες του οποίου έχουν συχνά μόνον μια συγκεχυμένη εικόνα. Αυτό που κυρίως κοιτούν είναι η αφό­ρητη καθημερινότητα που αντιμετωπίζουν στον παρόντα χρόνο και το γεγονός ότι το κόμμα αυτό υπήρξε πράγματι το μοναδικό που δραστηριοποιήθηκε στις προβληματικές γει­τονιές.

Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η στάση εκείνων που ισχυρίζονται ότι η δράση της Χρυσής Αυγής πρέπει να αναχαιτιστεί απλά και μόνο με αποφα­σιστική καταστολή της εκ μέρους του κράτους. Όσο το πρόβλημα της ασφάλειας και της κακής ή μη διαχείρισης του μεταναστευτικού  παραμένει οξύ (και για τους μετανάστες και για τους γηγενείς), η ανωτέρω λύση θα ήταν η πλέον ενδεδειγμένη για να ηρωοποιήσει το εν λόγω κόμμα και να εκτινάξει τα ποσοστά του άνω του 15%. Τέλος, ένας ακόμη σημαντικός «τροφοδότης» της Χρυσής Αυγής με ψήφους είναι οι ακραίες «αντιρατσιστικές» εκδηλώσεις τμη­μάτων της αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώ­ρου. Συνθήματα, όπως «δεν υπάρχει πρό­βλημα μεταναστών, αλλά μόνο Ελλήνων ρατσιστών», εκτρέπουν στο άλλο άκρο όχι μόνον αν­θρώπους που έχουν πράγματι βιώσει εγκληματικές συμπεριφορές από μετανάστες (είτε του πρώ­του είτε του δεύτερου, νεώτερου κύματος), αλλά και αρκε­τούς από όσους απλώς περπατούν καθημερινά σε δρόμους ανάμεσα σε γυναίκες με τσαντόρ, Αφρικανές ιερόδουλες ή φιγούρες που θυμίζουν βαρυποινίτες. Η παροιμιώδης ιδεοληψία και ταυτοχρόνως διαπολιτισμική αφέλεια να αντιμετωπί­ζει κανείς μονοδιάστατα ως «εργάτες» αν­θρώπους με τελείως διαφορετική πολιτι­στική ταυτότητα και κοσμοαντίληψη, ξεπερνιέται σε λο­γική ανεπάρκεια μόνον από την αδυνα­μία των τμημάτων αυ­τών της αριστεράς να εξηγή­σουν γιατί ο «ρατσισμός» των Ελλήνων δεν έχει εδώ και χρόνια εκδηλωθεί και ενα­ντίον ορισμένων άλλων ξένων που ζουν στην χώρα μας, όπως εί­ναι π.χ. οι εργαζόμενοι στις ξένες αρχαιολογικές σχολές.

Η πραγματικότητα σε σχέση με την Χρυσή Αυγή είναι ότι, όταν τα προβλήματα μιας κοινωνίας αφήνονται να οξυνθούν σε ακραίο βαθμό, τότε η αντίδραση της κοινωνίας αυτής –ή τουλάχι­στον ενός κομματιού της– είναι συνήθως επίσης ακραία. Έτσι όπως διαμορφώνονται τα πράγ­ματα, υπάρχουν πιθανώς μόνον δύο τρόποι για να ανακοπεί η ανοδική πορεία του «Λαϊκού Συνδέσμου». Και αυτοί δεν είναι ούτε ο δημοκρατικός «ηθικισμός», ούτε οι αντουανετισμοί των διεφθαρ­μένων με­γαλο­παραγόντων της πολιτικής και της δημοσιογραφίας, ούτε η στοχοποίηση των ψη­φοφόρων του, ούτε η κρατική καταστολή του, ούτε καν η ιδεολογική αντι­παράθεση. Η περαιτέρω άνοδος του συγκε­κριμέ­νου κόμματος-οργάνωσης μπορεί να ανασχεθεί με την δραστική αντιμε­τώπιση του προβλήματος ασφαλείας και του μεταναστευτικού, που σε πρώτο χρόνο οδήγησαν στην ανάδυσή του, σε συνδυασμό με αισθητές αλλαγές προς το καλύτερο στο οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο της κρίσης, που σε δεύτερο χρόνο εδραίωσαν την εκλογική του επιρροή. Αν αυτό δεν γίνει, η μοναδική άλλη προοπτική αναστροφής της εκλογι­κής δυναμι­κής της Χρυσής Αυγής θα είναι η δική της αυτοκαταστροφή, δηλαδή μια σειρά μεγά­λων επι­κοι­νωνιακών λαθών του ίδιου του κόμματος και των στελεχών του. Αν ούτε αυτό συμ­βεί, τότε οι κ.κ. Γιουνκέρ και Ρομπέι, οι οποίοι κατά τις πρόσφατες επισκέψεις τους στην Αθήνα αρνήθηκαν φοβικά να δουν τον Α. Τσίπρα, δεν αποκλείεται να έχουν σύντομα και έναν άλλον, πολύ πιο ανε­πιθύμητο συνομι­λητή…