Αρχική > Ανθρωπολογικά, Πολιτικά > Μουσική της Ύδρας

Μουσική της Ύδρας

Η Ύδρα, ένα μικρό νησί του Αργοσαρωνικού με έκταση περίπου 50 τετραγωνικά χιλιό­μετρα και πληθυσμό λιγότερο από 3000 κατοίκους – αριθμοί δραματικά ασήμαντοι σε εποχές Ενωμένης Ευρώπης και παγκοσμιοποίησης – φαίνεται πως ενίοτε διεκδικεί στο πλαίσιο της νεοελληνικής ιστορίας έναν ρόλο δυσανάλογο του μεγέθους της. Η μικρή εξέγερση που σημειώθηκε πρόσφατα στο νησί εναντίον μερικών βασικών εκπροσώπων του (ας πούμε) συντεταγμένου κράτους, των μελών του ΣΔΟΕ, του τοπικού αστυνομι­κού τμήμα­τος και των αν­δρών των ΜΑΤ που κατέφθασαν εκτάκτως δια θαλάσσης, μετά την σύλ­ληψη ιδιοκτή­τριας εστιατορίου που φοροδιέφευγε δεν είναι φαινόμενο εντε­λώς ξένο για την ιστορία του νησιού. Το στασια­στικό κίνημα κατά της κεντρικής κυβέρ­νησης του Καποδίστρια που οργανώθηκε από τις μεγάλες ναυτικές οικογένειες της Ύδρας, τους Κουντουριώτη­δες και τους Μιαούληδες, στα τέλη της δεκαετίας του 1820 θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είχε ακριβώς την ίδια αιτία: την νοοτροπία ανυ­πακοής και απει­θαρχίας έναντι του κεντρικού κράτους, μια νοοτροπία, η οποία στο πλαίσιο της κυ­ρίαρχης, επείσα­κτης οπτικής για την νεο­ελληνική κρατική παθογένεια αποτελεί το βασικό εμπόδιο για την συ­γκρότηση ενός σοβαρού και αποτελεσματικού κράτους.

Για τους φο­ρείς αυτής της άποψης, τα πρόσφατα γεγονότα της Ύδρας αποτελούν βού­τυρο στο ψωμί κι ένα ακόμα διαφωτιστικό σκάνδαλο: ένας αριθμός «ασυνείδητων» κα­τοίκων σπεύδει με ανήκουστο θράσος να υπερα­σπιστεί δυνα­μικά έναν (μάλλον κατά συρροήν) παρανομούντα ιδιώτη έναντι της έννομης τάξης, του ευρύτερου «κοινού κα­λού» και βεβαίως του πολύπαθου κεντρικού ταμείου του κράτους, το οποίο πλήττεται παραδοσιακά από την φοροδιαφυγή. «Εμ, με τέ­τοια μυαλά και τέτοιον λαό πώς να μη φτάσουμε μετά εδώ που φτάσαμε;», είναι το συ­μπέρασμα, στο οποίο είναι προ­διαγε­γραμμένο να καταλήξει η συγκεκριμένη μορφή αντίληψης των ελληνικών παθογε­νειών. «Με τέτοιες νοοτροπίες πώς να υπάρξει κρά­τος;» είναι άλλη μια συνήθης κατακλείδα των σχετικών συζητή­σεων, η οποία αναπαρά­γει το βασικό δόγμα της κυρίαρχης αφή­γησης: μόνον αν αλλάξει και βελ­τιωθεί η ατομική νοοτροπία του κάθε πολίτη, αν «εσωτερικευθούν οι κανόνες» (κατά Στ. Ράμφο), θα καταστεί κάποτε δυνατή η σωστή λειτουργία του κρά­τους στην Ελλάδα.

Φυσικά υπάρχουν και εκείνοι, οι οποίοι διατηρώντας μια μάλλον καλύτερη επαφή με την ελληνική πραγματικότητα επισημαίνουν ότι προϋπόθεση της τήρησης των κανόνων εί­ναι αυτοί να τηρούνται από όλους και ότι το ελληνικό κράτος είναι ο πρώτος διδάξας της διαφθοράς, της μεροληψίας υπέρ των ισχυρότερων και της κατασπατάλησης των χρημάτων των φορολογουμένων. Θα μπορούσε, μάλιστα, κανείς να τραβήξει το επιχεί­ρημα λίγο περισσότερο, ισχυριζόμενος ότι, αν όλοι οι Έλληνες πλήρωναν κανονικά τους φόρους τους, τότε δεν θα είχαμε καλύ­τερο κράτος, αλλά απλώς διπλάσιο δημόσιο το­μέα. Το κομματικό κράτος θα είχε, δη­λαδή, την δυνατότητα να διορίσει πολύ μεγαλύ­τερο αριθμό ψηφοφόρων-πελατών στο δημόσιο δημιουργώντας πιθανώς ακόμη μεγα­λύτερα ελλείμματα και χρέη. Εντούτοις, για τους θιασώτες της αλλαγής (ή του εξευ­ρωπαϊσμού) των νοο­τροπιών και αυτή η προβληματική καλύ­πτεται από την βασική θέση τους: αν οι νοοτρο­πίες ήταν καλύτερες, ο πολίτης δεν θα γινόταν τόσο εύκολα πε­λάτης του κομματικού κράτους και θα παρήγαγε μέσα από τους κόλπους του πιο σο­βαρούς διαχειριστές των υποθέσεών του και του κοινού ταμείου.

Η συστηματική αποδόμηση της κυρίαρχης αυτής θεώρησης, η οποία διατρέχει την νεο­ελληνική ιστορία ερμηνεύοντας ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο, μεταξύ άλλων, και τα δύο περιστατικά εξεγέρσεων στο νησί της Ύδρας, το μεγάλο στις αρχές του 19ου και το πολύ μικρότερο στις αρχές του 21ου αιώνα, θα αποτελέσει μία από τις βασικές κατευθύνσεις σε αυτό το ιστολόγιο στο εγγύς μέλλον. Προς το παρόν, και καθώς είναι ακόμα καλο­καίρι, θα αρκεστούμε σε κάτι δια­φορετικό: μια καλοκαιρινή μουσική αλληγορία. Ας φα­νταστούμε, λοιπόν, ότι βρισκόμα­στε ένα βράδυ σε μια γραφική παραλία της Ύδρας μαζί με μια παρέα, ένα μέλος της οποίας έχει φέρει μαζί του και μια κιθάρα. Ακόμη και κά­ποιος που δεν έχει γνώσεις κι­θάρας ή και μουσικής γενικότερα, μπορεί να κάνει κάτι απλό: να πάρει στα χέρια του την κιθάρα και με ένα δάχτυλο του δεξιού χεριού του (ή με μια πένα) να παίξει μία φορά τις έξι χορδές από πάνω προς τα κάτω. Το αριστερό χέρι, αυτό που έχει την ευθύνη να πατά τα σω­στά διαστήματα στο τάστο της κιθάρας προ­κειμένου να παρα­χθούν οι ήχοι, δεν χρειά­ζεται να κάνει απολύτως τίποτα. Το αποτέλε­σμα αυτού του «ελεύθερου» παιξίματος των χορδών θα είναι να παραχθεί ένας ήχος που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κα­κόφω­νος: δεν ευχα­ριστεί το αυτί, αφού δεν αντι­στοιχεί σε μια αρμονική μελωδία.

Θα ήταν εν­διαφέρον να παραλληλίζαμε αυτόν τον κα­κόφωνο ήχο με μια κακή νοοτροπία. Μια νο­οτροπία που, όπως ακριβώς και ο ήχος της κιθάρας, πρέπει να «στρώσει», να γί­νει πιο «ορθή» και αρ­μονική, κάτι σαν μια σαφή, ωραία και εύηχη μείζονα συγχορδία, π.χ. ένα σολ ή μι μα­τζόρε. Πατώντας κανείς τα κατάλληλα διαστήματα στα τάστα μπο­ρεί να παραγάγει τον ήχο μιας τέτοιας συγχορ­δίας ματζόρε (αυτής, δηλαδή, που ηχεί θετικά και ευχάριστα, σε αντίθεση με τον πιο λυ­πητερό ήχο μιας συγχορδίας μινόρε), όπως εί­ναι π.χ. αυτή με την οποία ξεκινά θριαμ­βευτικά το κομμάτι του Joseph Haydn, που είναι η μουσική του γερ­μανικού εθνικού ύμνου. Το συμπέρασμα μοιάζει ξεκάθαρο και αυτο­νόητο: μόνο με μια «σωστή» συγχορ­δία μπορεί να λειτουργήσει ορθά η μουσική σχέση των ήχων, κατά το ίδιο τρόπο που μόνο με μια «σωστή» νοοτροπία μπορεί να λει­τουρ­γήσει ένα κράτος.

Κι όμως, δυστυχώς για το ανωτέρω, ευλογοφανές συμπέρασμα, τουλάχιστον στην μου­σική υπάρχουν απτές αποδείξεις ότι η «κακοφωνία» είναι κάτι πολύ πιο σχετικό από όσο μπορεί να νομίσει κανείς εκ πρώτης όψεως. Ισχύει, δηλαδή, ότι μια συγχορδία δεν είναι με απόλυτα κριτήρια εύηχη ή κακόφωνη, αλλά ότι η ποιότητα του μουσικού ήχου που τελικά θα παραχθεί εξαρτάται κυρίως από την συνάφεια, στην οποία η συγχορδία αυτή θα τοποθετηθεί. Ένα πολύ ωραίο παρά­δειγμα για το φαινόμενο αυτό προσφέρει η εισαγωγή του τραγουδιού Nice Dream των Radiohead. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι η πρώτη συγχορδία του τραγου­διού, δηλαδή ο πρώτος-πρώτος ήχος που ακούγεται, αντιστοιχεί ηχητικά – ασχέτως του τόνου, στον οποίο είναι παιγμένος – στον «κακό­φωνο» εκείνο ήχο που παράγεται αν παίξει κανείς «ελεύθερα» (χωρίς συμμετοχή του αριστερού χεριού, δηλαδή του τάστου της κι­θάρας) τις έξι χορδές της κιθάρας. Δεν έχει παρά να ακούσει κάποιος στην συνέχεια του τραγουδιού το «νόημα» που αποκτά αυτή η ατομι­κώς κακόφωνη συγχορδία μέσα από τις επόμενες δύο συγχορδίες της εισαγωγής του τραγουδιού. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό ότι η εισαγωγή αυτή των τριών «κακόφω­νων» ακόρντων απολήγει σταδιακά – από τον δικό της, διαφορετικό δρόμο – στην βα­σική συγ­χορδία ματζόρε του τραγουδιού. Χωρίς η ατομική ευφωνία κάθε συγχορδίας να «βελ­τιωθεί», χωρίς να «εσω­τερικευθούν» μέσα της οι κανόνες του «ορθού» ή «στρωτού» ήχου, ο τελικός, μουσικός στόχος επετεύχθη. Πρόκειται για κάτι που θα μπορούσε να δώσει ίσως κάποια τροφή για σκέψη, ενόσω ο άλλος στόχος, αυτός της σωστής λει­τουργίας κράτους στην Ελλάδα μέσω της αλλαγής των νοοτροπιών, συνεχίζει να αποδεικνύεται όμορφο όνειρο («nice dream») θερι­νής νυκτός…

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: