Αρχική > Ανθρωπολογικά, Πολιτικά > Ευρωπαϊκή Ένωση ή Ευρωπαϊκές Ενώσεις; Προλαβαίνοντας την ακροδεξιά

Ευρωπαϊκή Ένωση ή Ευρωπαϊκές Ενώσεις; Προλαβαίνοντας την ακροδεξιά

Οι εκλογές που θα γίνουν την 6 Μαΐου 2012, δηλαδή σε μια εβδομάδα από σήμερα, σε Ελλάδα και Γαλλία, καθώς και το ιρλανδικό δημοψήφισμα για το δημοσιονομικό σύμφωνο στα τέλη του μήνα, ενδέχεται να δώσουν ένα μήνυμα για την τύχη της ευρωζώνης και εν γένει της Ευ­ρωπαϊκής Ένωσης. Ήδη η άνοδος των ποσοστών της ακροδεξιάς στην Γαλλία, με την ηγέ­τιδά της να μιλά πλέον ανοιχτά υπέρ της διάλυσης της ευρωζώνης και «μιας κοινά αποδεκτής επι­στροφής στα εθνικά νομίσματα», αλλά και οι ανάλογες δηλώσεις του Ολλανδού ομοϊδεάτη της περί των συνταξιούχων της χώρας του που δεν πρέπει να υποφέρουν «για χάρη των δικτα­τό­ρων στις Βρυξέλλες» θέτουν μια μείζονα πρόκληση σε όλους τους πιο μετριοπαθείς και νηφά­λιους πολιτικούς σχηματισμούς, αναλυτές και απλούς πολίτες: να μην αφεθεί η ακροδεξιά να διαβλέψει, να «δει» τις μέλλουσες εξελίξεις στην ευρωζώνη πιο έγκαιρα και με μεγαλύτερη επιτυ­χία σε σχέση με τους πιο κεντρικούς φορείς της πολιτικής στην Ευρώπη. Η προβληματική αυτή αφορά σίγουρα και την Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι τα αυξημένα ποσοστά της Χρυσής Αυγής εδώ σχετίζονται προς το παρόν λιγότερο με κάποια αντιευρωπαϊκή ρητορική και περισσότερο με το ακραίων πλέον διαστάσεων πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης και της εγκληματικότητας στο κέντρο της Αθήνας. Η ενσωμάτωση στην ιδεολογικοπολιτική σφαίρα οργανώσεων, όπως η αναφερ­θείσα, και μιας δυναμικής αντιευρωπαϊκής πτυχής τύπου Μ. Λεπέν δεν θα είναι ιδιαίτερο πρό­βλημα στο εγγύς μέλλον, ιδίως όταν η εν λόγω ρητορική θα φθάσει – σύντομα πιθανόν – να υπόσχεται ανάλογα εκλογικά οφέλη με την πολεμική κατά των μεταναστών.

Μια επιτυχημένη Ευρωπαϊκή Ένωση…

Την ίδια στιγμή που η ακροδεξιά με όπλα την εθνοκεντρική/εθνικιστική της αφετηρία και τον γνωστό αντιδραστικό κυνισμό της μοιάζει να ενσωματώνεται βαθμιαία και επικίνδυνα αρμονικά στο διαμορ­φούμενο πλαίσιο των ευρωπαϊκών περιστάσεων, οι πιο κεντρώες δυνάμεις της πολι­τικής στην Ευρώπη μοιάζουν ακόμη υπνωτισμένες από την γοητεία του οράματος της ευρωπαϊ­κής ολο­κλήρωσης. Οι διαφωνίες αφορούν συνήθως το ποια σχολή σκέψης θα πρέπει να επι­κρα­τήσει στην Ενωμένη Ευρώπη, το ποια γενική κατεύθυνση – «συντηρητική» ή πιο «προοδευ­τική» – θα πρέπει να ακολουθήσει η τελευταία, στην παρούσα της όμως μορφή. Εύλογοι ευρω­σκεπτικι­στι­κοί προβληματισμοί, σαν αυτούς που αναπτύξαμε πρόσφατα (π.χ. εδώ και εδώ) εκ­φρά­ζονται επί του παρόντος μόνο σποραδικά. Ιδίως στις δύο πιο «ιδιαίτερες» περιπτώσεις της Ευ­ρώπης, οι οποίες συνιστούν πιθανώς και τα δύο άκρα στο φάσμα της πολιτιστικής ανθρωπο­λο­γίας της ηπείρου, στην Γερμανία και την Ελλάδα, υπάρχουν ακόμα αρκετοί που επιμένουν να έχουν στραμμένη την προσοχή τους στο δέντρο (στην ελληνική κρίση και τις γραφικές παθογέ­νειες του ελληνικού κράτους) και όχι στο δάσος (στην απόπειρα πολιτιστικού εκγερμανισμού της Ευρώ­πης μέσω της εξαγωγής του δόγματος της εμμονικής λιτότητας). Θα ήταν ενδιαφέρον να μας εξηγήσουν τώρα, εάν φταίει πάλι η Ελλάδα π.χ. για την επαπειλούμενη κατάρρευση της Ισπανίας ή για το ότι ένας Ολλανδός κυβερνητικός εταίρος, προερχόμενος από τον σκληρό πυρήνα της ίδιας της γερμανοφωνης ζώνης της Ευρώπης, προ­βαίνει σε αντιευρωπαϊκές δηλώσεις, όπως αυ­τές που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Προτού λοιπόν το σπορ του απλοϊκού ηθικισμού αποδειχθεί για την Ευρώπη εκτός από ακριβό και ιδιαιτέρως επικίνδυνο, είναι απαραίτητο τα θέματα που αφορούν την γενικότερη αρχιτεκτο­νική της Ε.Ε. και της ευρωζώνης να αρχίσουν να συζητούνται πάνω σε εκείνη την βάση που η πλειονότητα των παραδοσιακών θιασωτών του ευρωοράματος δεν αρέσκεται να συζητεί: τις πολιτιστικές διαφοροποιήσεις εντός της ηπείρου. Προτού η ακροδεξιά ανά την Ευρώπη αρχίζει να τρέφεται επικίνδυνα από το αποτέλεσμα της υποβάθμισης (ή της μη συνειδητοποίησης) των πολιτιστικών διαφορών εντός της Ευρώπης, είναι αναγκαίο οι τελευταίες να εισέλθουν δυναμικά στο επίκεντρο του προβληματισμού. Όχι για να πυροδοτηθεί κάποιος νέος γύρος ενδοευρωπαϊ­κών αντιπαθειών και εντάσεων, αλλά προκειμένου ένα σύστημα που ήδη δυσλειτουργεί επί τη βάσει της «κοινότητας» να δώσει την θέση του σε ένα άλλο που θα προσπαθεί να λειτουργεί επί τη βάσει της νηφάλια συνειδητοποιημένης διαφοροποίησης.

Πώς θα μπορούσε να μοιάζει το τελευταίο; Μία χρήσιμη ιδέα μας δίνει η μοναδική ίσως τόσο επιτυχημένη πρόσφατη απόπειρα πολιτικής, δημοσιονομικής και νομισματικής ενοποίησης που έλαβε χώρα στην Ευρώπη: η ένωση των γερμανικών κρατών, αυτών που σήμερα αποτελούν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Με κοινό νόμισμα το μάρκο από το 1871 ως το 2002 η συγκεκριμένη ένωση ενός αριθμού κρατιδίων που σε εποχές προγενέστερες του 1871 περιό­δους λειτουργούσαν ως ανεξάρτητες πολιτικές και οικονομικές ενότητες αποτελεί ένα καλό πα­ράδειγμα μιας λειτουργικής και βιώσιμης ευρωπαϊκής ένωσης. Αυτό που κυρίως καταδεικνύει είναι ότι, όταν το εγχείρημα της πολιτικής και κυρίως οικονομικής ενοποίησης χτίζεται πάνω σε υπόβαθρο πολιτιστικής ομοιογένειας, έχει σίγουρα περισσότερες πιθανότητες μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας.

Εάν αυτό ισχύει, τότε ίσως προσφέρει το κλειδί για την κατεύθυνση που θα έπρεπε να ακολου­θήσει μια ενδεχόμενη μελλοντική αναδιάρθρωση της Ε.Ε. Και η κατεύθυνση αυτή είναι η διά­σπαση της ευρωζώνης σε μικρότερες, λειτουργικότερες και πιο ομοιογενείς πολιτιστικά υποενώ­σεις. Αν, δηλαδή, υποτεθεί ότι στο πλαίσιο του παγκόσμιου οικονομικοπολιτικού ανταγωνισμού η Ευρώπη θα πρέπει πράγματι να αναζητήσει καταφυγή στο δόγμα «η ισχύς εν τη ενώσει» προ­κειμένου να ανταγωνιστεί αναδυόμενες δυνάμεις, όπως η Κίνα, η Ινδία ή η Βραζιλία – και λέμε «αν υποτεθεί» διότι δεν έχει καταστεί εντελώς ξεκάθαρο αν ο εν λόγω «ανταγωνισμός» απειλεί όντως το μέσο, αξιοπρεπές επίπεδο οικονομικής ευμάρειας των κατοίκων της Ευρώπης ή αφορά μόνον τα παγκοσμιοποιημένα παιχνίδια απληστίας μιας οικονομικής ελίτ –, τότε το μο­ντέλο των υποενώσεων φαντάζει ως η μόνη βιώσιμη «μέση» λύση. Ως μια λύση, δηλαδή, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στο μάλλον ουτοπικό μάξιμουμ μια ένωσης ολόκληρης της Ευρώπης και στο πιθανώς επιζήμιο μίνιμουμ της πλήρους διάσπασης στα προ της Ε.Ε. εθνικά κράτη. Στο πλαίσιο του μοντέλου των υποενώσεων η γερμανόφωνη περιοχή της κεντρικής Ευρώπης (μαζί, δηλαδή, με Αυστρία, Ολλανδία, Σκανδιναβία και ίσως και την μη γερμανόφωνη Φινλανδία) θα μπορούσε να αποτελέσει μία υποένωση, την ίδια στιγμή που οι λατινογενείς χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Ιβη­ρική) θα μπορούσαν να συγκροτήσουν έναν δεύτερο, όχι τόσο ομοιογενή, αλλά παρόλα αυτά ισχυρό πόλο. Εάν η Αγγλία δεν επιμείνει στην αυτονομιστική της γραμμή, τότε τόσο οι ιστορικές και εθνικές της παράμε­τροι όσο και το κελτορομανικό της πολι­τιστικό υπόστρωμα την φέρνουν σί­γουρα πιο κοντά στην λατινογενή υποένωση και όχι στην γερμανική, όπως θα μπορούσε να υποβάλλει ο γερμα­νικός χαρακτήρας της γλώσσας των κατοίκων της. Στην ανατολική Ευρώπη συζητήσιμη θα ήταν η βιωσιμότητα μιας βαλτο-σλαβικής υποένωσης, με μέλη τις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία, την Ουκρανία, την πρώην Τσεχοσλοβακία και ίσως και την Λευκορω­σία (πιθανώς με άλλη ηγεσία κάποια στιγμή).

Και η Ελλάδα; Δυστυχώς κινούμενοι προς την νοτιοανατολική άκρη της Ευρώπη, στην Βαλκα­νική, είναι σαφές ότι η μακρά και ζωντανή παράδοση εθνικισμών και με­γαλοϊδεατισμών δεν αφήνει περιθώρια για μια βαλκανική υποένωση. Άλλωστε, οι υπερεθνικές ενώσεις στην περιοχή αυτή της Ευρώπης μοιάζουν να είναι μάλλον κομμάτι του παρελθόντος (π.χ. Βυζαντινή και Οθωμανική αυτοκρατορία) παρά του μέλλοντος. Εδώ η ελπίδα της ειρήνης και της ηρεμίας, αναμφισβήτητων προϋποθέσεων για την οικονομική ανάπτυξη, δείχνει να βρίσκεται πιο πολύ εν τη διασπάσει (σε συμπαγή εθνικά κράτη) και λιγότερο εν τη ενώσει. Κάτι που καταδεικνύει ότι το παρόν εγχείρημα της ευρωζώνης παραβλέπει ενίοτε όχι μόνον την πολιτιστική, αλλά και την «ιστορική» ανομοιο­γένεια στις διάφορες περιοχές της γηραιάς ηπείρου. Παρά ταύτα, ιδίως για την Ελλάδα θα ήταν θετική η διατήρηση μιας «ειδικής σχέσης» με την (όποια) υπόλοιπη, ευρύτερη Ε.Ε. Μιας σχέσης όχι τόσο στενής, ώστε να προκαλούνται μοιραίες διαπολιτισμικές περιπλοκές σαν τις τρέχουσες, αλλά ταυτόχρονα όχι και τόσο απόμακρης, ώστε να απειλείται ο – αν θέλουμε να είμαστε ειλι­κρινείς με τους εαυτούς μας – αρχικός, πραγματικός και βαθύτερος στόχος του δόγματος «ανή­κωμεν εις την Δύσιν»: η αποθάρρυνση της τουρκικής απειλής. Η παραμονή της Ελλάδας στην ευρύτερη ομπρέλα της Ε.Ε. βάσει αυτού του νέου δόγματος θα μπορούσε φυσικά να καταστεί λειτουργικότερη και επι­τυχέστερη, αν κάποια στιγμή ακολουθούσε και η ίδια η χώρα μας την αρχή της πολιτιστικής διαφοροποίησης, αυτή την φορά ως κριτηρίου για την συγκρότηση ενός (πιο) δικού της μοντέ­λου πολιτικής, διοικητικής και οικονομικής οργάνωσης. Εάν, δηλαδή, η «ει­δική της σχέση» με την δυτική Ευρώπη δεν αφορά μόνον την θέση της σε μια Ε.Ε. με διαφορετική αρχιτεκτονική, αλλά και τον τρόπο πρόσληψης των στοιχείων εκείνων του δυτικοευ­ρωπαϊκού κυρίως πολιτικού και οικονομικού γίγνεσθαι που η εποχή μας επιτάσσει να προσληφθούν. Περί (και) αυτού, όμως, εί­ναι σίγουρο ότι δεν θα ακούσει κανείς τίποτα στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο…

  1. Feta Compli
    Μαΐου 1, 2012 στο 03:03

    Είναι – λυπούμαι! – αδύνατον να το συγκρατήσω, και ας πρόκειται για συνειρμό που δεν μπορώ ακόμη να εξηγήσω ακριβώς: [στον ρυθμό του γερμανικού εθνικού ύμνου] «Τρόιχαντ, Τρόιχαντ ύμπερ άλλες…»

    Και ως προς την «δική μας» υποένωση, πέραν των νησιωτικών χωρών (Κύπρος, Μάλτα, ενδεχομένως δε και τους αμαρτωλούς οφειλέτες Σικελούς και Καλαβρέζους🙂 ) υπάρχει και το Ισραήλ – θα έπρεπε να ανασύρουμε από το παρελθόν εκείνη την πρόταση του Ντ’ Αλέμα πριν δέκα περίπου χρόνια για διεύρυνση της Ε.Ε. προς [Μέσας] Ανατολάς και να θαυμάσουμε την διαχειρισιμότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής με Γερμανία, Ισραήλ [και αν ευοδωθεί και αυτή η μεγάλη προσπάθεια] και Τουρκία σε μία ένωση…

  2. Μαΐου 1, 2012 στο 10:43

    Καλά, η δική μας υποένωση που περιγράφεις είναι όλα τα λεφτά! Θα άξιζε, μάλιστα, να επεκταθεί και σε…αθλητικό επίπεδο (με κοινό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, κλπ.). Άσε που με το Ισραήλ μέσα δεν θα μπορεί πλέον κανείς να μας βάλει και (Treu)hand ή μάλλον την μετεξέλιξή του, το (Euro)hand😉

    Υ.Γ. Η πιθανότητα να δούμε ποτέ Eurogroup με Γερμανία, Τουρκία και Ισραήλ (με Γιουνκέρ πρόεδρο, εννοείται…) είναι πραγματικά το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να με κάνει πιο ευρωπαϊστή ακόμα κι από τη Ντόρα…

  3. Μαΐου 1, 2012 στο 22:39

    Το μόνο βέβαιο είναι ότι τέτοια θέματα δεν θα συζητηθούν σε προεκλογική περίοδο, όπως και κανένα ουσιώδες θέμα, εδώ που τα λέμε…

  4. Μαΐου 2, 2012 στο 10:40

    Ακριβώς…Πόσο μάλλον που ειδικά στην Ελλάδα δυστυχώς κάποια θέματα δεν τα συζητάμε ούτε και στις κανονικές (μη προεκλογικές) περιόδους.

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: