Αρχική > Ανθρωπολογικά, Ελληνο/vs./Γερμανικά > Ηθογραφώντας την Εμμονή

Ηθογραφώντας την Εμμονή

Όταν πριν λίγες μέρες προβλήθηκε το βίντεο με την καγκελάριο της Γερμανίας…μαντάμ Μέρκελ να αδυνατεί να εντοπίσει στο χάρτη την πρωτεύουσα της Γερμανίας, το Βερολίνο, σκέφτηκα ότι αυτή είναι μία από τις λίγες περιπτώσεις, όπου θα μπορούσε κανείς να την υπερασπιστεί. Ο λό­γος είναι ότι η Α. Μέρκελ δεν είναι σε καμία περίπτωση η μοναδική, η οποία μοιάζει να ασκεί (ευρωπαϊκή) πολιτική «χωρίς χάρτη», χωρίς, δηλαδή, να λαμβάνει επαρκώς υπόψη την σχέση και την ιστορία των εκάστοτε λαών-ομάδων ανθρώπων με τον πάντοτε ιδιαίτερο τόπο τους. Ένα μεγάλο μέρος των επιστημόνων από τους χώρους κυρίως της οικονομίας και των πολιτι­κών επιστημών δεν φαίνεται να κάνει κάτι διαφορετικό. Συλλαμβάνει και σχεδιάζει πολιτικές και οικονομικές θεωρίες, συνταγές και «φάρμακα» για τις κρίσεις που αυτονόητα διεκδικούν γενι­κευτική ισχύ: μπορούν και «πρέπει» να ισχύουν παντού στον κόσμο, ώστε να μην ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αν κανείς αναζητήσει στον χάρτη την Ρώμη στην θέση του…Όσλο ή την Λισσαβόνα στην…υποσαχάρια Αφρική. Τουναντίον, μάλιστα, αυτή η «ρευστοποίηση» της φυσικής και πο­λιτιστικής γεωγραφίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποστήριξη της βιωσιμότητας εγ­χειρημάτων, όπως π.χ. αυτό της ευρωζώνης, πόσο μάλλον των πιο….μεγαλεπήβολων σχεδίων περί «παγκόσμιας διακυβέρνησης» και ενός παγκόσμιου νομίσματος. Στην σχολή αυτής της άκριτης και αυτονόητης γενίκευσης ανήκουν άνθρωποι, όπως π.χ. ο πιστός θεράπων του ευρώ Λ. Πα­παδήμος, καθώς και πολλοί ειδικοί, κυρίως οικονομικοί αναλυτές της ελληνικής κρίσης, οι οποίοι με την αμβλύνοια που συ­χνά προκαλεί η απόλυτη ακαδημαϊκή εξειδίκευση διατείνονται ότι «ο κόσμος δεν έχει καταλά­βει», ότι οι πολιτικοί «πρέπει να πουν στον κόσμο όλη την αλήθεια» (που προφανώς δεν έχει γίνει αντιληπτή από αυτόν). Με άλλα λόγια ότι το πρόβλημα εντοπίζεται κατά βάσιν στον «οικονομικό αναλφαβητισμό» του κόσμου, αφού προ­φανώς δεν είναι δυνατόν να έχει πάει κάτι στραβά με τα περι­σπού­δαστα, γενικευτικά οικο­νομο­τεχνικά μοντέλα και τις πολύπλοκες υπολογιστικές εξομοιώ­σεις.

Χάρτες; Ποιος τους χρειάζεται;

Το ποιοι είναι αυτοί που στην πραγματικότητα δεν έχουν καταλάβει, αυτοί που δεν διανοούνται καν την «αλήθεια», αποδεικνύεται μεταξύ άλ­λων από ένα πλήθος καθημερινών ιστοριών που εκτυλίσσονται εδώ και πολύ καιρό σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης, ιδίως βορείως των Άλ­πεων (τις οποίες πιθανότατα θα μπορούσε να βρει στον χάρτη ακόμα και η κ. Μέρκελ…). Σε μία από αυτές τις ιστορίες, πριν κάποια χρόνια (πριν την κρίση) ένας Έλληνας ανειδίκευτος εργαζόμενος δούλευε σε ένα μικρό τυπογραφείο μιας γερμανικής πόλης. Μία από τις βασικές του εργασίες κάθε μέρα ήταν να πηγαίνει και να φέρνει διάφορα δέματα χρησιμοποιώντας το ποδήλατο του μαγαζιού. Από την πρώτη κιόλας μέρα στην δουλειά είχε προσέξει συγκεκριμένες πτυχές της συμπεριφο­ράς του αφεντικού του, κυρίως την υπερβο­λική…φειδώ σε ζητήματα χρημάτων, αλλά και την τάση του να τον αντιμετωπίζει (τον Έλληνα υπάλληλό του) με αρνητική προκατάληψη ως προς την φερεγγυότητα και την υπευθυνότητά του. Όταν, λοιπόν, κάποια μέρα που επέστρεφε στο μαγαζί έσκασε η μπροστινή ρόδα του πο­δηλάτου λόγω μακροχρόνιας φθοράς, ο υπάλληλος άρχισε να φοβάται τα…χειρότερα. Ότι, δη­λαδή, μόλις το πει στον Γερμανό εργοδότη του, αυτός θα τον βάλει να πληρώσει ο ίδιος την ζη­μιά κατηγορώντας τον, μάλιστα, ότι αυτός την είχε προ­καλέσει. Τελικά είχε δίκιο ως προς το δεύτερο σκέλος. Ο εργοδότης του όντως προσπάθησε να κατηγορήσει τον ίδιο για την ζημιά, στο τέλος, όμως, εκτιμώντας την κακή κατάσταση του πα­λαιού ποδηλάτου (που θα έπρεπε από καιρό να έχει είτε επισκευαστεί είτε αντικατασταθεί από ένα καινούριο, αλλά για τους γνωστούς λόγους…φειδούς τίποτα από αυτά δεν είχε γίνει), δέ­χτηκε να πληρώσει αυτός για την ζημιά. Έδωσε, μάλιστα στον Έλ­ληνα υπάλληλό του ένα χαρ­τονόμισμα των 50 ευρώ που μόλις είχε πάρει από την τράπεζα, προκειμένου αυτός να πάει το ποδήλατο στο συνεργείο για την επισκευή.

Έτσι και έγινε. Ο Έλληνας υπάλληλος πήγε το ποδήλατο σε ένα κοντινό συνεργείο, όπου και επισκευάστηκε. Αποπειράθηκε τότε να πληρώσει με το – άρτι αναληφθέν από την τράπεζα – χαρτονόμισμα των 50 ευρώ που είχε λάβει για τον σκοπό αυτό από το αφεντικό του. Ο ιδιοκτή­της του συνεργείου πήρε το χαρτονόμισμα στα χέρια του, παίρνοντας, όμως, ταυτόχρονα και μια γκριμάτσα προβληματισμού. Ο συνδυασμός του «κολλαριστού» χαρτονομίσματος με την κάπως…μελαμψή – για τα γερμανικά δεδομένα – όψη του Έλληνα υπαλλήλου τον έβαλε σε σκέψεις, τις οποίες αμέσως εξέφρασε: «Τι είναι αυτό; Είναι γνήσιο;», τον ρώτησε. «Φυσικά και εί­ναι!», απάντησε ο Έλληνας, «μου το έδωσε το αφεντικό μου, που μόλις το πήρε από την τρά­πεζα». «Και πού ξέρω εγώ ότι λες αλήθεια;», αντέτεινε ο ιδιοκτήτης του συνεργείου. «Εμένα αυτό που βλέπω δεν μου φαίνεται γνήσιο! Δεν το παίρνω!», είπε αποφασιστικά. «Πήγαινε στο αφε­ντικό σου και πες του να με πληρώσει με άλλο χαρτονόμισμα!». Ο Έλληνας υπάλληλος επέ­στρεψε συγχυσμένος στο τυπογραφείο με το επισκευασμένο ποδήλατο και διηγήθηκε στο αφε­ντικό του τι είχε συμβεί. «Πού είναι το χαρτονόμισμα», τον ρώτησε το αφεντικό του. «Εδώ», είπε ο Έλληνας βγάζοντάς το από την τσέπη του. Ακούει, τότε, το αφεντικό του να λέει: «Τι είναι αυτό; Αυτό δεν είναι το χαρτονόμισμα που σου έδωσα!». Έντρομος ο Έλληνας υπάλληλος κοί­ταξε το χαρτονόμισμα, διαπιστώνοντας ότι, πράγματι, το αρχικώς «κολλαριστό» χαρτονόμισμα είχε πλέον μια πιο «χρησιμοποιημένη» όψη. Κάτι λογικό, αφού είχε παραμείνει στην τσέπη του αρκετή ώρα, είχε μπει και βγει από αυτή ήδη αρκετές φορές, η ίδια η τσέπη του «δίπλωνε» συνε­χώς καθώς αυτός βάδιζε ή έκανε ποδήλατο γυρνώντας από το συνεργείο, κ.ο.κ. Η παντελώς αυτονόητη αυτή εξήγηση δεν ήταν, όμως, η πρώτη που ήρθε στο μυαλό του αφεντικού. Συνδυά­ζοντας και αυτός τα «δεδομένα» της ιστορίας με την ξενική, «νότια» καταγωγή του υπαλλήλου άρχισε να τον κατηγορεί ότι εξαφάνισε το αρχικό, γνήσιο χαρτονόμισμα και προσπάθησε να πληρώσει τον ιδιοκτήτη του συνεργείου με κάποιο δικό του πλαστό. Ήταν, άλλωστε, σαφές ότι η γνώμη του επίσης Γερμανού ιδιοκτήτη του συνεργείου ποδηλάτων θα είχε καταρχάς προτε­ραιότητα ως προς την βαρύτητά της σε σχέση με τα λεγόμενα ενός ξένου υπαλλήλου, ο οποίος διαπίστωνε με τρόμο ότι αντιμετωπίζεται χειρότερα από ό,τι ένας Πακιστανός στην Ελλάδα…

Διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του το Έλληνας υπάλληλος προσπάθησε σε έξαλλη κατάσταση να υπερασπιστεί τον εαυτό του προκαλώντας το αφεντικό του να συγκρίνει το χαρτονόμισμα με τα υπόλοιπα που είχε πάρει το ίδιο πρωί από την τράπεζα. Φαίνεται ότι αυτή ήταν μια έξυπνη κί­νηση, αφού παρατηρώντας, τις είδε, ποιες λεπτομέρειες πάνω στα χαρτονομίσματα ο Γερμανός πείστηκε τελικά ότι το ελαφρώς χρησιμοποιημένο χαρτονόμισμα ήταν μάλλον αυτό που είχε δώσει ο ίδιος πριν λίγες ώρες στον Έλληνα εργαζόμενό του. Πήγε τότε μαζί του εκ νέου στο συ­νεργείο ποδηλάτων, προκειμένου να γίνει η…σύνοδος κορυφής των δύο «εξπέρ» και να απο­δείξει στον ιδιοκτήτη του συνεργείου ότι το χαρτονόμισμα που του είχε δώσει ο Έλληνας υπάλ­ληλος δεν ήταν πλαστό. Έχοντας απέναντί του πλέον έναν συμπατριώτη του, με τον οποίο μι­λούσε – σε όλα τα επίπεδα – την ίδια γλώσσα, ο ιδιοκτήτης του συνεργείου άρχισε να μην δείχνει πλέον τόσο…υπερήφανος για την καχυποψία του όσο λίγες ώρες πριν. Ο τυπογράφος, μάλιστα, του έδειξε το «μοιραίο» χαρτο­νόμισμα δίπλα σε ένα από τα υπόλοιπα της πρωινής ανάληψης και του είπε να πάρει όποιο από τα δύο επιθυμεί. Η ιστορία έληξε με τον ιδιοκτήτη του συνεργείου ποδηλάτων να παίρνει τελικά – μετά από κάποιες στιγμές βαθέος προβληματισμού και υψηλής κατανάλωσης εγκεφαλικής ουσίας – το χαρτονόμι­σμα εκείνο με την λιγότερο ύποπτα «κολλαριστή» εμφάνιση, το οποίο, όμως, δεν ήταν άλλο από το…αρχικό χαρτονόμισμα που του είχε δώσει λίγες ώρες πριν ο Έλληνας υπάλλη­λος…Ο τελευταίος δεν εκρίθη, φυσικά, άξιος οποιασδήποτε συγγνώμης από τους δύο αυ­τούς μέγιστους φωστήρες των χρηματοοικονομικών.

Ιστορίες, όπως η παραπάνω, δεν αντικατοπτρίζουν, φυσικά, οπωσδήποτε το απόλυτο σύνολον της νοοτροπίας του γερμανόφωνου πληθυσμού. Υπάρχουν καλύτερα, υπάρχουν και χειρότερα. Θα μπορούσαν, εντούτοις, ως μια χαρακτηριστική «μέση τιμή» να αφιερω­θούν εξαιρετικά σε αρκετές κατηγορίες αναλυτών, ειδικών και πολιτικών. Σε αυτούς, φιλο­μνημονιακούς οικονομολόγους κυρίως, που τα ξέρουν όλα για την κρίση της ευρωζώνης σε αντίθεση με τον λαό ο οποίος «δεν έχει καταλάβει», σε αυτούς που θεωρούν ότι η…γνωστή γερ­μανική στάση έναντι της Ελλάδας είναι μια όψιμη εξέλιξη που οφείλεται σε συγκεκριμένες ελλη­νικές συμπεριφορές (ας επαναλάβουμε ότι η ανωτέρω ιστορία έλαβε χώρα προ της κρίσης) ή, ακόμα χειρότερα, σε όσους πιστεύουν ακράδαντα στις ελληνορωμαϊκές και χριστιανικές καταβολές του ευ­ρωπαϊκού πολιτισμού, ιδίως ανατολικώς του Ρήνου (ας αναρωτηθεί κανείς πόσο…ελληνορωμαϊκό πνεύμα αναδύεται από την παραπάνω ιστορία) ως του αδιαμφισβήτητου υποβάθρου της ενωμένης Ευρώπης. Δυστυχώς, λοιπόν, για όσους στο πλαίσιο των μονοδιάστατων γενικεύσεών τους έχουν καταργήσει προ πολλού τους χάρτες, υπάρχει – και φθάνει συχνά περισσότερο στους απλούς ανθρώπους παρά στους «τε­χνοκράτες» ειδικούς – αμείλικτη η καθημερινή πραγματικότητα του κάθε πολιτισμού, «ἡ τοὺς τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα»…

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: