Αρχείο

Archive for Απρίλιος 2012

Ευρωπαϊκή Ένωση ή Ευρωπαϊκές Ενώσεις; Προλαβαίνοντας την ακροδεξιά

Απρίλιος 29, 2012 4 Σχόλια

Οι εκλογές που θα γίνουν την 6 Μαΐου 2012, δηλαδή σε μια εβδομάδα από σήμερα, σε Ελλάδα και Γαλλία, καθώς και το ιρλανδικό δημοψήφισμα για το δημοσιονομικό σύμφωνο στα τέλη του μήνα, ενδέχεται να δώσουν ένα μήνυμα για την τύχη της ευρωζώνης και εν γένει της Ευ­ρωπαϊκής Ένωσης. Ήδη η άνοδος των ποσοστών της ακροδεξιάς στην Γαλλία, με την ηγέ­τιδά της να μιλά πλέον ανοιχτά υπέρ της διάλυσης της ευρωζώνης και «μιας κοινά αποδεκτής επι­στροφής στα εθνικά νομίσματα», αλλά και οι ανάλογες δηλώσεις του Ολλανδού ομοϊδεάτη της περί των συνταξιούχων της χώρας του που δεν πρέπει να υποφέρουν «για χάρη των δικτα­τό­ρων στις Βρυξέλλες» θέτουν μια μείζονα πρόκληση σε όλους τους πιο μετριοπαθείς και νηφά­λιους πολιτικούς σχηματισμούς, αναλυτές και απλούς πολίτες: να μην αφεθεί η ακροδεξιά να διαβλέψει, να «δει» τις μέλλουσες εξελίξεις στην ευρωζώνη πιο έγκαιρα και με μεγαλύτερη επιτυ­χία σε σχέση με τους πιο κεντρικούς φορείς της πολιτικής στην Ευρώπη. Η προβληματική αυτή αφορά σίγουρα και την Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι τα αυξημένα ποσοστά της Χρυσής Αυγής εδώ σχετίζονται προς το παρόν λιγότερο με κάποια αντιευρωπαϊκή ρητορική και περισσότερο με το ακραίων πλέον διαστάσεων πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης και της εγκληματικότητας στο κέντρο της Αθήνας. Η ενσωμάτωση στην ιδεολογικοπολιτική σφαίρα οργανώσεων, όπως η αναφερ­θείσα, και μιας δυναμικής αντιευρωπαϊκής πτυχής τύπου Μ. Λεπέν δεν θα είναι ιδιαίτερο πρό­βλημα στο εγγύς μέλλον, ιδίως όταν η εν λόγω ρητορική θα φθάσει – σύντομα πιθανόν – να υπόσχεται ανάλογα εκλογικά οφέλη με την πολεμική κατά των μεταναστών.

Μια επιτυχημένη Ευρωπαϊκή Ένωση…

Την ίδια στιγμή που η ακροδεξιά με όπλα την εθνοκεντρική/εθνικιστική της αφετηρία και τον γνωστό αντιδραστικό κυνισμό της μοιάζει να ενσωματώνεται βαθμιαία και επικίνδυνα αρμονικά στο διαμορ­φούμενο πλαίσιο των ευρωπαϊκών περιστάσεων, οι πιο κεντρώες δυνάμεις της πολι­τικής στην Ευρώπη μοιάζουν ακόμη υπνωτισμένες από την γοητεία του οράματος της ευρωπαϊ­κής ολο­κλήρωσης. Οι διαφωνίες αφορούν συνήθως το ποια σχολή σκέψης θα πρέπει να επι­κρα­τήσει στην Ενωμένη Ευρώπη, το ποια γενική κατεύθυνση – «συντηρητική» ή πιο «προοδευ­τική» – θα πρέπει να ακολουθήσει η τελευταία, στην παρούσα της όμως μορφή. Εύλογοι ευρω­σκεπτικι­στι­κοί προβληματισμοί, σαν αυτούς που αναπτύξαμε πρόσφατα (π.χ. εδώ και εδώ) εκ­φρά­ζονται επί του παρόντος μόνο σποραδικά. Ιδίως στις δύο πιο «ιδιαίτερες» περιπτώσεις της Ευ­ρώπης, οι οποίες συνιστούν πιθανώς και τα δύο άκρα στο φάσμα της πολιτιστικής ανθρωπο­λο­γίας της ηπείρου, στην Γερμανία και την Ελλάδα, υπάρχουν ακόμα αρκετοί που επιμένουν να έχουν στραμμένη την προσοχή τους στο δέντρο (στην ελληνική κρίση και τις γραφικές παθογέ­νειες του ελληνικού κράτους) και όχι στο δάσος (στην απόπειρα πολιτιστικού εκγερμανισμού της Ευρώ­πης μέσω της εξαγωγής του δόγματος της εμμονικής λιτότητας). Θα ήταν ενδιαφέρον να μας εξηγήσουν τώρα, εάν φταίει πάλι η Ελλάδα π.χ. για την επαπειλούμενη κατάρρευση της Ισπανίας ή για το ότι ένας Ολλανδός κυβερνητικός εταίρος, προερχόμενος από τον σκληρό πυρήνα της ίδιας της γερμανοφωνης ζώνης της Ευρώπης, προ­βαίνει σε αντιευρωπαϊκές δηλώσεις, όπως αυ­τές που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Προτού λοιπόν το σπορ του απλοϊκού ηθικισμού αποδειχθεί για την Ευρώπη εκτός από ακριβό και ιδιαιτέρως επικίνδυνο, είναι απαραίτητο τα θέματα που αφορούν την γενικότερη αρχιτεκτο­νική της Ε.Ε. και της ευρωζώνης να αρχίσουν να συζητούνται πάνω σε εκείνη την βάση που η πλειονότητα των παραδοσιακών θιασωτών του ευρωοράματος δεν αρέσκεται να συζητεί: τις πολιτιστικές διαφοροποιήσεις εντός της ηπείρου. Προτού η ακροδεξιά ανά την Ευρώπη αρχίζει να τρέφεται επικίνδυνα από το αποτέλεσμα της υποβάθμισης (ή της μη συνειδητοποίησης) των πολιτιστικών διαφορών εντός της Ευρώπης, είναι αναγκαίο οι τελευταίες να εισέλθουν δυναμικά στο επίκεντρο του προβληματισμού. Όχι για να πυροδοτηθεί κάποιος νέος γύρος ενδοευρωπαϊ­κών αντιπαθειών και εντάσεων, αλλά προκειμένου ένα σύστημα που ήδη δυσλειτουργεί επί τη βάσει της «κοινότητας» να δώσει την θέση του σε ένα άλλο που θα προσπαθεί να λειτουργεί επί τη βάσει της νηφάλια συνειδητοποιημένης διαφοροποίησης.

Πώς θα μπορούσε να μοιάζει το τελευταίο; Μία χρήσιμη ιδέα μας δίνει η μοναδική ίσως τόσο επιτυχημένη πρόσφατη απόπειρα πολιτικής, δημοσιονομικής και νομισματικής ενοποίησης που έλαβε χώρα στην Ευρώπη: η ένωση των γερμανικών κρατών, αυτών που σήμερα αποτελούν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Με κοινό νόμισμα το μάρκο από το 1871 ως το 2002 η συγκεκριμένη ένωση ενός αριθμού κρατιδίων που σε εποχές προγενέστερες του 1871 λειτουργούσαν ως ανεξάρτητες πολιτικές και οικονομικές ενότητες αποτελεί ένα καλό πα­ράδειγμα μιας λειτουργικής και βιώσιμης ευρωπαϊκής ένωσης. Αυτό που κυρίως καταδεικνύει είναι ότι, όταν το εγχείρημα της πολιτικής και κυρίως οικονομικής ενοποίησης χτίζεται πάνω σε υπόβαθρο πολιτιστικής ομοιογένειας, έχει σίγουρα περισσότερες πιθανότητες μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας.

Εάν αυτό ισχύει, τότε ίσως προσφέρει το κλειδί για την κατεύθυνση που θα έπρεπε να ακολου­θήσει μια ενδεχόμενη μελλοντική αναδιάρθρωση της Ε.Ε. Και η κατεύθυνση αυτή είναι η διά­σπαση της ευρωζώνης σε μικρότερες, λειτουργικότερες και πιο ομοιογενείς πολιτιστικά υποενώ­σεις. Αν, δηλαδή, υποτεθεί ότι στο πλαίσιο του παγκόσμιου οικονομικοπολιτικού ανταγωνισμού η Ευρώπη θα πρέπει πράγματι να αναζητήσει καταφυγή στο δόγμα «η ισχύς εν τη ενώσει» προ­κειμένου να ανταγωνιστεί αναδυόμενες δυνάμεις, όπως η Κίνα, η Ινδία ή η Βραζιλία –και λέμε «αν υποτεθεί» διότι δεν έχει καταστεί εντελώς ξεκάθαρο αν ο εν λόγω «ανταγωνισμός» απειλεί όντως το μέσο, αξιοπρεπές επίπεδο οικονομικής ευμάρειας των κατοίκων της Ευρώπης ή αφορά μόνον τα παγκοσμιοποιημένα παιχνίδια απληστίας μιας οικονομικής ελίτ–, τότε το μο­ντέλο των υποενώσεων φαντάζει ως η μόνη βιώσιμη «μέση» λύση. Ως μια λύση, δηλαδή, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στο μάλλον ουτοπικό μάξιμουμ μια ένωσης ολόκληρης της Ευρώπης και στο πιθανώς επιζήμιο μίνιμουμ της πλήρους διάσπασης στα προ της Ε.Ε. εθνικά κράτη. Στο πλαίσιο του μοντέλου των υποενώσεων η γερμανόφωνη περιοχή της κεντρικής Ευρώπης (μαζί, δηλαδή, με Αυστρία, Ολλανδία, Σκανδιναβία και ίσως και την μη γερμανόφωνη Φινλανδία) θα μπορούσε να αποτελέσει μία υποένωση, την ίδια στιγμή που οι λατινογενείς χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Ιβη­ρική) θα μπορούσαν να συγκροτήσουν έναν δεύτερο, όχι τόσο ομοιογενή, αλλά παρόλα αυτά ισχυρό πόλο. Εάν η Αγγλία δεν επιμείνει στην αυτονομιστική της γραμμή, τότε τόσο οι ιστορικές και εθνικές της παράμε­τροι όσο και το κελτορομανικό της πολι­τιστικό υπόστρωμα την φέρνουν σί­γουρα πιο κοντά στην λατινογενή υποένωση και όχι στην γερμανική, όπως θα μπορούσε να υποβάλλει ο γερμα­νικός χαρακτήρας της γλώσσας των κατοίκων της. Στην ανατολική Ευρώπη συζητήσιμη θα ήταν η βιωσιμότητα μιας βαλτο-σλαβικής υποένωσης, με μέλη τις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία, την Ουκρανία, την πρώην Τσεχοσλοβακία και ίσως και την Λευκορω­σία (πιθανώς με άλλη ηγεσία κάποια στιγμή).

Και η Ελλάδα; Δυστυχώς κινούμενοι προς την νοτιοανατολική άκρη της Ευρώπη, στην Βαλκα­νική, είναι σαφές ότι η μακρά και ζωντανή παράδοση εθνικισμών και με­γαλοϊδεατισμών δεν αφήνει περιθώρια για μια βαλκανική υποένωση. Άλλωστε, οι υπερεθνικές ενώσεις στην περιοχή αυτή της Ευρώπης μοιάζουν να είναι μάλλον κομμάτι του παρελθόντος (π.χ. Βυζαντινή και Οθωμανική αυτοκρατορία) παρά του μέλλοντος. Εδώ η ελπίδα της ειρήνης και της ηρεμίας, αναμφισβήτητων προϋποθέσεων για την οικονομική ανάπτυξη, δείχνει να βρίσκεται πιο πολύ εν τη διασπάσει (σε συμπαγή εθνικά κράτη) και λιγότερο εν τη ενώσει. Κάτι που καταδεικνύει ότι το παρόν εγχείρημα της ευρωζώνης παραβλέπει ενίοτε όχι μόνον την πολιτιστική, αλλά και την «ιστορική» ανομοιο­γένεια στις διάφορες περιοχές της γηραιάς ηπείρου. Παρά ταύτα, ιδίως για την Ελλάδα θα ήταν θετική η διατήρηση μιας «ειδικής σχέσης» με την (όποια) υπόλοιπη, ευρύτερη Ε.Ε. Μιας σχέσης όχι τόσο στενής, ώστε να προκαλούνται μοιραίες διαπολιτισμικές περιπλοκές σαν τις τρέχουσες, αλλά ταυτόχρονα όχι και τόσο απόμακρης, ώστε να απειλείται ο –αν θέλουμε να είμαστε ειλι­κρινείς με τους εαυτούς μας– αρχικός, πραγματικός και βαθύτερος στόχος του δόγματος «ανή­κωμεν εις την Δύσιν»: η αποθάρρυνση της τουρκικής απειλής. Η παραμονή της Ελλάδας στην ευρύτερη ομπρέλα της Ε.Ε. βάσει αυτού του νέου δόγματος θα μπορούσε φυσικά να καταστεί λειτουργικότερη και επι­τυχέστερη, αν κάποια στιγμή ακολουθούσε και η ίδια η χώρα μας την αρχή της πολιτιστικής διαφοροποίησης, αυτή την φορά ως κριτηρίου για την συγκρότηση ενός (πιο) δικού της μοντέ­λου πολιτικής, διοικητικής και οικονομικής οργάνωσης. Εάν, δηλαδή, η «ει­δική της σχέση» με την δυτική Ευρώπη δεν αφορά μόνον την θέση της σε μια Ε.Ε. με διαφορετική αρχιτεκτονική, αλλά και τον τρόπο πρόσληψης των στοιχείων εκείνων του δυτικοευ­ρωπαϊκού κυρίως πολιτικού και οικονομικού γίγνεσθαι που η εποχή μας επιτάσσει να προσληφθούν. Περί (και) αυτού, όμως, εί­ναι σίγουρο ότι δεν θα ακούσει κανείς τίποτα στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο…

Advertisements

Ευρώπη: η καθυστερημένη αυτοκρατορία

Απρίλιος 8, 2012 2 Σχόλια

Στην προηγούμενη ανάρτηση αναφερθήκαμε στον ατυχή χαρακτήρα της σύγκρισης ανάμεσα στις Η.Π.Α. και την Ενωμένη Ευρώπη που γίνεται συχνά τον τελευταίο καιρό από ορισμένους θερ­μούς υποστηρικτές του οράματος της πλήρους ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αυτό που κυρίως εί­δαμε είναι το πώς μια ζώνη μεγάλης και μια άλλη πολύ μικρότερης γλωσσικής και πολιτιστικής ποικιλομορφίας εξισώνονται απλοϊκά στο πλαίσιο ορισμένων μάλλον ρομαντικών προσδοκιών για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχουν, ωστόσο, αρκετοί άλλοι υποστηρικτές του ίδιου οράματος, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να τεκμηριώσουν την βιωσιμότητα του εγχει­ρήματος συχνά παραπέμπουν σε κάποια άλλα σημεία του πλανήτη: στην Κίνα και την Ινδία.

Η μακροσκοπική σύγκριση της Ευρώπης με τις δύο αυτές περιοχές – όσο κι αν φαίνεται να προ­δίδει αμέσως κάποια στοιχεία της οικονομικής κοσμοθεωρίας των εμπνευστών της – μοιάζει εκ πρώτης όψεως να αναιρεί πολλά από τα δεδομένα που έχουμε αναφέρει ως ανασχετικούς πα­ράγοντες για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η Κίνα και η Ινδία είναι αναμφίβολα δύο ζώνες ση­μαντικής γλωσσικής ποικιλομορ­φίας. Στην αχανή Κίνα ζουν πληθυσμοί που ανήκουν όχι απλώς σε δια­φορετικές γλώσσες, αλλά σε τουλάχιστον επτά διαφορετικές γλωσσικές οικογένειες (κυρί­αρχες, πάντως, η σινοθιβετιανή και η αλταϊκή), με μεγάλη, μάλιστα, ποικιλομορφία ακόμη και εντός της κάθε οικογένειας. Με­γάλη είναι και η διαφοροποίηση στην Ινδία, όπου υπάρχουν δύο κυρίαρχες γλωσσικές οικο­γέ­νειες (ινδοευρωπαϊκή και δραβιδική), κατακερματισμένες και εδώ σε πολλές επιμέρους γλώσ­σες. Κι όμως, παρά το γεγονός ότι στις δύο αυτές γεωγραφικές ζώνες η γλωσ­σοπολιτισμική ποικιλο­μορφία είναι πιθανώς μεγαλύτερη από ό,τι στην περίπτωση της Ευ­ρώπης, κατέστη εφικτή η δη­μιουργία ευρύτερων κρατικών μορφωμάτων με τεράστια έκταση και ασύλ­ληπτα με­γάλο πληθυ­σμό. Ο αναδυόμενος χαρακτήρας, μάλιστα, της οικονομίας τους αναφέρε­ται συχνά ως ένας από τους βασικούς λόγους για την αναγκαιότητα της ύπαρξης της Ενωμένης Ευρώπης. Σε τε­λική ανά­λυση, εάν εκεί κατάφεραν να υπερβούν τους εθνικούς, γλωσ­σικούς και πολιτιστι­κούς φραγμούς, γιατί να μην μπορεί να συμβεί το ίδιο και εδώ στην Ευρώπη;

Η σημαία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ε.Ε. και ο ηγέτης της…

Παρά τον φαινομενικά πειστικό χαρακτήρα αυτής της επιχειρηματολογίας, υπάρχουν, δυστυ­χώς, κάποιες κρίσιμες παράμετροι στην σύγκριση της Ευρώπης με τις δύο αυτές μακρινές ως προς αυτήν περιοχές, που λησμονούνται ή παραβλέπονται πλήρως. Και οι οποίες, όταν λη­φθούν υπόψη, μπορεί να κάνουν την συγκεκριμένη σύγκριση να μοιάζει πιο αποθαρρυντική για την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ακόμη και από τους παραλληλισμούς με τις Η.Π.Α. Στην προκειμένη περίπτωση η εξέταση του ζητήματος είναι διαφωτιστικό να ξεκινήσει από τον παρά­γοντα που αποτελεί την βάση για την εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού: τον τόπο και το φυ­σικό περιβάλλον. Πάντοτε ζωτικής σημασίας για την ύπαρξη του ανθρώπου, ο εκάστοτε τόπος και τα ειδικά χαρακτηριστικά του άρχισαν να παίζουν έναν επιπρόσθετο, σημαίνοντα ρόλο πριν περίπου 10.000 χρόνια. Τότε έγινε η εισαγωγή της Νεολιθικής οικονομίας, δηλαδή της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της μόνιμης εγκατά­στασης, η οποία αποτελεί την σημαντικότερη πολιτι­σμική μετάβαση στην ιστορία του ανθρώ­που: μετά από σχεδόν 2,5 εκατομμύρια χρόνια κυνη­γίου, τροφοσυλλογής και περιπλάνησης, οι ανθρώπινες κοινότητες μπορούσαν τώρα να παρά­γουν την τροφή τους, να εγκαθίστανται μο­νίμως σε συγκεκριμένα σημεία ενός τόπου και να δημιουργούν διατροφικά πλεονάσματα που οδήγησαν σύντομα σε κατακόρυφη αύξηση του πληθυσμού. Το γεγονός αυτό υπήρξε ο καταλύτης για μια αλυσίδα εξελίξεων, η οποία –ας το επαναλάβουμε, μετά από 2,5 εκατομμύρια χρόνια σχετι­κής πολιτισμικής στασιμότητας– κατέ­ληξε μέσα σε μόνον 10.000 χρόνια να κάνει τον κόσμο αυτό που είναι σήμερα.

Ένας από τους βασικούς λόγους για αυτό είναι ότι υπήρχαν εξαρχής καλύτερα και χειρότερα γεωγραφικά σημεία για την εφαρμογή του νέου τρόπου ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περιοχές, όπου αναπτύχθηκαν οι πρώτοι μεγάλοι πολιτισμοί και τα πρώτα μεγάλα κράτη υπό την σημε­ρινή έννοια υπήρξαν οι εύφορες κοιλάδες των σημαντικών ποταμών. Σε αυτές ακριβώς τις πε­ριοχές, τα πρώιμα κράτη προέκυψαν μέσα από τον συγκεντρωτικό έλεγχο ενός ενιαίου (σε μεγά­λες εκτάσεις γης) συστήματος παραγωγής από ένα ισχυρό κέντρο. Και όσο το κέντρο αυτό γινόταν ολοένα και ισχυρότερο τόσο οι αρχικές αυτές κρατικές οντότητες επέκτειναν την επι­κράτεια και την επιρροή τους, δημιουργώντας σιγά σιγά τις πρώτες αυτοκρατορίες. Κάποιες από αυτές υπήρξαν βραχύβιες, κάποιες άλλες, όμως, επιβίωσαν σε διάφορες μορφές για πολύ περισ­σότερο χρόνο, θέτοντας με αυτό τον τρόπο τις βάσεις για μια παράδοση ενσωμάτωσης πολλών και ενίοτε πολύ διαφορετικών πληθυσμών σε ευρύτερα κρατικά μορφώματα.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω μπορεί κανείς να αντιληφθεί πού έγκειται η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της Ευρώπης και περιοχών, όπως η Κίνα και η Ινδία. Στις τελευταίες, η ύπαρξη ποτά­μιων συστημάτων, όπως του Κίτρινου Ποταμού και του Γιανγκτσέ στην Κίνα, καθώς και του Ινδού και του Γάγγη στην Ινδία, αποτέλεσε τον αποφασιστικό παράγοντα για την διαμόρφωση μεγάλων πολιτικών οντοτήτων ήδη από πολύ πρώιμες εποχές (π.χ. η δυναστεία Shang στην Κίνα, σύγχρονη περίπου με την Μυκηναϊκή περίοδο στο Αιγαίο [περ. 1600-1040 π.Χ.] και στην Ινδία ο πολιτισμός του Ινδού κατά την λεγόμενη Ώριμη Χαράππειο περίοδο [περ. 2600-1900 π.Χ.]). Μια αντίστοιχη εξέλιξη έχουμε και στον δυτικό ευρασιατικό χώρο, στην Μεσοποταμία και την Αίγυπτο, όπου το σύστημα των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη στην πρώτη περίπτωση και του Νείλου στην δεύτερη, έγιναν ο άξονας για την συγκρότηση των εκεί πρώιμων σφαιρών επιρροής και αργότερα αυτοκρα­τοριών (π.χ. στην Μεσοποταμία στην ύστερη φάση του πολιτισμού Ουρούκ, δηλ. στα τέλη της 4ης χιλιε­τίας π.Χ., και αργότερα στην Ακκαδική περίοδο [24ος – 22ος αι. π.Χ.], και στην Αίγυπτο ήδη κατά την Πρώιμη Δυναστική περίοδο, περί το 3000 π.Χ.). Ειδικά στην Κίνα και την Ινδία τα αυ­τοκρα­τορικά μορφώματα συνέχισαν να υφίστανται σε διάφορες μεταλλαγές μέχρι και τους νεώ­τερους χρόνους, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την σημερινή μορφή των κρατών αυ­τών.

Στην Ευρώπη, αντιθέτως, η εξέλιξη υπήρξε αρκετά διαφορετική. Εδώ, ο μοναδικός ποτάμιος άξονας που μπορεί να θεωρηθεί συγκρίσιμος με αυτούς στις άλλες αναφερθείσες περιοχές είναι αυτός του Δούναβη, όπου, πράγματι, κατά το διάστημα 5400-3500 π.Χ. αναπτύχθηκε το πιο προηγμένο πολιτι­στικό σύ­στημα εκείνη την εποχή στην Ευρώπη. Πρόκειται για τον πολιτισμό της κοιλάδας του Δούναβη, με μια ιδιαίτερη ακμή στους τομείς της μεταλ­λουρ­γίας, της κεραμει­κής, της οικιστικής οργάνωσης, ακόμη και της γραπτής επι­κοι­νωνίας. Καθώς, όμως, ο πολιτι­σμός αυτός αναπτύχθηκε σε μία ύστερη νεολιθική και χαλκολιθική φάση, δηλαδή, πολύ πριν την εμφάνιση της ανεπτυγμένης κοινωνικής διαστρωμάτωσης και της ευρείας κλίμακας πολιτικής συγκρότησης, δεν ήταν δυνατόν να γίνει πρόξενος διαδικασιών «ενοποίησης» ούτε με γεωγρα­φική ούτε με χρονολογική σημασία. Σαφώς καλύτερες επιδόσεις ως προς τον σκοπό αυτό είχε πολύ αργότερα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία κατέληξε σε ό,τι πλησιέστερο υπήρξε ποτέ σε μια ενοποίηση της Ευρώπης. Εντούτοις, συνθήκες πραγματικού και βαθέος εκρωμαϊσμού δη­μιουργήθηκαν κατά βάσιν μόνον στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, όπου οι ρομανικές γλώσσες τελικά εκτόπισαν τόσο τον κελτικό κλάδο των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών όσο και με­ρικές μη ινδοευ­ρωπαϊκές γλώσσες που επεβίωναν ως τότε (π.χ. στην Ιβηρική). Το ανατολικό τμήμα διατήρησε κατά βάσιν την δική του γλωσσική και πολιτιστική ταυτότητα, με την εξαίρεση της ρουμανικής γλώσσας που αντικατέστησε την αρχαία και ινδοευρωπαϊκή δακική. Παράλ­ληλα, μεγάλες περιοχές της Ευρώπης, όπως π.χ. οι ζώνες των γερμανικών και σλαβικών γλωσ­σών και λαών, δεν ενσωματώθηκαν ποτέ πλήρως στην ρωμαϊκή (ή αργότερα ανατολική ρωμαϊκή) επικράτεια. Εν τέλει, η Ευ­ρώπη, μια γεωγρα­φική ζώνη, πολλές περιοχές της οποίας χαρακτηρίζονται από έντονο κατακερματι­σμό, επρόκειτο να συνδεθεί στην ιστορία της όχι τόσο με τις μεγάλης κλί­μακας αυτοκρατορίες όσο με την γένεση ενός πολιτικού φαινομένου-προϊόντος της μικρής κλίμακας: της δημοκρατίας.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι στην γηραιά ήπειρο, σε αντίθεση με άλλες περιοχές του κόσμου, η γλωσσική και πολιτισμι­κή πολυδιάσπαση διατήρησε σε μεγάλο βαθμό και τις συνεκτικές εθνι­κές/πολιτικές/κρατικές της αντιστοιχίες ως τους νεώτερους χρόνους. Μια πραγματικότητα, η οποία αναδεικνύεται, άλ­λωστε, και από τον βραχύ βίο επίδοξων μικρών «αυτοκρατοριών», όπως π.χ. της Αυστροουγ­γαρίας. Κατά συνέπεια, όσοι σήμερα παρουσιάζουν την Κίνα ή την Ινδία ως το υπόδειγμα που πρέπει να ακολουθήσει η Ευρώπη, ουσιαστικά προτείνουν την συ­γκρότηση στην γηραιά ήπειρο μιας μεγάλης, ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας, που την ίδια στιγμή θα είναι και μια (χρονικώς και ιστορικώς) δρα­ματικά καθυστερημένη αυτοκρατορία. Και το κύριο πρόβλημα, βε­βαίως, σε αυτή την περίπτωση είναι ότι δεν υπάρχει ποτέ αυτοκρατορία χωρίς αυ­τοκράτορα. Όσοι, λοιπόν, ευαγγελίζονται την ιδέα της αυ­τοκρατορικής κινεζοποίησης της Ε.Ε. οφείλουν να εκφράσουν και μια καθαρή θέση ως προς το ποιος θεωρούν ότι πρέπει να είναι ο αυτοκράτο­ρας. Διότι, σε πολιτικό επίπεδο πάντα, όποιος επιθυμεί καθυ­στερημένες αυτοκρατο­ρίες είναι πι­θανό να πρέπει να αποδεχτεί στο τέλος και κα­θυστερημένους αυτοκράτορες