Αρχείο

Archive for Ιουνίου 2012

Και τώρα οι δυο μας…

Ιουνίου 19, 2012 4 Σχόλια

Ο επερχόμενος προημιτελικός του πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου μεταξύ Ελ­λάδας και Γερμανίας, τον οποίο η τύχη ή η ατυχία ήθελε να προκύψει στην τρέχουσα συ­γκυρία, δεν είναι απλώς ένα παιχνίδι που εδώ και πολλά χρόνια το περιμένουν πολλοί άνθρω­ποι σε πολλές χώρες – αυτή τη στιγμή σε υπερβολικά πολλές. Είναι μια ενδια­φέρουσα συ­γκυρία, όπου μια Ελλάδα διαφορετική από αυτήν του χρεοκοπημένου ελληνικού κράτους θα αντιμετωπίσει την…ίδια ακριβώς Γερμανία που γνωρίζουμε και από την πολι­τική. Είναι επί­σης και μια συγκυρία, που μας κάνει να στρέψουμε την προσοχή μας στην «πραγματική Ευ­ρώπη» -κατά το «πραγματική οικονομία»- και στον ακήρυχτο και υπόκωφο πόλεμο πολιτι­σμών εντός των κόλπων της. Πρόκειται για μια «πραγματική Ευρώπη», η οποία δεν μοιάζει τόσο «φιλική» προς την ευρωπαϊκή της προοπτική όσο η νέα νίκη των Γερμα­νών στα πολι­τικοοικονομικά πράγματα, δηλαδή η μνημονιακή κυβέρνηση συνεργασίας που ανέδειξαν τε­λικά οι εκλογές στην Ελλάδα.

Αριστερά: πελέκεις νεολιθικών ξυλοκόπων από την Γερμανία (6η χιλιετία π.Χ.), Δεξιά: σύγχρονοι Γερμανοί ξυλοκόποι (2012 μ.Χ.)…

Με αφορμή, λοιπόν, τον πολυαναμενόμενο προημιτελικό Ελλάδας-Γερμανίας θα ήταν καλό να (ξανα)στρέψουμε εν πρώτοις την προσοχή μας σε μια ιδιάζουσα κατηγορία αναξιοπαθού­ντων συμπατριωτών μας. Να σκεφτούμε, δηλαδή, τους Έλληνες της Γερμανίας, οι οποίοι τα τελευταία δύο χρόνια υφίστανται μια ανήκουστη, καθημερινή ψυχολογική τρομοκρατία ύβρεων, προσβολών, απαξιωτικών σχολίων και ρατσιστικής συμπεριφοράς από ένα μέρος του γερμα­νικού πληθυσμού. Μια κατάσταση, η οποία εδώ στην Ελλάδα ποτέ δεν πήρε την διάσταση που θα έπρεπε, αφού κανείς από το επίσημο κράτος δεν έσπευσε να προστατεύσει την ανυπεράσπιστη αυτή κατηγορία Ελλήνων. Η εξέλιξη αυτή ήταν το αναμενό­μενο αποτέλεσμα του συνδυασμού ανάμεσα στον άκριτο ευρωπαϊσμό και στην τραγική άγνοια των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων της κεντρικής Ευρώπης. Έλληνες -κατά τα άλλα- πολιτικοί, όπως ο Γ. Παπανδρέου και ο Θ. Πάγκαλος, δεν είχαν, μάλιστα, κανένα πρόβλημα να συκο­φαντούν κατά σύστημα τον ελληνικό λαό στο εξωτερικό, εκθέτοντας ανε­πανόρθωτα τους Έλληνες που κατοικούν στην κεντρική Ευρώπη στις ανωτέρω συμπεριφο­ρές. Ακόμα χειρότερα: τόσο αρκετοί Έλληνες πολιτικοί όσο και πολλοί άνθρωποι της επι­στήμης και της διανόησης έπεσαν στην μοιραία παγίδα της αδυναμίας διάκρισης μεταξύ αι­τίας και αφορμής. Στο πλαίσιο, δηλαδή, του διαρκούς αυτομαστιγώματος που θεωρούν ότι είναι το μοναδικό χρέος του ελληνικού λαού, θεώρησαν ότι η ελληνική κρίση και οι ενδο­γενείς της αιτίες (π.χ. το προβληματικό κράτος, η διαφθορά, η διαπλοκή, κλπ.) είναι η αιτία για τις γερμανικές επικρίσεις. Όπως, φυσικά, αποδεικνύεται καθημερινά, με τον καθημερινό ψυχο­λογικό διωγμό ακόμη και Ελλήνων που ζουν επί δεκαετίες στην Γερμανία, οι ελληνικές παθογένειες είναι η αφορμή για τις επικρίσεις, όχι η αιτία. Είναι η αφορμή για να εκφραστούν και να εκτονωθούν τα βαθύτερα αισθήματα πολιτισμικής αποστροφής που νιώθει για τους Νοτιοευ­ρωπαίους ένα σημαντικό τμήμα των Γερμανών. Η αδυναμία να γίνει η κρίσιμη διάκριση ανά­μεσα σε αιτία και αφορμή ήταν επόμενο να οδηγήσει τελικά στην πλήρη παρερμηνεία των συμπεριφορών που υφίστανται οι συμπατριώτες μας στην κεντρική Ευρώπη και εν τέλει στην υποβάθμιση ή και αποσιώπησή τους στην Ελλάδα.

Για τους Έλληνες που ζουν στην Γερμανία –ή τουλάχιστον για πολλούς εξ αυτών– ο ποδο­σφαιρικός αγώνας μεταξύ των δύο χωρών είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό παιχνίδι. Σί­γουρα, μάλιστα, θα αντιμετωπίσουν με ειρωνικά μειδιάματα οποιονδήποτε προβεί σε αφελείς διακηρύξεις του τύπου «άλλο η πολιτική, άλλο το ποδόσφαιρο». Ο κύριος λόγος είναι επειδή το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τον αντίπαλο. Όποιος έζησε την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα καταπιεσμένου, νοσηρού «πατριωτισμού» εκ μέρους των Γερμανών στους αγώνες του Μου­ντιάλ 2006 που έγιναν στην χώρα τους, όποιος εξεπλάγη από τον «ασύμμετρα» έξαλλο χαρα­κτήρα των πανηγυρισμών για τις νίκες της Γερμανίας επί σαφώς υποδεέστερων αντιπάλων (π.χ. Εκουαδόρ, Κόστα Ρίκα) κατά την…προκριματική φάση, γνωρίζει καλά ότι, όσο κι αν ακού­γεται απίστευτο, τα «απωθη­μένα» που προσπαθεί να βγάλει η άλλη πλευρά μέσω του ποδο­σφαίρου είναι ίσως πολύ περισσό­τερα ακόμη και από αυτά που θα είχε να εκτονώσει στην παρούσα περίσταση ο ελληνικός λαός. Ας προσέξει, άλλωστε, κανείς τον υπόκωφο, ρυθμικό βρυχηθμό των Γερμανών φιλάθλων «Sieg! Sieg!» («Ζιγκ», δηλ. «Νίκη»), ο οποίος υιοθετεί αυτούσιο το πρώτο σκέλος του…παλαιού χαιρετισμού «Sieg Heil!». Γι΄ αυτόν τον λόγο μια πιθανή ελλη­νική νίκη στον προημιτελικό της Παρασκευής θα είχε για την γερμανική ψυχολογία συνέ­πειες κάπως…βαρύτερες από αυτές που φαντάζεται κανείς.

Εκεί μπορεί να κρύβεται το μυστικό για την ελληνική νίκη και σε καθαρά ποδοσφαιρικούς όρους. Εάν η ελληνική ομάδα κατορθώσει να διατηρήσει ανέπαφη την εστία της ως το πρώτο εικοσάλεπτο και εν συνεχεία ως το 50ο-60ο λεπτό, τότε η άλλη πλευρά –εκτός του ότι θα έχει δει το…ένα και μοναδικό της πλάνο να «βραχυκυκλώνει» σαν το δόγμα της ευρωλιτότητας– θα φορτω­θεί με ένα ασήκωτο ψυχολογικό βάρος. Για πολλούς Γερμανούς, η νίκη επί των Pleitegriechen, των χρεοκοπημένων και προκλητικών αυτών μπατίρηδων της νότιας Ευρώπης, είναι ζήτημα πολιτισμικής αυτοεπιβεβαίωσης. Μια ελληνική νίκη είναι κάτι που απλά δεν μπορεί να γίνει κατανοητό ως λογική πιθανότητα και που θα χρειαστούν τόνοι μπύρας για να καταπιεστεί ψυχολογικά, εάν όντως συμβεί. Το ακριβώς αντίθετο θα διαδραματιστεί εάν η ελληνική ομάδα δεχθεί γρήγορο γκολ. Όταν οι Γερμανοί αποκτούν την αυτοπεποίθηση ότι μπορούν να σε καταβάλλουν, θα καταλήξουν να το κάνουν χωρίς έλεος, όπως αποδεικνύει και η επίδειξη νοοτροπίας μικρής/μικροπρεπούς ομάδας πού έκαναν πριν λίγα χρόνια στον αγώνα με το Σαν Μαρίνο (νίκη της Γερμανίας με 13-0…). Δύσκολα θα είναι και τα πράγματα, αν το παιχνίδι πάει στα πέναλτι, αφού -για να χαριτολογήσουμε- σε μια ψυχοφθόρο διαδικασία εξ ορισμού μειονέκτημα έχει όποιος διαθέτει ψυχή…

Παρά τον κίνδυνο, λοιπόν, να…καταρρεύσουν τα διεθνή χρηματιστήρια, να αντιδράσουν αρ­νητικά οι αγορές, να γίνουν μαζικές υποβαθμίσεις από τους οίκους αξιολόγη­σης και να υπάρ­ξουν…μνημονιακές αντεκδικήσεις εκ μέρους των ταπεινωμένων ηττημένων, ας δώσουμε στην εθνική…την δύναμη ενός έθνους, προκειμένου την ερχόμενη Παρασκευή να νικήσει το Καλό 😉 Σε άλλη περί­πτωση, η ελπίδα μας, τόσο στα ποδοσφαιρικά όσο και στα οικονομικά, θα είναι η ίδια: Ισπα­νία!

Advertisements

Ηθογραφώντας την Εμμονή

Όταν πριν λίγες μέρες προβλήθηκε το βίντεο με την καγκελάριο της Γερμανίας…μαντάμ Μέρκελ να αδυνατεί να εντοπίσει στο χάρτη την πρωτεύουσα της Γερμανίας, το Βερολίνο, σκέφτηκα ότι αυτή είναι μία από τις λίγες περιπτώσεις, όπου θα μπορούσε κανείς να την υπερασπιστεί. Ο λό­γος είναι ότι η Α. Μέρκελ δεν είναι σε καμία περίπτωση η μοναδική, η οποία μοιάζει να ασκεί (ευρωπαϊκή) πολιτική «χωρίς χάρτη», χωρίς, δηλαδή, να λαμβάνει επαρκώς υπόψη την σχέση και την ιστορία των εκάστοτε λαών-ομάδων ανθρώπων με τον πάντοτε ιδιαίτερο τόπο τους. Ένα μεγάλο μέρος των επιστημόνων από τους χώρους κυρίως της οικονομίας και των πολιτι­κών επιστημών δεν φαίνεται να κάνει κάτι διαφορετικό. Συλλαμβάνει και σχεδιάζει πολιτικές και οικονομικές θεωρίες, συνταγές και «φάρμακα» για τις κρίσεις που αυτονόητα διεκδικούν γενι­κευτική ισχύ: μπορούν και «πρέπει» να ισχύουν παντού στον κόσμο, ώστε να μην ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αν κανείς αναζητήσει στον χάρτη την Ρώμη στην θέση του Όσλο ή την Λισσαβόνα στην υποσαχάρια Αφρική. Τουναντίον, μάλιστα, αυτή η «ρευστοποίηση» της φυσικής και πο­λιτιστικής γεωγραφίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποστήριξη της βιωσιμότητας εγ­χειρημάτων, όπως π.χ. αυτό της ευρωζώνης, πόσο μάλλον των πιο….μεγαλεπήβολων σχεδίων περί «παγκόσμιας διακυβέρνησης» και ενός παγκόσμιου νομίσματος. Στην σχολή αυτής της άκριτης και αυτονόητης γενίκευσης ανήκουν άνθρωποι, όπως π.χ. ο πιστός θεράπων του ευρώ Λ. Πα­παδήμος, καθώς και πολλοί ειδικοί, κυρίως οικονομικοί αναλυτές της ελληνικής κρίσης, οι οποίοι με την αμβλύνοια που συ­χνά προκαλεί η απόλυτη ακαδημαϊκή εξειδίκευση διατείνονται ότι «ο κόσμος δεν έχει καταλά­βει», ότι οι πολιτικοί «πρέπει να πουν στον κόσμο όλη την αλήθεια» (που προφανώς δεν έχει γίνει αντιληπτή από αυτόν). Με άλλα λόγια ότι το πρόβλημα εντοπίζεται κατά βάσιν στον «οικονομικό αναλφαβητισμό» του κόσμου, αφού προ­φανώς δεν είναι δυνατόν να έχει πάει κάτι στραβά με τα περι­σπού­δαστα, γενικευτικά οικο­νομο­τεχνικά μοντέλα και τις πολύπλοκες υπολογιστικές εξομοιώ­σεις.

Χάρτες; Ποιος τους χρειάζεται;

Το ποιοι είναι αυτοί που στην πραγματικότητα δεν έχουν καταλάβει, αυτοί που δεν διανοούνται καν την «αλήθεια», αποδεικνύεται μεταξύ άλ­λων από ένα πλήθος καθημερινών ιστοριών που εκτυλίσσονται εδώ και πολύ καιρό σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης, ιδίως βορείως των Άλ­πεων (τις οποίες πιθανότατα θα μπορούσε να βρει στον χάρτη ακόμα και η κ. Μέρκελ…). Σε μία από αυτές τις ιστορίες, πριν κάποια χρόνια (πριν την κρίση) ένας Έλληνας ανειδίκευτος εργαζόμενος δούλευε σε ένα μικρό τυπογραφείο μιας γερμανικής πόλης. Μία από τις βασικές του εργασίες κάθε μέρα ήταν να πηγαίνει και να φέρνει διάφορα δέματα χρησιμοποιώντας το ποδήλατο του μαγαζιού. Από την πρώτη κιόλας μέρα στην δουλειά είχε προσέξει συγκεκριμένες πτυχές της συμπεριφο­ράς του αφεντικού του, κυρίως την υπερβο­λική…φειδώ σε ζητήματα χρημάτων, αλλά και την τάση του να τον αντιμετωπίζει (τον Έλληνα υπάλληλό του) με αρνητική προκατάληψη ως προς την φερεγγυότητα και την υπευθυνότητά του. Όταν, λοιπόν, κάποια μέρα που επέστρεφε στο μαγαζί έσκασε η μπροστινή ρόδα του πο­δηλάτου λόγω μακροχρόνιας φθοράς, ο υπάλληλος άρχισε να φοβάται τα…χειρότερα. Ότι, δη­λαδή, μόλις το πει στον Γερμανό εργοδότη του, αυτός θα τον βάλει να πληρώσει ο ίδιος την ζη­μιά κατηγορώντας τον, μάλιστα, ότι αυτός την είχε προ­καλέσει. Τελικά είχε δίκιο ως προς το δεύτερο σκέλος. Ο εργοδότης του όντως προσπάθησε να κατηγορήσει τον ίδιο για την ζημιά, στο τέλος, όμως, εκτιμώντας την κακή κατάσταση του πα­λαιού ποδηλάτου (που θα έπρεπε από καιρό να έχει είτε επισκευαστεί είτε αντικατασταθεί από ένα καινούριο, αλλά για τους γνωστούς λόγους φειδούς τίποτα από αυτά δεν είχε γίνει), δέ­χτηκε να πληρώσει αυτός για την ζημιά. Έδωσε, μάλιστα στον Έλ­ληνα υπάλληλό του ένα χαρ­τονόμισμα των 50 ευρώ που μόλις είχε πάρει από την τράπεζα, προκειμένου αυτός να πάει το ποδήλατο στο συνεργείο για την επισκευή.

Έτσι και έγινε. Ο Έλληνας υπάλληλος πήγε το ποδήλατο σε ένα κοντινό συνεργείο, όπου και επισκευάστηκε. Αποπειράθηκε τότε να πληρώσει με το – άρτι αναληφθέν από την τράπεζα – χαρτονόμισμα των 50 ευρώ που είχε λάβει για τον σκοπό αυτό από το αφεντικό του. Ο ιδιοκτή­της του συνεργείου πήρε το χαρτονόμισμα στα χέρια του, παίρνοντας, όμως, ταυτόχρονα και μια γκριμάτσα προβληματισμού. Ο συνδυασμός του «κολλαριστού» χαρτονομίσματος με την κάπως…μελαμψή – για τα γερμανικά δεδομένα – όψη του Έλληνα υπαλλήλου τον έβαλε σε σκέψεις, τις οποίες αμέσως εξέφρασε: «Τι είναι αυτό; Είναι γνήσιο;», τον ρώτησε. «Φυσικά και εί­ναι!», απάντησε ο Έλληνας, «μου το έδωσε το αφεντικό μου, που μόλις το πήρε από την τρά­πεζα». «Και πού ξέρω εγώ ότι λες αλήθεια;», αντέτεινε ο ιδιοκτήτης του συνεργείου. «Εμένα αυτό που βλέπω δεν μου φαίνεται γνήσιο! Δεν το παίρνω!», είπε αποφασιστικά. «Πήγαινε στο αφε­ντικό σου και πες του να με πληρώσει με άλλο χαρτονόμισμα!». Ο Έλληνας υπάλληλος επέ­στρεψε συγχυσμένος στο τυπογραφείο με το επισκευασμένο ποδήλατο και διηγήθηκε στο αφε­ντικό του τι είχε συμβεί. «Πού είναι το χαρτονόμισμα», τον ρώτησε το αφεντικό του. «Εδώ», είπε ο Έλληνας βγάζοντάς το από την τσέπη του. Ακούει, τότε, το αφεντικό του να λέει: «Τι είναι αυτό; Αυτό δεν είναι το χαρτονόμισμα που σου έδωσα!». Έντρομος ο Έλληνας υπάλληλος κοί­ταξε το χαρτονόμισμα, διαπιστώνοντας ότι, πράγματι, το αρχικώς «κολλαριστό» χαρτονόμισμα είχε πλέον μια πιο «χρησιμοποιημένη» όψη. Κάτι λογικό, αφού είχε παραμείνει στην τσέπη του αρκετή ώρα, είχε μπει και βγει από αυτή ήδη αρκετές φορές, η ίδια η τσέπη του «δίπλωνε» συνε­χώς καθώς αυτός βάδιζε ή έκανε ποδήλατο γυρνώντας από το συνεργείο, κ.ο.κ. Η παντελώς αυτονόητη αυτή εξήγηση δεν ήταν, όμως, η πρώτη που ήρθε στο μυαλό του αφεντικού. Συνδυά­ζοντας και αυτός τα «δεδομένα» της ιστορίας με την ξενική, «νότια» καταγωγή του υπαλλήλου άρχισε να τον κατηγορεί ότι εξαφάνισε το αρχικό, γνήσιο χαρτονόμισμα και προσπάθησε να πληρώσει τον ιδιοκτήτη του συνεργείου με κάποιο δικό του πλαστό. Ήταν, άλλωστε, σαφές ότι η γνώμη του επίσης Γερμανού ιδιοκτήτη του συνεργείου ποδηλάτων θα είχε καταρχάς προτε­ραιότητα ως προς την βαρύτητά της σε σχέση με τα λεγόμενα ενός ξένου υπαλλήλου, ο οποίος διαπίστωνε με τρόμο ότι αντιμετωπίζεται χειρότερα από ό,τι δυστυχώς ένας Πακιστανός στην Ελλάδα…

Διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του, ο Έλληνας υπάλληλος προσπάθησε σε έξαλλη κατάσταση να υπερασπιστεί τον εαυτό του προκαλώντας το αφεντικό του να συγκρίνει το χαρτονόμισμα με τα υπόλοιπα που είχε πάρει το ίδιο πρωί από την τράπεζα. Φαίνεται ότι αυτή ήταν μια έξυπνη κί­νηση, αφού παρατηρώντας, τις είδε, ποιες λεπτομέρειες πάνω στα χαρτονομίσματα ο Γερμανός πείστηκε τελικά ότι το ελαφρώς χρησιμοποιημένο χαρτονόμισμα ήταν μάλλον αυτό που είχε δώσει ο ίδιος πριν λίγες ώρες στον Έλληνα εργαζόμενό του. Πήγε τότε μαζί του εκ νέου στο συ­νεργείο ποδηλάτων, προκειμένου να γίνει η…σύνοδος κορυφής των δύο «εξπέρ» και να απο­δείξει στον ιδιοκτήτη του συνεργείου ότι το χαρτονόμισμα που του είχε δώσει ο Έλληνας υπάλ­ληλος δεν ήταν πλαστό. Έχοντας απέναντί του πλέον έναν συμπατριώτη του, με τον οποίο μι­λούσε –σε όλα τα επίπεδα– την ίδια γλώσσα, ο ιδιοκτήτης του συνεργείου άρχισε να μην δείχνει πλέον τόσο υπερήφανος για την καχυποψία του όσο λίγες ώρες πριν. Ο τυπογράφος, μάλιστα, του έδειξε το «μοιραίο» χαρτο­νόμισμα δίπλα σε ένα από τα υπόλοιπα της πρωινής ανάληψης και του είπε να πάρει όποιο από τα δύο επιθυμεί. Η ιστορία έληξε με τον ιδιοκτήτη του συνεργείου ποδηλάτων να παίρνει τελικά –μετά από κάποιες στιγμές βαθέος προβληματισμού και υψηλής κατανάλωσης εγκεφαλικής ουσίας– το χαρτονόμι­σμα εκείνο με την λιγότερο ύποπτα «κολλαριστή» εμφάνιση, το οποίο, όμως, δεν ήταν άλλο από το αρχικό χαρτονόμισμα που του είχε δώσει λίγες ώρες πριν ο Έλληνας υπάλλη­λος…Ο τελευταίος δεν εκρίθη, φυσικά, άξιος οποιασδήποτε συγγνώμης από τους δύο αυ­τούς μέγιστους φωστήρες των χρηματοοικονομικών.

Ιστορίες, όπως η παραπάνω, δεν αντικατοπτρίζουν, φυσικά, οπωσδήποτε το απόλυτο σύνολο της νοοτροπίας του γερμανόφωνου πληθυσμού. Υπάρχουν καλύτερα, υπάρχουν και χειρότερα. Θα μπορούσαν, εντούτοις, ως μια χαρακτηριστική «μέση τιμή» να αφιερω­θούν εξαιρετικά σε αρκετές κατηγορίες αναλυτών, ειδικών και πολιτικών. Σε αυτούς, συγκεκριμένους φιλο­μνημονιακούς οικονομολόγους κυρίως, που θεωρούν πως γνωρίζουν τα πάντα για την κρίση της ευρωζώνης σε αντίθεση με τον λαό ο οποίος «δεν έχει καταλάβει», σε αυτούς που θεωρούν ότι η γνωστή γερ­μανική στάση έναντι της Ελλάδας είναι μια όψιμη εξέλιξη που οφείλεται σε συγκεκριμένες ελλη­νικές συμπεριφορές (ας επαναλάβουμε ότι η ανωτέρω ιστορία έλαβε χώρα προ της κρίσης) ή, ακόμα χειρότερα, σε όσους πιστεύουν ακράδαντα στις ελληνορωμαϊκές και χριστιανικές καταβολές του ευ­ρωπαϊκού πολιτισμού, ιδίως ανατολικώς του Ρήνου (ας αναρωτηθεί κανείς πόσο ελληνορωμαϊκό πνεύμα αναδύεται από την παραπάνω ιστορία…) ως του αδιαμφισβήτητου υποβάθρου της ενωμένης Ευρώπης. Δυστυχώς, λοιπόν, για όσους στο πλαίσιο των μονοδιάστατων γενικεύσεών τους έχουν καταργήσει προ πολλού τους χάρτες, υπάρχει –και φθάνει συχνά περισσότερο στους απλούς ανθρώπους παρά στους «τε­χνοκράτες» ειδικούς– αμείλικτη η καθημερινή πραγματικότητα του κάθε πολιτισμού, «ἡ τοὺς τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα»…